Σημαντική ανακοίνωση νομικού περιεχομένου
Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Darmon της 11ης Οκτωβρίου 1989. - AUGUSTIN OYOWE ΚΑΙ AMADOU TRAORE ΚΑΤΑ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΙΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ. - ΥΠΑΛΛΗΛΟΙ - ΠΡΩΗΝ ΥΠΑΛΛΗΛΟΙ ΤΗΣ ASSOCIATION EUROPEENNE POUR LA COOPERATION. - ΥΠΟΘΕΣΗ 100/88.
Συλλογή της Νομολογίας του Δικαστηρίου 1989 σελίδα 04285
Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
++++
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
1. Κατά τα τελευταία χρόνια, επανειλημμένα ζητήθηκε από το Δικαστήριο να εξετάσει τη νομική κατάσταση της Ευρωπαϊκής Ενώσεως Συνεργασίας (στο εξής: ΕΕΣ) και τη φύση των σχέσεών της με την Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, ιδίως υπό το πρίσμα του νομικού καθεστώτος στο οποίο υπαγόταν το προσληφθέν από την ΕΕΣ προσωπικό. Οι αναλύσεις στις οποίες προέβη το Δικαστήριο με τις αποφάσεις του της 11ης Ιουλίου 1985 (1) και τα σχετικά συμπεράσματα που αντλούνται απ' αυτές είναι αρκούντως γνωστά ώστε να μη χρειάζεται να προβώ σε εξαντλητική έκθεση των πραγματικών και νομικών περιστατικών. Επομένως, θα περιοριστώ στην υπόμνηση ορισμένων στοιχείων που προσιδιάζουν στην υπό κρίση υπόθεση.
2. Πριν από την ευρείας εκτάσεως μονιμοποίηση υπαλλήλων που έγινε στο πλαίσιο της ευρωπαϊκής δημόσιας διοίκησης μετά το 1981 σε σχέση με τη δημιουργία ενός "Ευρωπαϊκού Οργανισμού Συνεργασίας", το προσωπικό που είχε προσληφθεί από την ΕΕΣ απετελείτο από τρεις κατηγορίες υπαλλήλων:
- τους υπαλλήλους που ήταν εγκατεστημένοι στις αναπτυσσόμενες χώρες (στο εξής: αντιπρόσωποι)
- τους υπαλλήλους της έδρας που καλούνται να διευθύνουν τους αντιπροσώπους
- το προσωπικό που είχε προσληφθεί από την ΕΕΣ με ειδική σύμβαση (στο εξής: υπάλληλοι ΕΣ), σύμβαση στην οποία προβλεπόταν ότι οι εν λόγω υπάλληλοι ετίθεντο στη διάθεση της Γενικής Διευθύνσεως Αναπτύξεως (ΓΔ VΙΙΙ) της Επιτροπής.
3. Οι προσφεύγοντες, Traore, ο οποίος έχει διπλή ιθαγένεια, μαλιανή και γαλλική, και Oyowe, ο οποίος είναι υπήκοος Νιγηρίας, προσλήφθηκαν, όπως και ορισμένα άλλα μέλη του προσωπικού της ΕΕΣ το 1978 και 1979, αντίστοιχα, βάσει ειδικής συμβάσεως της λεγόμενης συμβάσεως ΥΣ, της οποίας οι όροι είναι περίπου ανάλογοι προς αυτούς των συμβάσεων ΕΣ, αλλά η χρηματοδότησή της είναι ιδιάζουσα, εφόσον γίνεται από το Ευρωπαϊκό Ταμείο Αναπτύξεως. Τα καθήκοντα των εν λόγω προσφευγόντων συνίσταντο, μετά την πρόσληψή τους, στα του συντάκτη της Επιθεωρήσεως Le Courrier-Afrique-Caraibes-Pacifique-Communaute europeenne (στο εξής: Courrier ΑΚΕ). Σήμερα, οι ανωτέρω προσφεύγοντες είναι μαζί με ένα τρίτο συντάκτη της επιθεωρήσεως, αφρικανικής, επίσης, καταγωγής, οι μόνοι από το σύνολο των προσληφθέντων από την ΕΕΣ υπαλλήλων, στη μια ή την άλλη από τις προαναφερθείσες κατηγορίες, που δεν έχουν μονιμοποιηθεί στην ευρωπαϊκή δημόσια διοίκηση.
4. 'Οπως προκύπτει, πρώτιστο μέλλημα των προσφευγόντων αποτελεί όχι τόσο αυτή καθαυτή η πραγματική κατάσταση της μη μονιμοποιήσεώς τους, όσο η τωρινή τους θέση από πλευράς συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων. Πράγματι, τα εν λόγω πρόσωπα υπόκεινται, ως υπάλληλοι συνδεόμενοι με σύμβαση εργασίας προς ένωση του βελγικού ιδιωτικού δικαίου, από πλευράς συνταξιοδοτικού καθεστώτος, στο βελγικό δίκαιο περί συντάξεων. Από τη διέπουσα την κατάστασή τους βελγική νομοθεσία προκύπτει ότι παύει να καταβάλλεται σύνταξη ευθύς ως εγκαταλείψουν το βελγικό έδαφος. Επιπλέον, η βελγική νομοθεσία δεν επιτρέπει στα πρόσωπα που εγκαταλείπουν το εν λόγω έδαφος να τύχουν της επιστροφής των καταβληθεισών συνταξιοδοτικών εισφορών. Καθώς οι προσφεύγοντες θα διέτρεχαν τον κίνδυνο να απωλέσουν όλα τους τα συνταξιοδοτικά δικαιώματα σε περίπτωση που θα εγκαθίσταντο μετά τη συνταξιοδότησή τους στην Αφρική, προσπάθησαν να εξεύρουν από κοινού με την Επιτροπή κάποια λύση στο πρόβλημα τους. Δεδομένου ότι η προσπάθεια αυτή δεν τελεσφόρησε, οι εν λόγω υπάλληλοι προέβησαν στην άσκηση της υπό κρίση προσφυγής.
