Σημαντική ανακοίνωση νομικού περιεχομένου
Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Tesauro της 28ης Ιουνίου 1989. - JUAN JAENICKE CENDOYA ΚΑΤΑ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΙΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ. - ΥΠΑΛΛΗΛΟΙ - ΠΡΟΣΦΥΓΗ ΑΚΥΡΩΣΕΩΣ - ΑΠΟΦΑΣΗ ΑΠΟΚΛΕΙΣΜΟΥ ΑΠΟ ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟ. - ΥΠΟΘΕΣΗ 108/88.
Συλλογή της Νομολογίας του Δικαστηρίου 1989 σελίδα 02711
Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
++++
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
1. Η υπό κρίση προσφυγή του Jaenicke Cendoya βάλλει κατά της αποφάσεως με την οποία αποκλείστηκε από το γενικό διαγωνισμό βάσει τίτλων (CΟΜ/Α/584), που προκήρυξε η Επιτροπή προκειμένου να καταρτίσει πίνακα μελλοντικών προσλήψεων κυρίων υπαλλήλων διοικήσεως ισπανικής ιθαγένειας.
Σύμφωνα με το σημείο ΙΙΙ Β, αριθμός 2, της προκηρύξεως, οι υποψήφιοι έπρεπε, κατά τη λήξη της προθεσμίας που οριζόταν για την υποβολή των υποψηφιοτήτων (21 Αυγούστου 1987):
"α) να αποδείξουν ότι έχουν ολοκληρώσει δεύτερο κύκλο πανεπιστημιακών σπουδών έχοντας λάβει πτυχίο (titulo). Η εξεταστική επιτροπή θα λάβει υπόψη της τις ιδιαιτερότητες των σπουδών που έχουν κάνει οι υποψήφιοι?
β) να έχουν τουλάχιστον μεταπτυχιακή επαγγελματική πείρα δώδεκα τουλάχιστον ετών, από τα οποία τα έξι σε τομέα σχετικό με τη θέση για την οποία υποβάλλεται η υποψηφιότητα και η οποία περιλαμβάνει τις αρμοδιότητες που προσδιορίζονται στο παράρτημα".
Μέσα στην προβλεπόμενη προθεσμία ο Jaenicke Cendoya υπέβαλε υποψηφιότητα, συνοδευόμενη από ακαδημαϊκό πιστοποιητικό του Ιnstituto Catolico de Adminstracion y Direccion de Empresas, εφεξής ΙCΑDΕ, που πιστοποιούσε την επιτυχία του, μεταξύ 1968 και 1973, στις εξετάσεις που αναφέρονται σ' αυτό και που αφορούν σπουδές "τεχνικής διοικήσεως επιχειρήσεων". Ο Cendoya επισύναψε και ένα πιστοποιητικό σπουδών περί Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων της Εscuela Diplomatica της Μαδρίτης και πιστοποιητικό ανωτέρων ευρωπαϊκών σπουδών του College d' Europe της Βruges.
Στη συνέχεια, η εξεταστική επιτροπή πληροφόρησε αρχικά τον Jaenicke Cendoya ότι, βάσει των προϋποθέσεων που ορίζονται στο σημείο ΙΙΙ Β, αριθμός 2, της προκηρύξεως, το δίπλωμα του ΙCΑDΕ που είχε υποβάλει δεν μπορούσε να ληφθεί εγκύρως υπόψη για να γίνει δεκτός στο διαγωνισμό, εκτός αν αυτό είχε αναγνωριστεί επισήμως ως ισότιμο από τις αρμόδιες ισπανικές αρχές. Ο ενδιαφερόμενος κλήθηκε ακολούθως να προσκομίσει, το αργότερο κατά την ημερομηνία που του είχαν ορίσει για συνέντευξη με την εξεταστική επιτροπή (12 Ιανουαρίου 1988), έγγραφο αποδεικνύον ότι είχε λάβει χώρα η διαδικασία αναγνωρίσεως του διπλώματος ως ισοτίμου.
