Avis juridique important
ΔΙΑΤΑΞΗ ΤΟΥ ΠΡΟΕΔΡΟΥ ΤΟΥ ΤΡΙΤΟΥ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΤΗΣ 10ΗΣ ΙΟΥΛΙΟΥ 1987. - HENRI MAURISSEN ΚΑΤΑ ΕΛΕΓΚΤΙΚΟΥ ΣΥΝΕΔΡΙΟΥ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΙΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ. - ΥΠΑΛΛΗΛΟΣ - ΑΝΑΣΤΟΛΗ ΕΚΤΕΛΕΣΕΩΣ. - ΥΠΟΘΕΣΗ 193/87 R.
Συλλογή της Νομολογίας του Δικαστηρίου 1987 σελίδα 03445
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Διατακτικό
++++
Διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων - Αναστολή εκτελέσεως - Προϋποθέσεις χορηγήσεως - Σοβαρή και δυσχερώς επανορθώσιμη ζημία
( Κανονισμός διαδικασίας, άρθρο 83, παράγραφος 2 )
ΔιάδικοιΣτην υπόθεση 193/87 R,
Henri Maurissen, υπάλληλος του Ελεγκτικού Συνεδρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενος και επικουρούμενος από τον J.-N . Louis, δικηγόρο Βρυξελλών, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο την Y . Hamilius, δικηγόρο στο Cour d' appel του Λουξεμβούργου, 11, boulevard Royal,
αιτών,
κατά
Ελεγκτικού Συνεδρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενου από τους Michael Becker και Marc Ekelmans, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο την έδρα του Ελεγκτικού Συνεδρίου, 29, rue Aldringen,
καθού,
που έχει ως αντικείμενο να διαταχθεί, κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, η αναστολή εκτελέσεως δύο αποφάσεων του προέδρου του Ελεγκτικού Συνεδρίου, ήτοι αφενός της από 17 Μαρτίου 1987 απόφασής τους με την οποία δόθηκε εντολή στην υπηρεσία του εσωτερικού ταχυδρομείου του Συνεδρίου να αποστεί προσωρινώς από τη διευκόλυνση της θέσεως σε κυκλοφορία των συνδικαλιστικών δελτίων, αφετέρου της από 31 Μαρτίου 1987 απόφασής του να μη χορηγεί στους αντιπροσώπους της Union syndicale ( Συνδικαλιστικής Ενώσεως ) απαλλαγή από την άσκηση των καθηκόντων τους, ώστε να μπορούν να συμμετέχουν στις συνεδριάσεις της επιτροπής διαβουλεύσεως,
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ( τρίτο τμήμα ),
κρίνοντας δυνάμει των άρθρων 9, παράγραφος 4, και 96 του κανονισμού διαδικασίας, εκδίδει την ακόλουθη
Διάταξη
Σκεπτικό της απόφασης1 Με προκήρυξη της 26ης Φεβρουαρίου 1987, αναφερόμενη στις προθέσεις του Ελεγκτικού Συνεδρίου σχετικά με τις προβλέψεις δαπανών για το οικονομικό έτος 1988, η Union syndicale Λουξεμβούργου κατήγγελλε την αύξηση του αριθμού των εκτάκτων υπαλλήλων . Σύμφωνα με την προκήρυξη, η αύξηση αυτή όχι μόνο μπορούσε να οδηγήσει σε υποβάθμιση της ευρωπαϊκής δημόσιας διοικήσεως, αλλά και να αποτελέσει απειλή κατά της ανεξαρτησίας του Συνεδρίου και υπονόμευση του ρόλου του ως "δημοσιονομικής συνείδησης της Ευρώπης ".
2 Στις 17 Μαρτίου 1987, ο πρόεδρος του Ελεγκτικού Συνεδρίου απηύθυνε στον Maurissen, μοναδικό υπάλληλο του Συνεδρίου του οποίου το όνομα περιλαμβανόταν μεταξύ των μελών της εκτελεστικής επιτροπής της Union syndicale που αναγράφονταν στο κάτω μέρος της προκήρυξης, έγγραφο με το οποίο, αφού απεδοκίμαζε την προκήρυξη, τόσο ως προς τον τύπο όσο και ως προς το περιεχόμενό της, του γνωστοποιούσε ότι είχε αποφασίσει να απαγορεύσει προσωρινώς στην υπηρεσία του εσωτερικού ταχυδρομείου τη διανομή συνδικαλιστικών δελτίων, η οποία θα πρέπει εφεξής να διενεργείται είτε μέσω της επιτροπής προσωπικού, είτε με επιμέλεια αυτών των ίδιων των συνδικαλιστικών οργανώσεων .
