Avis juridique important
ΔΙΑΤΑΞΗ ΤΟΥ ΠΡΟΕΔΡΟΥ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΤΗΣ 15ΗΣ ΙΟΥΝΙΟΥ 1987. - ΒΑΣΙΛΕΙΟ ΤΟΥ ΒΕΛΓΙΟΥ ΚΑΤΑ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΙΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ. - ΚΡΑΤΙΚΕΣ ΕΝΙΣΧΥΣΕΙΣ ΣΕ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΧΑΛΥΒΟΣΩΛΗΝΩΝ. - ΥΠΟΘΕΣΗ 142/87 R.
Συλλογή της Νομολογίας του Δικαστηρίου 1987 σελίδα 02589
Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Διατακτικό
++++
Ασφαλιστικά μέτρα - Αναστολή εκτελέσεως - Προϋποθέσεις χορηγήσεως - Σοβαρή και ανεπανόρθωτη βλάβη για τον προσφεύγοντα
( Συνθήκη ΕΟΚ, άρθρο 185 κανονισμός διαδικασίας, άρθρο 83, παράγραφος 2 )
ΠερίληψηΤο στοιχείο του επείγοντος από το οποίο εξαρτάται, σύμφωνα με το άρθρο 83, παράγραφος 2, του κανονισμού διαδικασίας, η αναστολή εκτελέσεως, εκτιμάται με γνώμονα την ανάγκη εκδόσεως προσωρινής απόφασης για να μη υποστεί σοβαρή και ανεπανόρθωτη βλάβη ο διάδικος που ζητεί αυτό το προσωρινό μέτρο . Επομένως ο διάδικος αυτός οφείλει να αποδείξει ότι αν αναμένει την έκβαση της κύριας δίκης θα υποστεί προσωπικώς βλάβη με σοβαρές και ανεπανόρθωτες συνέπειες .
ΔιάδικοιΣτην υπόθεση 142/87 R,
Βασίλειο του Βελγίου, εκπροσωπούμενο από τον R . Hoebaer, διευθυντή διοικήσεως του Υπουργείου Εξωτερικών, Εξωτερικού Εμπορίου και Συνεργασίας με τις Αναπτυσσόμενες Χώρες, επικουρούμενο από τους L . Matray και C . Hanot, δικηγόρους Λιέγης, και G . Schubert, δικηγόρο Κολωνίας, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο την Πρεσβεία του Βελγίου, 4, rue des Girondins, residence Champagne,
αιτούν,
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενης από τους A . Abate και H . van Lier, μέλη της νομικής της υπηρεσίας, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Γ . Κρεμλή, κτίριο Jean Monnet, Kirchberg,
καθής,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση αναστολής εκτελέσεως της αποφάσεως της Επιτροπής της 4ης Φεβρουαρίου 1987 (( C(87 ) 507 )) σχετικά με τις ενισχύσεις που χορήγησε η βελγική κυβέρνηση σε επιχείρηση κατασκευής χαλυβδοσωλήνων, καθόσον επιβάλλει στο Βασίλειο του Βελγίου την υποχρέωση να ανακτήσει από την ανώνυμη εταιρία Tubemeuse ( στο εξής : Tubemeuse ), τα ποσά που αναφέρονται στο άρθρο 1,
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ
ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ
εκδίδει την ακόλουθη
Διάταξη
Σκεπτικό της απόφασης1 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 8 Μαΐου 1987 το Βασίλειο του Βελγίου άσκησε προσφυγή, δυνάμει του άρθρου 173, πρώτη παράγραφος, της Συνθήκης ΕΟΚ, με την οποία ζητεί την ακύρωση της από 4 Φεβρουαρίου 1987 απόφαση της Επιτροπής σχετικά με τις ενισχύσεις που χορήγησε η βελγική κυβέρνηση σε επιχείρηση κατασκευής χαλυβδοσωλήνων, η οποία του κοινοποιήθηκε στις 6 Μαρτίου 1987 . Με την απόφαση αυτή, που εκδόθηκε βάσει του άρθρου 93, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΟΚ, η Επιτροπή διαπιστώνει ότι :
