ΔΙΆΤΑΞΗ ΤΟΥ ΠΡΟΈΔΡΟΥ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΊΟΥ
της 13ης Μαρτίου 1987 ( *1 )
Στην υπόθεση 45/87 R,
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον Ε. L. White, μέλος της νομικής της υπηρεσίας, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Γ. Κρεμλή, κτίριο Jean Monnet, Kirchberg,
αιτούσα,
κατά
Ιρλανδίας, εκπροσωπούμενης από τον J. L. Dockery, Chief State Solicitor, με τόπο επιδόσεως στο Λουξεμβούργο την πρεσβεία της Ιρλανδίας, 28, route ď Arion,
καθής,
που έχει ως κύριο αντικείμενο την αίτηση με την οποία η αιτούσα επιδιώκει την εκοοση προσωρινής Διατάξεως που να υποχρεώνει την καθής να λάβει όλα τα αναγκαία μέτρα προκειμένου να εμποδισθεί η σύναψη συμβάσεως δημοσίου έργου σχετικά με τα έργα που αναφέρονται στο « Dundalk Water Supply Augmentation Scheme σύμβαση αριθ. 4 », μέχρις ότου το Δικαστήριο αποφανθεί επί της κύριας προσφυγής ή μέχρις ότου επιτευχθεί συμφωνία μεταξύ της Επιτροπής και της Ιρλανδίας κατόπιν διαπραγματεύσεων,
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ
εκδίδει την ακόλουθη
Διάταξη
1
Με δικόγραφο που κατατέθηκε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 13 Φεβρουαρίου 1987, η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων άσκησε δυνάμει του άρθρου 169 της Συνθήκης ΕΟΚ προσφυγή με την οποία ζητείται να αναγνωρισθεί ότι η Ιρλανδία, εφαρμόζοντας διαδικασίες προσκλήσεως υποβολής προσφορών σχετικά με το « Dundalk Water Supply Augmentation Scheme: σύμβαση αριθ. 4 », παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει δυνάμει του άρθρου 30 της Συνθήκης ΕΟΚ και τις οδηγίες 71/305 του Συμβουλίου, της 26ης Ιουλίου 1971, περί συντονισμού των διαδικασιών για τη σύναψη συμβάσεων δημοσίων έργων, ιδίως του άρθρου 10, παράγραφος 2 ( ΕΕ ειδ. εκδ. 17/001, σ. 7 ).
2
Με δικόγραφο που κατατέθηκε στη γραμματεία του Δικαστηρίου την ίδια ημέρα η αιτούσα υπέβαλε δυνάμει του άρθρου 186 της Συνθήκης ΕΟΚ και του άρθρου 83 του κανονισμού διαδικασίας αίτηση λήψεως ασφαλιστικών μέτρων με την οποία επιδιώκεται, κυρίως, η έκδοση προσωρινής Διατάξεως που να υποχρεώνει την Ιρλανδία να λάβει όλα τα αναγκαία μέτρα προκειμένου να αποφευχθεί η σύναψη συμβάσεως δημοσίου έργου σχετικά με τα έργα που αναφέρονται στο « Dundalk Water Supply Augmentation Scheme: σύμβαση αριθ. 4 » μέχρις ότου το Δικαστήριο αποφανθεί επί της προσφυγής κατά την τακτική διαδικασία και μέχρις ότου καταστεί δυνατό να επιτευχθεί συμφωνία μεταξύ της Επιτροπής και της Ιρλανδίας κατόπιν διαπραγματεύσεων. Επικουρικώς, με την αίτηση αυτή επιδιώκεται επίσης, για την περίπτωση που θα είχε ήδη συναφθεί η σύμβαση δημοσίου έργου, να υποχρεώσει το Δικαστήριο την καθής να λάβει όλα τα μέτρα που θα μπορούσαν να είναι αναγκαία για την ακύρωση της.
3
Από τη δικογραφία και, ιδίως, από ένα έγγραφο της 3ης Φεβρουαρίου 1987, συνάγεται ότι η Ιρλανδία ανέλαβε την υποχρέωση έναντι της Επιτροπής να μην προβεί στην κατακύρωση του διαγωνισμού πριν από την 20ή Φεβρουαρίου 1987. Η Ιρλανδία διευκρίνισε, εξάλλου, ότι δεν θα της ήταν δυνατό να καθυστερήσει και άλλο αυτή την κατακύρωση, εκτός αν το διέτασσε το Δικαστήριο.
