Σημαντική ανακοίνωση νομικού περιεχομένου
Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Vilaça της 27ης Οκτωβρίου 1987. - ERICH BIEDERMANN ΚΑΤΑ ΕΛΕΓΚΤΙΚΟΥ ΣΥΝΕΔΡΙΟΥ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΙΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ. - ΥΠΑΛΛΗΛΟΙ - ΠΟΣΟΣΤΟ ΑΝΑΠΗΡΙΑΣ. - ΥΠΟΘΕΣΗ 2/87.
Συλλογή της Νομολογίας του Δικαστηρίου 1988 σελίδα 00143
Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
++++
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
Ι - Πραγματικά περιστατικά και αντικείμενο της προσφυγής
1 . Ο προσφεύγων, υπάλληλος του Ελεγκτικού Συνεδρίου, ζητεί την ακύρωση εκθέσεως της υγειονομικής επιτροπής, η οποία, κατόπιν ενός αυτοκινητικού ατυχήματος που συνέβη στις 8 Δεκεμβρίου 1980, του αναγνώρισε στις 5 Δεκεμβρίου 1985 ποσοστό αναπηρίας 9% ο προσφεύγων ζητεί επιπλέον, επί της βάσεως αυτής, τη σύσταση ειδικής υγειονομικής επιτροπής, η οποία θα αναλάβει την επανεξέταση του βαθμού αναπηρίας του .
2 . Ο προσφεύγων ζητεί επίσης την καταβολή τόκων υπερημερίας επί των ποσών που του οφείλονται από τότε που σταθεροποιήθηκαν οι συνέπειες του ατυχήματος, δηλαδή από τις 9 Δεκεμβρίου 1983, σύμφωνα με τους εμπειρογνώμονες .
3 . Η επίμαχη έκθεση αποτελεί την τελευταία από μια σειρά ιατρικών γνωματεύσεων που καταρτίστηκαν μετά το ατύχημα για τις συνέπειες του οποίου εξακολουθεί ο προσφεύγων να παραπονείται .
4 . Πράγματι, αφού εκτιμήθηκε η κατάστασή του από διαφόρους ειδικούς, που του αναγνώρισαν ποσοστά αναπηρίας κυμαινόμενα μεταξύ 15 και 40%, ο προσφεύγων εξετάστηκε από ιατρό που επελέγη δυνάμει του άρθρου 18 των "κανόνων περί καλύψεως των κινδύνων ατυχήματος και επαγγελματικής νόσου των υπαλλήλων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων" ( στο εξής : κοινοί κανόνες ), ο οποίος διαπίστωσε ( με έκθεση της 15ης Νοεμβρίου 1983 ) ποσοστό αναπηρίας 6 %. Βάσει αυτής της εκθέσεως το καθού κατέβαλε στον προσφεύγοντα την 1η Αυγούστου 1984 ποσό 930 030 βελγικών φράγκων ( ΒFR ), που αντιστοιχούσε στο βαθμό αναπηρίας .
5 . Ο προσφεύγων, μη ικανοποιηθείς από το αποτέλεσμα αυτής της εκθέσεως, ζήτησε δυνάμει του άρθρου 21 των κοινών κανόνων τη συγκρότηση υγειονομικής επιτροπής, η οποία, όπως προβλέπει το άρθρο 23 των ίδιων κανόνων αποτελέστηκε από έναν ιατρό υποδειχθέντα από τον προσφεύγοντα, ένα δεύτερο ιατρό υποδειχθέντα από το καθού και έναν τρίτο υποδειχθέντα κατόπιν κοινής συμφωνίας των δύο πρώτων ιατρών .
6 . Η έκθεση της υγειονομικής επιτροπής κατέληξε στην αναγνώριση ποσοστού αναπηρίας 9%, κατόπιν δε αυτού το Ελεγκτικό Συνέδριο κατέβαλε στον Biedermann τη διαφορά σε σχέση με το 6% που του είχε αρχικά αναγνωριστεί, δηλαδή ποσό 466 016 ΒFR .