- οι ενισχύσεις ύψους 9,085 δισεκατομμυρίων βελγικών φράγκων ( ΒFR ), στις οποίες αναφέρονται τα από 19 Ιουλίου 1984 και 29 Ιουλίου 1985 έγγραφα της βελγικής κυβέρνησης είναι παράνομες λόγω του ότι χορηγήθηκαν στην Tubemeuse κατά παράβαση του άρθρου 93, παράγραφος 3, της Συνθήκης ΕΟΚ, επιπλέον δε ασυμβίβαστες προς την κοινή αγορά δυνάμει του άρθρου 92 της Συνθήκης ΕΟΚ
- οι ενισχύσεις στην εν λόγω επιχείρηση ύψους 3,010 δισεκατομμυρίων ΒFR στις οποίες αναφέρεται το από 6 Ιουνίου 1986 έγγραφο της βελγικής κυβέρνησης, είναι ασυμβίβαστες προς την κοινή αγορά δυνάμει του άρθρου 92 της Συνθήκης ΕΟΚ, επιπλέον δε παράνομες κατά το ποσό των 2,510 δισεκατομμυρίων ΒFR λόγω του ότι το ποσό αυτό χορηγήθηκε κατά παράβαση του άρθρου 93, παράγραφος 3, της Συνθήκης ΕΟΚ,
και επιβάλλει στο Βασίλειο του Βελγίου την υποχρέωση να ανακτήσει από την Tubemeuse τις ενισχύσεις και να την ενημερώσει εντός δύο μηνών από της κοινοποιήσεως της απόφασης σχετικά με τα μέτρα που θα έχει λάβει για να συμμορφωθεί προς την υποχρέωση αυτή .
2 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη γραμματεία του Δικαστηρίου αυθημερόν το αιτούν υπέβαλε, δυνάμει του άρθρου 185 της Συνθήκης ΕΟΚ και του άρθρου 83 του κανονισμού διαδικασίας, αίτηση ασφαλιστικών μέτρων με την οποία ζητεί την αναστολή εκτελέσεως της από 4 Φεβρουαρίου 1987 απόφασης της Επιτροπής, καθόσον διατάσσει το Βασίλειο του Βελγίου να ανακτήσει από την Tubemeuse τα ποσά τα οποία αναφέρει, μέχρις ότου το Δικαστήριο αποφανθεί επί της προσφυγής .
3 Η καθής κατέθεσε γραπτές παρατηρήσεις στις 27 Μαΐου 1987 . Στις 9 Ιουνίου 1987 οι διάδικοι ανέπτυξαν προφορικά της παρατηρήσεις τους .
4 Πριν εξεταστεί το βάσιμο της υπό κρίση αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων, κρίνεται σκόπιμο να εκτεθούν συνοπτικά τα διάφορα στάδια που προηγήθηκαν της εκδόσεως της προαναφερθείσας απόφασης της Επιτροπής της 4ης Φεβρουαρίου 1987 .
5 Στις 19 Ιουλίου 1984, το αιτούν γνωστοποίησε στην Επιτροπή, βάσει του άρθρου 93, παράγραφος 3, της Συνθήκης ΕΟΚ την πρόθεσή του να προβεί σε αύξηση, κατά 1,8 δισεκατομμύρια ΒFR, του κεφαλαίου της Tubemeuse, εταιρίας παραγωγής χαλυβδοσωλήνων που είναι εγκατεστημένη στην περιφέρεια της Λιέγης, και στην έκδοση μετατρέψιμων ομολογιών με συμμετοχή στα κέρδη υπο όρους για ποσό 2,2 δισεκατομμυρίων ΒFR . Εξάλλου η Επιτροπή πληροφορήθηκε ότι η εν λόγω επιχείρηση είχε ήδη λάβει παλαιότερα και άλλες κρατικές ενισχύσεις που δεν της κοινοποιήθηκαν βάσει του άρθρου 93, παράγραφος 3, της Συνθήκης ΕΟΚ .
