ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
JEAN MISCHO
της 12ης Δεκεμβρίου 1989 ( *1 )
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
1.
Το Δικαστήριο επελήφθη δύο προσφυγών του Hecq αρκετά παρεμφερών με εκείνες που είχε ασκήσει προηγουμένως ο ίδιος προσφεύγων και που αποτέλεσαν το αντικείμενο των αποφάσεων της 23ης Μαρτίου 1988 ( υπόθεση 19/87) και της 14ης Δεκεμβρίου 1988 ( υπόθεση 280/87 ).
2.
Όσον αφορά τα πραγματικά περιστατικά και τους λόγους ακυρώσεως στους οποίους στηρίζονται οι νέες αυτές προσφυγές, επιτρέψτε μου να παραπέμψω στην έκθεση για την επ· ακροατηρίου συζήτηση.
3.
Από τις 6 Φεβρουαρίου έως τις 4 Μαΐου 1987 απουσίασε ο Hecq από την υπηρεσία του για λόγους υγείας. Κατά το διάστημα αυτό, ο Petersen, προϊστάμενος της υπηρεσίας « ακίνητα », ανέθεσε σ' άλλους υπαλλήλους την ευθύνη των κτιρίων η επιτήρηση των οποίων ανήκε προηγουμένως στον Hecq. Με υπηρεσιακό σημείωμα της 22ας Απριλίου 1987 ο Petersen, προεξοφλώντας την επιστροφή του Hecq στις 27 Απριλίου 1987, του γνωστοποίησε τα εξής:
«Έχω υπόψη μου να σας αναθέσω, με την ευκαιρία της αναλήψεως των καθηκόντων σας, τη σύνταξη ελέγχου του συγκροτήματος του Overijse. Ο έλεγχος αυτός, που θα σας είμαι ευγνώμων να μου τον υποβάλετε οτις 18 Μαΐου, θα περιλαμβάνει εμπεριστατωμένο απολογισμό του συγκροτήματος, κατά τομείς, και θα προτείνει τυχόν ενέργειες ανακατατάξεως, ιδίως αναμορφώσεων, για την καλύτερη λειτουργικότητα του κτιρίου. Όλες αυτές οι προτάσεις πρέπει να είναι ασφαλώς αποτιμημένες για να εκτιμηθεί η επίδραση τους επί του προϋπολογισμού. »
4.
Κατά την προφορική διαδικασία αποδείχτηκε ότι ο Hecq, που ανέλαβε τελικά εκ νέου την υπηρεσία του στις 4 Μαΐου 1987, είχε έρθει σε τηλεφωνική επαφή ήδη πριν από την ημερομηνία αυτή με το διαχειριστή του συγκροτήματος διασκεδάσεων του Overijse. Ο τελευταίος του απηύθηνε στις 29 Απριλίου 1987 σημείωμα δύο σελίδων που απαριθμούσε « τις εργασίες που απέμεναν να πραγματοποιηθούν στο κέντρο » ( παράρτημα 4 της προσφυγής ). Ο κατάλογος αυτός συμπληρώθηκε με σημειώματα της 6ης Μαΐου και της 1ης Ιουνίου 1987 που αφορούσαν θέματα ελάσσονος σημασίας.
5.
Είναι δεδομένο ότι ο Hecq δεν υπέβαλε ποτέ στον προϊστάμενό του εμπεριστατωμένο και αποτιμημένο απολογισμό των εργασιών που του ζήτησε.
6.
Αντιθέτως, στις 13 Ιουλίου 1987 υπέβαλε ο Hecq διοικητική ένσταση κατά της αποφάσεως της 22ας Απριλίου 1987. Όταν απορρίφθηκε η ένσταση αυτή από την Επιτροπή στις 25 Νοεμβρίου 1987, άσκησε την επίδικη προσφυγή στην υπόθεση C-116/88, με την οποία ζητείται η ακύρωση αφενός της απορρίψεως της διοικητικής ενστάσεως, αφετέρου της αποφάσεως που αποτελεί το αντικείμενο της ενστάσεως αυτής.