7 . Δεδομένου ότι ο προσφεύγων δεν ικανοποιήθηκε με αυτό το αποτέλεσμα, υπέβαλε στις 9 Ιουνίου 1986 διοικητική ένσταση με την οποία ζητούσε, εκτός από την ακύρωση της εκθέσεως της υγειονομικής επιτροπής και την καταβολή τόκων υπερημερίας, τη συγκρότηση ειδικής υγειονομικής επιτροπής ( ή "υπερεπιτροπής ") για να επανεξετάσει την περίπτωσή του .
8 . Κατά της απορριπτικής αποφάσεως της ενστάσεως αυτής εκ μέρους του καθού άσκησε ο προσφεύγων την παρούσα προσφυγή .
ΙΙ - Ανάπτυξη της επιχειρηματολογίας των διαδίκων
9 . Το Δικαστήριο έχει δεχθεί ήδη σαφώς με τη νομολογία του ότι καταρχήν ο δικαστικός έλεγχος ( 1 ) των αποφάσεων περί καθορισμού βαθμού αναπηρίας ενός υπαλλήλου πρέπει να περιορίζεται στα ζητήματα σχετικά με τη συγκρότηση και τη λειτουργία των υγειονομικών επιτροπών, χωρίς να επεκτείνεται στις ιατρικές εκτιμήσεις των μελών αυτών των επιτροπών .
10 . Το Δικαστήριο έκρινε απλώς ότι είναι αρμόδιο - σε μια δίκη όπου αμφισβητούνταν το νόημα της "επαγγελματικής νόσου", κατά την έννοια τού άρθρου 73 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων ( 2 ) - για την "ακύρωση οποιασδήποτε απόφασης που λαμβάνει η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή κατ' εφαρμογή της διάταξης αυτής και η οποία είναι παράνομη, καθόσον στηρίζεται σε απρόσφορο πόρισμα ιατρικής επιτροπής . Τέτοια περίπτωση θα συνέτρεχε αν η ιατρική επιτροπή βασιζόταν σε πεπλανημένη αντίληψη της έννοιας 'επαγγελματική νόσος' ή αν από τη γνωμάτευσή της δεν αποδεικνυόταν καταληπτή σχέση μεταξύ της ιατρικής διάγνωσης που περιέχει και του πορίσματος στο οποίο καταλήγει ".
11 . Κατά τον ίδιο τρόπο, το Δικαστήριο ( 3 ) έκρινε ότι είναι αρμόδιο για να "εξετάζει αν ... ο εμπειρογνώμων του οποίου ζητήθηκε η γνώμη, αναφερόμενος στο πόρισμά του σε επαγγελματική νόσο, τήρησε τις σχετικές κανονιστικές διατάξεις ".
12 . Τίποτε όμως από αυτά δεν συντρέχει στην προκειμένη υπόθεση, όπου ο προσφεύγων αιτιάται μόνο τη σύνθεση και τη λειτουργία της υγειονομικής επιτροπής, η οποία τον εξέτασε .
α ) Συγκρότηση της υγειονομικής επιτροπής
13 . Ο προσφεύγων ισχυρίζεται ότι ο ιατρός που υποδείχθηκε από το καθού για να λάβει μέρος στην επιτροπή δεν διέθετε την απαιτούμενη ανεξαρτησία για την άσκηση των καθηκόντων του, δεδομένου ότι, αφενός, είχε συντάξει την πρώτη αμφισβητούμενη ιατρική έκθεση και, αφετέρου, ήταν ο ιατρός εμπειρογνώμων της ασφαλιστικής εταιρίας, η οποία εμπλέκεται στην προκειμένη υπόθεση . Πέραν αυτού, αυτός ο ιατρός είναι εκείνος που συντόνισε τις εργασίες της επιτροπής .