6 'Υστερα από μια πρώτη εξέταση, η Επιτροπή έκρινε ότι οι εν λόγω ενισχύσεις, συνολικού ύψους 9,085 δισεκατομμυρίων ΒFR, δεν μπορούσαν να θεωρηθούν ότι συμβιβάζονται με την κοινή αγορά δυνάμει του άρθρου 92 της Συνθήκης ΕΟΚ και αποφάσισε να κινήσει σχετικώς τη διαδικασία του άρθρου 93, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΟΚ, κάλεσε δε τη βελγική κυβέρνηση, τα άλλα κράτη μέλη και τους τρίτους ενδιαφερόμενους να υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους . Παρά την κίνηση της διαδικασίας αυτής, το αιτούν κράτος κατέβαλε τις ενισχύσεις που είχε κοινοποιήσει ως σχεδιαζόμενες στις 19 Ιουλίου 1984 .
7 Η βελγική κυβέρνηση κοινοποίησε εξάλλου στην Επιτροπή, στις 6 Ιουνίου 1986 και άλλο σχέδιο ενίσχυσης υπέρ της ίδιας επιχείρησης και συγκεκριμένα τη μετατροπή σε κεφάλαιο ποσού 3,010 δισεκατομμυρίων ΒFR εγγυημένων δανείων για το οποίο η Επιτροπή έκρινε επίσης σκόπιμο να κινήσει τη διαδικασία του άρθρου 93, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΟΚ . Παρά την κίνηση της διαδικασίας αυτής, η βελγική κυβέρνηση προέβη στη μετατροπή σε κεφάλαιο εγγυημένων δανείων ύψους 2,510 δισεκατομμυρίων ΒFR .
8 Η Επιτροπή περάτωσε τις διαδικασίες αυτές με την έκδοση της προαναφερθείσας απόφασης της 4ης Φεβρουαρίου 1987 .
9 Για την πλήρη εικόνα των προβλημάτων που θέτει η υπό κρίση αίτηση ασφαλιστικών μέτρων θεωρείται περαιτέρω σκόπιμο να περιγραφεί συνοπτικά η από πλευράς βελγιγού δικαίου τωρινή κατάσταση της εταιρίας Tubemeuse καθώς και οι έννομες συνέπειες που προκαλεί και που ενδιαφέρουν εν προκειμένω .
10 Η επιχείρηση αυτή τελεί ήδη υπό καθεστώς πτωχευτικού συμβιβασμού με εγκατάλειψη του ενεργητικού . Αυτό προέκυψε κατόπιν αιτήσεως που υπέβαλε η επιχείρηση ενώπιον του Tribunal de commerce της Λιέγης στις 21 Οκτωβρίου 1986 . Η αίτηση αυτή κρίθηκε παραδεκτή με απόφαση της 28ης Οκτωβρίου 1986, η δε έκθεση των δικαστών που όρισε το Δικαστήριο έκρινε ότι η εταιρία Tubemeuse πληροί τις νόμιμες προϋποθέσεις για να της επιτραπεί ο πτωχευτικός συμβιβασμός, οπότε συνεχίστηκε η σχετική διαδικασία, η οποία κατέληξε στην απόφαση της 10ης Μαρτίου 1987 με την οποία το Tribunal de commerce της Λιέγης ενέκρινε τον πτωχευτικό συμβιβασμό με εγκατάλειψη του ενεργητικού αφού διαπίστωσε ότι συντρέχουν στο πρόσωπο της Tubemeuse οι προϋποθέσεις της ανυπαίτιας ατυχίας και της καλής πίστης, ότι το 95,4 % των δανειστών που αντιπροσώπευαν ποσοστό 82 % του παθητικού ψήφισαν υπέρ του συμβιβασμού ο οποίος, έτσι, ανταποκρίνεται στα συμφέροντά τους . Με την ίδια απόφαση το Δικαστήριο όρισε τους εκκαθαριστές που θα πραγματοποιούσαν την πώληση των ενεργητικών και την κατανομή του προϊόντος της . Ορισμένοι πιστωτές άσκησαν έφεση κατά της εγκριτικής αυτής απόφασης η οποία όμως ήταν προσωρινώς εκτελεστή και έτσι άρχισε η εκκαθάριση της εταιρίας Tubemeuse .