4
Με Διάταξη της 16ης Φεβρουαρίου 1987, που εκδόθηκε κατ' εφαρμογή του άρθρου 84, παράγραφος 2, του κανονισμού διαδικασίας, ο πρόεδρος του Δικαστηρίου έκρινε, κατά συνέπεια, αναγκαίο, προς το συμφέρον της ορθής απονομής της δικαιοσύνης και προκειμένου να διατηρηθούν τα πράγματα στην υπάρχουσα κατάσταση, να υποχρεώσει την καθής να λάβει όλα τα μέτρα που δυνατόν να αποδειχθούν αναγκαία για να εμποδιστεί το Dundalk Urban District Council να προβεί στην οριστική κατακύρωση του προαναφερθέντος διαγωνισμού πριν από την έκδοση της Διατάξεως που θα περατώσει τη διαδικασία λήψεως ασφαλιστικών μέτρων στο πλαίσιο της υποθέσεως 45/87 R.
5
Η καθής κατέθεσε τις γραπτές της παρατηρήσεις στις 2 Μαρτίου 1987. Οι διάδικοι ανέπτυξαν τις προφορικές τους παρατηρήσεις στις 9 Μαρτίου 1987.
6
Πριν εξεταστεί το βάσιμο της παρούσας αιτήσεως λήψεως ασφαλιστικών μέτρων, είναι σκόπιμη μια σύντομη περιγραφή των δεδομένων της παρούσας υποθέσεως και, ιδίως, των διαφόρων πραγματικών στοιχείων που ώθησαν την αιτούσα να ασκήσει την προαναφερθείσα προσφυγή λόγω παραβάσεως.
7
To Dundalk Urban District Council προωθεί ένα σχέδιο που αποκαλείται Dundalk Water Supply Augmentation Scheme (Σχέδιο βελτιώσεως του δικτύου παροχής πόσιμου ύδατος του Dundalk ). Η σύμβαση αριθ. 4 που περιέχεται σ' αυτό το σχέδιο αφορά την κατασκευή ενός αγωγού για τη μεταφορά του νερού από τον ποταμό Fane σε ένα διυλιστήριο που βρίσκεται στο Cavan Hill, πριν τροφοδοτηθεί το υφιστάμενο αστικό δίκτυο. Η ποόσκληση υποβολής προσφορών για την εν λόγω σύμβαση υπό τη μορφή ανοικτής διαδικασίας δημοσιεύτηκε στο συμπλήρωμα S 50/13 της Επίσημης Εφημερίοας των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων χτ\ς13ης Μαρτίου 1986. Το ψηφίο 13 της ανακοινώσεως που δημοσιεύτηκε σχετικώς μ' αυτό το θέμα έχει ως εξής:
« Η σύμβαση θα συναφθεί, αφού πεισθεί το Dundalk Urban District Council για την ικανότητα του υποψηφίου να εκτελέσει το έργο, με τον υποψήφιο ο οποίος θα υποβάλει μία προσφορά, σύμφωνα με το φάκελο του διαγωνισμού, η οποία θα κριθεί ως η οικονομικά ευνοϊκότερη για το Συμβούλιο όσον αφορά την τιμή, το χρόνο ολοκλήρωσης, την τεχνική αξία και τα έξοδα λειτουργίας. Δεν θα γίνει κατ' ανάγκη δεκτή η χαμηλότερη προσφορά ή κάθε άλλη προσφορά. »
8
Ανταποκρινόμενος σ' αυτή την πρόσκληση υποβολής προσφοράς, ένας ιρλανδός διαγωνιζόμενος, η εταιρία P. J. Walls Ltd, υπέβαλε τρεις προσφορές. Μία από αυτές αφορούσε τη χρησιμοποίηση των εγκαταστάσεων υδροδοτήσεως από αμιαντοτσιμέντο που θα προμήθευε η ισπανική εταιρία Uralita. Η P. J. Walls Ltd θεωρούσε ότι αυτή η προσφορά, που ήταν η χαμηλότερη από αυτές που είχε υποβάλει, της παρείχε την καλύτερη δυνατότητα να επιτύχει την εν λόγω σύμβαση. Οι τεχνικοί που συμβουλεύθηκαν ot αρχές του Dundalk ως προς το σχέδιο θεώρησαν, εντούτοις, ότι η προσφορά αυτή δεν ήταν σύμφωνη με τη ρήτρα 4.29 της συγγραφής υποχρεώσεων, που επισυνάπτεται στη σύμβαση και ορίζει:
« Οι αγωγοί πίεσης από αμιαντοτσιμέντο πρέπει να ανταποκρίνονται στην ιρλανδική τεχνική προδιαγραφή 188-1975 βάσει του συστήματος Irish Standard Mark Licensing που διαχειρίζεται το Ινστιτούτο της Έρευνας και των Βιομηχανικών Προδιαγραφών. Όλοι οι αγωγοί αμιαντοτσιμέντου πρέπει να επικαλύπτονται με στρώμα πίσσας τόσο από μέσα όσο και από έξω. Η εν λόγω επικάλυψη πρέπει να γίνεται στο εργοστάσιο με εμβάπτιση »
και ανακοίνωσαν στη Walls ότι δεν μπορούσε να ληφθεί υπόψη. Η P. J. Walls Ltd και η εταιρία Uralita διατύπωσαν τότε τις διαμαρτυρίες τους προς την Επιτροπή προβάλλοντας ότι η προσφορά τους δεν είχε δεόντως ληφθεί υπόψη.