Κατά την ημέρα της συνεντεύξεως αυτής ο Jaenicke Cendoya περιορίστηκε να προσκομίσει στην εξεταστική επιτροπή ένα έγγραφο του ισπανικού Υπουργείου Παιδείας από το οποίο το μόνο που προέκυπτε ήταν ότι είχε ζητηθεί γνωμοδότηση ως προς τη δυνατότητα αναγνωρίσεως του επιμάχου διπλώματος ως ισοτίμου. Πράγματι, το δίπλωμα αυτό - σύμφωνα με ό,τι προκύπτει από το κείμενο του εγγράφου που εν πάση περιπτώσει είναι πολύ λακωνικό - είχε ληφθεί σε χρόνο κατά τον οποίο η ισπανική νομοθεσία δεν προέβλεπε ακόμη τις ισοτιμίες των σπουδών που έχουν πραγματοποιηθεί σε ινστιτούτα της Καθολικής Εκκλησίας όπως, ακριβώς, το ΙCΑDΕ. Από το έγγραφο προέκυπτε επίσης ότι εκτός από τον Jaenicke Cendoya και άλλα άτομα είχαν ζητήσει αναγνώριση της ισοτιμίας μεταξύ τέτοιων διπλωμάτων ιδιωτικών σπουδών και των πανεπιστημιακών διπλωμάτων με νόμιμη ισχύ.
Υπό τις συνθήκες αυτές, η εξεταστική επιτροπή αποφάσισε να μην πραγματοποιήσει τη συνέντευξη. Η απόφαση έλαβε ακολούθως τυπική μορφή με επιστολή της 25ης Ιανουαρίου 1988 του προϊσταμένου του τμήματος προσλήψεων της Επιτροπής.
2. Προτού εξεταστεί το βάσιμο της προσφυγής, πρέπει να αναφερθεί ότι από τα έγγραφα που προσκομίστηκαν καθίσταται γνωστό ότι μεταξύ 1983 και 1985 ο Jaenicke Cendoya πέτυχε στο Καθολικό Πανεπιστήμιο του Comillas ICAI-ICADE στις εξετάσεις σε εννέα μαθήματα διαφορετικά από τα μαθήματα που είχαν σχέση με τις σπουδές που είχε πραγματοποιήσει κατά τα έτη 1968-1973. Βάσει των αποτελεσμάτων στις εννέα αυτές εξετάσεις, καθώς και της αναγνωρίσεως των εξετάσεων στις οποίες είχε πετύχει παλαιότερα μεταξύ 1968 και 1973, ο Jaenicke Cendoya είχε λάβει ένα νέο δίπλωμα από ιδιωτικό ίδρυμα. Εν πάση περιπτώσει, ανεξάρτητα από το χαρακτήρα του διπλώματος αυτού, το περιεχόμενο και η αξία του δευτέρου αυτού εγγράφου - για το οποίο ο προσφεύγων ισχυρίζεται εξάλλου ότι είναι τελείως ανεξάρτητο από αυτό που αφορά τις σπουδές που πραγματοποίησε μεταξύ 1968 και 1973 - δεν έχει καμία σχέση με την επίλυση της παρούσας διαφοράς, τόσο διότι υποβλήθηκε μετά τη λήξη της προβλεπόμενης από την προκήρυξη προθεσμίας, όσο και διότι ελήφθη σε ημερομηνία - το 1985 - κατά την οποία ο προσφεύγων δεν μπορούσε να ανταποκριθεί στη δεύτερη προϋπόθεση που προέλεπε η προκήρυξη, δηλαδή ότι κατείχε δωδεκαετή τουλάχιστον μεταπτυχιακή πείρα.
Επομένως, το μόνο έγγραφο στο οποίο μπορεί να γίνει αναφορά στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας είναι εκείνο που αφορά τον κύκλο σπουδών που ολοκληρώθηκε το 1973. Μόνο το έγγραφο αυτό επισυνάφθηκε στην έκθεση συμμετοχής του προσφεύγοντος και μόνο αυτό το έγγραφο αποτέλεσε αντικείμενο εκτιμήσεως από την εξεταστική επιτροπή προκειμένου να διαπιστωθεί αν ο υποψήφιος μπορούσε να γίνει δεκτός στο διαγωνισμό.
