Σημαντική ανακοίνωση νομικού περιεχομένου
Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Tesauro της 16ης Μαΐου 1989. - ΒΑΣΙΛΕΙΟ ΤΗΣ ΙΣΠΑΝΙΑΣ ΚΑΙ ΓΑΛΛΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΚΑΤΑ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΙΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ. - ΘΑΛΑΣΣΙΑ ΑΛΙΕΙΑ - ΔΗΛΩΣΕΙΣ ΑΛΙΕΥΜΑΤΩΝ. - ΣΥΝΕΚΔΙΚΑΖΟΜΕΝΕΣ ΥΠΟΘΕΣΕΙΣ 6/88 ΚΑΙ 7/88.
Συλλογή της Νομολογίας του Δικαστηρίου 1989 σελίδα 03639
Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
++++
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
1. Με τις παρούσες προσφυγές το Βασίλειο της Ισπανίας και η Γαλλική Δημοκρατία προσβάλλουν τον κανονισμό 3151/87 της Επιτροπής (1).
Ο επίδικος κανονισμός εκδόθηκε βάσει του άρθρου 10 του κανονισμού 2241/87 του Συμβουλίου (2). Ο τελευταίος, ο οποίος κωδικοποιεί τον προηγούμενο κανονισμό 2057/82 του Συμβουλίου (3) και τις διαδοχικές τροποποιήσεις του, θεσπίζει ορισμένα μέτρα ελέγχου για τις αλιευτικές δραστηριότητες. Εκτός από τα μέτρα ελέγχου (τίτλος Ι, άρθρα 1 έως 4), ο κανονισμός αυτός προβλέπει (τίτλος ΙΙ, άρθρα 5 έως 9) ένα σύνθετο σύστημα μέτρων για την εξασφάλιση αποτελεσματικού ελέγχου των αλιευομένων ποσοτήτων. Ειδικότερα, οι πλοίαρχοι κοινοτικών αλιευτικών σκαφών υποχρεούνται (άρθρο 5) να τηρούν ημερολόγιο πλοίου αναφέροντας, για κάθε είδος για το οποίο έχει οριστεί σύνολο επιτρεπομένων αλιευμάτων (ΤΑC), τις ποσότητες, την ημερομηνία και τον τόπο αλιεύσεως σε σχέση με τη μικρότερη ζώνη για την οποία έχει οριστεί και τεθεί σε διαχείριση ΤΑC ή ποσόστωση. Εξάλλου, κατά την εκφόρτωση σε κοινοτικό λιμένα πρέπει να υποβάλλεται στις τοπικές αρχές δήλωση που να αναφέρει τις εκφορτωθείσες ποσότητες και τον τόπο αλιείας σε σχέση με τη μικρότερη ζώνη για την οποία έχει καθοριστεί ποσόστωση (άρθρο 6). Ανάλογες κατ' ουσίαν πληροφορίες πρέπει να παρέχονται στο κράτος της σημαίας σε περίπτωση μεταφορτώσεως των αλιευμάτων σε άλλο σκάφος ή εκφορτώσεως εκτός του εδάφους της Κοινότητας (άρθρο 7). Τα κράτη μέλη υποχρεούνται να καταγράφουν τις εκφορτώσεις και να κοινοποιούν κάθε μήνα στην Επιτροπή το σύνολο των συγκεντρωθέντων στοιχείων (άρθρο 9) οι πληροφορίες αυτές πρέπει να είναι λεπτομερέστερες και να παρέχονται σε συχνότερα διαστήματα όταν από τα στοιχεία αυτά προκύπτει ότι οι αλιευθείσες ποσότητες πλησιάζουν το επίπεδο του ΤΑC ή της ποσοστώσεως.
Κατά το άρθρο 10 του κανονισμού 2241/87:
"Σύμφωνα με τη διαδικασία που ορίζεται στο άρθρο 14 (επιτροπή διαχειρίσεως), συμπληρωματικά αποθέματα ή ομάδες αποθεμάτων μπορούν να υπάγονται στα άρθρα 5 έως 9."
Βάσει της διατάξεως αυτής η Επιτροπή επεξέτεινε, με τον επίδικο κανονισμό, πολλές από τις διατάξεις των άρθρων 5 έως 9 του κανονισμού 2241/87 στην αλιευτική δραστηριότητα που ασκούν κοινοτικοί αλιείς στα ύδατα ορισμένων αναπτυσσομένων χωρών με τις οποίες η Κοινότητα έχει συνάψει ειδικές συμφωνίες.
2. Πριν προχωρήσω στην ανάλυσή μου, πρέπει να υπενθυμίσω ότι οι συμφωνίες αυτές ανήκουν στην κατηγορία των λεγομένων συμφωνιών "αντισταθμίσεως".
Αντίθετα προς τις συμφωνίες "αμοιβαιότητας" (που έχει συνάψει η ΕΟΚ με τη Σουηδία, τη Νορβηγία, τη Φινλανδία και τις νήσους Φερόε) (4), που επιτρέπουν στα κοινοτικά σκάφη την πρόσβαση στα ύδατα των χωρών αυτών για συγκεκριμένες περιόδους και ζώνες και σε σχέση με προκαθορισμένες ποσότητες αλιευμάτων (βάσει ετησίων ποσοστώσεων), με αντάλλαγμα ανάλογες παραχωρήσεις στην κοινοτική αλιευτική ζώνη (συμφωνίες ιχθύς αντί ιχθύος), οι "συμφωνίες αντισταθμίσεως" (5) στηρίζονται στην αρχή της καταβολής από την Κοινότητα χρηματικής (ή άλλης) αμοιβής ως ανταλλάγματος για τα παραχωρούμενα στα κοινοτικά σκάφη δικαιώματα αλιείας στα ύδατα των συμβαλλομένων χωρών.
Προέχων σ' αυτές τις αλιευτικές συμφωνίες είναι ο καθορισμός της φύσεως και του ύψους των ανταλλαγμάτων που οφείλει η ΕΟΚ. Μικρότερη σημασία έχουν οι διατάξεις που αφορούν τη διατήρηση των αλιευτικών πόρων και τα μέτρα ελέγχου. Ο περιορισμός των αλιευτικών δυνατοτήτων - όταν προβλέπεται - στηρίζεται κυρίως στα κριτήρια του γεωγραφικού περιορισμού ή του περιορισμού των αδειών (κατά αριθμό σκαφών ή κατά χωρητικότητα) και όχι στο κριτήριο του όγκου των αλιευμάτων. Σε κάθε περίπτωση πρόκειται για ειδικές διατάξεις διμερούς χαρακτήρα.