9
Πρέπει ακόμη να επισημανθεί ότι μία μόνο επιχείρηση είναι εγκεκριμένη από το Institute for Industrial Research and Standards (εφεξής: URS), βάσει του ιρλανδικού κανόνα 188 ( IS 188 ) και εξουσιοδοτημένη να επιθέτει το Irish Standard Mark ( ιρλανδικό σήμα τυποποιήσεως) στους σωλήνες του απαιτούμενου τύπου για το εν λόγω δημόσιο έργο. Πρόκειται για την ιρλανδική εταιρία Tegral Pipes Ltd του Drogheda.
10
Θεωρώντας ότι αυτή η ρήτρα 4.29 συνιστά παράβαση των άρθρων 30 έως 36 της Συνθήκης ΕΟΚ και του άρθρου 10 της προαναφερθείσας οδηγίας 71/305 του Συμβουλίου, οι υπηρεσίες της Επιτροπής κίνησαν την πριν από την άσκηση προσφυγής διαδικασία του άρθρου 169 της Συνθήκης ΕΟΚ αποστέλλοντας ένα τηλετύπημα με ημερομηνία 11 Αυγούστου 1986. Με το τηλετύπημα αυτό επισημάνθηκαν στην καθης οι παραβάσεις αυτές η οποία και κλήθηκε να διατυπώσει τις παρατηρήσεις. Με έγγραφο της 9ης Σεπτεμβρίου 1986 η καθής απάντησε ότι δεν θεωρεί ότι ευσταθούν οι εν λόγω αιτιάσεις, δεδομένου ότι οι παραπονούμενες επιχειρήσεις δεν προσκόμισαν καμία απόδειξη για το ότι τα προϊόντα τους ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις του IS 188 ή στις απαιτήσεις οιασδήποτε αντίστοιχης τυποποιήσεως διεθνώς αναγνωρισμένης.
11
Στις 20 Οκτωβρίου 1986, η Επιτροπή με έγγραφο της προς την καθής επανέλαβε ρητώς την άποψη της και την κάλεσε να διατυπώσει τις παρατηρήσεις της εντός προθεσμίας δύο εβδομάδων από τη λήψη αυτού του εγγράφου. Δεδομένου ότι οι απαντήσεις που της δόθηκαν δεν ήταν ικανοποιητικές, κοινοποίησε, με έγγραφο της 13ης Ιανουαρίου 1987, αιτιολογημένη γνώμη με την οποία υποστηρίζει ότι η προαναφερθείσα ρήτρα 4.29 αποτελεί παράβαση των άρθρων 30 έως 36 της Συνθήκης ΕΟΚ και του άρθρου 10 της προαναφερθείσας οδηγίας 71/305 του Συμβουλίου. η Ιρλανδία καλούνταν να συμμορφωθεί με την αιτιολογημένη αυτή γνώμη εντός προθεσμίας 15ημερών. Με έγγραφο της 3ης Φεβρουαρίου 1987, η Ιρλανδία δήλωσε εκ νέου ότι εμμένει στην άποψη που είχε διατυπώσει με το έγγραφο της της 9ης Σεπτεμβρίου 1986. Εξάλλου, ανέλαβε την υποχρέωση να μη συνάψει την εν λόγω σύμβαση πριν από τις 20 Φεβρουαρίου 1987. Δεδομένου ότι η Ιρλανδία δεν συμμορφώθηκε με την αιτιολογημένη γνώμη, η Επιτροπή άσκησε προσφυγή ενώπιον του Δικαστηρίου, στις 13 Φεβρουαρίου 1987, βάσει της διαδικασίας λόγω παραβάσεως κατά το άρθρο 169 της Συνθήκης ΕΟΚ.