Για να διαλυθούν τυχόν συγχύσεις όσον αφορά το πραγματικό μέρος της υποθέσεως, πρέπει επίσης να τονιστεί ότι μετά τη συζήτηση που έλαβε χώρα κατά την έγγραφη και προφορική διαδικασία δεν φαίνεται να αμφισβητείται πλέον ότι πρέπει να αναγνωριστεί στο επίμαχο έγγραφο ο χαρακτήρας διπλώματος σπουδών οι οποίες, αν και σε ιδιωτικό ίδρυμα, δεν είναι λιγότερο πλήρεις. Με άλλα λόγια, πρόκειται για πιστοποιητικό το οποίο, πιστοποιώντας την επιτυχία σε όλες τις εξετάσεις σχετικά με τις σπουδές, αναγνωρίζει συγχρόνως στον ενδιαφερόμενο την ιδιότητα του πτυχιούχου των σπουδών αυτών παρά το ότι η υλική απονομή του διπλώματος (του "titulo privado de Liciendiado en Ciencias Empresariales") μπορούσε να λάβει χώρα μόνο μετά καταβολή των σχετικών τελών.
Πρέπει κατά τα λοιπά να παρατηρηθεί ότι η εξεταστική επιτροπή, όταν έκρινε αν ο προσφεύγων μπορούσε να γίνει δεκτός στο διαγωνισμό, ουδέποτε αμφισβήτησε ότι το έγγραφο αυτό αποτελούσε δίπλωμα κατά την γνήσια του όρου έννοια, δηλαδή δίπλωμα αποδεικνύον πλήρη κύκλο σπουδών, αλλά περιορίστηκε να ζητήσει αναγνώριση της ισοτιμίας και, κατά συνέπεια, αναγνώριση αυτού τούτου του διπλώματος, ως μόνης συμπληρωματικής προϋποθέσεως.
Τέλος, δεν αμφισβητείται ότι στην παρούσα υπόθεση η προϋπόθεση της ισοτιμίας δεν πληρώθηκε. Οπως διευκρινίστηκε κατά τη συζήτηση, η διαδικασία αναγνωρίσεως της ισοτιμίας ενός διπλώματος και κατά συνέπεια η αναγνώριση της νόμιμης ισχύος των ιδιωτικών τίτλων του Licenciado en Ciencias Empresariales του ΙCΑDΕ θεσπίστηκε μόλις το 1979. Μόνο μετά την ημερομηνία αυτή, υπό την επιφύλαξη της επιτυχίας σε σχετική θεωρητική εξέταση, κατέστη δυνατή η αναγνώριση της νόμιμης ισχύος του διπλώματος αυτού. Δεν αμφισβητείται, λοιπόν, ότι ο προσφεύγων πέτυχε την εξέταση αυτή και, εν πάση περιπτώσει, οι διάδικοι συμφώνησαν ότι ήταν αδύνατο να καταφύγει σε τέτοια διαδικασία για τα ληφθεντα από το ΙCΑDΕ διπλώματα στις Ciencias Empresiariales - όπως εν προκειμένω - πριν από τη μεταρρύθμιση του 1979.
3. Κατόπιν αυτού, όσον αφορά τα πραγματικά περιστατικά, το νομικό ερώτημα μπορεί να διατυπωθεί απλά: πρέπει να αποδειχθεί αν νομίμως η εξεταστική επιτροπή έθεσε ως όρο συμμετοχής στο διαγωνισμό, εκτός από το γεγονός κατοχής διπλώματος ("titulo"), την αναγνώριση της ισοτιμίας του.
Ο προσφεύγων υποστηρίζει σχετικά, καταρχάς, ότι το γεγονός ότι του επιβλήθηκε τέτοια προϋπόθεση συνιστά παράβαση της προκηρύξεως. Η επιχειρηματολογία του βασίζεται κυρίως σε τρεις συλλογισμούς:
- η αναγνώριση της ισοτιμίας αποτελεί νέα προϋπόθεση επειδή δεν προβλέπεται στο σημείο ΙΙΙ Β 2 α), πρώτο εδάφιο, της προκηρύξεως, όπου ζητείται αποκλειστικά η προσκόμιση διπλώματος (titulo) - χωρίς να προσδιορίζεται κάτι άλλο - που να πιστοποιεί περάτωση του δευτέρου κύκλου πανεπιστημιακών σπουδών?