7.
Με απόφαση της 31ης Ιουλίου 1987, η οποία επιβεβαιώθηκε με ρητή πράξη της 16ης Σεπτεμβρίου 1987, ανατέθηκαν στη συνέχεια στον προσφεύγοντα νέα καθήκοντα στο Λουξεμβούργο. Θεωρώντας ότι αυτό αποτελούσε συγκεκαλυμμένο πειθαρχικό μέτρο, ο Hecq άσκησε στις 28 Οκτωβρίου 1987 διοικητική ένσταση, στην οποία η Επιτροπή απήντησε αρνητικά στις 27 Μαΐου 1988. Κατόπιν αυτού ο προσφεύγων άσκησε την προσφυγή στην υπόθεση C-149/88, η οποία έχει ως αντικείμενο την ακύρωση της αποφάσεως της 31ης Ιουλίου 1987, καθώς και της απορρίψεως της διοικητικής ενστάσεως κατά της αποφάσεως αυτής.
8.
Όσον αφορά την τελευταία αυτή πτυχή των δύο προσφυγών, θέλω να υπενθυμίσω ότι όπως προκύπτει, μεταξύ άλλων αποφάσεων, από την απόφαση Vainker ( 1 ), οι προσφυγές κατά των απορρίψεων διοικητικών ενστάσεων συγχωνεύονται με τις προσφυγές που ασκούνται κατά των πράξεων που θεωρούνται ως βλαπτικές, δηλαδή στη προκειμένη περίπτωση, αφενός μεν της αποφάσεως που ανέθεσε στον προσφεύγοντα τη σύνταξη ελέγχου του συμπλέγματος του Overijse, αφετέρου δε της αποφάσεως που τον τοποθέτησε στην ΓΔ ΙΧ-Ε-2 στο Λουξεμβούργο.
Όσον αφορά την υπόθεση C-116/88
1. Παραδεκτό της προσφυγής
9.
Η Επιτροπή προβάλλει καταρχάς ένσταση απαραδέκτου της προσφυγής αυτής, τούτο δε από δύο απόψεων.
10. α)
Η Επιτροπή θεωρεί πρώτον ότι η προσφυγή κατά της αποφάσεως με την οποία ανατέθηκε στον Hecq η σύνταξη ελέγχου του συγκροτήματος του Overijse κατέστη άνευ αντικειμένου διότι η απόφαση αυτή έπαυσε να παράγει αποτελέσματα πολύ πριν από την άσκηση της προσφυγής. Πράγματι, ο Hecq τοποθετήθηκε σε νέα θέση στο Λουξεμβούργο από την 1η Νοεμβρίου 1987, ενώ η προσφυγή δεν ασκήθηκε παρά στις 14 Απριλίου 1988. Η προσφυγή είναι επομένως απαράδεκτη ελλείψει ενεστώτος εννόμου συμφέροντος.
11.
Πρέπει πράγματι να αναγνωριστεί ότι η ακύρωση της αποφάσεως της 22ας Απριλίου 1987 δεν θα επέτρεπε στον Hecq να αναλάβει εκ νέου τα καθήκοντα που είχε πριν από την ημερομηνία αυτή δεδομένου ότι εν τω μεταξύ ανέλαβε άλλα καθήκοντα στο Λουξεμβούργο.
12.
Ωστόσο, η απόφαση της 22ας Απριλίου 1987 περιλαμβάνει ένα οριστικό στοιχείο που μπορεί ενδεχομένως να βλάψει ένα ενεστώς ακόμη έννομο συμφέρον του Hecq.
13.