11 Ως προς τις έννομες συνέπειες του πτωχευτικού συμβιβασμού δι' εγκαταλείψεως του ενεργητικού υπογραμμίζεται ότι ο συμβιβασμός αυτού του είδους είναι διαδικασία συλλογικής εκκαθάρισης στον εμπορικό τομέα που συνίσταται στο ότι ο ατυχήσας και καλόπιστος οφειλέτης εγκαταλείπει υπέρ των δανειστών του το σύνολο της περιουσίας του προκειμένου να εξοφληθούν από το προϊόν της εκκαθαρίσεώς της, η οποία ανατίθεται σε εκκαθαριστές που διορίζει το Δικαστήριο . Ο οφειλέτης πάντως δεν ελευθερώνεται πλήρως διότι σε περίπτωση βελτιώσεως της κατάστασής του υποχρεούται να εξοφλήσει τα υπόλοιπα χρέη του . Στην περίπτωση που ζητείται και εγκρίνεται ο πτωχευτικός συμβιβασμός δι' εγκαταλείψεως του ενεργητικού, όπως εν προκειμένω, μόνο οι προνομιούχοι δανειστές, εν προκειμένω οι ενεχυρούχοι, ενυπόθηκοι ή ειδικοί προνομιούχοι, μπορούν να ζητήσουν εκτέλεση του ενεχύρου, της υποθήκης ή του προνομίου . Αντιθέτως, οι εγχειρόγραφοι δανειστές δεν μπορούν πλέον να επιδιώξουν την ικανοποίηση του δικαιώματός τους δι' εκτελέσεως δεδομένου ότι η κατάθεση της αιτήσεως πτωχευτικού συμβιβασμού δι' εγκαταλείψεως του ενεργητικού της περιουσίας συνεπάγεται αυτοδικαίως προσωρινή αναστολή υπέρ του οφειλέτη όλων των μεταγενεστέρων πράξεων εκτελέσεως, σύμφωνα με το άρθρο 5 του νόμου της 25ης Σεπτεμβρίου 1946 περί πτωχευτικού συμβιβασμού . Το άρθρο 11 του ίδιου νόμου προβλέπει εις αντιστάθμισμα ότι κατά τη διαδικασία εγκρίσεως του συμβιβασμού ο οφειλέτης δεν μπορεί να προβεί σε πώληση, παραχώρηση υποθήκης ή σύσταση ενεχύρου χωρίς την άδεια του ορισθέντος δικαστή .
12 Σύμφωνα με το άρθρο 185 της Συνθήκης ΕΟΚ, η προσφυγή ενώπιον του Δικαστηρίου δεν έχει ανασταλτικό αποτέλεσμα . Το Δικαστήριο όμως μπορεί, αν κρίνει ότι επιβάλλεται από τις περιστάσεις, να διατάξει την αναστολή εκτελέσεως της προσβαλλόμενης πράξης .
