Σημαντική ανακοίνωση νομικού περιεχομένου
Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Vilaça της 21ης Ιανουαρίου 1988. - SANTO PICCIOLO ΚΑΤΑ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΙΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ. - ΥΠΑΛΛΗΛΟΣ - ΚΡΙΣΗ. - ΥΠΟΘΕΣΗ 1/87.
Συλλογή της Νομολογίας του Δικαστηρίου 1988 σελίδα 00711
Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
++++
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
1 . Τα πραγματικά περιστατικά και το ιστορικό της διαφοράς
1 . Αφορμή για την παρούσα προσφυγή έδωσε η έκθεση κρίσης που συντάχθηκε για τον προσφεύγοντα, υπάλληλο της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, για την περίοδο από 1ησ Ιουλίου 1981 μέχρι 30 Ιουνίου 1983 .
2 . Ο προσφεύγων ισχυρίζεται ότι έγιναν διάφορες παρατυπίες κατά τη διαδικασία συντάξεως της εκθέσεως αυτής και για το λόγο αυτό ζητεί να ακυρωθεί η απόφαση με την οποία ένα μέλος της Επιτροπής ενέκρινε στις 5 Μαρτίου 1986 την τελική έκθεση κρίσης του, καθώς και να του επιδικαστεί αποζημίωση ενός φράγκου για την ηθική βλάβη που υπέστη .
3 . Κατά την περίοδο την οποία αφορά η έκθεση, ο προσφεύγων υπηρέτησε στην Υπηρεσία Επισήμων Εκδόσεων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων μέχρι την 1η Ιανουαρίου 1983 και στη συνέχεια στη Γενική Διεύθυνση ΧVΙΙΙ της Επιτροπής . Στις 24 Ιουνίου 1982 εξελέγη στην επιτροπή προσωπικού στο Λουξεμβούργο, της οποίας έγινε στη συνέχεια αντιπρόεδρος .
4 . Η αντικειμενικότητα της πρώτης εκθέσεως κρίσεως, την οποία είχε συντάξει το Νοέμβριο 1983 ο διευθυντής της Υπηρεσίας Εκδόσεων και είχε επίσης υπογράψει ένας από τους διευθυντές της Γενικής Διευθύνσεως ΧVΙΙΙ, αμφισβητήθηκε από τον προσφεύγοντα, οποίος διατύπωσε διάφορες παρατηρήσεις .
5 . Κατόπιν αυτού, ο πρώτος βαθμολογητής προσπάθησε - χωρίς όμως επιτυχία, λόγω της αρνήσεως του ενδιαφερομένου - να αρχίσει διάλογο με τον προσφεύγοντα, όπως προβλέπει το άρθρο 6 των γενικών εκτελεστικών διατάξεων του άρθρου 43 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως ( στο εξής : γενικές διατάξεις ) και στη συνέχεια διαβίβασε τον Απρίλιο 1984 το φάκελο της υποθέσεως στην "ειδική ομάδα βαθμολογητών", η οποία έχει συσταθεί για να συμμετέχει στη διαδικασία βαθμολογίας των υπαλλήλων που έχουν εκλεγεί εκπρόσωποι του προσωπικού . Οι κρίσεις της ομάδας αυτής διαβιβάστηκαν στον προσφεύγοντα το Δεκέμβριο 1984 μαζί με μία νέα έκθεση κρίσεως .
6 . Η έκθεση αυτή, πέρα από ότι περιέγραφε ακριβέστερα τα καθήκοντα του προσφεύγοντος, περιείχε ένα ειδικό σχόλιο για να δικαιολογήσει τη μείωση του βαθμού ( από "άριστα" σε "λίαν καλώς ") για το αίσθημα ευθύνης του υπαλλήλου .
7 . Ο προσφεύγων δεν ικανοποιήθηκε και προσέφυγε στο δευτεροβάθμιο κριτή, τον επίτροπο Nic Mosar, ο οποίος στην αρχή, αφού άκουσε τον ενδιαφερόμενο, δέχτηκε πλήρως ως ορθή την πρώτη έκθεση . 'Οταν κατόπιν αιτήσεως του προσφεύγοντος ζητήθηκε και εκδόθηκε η γνώμη της επιτροπής ίσης εκπροσωπήσεως για τις εκθέσεις κρίσεως, ο δευτεροβάθμιος κριτής συνέταξε στις 5 Μαρτίου 1986 την οριστική έκθεση κρίσεως, η οποία ήταν ακριβώς η ίδια με εκείνη που είχε συντάξει ο πρώτος βαθμολογητής, αλλά περιελάμβανε ένα διαφορετικό σχόλιο σχετικά με το αίσθημα ευθύνης του βαθμολογούμενου υπαλλήλου . Η διοίκηση δεν έδωσε καμία απάντηση στην ένσταση που υπέβαλε στη συνέχεια ο ενδιαφερόμενος και η οποία επομένως θεωρήθηκε ότι απορρίφθηκε σιωπηρά .
8 . Στην έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση αναφέρονται διεξοδικότερα τα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως .
2 . Το αίτημα της ακυρώσεως : ανάλυση των λόγων ακυρώσεως της προσφυγής
9 . Ο προσφεύγων προέβαλε ούτε λίγο ούτε πολύ εννέα λόγους ακυρώσεως .
10 . Θα τους εξετάσω τον ένα κατόπιν του άλλου, με τη σειρά που προβλήθηκαν από τον προσφεύγοντα και εκτίθενται στην έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση .
α ) Πρώτος λόγος ακυρώσεως
11 . Ο προσφεύγων αμφισβητεί τη δυνατότητα του δευτεροβάθμιου κριτή να καθιστά δυσμενέστερες τις εκθέσεις κρίσεως μετά την έκδοση γνώμης από την επιτροπή ίσης εκπροσωπήσεως, και μάλιστα χωρίς επαρκή αιτιολογία .
12 . Αυτό όμως ακριβώς συνέβη εν προκειμένω, ισχυρίζεται ο προσφεύγων, κατά παράβαση του άρθρου 7, τρίτη και τέταρτη παράγραφος, των γενικών διατάξεων και του σημείου Γ.2 του οδηγού για τη σύνταξη των εκθέσεων κρίσεως .
13 . Ο λόγος αυτός δεν φαίνεται βάσιμος .