Πράγματι, αντίθετα από αυτό που θα μπορούσε να υποτεθεί από την ανάγνωση μόνο του κειμένου του, το σημείωμα της 22ας Απριλίου 1987 δεν ήταν μέτρο αμιγώς προσωρινό που άφηνε ελεύθερη τη δυνατότητα για τον Hecq να ξαναβρεί αυτομάτως τη παλιά του θέση μετά τον τερματισμό του έργου του στο Overijse. Η Επιτροπή παραδέχεται, αντιθέτως, σε ένα σημείωμα που υπάρχει στη σελίδα 6 Α του υπομνήματός της αντικρούσεως, ότι η απόφαση αποτελούσε σαφώς πραγματικό μέτρο τοποθετήσεως σε νέα θέση υπό την έννοια ότι αφαιρούσε από τον Hecq τα παλιά του καθήκοντα, αναθέτοντας του συγχρόνως προς στιγμήν ένα καθαρά προσωρινό έργο.
14.
Ετσι, αυτό το στοιχείο της αφαιρέσεως των παλαιών καθηκόντων μπορούσε ενδεχομένως να δημιουργήσει προβλήματα από απόψεως υπηρεσιακής καταστάσεως κατά το μέτρο που τα νέα καθήκοντα, έστω και προσωρινά, θα ήταν στο σύνολό τους κατωτέρου επιπέδου από τα καθήκοντα που ανήκουν κανονικά σε υπάλληλο του βαθμού Β 3. Δεύτερον, κατά το μέτρο που ο προσφεύγων δεν έφερε σε αίσιο πέρας το νέο έργο που του ανατέθηκε, είναι προς το συμφέρον της προστασίας της υπολήψεως του προσφεύγοντος και των επαγγελματικών του επιδιώξεων να διαπιστωθεί η τυχόν παρανομία της εν λόγω αποφάσεως.
15. β )
Επικουρικώς, η Επιτροπή θεωρεί ότι η προσφυγή είναι επίσης απαράδεκτη διότι η απόφαση δεν μπορεί να βλάψει τον προσφεύγοντα. Πρόκειται απλώς για « μέτρο που αποβλέπει στη βελτίωση της οργανώσεως των υπηρεσιών, χωρίς να θίγει τα δικαιώματα που έλκει ο ενδιαφερόμενος υπάλληλος από τα άρθρα 5 και 7 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως » ( 2 ).
16.
Αυτό όμως ακριβώς αμφισβητεί ο προσφεύγων, επικαλούμενος ουσιαστικά επιχειρήματα. Φρονώ επομένως ότι δεν είναι δυνατό να καταλήξει κανείς παραχρήμα στο απαράδεκτο της προσφυγής C-116/88 και ότι αντιθέτως επιβάλλεται η έρευνά της κατ· ουσίαν.
2. Ως προς την παράβαση των άρθρων 5, παράγραφος 4 και 7, παράγραφος 1, τον κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων
17.
Ο προσφεύγων επισημαίνει καταρχάς ότι η Επιτροπή του ανέθεσε καθήκοντα που δεν ανταποκρίνονται στο βαθμό του και στη θέση του. Ως εκ τούτου δε παρέβη τα άρθρα 5, παράγραφος 4 και 7, παράγραφος 1, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως.
18.
Ο προσφεύγων επικαλείται υπέρ της απόψεως αυτής δύο επιχειρήματα που αντιμάχονται το ένα το άλλο.
19.
Υποστηρίζει πρώτον ότι αν το έργο του στο συγκρότημα του Overijse περιελάμβανε μόνο τον τομέα « θέρμανση και υδραυλικά », θα ήταν σαφώς κάτω από ότι μπορεί κανείς να αναμένει από ένα βοηθό Β 3/Β 2.
20.
Αρκεί όμως να διαπιστωθεί σχετικά ότι ο έλεγχος δεν αφορούσε μόνο τους τομείς « θέρμανση και υδραυλικά ». Επομένως ο Hecq δεν υπέστη « υποβιβασμό ».
21.