13 Για να χορηγηθεί προσωρινό μέτρο όπως το ζητούμενο, το άρθρο 83, παράγραφος 2, του κανονισμού διαδικασίας ορίζει ότι οι αιτήσεις ασφαλιστικών μέτρων πρέπει να περιέχουν τους νομικούς και πραγματικούς ισχυρισμούς που δικαιολογούν εκ πρώτης όψεως τη χορήγηση του ζητούμενου προσωρινού μέτρου καθώς και τα στοιχεία που αποδεικνύουν το επείγον .
14 Πρώτα πρέπει να εξεταστούν οι περιστάσεις τις οποίες προβάλλει το αιτούν για να αποδείξει το επείγον, το οποίο, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, αποδεικνύεται από την άμεση απειλή σοβαρής και ανεπανόρθωτης ζημίας .
15 Το αιτούν ισχυρίζεται σχετικώς ότι η μόνη δυνατότητα που έχει δυνάμει του βελγικού δικαίου για να εκτελέσει την απόφαση της Επιτροπής της 4ης Φεβρουαρίου 1987 είναι να προβεί, στο πλαίσιο της διαδικασίας του πτωχευτικού συμβιβασμού, σε αναγγελία απαιτήσεως βάσει της εν λόγω απόφασης . Από νομικής πλευράς η δήλωση αυτή εξακολουθεί να είναι δυνατή καίτοι το Tribunal de commerce της Λιέγης με την από 10 Μαρτίου 1987 απόφασή του ενέκρινε το συμβιβασμό και όρισε τους εκκαθαριστές .
16 Το αιτούν υπογραμμίζει πάντως ότι η χρησιμοποίηση αυτού του μέσου θα έθετε διττό πρόβλημα και θα μπορούσε να προκαλέσει ακύρωση της διαδικασίας του πτωχευτικού συμβιβασμού και την άμεση πτώχευση της Tubemeuse, πράγμα που θα προκαλούσε άμεση και ανεπανόρθωτη βλάβη όχι μόνο στην εν λόγω εταιρία αλλά και στους δανειστές της .
17 Το πρώτο πρόβλημα που θα ανέκυπτε με την εν λόγω αναγγελία πιστώσεως αφορά το αν η απαίτηση μπορεί να περιληφθεί στο παθητικό της περιουσίας της Tubemeuse . Είναι πράγματι ενδεχόμενο να αρνηθούν να τη δεχθούν οι εκκαθαριστές ή, σε περίπτωση αμφισβητήσεως, το Tribunal de commerce, με την αιτιολογία ότι παραβιάζει τη βελγική εσωτερική έννομη τάξη . Η απαίτηση την οποία θα ανήγγελε το βελγικό δημόσιο για να εκτελέσει την υποχρέωση ανακτήσεως που του επιβάλλει η απόφαση της Επιτροπής της 4ης Φεβρουαρίου 1987 θα απέβλεπε στην ουσία στο να επιτύχει το βελγικό δημόσιο, μέτοχος της Τubemeuse, την εκ μέρους της εταιρίας, που τελεί υπό πτωχευτικό συμβιβασμό δι' εγκαταλείψεως του ενεργητικού της περιουσίας, απόδοση της συμμετοχής τους στο κεφάλαιο εις βάρος των άλλων δανειστών της εταιρίας . Κατά το βελγικό δημόσιο, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι το βελγικό δίκαιο καθιερώνει τη θεμελιώδη αρχή ότι το εταιρικό κεφάλαιο αποτελεί κοινό ενέχυρο των δανειστών, δεν επιτρέπει την ανάκτηση που θέτει σε ίση μοίρα το μέτοχο με τους δανειστές της εταιρίας, τη στιγμή μάλιστα που, κατά το δίκαιο αυτό, η ανάκτηση της εισφοράς ενός μετόχου είναι δυνατή μόνο αφού ικανοποιηθούν πλήρως οι πιστωτές και όχι παράλληλα με τις δικές τους απαιτήσεις .