5. Οι προσφεύγοντες ζητούν κατ' ουσίαν από το Δικαστήριο να αποφανθεί ότι, ήδη από τη στιγμή της προσλήψεώς τους από την ΕΕΣ, πραγματικός τους εργοδότης ήταν η Επιτροπή και ότι δικαιούνται να γίνουν μόνιμοι υπάλληλοί της. Επικουρικώς, ζητούν να υποχρεωθεί η Επιτροπή να τους εγγυηθεί ότι θα λαμβάνουν τη σύνταξή τους ανεξαρτήτως της χώρας στην οποία θα διαμένουν στο μέλλον.
6. 'Εχω ήδη υπαινιχθεί ότι, κατά τη γνώμη μου, η διεκδίκηση της ιδιότητας του μέλους του προσωπικού της Επιτροπής ή της αναγνωρίσεως των προσόντων για την απόκτηση της ιδιότητας του μονίμου υπαλλήλου της αποτελεί, για τους προσφεύγοντες, το μέσον μάλλον παρά το σκοπό. 'Οπως σαφώς κατέδειξε κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση ο δικηγόρος τους, πρώτιστο πρόβλημά τους είναι το της συντάξεως. Είναι πιθανόν ότι σε περίπτωση που στο πρόβλημα αυτό θα μπορούσε να δοθεί συγκεκριμένη λύση, οι προσφεύγοντες δεν θα διεκδικούσαν τις προαναφερθείσες ιδιότητες. Αλλά, καθώς τα πράγματα έχουν έτσι, δεν μπορούν να κάνουν διαφορετικά.
7. Οι αντιρρήσεις της Επιτροπής όσον αφορά το παραδεκτό της προσφυγής δεν χρήζουν μακράς εξετάσεως. Καταρχάς υπενθυμίζω ότι, σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου, "όχι μόνο τα πρόσωπα που έχουν την ιδιότητα του μονίμου ή μη μονίμου, πλην του τοπικού, υπαλλήλου, αλλά επίσης και αυτά που διεκδικούν τις ιδιότητες αυτές"
μπορούν να προσβάλουν ενώπιον του Δικαστηρίου μια βλαπτική ως προς αυτά απόφαση (2). Με την απόφαση Salerno (3) το Δικαστήριο εφάρμοσε τη νομολογία αυτή σε σχέση με προσφυγές που είχαν ασκηθεί από μέλη του προσωπικού της έδρας της ΕΕΣ οι οποίοι προσέφυγαν το 1977, δηλαδή πριν από οποιαδήποτε μονιμοποίηση, στο Δικαστήριο, ζητώντας, κυρίως, την ακύρωση μιας απόφασης του διοικητικού συμβουλίου της ΕΕΣ της 4ης Νοεμβρίου 1976, κρίνοντας ότι, δεδομένου ότι οι προσφεύγοντες ζητούσαν να τους αναγνωριστεί η ιδιότητα του μονίμου υπαλλήλου της Επιτροπής ήδη από τον χρόνο της προσλήψεώς τους από την ΕΕΣ, η προσφυγή τους κατά της αποφάσεως αυτής με την οποία απορρίφθηκε σιωπηρώς το αίτημά τους να εφαρμοστεί ως προς αυτούς ο κανονισμός υπηρεσιακής κατστάσεως των υπαλλήλων ήταν παραδεκτή. Δεν βλέπω για ποιο λόγο θα έπρεπε να υιοθετηθεί διαφορετική στάση προκειμένου για προσφυγή με την οποία ζητείται η ακύρωση της σιωπηρής απόφασης της Επιτροπής περί απορρίψεως του αιτήματος δύο υπαλλήλων με σύμβαση της ΕΕΣ να "τύχουν της μεταχείρισης των μονίμων υπαλλήλων κατά την έννοια του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης" (4). Εξάλλου, φρονώ ότι οι προσφεύγοντες ζήτησαν, με το αρχικό τους κιόλας δικόγραφο προσφυγής, όπως η Επιτροπή υποχρεωθεί, επικουρικώς, να τους εγγυηθεί ολόκληρη τη σύνταξή τους, ανεξαρτήτως της χώρας όπου θα διαμένουν στο μέλλον. Από τον επικουρικό χαρακτήρα του αιτήματος αυτού αποδεικνύεται ότι δεν τίθεται θέμα υπαγωγής στην ευρωπαϊκή δημόσια διοίκηση, αλλά ότι πρόκειται για ζήτημα όπου εμπλέκεται η ευθύνη των Κοινοτήτων. Επομένως, η μνεία του άρθρου 215, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης στο υπόμνημα απαντήσεως αποτελεί απλή τυπική διευκρίνιση και όχι μεταβολή της νομικής βάσης του αιτήματος. Κατά συνέπεια, δεν νομίζω ότι εξαιτίας του επικουρικού αυτού αιτήματος προκύπτει ζήτημα απαραδέκτου της προσφυγής.
8. Ως προς την ουσία, νομίζω ότι είναι προφανές ότι το πρώτο αίτημα, δηλαδή να κριθεί από το Δικαστήριο ότι οι προσφεύγοντες είναι υπάλληλοι της Επιτροπής επί των οποίων πρέπει να εφαρμόζονται οι διατάξεις που ισχύουν για τους εκτάκτους υπαλλήλους, πρέπει να απορριφθεί εφόσον το Δικαστήριο έχει ήδη σαφώς δεχθεί ότι η Επιτροπή δεν έχει την ιδιότητα του εργοδότη των μελών του προσληφθέντος από την ΕΕΣ προσωπικού. Πράγματι με την απόφαση Salerno (5) το Δικαστήριο έκρινε, σε σχέση με επιχειρήματα προβληθέντα από υπαλλήλους της έδρας ΕΕΣ, ότι οι περιστάσεις που επικαλούνταν δεν επέτρεπαν
"να παραβλεφθεί η διαφορά που υπάρχει στη νομική κατάσταση των υπαλλήλων της ΕΕΣ οι οποίοι έχουν προσληφθεί από σύνδεσμο ιδιωτικού δικαίου και των μονίμων υπαλλήλων και του λοιπού προσωπικού της Επιτροπής οι οποίοι έχουν διοριστεί σύμφωνα με τις διατάξεις του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης των υπαλλήλων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων"
πριν υπογραμμίσει ότι
"εργοδότης των προσφευγόντων ήταν η ΕΕΣ και όχι η Επιτροπή"
Με την απόφαση Appelbaum (6) σχετικά, αυτή τη φορά, με την κατάσταση των υπαλλήλων της ΕΕΣ με σύμβαση ΕΣ, το Δικαστήριο επεσήμανε, αναφερόμενο στην απόφασή του Salerno της ίδιας ημέρας, ότι η πρόσληψη και ο διορισμός των υπαλλήλων ΕΣ της ΕΕΣ από την Επιτροπή στο πλαίσιο της διαδικασίας μονιμοποιήσεως αποτελούν πρόσληψη "εκτός των θεσμικών οργάνων", πράγμα που σημαίνει ότι, πριν προσληφθούν από την Επιτροπή, οι υπάλληλοι της ΕΕΣ με σύμβαση ΕΣ ήταν εκτός των θεσμικών οργάνων και ότι η Επιτροπή, καίτοι οι εν λόγω υπάλληλοι είχαν τεθεί στη διάθεσή της, δεν ήταν εργοδότης τους.