12
Σύμφωνα με το άρθρο 186 της Συνθήκης ΕΟΚ, το Δικαστήριο μπορεί να διατάξει τα αναγκαία προσωρινά μέτρα στις υποθέσεις που εκκρεμούν ενώπιον του.
13
Για να μπορεί να διαταχθεί προσωρινό μέτρο, όπως αυτό που ζητείται, το άρθρο 83, παράγραφος 2, του κανονισμού διαδικασίας ορίζει ότι οι αιτήσεις λήψεως ασφαλιστικών μέτρων πρέπει να προσδιορίζουν τα περιστατικά από τα οποία προκύπτει το επείγον της υποθέσεως, καθώς και τους πραγματικούς και νομικούς ισχυρισμούς που δικαιολογούν, εκ πρώτης όψεως, τη λήψη του προσωρινού μέτρου το οποίο ζητείται.
14
Προκειμένου να πιθανολογηθεί, εκ πρώτης όψεως, η ανάγκη λήψεως του προσωρινού μέτρου που ζητείται, η αιτούσα αναφέρεται σε δύο λόγους που προέβαλε προς στήριξη της προσφυγής της στην κύρια διαδικασία. Ο πρώτος από αυτούς τους λόγους συνίσταται στον ισχυρισμό ότι η ρήτρα 4.29 της συγγραφής υποχρεώσεων του εν λόγω διαγωνισμού είναι ασυμβίβαστη, ενόψει των τεχνικών προδιαγραφών που προβλέπει, με το άρθρο 10 της προαναφερθείσας οδηγίας 71/305 του Συμβουλίου.
15
Το άρθρο 10, παράγραφος 1, της εν λόγω οδηγίας 71/305 ορίζει ότι « οι τεχνικές προδιαγραφές δύνανται να καθορίζονται με αναφορά στα εθνικά πρότυπα ». Η παράγραφος 2 του ίδιου άρθρου διευκρινίζει, εντούτοις, ορισμένες προϋποθέσεις, στις οποίες πρέπει να ανταποκρίνονται οι τεχνικές αυτές προδιαγραφές. Η παράγραφος αυτή ορίζει ότι « τα κράτη μέλη απαγορεύουν την εισαγωγή στους συμβατικούς όρους συγκεκριμένης συμβάσεως τεχνικών προδιαγραφών που μνημονεύουν προϊόντα συγκεκριμένης κατασκευής ή προελεύσεως ή ιδιαίτερες μεθόδους και που έχουν ως αποτέλεσμα να ευνοούν ή να αποκλείουν ορισμένες επιχειρήσεις, εκτός αν οι προδιαγραφές αυτές δικαιολογούνται από το αντικείμενο της συμβάσεως. Απαγορεύεται ιδίως η αναφορά σημάτων, διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας ή τύπων, καθώς και η αναφορά ορισμένης καταγωγής ή ορισμένης παραγωγής. Επιτρέπεται ωστόσο η αναφορά αυτή, αν συνοδεύεται από τη μνεία “ή ισοδύναμο”, όταν οι αναθέτουσες αρχές αδυνατούν να προβούν σε περιγραφή του αντικειμένου της συμβάσεως μέσω προδιαγραφών που να είναι αρκούντως ακριβείς και κατανοητές σε όλους τους ενδιαφερομένους ».