14 . Καμία, όμως, κανονιστική διάταξη και καμιά νομική αρχή δεν αντιτίθενται στο να συμμετέχει ο ιατρός που προέβη στην εξέταση, η οποία προβλέπεται από το άρθρο 18 των κοινών κανόνων, στην υγειονομική επιτροπή . Εξάλλου, ελλείψει συγκεκριμένων αποδεικτικών στοιχείων ικανών να αμφισβητήσουν το αμερόληπτο του μέλους αυτού της Επιτροπής κατά την εκτέλεση των κλινικών του καθηκόντων, το γεγονός ότι είναι συγχρόνως και ιατρός της ασφαλιστικής εταιρίας δεν μπορεί να καταστήσει ύποπτο τον τρόπο με τον οποίο άσκησε το έργο του .
15 . Επιπλέον, το Δικαστήριο έχει ήδη ρητώς κρίνει ( 4 ) τα ίδια αυτά πραγματικά περιστατικά ως απολύτως κανονικά, μη δυνάμενα να βλάψουν τα συμφέροντα των υπαλλήλων και συνεπώς ανεπαρκή για να επιτρέψουν στους τελευταίους να αμφισβητήσουν τη σύνθεση της επιτροπής, πολύ περισσότερο αφού οι κανόνες δεν προβλέπουν κανένα δικαίωμα εξαιρέσεως ( 5 ).
16 . Εξάλλου, το καθού επέλεξε τον αντιπρόσωπό του στην επιτροπή, όπως είχε δικαίωμα σύμφωνα με το άρθρο 23, παράγραφος 1 των κοινών κανόνων - διότι ήταν ο ιατρός της εμπιστοσύνης του συνεπώς, όπως δέχτηκε το Δικαστήριο στην απόφαση Morbelli ( σκέψη 24 ), ο προσφεύγων "δεν μπορούσε να επέμβει στην εκλογή του ιατρού εμπιστοσύνης", που ορίστηκε από το Ελεγκτικό Συνέδριο .
17 . Ο προσφεύγων είχε, άλλωστε, υποδείξει κανονικά τον ιατρό που είχε δικαίωμα να ορίσει, σύμφωνα με το ίδιο άρθρο 23, ο δε τρίτος ιατρός υποδείχθηκε, όπως προβλέπεται από την ίδια αυτή διάταξη, κατόπιν κοινής συμφωνίας των δύο άλλων μελών της επιτροπής .
18 . Επομένως, τηρήθηκαν οι απαιτήσεις ισορροπίας και αντικειμενικότητας οι οποίες αποτελούν το θεμέλιο της διαδικασίας υποβολής διοικητικής ενστάσεως που ρυθμίζεται από τα άρθρα 19 έως 23 των κοινών κανόνων, τα οποία "αποβλέπουν στο να ανατίθεται σε ιατρικούς εμπειρογνώμονες η κρίση του συνόλου των ιατρικών ζητημάτων που είναι κρίσιμα για τη λειτουργία του συστήματος ασφαλίσεως που θεσπίζεται από τους κανόνες" ( 6 ).
19 . 'Οταν δέχτηκε να λάβει μέρος στην επιτροπή ο ιατρός που υποδείχθηκε από το καθού, δέχτηκε φυσικά να αντιπαραθέσει το πόρισμά του στη γνώμη των δύο συναδέλφων και δεν είναι εκπληκτικό ότι η επιτροπή διόρθωσε κατά τρόπο ευνοϊκό για τον προσφεύγοντα ( από 6 σε 9 %) το ποσοστό αναπηρίας που του αναγνωρίστηκε κατόπιν της πρώτης εξετάσεως . 'Αλλωστε, ο ιατρός που υποδείχθηκε από τον προσφεύγοντα τον είχε εξετάσει επίσης προηγουμένως και είχε εκφραστεί επ' ευκαιρία ( στις 20 Σεπτεμβρίου 1983 ) υπέρ ποσοστού αναπηρίας ανωτέρου από εκείνο που έγινε τελικά δεκτό από την υγειονομική επιτροπή με συμφωνία του .