3. Κατόπιν αυτών - για περισσότερες λεπτομέρειες παραπέμπω στην έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση - παρατηρώ ότι στην προκειμένη περίπτωση τα προσφεύγοντα κράτη υποστηρίζουν καταρχάς ότι η Επιτροπή δεν ήταν αρμόδια για την έκδοση του κανονισμού 3151/87. Πράγματι, η επιχειρηματολογία που προβλήθηκε υπέρ αυτού του λόγου ακυρώσεως δεν μου φάνηκε να χαρακτηρίζεται από σαφήνεια και συνέπεια, όπως εξάλλου και τα αντίθετα συμπεράσματα που συνήγαγε η Επιτροπή. Το επίκεντρο της συλλογιστικής των προσφευγόντων φαίνεται πάντως ότι είναι το ακόλουθο: κατά την άποψή τους, το άρθρο 10 δεν αποτελεί, στην προκειμένη περίπτωση, κατάλληλη νομική βάση. Συγκεκριμένα, η διάταξη αυτή δεν παρέχει στην Επιτροπή την εξουσία να θεσπίζει ελέγχους (που συνεπάγονται υποχρεώσεις εις βάρος τόσο των ιδιωτών όσο και των κρατών μελών) σε σχέση με τις αλιευτικές δραστηριότητες σε χωρικά ύδατα όπου δεν ισχύει κοινοτικό σύστημα διατηρήσεως και διαχειρίσεως των αλιευτικών πόρων.
Σχετικά πάντοτε με το ζήτημα αυτό οι προσφεύγοντες αμφισβήτησαν επίσης τη νομιμότητα της παραπομπής - που περιέχεται στις αιτιολογικές σκέψεις του κανονισμού 3151/87 - στο άρθρο 14 του κανονισμού 2241/87. Πρόκειται πάντως - και θα αναφερθώ αμέσως - για παρατήρηση που δεν φαίνεται λυσιτελής. Στην πραγματικότητα και το άρθρο 10 του κανονισμού 2241/87 ορίζει επίσης ότι η επέκταση των μέτρων ελέγχου πρέπει να αποφασίζεται κατά το άρθρο 14 (που παραπέμπει στη διαδικασία της επιτροπής διαχειρίσεως). Κατά συνέπεια, δύο τινά μπορεί να συμβαίνουν: είτε η εν λόγω επέκταση των ελέγχων εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 10 και επομένως είναι αναγκαστικά έργο της Επιτροπής να θεσπίζει τα εν λόγω μέτρα ακολουθώντας τη διαδικασία της επιτροπής διαχειρίσεως, είτε η επέκταση αυτή δεν προβλέπεται στο άρθρο 10, πράγμα που συνεπάγεται την αναρμοδιότητα της Επιτροπής, στο μέτρο που υπερέβη τα όρια που καθορίζονται στο άρθρο αυτό. Αυτό πάντως σημαίνει ότι η αρμοδιότητα της Επιτροπής για την έκδοση του επίδικου κανονισμού πρέπει σε κάθε περίπτωση να εκτιμηθεί σε σχέση μόνο με το άρθρο 10 (που καθορίζει την αρμοδιότητα), κατ' αποκλεισμό του άρθρου 14 (που περιορίζεται να αναφέρει τον τρόπο ασκήσεώς της).
4. Ως προς το ζήτημα αυτό η Επιτροπή παρατηρεί καταρχάς γενικά ότι το κοινοτικό καθεστώς διατηρήσεως και διαχειρίσεως των αλιευτικών πόρων και συνεπώς οι σχετικοί έλεγχοι εφαρμόζονται στις αλιευτικές δραστηριότητες, ασχέτως της ζώνης όπου ασκούνται οι δραστηριότητες αυτές.
Αυτό ισχύει ιδίως για τα μέτρα ελέγχου που αναφέρονται στον κανονισμό 2241/87. Απόδειξη αποτελεί το γεγονός ότι στα άρθρα 6 και 7 του κανονισμού αυτού προβλέπεται ότι οι πλοίαρχοι των αλιευτικών σκαφών ανακοινώνουν χωριστές πληροφορίες για τις αλιεύσεις που πραγματοποιήθηκαν σε ύδατα υπαγόμενα στην κυριαρχία ή στη δικαιοδοσία τρίτων χωρών. Από αυτά συνάγεται ότι η εφαρμογή των μέτρων ελέγχου δεν περιορίζεται, κατά τόπο, μόνο στα κοινοτικά ύδατα.
Στο πλαίσιο αυτό - παρατηρεί πάντοτε η Επιτροπή -, το άρθρο 10 προβλέπει ότι ορισμένοι έλεγχοι (οι προβλεπόμενοι στα άρθρα 5 έως 9) μπορούν να εφαρμόζονται σε "συμπληρωματικά αποθέματα ή ομάδες αποθεμάτων". 'Οπως προκύπτει από την ενδέκατη αιτιολογική σκέψη, ως "συμπληρωματικά αποθέματα" νοούνται τα "αποθέματα τα οποία δεν υπόκεινται σε σύνολο επιτρεπομένων αλιευμάτων ή σε ποσοστώσεις". Ούτε αυτή η έννοια περιορίζεται εδαφικά.
Από τα προηγούμενα προκύπτει ότι τελικά το άρθρο 10 επιτρέπει στην Επιτροπή να επεκτείνει τους εν λόγω ελέγχους και σε αποθέματα τα οποία, όπως ακριβώς στην προκειμένη περίπτωση, δεν υπόκεινται σε ΤΑC ή σε ποσοστώσεις, εφόσον βρίσκονται σε ύδατα για τα οποία δεν εφαρμόζεται καθεστώς ποσοτικού περιορισμού των δυνατοτήτων αλιείας.
5. Διευκρινίζω καταρχάς ότι το 1983, όταν καθορίστηκαν οι νέες κατευθυντήριες γραμμές της αλιευτικής πολιτικής - που αποκαλείται Γαλάζια Ευρώπη - το κοινοτικό καθεστώς διατηρήσεως και διαχειρίσεως θεσπίστηκε ως σύνολο μέτρων με κύριο σκοπό τη δραστηριότητα στα κοινοτικά ύδατα, πλην ρητής διατάξεως περί δικαιωμάτων αλιείας που προβλέπονται σε συγκεκριμένες διμερείς ή πολυμερείς συμφωνίες.
'Ετσι ο κανονισμός 171/83 (6), που προβλέπει, δυνάμει των διατάξεων του βασικού κανονισμού 170/83 (7), ορισμένα τεχνικά μέτρα διατηρήσεως των αλιευτικών πόρων, ορίζει, στο άρθρο 1, παράγραφος 1, που φέρει τον τίτλο "Οριοθέτηση των ζωνών", τα εξής:
"Ο παρών κανονισμός αφορά την αλίευση και την εκφόρτωση των βιολογικών πόρων που αναπτύσσονται στο σύνολο των θαλασσίων υδάτων που υπάγονται στην κυριαρχία ή στη δικαιοδοσία των κρατών μελών και ανήκουν σε μια από τις ακόλουθες περιοχές..." (8).
Αυτό με την επιφύλαξη των ειδικών διατάξεων που διέπουν τις αλιευτικές ενέργειες στο Skagerrak και Kattegat και που έχουν συμφωνηθεί μεταξύ των αντιπροσωπειών της Κοινότητας, της Νορβηγίας και της Σουηδίας.