3 Εξάλλου, στις 11 Μαρτίου 1987, ο γενικός γραμματέας της Union syndicale Λουξεμβούργου πληροφόρησε τον πρόεδρο του Ελεγκτικού Συνεδρίου για τη σύσταση συνδικαλιστικής αντιπροσωπείας στο Συνέδριο ζητώντας του να απαλλάξει από την άσκηση των καθηκόντων τους τα μέλη της αντιπροσωπείας που είχαν οριστεί για να συμμετάσχουν στις συνεδριάσεις με την Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων για τα θέματα προσωπικού : επρόκειτο, ειδικότερα, για τις συνεδριάσεις της επιτροπής διαβουλεύσεως που είχε συστήσει τον Ιούνιο 1981 το Συμβούλιο για να έχει τη δυνατότητα να λαμβάνει, εν πλήρει γνώσει των καταστάσεων, τις αποφάσεις του επί θεμάτων προσωπικού στην επιτροπή αυτή συμμετέχουν, πέρα από τους εκπροσώπους των κρατών και των οργάνων, και εκπρόσωποι του προσωπικού που ορίζονται από τις συνδικαλιστικές και επαγγελματικές οργανώσεις .
4 Στις 31 Μαρτίου 1987, ο πρόεδρος του Ελεγκτικού Συνεδρίου, σημειώνοντας ότι έλαβε γνώση της συστάσεως συνδικαλιστικής αντιπροσωπείας, απάντησε στο γενικό γραμματέα της Union syndicale ότι δεν μπορούσε να δεχτεί το αίτημά του περί απαλλαγής από την άσκηση των καθηκόντων την άρνησή του αιτιολόγησε ως εξής :
"Μολονότι είναι αληθές ότι ο κανονισμός υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων αναγνωρίζει, στο άρθρο 24α, το δικαίωμα του συνεταιρίζεσθαι σε όλους τους υπαλλήλους, μόνο τα καθήκοντα που ασκούνται από τα μέλη της επιτροπής προσωπικού και από τους υπαλλήλους που συνεδριάζουν, κατ' εξουσιοδότηση της επιτροπής προσωπικού, σε όργανο προβλεπόμενο από τον κανονισμό ή συνεστημένο από το κοινοτικό όργανο θεωρούνται, δυνάμει του ίδιου κανονισμού, ως αποτελούντα τμήμα των υπηρεσιακών τους καθηκόντων ."
Εν τω μεταξύ, η αίτηση του Maurissen για τη χορήγηση ειδικής άδειας, προκειμένου να παραστεί σε συνεδρίαση διαβουλεύσεως στις Βρυξέλλες, είχε απορριφθεί με έγγραφο της 25ης Μαρτίου 1987 του προϊσταμένου του τμήματος διοικήσεως και προσωπικού του Συνεδρίου, με την ίδια αιτιολογία .
5 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 22 Ιουνίου 1987, ο Maurissen άσκησε προσφυγή, με την οποία ζητεί ιδίως την ακύρωση των παραπάνω αποφάσεων του προέδρου του Ελεγκτικού Συνεδρίου, της 17ης και της 31ης Μαρτίου 1987 .
6 Με αίτηση λήψεως ασφαλιστικών μέτρων, την οποία κατέθεσε αυθημερόν κατ' εφαρμογή του άρθρου 91, παράγραφος 4, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων, ο αιτών ζήτησε να ανασταλεί η εκτέλεση των παραπάνω αποφάσεων, έως ότου αποφανθεί το Δικαστήριο επί της κύριας προσφυγής . Ζητεί, εξάλλου, από το Δικαστήριο να υποχρεώσει το Ελεγκτικό Συνέδριο, αφενός, να διανέμει, μέσω της αρμόδιας υπηρεσίας του, στο σύνολο του προσωπικού όλες τις προκηρύξεις, ανακοινώσεις ή πληροφορίες που εκδίδονται από τις αντιπροσωπευτικές οργανώσεις του προσωπικού και, αφετέρου, να επιτρέπει στον αιτούντα να συμμετέχει, με την έγκριση της υπηρεσίας, σε όλες τις συνεδριάσεις της επιτροπής διαβουλεύσεως .