0 Hecq υποστηρίζει εξάλλου ότι αν έπρεπε να λογισθεί ο έλεγχος ότι περιλαμβάνει όλους τους τομείς του ακινήτου του Overijse, το έργο που του ανατέθηκε κείται σαφώς πέραν από ό,τι μπορεί κανείς να αναμένει ευλόγως από ένα βοηθό του βαθμού Β 3.
22.
Όπως σημείωσα πιο πάνω, ο Hecq διέθετε τη συνεργασία του διαχειριστή του ακινήτου, ο οποίος του απηύθυνε ένα αρκετά μακρύ πίνακα των εργασιών που έπρεπε να πραγματοποιηθούν. Του αρκούσε λοιπόν να εξετάσει μαζί με τον διαχειριστή τα προβλήματα που επεσήμανε ο τελευταίος για να σχηματίσει αντίληψη για αυτά και να έλθει σε επαφή με ενδεχομένους προμηθευτές, με εργολάβους και τεχνίτες για να προσδιορίσει κατά τρόπο όσο το δυνατόν ακριβέστερο το προβλεπόμενο κόστος των έργων που θα θεωρούνταν αναγκαία. Θα μπορούσε να επιστήσει την προσοχή, στον αποτιμημένο απολογισμό του, επί του γεγονότος ότι δεν ήταν ειδήμονας σ'όλους τους σχετικούς τομείς και ότι η εκτίμηση του για το κόστος έγινε με κάθε επιφύλαξη.
23.
Η περιγραφή της προτύπου θέσεως του τεχνικού βοηθού Β 3/Β 2, στην οποία έχει προβεί η Επιτροπή, προβλέπει μεταξύ άλλων ότι ένας υπάλληλος του επιπέδου αυτού είναι
« επιφορτισμένος να ενεργεί εντός του πλαισίου γενικών οδηγιών δυσχερή και πολυσύνθετα έργα ».
Τα έργα που είχαν ανατεθεί στον Hecq ανταποκρίνονταν σ· αυτή τη περιγραφή και εφόσον διενεργούνταν κατά τον τρόπο που αναφέρθηκε πιο πάνω, δεν θα έβαιναν πέραν των ικανοτήτων ενός τεχνικού βοηθού του βαθμού Β 3.
24.
Εξάλλου, μπορεί να θεωρηθεί ότι, λόγω της ευρύτητας του έργου που του εμπιστεύθηκε η διοίκηση στο Overijse, είχε ανατεθεί στον Hecq ένας « τομέας διοικητικής μονάδας » κατά την έννοια της προαναφερθείσας περιγραφής της πρότυπης θέσης.
25.
Πρέπει να συμπεράνει κανείς ότι ο Hecq δεν τοποθετήθηκε στο Overijse σε θέση που δεν αντιστοιχούσε στο βαθμό του (άρθρο 7, παράγραφος 1, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως ) ή που δεν αντιστοιχούσε στην περιγραφή των καθηκόντων και αρμοδιοτήτων που περιλαμβάνει η πρότυπη θέση του τεχνικού βοηθού βαθμού Β 3/Β 2 (άρθρο 5, παράγραφος 4, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως).
26.
Επομένως, η υπηρεσιακή εντολή της 22ας Απριλίου 1987 δεν παραβίασε την αρχή της ισοτιμίας βαθμού και θέσεως.
3. Ως προς την παράβαση του άρθρου 25 σε συνδυασμό με το άρθρο 7, παράγραφος Ι, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως
27.
Από το άρθρο 25, δεύτερη παράγραφος, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως προκύπτει ότι
« κάθε απόφαση σε βάρος υπαλλήλου πρέπει να είναι αιτιολογημένη ».
Εξάλλου, όπως προκύπτει από την πάγια νομολογία του δικαστηρίου,
« δεν μπορεί να θεωρηθεί ως βλαπτική πράξη κατά την έννοια του άρθρου 25 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, υποκείμενη υπό την έννοια αυτή στην υποχρέωση αιτιολογήσεως εκ μέρους της διοικητικής αρχής, ένα μέτρο εσωτερικής οργανώσεως το οποίο δεν μπορεί να θίξει την υπηρεσιακή κατάσταση των ενδιαφερομένων ή την τήρηση της αρχής της αντιστοιχίας μεταξύ του βαθμού των υπαλλήλων και της θέσεως την οποία κατέχουν » ( 3 ).