9. Η ομοιότητα από άποψη νομικής καταστάσεως των υπαλλήλων της ΕΕΣ με σύμβαση ΕΣ και των υπαλλήλων, όπως οι προσφεύγοντες, με σύμβαση ΥΣ, αποτελεί ένα σημείο επί του οποίου δεν υφίσταται διαφωνία των διαδίκων. Δεν απαντάται, από άποψη νομικού καθεστώτος, καμιά ιδιαιτερότητα που θα οδηγούσε στο συμπέρασμα ότι, αντίθετα προς τους υπαλλήλους με σύμβαση ΕΣ, οι υπάλληλοι που συνδέονται προς την ΕΕΣ με σύμβαση ΥΣ έχουν την Επιτροπή ως εργοδότη.
10. Απομένει να εξεταστεί αν, ανεξαρτήτως του αφηρημένου νομικού καθεστώτος της σύμβασης ΥΣ στο οποίο υπέκειντο οι προσφεύγοντες, οι προϋποθέσεις ασκήσεως των καθηκόντων τους τούς έθεταν, στην πραγματικότητα, στην κατάσταση των υπαλλήλων της Επιτροπής. Ουδόλως προκύπτει ότι τα επιχειρήματα των Οyowe και Traore επί του σημείου αυτού είναι καθοριστικά, εφόσον είναι ανάλογα προς τα επιχειρήματα που είχε ήδη εξετάσει το Δικαστήριο στο πλαίσιο των προαναφερθεισών υποθέσεων χωρίς να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η Επιτροπή είχε την ιδιότητα του εργοδότη. 'Ετσι, η αναφορά σε άρθρο των ειδικών όρων της σύμβασής τους, κατά το οποίο τα εν λόγω πρόσωπα τίθενται στη "διάθεση της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων" ή ακόμη σ' ένα από τους γενικούς όρους της σύμβασης ΥΣ, κατά τον οποίο δέχονται να εκτελούν "όλες τις έρευνες, αποστολές και μελέτες που θα μπορούσαν ... να τους ανατεθούν από την Επιτροπή... ", στερείται αποδεικτικής ισχύος, διότι οι αποφάσεις του Δικαστηρίου Appelbaum και Hattet (7) αφορούσαν υπαλλήλους με σύμβαση ΕΣ που είχαν, επίσης, τεθεί, εξ ορισμού, στη διάθεση της Επιτροπής και υπόκεινται σε ειδικούς όρους προσομοιάζοντες προς τον προαναφερθέντα, χωρίς ωστόσο να καταστεί δυνατό να συναχθεί εξ αυτού ότι η Επιτροπή είχε την ιδιότητα του εργοδότη.
11. Ομοίως, το γεγονός ότι ο Courrier AKE περιλαμβάνεται στο οργανόγραμμα της ΓΔ VΙΙΙ δεν είναι εν προκειμένω καθοριστικό εφόσον, με την απόφαση Salerno, το Δικαστήριο επεσήμανε ότι από το γεγονός ότι η ΕΕΣ περιλαμβάνεται στο οργανόγραμμα της Επιτροπής ουδόλως αποδεικνύεται ότι η ΕΕΣ αποτελεί διοικητική μονάδα της.
12. Στην πραγματικότητα, οι προσφεύγοντες δεν προσκόμισαν κανένα στοιχείο, συγκεκριμένα κανένα έγγραφο, από το οποίο αποδεικνύεται ότι μόνιμοι υπάλληλοι της Επιτροπής έδωσαν, υπ' αυτήν τους την ιδιότητα και όχι υπό την ιδιότητα του μέλους του διοικητικού συμβουλίου της ΕΕΣ ή της συντάξεως του Courrier AKE, οδηγίες σε δημοσιογράφους ή προέβησαν στην έκδοση επισήμων πράξεων με δεσμευτική ως προς αυτούς ισχύ. Ειδικότερα, η ειδοποίηση προς τον Lucien Pagni που υπαινίσσονται οι προσφεύγοντες προερχόταν από εξουσιοδοτημένο υπάλληλο της διοίκησης της ΕΕΣ και όχι από αρχή της Επιτροπής.
13. Βεβαίως, ουδεμία απολύτως υφίσταται αμφιβολία ότι η Επιτροπή συνδεόταν κατά διαφόρους τρόπους με τη λειτουργία της ΕΕΣ και ότι, στην πραγματικότητα, έλεγχε αυτή, από πολλές απόψεις, τις δραστηριότητες της τελευταίας, και μάλιστα, μέχρις ενός βαθμού, τη διηύθυνε. Αλλά, παρά τα αναμφισβήτητα αυτά στοιχεία, το Δικαστήριο έκρινε ότι η ΕΕΣ δεν αποτελεί διοικητική μονάδα της Επιτροπής και ότι η δεύτερη δεν είναι εργοδότης του προσληφθέντος από την πρώτη προσωπικού. Από την κατάσταση των προσφευγόντων στο συγκεκριμένο πλαίσιο του Courrier AKE δεν προκύπτει κανένα στοιχείο που να είναι νέο σε σχέση με το γενικό πλαίσιο επί του οποίου έχει ήδη αποφανθεί το Δικαστήριο. Επίσης, φρονώ ότι η Επιτροπή δεν μπορεί να θεωρηθεί ως εργοδότης των προσφευγόντων και ότι, κατά συνέπεια, το πρώτο τους αίτημα πρέπει να απορριφθεί.