Με ανάλογο τρόπο ο κανονισμός 172/83 (9), ο οποίος στηριζόμενος πάντοτε στις διατάξεις του κανονισμού 170/83, καθορίζει συγκεκριμένα, για το 1982, τα σύνολα επιτρεπομένων αλιευμάτων, το μερίδιο της Κοινότητας από αυτά τα αλιεύματα και την κατανομή του μεριδίου αυτού στα κράτη μέλη, προβλέπει στο άρθρο 2 τα εξής:
"Το σύνολο των επιτρεπομένων αλιευμάτων (ΤΑC) ανά απόθεμα ή ομάδα αποθεμάτων που αναπτύσσονται στα ύδατα τα οποία ευρίσκονται στην κυριαρχία ή στη δικαιοδοσία των κρατών μελών και διέπονται από την κοινοτική νομοθεσία, καθώς και το διαθέσιμο για την Κοινότητα μερίδιο, καθορίζονται για το έτος 1982 στο παράρτημα Ι."
Το παράρτημα Ι περιλαμβάνει τον πίνακα που αναφέρει, για κάθε είδος και κάθε ζώνη αλιείας, τα ΤΑC (σε τόνους) και το μερίδιο της Κοινότητας.
Το άρθρο 3 συνεχίζει ως εξής:
"Η κατανομή μεταξύ των κρατών μελών του διαθέσιμου για την Κοινότητα μεριδίου επιτρεπομένων αλιευμάτων, για το 1982, ανά απόθεμα ή ομάδα αποθεμάτων που ευρίσκονται στην κοινοτική αλιευτική ζώνη αναφέρεται στο παράρτημα ΙΙ."
Από τα στοιχεία αυτά προκύπτει ότι κατά τη θέσπισή του το καθεστώς ποσοτικού περιορισμού των αλιευμάτων - ακρογωνιαίο λίθο του οποίου αποτελούν ακριβώς τα ΤΑC και η κατανομή τους σε εθνικές ποσοστώσεις - εφαρμοζόταν στην κοινοτική αλιευτική ζώνη, η επέκταση της οποίας στον Ατλαντικό και τη Βόρεια Θάλασσα έλαβε, ως γνωστόν, χώρα κατ' εφαρμογή της αρχής των 200 μιλίων (βλέπε κανονισμό 170/83, πρώτη αιτιολογική σκέψη).
Είναι αλήθεια ότι στον κανονισμό 3977/87 (10), που καθορίζει τα ΤΑC για το 1988, δεν υπάρχει καμία εδαφική οριοθέτηση (11) στο άρθρο 2. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι άλλαξε η αρχική αντίληψη. Λαμβάνονται απλώς υπόψη τα αποτελέσματα των διαβουλεύσεων που έγιναν σε συγκεκριμένο διμερές ή πολυμερές πλαίσιο (συμφωνίες ΕΟΚ-Βασιλείου της Νορβηγίας, ΕΟΚ-Βασιλείου της Σουηδίας και Διεθνούς Επιτροπής για την Αλιεία στη Βαλτική Θάλασσα) και κατέστησαν δυνατό τον καθορισμό των ΤΑC για ορισμένα είδη στις οικείες εξωκοινοτικές ζώνες αλιείας. Πρόκειται ιδίως για τα ΤΑC που αφορούν την αλιεία στο Skagerrak και το Kattegat (βλέπε ενδέκατη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 3977/87) και τα ΤΑC και τις ποσοστώσεις για τα αποθέματα ρέγγας, σαρδελόρεγγας και μπακαλιάρου της Βαλτικής Θάλασσας (βλέπε δέκατη τέταρτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 3977/87). Οι προβλέψεις αυτές έχουν επομένως ειδικό χαρακτήρα και αποσκοπούν στη συμπλήρωση, βάσει μηχανισμού αμοιβαιότητας, του καθεστώτος διατηρήσεως που εξακολουθεί, στις βασικές του γραμμές, να ισχύει στα κοινοτικά ύδατα με σκοπό την προστασία των σχετικών φυσικών πόρων.
6. 'Οσον αφορά, τώρα, τα μέτρα ελέγχου που προβλέπονται στον κανονισμό 2241/87, τίποτα στο κείμενο του κανονισμού αυτού δεν επιτρέπει να θεωρηθεί ότι οι ίδιοι έλεγχοι εφαρμόζονται στην αλιευτική δραστηριότητα που ασκείται εκτός των κοινοτικών υδάτων και, εν πάση περιπτώσει, στις ζώνες όπου δεν ισχύει το κοινοτικό καθεστώς περιορισμού των αλιευμάτων.
Δεν φαίνεται να έχει σημασία ως προς το ζήτημα αυτό η υποχρέωση που προβλέπεται στα άρθρα 6 και 7, βάσει των οποίων οι πλοίαρχοι υποχρεούνται να παρέχουν πληροφορίες για τις αλιεύσεις που πραγματοποιήθηκαν σε ύδατα που ελέγχονται από τρίτες χώρες. Στην πραγματικότητα, η υποχρέωση αυτή καθιστά δυνατό να θεωρούνται χωριστά - και επομένως να μπορούν να αφαιρεθούν - από τις ποσότητες που εκφορτώνονται ή μεταφορτώνονται για συγκεκριμένο είδος οι ποσότητες που αλιεύθηκαν σε ζώνες για τις οποίες δεν υπάρχει καθορισμός και διαχείριση ΤΑC. Τα στοιχεία αυτά, συγκρινόμενα με αυτά που προκύπτουν από το ημερολόγιο του πλοίου (άρθρο 5), καθιστούν επομένως δυνατή τη διαμόρφωση ενός πιο συγκεκριμένου συνολικού πλαισίου όσον αφορά τις ποσότητες (αλιευθείσες και εκφορτωθείσες) που πρέπει να καταλογιστούν στα ΤΑC και που συμβάλλουν στο να εξαντληθούν οι σχετικές ποσοστώσεις, και εκείνες που, αντίθετα, επειδή αλιεύθηκαν σε ζώνες που δεν υπάγονται σε καθεστώς περιορισμού, δεν πρέπει να λαμβάνονται υπόψη για τον υπολογισμό αυτό. Αυτό είναι σύμφωνο προς ό,τι προέβλεπε ήδη ο βασικός κανονισμός 170/83 που ορίζει, στο άρθρο 3, ότι το διαθέσιμο για την Κοινότητα μερίδιο ΤΑC "αυξάνεται κατά το σύνολο των αλιευμάτων τα οποία η Κοινότητα συλλαμβάνει εκτός των υδάτων που υπάγονται στη δικαιοδοσία ή κυριαρχία των κρατών μελών". Επομένως, τα άρθρα 6 και 7 καθιερώνουν παρεπόμενη υποχρέωση, με σκοπό την ενίσχυση του ελέγχου της αλήθειας των πληροφοριών που παρέχουν οι πλοίαρχοι όσον αφορά τα αλιεύματα που αλιεύθηκαν στις ζώνες που υπάγονται στο καθεστώς ΤΑC. Δεν υφίσταται, αντίθετα, πρόθεση καθιερώσεως αυτοτελούς ελέγχου της αλιευτικής δραστηριότητας που ασκείται εκτός των ζωνών αυτών. Αυτό εξάλλου είναι σύμφωνο με το σκοπό του κανονισμού που αποσκοπεί στην εξασφάλιση της τηρήσεως των ποσοτικών περιορισμών του συστήματος των ΤΑC και των ποσοστώσεων (βλέπε δεύτερη αιτιολογική σκέψη και άρθρο 11 του προαναφερθέντος κανονισμού).