- η προϋπόθεση της αναγνωρίσεως της ισοτιμίας, που συνεπάγεται ότι μόνον οι υποψήφιοι που θα διαθέτουν δίπλωμα σπουδών με νόμιμη ισχύ θα γίνουν δεκτοί, αντίκειται στο περιεχόμενο του δευτέρου εδαφίου του όρου αυτού που επιβάλλει στην εξεταστική επιτροπή να λάβει υπόψη "τις ιδιαιτερότητες των σπουδών που παρακολούθησαν οι υποψήφιοι"?
- το αίτημα περί αναγνωρίσεως της ισοτιμίας είναι αδικαιολόγητο ενόψει της ερμηνείας που πρέπει να δοθεί στο σημείο ΙΙΙ Β 2 α) της προκηρύξεως υπό το φως της διατάξεως του άρθρου 5, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως? σύμφωνα με τον προσφεύγοντα, οι διατάξεις αυτές του κανονισμού συνεπάγονται ότι η εξεταστική επιτροπή, ανεξάρτητα της τυπικής ισχύος των τίτλων που της υποβάλλονται, υποχρεούται να εξετάσει εν πάση περιπτώσει αν πράγματι ο υποψήφιος κατέχει "γνώσεις πανεπιστημιακού επιπέδου".
Κατά τον προσφεύγοντα, τέλος, η εξεταστική επιτροπή πρέπει, λαμβάνοντας υπόψη την προκήρυξη του διαγωνισμού, για να δεχθεί τον προσφεύγοντα στο διαγωνισμό πρέπει να αναγνωρίσει τον πρόσφορο χαρακτήρα όχι μόνο των διπλωμάτων που είναι de jure ισότιμα με τους τίτλους που χορηγούν τα κρατικά πανεπιστήμια, αλλά και των διπλωμάτων που είναι de facto ισότιμα.
Η άποψη αυτή δεν μου φαίνεται βάσιμη. Είναι αλήθεια ότι η εξεταστική επιτροπή ενός διαγωνισμού δεσμεύεται από τη διατύπωση της προκηρύξεως (1). Είναι ακριβές εξάλλου ότι το σημείο ΙΙΙ Β 2 α) της εν λόγω προκηρύξεως δεν προσδιορίζει τι πρέπει να θεωρηθεί ως δίπλωμα (titulo).
Εν πάση όμως περιπτώσει, επειδή δεν υπάρχει κοινοτικός ορισμός των πανεπιστημιακών διπλωμάτων, το μόνο κριτήριο που μία εξεταστική επιτροπή μπορεί να υιοθετήσει νομίμως, για να προσδιορίσει σε ποια έγγραφα μπορεί να δοθεί τέτοια ισχύς, είναι, πλην αντιθέτων και ειδικών διατάξεων στην προκήρυξη του διαγωνισμού, η παραπομπή στις διατάξεις του εθνικού δικαίου κάθε κράτους μέλους.
Το κριτήριο αυτό - το οποίο εξάλλου εφαρμόζεται παγίως από τα όργανα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων - οδηγεί εν προκειμένω στο να λαμβάνονται υπόψη μόνον οι τίτλοι που έχουν χορηγηθεί είτε από κρατικά πανεπιστήμια είτε από ιδιωτικά πανεπιστήμια αλλά αναγνωρισθέντες ακολούθως ως ισότιμοι αποκτώντας έτσι νόμιμη ισχύ.
Πράγματι, το κριτήριο αυτό είναι το μόνο που επιτρέπει να διασφαλιστεί η ίση μεταχείριση στο πλαίσιο των διαδικασιών ενός διαγωνισμού στον οποίο μπορεί να εμφανιστούν υποψήφιοι που έχουν πραγματοποιήσει πανεπιστημιακές σπουδές εν ευρεία εννοία σε διαφορετικές χώρες ή σε ιδρύματα που επίσης ακολουθούν τελείως διαφορετικά εκπαιδευτικά συστήματα ως προς την οργάνωση, τη δομή τους, τις μεθόδους και το περιεχόμενο. Αυτό καθιστά δυνατή πράγματι την ισότιμη αντιμετώπιση εκείνων οι οποίοι, αφού έλαβαν ένα δίπλωμα του οποίου η πραγματική ισχύς πιστοποιείται με τον επίσημο χαρακτήρα που του προσδίδει το κράτος, βρίσκονται ουσιαστικά σε ανάλογη κατάσταση τόσο από άποψη πραγματική όσο, και κυρίως, από άποψη νομική.