14. Η συζήτηση σχετικά με το δεύτερο αίτημα έχει οπωσδήποτε περιγραφεί μέσω των επιχειρημάτων που προέβαλαν κατ' αλλήλων οι διάδικοι. Δεν υποστηρίχθηκε από την Επιτροπή ότι το νομικό καθεστώς της σύμβασης ΥΣ, στο οποίο υπόκεινται οι προσφεύγοντες, μπορούσε να δικαιολογήσει διαφορετική μεταχείριση, από πλευράς μονιμοποιήσεως, σε σχέση με τους υπαλλήλους της ΕΕΣ με σύμβαση ΕΣ, ως προς τους οποίους ακολουθήθηκε διαδικασία καθιστούσα δυνατή τη μονιμοποίηση όλων. Σχετικά με το θέμα αυτό, η Επιτροπή αναφέρει, σε έγγραφο προς το Δικαστήριο, ότι η διάκριση μεταξύ των δύο ειδών υπαλλήλων είναι "κατ' ουσίαν δημοσιονομικής φύσεως", προσθέτοντας ότι "οι συμβάσεις που διέπουν την εργασιακή σχέση μεταξύ της ΕΕΣ και των υπαλλήλων ΕΣ ή ΥΣ είναι ... περίπου όμοιες και (ότι) τα καθήκοντά τους, σε επίπεδο ομοιόβαθμων υπαλλήλων, δεν παρουσιάζουν καμιά αισθητή διαφορά" (8).
15. Πράγματι, η διάσταση απόψεων μεταξύ των προσφευγόντων και της Επιτροπής επικεντρώνεται επί ενός και μόνο σημείου. Κατά το κοινοτικό όργανο, η κύρια φύση των καθηκόντων των Oyowe και Traore, η οποία συνίσταται στην εκπροσώπηση, ως δημοσιογράφων, των "απόψεων των χωρών ΑΚΕ" στο πλαίσιο του Courrier AKE, είναι ασυμβίβαστη με την ιδιότητα του μονίμου υπαλλήλου των Κοινοτήτων ο οποίος, δυνάμει του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, οφείλει πίστη στην Κοινότητα.
16. Θα ήθελα ευθύς εξαρχής να δηλώσω ότι από την εξέταση της καταστάσεως των δημοσιογράφων του Courrier ΑΚΕ δεν μπόρεσα να καταλήξω σε συμπέρασμα όμοιο με αυτό της Επιτροπής.
Πράγματι, σχημάτισα την ιδέα ότι οι δημοσσιογράφοι του Courrier ΑΚΕ καλούνται, στην πραγματικότητα, να ασκήσουν τα καθήκοντά τους υπό παρόμοιες συνθήκες ασχέτως καταγωγής, "ΑΚΕ" ή "ΕΟΚ", και ότι, κατά συνέπεια, δεν διαπιστώνω όσον αφορά τις συνθήκες ασκήσεως των καθηκόντων των δημοσιογράφων "καταγωγής ΑΚΕ", καμιά ιδιαιτερότητα δικαιολογούσα διαφορετική μεταχείριση, από πλευράς μονιμοποιήσεώς τους στην ευρωπαϊκή δημόσια διοίκηση, σε σχέση με τους λοιπούς δημοσιογράφους της Επιθεωρήσεως.
17. Πρώτον, θα ήθελα να επισημάνω ότι ο ισχυρισμός της Επιτροπής ότι οι προσφεύγοντες, "δημοσιογράφοι καταγωγής ΑΚΕ" , υπέκειντο στο πλαίσιο της επιθεωρήσεως σε δεοντολογικούς κανόνες φαίνεται να είναι το λιγότερο συζητήσιμος. Πράγματι, ανατρέχοντας στα πρακτικά της συνεδριάσεως της επιτροπής ίσης εκπροσώπησης της Επιθεωρήσεως που έγινε στις 3 Οκτωβρίου 1988 και στην οποία αναφέρθηκε η Επιτροπή διαβάζω τα εξής:
"Δεν αμφισβητείται από κανένα ότι τα μέλη του συντακτικού επιτελείου του Courrier καταγωγής ΑΚΕ δεν εργάζονται εκεί για την προάσπιση των απόψεων και των συμφερόντων των κρατών ΑΚΕ, όπως ακριβώς και τα ευρωπαϊκής καταγωγής μέλη του συντακτικού αυτού επιτελείου δεν απασχολούνται εκεί για την προβολή των ευρωπαϊκών απόψεων και συμφερόντων. Ο Courrier αποτελεί ένα όργανο πληροφορήσεως και τεκμηριώσεως σχετικά με τη συνεργασία ΕΟΚ-ΑΚΕ... Επομένως, το συντακτικό επιτελείο πρέπει να λαμβάνει υπόψη τη συνεργασία αυτή με αντικειμενικότητα και στάθμιση των αντικειμενικών παραγόντων αποφεύγοντας τόσο να καταστήσει τον Courrier μια άχρωμη Επιθεώρηση όσο και να τον κάνει ένα ασκούν κριτική επί των εταίρων περιοδικό."
Στο ίδιο πρακτικό αναφέρεται, πιο κάτω, ότι: "η ποιότητα των μελών του συντακτικού επιτελείου είναι κεφαλαιώδους σημασίας από την άποψη των επαγγελματικών προσόντων και της πίστεως στους στόχους της Επιθεωρήσεως. Η επιτροπή θεωρεί ότι όλοι υπηρετούν ένα κοινό σκοπό τον της συνεργασίας μεταξύ των κρατών ΑΚΕ και της Κοινότητας".
18. Επίσης, στην περίπτωση που επρόκειτο να ληφθούν υπόψη οι δεοντολογικοί κανόνες που εφαρμόζονται στους δημοσιογράφους καταγωγής ΑΚΕ της Επιθεωρήσεως, δυσχερώς ανευρίσκω στο πρακτικό της συνεδριάσεως της επιτροπής ίσης εκπροσωπήσεως, στο οποίο αναφέρθηκε η Επιτροπή, την επιβεβαίωση σχετικά με δεοντολογία η οποία ειδικώς να προσιδιάζει στους δημοσιογράφους αυτούς και να διαφέρει από τη δεοντολογία που ισχύει για τους ευρωπαϊκής καταγωγής δημοσιογράφους. Αντιθέτως, από το έγγραφο αυτό προβάλλει η ιδέα μια δεοντολογίας κοινής για όλα τα μέλη του συντακτικού επιτελείου. Σύμφωνα με τη δεοντολογία αυτή, κάθε μέλος του εν λόγω επιτελείου οφείλει να κρατεί την ίδια ανεξαρτησία τόσο έναντι των "απόψεων των κρατών ΑΚΕ" όσο και έναντι των "απόψεων των κρατών μελών".