7. Η Επιτροπή υπενθύμισε επίσης ότι σε ορισμένες ρυθμίσεις που καθορίζουν ποσοστώσεις για την αλιεία που ασκείται σε μη κοινοτικά ύδατα προβλέπεται η εφαρμογή των ελέγχων που αναφέρονται στον κανονισμό 2241/87. Πρόκειται για τον κανονισμό 3978/87 (12) για τη Νορβηγία, τον κανονισμό 3983/87 (13) για τη Γροιλανδία, τον κανονισμό 3984/87 (14) για τη ζώνη διακανονισμού ΝΑFΟ, καθώς και για τον κανονισμό 3981/87 (15) για τις νήσους Φερόε. Πρέπει πάντως να διευκρινιστεί ότι σε όλες αυτές τις περιπτώσεις το Συμβούλιο στον κανονισμό του προέβλεψε ρητά (και, στην περίπτωση του κανονισμού 3984/87, οργάνωσε επίσης λεπτομερώς) την εφαρμογή των εν λόγω ελέγχων στην αλιευτική δραστηριότητα που ασκείται στις ζώνες αυτές.
Κατά συνέπεια, η πρακτική αυτή προϋποθέτει ότι η εφαρμογή του κανονισμού 2241/87 εκτός των κοινοτικών υδάτων δεν συνάγεται αυτομάτως από τον προαναφερθέντα κανονισμό. Θεωρείται πράγματι απαραίτητο να προηγηθεί πράξη του Συμβουλίου που να την προβλέπει ad hoc.
Εν πάση περιπτώσει προκύπτει σαφώς ότι τα μέτρα ελέγχου αφορούν αποκλειστικώς την αλιεία που ασκείται σε ζώνες όπου υφίσταται καθεστώς ποσοτικού περιορισμού που στηρίζεται στην καθιέρωση ΤΑC και ποσοστώσεων για συγκεκριμένα αποθέματα. Αυτός ο κατ' αντικείμενο περιορισμός των ελέγχων συμφωνεί εξάλλου - όπως είχα ήδη την ευκαιρία να αναφέρω - με τη ratio των μέτρων που αποσκοπούν στην αποτελεσματικότητα του κοινοτικού καθεστώτος διατηρήσεως των αλιευτικών πόρων.
Στην περίπτωση όμως του κανονισμού 3151/87 πρόκειται για επέκταση των εν λόγω μέτρων στην αλιευτική δραστηριότητα που λαμβάνει χώρα σε ύδατα που περιλαμβάνονται σε αποκλειστική οικονομική ζώνη (ΑΟΖ) ορισμένων αναπτυσσομένων χωρών. Στα ύδατα αυτά δεν εφαρμόζεται το κοινοτικό καθεστώς περιορισμού των δυνατοτήτων αλιείας και δεν υπάρχουν συμφωνίες αμοιβαιότητας ή άλλες συμβατικές διατάξεις στηριζόμενες στην τήρηση του ΤΑC και των ποσοστώσεων. Αντίθετα, συχνά δεν ισχύει κανένας μηχανισμός διατηρήσεως των αλιευτικών πόρων. 'Οταν προβλέπεται τέτοιας φύσεως μηχανισμός, αυτός στηρίζεται σε διάφορα κριτήρια, όπως ο περιορισμός των αδειών αλιείας αναλόγως του αριθμού των σκαφών ή της χωρητικότητας των τελευταίων.
Επομένως, πρόκειται για αντικειμενικά διαφορετική κατάσταση από αυτή που μόλις περιέγραψα και, κυρίως, για κατάσταση στην οποία οι έλεγχοι που προβλέπει ο κανονισμός 2241/87 δεν μπορούν, προφανώς, να εξυπηρετήσουν τους σκοπούς του κανονισμού.
Αυτό προκύπτει σαφώς - παρά ορισμένους αντίθετους ισχυρισμούς της Επιτροπής - από τις αιτιολογικές σκέψεις του επίδικου κανονισμού.
Πράγματι, αφού αναφέρει (βλέπε πρώτη αιτιολογική σκέψη)
"ότι η Κοινότητα εφαρμόζει αλιευτικές συμφωνίες με ορισμένες αναπτυσσόμενες χώρες, οι οποίες βασίζονται στην αρχή της χρηματικής αντιστάθμισης των παρεχόμενων αλιευτικών δικαιωμάτων",
ο κανονισμός διευκρινίζει (βλέπε δεύτερη αιτιολογική σκέψη) τα εξής:
"Εκτιμώντας ότι είναι απαραίτητο για την καλή διαχείριση των εν λόγω αλιευτικών συμφωνιών, που συνεπάγονται σημαντική οικονομική δέσμευση για την Κοινότητα όσον αφορά τα αλιευτικά δικαιώματα και συμπεριλαμβάνουν για την Κοινότητα ορισμένες υποχρεώσεις πληροφόρησης σχετικά με τα αλιεύματα, να ενημερώνεται η Επιτροπή σχετικά με τα αποτελέσματα των δραστηριοτήτων των σκαφών με σημαία κράτους μέλους στα ύδατα υπό τη δικαιοδοσία της συμβαλλόμενης χώρας ότι πρέπει επομένως να θεσπιστεί ένα καθεστώς καταγραφής και κοινοποίησης των στοιχείων των αλιευμάτων."
Είναι επομένως προφανές ότι στην προκειμένη περίπτωση η καθιέρωση των ελέγχων εξυπηρετεί οικονομικό σκοπό και όχι τη διατήρηση των αλιευτικών πόρων, διότι αποσκοπείται η συγκέντρωση πιο συγκεκριμένων στοιχείων για την καλύτερη εκτίμηση της σχέσεως κόστους και κέρδους που απορρέει για την Κοινότητα από τη συμμετοχή της στις αλιευτικές συμφωνίες με τις αναπτυσσόμενες χώρες (16).
8. Ας μου επιτραπεί πάντως να παρατηρήσω ότι, επειδή πρόκειται για επέκταση του πολύπλοκου συστήματος των εν λόγω ελέγχων σε μία κατάσταση και για σκοπούς που αντικειμενικά διαφέρουν από αυτούς που συνδέονται με τον κανονισμό αυτό, θεωρώ, εκ πρώτης όψεως, πολύ αμφίβολη τη νομιμότητα του μέτρου αυτού, τη λήψη του οποίου αποφάσισε η Επιτροπή στηριζόμενη στο άρθρο 10 του κανονισμού 2241/87.