16
Ο δεύτερος λόγος που προβάλλει η αιτούσα συνίσταται στο ότι η ρήτρα 4.29 που περιελήφθη στη σύμβαση υποχρεώσεων από το Dundalk Urban District Council, οργανισμό που υπόκειται στον έλεγχο του ιρλανδικού Υπουργείου Περιβάλλοντος, δημιουργεί εμπόδιο στις εμπορικές ανταλλαγές, πράγμα που αντιβαίνει στο άρθρο 30 της Συνθήκης ΕΟΚ, δεδομένου ότι έχει ως αποτέλεσμα να αποκλείεται η χρησιμοποίηση των σωλήνων που κατασκευάζονται σε άλλα κράτη μέλη που θα μπορούσαν να παράσχουν εγγυήσεις ασφαλείας, αποδόσεως και αξιοπιστίας αντίστοιχες με αυτές των σωλήνων που κατασκευάζονται από την ιρλανδική εταιρία Tegral Pipes Ltd, μόνη επιχείρηση που είναι εγκεκριμένη βάσει του κανόνα IS 188 που απαιτείται από αυτή τη ρήτρα. Εξάλλου, δεν κατέστη δυνατό να προβληθεί κανένας λόγος από την αιτούσα βάσει του άρθρου 36 της Συνθήκης ΕΟΚ ή βάσει « των επιτακτικών αναγκών » κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου για να δικαιολογηθεί αυτή η παράβαση του άρθρου 30 της Συνθήκης ΕΟΚ. Επιπλέον, η παράβαση αυτή συνάγεται ακόμη σαφέστερα από το γεγονός ότι οι επιχειρηματίες που θα θεωρούσαν ότι μπορούσαν να υποβάλουν προσφορά που να στηρίζεται στη χρησιμοποίηση εισαγόμενων σωλήνων αποθαρρύνθηκαν να το κάνουν, ο δε επιχειρηματίας που πράγματι υπέβαλε μια τέτοια προσφορά περιήλθε σε δυσμενέστερη θέση συνεπεία του γεγονότος ότι δεν γνώριζε τους συμπληρωματικούς όρους που θα μπορούσαν να επιβληθούν, αν επρόκειτο να χρησιμοποιηθούν άλλοι σωλήνες.
17
Στις γραπτές παρατηρήσεις, που κατέθεσε στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας ασφαλιστικών μέτρων, η καθής επικαλείται κατά της εφαρμογής του άρθρου 30 της Συνθήκης ΕΟΚ ότι δεν υπήρξε κανένα εμπόδιο στις εμπορικές ανταλλαγές ή, τουλάχιστον, κανένα εμπόδιο στις εμπορικές ανταλλαγές που να απορρέει από κανόνα ρυθμίσεως του εμπορίου ή άλλου μέτρου που έλαβε η Ιρλανδία. Αναφερόμενη στην απόφαση της 22ας Μαρτίου 1977 (Iannelli & Volpi SpA κατά Meroni, υπόθεση 74/76, Rec. 1977, σ. 577 ) στην οποία το Δικαστήριο δέχτηκε, στη σκέψη 9, ότι « το άρθρο 30 της Συνθήκης ΕΟΚ... δεν περιλαμβάνει... τα εμπόδια που καλύπτονται από άλλες ειδικές διατάξεις της Συνθήκης », η καθής θεωρεί ότι εν πάση περιπτώσει ενδεχόμενο εμπόδιο στις εμπορικές ανταλλαγές στο συγκεκριμένο τομέα διέπεται από άλλες διατάξεις του κοινοτικού δικαίου, εν προκειμένω από την προαναφερθείσα οδηγία 71/305 του Συμβουλίου που εκδόθηκε βάσει του άρθρου 57, παράγραφος 2, και των άρθρων 66 και 100 της Συνθήκης ΕΟΚ, πράγμα που έχει ως αποτέλεσμα να μην εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 30 της Συνθήκης ΕΟΚ. Η σωστή ενέργεια της Επιτροπής για να τεθεί τέρμα στα εμπόδια στις εμπορικές ανταλλαγές που απορρέουν από τις διαφορές των εθνικών κανόνων τυποποιήσεως θα συνίστατο στην πρόταση μέτρων εναρμονίσεως βάσει του άρθρου 100 της Συνθήκης ΕΟΚ παρά στην εφαρμογή του άρθρου 30 της Συνθήκης ΕΟΚ.
18
Καταφαίνεται ότι στην προκειμένη περίπτωση ο πρώτος λόγος που προβάλλει η αιτούσα δεν είναι ικανός να πιθανολογήσει, εκ πρώτης όψεως, την ανάγκη λήψεως του προσωρινού μέτρου που ζητείται. Πράγματι, συνάγεται σαφώς από την έκτη αιτιολογική σκέψη της προαναφερθείσας οδηγίας 71/305 του Συμβουλίου, σε συνδυασμό με το άρθρο 3, παράγραφος 5, της ίδιας οδηγίας, που ορίζει ότι:
« Οι διατάξεις της παρούσας οδηγίας δεν εφαρμόζονται επί συμβάσεων δημοσίων έργων οι οποίες συνάπτονται από υπηρεσίες παραγωγής, διανομής και μεταφοράς νοατος και ενεργείας »,
ότι η σύμβαση δημοσίου έργου που προβλέπεται από το « σχέδιο βελτιώσεως του δικτύου παροχής πόσιμου ύδατος του Dundalk » δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής αυτής της οδηγίας και των επιβαλλόμενων από αυτή όρων.