19. Υπό τις συνθήκες αυτές, δεν νομίζω ότι προκύπτει a priori ότι οι δεοντολογικοί κανόνες που εφαρμόζονται στα μέλη της συντάξεως του Courrier ΑΚΕ ενισχύουν την ιδέα μιας ιδιαιτερότητας των δημοσιογράφων καταγωγής ΑΚΕ, ιδιαιτερότητας κατά την οποία οι τελευταίοι είναι επιφορτισμένοι, με την επαγγελματική τους δραστηριότητα, "να εκπροσωπούν τις απόψεις ΑΚΕ". Μήπως τις εκπροσωπούν συμβολικώς λόγω της εθνικής τους καταγωγής; Αυτό είναι δυνατό, αλλά, εν πάση περιπτώσει υπό το πρίσμα της δεοντολογίας, τα εν λόγω μέλη δεν καλούνται να τις εκπροσωπούν μέσω της δημοσιογραφικής τους εργασίας και των άρθρων τους. Αντιθέτως, η δεοντολογία εκφράζεται μάλλον υπό την έννοια ότι από τα εν λόγω πρόσωπα ζητείται να μη συμπεριφέρονται ως εκπρόσωποι των απόψεων ΑΚΕ, όπως ακριβώς και από τους ευρωπαϊκής καταγωγής δημοσιογράφους απαιτείται να μη συμπεριφέρονται ως εκπρόσωποι των απόψεων ΕΟΚ.
Θα ήθελα να επιστήσω την προσοχή του Δικαστηρίου σε ένα σημείο το οποίο, αν και δεν αποτελεί παρά μια λεπτομέρεια, δίνει κάποιο ιδιαίτερο χρώμα σ' αυτές τις πρώτες παρατηρήσεις. Στο δικόγραφο της προσφυγής είναι συνημμένο ένα φωτοαντίγραφο του τελευταίου, κατά την εποχή εκείνη, τεύχους του Courrier AKE, δηλαδή το τεύχος Ιανουαρίου-Φεβρουαρίου 1988. Στη σελίδα 3 του τεύχους αυτού υπάρχει η περίληψη. Στο κάτω μέρος της σελίδας αυτής, με μικρούς χαρακτήρες, αναγράφεται το εξής: "τα άρθρα δεσμεύουν μόνο τους συντάκτες τους". Θα προσθέσω, ύστερα από την ανάγνωση της μνείας αυτής, ότι τα άρθρα της Επιθεωρήσεως, ασχέτως των συντακτών τους και, ειδικότερα, ασχέτως της καταγωγής των συντακτών τους, δεν δεσμεύουν, ειδικότερα, περισσότερο τις χώρες ΑΚΕ απ' όσο την ΕΟΚ, αλλά δεσμεύουν εξίσου τις μεν και τη δε.
21. Αυτό με οδηγεί στο να θεωρήσω ότι το συντακτικό επιτελείο της Επιθεωρήσεως νοείται γενικά ως μη εξαρτώμενο από τις απόψεις των κρατών ΑΚΕ και της ΕΟΚ και ότι, ειδικότερα, κανένα από τα μέλη του δεν καλείται a priori να αποτελέσει τον εκφραστή της μιας ή της άλλης από τις απόψεις αυτές, όποια και αν είναι η γεωγραφική του καταγωγή. Καίτοι είναι ακριβές ότι δημοσιογράφοι καταγωγής χωρών ΑΚΕ προσλήφθηκαν κατόπιν αιτήματος της ομάδας ΑΚΕ, οι δεοντολογικές αρχές που εκφράστηκαν από την Επιτροπή ίσης εκπροσωπήσεως ουδόλως επιτρέπουν να θεωρηθεί ότι αυτό έγινε με σκοπό να διασφαλιστεί από τα πρόσωπα αυτά, κατά τρόπο θεσμικό, η εκπροσώπηση των απόψεων ΑΚΕ. Οι αρχές αυτές οδηγούν μάλλον στη σκέψη ότι επρόκειτο, πρωτίστως, για τη συμβολική διασφάλιση της δυνατότητας υπάρξεως των απόψεων αυτών, όπως ακριβώς η παρουσία των απόψεων των δώδεκα κρατών μελών εξασφαλίζεται με την πρόσληψη μονίμων υπαλλήλων που έχουν την ιθαγένεια ενός των δώδεκα κρατών μελών της ΕΟΚ, χωρίς να αναμένεται ότι οι υπάλληλοι με διαφορετική ιθαγένεια που έχουν τέτοια ιθαγένεια θα αφιερωθούν, μέσω της επαγγελματικής τους δραστηριότητας, στην προώθηση των απόψεων του κράτους μέλους του οποίου είναι υπήκοοι.
22. Ακολουθώντας την ανωτέρω συλλογιστική, καταλήγω στο συμπέρασμα ότι, εφόσον όλα τα μέλη του συντακτικού επιτελείου υπόκεινται, στο πλαίσιο του Courrier, στην ίδια δεοντολογία, συγκεκριμένα όσον αφορά την ανεξαρτησία τους έναντι των απόψεων ΑΚΕ και ΕΟΚ, αυτό σημαίνει ότι το ενδεχόμενο να είναι οι δημοσιογράφοι μόνιμοι υπάλληλοι θέτει ίδιας βαρύτητας προβλήματα ανεξαρτήτως της καταγωγής τους. Με δύο λόγια, φρονώ ότι, αν υπάρχει ασυμβίβαστο μεταξύ της ιδιότητας του μονίμου υπαλλήλου και της ιδιότητας του μέλους ενός δημοσιογραφικού επιτελείου του οποίου η δεοντολογία είναι αυτή που περιέγραψα, το ασυμβίβαστο αυτό πρέπει να υφίσταται ως προς όλους τους δημοσιογράφους. Και εφόσον κρίνεται, στο πλαίσιο της ίδιας δεοντολογίας, ότι το ασυμβίβαστο δεν υφίσταται ως προς ένα ή περισσοτέρους δημοσιογράφους, δεν δικαιολογείται το εν λόγω ασυμβίβαστο να ισχύει ως προς άλλους.