Πράγματι, όπως ήδη επισήμανα, στις περιπτώσεις στις οποίες οι έλεγχοι πρέπει να επεκτείνονται στην αλιεία που ασκείται σε μη κοινοτικές ζώνες, όπου όμως υφίστανται - κυρίως βάσει συμφωνιών αμοιβαιότητας - ΤΑC και ποσοστώσεις, των οποίων πρέπει να ελέγχεται η τήρηση, η επέκταση αυτή προβλέφθηκε όχι βάσει του άρθρου 10, αλλά, αντίθετα, σύμφωνα με συγκεκριμένη διάταξη που περιέχεται σε κανονισμό του Συμβουλίου.
Ούτε το γεγονός αυτό είναι όμως καθοριστικό. Πρέπει ακόμη να εξεταστεί αν οι εξουσίες που αναγνωρίζει στην Επιτροπή το άρθρο 10 της παρείχαν τη δυνατότητα να αποφασίσει την επέκταση για την οποία πρόκειται στην παρούσα υπόθεση.
Πρέπει επομένως να καθοριστεί η ορθή ερμηνεία του άρθρου 10.
'Οπως υπενθυμίστηκε προηγουμένως, η διάταξη αυτή επιτρέπει την εφαρμογή, σύμφωνα με τη διαδικασία της επιτροπής διαχειρίσεως, των άρθρων 5 έως 9 σε "συμπληρωματικά αποθέματα ή ομάδες αποθεμάτων" ("poblaciones o grupos de poblaciones suplementarios", "stocks ou groupes de stocks supplementarios", "additional stocks or groups of stocks").
Η έννοια των συμπληρωματικών αποθεμάτων συνάγεται από την ενδέκατη αιτιολογική σκέψη, κατά την οποία
"οι διατάξεις σχετικά με το ημερολόγιο πλοίου, τη δήλωση εκφόρτωσης, τις πληροφορίες για τις μεταφορτώσεις και την καταγραφή των αλιευμάτων, πρέπει να επεκταθούν και στα αποθέματα τα οποία δεν υπόκεινται σε σύνολο επιτρεπομένων αλιευμάτων ή σε ποσοστώσεις".
Επομένως "συμπληρωματικά αποθέματα" είναι τα αποθέματα για τα οποία δεν έχει προβλεφθεί ποσοτικό όριο. Ο όρος "αποθέματα", που μεταφράζεται στα ιταλικά ως "riserve" ή "popolazioni" (βλέπε π.χ. τον κανονισμό 172/83), δεν έχει επομένως, όπως είναι φυσικό στον τομέα αυτό, τη γενικότερη έννοια του συνόλου στοιχείων, αλλά την ειδικότερη βιολογική έννοια του συνόλου ζώων του ιδίου είδους (βλέπε Petit Robert και The Shorter Oxford English Dictionary).
Αυτό επιτρέπει τον αποκλεισμό της ερμηνείας - που προέβαλε στο ακροατήριο η γαλλική κυβέρνηση - κατά την οποία το άρθρο 10 επιτρέπει στην Επιτροπή, όταν εξαντληθεί η ποσόστωση που προβλέπεται για ορισμένο απόθεμα, να χορηγήσει συμπληρωματικές αλιευτικές ποσότητες. Το άρθρο 10 επιτρέπει απλώς την επέκταση των ελέγχων σε αποθέματα για τα οποία οι κανονισμοί που ίσχυαν κατά την εξεταζόμενη περίοδο δεν προβλέπουν κανενός είδους περιορισμούς.
Παρ' όλ' αυτά, είναι ακόμη δυνατές δύο ερμηνείες. Κατά την πρώτη, την οποία υποστηρίζει η Επιτροπή, το άρθρο 10 της αναγνωρίζει την εξουσία να επιβάλλει τους εν λόγω ελέγχους και όσον αφορά την αλίευση ειδών που δεν υπάγονται σε ΤΑC απλώς για το λόγο - ίσως για το μόνο λόγο - ότι βρίσκονται σε ύδατα για τα οποία δεν ισχύει καθεστώς ΤΑC. Ας επισημανθεί ότι στην προκειμένη περίπτωση η επέκταση που αποφάσισε η Επιτροπή αφορά αποθέματα τα οποία, ενώ δεν υπάγονται σε ΤΑC στα ύδατα των αναπτυσσομένων χωρών (αφού, όπως αναφέρθηκε, δεν υφίστανται ΤΑC στα ύδατα αυτά), υπάγονται σε ΤΑC στα κοινοτικά ύδατα. Αυτό συμβαίνει, για παράδειγμα, για τον μπακαλιάρο (Merluccius), το γάδο (Trachurus), τη γλώσσα (Solea), το βατραχόψαρο (Lophius) και τις γαρίδες (Penaeus), όπως προκύπτει από τη σύγκριση του παραρτήματος 2 του κανονισμού 3151/87 και του παραρτήματος του κανονισμού 3977/87, που αναφέρει τα ΤΑC για το 1988 κατά απόθεμα και ζώνη, καθώς και τη σχετική κατανομή μεταξύ των κρατών μελών.
Είναι επομένως αυτονόητο ότι, βάσει της ερμηνείας αυτής, αναγνωρίζεται στην Επιτροπή η εξουσία να επεκτείνει την εφαρμογή των ελέγχων που προβλέπει ο κανονισμός 2241/87 σε όλες τις ζώνες όπου δεν ισχύει το κοινοτικό καθεστώς διατηρήσεως των αλιευτικών πόρων.
Αντιθέτως, κατά μια διαφορετική ερμηνεία, το άρθρο 10 επιτρέπει βέβαια στην Επιτροπή να επεκτείνει τους ελέγχους στην αλιεία αποθεμάτων που δεν υπάγονται σε ΤΑC, αλλά μόνο στις ζώνες που υπάγονται σε καθεστώς περιορισμού των δυνατοτήτων αλιείας και όπου οι έλεγχοι που προβλέπει ο κανονισμός 2241/87 εφαρμόζονται ήδη σε σχέση με τα αποθέματα που υπάγονται σε ΤΑC.
9. Διευκρινίζω αμέσως ότι αυτή η δεύτερη ερμηνεία μου φαίνεται περισσότερο σύμφωνη προς το γράμμα του άρθρου 10 και προς τη σχετική αιτιολογική σκέψη. Πράγματι η εν λόγω διάταξη περιορίζεται στο να προβλέπει τη δυνατότητα επεκτάσεως της εφαρμογής των ελέγχων σε "συμπληρωματικά αποθέματα".
Εάν, όπως αναφέρθηκε, τα "συμπληρωματικά αποθέματα" αντιστοιχούν στα είδη που δεν υπάγονται σε ΤΑC, συνάγεται ότι η διάταξη αυτή, θεωρούμενη αυτοτελώς, προϋποθέτει ότι οι έλεγχοι εφαρμόζονται ήδη σε αποθέματα τα οποία, αντιθέτως, υπάγονται σε ΤΑC. Με άλλα λόγια η επέκταση δεν είναι δυνατή παρά στο μέτρο που υφίστανται αποθέματα που αποτελούν συγχρόνως αντικείμενο ΤΑC και των σχετικών ελέγχων.