14 . Πρώτον, ο δευτεροβάθμιος κριτής δεν άλλαξε την αναλυτική βαθμολογία του προσφεύγοντος, η οποία παρέμεινε η ίδια όπως και στην προηγούμενη έκθεση, αλλά απλώς άλλαξε το κείμενο του προαιρετικού σχολίου, σκοπός του οποίου ήταν να την αιτιολογήσει .
15 . Δεύτερον, η αλλαγή αυτή έγινε "κατόπιν της γνώμης της επιτροπής", η οποία είχε κρίνει ότι το προηγούμενο σχόλιο του πρώτου βαθμολογητή ήταν "διφορούμενο" και ότι δεν ήταν αρκετά λεπτομερής η "γενική εκτίμηση" που περιείχε η πρώτη έκθεση .
β ) Δεύτερος λόγος ακυρώσεως
16 . Ο προσφεύγων υποστηρίζει ότι δεν τηρήθηκαν το άρθρο 7, δεύτερη παράγραφος, των γενικών διατάξεων και το σημείο Β.9.3 του οδηγού για τη σύνταξη των εκθέσεων κρίσεως, επειδή ο δευτεροβάθμιος κριτής δεν ζήτησε τη γνώμη του πρώτου βαθμολογητή και έλαβε την απόφασή του βάσει φακέλου που δεν περιείχε την αρχική έκθεση κρίσεως .
17 . Ο λόγος αυτός πρέπει να θεωρηθεί αβάσιμος .
18 . Πράγματι, η Επιτροπή διευκρίνισε με το υπόμνημα αντικρούσεως και με την απάντηση που έδωσε στα ερωτήματα του Δικαστηρίου ότι η έκθεση της 28ης Νοεμβρίου 1983 περιλαμβανόταν ήδη στον ατομικό φάκελο του προσφεύγοντος που υποβλήθηκε στον επίτροπο Mosar και ότι ο τελευταίος αυτός ζήτησε τη γνώμη του πρώτου βαθμολογητή στις 19 Φεβρουαρίου 1985, κατά τη διάρκεια τηλεφωνικής συνδιαλέξεως, στην οποία έγινε εκτεταμένη ανταλλαγή απόψεων σχετικά με την έκθεση κρίσεως του προσφεύγοντος .
19 . Οι διευκρινίσεις αυτές της Επιτροπής δεν αμφισβητήθηκαν από τον προσφεύγοντα, ο οποίος εξάλλου δεν επικαλέστηκε κανένα πρόσθετο αποδεικτικό στοιχείο και καμία πρόσθετη ένδειξη που να στηρίζει τους ισχυρισμούς του σχετικά με τις παρατυπίες .
20 . Ας προστεθεί ακόμη ότι ο οδηγός βαθμολογήσεως, σκοπός του οποίου είναι, όπως δέχθηκε το Δικαστήριο στην απόφαση Blasig ( 1 ), να "δώσει κατευθυντήριες γραμμές στους ιεραρχικώς ανωτέρους που είναι επιφορτισμένοι με τη βαθμολόγηση των υπαλλήλων κατ' εφαρμογή του άρθρου 43 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως", δεν προβλέπει καμιά υποχρεωτική τυπική προϋπόθεση ως προς τη διαβούλευση με τον πρώτο βαθμολογητή .
γ ) Τρίτος λόγος ακυρώσεως
21 . Ο προσφεύγων υποστηρίζει ότι συντρέχει παράβαση του άρθρου 6 των γενικών διατάξεων και του σημείου Β.8.1 του οδηγού βαθμολογήσεως, καθώς και των γενικών αρχών των δικαιωμάτων ακροάσεως : η έλλειψη διαλόγου με τον πρώτο βαθμολογητή, τον οποίο αρνήθηκε ο προσφεύγων επειδή οι συνθήκες υπό τις οποίες του προτάθηκε δεν ήταν κανονικές, του στέρησε ένα "βαθμό δικαιοδοσίας ". Κατά τον προσφεύγοντα, η παρατυπία λόγω της οποίας αρνήθηκε το διάλογο συνίσταται στο γεγονός ότι η αρχική έκθεση δεν ήταν πλήρης, επειδή δεν είχε θεωρηθεί από την ειδική ομάδα βαθμολογητών .
22 . Πώς πρέπει να κριθούν οι ισχυρισμοί αυτοί;
23 . Σκοπός του διαλόγου στον οποίο αναφέρονται το άρθρο 6 των γενικών διατάξεων και το σημείο Β.8.1 του οδηγού βαθμολογήσεως είναι, όπως συνάγεται από τις εν λόγω διατάξεις, να καταστεί δυνατή η πραγματοποίηση άμεσων, "ειλικρινών και σφαιρικών" επαφών, προκειμένου τα δύο μέρη "να μπορέσουν να αντιληφθούν επακριβώς τη φύση, τους λόγους και την έκταση των ενδεχομένων διαφορών", ώστε να επιτευχθεί μια "καλύτερη αμοιβαία κατανόηση και μια ορθότερη εκτίμηση της εκθέσεως κρίσεως", η οποία ενδεχομένως θα τροποποιηθεί .
24 . Σε τέτοιο ακριβώς διάλογο κάλεσε επανειλημμένα και ο πρώτος βαθμολογητής τον προσφεύγοντα, με υπηρεσιακά σημειώματα της 13ης Φεβρουαρίου 1984, της 5ης Μαρτίου 1984 και της 9ης Μαρτίου 1984, ο προσφεύγων όμως αρνήθηκε ρητά και ζήτησε αντ' αυτού, με τις πρώτες παρατηρήσεις που διατύπωσε ήδη στην έκθεση και στη συνέχεια με σημείωμα της 1ης Μαρτίου 1984, να διαβιβαστεί ο φάκελος στο δευτεροβάθμιο κριτή .
25 . Είναι επομένως προφανές ότι ο ίδιος ο προσφεύγων δήλωσε ότι δεν δέχεται το διάλογο .
26 . Από κανένα στοιχείο άλλωστε δεν προκύπτει ότι η έκδοση γνώμης από την ειδική ομάδα βαθμολογητών - την οποία οφείλει να ζητήσει ο βαθμολογητής δυνάμει του σημείου Β.1.2.2.2.Ι του οδηγού βαθμολογήσεως - πρέπει να θεωρηθεί ως απαραίτητη προϋπόθεση για την έναρξη του διαλόγου αυτού .