23. Είναι γνωστό ότι, στο συντακτικό επιτελείο του Courrier, εργάζονταν και εξακολουθούν να εργάζονται μόνιμοι υπάλληλοι της Επιτροπής, αρχίζοντας από τον τωρινό αρχισυντάκτη. Η Επιτροπή δεν ανέφερε στο Δικαστήριο, στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας, ότι η κατάσταση αυτή δημιουργεί δυσχέρειες από πλευράς δεοντολογίας των μελών του συντακτικού επιτελείου. Προ πάντων, ένα από τα μέλη καταγωγής ΕΟΚ του επιτελείου αυτού, ο Jan Piper, μονιμοποιήθηκε το 1981. Ο δημοσιογράφος αυτός, το υπενθυμίζω, υπέκειτο καταρχήν, στους ίδιους με τους δύο συνάδελφούς του Oyowe και Traore δεοντολογικούς κανόνες όσον αφορά τη μη εξάρτηση, ή την ανεξαρτησία του, από τις απόψεις ΑΚΕ και ΕΟΚ. Επίσης, καταλήγω στο συμπέρασμα ότι η Επιτροπή δεν μπορούσε να στηριχθεί στην προβαλλόμενη ιδιαιτερότητα της καταστάσεως των προσφευγόντων και στη φερόμενη "εκπροσώπηση των απόψεων ΑΚΕ" από τους τελευταίους για να τους αρνηθεί τη δυνατότητα μονιμοποιήσεώς τους, δυνατότητα η οποία άλλωστε παρασχέθηκε σε ένα άλλο δημοσιογράφο με σύμβαση ΕΣ. Για να καταλήξω σε αντίστροφο συμπέρασμα, θα έπρεπε να πρόκειται για πραγματική περίπτωση συμμετοχής των εργαζομένων στην επιχείρηση της Επιθεωρήσεως και συγκεκριμένα του συντακτικού της επιτελείου, πράγμα που εκφράζεται πέραν των ορίων της δεοντολογίας. 'Οπως όμως διαπιστώθηκε κάτι τέτοιο δεν συμβαίνει.
24. Η Επιτροπή υπογράμμισε το, κατά τη γνώμη της, πρακτικό πρόβλημα που θα έθετε η μονιμοποίηση των προσφευγόντων σε περίπτωση που αυτοί άφηναν, κατά τη διάρκεια της σταδιοδρομίας τους, τις θέσεις τους, δεδομένου ότι οι θέσεις αυτές θα έπρεπε να πληρωθούν από άλλους μονίμους υπαλλήλους που θα είχαν a priori την ιθαγένεια κράτους μέλους, πράγμα που θα απαγόρευε την "εκπροσώπηση των απόψεων ΑΚΕ". Είδαμε προηγουμένως τα όρια, από δεοντολογική άποψη, της έννοιας της "εκπροσωπήσεως των απόψεων ΑΚΕ". Θα μπορούσα επομένως να υποστηρίξω ότι, εφόσον απαιτείται η ίδια περίπου ανεξαρτησία γνώμης απ' όλους τους δημοσιογράφους, ασχέτως της καταγωγής τους, δεν θα παρίστατο όντως ανάγκη να προσληφθούν δημοσιογράφοι εκτός ΕΟΚ. Προσθέτω ότι το εξετασθέν από την Επιτροπή ενδεχόμενο υπάρξεως κενών θέσεων θα μπορούσε να αντιμετωπιστεί με την πρόσληψη στις εν λόγω θέσεις έκτακτων υπαλλήλων, κατά παρέκκλιση από τον κανόνα περί ιθαγένειας ενός των κρατών μελών. Είναι σε όλους γνωστό ότι, όσον αφορά το ζήτημα της καλύψεως των κενών θέσεων, δεν αποκλείεται μια κάποια ευελιξία. Εν πάση περιπτώσει, πιστεύω ότι μια κατάσταση, όπως αυτή της Επιθεωρήσεως, θα δικαιολογούσε μια τέτοια ευελιξία, εφόσον θα προέκυπτε ότι κάτι τέτοιο είναι χρήσιμο στην ΕΟΚ όσον αφορά την ποιότητα των σχέσεών της με τις χώρες ΑΚΕ.
25. Πρέπει σ' αυτό το στάδιο της συλλογιστικής που αναπτύσσω να θεωρηθεί ότι το δεύτερο αίτημα είναι βάσιμο και μάλιστα όσον αφορά τόσο τον Traore όσο και τον Oyowe; Με την απόφασή του Appelbaum (9) το Δικαστήριο έκρινε ότι δεν υφίστατο ουσιώδης διαφορά μεταξύ της καταστάσεως των υπαλλήλων της έδρας και της καταστάσεως των υπαλλήλων ΕΣ η οποία να δικαιολογεί διαφορετική μεταχείριση από πλευράς κανόνων περί μονιμοποιήσεως. Νομίζω ότι αυτό ισχύει, a fortiori, και όσον αφορά τους υπαλλήλους με σύμβαση ΥΣ σε σχέση με τους υπαλλήλους με σύμβαση ΕΣ, που μονιμοποιήθηκαν, ενόψει της πολύ μεγάλης ομοιότητας των νομικών καθεστώτων στα οποία υπόκεινται, βάσει των εν λόγω συμβάσεων, οι υπάλληλοι της μιας ή της άλλης κατηγορίας. Η ίδια η Επιτροπή αναγνώρισε την ομοιότητα αυτή, δηλώνοντας ότι η μόνη αισθητή διαφορά αφορούσε τη χρηματοδότηση των αμοιβών που καταβάλλονται βάσει των συμβάσεων ΥΣ, δηλαδή στοιχείο εντελώς εξωτερικό σε σχέση με τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που απορρέουν, για κάθε συμβαλλόμενο μέρος, από τις συμβάσεις. Τέλος, όπως προανέφερα, οι συνθήκες ασκήσεως των καθηκόντων δεν επέτρεπαν τη διαπίστωση ουσιώδους διαφοράς μεταξύ των δημοσιογράφων ΕΣ και ΥΣ του Courrier AKE ούτε, κατά συνέπεια, τη δικαιολόγηση διαφορετικής μεταχειρίσεως απο πλευράς της αρχής της μονιμοποιήσεως.