7 Προς θεμελίωση των αιτημάτων του, ο Maurissen επικαλείται δύο λόγους . Ο ένας, που αφορά ειδικότερα την αναστολή εκτελέσεως της απόφασης της 17ης Μαρτίου 1987, αναφέρεται στη μη τήρηση, σε συνάρτηση και προς το άρθρο 24α του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων, του καθήκοντος αρωγής της διοικήσεως έναντι των υπαλλήλων της : το καθήκον αυτό επιβάλλει στα θεσμικά όργανα να δίνουν εντολή στις υπηρεσίες τους να διανέμουν στο προσωπικό κάθε πληροφορία προερχόμενη από τις αντιπροσωπευτικές του προσωπικού συνδικαλιστικές οργανώσεις, ώστε να παρέχουν σ' αυτές τη δυνατότητα να ασκούν πλήρως τα δικαιώματα που τους έχει αναγνωρίσει το Δικαστήριο . Ως προς την αναστολή εκτελέσεως της απόφασης της 31ης Μαρτίου 1987, το σχετικό αίτημα στηρίζεται στην παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχείρισης των υπαλλήλων, καθόσον όλα τα άλλα κοινοτικά όργανα χορηγούν απαλλαγή από την άσκηση των καθηκόντων στους συνδικαλιστικούς εκπροσώπους του προσωπικού τους, καθώς και στο γεγονός ότι το Ελεγκτικό Συνέδριο αποστέλλει υπηρεσιακώς υπαλλήλους του για να το εκπροσωπήσουν ως θεσμικό όργανο κατά τις συνεδριάσεις της επιτροπής διαβουλεύσεως, ενώ το προσωπικό του Συνεδρίου στερείται, με την προσβαλλόμενη απόφαση, κάθε δυνατότητα αντιπροσωπεύσεως .
8 Για να θεμελιώσει το επείγον της ανάγκης λήψεως των μέτρων που αιτούνται κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, ο αιτών τονίζει ότι, όπως προκύπτει από την προαναφερθείσα απόφαση του Συμβουλίου περί θεσπίσεως διαδικασίας διαβουλεύσεως, οι συνδικαλιστικές και επαγγελματικές οργανώσεις έχουν όχι απλώς το δικαίωμα αλλά και την υποχρέωση να συμμετέχουν στις συνεδριάσεις της επιτροπής διαβουλεύσεως . Η επιτροπή αυτή συνεδρίασε στις 27 Μαρτίου και 19 Ιουνίου 1987 για να ασχοληθεί με την έκτακτη εισφορά λόγω κρίσεως, που έχει θεσπιστεί με το άρθρο 66α του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως άλλες συνεδριάσεις πρόκειται να πραγματοποιηθούν σε τακτικά χρονικά διαστήματα . Η εκπροσώπηση σ' αυτές παρίσταται ακόμη επιτακτικότερη για το προσωπικό του Ελεγκτικού Συνεδρίου, δεδομένου ότι με την απόφαση της 3ης Ιουλίου 1985 ( Abrias και λοιποί κατά Επιτροπής, υπόθεση 3/83, Συλλογή 1985, σ . 1995, ιδίως σ . 2003 ), το Δικαστήριο τόνισε τη σημασία που έχει η παρουσία των πλέον αντιπροσωπευτικών οργανώσεων του προσωπικού των Κοινοτήτων σε σχέση προς την έκτακτη εισφορά λόγω κρίσεως .