27 . Σχετικά πρέπει να τονιστεί ότι το άρθρο 6 των γενικών διατάξεων ορίζει σαφώς ότι ο διάλογος μεταξύ του βαθμολογητή και του υπαλλήλου αρχίζει εντός 15 ημερών από την κοινοποίηση της εκθέσεως κρίσεως, χωρίς να προβλέπεται σχετικά καμιά προκαταρκτική προϋπόθεση .
28 . Είναι δε πολύ πιθανό ότι εν προκειμένω ο διάλογος αυτός θα έδινε αντίθετα τη δυνατότητα στον προσφεύγοντα να θεμελιώσει την άποψή του, συγχρόνως δε θα μπορούσαν να προκύψουν στοιχεία ή προοπτικές που θα διευκόλυναν και τη διατύπωση της γνώμης των ειδικών βαθμολογητών . Ο διάλογος δηλαδή όχι μόνο δεν θα έθιγε τα δικαιώματα του προσφεύγοντος, αλλά θα μπορούσε να είναι και χρήσιμος για την ορθή διεξαγωγή της διαδικασίας βαθμολογήσεως .
29 . Εν πάση περιπτώσει, ο πρώτος βαθμολογητής είχε ζητήσει εν τω μεταξύ την παρέμβαση των ειδικών βαθμολογητών και επισυνήψε τις παρατηρήσεις τους στη νέα έκθεση κρίσεως που απέστειλε στον προσφεύγοντα . 'Οταν ο προσφεύγων την παρέλαβε στις 10 Ιανουαρίου 1985, πρότεινε και πάλι στις 17 του ίδιου μήνα τη διαβίβαση του φακέλου στο δευτεροβάθμιο κριτή .
30 . Υπό τις περιστάσεις αυτές ο προσφεύγων δεν νομιμοποιείται να ισχυρίζεται σήμερα ότι στην περίπτωσή του συντρέχει παράβαση των δικαιωμάτων ακροάσεως .
31 . Δεδομένου δε ότι πραγματοποιήθηκε συνομιλία μεταξύ του προσφεύγοντος και του δευτεροβάθμιου κριτή, δεν βλέπω για ποιο λόγο - κατόπιν μάλιστα των συμπερασμάτων που συνήγαγα σχετικά με τον προηγούμενο λόγο ακυρώσεως - θα έπρεπε να θεωρηθεί ότι η συνομιλία αυτή ήταν "καθαρά τυπική ".
32 . Υπό τις περιστάσεις αυτές - ακόμη και αν υποτεθεί ότι ήταν βάσιμη η άρνηση του προσφεύγοντος να προχωρήσει σε διάλογο - η ενδεχόμενη παράλειψη θα θεραπευόταν στη συνέχεια με το διάλογο με το δευτεροβάθμιο κριτή, όπως προκύπτει σαφώς από τη νομολογία του Δικαστηρίου που διαμορφώθηκε με την απόφαση Turner του 1985 ( 2 ). 'Οπως ακριβώς και στην τελευταία αυτή υπόθεση, η παρούσα προσφυγή αφορά την τελική έκθεση κρίσεως, για την οποία υπεύθυνος είναι ο δευτεροβάθμιος κριτής και της οποίας το κύρος δεν θίγεται από την ενδεχόμενη έλλειψη διαλόγου σε προηγούμενη φάση της διαδικασίας .
δ ) Τέταρτος λόγος ακυρώσεως
33 . Ο προσφεύγων ισχυρίζεται ότι συντρέχει παράβαση του άρθρου 3, δεύτερη παράγραφος, των γενικών διατάξεων και του σημείου Β.5.2.2 του οδηγού βαθμολογήσεως, επειδή δεν ζητήθηκε η γνώμη του άμεσου προϊσταμένου του στη Γενική Διεύθυνση ΧVΙΙΙ, του προϊσταμένου της ειδικευμένης υπηρεσίας "έσοδα και πληρωμές", ο δε διευθυντής στη Γενική Διεύθυνση ΧVΙΙΙ θεώρησε απλώς την έκθεση, χωρίς προηγουμένως να υπάρξει καμία διαβούλευση .
34 . Κατά την άποψή μου, οι παραλείψεις τις οποίες επικαλείται ο προσφεύγων δεν είναι τέτοιες ώστε να καθίσταται άκυρη η έκθεση κρίσεως .
35 . Πρώτον, όσον αφορά τον ισχυρισμό ότι δεν ζητήθηκε προηγουμένως η γνώμη του άμεσου προϊσταμένου του προσφεύγοντος στη νέα του υπηρεσία, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι ο προϊστάμενος αυτός περιορίστηκε να θεωρήσει την πρώτη έκθεση στις 5 Δεκεμβρίου 1983, αφού ο πρώτος βαθμολογητής είχε υπογράψει ( απ' ό,τι φαίνεται, στις 28 Νοεμβρίου 1983 ) την έκθεση .
36 . 'Οσον αφορά τη νέα έκθεση που συνέταξε ο πρώτος βαθμολογητής, υπογράφηκε επίσης από το διευθυντή της Γενικής Διευθύνσεως ΧVΙΙΙ στις 12 Δεκεμβρίου 1984, δηλαδή την προηγουμένη της ημέρας κατά την οποία υπογράφηκε η έκθεση από τον εν λόγω βαθμολογητή .
37 . Το άρθρο 3 όμως των γενικών διατάξεων αναφέρει καταρχάς την προηγούμενη διαβούλευση με τους άλλους ιεραρχικά προϊσταμένους και διευκρινίζει ότι οι προϊστάμενοι αυτοί θεωρούν την έκθεση και μπορούν να διατυπώνουν παρατηρήσεις σε περίπτωση διαφωνίας τους με το βαθμολογητή .
38 . Το σημείο Β.5.2 του οδηγού βαθμολογήσεως προβλέπει εξάλλου ότι "οι διαβουλεύσεις αυτές πρέπει να πραγματοποιούνται πριν ο βαθμολογητής διατυπώσει τις γενικές και αναλυτικές εκτιμήσεις του" και ότι οι διαβουλεύσεις συνίστανται στην πράξη στη συμπλήρωση των στηλών 10 και 11 του υποδείγματος της εκθέσεως κρίσεως .
39 . Η τελευταία αυτή μνεία δεν αποτελεί οπωσδήποτε επιτακτική διάταξη, αλλά προσομοιάζει μάλλον, όπως προκύπτει από το ίδιο το γράμμα της, με πρακτική σύσταση .