20 . Πράγματι, σύμφωνα με συγκλίνουσες πληροφορίες που παρασχέθηκαν από τους δύο διαδίκους, η τελική έκθεση συντάχθηκε από τον ιατρό που επελέγη κατόπιν κοινής συμφωνίας και υπογράφηκε ανεπιφύλακτα από όλους, πράγμα που επιβεβαιώνει, ανεξάρτητα από το ζήτημα του ποιος συντόνισε τις εργασίες ( κάτι για το οποίο δεν έχομε παρά μόνο τον ισχυρισμό του προσφεύγοντος ), την καλή συγκρότηση και ομαλή εξέλιξη των εργασιών της Επιτροπής .
β ) Η λειτουργία της υγειονομικής επιτροπής
21 . Ο προσφεύγων παραπονείται πρώτον ότι δεν μπόρεσε να προβάλει τη δική του πεποίθηση ενώπιον της υγειονομικής επιτροπής, για να "αντικρούσει τις γνώμες που εκφράστηκαν επιπόλαια και που δύσκολα δικαιολογούνται από απόψεως δεοντολογικής, υποβάλλοντας τη γνωμοδότηση ιατρικής αυθεντίας, την οποία συμβουλεύτηκε ".
22 . Δεύτερον, ο προσφεύγων ισχυρίζεται ότι η έκθεση της επιτροπής αναφέρεται σε εξέταση scanner, που δεν πραγματοποιήθηκε ποτέ : ο προσφεύγων υποβλήθηκε απλώς σε ραδιολογικές εξετάσεις και σε τομογραφία .
23 . Τρίτον, ο προσφεύγων επικαλείται το γεγονός ότι η επιτροπή δεν έλαβε υπόψη της γνωματεύσεις περισσοτέρων ιατρών, τους οποίους είχε συμβουλευτεί προηγουμένως, και οι οποίες στηρίζονταν κατά μεγάλο μέρος σε έκθεση ενός ειδικού νευρολόγου, τη γνώμη του οποίου είχε ήδη δεχθεί ο ιατρός εμπιστοσύνης του Ελεγκτικού Συνεδρίου, στον οποίο προσέφυγε για την προπαρασκευή της αμφισβητουμένης εκθέσεως της 15ης Νοεμβρίου 1983 . Ο προσφεύγων προβάλλει περαιτέρω μια αντίφαση ημερομηνιών μεταξύ αυτής της εκθέσεως και της εκθέσεως του νευρολόγου, υπό την έννοια ότι είναι περίεργο ότι η τελευταία έκθεση, η οποία φέρει μεταγενέστερη ημερομηνία από την πρώτη έκθεση ( 22-23 Δεκεμβρίου 1983 ) μπόρεσε να του χρησιμεύσει ως έρεισμα . 'Ολα αυτά αποκαλύπτουν την αταξία υπό την οποία διεξήχθη η διαδικασία .
24 . Επί των ισχυρισμών αυτών πρέπει να γίνουν συνοπτικά οι εξής παρατηρήσεις :
1 ) Η διαδικασία καθορισμού του βαθμού μονίμου αναπηρίας ρυθμίζεται από το άρθρο 21 των κοινών κανόνων κατά τρόπον ώστε ο υπάλληλος ή οι εκπρόσωποί του να ενημερώνονται για το σχέδιο αποφάσεως της ΑΔΑ ( αρμόδιας για τους διορισμούς αρχής ) και για τα πορίσματα του ή των ιατρών που υποδείχθηκαν βάσει του άρθρου 18, εφόσον δε το ζητήσει ο υπάλληλος, η πλήρης ιατρική έκθεση διαβιβάζεται στον ιατρό της εκλογής του . Ο υπάλληλος ή οι εκπρόσωποί του, καθώς και ο ιατρός της εμπιστοσύνης του μπορούν έτσι να εξετάσουν τα στοιχεία αυτά και να ζητήσουν ενδεχομένως τη σύσταση υγειονομικής επιτροπής . 'Οσον αφορά αυτή την τελευταία επιτροπή, η "προσωπική ακρόαση" του υπαλλήλου δεν προβλέπεται από τους κοινούς κανόνες και δεν συντρέχει κανένας λόγος να επιβληθεί, ενόψει της συνθέσεως και της φύσεως των εργασιών της, οι οποίες πρέπει, σύμφωνα με τη διατύπωση του Δικαστηρίου, να έχουν ρυθμιστεί κατά τρόπον ώστε "να καταλήγουν, σε περίπτωση διαφωνίας, σε οριστική διαιτησία όλων των ιατρικής φύσεως ζητημάτων στο στάδιο αυτό" ( απόφαση Suss, σκέψη 11 ).