9 Το Ελεγκτικό Συνέδριο ζητεί την απόρριψη της υπό κρίση αιτήσεως, υποστηρίζοντας ότι είναι απαράδεκτη . Αφενός, οι αποφάσεις κατά των οποίων στρέφεται ο Maurissen δεν του προξενούν βλάβη : η μεν απόφαση της 17ης Μαρτίου 1987, διότι δεν είναι ικανή να θίξει την υπηρεσιακή του κατάσταση, η δε απόφαση της 31ης Μαρτίου 1987, διότι έχει ως αποδέκτη το γενικό γραμματέα της Union syndicale . Αφετέρου, εφόσον δεν υφίσταται καμιά ρύθμιση, ούτε κοινή για όλα τα θεσμικά όργανα ούτε εσωτερική του Ελεγκτικού Συνεδρίου, δεν μπορεί αυτό να αναγκαστεί να παράσχει στις συνδικαλιστικές οργανώσεις διευκολύνσεις εντός του οργάνου ως προς την ταχυδρομική διανομή και απαλλαγή από την άσκηση των καθηκόντων, ούτε δυνάμει του καθήκοντος αρωγής ούτε κατ' εφαρμογή της αρχής της ίσης μεταχείρισης .
10 Το Ελεγκτικό Συνέδριο προσθέτει ότι δεν πληρούται εν προκειμένω η προϋπόθεση του επείγοντος και της υπάρξεως ζημίας, που είναι αναγκαία για τη λήψη προσωρινών μέτρων . Πράγματι, η απόφαση της 17ης Μαρτίου 1987 δεν μπορεί να προξενήσει ανεπανόρθωτη ζημία, εφόσον τα συνδικαλιστικά έγγραφα μπορούν να διανεμηθούν με άλλους τρόπους εκτός από την υπηρεσία του εσωτερικού ταχυδρομείου, όπως και πράγματι διανέμονται . Εξάλλου, τίποτε δεν εμποδίζει τον αιτούντα να μεταβαίνει στις συνεδριάσεις διαβουλεύσεως, επιβαρύνοντας με τον αναγκαίο χρόνο την κανονική του άδεια, δεδομένου ότι υπάρχει πάντα η δυνατότητα να του χορηγηθούν επιπλέον ημέρες άδειας, αν το Δικαστήριο δεχτεί την κύρια προσφυγή και ακυρώσει την απόφαση της 31ης Μαρτίου 1987 .
11 Για να κριθεί η προκειμένη αίτηση, πρέπει να υπομνηστεί ότι, κατά το άρθρο 185 της Συνθήκης, οι προσφυγές που ασκούνται ενώπιον του Δικαστηρίου κατά αποφάσεως δεν έχουν ανασταλτικό αποτέλεσμα . Το Δικαστήριο όμως μπορεί, αν κρίνει ότι επιβάλλεται από τις περιστάσεις, να διατάξει την αναστολή εκτελέσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως .
12 Κατά το άρθρο 83, παράγραφος 2, του κανονισμού διαδικασίας του Δικαστηρίου, η έκδοση Διατάξεως περί αναστολής εκτελέσεως ή λήψεως άλλων προσωρινών μέτρων προϋποθέτει την ύπαρξη συνθηκών που θεμελιώνουν το επείγον της λήψεως τέτοιων μέτρων προς αποφυγή σοβαρής και δυσχερώς επανορθώσιμης ζημίας, καθώς και τη συνδρομή λόγων που αιτιολογούν, εκ πρώτης όψεως, τη λήψη των μέτρων αυτών .
13 Το βάσιμο των αιτημάτων της υπό κρίση αιτήσεως πρέπει επομένως να εξεταστεί υπό το φως αυτών των διατάξεων και της σχετικής νομολογίας .
14 Χωρίς να είναι αναγκαίο να εξεταστεί αν οι λόγοι που επικαλείται ο Maurissen είναι τέτοιας φύσεως που να δικαιολογούν τη λήψη των μέτρων τα οποία ζητεί, πρέπει να γίνει δεκτό ότι δεν πληρούται εν προκειμένω η προϋπόθεση του επείγοντος και της σοβαρής και δυσχερώς επανορθώσιμης ζημίας .