Πρέπει εξάλλου να παρατηρηθεί ότι το άρθρο 10 δεν περιέχει γραμματικό έρεισμα ικανό να ενισχύει την άποψη της Επιτροπής. Η διάταξη αυτή, που αναφέρεται στην εφαρμογή των ελέγχων σε "συμπληρωματικά αποθέματα" και επομένως, κατ' ουσίαν, σε άλλα αλιευτικά είδη (μη υπαγόμενα σε ΤΑC), δεν αναφέρει καθόλου τη δυνατότητα επεκτάσεαως των ελέγχων αυτών σε άλλες ζώνες για τις οποίες δεν υφίσταται περιορισμός των δυνατοτήτων αλιείας και στις οποίες, κατά συνέπεια, δεν εφαρμόζεται ο κανονισμός 2241/87. Θα έχω όμως στη συνέχεια την ευκαιρία να επανέλθω σ' αυτή την ειδική πλευρά του ζητήματος.
10. Η ερμηνεία αυτή πάντως δεν περιορίζει την πρακτική αποτελεσματικότητα της διατάξεως και, συγχρόνως, την οριοθετεί υπό το πρίσμα του κρισίμου κανονιστικού πλαισίου και της εν γένει ratio του κανονισμού 2241/87.
Είναι γνωστόν ότι η καθιέρωση ΤΑC για συγκεκριμένα αποθέματα στηρίζεται σε εκτίμηση επιστημονικών δεδομένων που αναφέρονται, γενικώς, στον όγκο του αποθέματος και στο κατά πόσον η εκμετάλλευσή του είναι εντατική. Μπορεί συνεπώς να αποδειχθεί σκόπιμη, υπό ορισμένες συνθήκες που πρέπει να εκτιμήσει η Επιτροπή, η εφαρμογή των ελέγχων στην αλιεία αλιευτικών ειδών που δεν έχουν ακόμη υπαχθεί σε ποσόστωση για να συγκεντρωθούν πληροφορίες για την έκταση της σχετικής εκμεταλλεύσεως και, επομένως, για τη σκοπιμότητα μεταγενεστέρου περιορισμού του όγκου των αλιευμάτων.
Παρατηρώ ότι αυτό που μόλις περιέγραψα αποτελεί υπόθεση που μπορεί συχνά να πραγματοποιηθεί στο πλαίσιο της εφαρμογής της αλιευτικής πολιτικής. Ας υπενθυμιστεί, για παράδειγμα, ότι στον προαναφερθέντα κανονισμό 172/83 (πέμπτη αιτιολογική σκέψη) γίνεται λόγος για ορισμένα αποθέματα που αποτελούν το αντικείμενο αλιείας η οποία βρίσκεται ακόμη εν εξελίξει και για τα οποία δεν υπάρχουν ή υπάρχουν ελάχιστα επιστημονικά στοιχεία, και τα οποία, για το λόγο αυτό, δεν έγιναν τότε αντικείμενο ποσοστώσεων. Εξάλλου, η εφαρμογή των ελέγχων σε αποθέματα που δεν υπάγονται σε ΤΑC θα μπορούσε επίσης να αποδειχθεί σκόπιμη για να εξακριβωθεί κατά πόσον είναι εντατική η εκμετάλλευση ειδών τα οποία, έστω κι αν δεν χρειάζονται τα ίδια ποσοτικούς περιορισμούς, μπορούν να επηρεάσουν τα αποθέματα άλλων ειδών που, αντιθέτως, υπάγονται σε ΤΑC.
Επομένως, πρόκειται για αρμοδιότητα που καθιστά δυνατή την ευκαιριακή συμπλήρωση της εκτάσεως των ελέγχων που προβλέπονται στα άρθρα 5 έως 9 του κανονισμού 2241/87, με την εισαγωγή επιπλέον υποχρεώσεως σε σχέση με αυτή που απορρέει, για τους αλιείς και τα κράτη μέλη, από την άμεση εφαρμογή των ίδιων άρθρων.
Παρατηρώ εξάλλου ότι αυτή η επιπλέον υποχρέωση δεν είναι ιδιαιτέρως επαχθής γι' αυτούς στους οποίους επιβάλλεται. Οι υπόχρεοι οφείλουν μόνο να αναφέρουν ειδικά ορισμένα πρόσθετα στοιχεία στις δηλώσεις, πληροφορίες, καταγραφές και κοινοποιήσεις στις οποίες οφείλουν ούτως ή άλλως να προβαίνουν βάσει των προαναφερθέντων άρθρων 5 και 9.
Η επέκταση των ελέγχων, κατά την ερμηνεία που αναπτύχθηκε προηγουμένως, εξακολουθεί να εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού 2241/87. Πράγματι οι συμπληρωματικοί έλεγχοι αφορούν την ίδια αλιευτική δραστηριότητα που υπάγεται ήδη - υπό το πρίσμα των αποθεμάτων που υπάγονται σε κοινοτικά ΤΑC - στην εφαρμογή του κανονισμού 2241/87. Επομένως, η ερμηνεία αυτή περιορίζει την άσκηση της εξουσίας που αναγνωρίζει το άρθρο 10 στην Επιτροπή εκτός των ίδιων ορίων του καθ' ύλην πεδίου εφαρμογής του κανονισμού που περιλαμβάνει αυτή την εξουσιοδότηση. Πρόκειται βέβαια τελικά για ερμηνεία που επεκτείνει την έκταση εφαρμογής του άρθρου 10, αλλά πάντως κατά τρόπο συνεπή - και επομένως όχι ρηξικέλευθο - σε σχέση με το κανονιστικό πλαίσιο στο οποίο το άρθρο αυτό εντάσσεται.
Κυρίως όμως, στην υπόθεση που περιέγραψα, η απόφαση της Επιτροπής περί επεκτάσεως των ελέγχων που στηρίζονται στο άρθρο 10 εξυπηρετεί κατ' ουσίαν τους ίδιους σκοπούς με αυτούς που ενέπνευσαν τους ίδιους τους ελέγχους και γενικότερα το σύνολο των μέτρων που προβλέπει ο κανονισμός 2241/87. Ο έλεγχος της αλιεύσεως των αποθεμάτων που δεν υπάγονται (ή δεν υπάγονται ακόμη) σε ΤΑC αποφασίστηκε πράγματι για να συγκεντρωθούν πιο συγκεκριμένες πληροφορίες για την κατάσταση της εκμεταλλεύσεως των πόρων και επομένως για να καταστεί δυνατή η εξασφάλιση ισόρροπης διαχειρίσεώς τους.