Εξάλλου, το κριτήριο αυτό παρέχει το υψηλότερο δυνατό επίπεδο ασφάλειας στους ενδιαφερόμενους, διότι τους επιτρέπει να γνωρίζουν εκ των προτέρων και με επαρκή βεβαιότητα αν η ισχύς του πανεπιστημιακού τους διπλώματος καθιστά δυνατή την πρόσβαση στην ευρωπαϊκή δημοσιοϋπαλληλία.
Τέλος, το κριτήριο αυτό είναι συνεπές με τα χαρακτηριστικά του ελέγχου της δυνατότητας αποδοχής των υποψηφίων που διεξάγεται κατά την αρχική φάση της διαδικασίας του διαγωνισμού. Κατά τη φάση αυτή, όπως έκρινε το Δικαστήριο με την απόφαση Αuthie (2), αρκεί η εξεταστική επιτροπή να εξετάσει αν οι υποψήφιοι πληρούν, εκ πρώτης όψεως και γενικά τις προϋποθέσεις που έχει ορίσει η προκήρυξη διαγωνισμού (βλέπε σκέψη 16). Πρόκειται επομένως για έλεγχο που έχει ως μόνο στόχο να εξακριβώσει αν πληρούνται ορισμένες προϋποθέσεις και που, αντίθετα, δεν έχει καμία σχέση με την εμβάθυνση στο περιεχόμενο και την αξία καθενός από τους υποβαλλόμενους τίτλους. Μία τέτοια εμβάθυνση μπορεί να πραγματοποιηθεί μόνο σε μεταγενέστερη φάση του διαγωνισμού, δηλαδή στο πλαίσιο της συγκριτικής εξετάσεως των υποψηφίων που έγιναν δεκτοί.
4. Είναι φυσικόν ότι, εφόσον πρόκειται για τυπικό κριτήριο, σε ορισμένες περιπτώσεις μπορεί να καταλήξει κανείς σε αποτελέσματα που δεν είναι απολύτως ικανοποιητικά. Αυτό θα μπορούσε να συμβεί σε περίπτωση που οι κατέχοντες επίσημα διπλώματα υποψήφιοι αποκλειστούν από διαγωνισμό ενώ τα διπλώματα αυτά αντιστοιχούν κατ' ουσίαν σε σπουδές πανεπιστημιακού επιπέδου. Οπως προέκυψε κατά τη διαδικασία, αυτό φαίνεται ότι συμβαίνει με τα διπλώματα που χορηγούσε το ΙCΑDΕ πριν από το 1979. Η ίδια η Επιτροπή αναγνώρισε τη σοβαρότητα και την ποιότητα διδασκαλίας του ιδρύματος αυτού.
Φαίνεται, πάντως, γενικά, ότι πρόκειται για μεμονωμένες περιπτώσεις, εφόσον συνήθως προβλέπονται πρόσφορες διαδικασίες για να επιτευχθεί η αναγνώριση σε εθνικό επίπεδο της νόμιμης ισχύος των διπλωμάτων ιδιωτικών ιδρυμάτων που το επίπεδό τους είναι ανάλογο με τα διπλώματα που χορηγούν τα δημόσια πανεπιστήμια. Εν πάση περιπτώσει, σε περίπτωση που δεν προβλέπεται κανένα σύστημα εσωτερικής ισοτιμίας, ο μόνος τρόπος για να εξασφαλιστεί ότι οι ιδιωτικοί τίτλοι θα λαμβάνονται υπόψη για να γίνει κάποιος δεκτός σε κοινοτικό διαγωνισμό είναι να περιλαμβάνεται ειδική διάταξη στην προκήρυξη του διαγωνισμού.