40 . Επιπλέον, θεωρώ ότι εν προκειμένω θα ήταν υπερβολικό να απαιτείται νέα διαβούλευση με τον ιεραρχικά προϊστάμενο, καθόσον η γνώμη του είχε ήδη ζητηθεί κατά τη σύνταξη της δεύτερης εκθέσεως από τον πρώτο βαθμολογητή, είχε δε την ευκαιρία να εκφράσει τη γνώμη του, έστω και σχετικά με την πρώτη έκθεση .
41 . Ο διευθυντής της Γενικής Διευθύνσεως ΧVΙΙΙ, στον οποίο διαβιβάστηκαν τα σχέδια τόσο της πρώτης όσο και της δεύτερης έκθεσης, τα υπέγραψε χωρίς να διατυπώσει καμία αντίρρηση, πράγμα που δεν θα είχε κάνει βέβαια αν δεν συμφωνούσε με τις κρίσεις που περιείχαν .
42 . Εν πάση περιπτώσει, πρέπει να υπενθυμιστεί ότι, όπως διευκρινίζεται στο σημείο Β.5.2 του οδηγού βαθμολογήσεως, σκοπός των διαβουλεύσεων αυτών είναι να παράσχουν τα απαραίτητα στοιχεία στο βαθμολογητή, του οποίου δεν μειώνεται καθόλου η προσωπική ευθύνη . Επομένως, στο βαθμολογητή αυτό εναπόκειται καταρχήν, εκτός αν αποδειχθούν πλάνες οι παραλείψεις, να αποφασίσει, μετά τις διαβουλεύσεις, αν τα στοιχεία που έχει στη διάθεσή του αρκούν για την επαρκή του πληροφόρηση .
43 . 'Οσον αφορά τον ισχυρισμό ότι δεν υπήρξε διαβούλευση με τον άμεσο ιεραρχικά προϊστάμενο του προσφεύγοντος στη Γενική Διεύθυνση ΧVΙΙΙ, πρέπει να τονιστεί ότι το σημείο Β.5.2.2, στοιχείο α ), του οδηγού βαθμολογήσεως ορίζει μόνο ότι, στην περίπτωση κατά την οποία ο βαθμολογούμενος υπάλληλος άλλαξε υπηρεσία κατά την περίοδο την οποία αφορά η έκθεση, ο βαθμολογητής πρέπει να ζητήσει τη γνώμη του υπαλλήλου που είναι αρμόδιος για τη σύνταξη των εκθέσεων στην άλλη υπηρεσία ( για τους υπαλλήλους της κατηγορίας Α πρόκειται για το διευθυντή ), ενώ υπάρχει απλώς "δυνατότητα" να μετάσχουν στις διαβουλεύσεις και οι ιεραρχικώς προϊστάμενοι του υπαλλήλου στην υπηρεσία της οποίας ζητείται η γνώμη (( σημείο Β.5.2.2.2, στοιχείο α ), τελευταίο εδάφιο )).
44 . Πρέπει εξάλλου να σημειωθεί ότι ο προσφεύγων δεν ισχυρίζεται και δεν αποδεικνύει ότι κάποια από τις παραλείψεις αυτές έβλαψαν τα δικαιώματά του κατά τη διαδικασία βαθμολογήσεως ή ότι θα βρισκόταν ή θα μπορούσε να βρίσκεται σε καλύτερη θέση, αν οι διαβουλεύσεις είχαν πραγματοποιηθεί όπως υποστηρίζει ο ίδιος .
45 . Εξάλλου, η δυσμενής κρίση κατά της οποίας βάλλει ο προσφεύγων αναφέρεται στην περίοδο κατά την οποία εργαζόταν στην Υπηρεσία Εκδόσεων ( όπως προκύπτει από τη δικογραφία ), ενώ οι διαβουλεύσεις των οποίων την παράλειψη επικαλείται αφορούσαν τις διαβουλεύσεις με τους νέους ιεραρχικά προϊσταμένους του στην υπηρεσία στην οποία μετατέθηκε, η οποία ανήκει στη Γενική Διεύθυνση ΧVΙΙΙ . Για την περίοδο της εργασίας του όμως στην τελευταία αυτή υπηρεσία, η οποία συμπίπτει με τους έξι τελευταίους μήνες της περιόδου την οποία αφορά η επίμαχη έκθεση, δεν διατυπώνεται καμία δυσμενής κρίση .
46 . Η κατάσταση επομένως είναι τελείως διαφορετική από αυτήν που έκρινε το Δικαστήριο στην υπόθεση Turner, στην οποία δεν είχε ληφθεί υπόψη η γνώμη του προηγούμενου ιεραρχικού προϊσταμένου της προσφεύγουσας, η οποία ήταν γνωστό ότι ήταν θετικότερη για την προσφεύγουσα από τις εκτιμήσεις που περιελήφθησαν στην επίδικη έκθεση για το λόγο αυτό συνήχθη το συμπέρασμα ότι η προσφεύγουσα είχε πράγματι υποστεί ζημία ( 3 ).
ε ) Πέμπτος λόγος ακυρώσεως
47 . Ο προσφεύγων ισχυρίζεται ότι συντρέχει παράβαση του άρθρου 2, τρίτη παράγραφος, των γενικών διατάξεων και του σημείου Β.5.2.1 του οδηγού βαθμολογήσεως, αφενός μεν, επειδή ο προϊστάμενος της ειδικευμένης υπηρεσίας ΟΡ 4 της Υπηρεσίας Εκδόσεων, του οποίου είχε ζητηθεί η γνώμη κατά τη διαδικασία βαθμολογήσεως, δεν είχε τις αναγκαίες ιδιότητες για να θεωρηθεί ως ιεραρχικός προϊστάμενός του, αφού ήταν επικουρικός υπάλληλος, αφετέρου δε, επειδή οι εν λόγω διαβουλεύσεις ήσαν εν πάση περιπτώσει αντικανονικές, αφού δεν πραγματοποιήθηκαν προηγουμένως, αλλά έλαβαν απλώς τη μορφή θεωρήσεως .
48 . 'Οσον αφορά τον τελευταίο αυτό ισχυρισμό, ας μου επιτραπεί να παραπέμψω στο συλλογισμό που ανέπτυξα σε σχέση με τον προηγούμενο λόγο ακυρώσεως και στο συμπέρασμα που συνήγαγα, που ισχύουν και εν προκειμένω, τηρουμένων των αναλογιών, αφού είναι βέβαιο ότι ο εν λόγω προϊστάμενος της υπηρεσίας υπέγραψε την "αναθεωρημένη" έκθεση δύο μέρες πριν από τον πρώτο κριτή .