2 ) Τα συμφέροντα του υπαλλήλου διασφαλίζονται με την παρουσία μέσα στην επιτροπή ενός ιατρού της εμπιστοσύνης του, που υποδεικνύεται απ' αυτόν, ο οποίος άλλωστε υπέγραψε στην προκειμένη περίπτωση το σύνολο των πορισμάτων της επιτροπής . Η τριμερής σύνθεση της επιτροπής αυτής εξασφαλίζει, όπως ήδη εξέθεσα, την αμεροληψία των εργασιών της και τη δίκαιη στάθμιση των σχετικών συμφερόντων .
3 ) 'Οπως έχει ήδη τονίσει το Δικαστήριο ( 7 ), "η αποστολή με την οποία είναι επιφορτισμένη η επιτροπή αυτή, δηλαδή να εκφέρει την κρίση της επί ιατρικών ζητημάτων με κάθε αντικειμενικότητα και ανεξαρτησία, επιβάλλει να διαθέτει πλήρη ελευθερία κρίσεως ". Στην επιτροπή ιδίως απόκειται να εκτιμήσει "κατά πόσο απαιτείται να ληφθούν υπόψη οι ιατρικές εκθέσεις που ο ίδιος ο προσφεύγων προσκόμισε" ( 8 ) από την έκθεση της επιτροπής προκύπτει σαφώς ότι όχι μόνο έλαβε υπόψη της, αλλά και εκτίμησε με κριτικό πνεύμα τα πορίσματα των προηγουμένων πραγματογνωμοσυνών . 'Αλλωστε, αυτή και μόνον είχε αρμοδιότητα να κρίνει αν ήταν αναγκαία ή περιττή μια καινούρια νευρολογική εξέταση, μπορούσε δε μέσα στο πλαίσιο της ελευθερίας εκτιμήσεως που έχει σε θέματα ιατρικά να δεχθεί ως ορθά τα πορίσματα του ειδικού νευρολόγου, τον οποίο είχε προηγουμένως συμβουλευθεί . Κατά την άσκηση της λειτουργικής και επαγγελματικής της ανεξαρτησίας, η επιτροπή αποτελεί επίσης το μόνο κριτή για τη σκοπιμότητα πραγματοποιήσεως και άλλων εξετάσεων επί του σημείου αυτού, η έκθεση της επιτροπής αναφέρεται στα πορίσματα μιας εξετάσεως στο scanner, η πραγματοποίηση της οποίας επιβεβαιώθηκε από τον ιατρό σύμβουλο για το προσωπικό του Ελεγκτικού Συνεδρίου ( βλέπε την απάντηση επί της διοικητικής ενστάσεως ), και δεν έχει αρμοδιότητα το Δικαστήριο να αμφισβητήσει την ιατρική ορολογία που χρησιμοποιήθηκε για την ονομασία αυτής της εξετάσεως .
4 ) Η αντίφαση που διαπιστώθηκε από τον προσφεύγοντα μεταξύ της ημερομηνίας της εκθέσεως της 15ης Νοεμβρίου 1983 και της ημερομηνίας της εκθέσεως του νευρολόγου δεν είναι καθόλου κρίσιμη για το κύρος της αμφισβητουμένης εκθέσεως της υγειονομικής επιτροπής . Είναι συνεπώς άχρηστο να γίνει οποιαδήποτε έρευνα επί των τυχόν λογικών αιτίων ( ή της απλής απροσεξίας ), τα οποία οδήγησαν σ' αυτήν την αντίφαση .