19
Ως προς τον προβαλλόμενο δεύτερο λόγο πρέπει καταρχάς να διευκρινισθεί ότι, εφόσον διαπιστώθηκε εκ πρώτης όψεως ότι η προαναφερθείσα οδηγία 71/305 του Συμβουλίου δεν εφαρμόζεται στην εν λόγω σύμβαση δημοσίου έργου, η επιχειρηματολογία που ανέπτυξε η καθής κατά της εφαρμογής του άρθρου 30 της Συνθήκης ΕΟΚ, βάσει της προαναφερθείσας αποφάσεως Iannelli & Volpi SpA κατά Meroni, φαίνεται να στερείται κάθε σημασίας. Επιπλέον, όπως προέβαλε ορθώς η αιτούσα, ένα κοινοτικό νομοθετικό κείμενο παραγώγου δικαίου, όπως οι οδηγίες, δεν είναι δυνατόν να παρεκκλίνει από διάταξη της Συνθήκης που εφαρμόζεται απευθείας, όπως το άρθρο 30 της Συνθήκης ΕΟΚ.
20
Πρέπει, στη συνέχεια, να εξετασθεί αν η προαναφερθείσα ρήτρα 4.29 μπορεί να δημιουργήσει εμπόδιο στις εμπορικές ανταλλαγές και αν το εμπόδιο που δημιουργείται κατ' αυτό τον τρόπο μπορεί να αποδοθεί σε μέτρο που έλαβε η Ιρλανδία.
21
Παρόλο που φαίνεται φυσικό σε μια σύμβαση δημοσίου έργου, όπως αυτή για την οποία πρόκειται εδώ, να επιβάλλεται η τήρηση ορισμένης τεχνικής προδιαγραφής, ακόμη και εθνικής, προκειμένου να διασφαλιστεί ο έλεγχος της καταλληλότητας και της ασφάλειας των υλικών που θα χρησιμοποιηθούν, η τεχνική αυτή προδιαγραφή δεν μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα, με κίνδυνο να δημιουργηθεί, εκ πρώτης όψεως, εμπόδιο στις εμπορικές ανταλλαγές που αντίκειται στο άρθρο 30 της Συνθήκης ΕΟΚ, να απορριφθεί, χωρίς καν να εξεταστεί, κάθε προσφορά που βασίζεται σε μια άλλη τεχνική προδιαγραφή που αναγνωρίζεται σε άλλο κράτος μέλος ότι παρέχει αντίστοιχες εγγυήσεις ασφαλείας, αποδοτικότητας και αξιοπιστίας.
22
Εν προκειμένω, πρέπει να γίνει δεκτό ότι η ρήτρα 4.29 της συγγραφής υποχρεώσεων έχει ως αυτόματη, αφ' εαυτής και χωρίς καμία άλλη αιτιολογία, συνέπεια τον αποκλεισμό κάθε προσφοράς που βασίζεται στη χρησιμοποίηση οποιουδήποτε είδους σωλήνων διαφορετικών από αυτούς που πιστοποιούνται ως σύμφωνοι με το IS 188, ήτοι αυτούς που κατασκευάζονται από τη μόνη εγκεκριμένη εταιρία βάσει αυτού του κανόνα, δηλαδή την Tegral Pipes Ltd της Ιρλανδίας, μολονότι υπάρχουν στη δικογραφία ορισμένα στοιχεία που επιτρέπουν να θεωρηθεί ότι δεν είναι δυνατό να αποκλεισθεί εκ των προτέρων ότι μπορούν να υπάρχουν, σε άλλα κράτη μέλη, αντίστοιχες τεχνικές προδιαγραφές.
23
Δεδομένου ότι αυτή η ρήτρα περιελήφθη στη συγγραφή υποχρεώσεων από το Dundalk Urban District Council, οργανισμό υπό τον έλεγχο του ιρλανδικού Υπουργείου Περιβάλλοντος, για τον οποίο είναι υπεύθυνη η Ιρλανδία, το εμπόδιο στις ενδοκοινοτικές εμπορικές ανταλλαγές που απορρέει μπορεί, εκ πρώτης όψεως, να καταλογισθεί στην καθής.