18 Το δεύτερο πρόβλημα θα προέκυπτε από την ίδια τη διαδικασία του πτωχευτικού συμβιβασμού δι' εγκαταλείψεως της περιουσίας και από τους κανόνες που τη διέπουν . Το βελγικό δημόσιο, σε περίπτωση εκτελέσεως της απαιτήσεώς του κατά της Tubemeuse, οφείλει να σεβαστεί τους κανόνες της έννομης τάξης του περιλαμβανομένων και αυτών που διέπουν τη διαδικασία του πτωχευτικού συμβιβασμού . 'Αρα, η Tubemeuse και οι πιστωτές της μπορούν να του αντιτάξουν τις διάφορες αποφάσεις που έχουν εκδοθεί στο πλαίσιο της διαδικασίας του συμβιβασμού . Επομένως, κατά το βελγικό δίκαιο, η απόφαση της Επιτροπής μπορεί απλώς να θεμελιώσει υπέρ του βελγικού δημοσίου την ύπαρξη εγχειρόγραφης απαίτησης εις βάρος της Tubemeuse, δεδομένου ότι ο μέτοχος, όπως το βελγικό δημόσιο, δεν έχει έναντι της εταιρίας κανένα ειδικό προνόμιο για την ανάκτηση της εισφοράς του ή της απαιτήσεώς του εκ δανείων . Το βελγικό δημόσιο βρίσκεται δηλαδή στη θέση εγχειρόγραφου πιστωτή ο οποίος δεσμεύεται, όπως ακριβώς και οι άλλοι εγχειρόγραφοι πιστωτές, κατά τα εκτεθέντα στη σκέψη 11 της παρούσας Διάταξης, από την αναστολή όλων των μέσων εκτελέσεως κατόπιν της κινήσεως της διαδικασίας του πτωχευτικού συμβιβασμού . Στην πραγματικότητα λοιπόν το βελγικό δημόσιο αδυνατεί να ανακτήσει τις επίδικες ενισχύσεις .
19 Το βελγικό δημόσιο προβάλλει επίσης ότι ακόμη και αν η απαίτηση, θεμελιούμενη στην απόφαση της Επιτροπής, γίνει δεκτή στη διαδικασία του συμβιβασμού, η εν λόγω αναγγελία θα μπορούσε να προκαλέσει, εν πάση περιπτώσει, την εξουδετέρωση της διαδικασίας του συμβιβασμού και την άμεση πτώχευση της Tubemeuse, πράγμα που θα προκαλούσε άμεση και ανεπανόρθωτη ζημία όχι μόνο στην εταιρία αλλά και στους πιστωτές της . Πράγματι ο συμβιβασμός καθιστά δυνατή την εκκαθάριση του ενεργητικού της Tubemeuse με καλύτερους όρους από την πτώχευση που, αν κηρυχθεί, θα εκμηδενίσει τις πιθανότητες των εγχειρογράφων δανειστών να εισπράξουν μερίδιο από την εκκαθάριση .