49 . 'Οσον αφορά τον πρώτο ισχυρισμό, τον θεωρώ επίσης αβάσιμο : το κρίσιμο στοιχείο είναι τα καθήκοντα που ασκεί κανείς και βάσει των οποίων του αναγνωρίζεται η ιδιότητα του ιεραρχικού προϊσταμένου ενός άλλου και όχι η φύση του δεσμού που τον συνδέει με το κοινοτικό όργανο .
50 . Είναι ενδιαφέρον σχετικά να σημειωθεί ότι το σημείο Β.1.2.1 του οδηγού βαθμολογήσεως, το οποίο αναφέρει ποιος πρέπει να θεωρείται ως βαθμολογητής, είναι σαφέστατο, αφού ορίζει ότι "ο μόνιμος ή άλλος υπάλληλος που καταλαμβάνει ορισμένη θέση έχει το δικαίωμα να ασκεί πλήρως όλες τις σχετικές εξουσίες, περιλαμβανομένης και της εξουσίας βαθμολογήσεως των υπαλλήλων που υπάγονται στη διοικητική μονάδα την οποία διευθύνει ".
51 . Επιπλέον, στους επικουρικούς υπαλλήλους εφαρμόζονται, δυνάμει του άρθρου 54 του καθεστώτος που εφαρμόζεται στο λοιπό προσωπικό, οι διατάξεις των άρθρων 11 έως 25 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, μεταξύ των οποίων και το άρθρο 21, το οποίο ορίζει ότι "ο υπάλληλος είναι υπεύθυνος για την εκτέλεση των καθηκόντων που του έχουν ανατεθεί" και ότι "ο υπάλληλος ο επιφορτισμένος με τη λειτουργία μιας υπηρεσίας είναι υπεύθυνος έναντι των προϊσταμένων του για την εξουσία η οποία του έχει παρασχεθεί και για την εκτέλεση των διαταγών που δίδει ". Επιπλέον, στην προκειμένη υπόθεση ο υπάλληλος κατά της γνώμης του οποίου βάλλει ο προσφεύγων είχε ήδη μετάσχει υπό την ίδια ιδιότητα στη διαδικασία των δύο προηγουμένων εκθέσεων κρίσεως, χωρίς ο προσφεύγων να προβάλει σχετικά καμιά αντίρρηση .
στ ) 'Εκτος λόγος ακυρώσεως
52 . Ο προσφεύγων ισχυρίζεται ότι συντρέχει παράβαση του άρθρου 5, δεύτερη παράγραφος, των γενικών διατάξεων, το οποίο ορίζει ότι "κάθε μεταβολή των αναλυτικών εκτιμήσεων σε σχέση με την προηγούμενη βαθμολογία πρέπει να αιτιολογείται ".
53 . Δεν αντιλαμβάνομαι πού στηρίζεται ο ισχυρισμός αυτός . Πράγματι, η έκθεση κρίσεως του προσφεύγοντος, όπως διατυπώθηκε στις 13 Δεκεμβρίου 1984, αιτιολογούσε τη νέα εκτίμηση του αισθήματος ευθύνης του προσφεύγοντος, την οποία τροποποίησε η τελική έκθεση του δευτεροβάθμιου κριτή σύμφωνα με τη γνώμη της επιτροπής ίσης εκπροσωπήσεως για τις εκθέσεις κρίσεως . Δεν υπάρχει κανείς λόγος να θεωρηθεί ανεπαρκής η αιτιολογία, αφού η τροποποίηση της αναλυτικής βαθμολογίας ήταν απλώς η μείωση του βαθμού "άριστα" σε "λίαν καλώς ".
54 . Εξάλλου, η κρίση που εξέφρασαν οι βαθμολογητές σχετικά με τα προσόντα του προσφεύγοντος εμπίπτει στη διακριτική τους εξουσία και επομένως, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου ( 4 ), υπόκειται "στο δικαστικό έλεγχο μόνο για τυπικές πλημμέλειες, προφανή πραγματική πλάνη ή κατάχρηση ... εξουσίας ". Η διεύρυνση του ελέγχου του Δικαστηρίου εν προκειμένω θα ισοδυναμούσε με ανεπίτρεπτη υποκατάσταση του Δικαστηρίου στο έργο των ίδιων των βαθμολογητών ( 5 ).
ζ ) 'Εβδομος λόγος ακυρώσεως
55 . Ο λόγος αυτός στηρίζεται στην καθυστέρηση της καταρτίσεως της τελικής εκθέσεως κρίσεως, η οποία περατώθηκε μόλις στις 5 Μαρτίου 1986, δηλαδή περισσότερο από δεκατέσσερις μήνες μετά από την ημερομηνία κατά την οποία έπρεπε να είναι έτοιμη σύμφωνα με το άρθρο 7 των γενικών διατάξεων ( 31 Δεκεμβρίου 1984 ).
56 . Ανεξάρτητα από τις καθυστερήσεις για τις οποίες ευθύνεται ο ίδιος ο προσφεύγων, και ειδικότερα την εμμονή του στην άρνηση διαλόγου με τον πρώτο βαθμολογητή, και των καθυστερήσεων κατά τις διαβουλεύσεις με τις διάφορες επιτροπές ( συγκεκριμένα με την επιτροπή των ειδικών βαθμολογητών ), πρέπει να γίνει δεκτό ότι η τελική έκθεση κρίσεως συντάχθηκε επτά και πλέον μήνες μετά την έκδοση στις 29 Ιουλίου 1985 της γνώμης της επιτροπής ίσης εκπροσωπήσεως για τις εκθέσεις κρίσεως .
57 . Πάντως η νομολογία του Δικαστηρίου έχει ήδη καταστήσει σαφές ότι η καθυστέρηση της συντάξεως της εκθέσεως κρίσεως δεν επιφέρει αυτόματα την ακυρότητα της εκθέσεως, αφού πρέπει οπωσδήποτε να αποδειχθεί επίσης ότι έβλαψε τον υπάλληλο ( 6 ).