Αν, αντίθετα, θεωρηθεί ότι η εξεταστική επιτροπή υποχρεούται να εξακριβώνει σε κάθε περίπτωση χωριστά την de facto ισοδυναμία ορισμένου τίτλου ιδιωτικού ιδρύματος με τα διπλώματα που έχουν νόμιμη ισχύ, υπάρχει κίνδυνος αυτό να οδηγήσει σε πολύ σοβαρότερες συνέπειες. Οπως παρατηρήθηκε, οι υποψήφιοι θα είχαν μεγάλη αβεβαιότητα όσον αφορά τους τίτλους που τους επιτρέπουν να γίνουν δεκτοί στο διαγωνισμό. Είναι εξάλλου αμφίβολο αν μία εξεταστική επιτροπή, όποια και αν είναι η σύνθεσή της, έχει τη δυνατότητα να εξακριβώσει την ουσιαστική ισοδυναμία μεταξύ των επισήμων διπλωμάτων ή τίτλων που χορηγούνται στις διάφορες χώρες και πιστοποιούν καταστάσεις στην πραγματικότητα ριζικά διαφέρουσες. Επομένως, μία τέτοια εξέταση θα κατέληγε σε αποτελέσματα πολύ λίγο αξιόπιστα και ικανά να οδηγήσουν σε απαράδεκτες διαφορές στη μεταχείριση, τόσο στο πλαίσιο της διαδικασίας του διαγωνισμού όσο και μεταξύ διαφορετικών διαγωνισμών. Τέλος, όπως αναφέρθηκε, η εξέταση αυτού του είδους θα μετέβαλε το χαρακτήρα της φάσεως ελέγχου της δυνατότητας αποδοχής των υποφηφίων προτρέχοντας κατά κάποιο τρόπο του μεταγενεστέρου σταδίου συγκριτικής εκτιμήσεως των υποψηφίων.
Εξάλλου, όποιο και αν είναι το επίπεδο σπουδών που έχουν ακολουθηθεί, όσοι παρακολούθησαν τμήματα ιδιωτικού χαρακτήρα δεν επιτρέπεται να αγνοούν ότι ο τίτλος που απέκτησαν, αν δεν έχει νόμιμη ισχύ, δεν θα τους επιτρέψει την πρόσβαση στα περισσότερα επαγγέλματα και σταδιοδρομίες, ιδίως του δημόσιου τομέα που συνεπάγονται άσκηση δημοσίας εξουσίας ή αποτελούν, τουλάχιστον εν μέρει, αντικείμενο ρυθμίσεων εκ μέρους του κράτους. Επομένως, όσοι έχουν τέτοιου είδους δίπλωμα δεν μπορούν να τρέφουν καμία νόμιμη προσδοκία ότι οι τίτλοι τους θα θεωρηθούν ικανοί να καταστήσουν δυνατή τη συμμετοχή τους σε διαγωνισμό της Κοινότητας.
Νομίζω λοιπόν ότι, εφόσον η προκήρυξη του διαγωνισμού δεν διευκρίνιζε κάτι αντίθετο, η εξεταστική επιτροπή υπεχρεούτο να εφαρμόσει το τυπικό κριτήριο που περιγράφηκε πιο πάνω, περιοριζόμενη να δεχθεί ως πανεπιστημιακά διπλώματα μόνο τα διπλώματα στα οποία το εθνικό δίκαιο αναγνωρίζει νόμιμη ισχύ. Αυτό συνεπάγεται ότι, στην παρούσα υπόθεση, η εξεταστική επιτροπή ορθώς εφάρμοσε την προκήρυξη του διαγωνισμού λαμβάνοντας αποκλειστικα υπόψη είτε τους τίτλους που είχαν χορηγηθεί από κρατικά πανεπιστήμια είτε τους τίτλους που είχαν χορηγηθεί από ιδιωτικά πανεπιστήμια, αλλά είχαν ακολούθως αναγνωριστεί ως ισότιμοι.