20 Η πιθανή κήρυξη της Tubemeuse σε πτώχευση σε περίπτωση που το βελγικό δημόσιο αναγγείλει την απαίτησή του προκύπτει από το στοιχείο ότι ορισμένοι πιστωτές άσκησαν έφεση κατά της αποφάσεως της 10ης Μαρτίου 1987, οπότε η εν λόγω αναγγελία απαιτήσεως θα μπορούσε να έχει κρίσιμες συνέπειες όπως τη μεταρρύθμιση της εν λόγω απόφασης με την οποία όχι μόνο επικυρώθηκε προς το συμφέρον των πιστωτών ο ζητούμενος συμβιβασμός αλλά και απορρίφθηκαν ως αβάσιμες οι κατ' αυτού αντιρρήσεις ορισμένων πιστωτών που επικαλέστηκαν τη νομολογιακή αρχή ότι η αίτηση επικυρώσεως πτωχευτικού συμβιβασμού δι' εγκαταλείψεως της περιουσίας είναι άνευ αντικειμένου όταν προκύπτει ότι η εκκαθάριση του ενεργητικού μόλις αρκεί να ικανοποιήσει τους προνομιούχους πιστωτές, είναι δε επομένως πιθανό ότι οι κοινοί πιστωτές δεν θα ικανοποιηθούν καθόλου . Το βελγικό δημόσιο υποστηρίζει ότι η εν λόγω αναγγελία απαιτήσεως να ενίσχυε τελικά τη θέση των αντιτιθεμένων πιστωτών διότι θα αύξανε το εγχειρόγραφο παθητικό της Tubemeuse σε 16 δισεκατομμύρια ΒFR περίπου, από το οποίο η απαίτηση του βελγικού δημοσίου αντιπροσωπεύει ποσοστό άνω των τριών τετάρτων ενώ, πριν από την επικύρωση, το παθητικό ανερχόταν σε 4 046 871 237 ΒFR, η δε απαίτηση του βελγικού δημοσίου αντιπροσώπευε κάτι περισσότερο από το ένα τέταρτο . Επομένως το Cour d' appel της Λιέγης δεν θα μπορούσε να διατηρήσει την απόφαση επικυρώσεως του συμβιβασμού επικαλούμενο το συμφέρον των εγχειρόγραφων πιστωτών .
21 Με τις γραπτές παρατηρήσεις που κατέθεσε στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας ασφαλιστικών μέτρων, η Επιτροπή παρατηρεί ότι το αιτούν δεν απέδειξε ότι η εκτέλεση της απόφασης της 4ης Φεβρουαρίου 1987 κινδυνεύει να προκαλέσει σοβαρή και ανεπανόρθωτη ζημία στην Tubemeuse .
22 Η Επιτροπή παρατηρεί σχετικώς ότι το βελγικό δημόσιο μπορεί να εκτελέσει την απόφαση εκδίδοντας διοικητική απόφαση ανακλήσεως της διοικητικής πράξης με την οποία χορηγήθηκαν οι επίδικες ενισχύσεις και στη συνέχεια απόφαση ανακτήσεως των παρανόμως χορηγηθεισών ενισχύσεων, η οποία και θα συνιστά αποδεικτικό απαιτήσεως που θα πρέπει να αναγγελθεί στο πλαίσιο της διαδικασίας πτωχευτικού συμβιβασμού της Tubemeuse . H Tubemeuse και οι εκκαθαριστές της έχουν εσωτερικά ένδικα μέσα τόσο έναντι της αποφάσεως ανακλήσεως και ανακτήσεως όσο και έναντι της αναγγελίας απαιτήσεως . Συγκεκριμένα μπορούν να ασκήσουν διοικητική προσφυγή ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας κατά των αποφάσεων ανακλήσεως και ανακτήσεως του βελγικού δημοσίου . Εκτός από την αγωγή που έχουν ενδεχομένως οι εκκαθαριστές της εταιρίας βάσει του άρθρου 32 του νόμου της 25ης Σεπτεμβρίου 1946, περί πτωχευτικού συμβιβασμού, η Tubemeuse έχει επίσης, όπως προκύπτει από τα άρθρα 22 και 29 του εν λόγω νόμου, τη δυνατότητα να αμφισβητήσει ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων το κύρος της απαιτήσεως που θα έχει αναγγείλει το βελγικό δημόσιο βάσει της αποφάσεως της Επιτροπής της 4ης Φεβρουαρίου 1987 . Επικαλούμενη την κρίση του Δικαστηρίου στην υπόθεση 310/85 R ( Διάταξη του Προέδρου της 6ης Φεβρουαρίου 1986, Deufil κατά Επιτροπής, Συλλογή σ . 537 ), η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι η δυνατότητα που έχει η Tubemeuse να ασκήσει ένδικα μέσα του εθνικού δικαίου είτε για να αμφισβητήσει το επίδικο μέτρο είτε για να επιτύχει την αναστολή εκτελέσεώς του εκμηδενίζουν τον κίνδυνο να υποστεί σοβαρή και ανεπανόρθωτη ζημία από την εκτέλεση της απόφασης της 4ης Φεβρουαρίου 1987 .