28.
Δεδομένου ότι έτσι έχει η προκειμένη περίπτωση, ο λόγος ακυρώσεως περί παραβάσεως του άρθρου 25 δεν μπορεί να γίνει δεκτός.
29.
Ο προσφεύγων υποστηρίζει όμως ακόμη ότι, έστω και αν η πράξη δεν χρειάζεται να περιλαμβάνει « εξωτερική αιτιολογία », πρέπει πάντως να στηρίζεται σε « εσωτερική αιτιολογία» σύμφωνη με τον κανονισμό υπηρεσιακής καταστάσεως. Μ' άλλα λόγια, θα πρέπει να στηρίζεται η πράξη στο συμφέρον της υπηρεσίας, που αναφέρεται ρητά στο άρθρο 7, παράγραφος 1, ως μοναδικός έγκυρος λόγος κάθε αποφάσεως τοποθετήσεως ή μετακινήσεως σε άλλη θέση. Στην προκειμένη περίπτωση υφίσταται πεπλανημένη αιτιολογία και υπέρβαση εξουσίας.
30.
Φρονώ ότι θα πρέπει να αναφερθεί κανείς σχετικά στο έγγραφο της 22ας Δεκεμβρίου 1987 με το οποίο απέρριψε η Επιτροπή τη διοικητική ένσταση του Hecq.
31.
Το εν λόγω έγγραφο επικαλείται προς στήριξη της προσβαλλομένης αποφάσεως τα ακόλουθα επιχειρήματα:
—
κατά το διάστημα μακράς περιόδου απουσίας του ενδιαφερομένου ο προϊστάμενος της υπηρεσίας « ακίνητα » αναγκάστηκε, για λόγους καλής λειτουργίας της υπηρεσίας, να παραχωρήσει τα κτίρια που είχαν ανατεθεί στον Hecq σ' άλλους υπαλλήλους, δεδομένου ότι τα κτίρια αυτά δεν μπορούσαν να παραμείνουν για τόσο διάστημα χωρίς υπεύθυνο·
—
κατά την επιστροφή του Hecq, οι ανάγκες της υπηρεσίας που υφίσταντο τότε απαιτούσαν να δοθεί προτεραιότητα στη σύνταξη ελέγχου του συγκροτήματος του Overijse·
—
τα καθήκοντα που ανατέθηκαν σχετικά στον Hecq αντιστοιχούσαν στο βαθμό του ·
—
η επίδικη απόφαση ελήφθη προς το συμφέρον της υπηρεσίας, πεδίο στο οποίο η διοίκηση διαθέτει και πρέπει πάντα να διαθέτει ευρεία εξουσία εκτιμήσεως.
32.
Το μόνο σημείο αυτής της αιτιολογίας που μπορεί να προκαλέσει ακόμη αμφισβητήσεις στο στάδιο αυτό είναι εκείνο που αφορά την προτεραιότητα που πρέπει να δοθεί στη σύνταξη ελέγχου του συγκροτήματος του Overijse. Πλην όμως ο προσφεύγων δεν μπόρεσε να αποδείξει ότι η Επιτροπή προέβη σχετικά σε έκδηλο σφάλμα εκτιμήσεως. Το γεγονός ότι μετά την άρνηση του προσφεύγοντος να συντάξει αυτό τον έλεγχο η Επιτροπή δεν συνήψε παρά πολύ αργότερα σύμβαση με ένα γραφείο αρχιτεκτόνων δεν είναι αποφασιστικό. Όπως προκύπτει πράγματι από τη σύμβαση αυτή, η οποία κατατέθηκε στο φάκελο από την Επιτροπή, η εν λόγω σύμβαση είχε πολύ ευρύτερο περιεχόμενο από το έργο που ανατέθηκε στον προσφεύγοντα.