26. Ωστόσο, έχω τη γνώμη ότι η συλλογιστική αυτή δεν μπορεί να γίνει πλήρως δεκτή παρά μόνον όσον αφορά τον Traore. Πράγματι, η Επιτροπή επικαλέστηκε, στο υπόμνημά της ανταπαντήσεως, την προϋπόθεση του άρθρου 28, στοιχείο α), του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, κατά την οποία "κανείς δεν δύναται να διοριστεί υπάλληλος ... αν δεν είναι υπήκοος ενός από τα κράτη μέλη των Κοινοτήτων, εκτός αν επιτρέψει παρέκκλιση η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή..." Ενώ ο Traore έχει τη γαλλική ιθαγένεια, ο Oyowe είναι υπήκοος Νιγηρίας. Δεν νομίζω ότι ο δεύτερος μπορεί να επικαλεστεί την ταυτότητα καταστάσεως που επισήμανα προηγουμένως για να θεμελιώσει υποχρέωση της Επιτροπής να προβεί σε παρέκκλιση, υπέρ αυτού, από την προϋπόθεση της ιθαγενείας. Φρονώ ότι η ίδια η φύση της προϋποθέσεως της ιθαγενείας που θέτει το προαναφερθέν άρθρο 28, στοιχείο α), δεν επιτρέπει υποχώρηση σε περίπτωση που ένα πρόσωπο, που δεν πληροί την προϋπόθεση αυτή, βρίσκεται σε κατάσταση οπωσδήποτε όμοια ή ανάλογη προς αυτή άλλου προσώπου που την πληροί. Αν αυτή η προϋπόθεση ιθαγενείας ερμηνευόταν διαφορετικά, θα καθίστατο γράμμα κενό περιεχομένου, εφόσον θα γινόταν έτσι δεκτό ότι καταστάσεις αντικειμενικώς παρόμοιες, και των οποίων δεν είναι δυνατό να καθοριστούν a priori η ποικιλία και τα όρια, θα υποχρέωναν τη διοίκηση να προβαίνει σε παρεκκλίσεις.
27. Νομίζω ότι, για να έχει η προϋπόθεση της ιθαγενείας κάποιο νόημα και να μην είναι απλός τύπος, είναι ανάγκη να αναγνωριστεί ότι η ΑΔΑ, εν προκειμένω η Επιτροπή, διαθέτει πλήρη διακριτική εξουσία να αποφασίζει αν παρίσταται ή όχι ανάγκη να προβεί σε σχετική παρέκκλιση. Μια αντικειμενικώς όμοια, από άλλες απόψεις, κατάσταση δεν μπορεί να της επιβάλλει τη νομική υποχρέωση να προβεί σε παρέκκλιση. Δεν νομίζω ότι, από την άποψη αυτή, η παρέκκλιση από την προϋπόθεση της ιθαγενείας τοποθετείται στο ίδιο επίπεδο με το ζήτημα της παρεκκλίσεως από το γενικό κανόνα του διορισμού στον βασικό βαθμό που επικαλούνται οι προσφεύγοντες βάσει της αποφάσεως του Δικαστηρίου Appelbaum (10).
Οι δυο παρεκκλίσεις αντιστοιχούν σε αρχές των οποίων το περιεχόμενο δεν επιδέχεται, προφανώς, καμιά σύγκριση.
28. Μήπως αυτό σημαίνει ότι προτείνω στο Δικαστήριο να εκδώσει απόφαση που να ικανοποιεί μερικώς τον Traore και να αφήνει τον Oyowe ακάλυπτο στα προβλήματά του, σε μια κατάσταση ελάχιστα ικανοποιητική από άποψη επιεικείας; Στην πραγματικότητα, νομίζω ότι είναι δυνατή η εξεύρεση λύσεως που να μην αφήνει τον Oyowe αβοήθητο στη μοίρα του. Πράγματι, ενόψει όλων των στοιχείων της δικογραφίας και, ιδίως, των επιχειρημάτων που ανέπτυξε η Επιτροπή καθόλη τη διάρκεια της διαδικασίας, επιχειρημάτων στο πλαίσιο των οποίων η σχετική με την προϋπόθεση της ιθαγενείας ένσταση προτάθηκε κάπως καθυστερημένα, εφόσον δεν προβλήθηκε παρά μόνο στο υπόμνημα ανταπαντήσεως, θεωρώ ως μη επαρκώς αποδεδειγμένο το ότι η έλλειψη "κοινοτικής" ιθαγενείας αποτέλεσε τον καθοριστικό παράγοντα της στάσης της Επιτροπής να αρνείται οποιαδήποτε προοπτική μονιμοποιήσεως στον ανωτέρω προσφεύγοντα. Πιο συγκεκριμένα, δεν έχει επαρκώς αποδειχθεί ότι η Επιτροπή, σε περίπτωση που γνώριζε ότι ήταν νομικώς αδύνατο γι' αυτήν να οχυρωθεί πίσω από την "εκπροσώπηση των απόψεων ΑΚΕ" για να αρνηθεί στον Oyowe τη μονιμοποίηση, θα είχε, βάσει αποκλειστικά της προϋποθέσεως της ιθαγενείας, υιοθετήσει την ίδια στάση. Κατά τη γνώμη μου, η Επιτροπή πρέπει να επανεξετάσει την κατάσταση του Oyowe, ενόψει της αναλύσεως που προτείνω στο Δικαστήριο να υιοθετήσει όσον αφορά το φερόμενο ασυμβίβαστο της καταστάσεως του μόνιμου υπαλλήλου των Κοινοτήτων με την "εκπροσώπηση των απόψεων ΑΚΕ" από τους προσφεύγοντες. Επομένως, στην Επιτροπή εναπόκειται, στο πλαίσιο της νέας αυτής εξέτασης, να κρίνει αν πρέπει να προβεί ως προς τον Oyowe σε παρέκκλιση όσον αφορά την προϋπόθεση της ιθαγενείας. Δεν αποκλείεται, άλλωστε, κατά τον χρόνο της νέας αυτής εξετάσεως, ο Oyowe να έχει αποκτήσει τη βελγική ιθαγένεια.