58 . Αυτό συμβαίνει π.χ ., όπως προκύπτει από την απόφαση Castille ( 7 ), όταν μια ευνοϊκή για τον υπάλληλο απόφαση, όπως η προαγωγή, έπρεπε να ληφθεί κατά τη διάρκεια της περιόδου κατά την οποία δεν υπήρχε η έκθεση κρίσεως, οπότε ο ενδιαφερόμενος υπάλληλος δεν χρειάζεται να αποδείξει την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της μη εκδόσεως της αποφάσεως αυτής και της ανυπαρξίας της εκθέσεως ( βλέπε την απόφαση Turner της 16ης Δεκεμβρίου 1987, σκέψη 9 ).
59 . Εν προκειμένω ο προσφεύγων δεν ισχυρίζεται καν ότι κατά τη διάρκεια της επίμαχης περιόδου δεν ελήφθη απόφαση που θα μπορούσε να έχει ληφθεί αν υπήρχε η έκθεση ( απόφαση Turner, ό.π ., σκέψη 10 ).
η ) 'Ογδοος λόγος ακυρώσεως
60 . Ο λόγος αυτός στηρίζεται στην παραβίαση των γενικών αρχών της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης και της ισότητας μεταχειρίσεως .
61 . Το Δικαστήριο, αναλύοντας τη φύση μιας απλής εσωτερικής οδηγίας της Επιτροπής, έκρινε στην υπόθεση Louwage κατά Επιτροπής ( 8 ) ότι, μολονότι η οδηγία αυτή δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως "κανόνας δικαίου τον οποίο οφείλει να τηρεί η διοίκηση σε κάθε περίπτωση, θέτει εντούτοις έναν κανόνα συμπεριφοράς, ενδεικτικό της πρακτικής που η διοίκηση πρέπει να ακολουθεί και από τον οποίο δεν μπορεί να παρεκκλίνει αναιτιολόγητα, ειδάλλως παραβιάζει τις αρχές της ισότητας μεταχειρίσεως ".
62 . Κατόπιν των συλλογισμών οι οποίοι με οδήγησαν στο συμπέρασμα ότι οι προηγούμενοι λόγοι ακυρώσεως δεν είναι βάσιμοι, είναι συνεπώς δικαιολογημένο να σας προτείνω να απορρίψετε και τον όγδοο αυτό λόγο, δεδομένου ότι δεν υπάρχουν παρατυπίες που να θίγουν το κύρος της διαδικασίας βαθμολογήσεως .
63 . Εξάλλου ο προσφεύγων δεν προσκομίζει κανένα πρόσθετο στοιχείο για να στηρίξει το λόγο αυτό ακυρώσεως . Δεν έχει αποδειχθεί π.χ . ότι η διοίκηση, όπως ισχυρίζεται ο προσφεύγων, παραβίασε εσκεμμένα τις γενικές εκτελεστικές διατάξεις του άρθρου 43 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως ή τις κατευθυντήριες γραμμές που θέτει ο οδηγός για τη σύνταξη των εκθέσεων κρίσεως εξάλλου, όσον αφορά τις αρχές της ισότητας, στο Δικαστήριο δεν παρασχέθηκε κανένα στοιχείο με το οποίο να συγκεκριμενοποιείται σε τι συνίσταται η παραβίασή τους .
θ ) 'Ενατος λόγος ακυρώσεως
64 . Ο προσφεύγων ισχυρίζεται ότι συντρέχει παράβαση του εσωτερικού κανονισμού της Υπηρεσίας Εκδόσεων, επειδή ο πρώτος βαθμολογητής δεν τήρησε την υποχρέωση που είχε να ζητήσει προηγουμένως τη γνώμη της επιτροπής διευθύνσεως της υπηρεσίας αυτής .
65 . Ο προσφεύγων όμως δεν αναφέρει ποιων ακριβώς διατάξεων συντρέχει παράβαση προφανώς πρόκειται κυρίως για το άρθρο 5, παράγραφος 1, της αποφάσεως της 16ης Ιανουαρίου 1969, περί εγκαταστάσεως της Υπηρεσίας Επισήμων Εκδόσεων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων ( 69/13/Ευρατόμ, ΕΚΑΧ, ΕΟΚ ) ( 9 ), όπως τροποποιήθηκε με την απόφαση της 7ης Φεβρουαρίου 1980 ( 80/443/ΕΟΚ, Ευρατόμ, ΕΚΑΧ ) ( 10 ).
66 . Η διάταξη όμως αυτή αναφέρεται ρητά στις αρμοδιότητες που ασκεί η Επιτροπή ως αρμόδια για τους διορισμούς αρχή όσον αφορά το διευθυντή της Υπηρεσίας Εκδόσεων και τους άλλους μόνιμους ή μη υπαλλήλους της κατηγορίας Α ή ενδεχομένως του κλάδου LΑ .
67 . Ο τρόπος με τον οποίο συναρθρώνονται τα δύο σκέλη του πρώτου εδαφίου της παραγράφου 1 του άρθρου 5 ( το πρώτο αναφέρεται στη σύμφωνη γνώμη της επιτροπής διευθύνσεως για τους διορισμούς και τις προαγωγές ορισμένων μόνιμων ή μη υπαλλήλων, το δεύτερο προβλέπει ότι η επιτροπή αυτή μετέχει πλήρως στις διαδικασίες που προηγούνται των διορισμών ), καθώς και ο τρόπος με τον οποίο συναρθρώνεται το πρώτο αυτό εδάφιο με το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 1 ( το οποίο προβλέπει ότι "κατά τον ίδιο τρόπο διενεργούνται οι πράξεις ιεραρχικής φύσεως όπως η βαθμολόγηση "), μπορούν να δημιουργήσουν αμφιβολίες ως προς τις ενδείξεις που μπορούν να συναχθούν από τις διατάξεις αυτές για τον προσδιορισμό εν προκειμένω των υποχρεώσεων που υπέχει ο διευθυντής της Υπηρεσίας Εκδόσεων κατά την άσκηση της ιεραρχικής εξουσίας επί του προσωπικού της υπηρεσίας ( άρθρο 8 της αποφάσεως ).
68 . Κατ' εφαρμογή του άρθρου 4, παράγραφος 1, της αποφάσεως, η επιτροπή διευθύνσεως θέσπισε τους κανόνες λειτουργίας της Υπηρεσίας Εκδόσεων ( άρχισαν να ισχύουν στις 5 Μαΐου 1980 ), οι οποίοι αφορούν μεταξύ άλλων τη διαχείριση του προσωπικού της Υπηρεσίας ( τίτλος ΙV ).