33.
Η απόφαση του γενικού διευθυντή προσωπικού ελήφθη επομένως βάσει νομικώς επιτρεπτής αιτιολογίας και δεν περιλαμβάνει κανένα πρόδηλο σφάλμα. Κατά συνέπεια, δεν χρειάζεται να ερευνηθούν οι συμπληρωματικοί λόγοι που επικαλέσθηκε η Επιτροπή κατά την έγγραφη διαδικασία.
4. Ως προς την παραβίαση νης γενικής αρχής νης χρησνής διοικήσεως και του καθήκοντος αρωγής
34.
Ο προσφεύγων παραπανείται για το ότι η διοίκηση εξέδωσε την απόφαση της της 22ας Απριλίου 1987 χωρίς να λάβει υπόψη της το δικό του συμφέρον. Επιπλέον, η απόφαση ελήφθη χωρίς να του επιτραπεί να κάμει προηγουμένως γνωστή την άποψη του. Τα επιχειρήματα του Hecq, καθώς και οι αντικρούσεις της Επιτροπής, εκτίθενται λεπτομερώς στην έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση.
35.
Φρονώ ότι οι ακόλουθες σκέψεις είναι αποφασιστικές για την εκτίμηση αυτού του λόγου ακυρώσεως.
36.
Στην απόφαση της 29ης Οκτωβρίου 1981, Arning κατά Επιτροπής ( 125/80, Συλλογή 1981, 2539, σ. 2555 ), το Δικαστήριο έκρινε ότι,
« είναι πράγματι ακριβές ότι όταν η διοικητική αρχή αποφαίνεται επί της υπηρεσιακής καταστάσεως ενός υπαλλήλου οφείλει να λαμβάνει υπόψη όχι μόνο το συμφέρον της υπηρεσίας, αλλά επίσης και το συμφέρον του ενδιαφερομένου υπαλλήλου, η σκέψη όμως αυτή δεν μπορεί να εμποδίσει την αρχή να προβεί στην ορθολογική οργάνωση των υπηρεσιών αν το θεωρεί αναγκαίο ».
Η σκέψη αυτή πρέπει να εφαρμοστεί a fortiori όταν πρόκειται απλώς για υπηρεσιακή εντολή προσωρινής ισχύος που περιλαμβάνει εργασία η οποία βρίσκεται μέσα στο πλαίσιο των εργασιών που μπορούν να απαιτηθούν από ένα τεχνικό βοηθό του βαθμού Β 3.
37.
Δεν μπορεί άλλωστε να νοηθεί κατά τι εθίγη το ατομικό συμφέρον του Hecq από το προσβαλλόμενο μέτρο. Ο Hecq απουσίαζε από τις 6 Φεβρουαρίου και υφίστατο αβεβαιότητα για την οριστική του αποκατάσταση ( 4 ). Μπορούσε επομένως να φαίνεται ενδεδειγμένο να του ανατεθεί « κατά την εκ νέου ανάληψη των καθηκόντων του » και λαμβανομένης υπόψη της απουσίας του προϊσταμένου υπηρεσίας μεταξύ της 24ης Απριλίου και της 11ης Μαΐου ένα προσωρινό έργο που θα τερματιζόταν καταρχήν στις 18 Μαΐου 1987.
38.
Εξάλλου, όπως έκρινε το Δικαστήριο με τη σκέψη 20 στην πρώτη απόφαση ( απόφαση της23ης Μαρτίου 1988, 19/87, Συλλογή 1988, σ. 1681),
« από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι αν ο κανονισμός υπηρεσιακής καταστάσεως παρέχει συγκεκριμένες εγγυήσεις για τα δικαιώματα των υπαλλήλων που προβλέπει, η διοίκηση των κοινοτικών οργάνων δεν υποχρεούται να ζητεί τη γνώμη των μεμονωμένων υπαλλήλων σχετικά με τα μέτρα αναδιοργανώσεως που επηρεάζουν ενδεχομένως τη θέση τους ».