11. 'Επειτα από τη διευκρίνηση αυτή πρέπει να παρατηρηθεί ότι η ερμηνεία που υποστηρίζει η Επιτροπή, εκτός του ότι δεν ενισχύεται από κανένα γραμματικό επιχείρημα, τείνει αντίθετα να χορηγήσει στο κοινοτικό όργανο μία εκτελεστική εξουσία που παραβλέπει πλήρως τους στόχους και τη ratio της πράξεως που περιέχει τη διάταξη που χορηγεί την αρμοδιότητα. Πράγματι, όπως ανέφερα, η Επιτροπή θεωρεί ότι έχει, στην προκειμένη περίπτωση, το δικαίωμα να επιβάλει τους ελέγχους που προβλέπει ο κανονισμός 2241/87 στην αλιευτική δραστηριότητα που ασκείται σε ζώνες όπου δεν εφαρμόζεται το κοινοτικό καθεστώς διατηρήσεως των αλιευτικών πόρων. 'Οπως είδαμε, η επέκταση των ελέγχων οφείλεται επιπλέον σε λόγους που αναφέρονται αποκλειστικώς στην οικονομική εφαρμογή των αλιευτικών συμφωνιών με τις αναπτυσσόμενες χώρες.
Επομένως, το μόνον όριο που επιβάλλεται στην Επιτροπή κατά την άσκηση της αρμοδιότητας αυτής απορρέει από το γεγονός ότι δεν μπορεί να επιβάλλει νέους ελέγχους και οφείλει σε κάθε περίπτωση να επαναλαμβάνει τους ήδη περιεχόμενους στον κανονισμό 2241/87. Αν όμως δεν ληφθεί υπόψη το όριο αυτό, που έχει εξωγενή χαρακτήρα, είναι φανερόν ότι, στην περίπτωση αυτή, η ερμηνεία του άρθρου 10 καταλήγει σε αποτέλεσμα με καθαρώς συστατικό χαρακτήρα. Αντί να συμπληρωθεί η έκταση ισχύος του κανονισμού, επεκτείνεται το καθ' ύλην, και όχι το κατά τόπον, πεδίο εφαρμογής του. Πράγματι, οι έλεγχοι δεν πραγματοποιούνται πλέον "για να διασφαλιστεί η τήρηση των περιορισμών των δυνατοτήτων αλιείας που έχουν θεσπιστεί αλλού" (βλέπε δεύτερη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 2241/87), αλλά επιβάλλονται για άλλους σκοπούς (οικονομικούς εν προκειμένω) και σε σχέση με αλιευτικές αρμοδιότητες μη υπαγόμενες στο καθεστώς διατηρήσεως των πόρων.
12. Το αποτέλεσμα αυτό είναι δικαιολογημένο υπό το πρίσμα των αρχών που διέπουν την άσκηση της εκτελεστικής εξουσίας της Επιτροπής;
Η απάντηση, νομίζω, δεν μπορεί να είναι παρά μόνον αρνητική.
Είναι βέβαια αληθές ότι η έννοια της εκτελέσεως πρέπει να ερμηνευτεί ευρέως (17). Είναι όμως επίσης αληθές ότι οι διατάξεις που αναγνωρίζουν εκτελεστικές αρμοδιότητες πρέπει να ερμηνεύονται σε συνάρτηση με το πνεύμα και τους σκοπούς των ίδιων των διατάξεων και της πράξεως στην οποία περιέχονται (18). Πρόκειται για ουσιώδη αρχή της μεταβιβάσεως εκτελεστικής εξουσίας. Πράγματι, οι εκτελεστικοί κανονισμοί δεν μπορούν μεν να υπερβούν την ανάγκη εφαρμογής του νόμου στον οποίο αναφέρονται, μπορούν όμως να περιέχουν πρόσθετους κανόνες, που συμπληρώνουν το σύστημα που καθιερώνουν οι πρωτογενείς διατάξεις, αρκεί οι κανόνες να είναι σύμφωνοι προς τους σκοπούς των ίδιων των πρωτογενών διατάξεων (19).
Ας υπενθυμιστεί εξάλλου ότι για τον καθορισμό του νοήματος μιας διατάξεως είναι σημαντικό να εξετάζεται το πλαίσιο στο οποίο αυτή εντάσσεται, καθώς και η προηγούμενη κοινοτική πρακτική (βλέπε απόφαση Rey Soda, σκέψη 33).
Λαμβανομένων όμως υπόψη των σκέψεων που εκτέθηκαν μέχρι στιγμής, μπορεί, νομίζω, να διαπιστωθεί ότι η Επιτροπή, οριοθετώντας την έκταση των εξουσιών που της αναγνώρισε το άρθρο 10, στηρίχθηκε σε μία ερμηνεία της διατάξεως αυτής που παραβλέπει πλήρως το κανονιστικό πλαίσιο, την έκταση εφαρμογής και τους σκοπούς τους κανονισμού 2241/87.
Πρόκειται επομένως για ερμηνεία αντίθετη προς τις προαναφερθείσες αρχές, η οποία στην προκειμένη περίπτωση οδήγησε σε προφανή υπέρβαση εξουσίας.
Λόγω του προφανούς αυτού χαρακτήρα δημιουργείται μάλιστα η εντύπωση ότι στην προκειμένη περίπτωση η Επιτροπή, στηριζόμενη στις δυνατότητες ενεργείας που φαίνεται να της προσφέρει το γράμμα των επιδίκων διατάξεων, δεν ερμήνευσε το άρθρο 10 σύμφωνα με τις συνήθεις αρχές, αλλά στην πραγματικότητα εφάρμοσε επαγωγική μέθοδο, αποσπώντας το άρθρο 10 από το πλαίσιο στο οποίο εντάσσεται, για να το χρησιμοποιήσει τελικά σε σχέση με καταστάσεις και σκοπούς ριζικά διαφορετικούς.
Νομίζω εξάλλου ότι, αν το Συμβούλιο είχε πράγματι θελήσει να αναθέσει στην Επιτροπή, βάσει του άρθρου 10, την εξουσία εφαρμογής του κανονισμού 2241/87 επί τόσο διαφορετικών καταστάσεων και σκοπών, δεν θα είχε δώσει στο άρθρο 10 την περιθωριακή θέση που κατέχει αντίθετα η διάταξη αυτή στη γενική οικονομία του εν λόγω νομοθετήματος και κυρίως δεν θα παρέλειπε να το αναφέρει ρητώς και να διευκρινίσει ιδίως τους λόγους της αναθέσεως αυτής.
Βάσει όλων των προηγουμένων σκέψεων θεωρώ ότι η Επιτροπή δεν ήταν αρμόδια να εκδώσει τον κανονισμό 3151/87, στηριζόμενη στο άρθρο 10 του κανονισμού 2241/87. Πρέπει επομένως να ακυρωθεί ο κανονισμός 3151/87.
13. Κατά συνέπεια, δεν θεωρώ αναγκαίο να αναλύσω λεπτομερώς τους δύο άλλους λόγους ακυρώσεως που προέβαλαν οι προσφεύγοντες: την έλλειψη αιτιολογίας και την προφανή πλάνη εκτιμήσεως.