29. Η Επιτροπή θα διέθετε, κατά τη νέα αυτή εξέταση, ένα ευρύ περιθώριο χειρισμών. 'Αρνηση παρεκκλίσεως δεν θα ήταν - το είπα πιο πάνω - παράνομη. Ας μου επιτραπεί, ωστόσο, να προσθέσω ότι, κατά τη γνώμη μου, η κατάσταση του Oyowe, θεωρούμενη σε σχέση με την κατάσταση των συναδέλφων του, και η λήψη υπόψη από την Επιτροπή αυτού που θα ονόμαζα αίσθηση αρωγής, πρέπει να την οδηγήσουν, για λόγους σκοπιμότητας, να μην επιλέξει ως λύση την άρνηση παρεκκλίσεως.
30. Επίσης, όσον αφορά το δεύτερο αίτημα της προσφυγής, προτείνω στο Δικαστήριο να ακυρώσει την απόφαση της Επιτροπής κατά το μέτρο που δεν ελήφθη σ' αυτήν υπόψη το αίτημα μονιμοποιήσεως των Traore και Oyowe και να ανατεθεί η επίλυση του προβλήματος των ανωτέρω προσφευγόντων στην Επιτροπή, προκειμένου η τελευταία να συμμορφωθεί, όσον αφορά καθένα απ' αυτούς, προς τις συνέπειες που απορρέουν από την απόφαση του Δικαστηρίου σύμφωνα με το άρθρο 176 της Συνθήκης, συνέπειες οι οποίες, εν πάση περιπτώσει, επιβάλλουν να κινηθεί, όσον αφορά τον Traore, η διαδικασία μονιμοποιήσεώς του.
31. Θα ήθελα να είμαι συντομότερος όσον αφορά το τελευταίο αίτημα της προσφυγής, το οποίο νομίζω ότι πρέπει να απορριφθεί από το Δικαστήριο. Πράγματι, δεν βλέπω για ποιο λόγο θα έπρεπε να θεωρηθεί η Κοινότητα υπεύθυνη έναντι εκατέρου των ενδιαφερομένων. Το αίτημα των προσφευγόντων ως προς το σημείο αυτό είναι επικουρικό, πράγμα που προϋποθέτει ότι το Δικαστήριο απέρριψε, και ως προς τους δύο ή ως προς ένα από αυτούς, τα πρώτα αιτήματα της προσφυγής τους, δηλαδή ότι το Δικαστήριο έκρινε, ειδικότερα, ότι η Επιτροπή δεν παραβίασε, σε βάρος τους, την αρχή της ισότητας ή της απαγορεύσεως των διακρίσεων. Κατά συνέπεια, δεν βλέπω ποιο σφάλμα θα μπορούσε να προσαφθεί ως προς το σημείο αυτό στην Επιτροπή. Ας προσθέσω επίσης ότι, ενόψει των προαναφερθεισών αποφάσεων με τις οποίες το Δικαστήριο αναγνώρισε σαφώς ότι η Επιτροπή δεν είναι εργοδότης του προσληφθέντος από την ΕΕΣ προσωπικού, δεν μπορώ ούτε να αντιληφθώ κατά ποιο τρόπο θα ήταν δυνατό να συνδεθεί η κατάσταση των προσφευγόντων από πλευράς της βελγικής νομοθεσίας περί συνταξιοδοτήσεως, στην οποία τα εν λόγω πρόσωπα υπόκεινται κανονικώς ως απασχολούμενοι από ένωση του βελγικού ιδιωτικού δικαίου, με μία καθ' υπόθεση πλημμελή συμπεριφορά της Επιτροπής. Πράγματι, δεν θα μπορούσε να γίνει δεκτό ένα τέτοιο αποτέλεσμα χωρίς να υφίσταται αντίφαση προς τη νομολογία του Δικαστηρίου σχετικά με την ΕΕΣ και το προσωπικό της. Εφόσον εργοδότης των προσφευγόντων είναι μια ένωση ιδιωτικού δικαίου και όχι η Επιτροπή, δεν μπορώ να αντιληφθώ κατά ποιο τρόπο η εφαρμογή επ' αυτών της βελγικής συνταξιοδοτικής νομοθεσίας θα μπορούσε να συνεπάγεται την ευθύνη των Κοινοτήτων. Αν υφίσταται τέτοια ευθύνη, δεν βλέπω πώς θα ήταν δυνατό να εξακολουθεί να υποστηρίζεται ότι η Επιτροπή δεν είναι ο εργοδότης του προσληφθέντος από την ΕΕΣ προσωπικού, ενώ έτσι ακριβώς έχει πάντοτε αποφανθεί το Δικαστήριο.
32. Τελειώνοντας, προτείνω στο Δικαστήριο:
1) να ακυρώσει την απόφαση της Επιτροπής που εκδόθηκε κατόπιν της ενστάσεως των προσφευγόντων, κατά το μέτρο που η απόφαση αυτή αφορά το αίτημά τους μονιμοποιήσεως, και να αναπέμψει την υπόθεση στην Επιτροπή προκειμένου αυτή να λάβει νέα απόφαση
2) να απορρίψει κατά τα λοιπά την προσφυγή
3) να καταδικάσει την Επιτροπή στο σύνολο των δικαστικών εξόδων.
(*) Γλώσσα πρωτοτύπου: η γαλλική.
(1) Υποθέσεις 87, 130/77, 22/83, 9 και 10/84, Salerno και λοιποί, Συλλογή 1985, σ. 2523 119/83, Appelbaum, Συλλογή 1985, σ. 2423 66 έως 68 και 136 έως 140/83, Hatter και λοιποί, Συλλογή, σ. 2459.
(2) Υπόθεση 116/78, Bellintani και λοιποί, απόφαση της 5ης Απριλίου 1979, Rec. 1979, σ. 1585, σκέψη 6.
(3) Bkape amavoqae rtg rgleiyrg 1.
(4) Παράρτημα 5 του δικογράφου της προσφυγής, σ. 3, σημείο 10, στοιχείο α).
(5) Bkape amavoqae rtg rgleiyrg 1.
(6) Βλέπε αναφορά στη σημείωση 1.
(7) Bkape amavoqae rtg rgleiyrg 1.
(8) Παρατηρήσεις της 18ης Απριλίου 1989 σε απάντηση ερωτήσεως του Δικαστηρίου, σ. 2.
(9) Bkape amavoqae rtg rgleiyrg 1.
(10) Bkape amavoqae rtg rgleiyrg 1.
Top