5. Οσον αφορά το δεύτερο εδάφιο του σημείου ΙΙΙ Β 2 α) της προκηρύξεως ("η εξεταστική επιτροπή θα λάβει υπόψη της τις ιδιαιτερότητες των σπουδών που παρακολούθησαν οι υποψήφιοι"), δεν έχει την έννοια που της αποδίδει ο προσφεύγων. Στην πραγματικότητα, η διάταξη αυτή, συχνή στους κοινοτικούς διαγωνισμούς, υποχρεώνει την εξεταστική επιτροπή να λάβει υπόψη το γεγονός ότι οι υποψήφιοι μπορεί να έχουν πραγματοποιήσει σπουδές σε διαφορετικά κράτη, και άρα σε πανεπιστήμια, όπου τα μαθήματα έχουν διαφορετική δομή και οργάνωση. Αυτό εννοεί η διατύπωση αυτή και αυτό ισχύει τόσο για τους διαγωνισμούς στους οποίους συμμετέχουν πολίτες όλων των κρατών μελών όσο και για τους διαγωνισμούς - όπως εν προκειμένω - που προκηρύσσονται για τους υπηκόους ενός μόνον κράτους μέλους. Το δεύτερο εδάφιο του σημείου ΙΙΙ Β 2 α) δεν μπορεί αντίθετα να γίνει αντιληπτό υπό την έννοια ότι υποχρεώνει την εξεταστική επιτροπή ενός διαγωνισμού για υποψηφίους μιας συγκεκριμένης ιθαγένειας να εξακριβώσουν αν οι σπουδές σε ιδιωτικό ίδρυμα που ενδεχομένως παρακολούθησαν οι υποψήφιοι αυτοί είναι ή όχι ισοτίμου επιπέδου με τις σπουδές που πραγματοποιήθηκαν σε πανεπιστήμια που το κράτος έχει εξουσιοδοτήσει να χορηγούν διπλώματα με πλήρη νομική ισχύ.
6. Σχετικά, τέλος, με την αναφορά στο άρθρο 5 του κανονισμού υπηρεσιακης καταστάσεως των υπαλλήλων, νομίζω ότι η διάταξη αυτή δεν έχει καμία επίδραση στην ερμηνεία του όρου "δίπλωμα" που αναφέρεται στη σχετική προκήρυξη του διαγωνισμού.
Το Δικαστήριο υπογράμμισε ήδη ότι (3):
"Οι διατάξεις του άρθρου 5 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως αποβλέπουν στον καθορισμό, κατά τρόπο γενικό, του ελάχιστου επιπέδου ενός υπαλλήλου του βαθμού για τον οποίο πρόκειται, σε συνάρτηση με τη φύση των καθηκόντων, στα οποία αντιστοιχούν οι θέσεις, δεν αφορούν δε τους όρους προσλήψεως" (απόφαση Lipman, σκέψη 7).
Επομένως, από τη διάταξη αυτή δεν μπορεί να συναχθεί ερμηνεία των προϋποθέσεων συμμετοχής συνεπαγόμενη ότι η εξεταστική επιτροπή υιοθετεί κριτήριο ελέγχου των διπλωμάτων διαφορετικό από εκείνο που φαίνεται ως πιο πρόσφορο, τόσο από άποψη νομιμότητας όσο και από άποψη απλής σκοπιμότητας.
7. Ο προσφεύγων παρατηρεί, εξάλλου, ότι πριν υποβάλει υποψηφιότητα στον επίμαχο διαγωνισμό, είχε ασκήσει καθήκοντα τοπικού υπαλλήλου στο γραφείο Τύπου και Πληροφοριών της Επιτροπής στη Μαδρίτη, καθήκοντα που προϋπέθεταν μόρφωση πανεπιστημιακού επιπέδου. Υπογραμμίζει, εξάλλου, ότι οι σπουδαστές του τμήματος "Ciencias Empresariales" του ΙCΑDΕ δικαιούνται, όπως κάθε άλλος φοιτητής πανεπιστημίου, ενισχύσεις δυνάμει του προγράμματος Εrasmus.
Επομένως, το γεγονός ότι ο τίτλος του δεν θεωρήθηκε κατάλληλος έρχεται σε αντίφαση με τα στοιχεία αυτά της προγενέστερης πρακτικής της Κοινότητας.
Το επιχείρημα αυτό πρέπει επίσης να απορριφθεί και μάλιστα ανεξάρτητα από τη σημασία που η φερόμενη αντίφαση μπορούοε να έχει ως προς τη στάθμιση της νομιμότητας της προσβαλλομένης αποφάσεως.