25 . Για τους λόγους αυτούς, καταλήγω στο ανεπέρειστο του λόγου που αναφέρεται στη λειτουργία της υγειονομικής επιτροπής .
γ ) Πόρισμα της υγειονομικής επιτροπής
26 . Επικαλούμενος τη νομολογία του Δικαστηρίου ( Chaumont-Barthel κατά Κοινοβουλίου, απόφαση της 18ης Μαρτίου 1982 ( 9 ) και Leussink κατά Επιτροπής, απόφαση της 8ης Οκτωβρίου 1986 ( 10 )), ο προσφεύγων ισχυρίζεται ότι η διάκριση μεταξύ "αποζημιώσεως για μόνιμη αναπηρία και αποζημιώσεως για ηθική βλάβη" ή μεταξύ "συνεπειών οικονομικής φύσεως και συνεπειών που αφορούν τις οικογενειακές και κοινωνικές σχέσεις" δεν ελήφθη υπόψη ειδικότερα ακόμα ισχυρίζεται ο προσφεύγων ότι η χορηγηθείσα αποζημίωση ( που αντιστοιχεί στο ποσοστό αναπηρίας που αναγνωρίστηκε ) "αντισταθμίζει το πολύ, μάλιστα δε ανεπαρκώς, την ανατομικολειτουργική αναπηρία, αλλά παραμελεί τελείως την ψυχική αναπηρία", η οποία προέκυψε από ψυχικό κλονισμό συνδεδεμένο με το ατύχημα .
27 . Οι ισχυρισμοί αυτοί νομίζω ότι προέρχονται από μια αμφιβολία, η οποία πρέπει να διαλυθεί .
28 . Πράγματι, πρέπει να γίνει σαφής διάκριση - και αυτό θέλησαν να κάνουν οι δύο αποφάσεις τις οποίες επικαλείται ο προσφεύγων - μεταξύ της αποζημιώσεως για μόνιμη, πλήρη ή μερική, αναπηρία του υπαλλήλου κατόπιν ατυχήματος ή επαγγελματικής νόσου ( άρθρο 12 των κοινών κανόνων ), της αποζημιώσεως "για κάθε μόνιμη βλάβη ή παραμόρφωση, η οποία, παρόλο ότι δεν επηρεάζει την ικανότητά του προς εργασία, συνιστά προσβολή της σωματικής ακεραιότητας του προσώπου και δημιουργεί πραγματική βλάβη στις κοινωνικές του σχέσεις" ( άρθρο 14 των κοινών κανόνων ) και της συμπληρωματικής αποζημιώσεως, που δεν προβλέπεται από τους κοινούς κανόνες, αλλά οφείλεται ενδεχομένως "όταν το όργανο είναι υπεύθυνο του ατυχήματος σύμφωνα με το αστικό δίκαιο και όταν οι παροχές του συστήματος ασφαλίσεως των υπαλλήλων δεν αρκούν για να εξασφαλίσουν την πλήρη επανόρθωση της βλάβης που υπέστη" ( απόφαση Leussink, σκέψη 13 του σκεπτικού ).
29 . Αυτό που αμφισβητείται στην προκειμένη υπόθεση είναι μόνο ο καθορισμός του βαθμού μονίμου αναπηρίας κατόπιν του ατυχήματος, σύμφωνα με τη διαδικασία που ορίζεται στα άρθρα 18 έως 23 των κοινών κανόνων .
30 . 'Οσον αφορά αυτή την αναπηρία, όπως προκύπτει από την έκθεση της υγειονομικής επιτροπής, η επιτροπή αυτή εκτίμησε "μετατραυματικά δεδομένα του ατυχήματος", έλαβε υπόψη της τα υποκειμενικά παράπονα του ενδιαφερομένου, τα οποία και έκρινε όχι "ως μετατραυματικές συνέπειες, αλλά ως ασθένειες που οφείλονται στην κράση" όσον αφορά την προβαλλομένη μείωση της ικανότητας συγκεντρώσεως, δεν την έκρινε ικανή να μειώσει την ικανότητα προς εργασία και κατά τα λοιπά παρέπεμψε στο πόρισμα του ειδικού νευρολόγου, ο οποίος προέβη σε γενική εξέταση όλων των θεμάτων της αρμοδιότητάς του .