23 Κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, το επείγον της αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων κατά την έννοια του άρθρου 83, παράγραφος 2, του κανονισμού διαδικασίας εκτιμάται με γνώμονα την ανάγκη εκδόσεως προσωρινής απόφασης για να μη υποστεί σοβαρή και ανεπανόρθωτη βλάβη ο διάδικος που ζητεί το προσωρινό μέτρο . Επομένως, ο διάδικος που ζητεί την αναστολή εκτελέσεως οφείλει να αποδείξει ότι αν αναμένει την έκβαση της κύριας δίκης θα υποστεί προσωπικώς ζημία με σοβαρές και ανεπανόρθωτες συνέπειες .
24 Πρέπει να σημειωθεί ότι το ουσιώδες αυτό στοιχείο δεν συντρέχει εν προκειμένω . Η ζημία την οποία επικαλείται το βελγικό δημόσιο εν προκειμένω αφορά, όπως εκτίθεται στη σκέψη 19, την ενδεχόμενη βλάβη που θα υποστεί η επιχείρηση Tubemeuse και οι πιστωτές της σε περίπτωση που δεν γίνει δεκτή η αίτηση αναστολής εκτελέσεως και όχι τη βλάβη που θα υφίστατο το ίδιο σ' αυτή την περίπτωση .
25 Απαντώντας σε ερώτηση που του υποβλήθηκε κατά τη συνεδρίαση, ο εκπρόσωπος της βελγικής κυβέρνησης παρατήρησε ότι η ζημία που ενδέχεται να υποστεί το Βασίλειο του Βελγίου είναι ότι μπορεί να εναχθεί από τους πιστωτές της Tubemeuse στην περίπτωση που το Cour d' appel της Λιέγης κηρύξει την επιχείρηση σε πτώχευση αν το Βασίλειο του Βελγίου προβεί, στο πλαίσιο του συμβιβασμού, σε αναγγελία απαιτήσεως ή σε εκτέλεση της απόφασης της Επιτροπής της 4ης Φεβρουαρίου 1987 . Είναι προφανές ότι σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου μια τόσο αόριστη ενδεχόμενη ζημία δεν μπορεί να θεωρηθεί ως σοβαρή και ανεπανόρθωτη .
26 Σημειωτέον εξάλλου ότι ακόμη και αν η ίδια η επιχείρηση Tubemeuse υποστήριζε ότι η διαδικασία ανακτήσεως που θα κινούσε το βελγικό δημόσιο εις εκτέλεση της απόφασης της Επιτροπής της 4ης Φεβρουαρίου 1987 θα μπορούσε να της προκαλέσει σοβαρή και ανεπανόρθωτη ζημία και πάλι θα έπρεπε να επικαλεστεί περιστάσεις και να προβάλει επιχειρήματα αποδεικνύοντα ότι τα μέσα αμύνης που έχει κατά το βελγικό δίκαιο δεν της επιτρέπουν να αποφύγει την εν λόγω ζημία .
27 Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι το αιτούν δεν προέβαλε κανένα κρίσιμο επιχείρημα που να αποδεικνύει ότι θα υποστεί σοβαρή και ανεπανόρθωτη ζημία αν δεν γίνει δεκτό το προσωρινό μέτρο που ζητεί .
ΔιατακτικόΓια τους λόγους αυτούς
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ,
κρίνοντας κατά τη διαδικασία των προσωρινών μέτρων, διατάσσει :
1 ) Απορρίπτει την αίτηση .
2 ) Επιφυλάσσεται ως προς τα δικαστικά έξοδα .
Λουξεμβούργο, 15 Ιουνίου 1987 .
Top