15 'Οσον αφορά, πρώτον, την αναστολή εκτελέσεως της απόφασης της 17ης Μαρτίου 1987, πρέπει να τονισθεί ότι ο προσφεύγων δεν αναφέρει στην αίτησή του κανένα στοιχείο από το οποίο να προκύπτει η ύπαρξη της προϋπόθεσης αυτής . Η επιχειρηματολογία που προβάλλει αναφέρεται αποκλειστικά στο επείγον της αποκαταστάσεως της ζημίας που του προκαλεί η άμεση εκτέλεση της απόφασης της 31ης Μαρτίου 1987, περί μη χορηγήσεως απαλλαγής από την άσκηση των καθηκόντων του, και όχι της απόφασης της 17ης Μαρτίου 1987 . Αντιθέτως, δεν εξηγεί για ποιο λόγο η απαγόρευση χρήσεως των υπηρεσιών του εσωτερικού ταχυδρομείου για τη διανομή των συνδικαλιστικών πληροφοριών θα μπορούσε να του προκαλέσει σοβαρή και δυσχερώς επανορθώσιμη ζημία, ούτε γιατί είναι επείγον να τεθεί τέρμα στην απαγόρευση αυτή .
16 'Οπως, άλλωστε, προκύπτει από άλλα έγγραφα της δικογραφίας και από τη συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου, η αμφισβητούμενη απόφαση του προέδρου του Ελεγκτικού Συνεδρίου δεν καθιστά αδύνατη τη διανομή στο προσωπικό των συνδικαλιστικών εγγράφων, εφόσον παρέχεται η ευχέρεια στις συνδικαλιστικές οργανώσεις να προβούν με άλλους τρόπους - και ιδίως μέσω των υπευθύνων τους ή των μελών τους - στη διανομή των εγγράφων αυτών .
17 'Οσον αφορά, δεύτερον, την αναστολή εκτελέσεως της απόφασης της 31ης Μαρτίου 1987, όπως προκύπτει από τις παρατηρήσεις που διατύπωσε προς άμυνά του, το Ελεγκτικό Συνέδριο δεν απαγόρευσε - ούτε και προτίθεται να απαγορεύσει στο μέλλον - στον Maurissen να μεταβαίνει στις συνεδριάσεις της επιτροπής διαβουλεύσεως . Επομένως, η άρνηση του καθού να απαλλάξει τον αιτούντα από την άσκηση των καθηκόντων του δεν εμποδίζει τον τελευταίο να συμμετέχει στις συνεδριάσεις αυτές, εφόσον έχει τη δυνατότητα να επιβαρύνει με τον αναγκαίο χρόνο την κανονική του άδεια . Αν τυχόν το Δικαστήριο, κρίνοντας επί της κύριας προσφυγής, ακυρώσει την αμφισβητούμενη απόφαση της 31ης Μαρτίου 1987, τίποτε δεν εμποδίζει να χορηγηθούν εκ νέου στον ενδιαφερόμενο οι ημέρες άδειας τις οποίες θα έχει αναλώσει για το λόγο αυτό .
18 Μολονότι ο αιτών ισχυρίστηκε κατά τη συζήτηση ότι η συμμετοχή του σε μαθήματα και σε εξετάσεις του Centre universitaire του Λουξεμβούργου μείωνε αισθητά τις ημέρες άδειας που μπορούσε να διαθέσει για το σκοπό αυτό, δεν αποδείχθηκε ότι η περίσταση αυτή, που οφείλεται άλλωστε σε προσωπική επιλογή του ενδιαφερομένου, καθιστούσε αδύνατη τη συμμετοχή του στις εργασίες του οργάνου διαβουλεύσεως . Συνεπώς, πρέπει να γίνει δεκτό ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν μπορεί να προκαλέσει στον αιτούντα σοβαρή και δυσχερώς επανορθώσιμη ζημία, που να δικαιολογεί την αναστολή της εκτελέσεώς της .
19 Από τις προηγούμενες σκέψεις προκύπτει ότι η αίτηση λήψεως ασφαλιστικών μέτρων πρέπει να απορριφθεί .
ΔιατακτικόΓια τους λόγους αυτούς
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ( τρίτο τμήμα ),
κρίνοντας κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, μετά από ακρόαση του γενικού εισαγγελέα,
διατάσσει :
1 ) Απορρίπτει την αίτηση λήψεως ασφαλιστικών μέτρων .
2 ) Επιφυλάσσεται ως προς τα δικαστικά έξοδα .
Λουξεμβούργο, 10 Ιουλίου 1987 .
Top