Ως προς τον πρώτο λόγο θα περιοριστώ να παρατηρήσω ότι από τις αιτιολογικές σκέψεις του επίδικου κανονισμού προκύπτουν σαφώς οι σκοποί για τους οποίους εκδόθηκε η πράξη αυτή. Προκύπτει πράγματι ότι η επέκταση των ελέγχων τείνει να εξασφαλίσει στην Επιτροπή πληροφορίες που να της επιτρέπουν να διαχειρίζεται και να διαπραγματεύεται καλύτερα το οικονομικό φάσμα των συμφωνιών που συνήφθησαν με τις αναπτυσσόμενες χώρες. Επομένως, υπό το πρίσμα της γνωστής νομολογίας του Δικαστηρίου (βλέπε, πρόσφατη απόφαση της 7ης Ιουλίου 1988, Moskel, 55/87, Συλλογή 1988, σ. 3845), θεωρώ ότι η αιτιολογία είναι επαρκής.
'Οσον αφορά την προφανή πλάνη εκτιμήσεως, προκύπτει νομίζω από τη δικογραφία ότι δεν στερείται δυσκολιών η επέκταση των ελέγχων που προβλέπονται στον κανονισμό 2241/87 στην αλιεία που διενεργείται στα ύδατα των αναπτυσσομένων χωρών.
Είναι π.χ. βέβαιον ότι το μέτρο που προβλέπεται στο άρθρο 6 του κανονισμού 2241/87 και αφορά την υποβολή, από τον πλοίαρχο του αλιευτικού σκάφους, δηλώσεως εκφορτώσεως στις αρχές του κράτους μέλους, του οποίου τις εγκαταστάσεις εκφορτώσεως του οποίου χρησιμοποιεί, δεν θα μπορέσει ποτέ να εφαρμοστεί στις περιπτώσεις που οι κοινοτικοί αλιείς υποχρεούνται να εκφορτώνουν τα αλιεύματα στους λιμένες των αναπτυσσομένων χωρών στα ύδατα των οποίων έδρασαν (βλέπε για παράδειγμα τη συμφωνία με τη Σενεγάλη).
Οι δυσκολίες αυτές αποτελούν, σε τελευταία ανάλυση, συνέπεια του γεγονότος ότι η Επιτροπή μετέφερε, στην προκειμένη περίπτωση, ένα μηχανισμό ελέγχου που θεσπίστηκε για να συμβάλει στην εφαρμογή του κοινοτικού συστήματος των ΤΑC σε αλιευτική δραστηριότητα που διενεργείται υπό διαφορετικές συνθήκες και δεν υπάγεται στους ποσοτικούς περιορισμούς που προβλέπει η κοινοτική ρύθμιση.
Στην πραγματικότητα, αν ένα καθεστώς διατηρήσεως των αλιευτικών πόρων - και οι σχετικοί έλεγχοι - έπρεπε να θεσπιστεί σε σχέση με την αλιεία που διενεργείται στις αποκλειστικές οικονομικές ζώνες των αναπτυσσομένων χωρών, αυτό θα γινόταν με διμερείς συμφωνίες που θα παρουσίαζαν τα χαρακτηριστικά και τις απαιτήσεις του πλαισίου στο οποίο θα εντάσσονταν.
Νομίζω όμως ότι οι δυσκολίες που συνδέονται με τη μεταφορά των επιδίκων ελέγχων είναι τέτοιες, ώστε αποδεικνύουν από μόνες τους την προφανή πλάνη εκτιμήσεως της Επιτροπής. Δεν αποκλείεται πράγματι οι έλεγχοι αυτοί να έχουν, εν πάση περιπτώσει, κάποια χρησιμότητα όσον αφορά τον ειδικό σκοπό της αναζητήσεως πληροφοριών για την οικονομική εφαρμογή των συμφωνιών.
Επομένως, οι δυσκολίες αυτές αποτελούν μεν ένδειξη για την υπέρβαση εξουσίας της Επιτροπής στην προκειμένη περίπτωση, δεν είναι όμως κατάλληλες να καταστήσουν παράνομο τον προσβαλλόμενο κανονισμό.
14. Καταλήγοντας, θεωρώ ότι ο κανονισμός 3151/87 της Επιτροπής εκδόθηκε από αρμόδιο όργανο.
Επομένως, προτείνω στο Δικαστήριο:
- να δεχθεί την προσφυγή
- να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.
(*) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η ιταλική.
(1) ΕΕ L 300, σ. 15.
(2) ΕΕ L 207, σ. 1.
(3) ΕΕ L 220, σ. 1.
(4) Βλέπε Charles-Le Bihan, D.: "La politique commune de la peche: la troisieme generation de normes", Revue trimestrielle de droit europeen, 1988, αριθ. 3, σ. 481, και Sacchettini, A.: "La politica della pesca nella CEE", Foro italiano, 1988, IV, σ. 452.
(5) Βλέπε Sobrino Heredia, J. M.: "Acuerdos de pesca y desarrollo: referencia a la practica convencional pesquera de la Comunidad Europea", La Ley, 1987, συμπλήρωμα αριθ. 28, σ. 1.
(6) ΕΕ L 24, σ. 14.
(7) ΕΕ L 24, σ. 1.
(8) Το άρθρο 1 του μεταγενέστερου κανονισμού 3094/86 (ΕΕ L 228, σ. 1) έχει ανάλογη διατύπωση.
(9) ΕΕ L 24, σ. 30.
(10) ΕΕ L 375, σ. 1.
(11) Πράγματι το άρθρο 2 έχει την ακόλουθη διατύπωση:
"Τα ΤΑC για τα αποθέματα ή τις ομάδες αποθεμάτων στα οποία εφαρμόζονται οι κανόνες της Κοινότητας, καθώς και το μερίδιο αυτών των αλιευμάτων που χορηγείται στην Κοινότητα καθορίζονται, για το έτος 1988, στο παράρτημα."
(12) ΕΕ L 375, σ. 35.
(13) ΕΕ L 375, σ. 61.
(14) ΕΕ L 375, σ. 63.
(15) ΕΕ L 375, σ. 51.
(16) Ο κερδοσκοπικός χαρακτήρας των συμφωνιών αυτών είναι εξάλλου γνωστός και, κατά κάποιον τρόπο, φυσιολογικός, δεδομένου ότι οι συμφωνίες αυτές δεν εφαρμόζονται με καθαρά οικονομικά κριτήρια, αλλά κυρίως σε συνάρτηση με τους σκοπούς της συνεργασίας με τις αναπτυσσόμενες χώρες. Βλέπε Sobrino Heredia και Charles-La Bihan, που αναφέρθηκαν προηγουμένως, σ. 490.
(17) Βλέπε απόφαση της 30ης Οκτωβρίου 1975, Rey Soda, 23/75, Racc. 1975, σ. 1279, σκέψη 10.
(18) Βλέπε απόφαση της 17ης Δεκεμβρίου 1970, Koester, 25/70, Racc. 1970, σ. 1161, σκέψη 16.
(19) Στην ιταλική νομολογία, βλέπε Cassazione, 14 Ιανουαρίου 1971, αριθ. 53.
Top