Πράγματι, είναι ανακριβές ότι η θέση του τοπικού υπαλλήλου που κατείχε ο προσφεύγων στη Μαδρίτη προϋπέθετε πανεπιστημιακή μόρφωση. Εξάλλου, ναι μεν είναι αλήθεια ότι, κατά την άσκηση των καθηκόντων του, ο προσφεύγων πέτυχε βελτίωση της κατατάξεώς του, αυτό όμως έγινε σε συνάρτηση όχι με τα διπλώματα σπουδών του, αλλά με την επαγγελματική του πείρα.
Οσον αφορά το πρόγραμμα Εrasmus, αυτό έχει στόχο να ευνοήσει τη διακίνηση των σπουδαστών και είναι προφανές ότι έχει διαφορετική ισχύ ή δεν έχει καμία απολύτως επίδραση στην εφαρμογή των προϋποθέσεων συμμετοχής σε συγκεκριμένο διαγωνισμό.
8. Ο προσφεύγων υποστηρίζει, τέλος, ότι η απόρριψη της υποψηφιότητάς του ήταν ελλιπώς αιτιολογημένη.
Οπως έκρινε το Δικαστήριο στην υπόθεση Sergio (4):
"Κατά πάγια νομολογία η υποχρέωση αιτιολογίας μιας βλαπτικής αποφάσεως έχει ως σκοπό, αφενός, να παρέχει στο Δικαστήριο τη δυνατότητα να ασκεί τον έλεγχό του ως προς τη νομιμότητα της απόφασης και, αφετέρου, να παρέχει στον ενδιαφερόμενο τις αναγκαίες ενδείξεις ώστε να γνωρίζει αν η απόφαση είναι ή όχι βάσιμη. Επομένως, η απόφαση της εξεταστικής επιτροπής να αποκλείσει τον υποψήφιο από το επόμενο στάδιο ενός διαγωνισμού δεν μπορεί να είναι επαρκώς αιτιολογημένη παρά μόνον αν παρέχει στον ενδιαφερόμενο τους λόγους για τους οποίους αυτός δεν πληροί τα κριτήρια που εφαρμόστηκαν για την επιλογή" (σκέψη 48).
Οπως προκύπτει κατά λέξη από την επιστολή της Επιτροπής της 25ης Ιανουαρίου 1988 προς τον προσφεύγοντα, καθώς και από τις προηγούμενες κοινοποιήσεις, ο αποκλεισμός του από το διαγωνισμό οφειλόταν στο ότι δεν υπήρχε πιστοποιητικό νόμιμης αναγνώρισης του υποβληθέντος διπλώματος σπουδών. Αυτό ακριβώς το σημείο αφορούσε η συζήτηση μεταξύ των διαδίκων στο πλαίσιο του ενδίκου ελέγχου της νομιμότητας.
Επομένως, ο προσφεύγων δεν μπορεί να ισχυριστεί ότι δεν του είχαν γνωστοποιηθεί οι λόγοι για τους οποίους η Επιτροπή έκρινε ότι αυτός δεν πληρούσε τις προϋποθέσεις συμμετοχής στο διαγωνισμό της προκηρύξεως.
Επομένως, ο λόγος ακυρώσεως περί ελλείψεως αιτιολογίας είναι αβάσιμος.
9. Για όλους αυτούς τους λόγους προτείνω στο Δικαστήριο:
1) να απορρίψει την προσφυγή.
2) κάθε διάδικος να φέρει τα δικαστικά του έξοδα.
(*) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η ιταλική.
(1) Βλέπε απόφαση της 18ης Φεβρουαρίου 1982, Ruske, 67/81, Συλλογή 1982, σ. 661ν σκέψη 9.
(2) Απόφαση της 26ης Φεβρουαρίου 1981, Αuthie, 34/80, (Συλλογή 1981, σ. 665).
(3) Βλέπε απόφαση της 28ης Απριλίου 1983, Lipman, 143/82, Συλλογή 1983, σ. 1301 και απόφαση της 5ης Απριλίου 1979, Οrlandi, 117/78, Racc. 1979, σ. 1613.
(4) Απόφαση της 8ης Μαρτίου 1988, Sergio, 64, 71 έως 73, και 78/86, Συλλογή 1988, σ. 1399.
Top