24
Υπό το φως των στοιχείων που εκτέθηκαν αμέσως προηγουμένως πρέπει να θεωρηθεί ότι η αιτούσα προέβαλε πειστικώς ένα επιχείρημα που θεμελιώνει, εκ πρώτης όψεως, την ανάγκη λήψεως του προσωρινού μέτρου που ζητείται.
25
Ακόμη και αν είναι δυνατό να θεωρηθεί ότι εν προκειμένω η αιτούσα προέβαλε ένα νομικό και πραγματικό ισχυρισμό που μπορεί να δικαιολογήσει, εκ πρώτης όψεως, τη λήψη του προσωρινού μέτρου που ζητείται, πρέπει ακόμη το Δικαστήριο να εκτιμήσει τις περιστάσεις που συνιστούν επείγουσα περίπτωση.
26
Κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, ο επείγων χαρακτήρας μιας αιτήσεως λήψεως ασφαλιστικών μέτρων που αναφέρεται στο άρθρο 83, παράγραφος 2, του κανονισμού διαδικασίας πρέπει να εκτιμάται σε σχέση με την αναγκαιότητα λήψεως προσωρινού μέτρου, προκειμένου να αποφευχθεί βαρεία και ανεπανόρθωτη βλάβη σε βάρος του διαδίκου που ζητεί το προσωρινό μέτρο.
27
Ως προς αυτό, η αιτούσα προβάλλει ότι αν το εν λόγω έργο ανατεθεί κατά παράβαση του κοινοτικού δικαίου, το συμφέρον της Κοινότητας, αλλ' επίσης και των διαγωνιζομένων και των προμηθευτών τους, των οποίων η προσφορά δεν ελήφθη υπόψη κατ' εφαρμογή της προαναφερθείσας ρήτρας 4.29, θα υφίσταντο ανεπανόρθωτη βλάβη. Η σύναψη αυτής της συμβάσεως δημοσίου έργου θα δημιουργούσε μια κατάσταση, στην οποία θα καθίστατο προοδευτικά αδύνατο να θεραπευθεί η προβαλλόμενη παράβαση, καθόσον ο επιχειρηματίας θα ανελάμβανε συμβατικές υποχρεώσεις, θα δίνονταν παραγγελίες και θα άρχιζαν οι συγκεκριμένες εργασίες για την εκτέλεση του έργου. Ο επείγων χαρακτήρας του προσωρινού μέτρου που ζητείται καταφαίνεται επαρκώς από την απλή διαπίστωση ότι η αναληφθείσα υποχρέωση από την καθής να μη συνάψει την επίδικη σύμβαση θα έληγε στις 20 Φεβρουαρίου 1987.
28
Η Επιτροπή διαβεβαιώνει, εξάλλου, ότι καθυστέρηση στη σύναψη της συμβάσεως δεν θα συνεπήγετο σοβαρές δυσκολίες για τις ιρλανδικές αρχές, λόγω του γεγονότος ότι και άλλα στάδια του σχεδίου « Dundalk Water Supply Augmentation Scheme » βρίσκονται ακόμη στο στάδιο της μελέτης. Μια καθυστέρηση στη σύναψη της συμβάσεως.που αποτελεί το αντικείμενο της παρούσας δίκης θα είχε επομένως ελάχιστη επίπτωση στην προθεσμία πραγματοποιήσεως του τελικού στόχου του σχεδίου, ο οποίος έγκειται στο να αυξηθεί η παροχή ύδατος στην περιοχή του Dundalk.
29
Η καθής προβάλλει ότι η αιτούσα δεν προέβαλε σοβαρά επιχειρήματα που να αποδεικνύουν το βαρύ και ανεπανόρθωτο χαρακτήρα της βλάβης που προκύπτει από τη συγκεκριμένη κατάσταση, αλλά περιορίστηκε να τον συναγάγει από τη διαπίστωση και μόνο ότι ο αγωγός δεν μπορεί να κατασκευαστεί παρά μία μόνο φορά, με όλες τις συνέπειες που αυτό συνεπάγεται. Τα πρόσωπα που πρόκειται να υποστούν τη ζημία, ο τρόπος με τον οποίο θα την υποστούν, η φύση της και η έκταση της δεν μπορούν να καθοριστούν. Εξάλλου, οι διαγωνιζόμενοι που αποκλείστηκαν, κακώς, από το διαγωνισμό θα μπορούν ανά πάσα στιγμή να ζητήσουν αποζημίωση.