Αυτό ισχύει a fortiori για μια προσωρινή υπηρεσιακή εντολή.
39.
Εξάλλου, στη δεύτερη απόφαση Hecq ( απόφαση της 14ης Δεκεμβρίου 1988, 280/87, Συλλογή 1988, σ. 6433 ), το Δικαστήριο έκρινε ότι όταν δεν υφίσταται βλαπτική πράξη, η Διοίκηση δεν έχει υποχρέωση να ακούσει προηγουμένως τον ενδιαφερόμενο υπάλληλο ( σκέψη 11).
40.
Εφόσον κατέληξα στο συμπέρασμα ότι κανένας από τους λόγους ακυρώσεως που προβάλλει ο προσφεύγων δεν μπορεί να γίνει δεκτός, πρέπει προφανώς να σας προτείνω να απορρίψετε την προσφυγή C-116/88 στο σύνολό της.
41.
Ως προς τα δικαστικά έξοδα, η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο να κρίνει την προσφυγή αλυσιτελή, διότι θεωρεί ότι είναι βέβαιο ότι η ακύρωση της εν λόγω αποφάσεως δεν μπορούσε να ωφελήσει τον προσφεύγοντα.
42.
Όσον αφορά τον προσφεύγοντα, αυτός υπογραμμίζει ότι δεν πρόκειται για καμιά από τις περιπτώσεις που το Δικαστήριο δέχτηκε ότι μια προσφυγή ήταν κακόβουλη ή ασκήθηκε χωρίς εύλογη αιτία. Ετσι, η προσφυγή δεν είναι ούτε προφανώς απαράδεκτη ούτε προφανώς αβάσιμη. Ο προσφεύγων δεν χρησιμοποίησε υπερβολικά μέσα επιθέσεως στην προσφυγή του, η οποία δεν είναι ούτε προδήλως παρελκυστική.
43.
Φρονώ ότι πολλές σκέψεις συνηγορούν υπέρ της αποδοχής του αιτήματος της Επιτροπής. Είναι καταρχάς το γεγονός ότι το προσβαλλόμενο μέτρο είχε απλώς χαρακτήρα απολύτως προσωρινό. Έστω κι αν συνεπήγετο την αφαίρεση της προηγουμένης θέσεως, είναι βέβαιο ότι κατά το χρόνο που ασκήθηκε η προσφυγή μόνο η ακύρωση της αποφάσεως της 16ης Σεπτεμβρίου 1987 με την οποία τοποθετήθηκε ο Hecq στο Λουξεμβούργο μπορούσε να υποχρεώσει τη διοίκηση να του αναθέσει εκ νέου στις Βρυξέλλες θέση αντίστοιχη με το βαθμό του. Πρέπει επίσης να επισημανθεί ότι τα επιχειρήματα με τα οποία προσπαθεί ο προσφεύγων να αποδείξει ότι η απόφαση της προσωρινής τοποθετήσεως του στο Overijse ήταν παράνομη είναι ιδιαιτέρως εύθραστα.
44.
Τέλος, θα μπορούσε να ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι η προσφυγή αυτή ασκήθηκε κατόπιν της προσφυγής του ίδιου προσφεύγοντος στην υπόθεση 280/87, η οποία στηριζόταν ήδη σε επιχειρήματα πολύ παρεμφερή και εξίσου ασθενή και την οποία απέρριψε το Δικαστήριο.
45.
Για τους λόγους αυτούς θα μπορούσε να λεχθεί με την ευκαιρία αυτή ότι μια διαδοχή προσφυγών οι οποίες, εφόσον μάλιστα στερούνται οποιασδήποτε δικαιολογίας ( 5 ), απαιτούν τουλάχιστον προσπάθεια και έξοδα από μέρους της καθής για να τις αποκρούσει, δεν είναι επιτρεπτή.