69 . Οι κανόνες αυτοί ορίζουν σχετικά με το διευθυντή της Υπηρεσίας Εκδόσεων ( κεφάλαιο Ι, άρθρο 45 ) ότι "η επιτροπή διευθύνσεως προσδιορίζει από συμφώνου με την αρμόδια για τους διορισμούς αρχή τους τρόπους με τους οποίους μετέχει πλήρως" α ) στις διαδικασίες που προηγούνται του διορισμού του διευθυντή, β ) στις άλλες διαδικασίες ιεραρχικής φύσεως που την αφορούν .
70 . 'Οσον αφορά δε τους "υπαλλήλους της κατηγορίας Α και τους προς αυτούς εξομοιούμενους μόνιμους ή άλλους υπαλλήλους" ( κεφάλαιο ΙΙ ), το άρθρο 48 επιβάλλει απλώς στο διευθυντή της Υπηρεσίας Εκδόσεων την υποχρέωση να ενημερώνει ( και όχι να διαβουλεύεται με ) την επιτροπή διευθύνσεως σχετικά με τις "περιοδικές εκθέσεις κρίσεως των μόνιμων και των άλλων υπαλλήλων", καθόσον και σχετικά με τις παρατηρήσεις που υποβάλλουν οι υπάλληλοι αυτοί και με όλα τα άλλα στοιχεία που θα μπορούσαν να επηρεάσουν τη βαθμολογία αυτή .
71 . Υπό τις συνθήκες αυτές δεν νομίζω ότι ο προσφεύγων απέδειξε, έστω και κατ' ελάχιστο, ότι καταστρατηγήθηκε καμία διαδικασία την οποία έπρεπε να ακολουθήσει ο βαθμολογητής βάσει των εσωτερικών διατάξεων που ισχύουν στην Υπηρεσία Εκδόσεων .
72 . Ακόμη όμως και αν αυτό είχε συμβεί, θα μπορούσε να ισχύσει και εν προκειμένω ο συλλογισμός που ανέπτυξα σχετικά με τον τέταρτο λόγο ακυρώσεως, ότι δηλαδή η παράλειψη διαβουλεύσεως ενδεχεται να μην έχει καμία επίπτωση επί της θέσεως του υπαλλήλου .
3 . Το αίτημα της αποζημιώσεως
73 . Ο προσφεύγων ζητεί αποζημίωση ενός φράγκου για την ηθική βλάβη που υπέστη λόγω της καθυστερήσεως στη διαδικασία βαθμολογήσεως .
74 . Δεν νομίζω ότι το αίτημα αυτό είναι βάσιμο .
75 . Το Δικαστήριο έκρινε βέβαια στην απόφαση Ditterich ( 11 ) ότι η υπέρβαση των προθεσμιών για τη σύνταξη των εκθέσεων κρίσεως ενδέχεται να αποτελεί υπηρεσιακό πταίσμα για το οποίο η διοίκηση έχει ευθύνη, εφόσον δεν δικαιολογείται από την ύπαρξη ιδιαίτερων περιστάσεων . Στην υπόθεση εκείνη το Δικαστήριο επεδίκασε αποζημίωση στον προσφεύγοντα, κρίνοντας ότι "μολονότι ο προσφεύγων δεν αποδεικνύει ότι το πταίσμα αυτό εμπόδισε ή καθυστέρησε την ενδεχόμενη προαγωγή του και του προκάλεσε έτσι υλική ζημία, αποδεικνύει αντιθέτως την ύπαρξη ηθικής βλάβης, που οφείλεται στο ότι ο ατομικός του φάκελος δεν είναι ούτε ακριβής ούτε πλήρης ".
76 . Δεν νομίζω ότι εν προκειμένω μπορεί να συναχθεί το ίδιο συμπέρασμα .
77 . Πράγματι, δεν έχει αποδειχθεί επαρκώς η ύπαρξη ηθικής βλάβης του προσφεύγοντος .
78 . Η καθυστέρηση στη διαδικασία βαθμολογήσεως οφείλεται εν μέρει στη δική του στάση, καθώς και στην καθυστέρηση με την οποία εξέδωσαν τις γνώμες τους οι επιτροπές των οποίων είχε ζητήσει την παρέμβαση .
79 . Απομένει πάντως η "υπόλοιπη" καθυστέρηση με την οποία συνέταξε ο δευτεροβάθμιος κριτής την τελική έκθεση κρίσεως μετά την έκδοση της γνώμης της επιτροπής ίσης εκπροσωπήσεως για τις εκθέσεις κρίσεως, καθυστέρηση για την οποία δεν προβλήθηκε καμία δικαιολογία .
80 . Από την προαναφερθείσα όμως νομολογία δεν συνάγεται καθόλου ότι τεκμαίρεται η ύπαρξη ηθικής βλάβης κάθε φορά που η έκθεση κρίσεως συντάσσεται με καθυστέρηση η οποία μπορεί να καταλογιστεί στη διοίκηση .
81 . Τα πάντα εξαρτώνται από τις περιστάσεις .
82 . Εν προκειμένω μετά την έκδοση της γνώμης της επιτροπής ίσης εκπροσωπήσεως διέρρευσαν επτά μήνες, η δε συνολική καθυστέρηση σε σχέση με τον προβλεπόμενο χρόνο ανέρχεται σε δεκατέσσερις μήνες .
83 . Στην υπόθεση Ditterich βέβαια η τελική έκθεση κρίσεως συντάχθηκε από το δευτεροβάθμιο κριτή με καθυστέρηση δύο ετών και δέκα μηνών και στην υπόθεση Castille, στην οποία επίσης επιδικάστηκε αποζημίωση, η καθυστέρηση ανερχόταν σε τέσσερα έτη . Στην υπόθεση Seton είχαν παρέλθει τέσσερα έτη και τρεις μήνες μεταξύ της ημερομηνίας κατά την οποία διατύπωσε τις παρατηρήσεις του ο προσφεύγων επί της πρώτης εκθέσεως κρίσεως και της οριστικής καταρτίσεώς της από το δευτεροβάθμιο κριτή, αλλά το Δικαστήριο έκρινε ότι δεν οφειλόταν καμία αποζημίωση ( σκέψη 11 ).
84 . Εξάλλου στην υπόθεση Castille οι αποφάσεις περί προαγωγών στις οποίες δεν περιλαμβανόταν ο προσφεύγων είχαν ληφθεί χωρίς να υπάρχει η έκθεση που συντάχθηκε εκπρόθεσμα . Για το λόγο αυτό το Δικαστήριο έκρινε ότι "υπό τις ειδικές συνθήκες της προκειμένης περιπτώσεως" ( σκέψη 37 της αποφάσεως ) υπήρχε ζημία, η οποία έπρεπε να εκτιμηθεί ex aequo et bono .