31 . Υπό τις προϋποθέσεις αυτές, το πόρισμα της εκθέσεως της υγειονομικής επιτροπής, το οποίο αναγνώρισε στον προσφεύγοντα ποσοστό αναπηρίας 9%, κατόπιν εκτιμήσεως της γενικής καταστάσεως της υγείας του σε σχέση με την ικανότητά του προς εργασία, πρέπει να θεωρηθεί ως "τελικό και οριστικό", για να επαναλάβω την έκφραση της αποφάσεως Morbelli ( σκέψη 29 ).
ΙΙΙ - Πρόταση
32 . Κατόπιν όλων των προεκτεθέντων, φρονώ ότι όλοι οι λόγοι ακυρώσεως του προσφεύγοντος είναι απορριπτέοι και ότι πρέπει να απορριφθεί η προσφυγή ακυρώσεως της αμφισβητουμένης εκθέσεως, επομένως και το αίτημα καταβολής τόκων υπερημερίας, καθώς και το αίτημα συγκροτήσεως "υγειονομικής υπερεπιτροπής", αφού μάλιστα η τελευταία αυτή έννοια δεν υπάρχει ούτε στον κανονισμό υπηρεσιακής καταστάσεως ούτε στους κοινούς κανόνες .
33 . Σύμφωνα με τις συνδυασμένες διατάξεις του άρθρου 69, παράγραφος 2 και του άρθρου 70 του κανονισμού διαδικασίας, κάθε διάδικος πρέπει να υποστεί τα δικά του δικαστικά έξοδα .
(*) Μετάφραση από τα πορτογαλικά .
( 1 ) Απόφαση της 21ης Μαΐου 1981 στην υπόθεση 156/80, Μοσβεμμι jatae Epitqopoes, uukkocoe 1981, r . 1357, idiys r . 1374, rjaxg 20A apevarg tgs 29gs Noelbqiou 1984 rtgm upeherg 265/83, Sυςς jatae Epitqopoes, uukkocoe 1984, r . 4029, idiys r . 4040, rjaxg 11 .
( 2 ) Απόφαση της 26ης Ιανουαρίου 1984 στην υπόθεση 189/82, Sειμεσ jatae uulboukiou, uukkocoe 1984, r . 229, idiys r . 241 .
( 3 ) Απόφαση της 20ής Ιουνίου 1985 στην υπόθεση 118/84, Επιτροπή κατά Rοωαμε βεμηε, uukkocoe 1985, r . 1889, idiys r . 1904, rjaxg 17 .
( 4 ) Απόφαση της 14ης Ιουλίου 1981 στην υπόθεση 186/80, Sυςς jatae Epitqopoes, uukkocoe 1981, r . 2041, idiys r . 2051, rjaxeis 10 jai 11 .
( 5 ) Προαναφερθείσα απόφαση της 14ης Ιουλίου 1981, Sυςς, rjaxg 9 .
( 6 ) Απόφαση της 29ης Νοεμβρίου 1984, Sυςς, uukkocoe r . 4029, rjaxg 11 .
( 7 ) Προαναφερθείσα απόφαση της 29ης Νοεμβρίου 1984, Sυςς, rjaxg 13 .
( 8 ) Προαναφερθείσα απόφαση Μοσβεμμι, rjaxg 27 .
( 9 ) Απόφαση στην υπόθεση 103/81, Συλλογή 1982, σ . 1003, ιδίως σ . 1010, σκέψη 9 .
( 10 ) Απόφαση στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις 169/83 και 136/84, Συλλογή 1986, σ . 2801, σκέψη 18 .
Top