30
Η Ιρλανδία τονίζει ότι, αντίθετα από ό,τι υποστηρίζει η Επιτροπή, η λήψη του προσωρινού μέτρου που ζητείται θα είχε ως αποτέλεσμα την καθυστέρηση της αποπερατώσεως αυτού του ίδιου του σχεδίου, πράγμα που θα είχε σοβαρές συνέπειες για τον πληθυσμό του Dundalk και των περιχώρων του.
31
Ως παράδειγμα για τις συνέπειες που θα υφίστατο ο πληθυσμός του Dundalk στην περίπτωση που θα ελαμβάνετο το ζητούμενο προσωρινό μέτρο η Ιρλανδία αναφέρει τα ακόλουθα:
—
Το σχέδιο στο σύνολο του, το αντικείμενο του οποίου είναι η υδροδότηση της πόλης του Dundalk μέχρι το 1990 αποτελείται από 8 επιμέρους συμβάσεις. Η εκτέλεση τριών από αυτές τις συμβάσεις εξαρτάται από την έναρξη των εργασιών που αφορά η επίδικη σύμβαση αριθ. 4. Οι εργασίας που αφορά η σύμβαση αριθ. 4 πρέπει να αρχίσουν το αργότερο μέχρι τον Ιούνιο, αν το σχέδιο πρέπει να ολοκληρωθεί μέχρι το 1990.
—
Από μια έρευνα που έγινε το 1982 προέκυψε ότι οι 30000 κάτοικοι του Dundalk έχουν, από πολλά χρόνια, οξύ πρόβλημα περιορισμένης υδροδοτήσεως που συχνά καταλήγει σε ποσοστώσεις παροχής ύδατος. Καταφάνηκε επίσης από την έρευνα ότι η περιορισμένη αυτή υδροδότηση εμπεριέχει σοβαρό κίνδυνο πυρκαγιάς και μάλιστα κίνδυνο για την υγεία. Επίσης, έχει ως αποτέλεσμα να αποθαρρύνει την εγκατάσταση βιομηχανιών στην περιοχή.
32
Καίτοι το πρόβλημα φαίνεται, εκ πρώτης όψεως, να έχει σαφώς επείγοντα χαρακτήρα, ιδίως λόγω του γεγονότος ότι η βλάβη που υφίσταται η Επιτροπή ως φύλακας του συμφέροντος της Κοινότητας θα είναι άμεσο μόλις συναφθεί η επίδικη σύμβαση, δυνατό να είναι αναγκαίο, στα πλαίσια της διαδικασίας ασφαλιστικών μέτρων, βάσει των άρθρων 185 και 186 της Συνθήκης ΕΟΚ, να σταθμιστούν όλα τα συμφέροντα για τα οποία πρόκειται.
33
Εν προκειμένω, ο στόχος της εν λόγω συμβάσεως δημοσίου έργου, δηλαδή να διασφαλιστεί μέχρι το 1990 το αργότερο η χορήγηση ύδατος στους κατοίκους της περιοχής του Dundalk, και η επιδείνωση των υφισταμένων κινδύνων για την υγεία και την ασφάλεια τους σε περίπτωση καθυστερήσεως στη σύναψη της επίδικης συμβάσεως, οδηγούν στο συμπέρασμα ότι η πλάστιγγα των συμφερόντων για τα οποία πρόκειται κλίνει υπέρ της καθής. Πρέπει να τονισθεί ότι διαφορετική θα μπορούσε να είναι η κρίση ως προς τις συμβάσεις δημοσίων έργων που επιδιώκουν άλλους στόχους, η καθυστέρηση συνάψεως των οποίων δεν θα συνεπήγετο τέτοιους κινδύνους για την υγεία και την ασφάλεια του πληθυσμού.
Για τους λόγους αυτούς
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ,
κρίνοντας κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων,
διατάσσει:
1)
Απορρίπτει την αίτηση.
2)
Η παρούσα Διάταξη ακυρώνει και αντικαθιστά τη Διάταξη της 16ης Φεβρουαρίου 1987.
3)
Επιφυλάσσεται ως προς τα δικαστικά έξοδα.
Λουξεμβούργο, 13 Μαρτίου 1987.
0 γραμματέας
Ρ. Heim
Ο πρόεδρος
Α. J. Mackenzie Stuart
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η αγγλική.
Top