85 . Επιπλέον, στην προκειμένη περίπτωση η τελική έκθεση που καταρτίστηκε οριστικά, χωρίς να υπάρχει κατά τη γνώμη μου καμία παρατυπία που να μπορεί να θίγει το κύρος της, περιελάμβανε διάφορες εγκωμιαστικές κρίσεις και μάλιστα, σύμφωνα με τα στοιχεία που παρέσχε η Επιτροπή, ο προσφεύγων προήχθη στο βαθμό Α 5 κατά τη διάρκεια της οικείας περιόδου αναφοράς .
86 . Το συμπέρασμα ότι το αίτημα αποζημιώσεως λόγω της εκπρόθεσμης καταρτίσεως της εκθέσεως κρίσεως πρέπει να απορριφθεί επιβάλλεται επιπλέον υπό το φως της πρόσφατης νομολογίας του Δικαστηρίου, όπως διατυπώθηκε στην απόφαση του τετάρτου τμήματος στην υπόθεση Vincent ( 12 ), με την οποία το Δικαστήριο απέρριψε το αίτημα αποζημιώσεως που βασιζόταν στην εκπρόθεσμη σύνταξη της εκθέσεως κρίσεως και στην ανυπαρξία της κατά το χρόνο κατά τον οποίο περατώθηκε μια διαδικασία προαγωγών που αφορούσε τον προσφεύγοντα . Παρά την ηθική και ψυχολογική βλάβη που ο προσφεύγων ισχυριζόταν ότι είχε υποστεί, το Δικαστήριο έκρινε ότι ο προσφεύγων δεν είχε υποστεί καμία βλάβη, δεδομένου ότι ο ατομικός φάκελος του προσφεύγοντος συμπληρώθηκε εκ των υστέρων και οι αποφάσεις σχετικά με τις προαγωγές επανεξετάστηκαν και επιβεβαιώθηκαν βάσει των νέων στοιχείων . Για το λόγο αυτό το Δικαστήριο ( σκέψη 25 ) συνήγαγε τις συνέπειες που απέρρεαν κατ' ανάγκη από τις διαφορές μεταξύ της υποθέσεως εκείνης και της αποφάσεως Geist, της 14ης Ιουλίου 1977 ( 13 ), αντικείμενο της οποίας ήταν η πλήρης ανυπαρξία πολλών εκθέσεων κρίσεως του προσφεύγοντος, το κενό δε αυτό ήταν πολύ δύσκολο ή και αδύνατο να καλυφθεί, "δεδομένου του χρόνου που είχε παρέλθει και του διασκορπισμού ή της αναχωρήσεως από την υπηρεσία των αρμοδίων για τη βαθμολογία" ( 14 ).
4 . Πρόταση
87 . Κατόπιν των ανωτέρω προτείνω στο Δικαστήριο να απορρίψει τόσο το αίτημα ακυρώσεως όσο και το αίτημα αποζημιώσεως και να κατανείμει τα δικαστικά έξοδα σύμφωνα με το άρθρο 69, παράγραφος 2, σε συνδυασμό με το άρθρο 70 του κανονισμού διαδικασίας .
(*) Μετάφραση από τα πορτογαλικά .
( 1 ) Απόφαση της 18ης Ιουνίου 1981 στην υπόθεση 173/80, Βμαςιη jatae Epitqopoes, uukkocoe 1981, r . 1649, rjaxg 13 .
( 2 ) Απόφαση της 21ης Μαρτίου 1985 στην υπόθεση 263/83, Τυσξεσ jatae Epitqopoes, uukkocoe 1985, r . 906, rjaxg 16, rto takos .
( 3 ) Βλέπε την προαναφερθείσα απόφαση, σκέψεις 17 έως 21 .
( 4 ) Βλέπε π.χ . την απόφαση της 5ης Μαΐου 1983 στην υπόθεση 207/81, Dιττεσιγθ jatae Epitqopoes, uukkocoe 1983, r . 1359, rjaxg 13 .
( 5 ) Βλέπε την απόφαση της 28ης Οκτωβρίου 1982 στην υπόθεση 105/81, Οβεστθήσ jatae Epitqopoes, uukkocoe 1982, r . 3781, idiys r . 3754, rjaxg 26 .
( 6 ) Βλέπε, τελευταία, την απόφαση της 16ης Δεκεμβρίου 1987 στην υπόθεση 178/86, Τυσξεσ jatae Epitqopoes, uukkocoe 1987, r . 5367, rjaxg 8, jai tis pqotaereis lou rtgm upeherg autoe . Bkape epirgs tgm apevarg tgs 1gs Ioumiou 1983 rtis rumejdijarheires upohareis 36, 37 jai 218/81, Sετοξ jatae Epitqopoes, uukkocoe 1983, r . 1789, rjaxeis 13 jai 14, jai tgm apevarg tgs 21gs Maqtiou 1985, Τυσξεσ jatae Epitqopoes, e.p ., r . 910, rjaxg 16 .
( 7 ) Απόφαση της 6ης Φεβρουαρίου 1986 στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις 173/82, 157/83 και 186/84, Cαςτιμμε jatae Epitqopoes, uukkocoe 1986, r . 497, rjaxeis 35 jai 36 .
( 8 ) Απόφαση της 30ής Ιανουαρίου 1974 στην υπόθεση 148/73, Rεγ . 1974, r . 81, idiys r . 89, rjaxg 12 .
( 9 ) ΕΕ ειδ . έκδ . 01/001, σ . 120 .
( 10 ) ΕΕ ειδ . έκδ . 01/002, σ . 144 .
( 11 ) 'Ο.π ., σκέψεις 26 έως 28 .
( 12 ) Απόφαση της 10ης Ιουνίου 1987 στην υπόθεση 7/86, Vιξγεξτ jatae Euqypaojooe Koimoboukiou, uukkocoe 1987, r . 2473, rjaxeis 25 jai 26 . Bkape epirgs tis pqotaereis pou amaptuna rtgm idia upeherg tgm 1g Apqikiou 1987, rjaxg 62 .
( 13 ) Υπόθεση 61/76, Gειςτ jatae Epitqopoes, Rεγ . 1977, r . 1419 .
( 14 ) Σκέψη 47 .
Top