46.
Από την άλλη όμως πλευρά πρέπει να διαπιστωθεί ότι το Δικαστήριο έχει τη συνήθεια να συμψηφίζει τα έξοδα όταν απορρίπτεται μια ένσταση απαραδέκτου του καθού. Η πρακτική αυτή επικρίθηκε από το Δικηγορικό Σύλλογο της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, ο οποίος ζητεί από το Δικαστήριο να λαμβάνει υπόψη του μόνον την τύχη των ουσιαστικών επιχειρημάτων. Νομίζω όμως ότι, εφόσον το Δικαστήριο δεν έχει υιοθετήσει σχετικά με το ζήτημα αυτό, σε σύνθεση ολομελείας, νέα θέση αρχής, θα πρέπει να διατηρηθεί η παλιά γραμμή και να κριθεί στην περίπτωση αυτή ότι κάθε διάδικος θα φέρει τα δικά του δικαστικά έξοδα.
Ως προς την υπόθεση C-149/88
47.
Ο γενικός διευθυντής προσωπικού και διοικήσεως αποφάσισε με υπηρεσιακό σημείωμα της 31ης Ιουλίου 1987 και ρητή πράξη της 16ης Σεπτεμβρίου 1987« για το συμφέρον της υπηρεσίας » τη μεταφορά της θέσεως Β 3/Β 2 και τη μετακίνηση του κατέχοντος τη θέση αυτή André Hecq στη διεύθυνση ΙΧ-Ε « προσωπικό και διοίκηση στο Λουξεμβούργο και γενικές υπηρεσίες », τμήμα 2 « διοίκηση », από 1ης Νοεμβρίου 1987.
48.
Καθόσον αφορά τις συζητήσεις που προηγήθηκαν αυτής της αποφάσεως και την επιλογή που προτάθηκε στον Hecq, επιτρέψτε μου να παραπέμψω στην έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση.
49.
Το έργο που ανατέθηκε στον Hecq στο Λουξεμβούργο προσδιορίστηκε ως εξής:
« Υπό την άμεση ευθύνη του κ. Vial, του κ. Collovald και του προϊσταμένου του τμήματος ΙΧ-Ε-2 να επιβλέπει τις τεχνικές εγκαταστάσεις του ακινήτου Κύβος που τελευταία επεκτάθηκε και διαρρυθμίστηκε.
Επειδή πρόκειται για ακίνητο που θα φιλοξενήσει τις υπηρεσίες της διευθύνσεως “ έλεγχος ασφαλείας του Euratom ” της ΓΔ XVII, διευθύνσεως που αριθμεί πολλά εργαστήρια και διαθέτει τεχνικό εξοπλισμό, μεταξύ του οποίου σημαντικό εξοπλισμό πληροφορικής, η παρουσία υπαλλήλου της κατηγορίας BT είναι χρήσιμη λόγω της φύσεως, του αριθμού και της ποιότητας των συνήθων και των εξειδικευμένων τεχνικών εξοπλισμών αυτού του ακινήτου.
Ο υπάλληλος αυτός θα πρέπει να εκτιμά το είδος των επεμβάσεων που χρειάζεται η λειτουργία αυτών των εξοπλισμών, να πληροφορεί τις αρμόδιες υπηρεσίες και/ή να πραγματοποιεί τις επείγουσες επεμβάσεις που επιβάλλει η ασφάλεια αυτού του ακινήτου.»
50.
Με υπηρεσιακό σημείωμα της 2ας Μαΐου 1988 και επομένως προηγούμενο της ασκήσεως της παρούσας προσφυγής, ανατέθηκε επίσης στον Hecq
—
η παρακολούθηση της λειτουργίας και της συντηρήσεως του παιδικού κέντρου πολλών χρήσεων·
—
η προετοιμασία σχεδίου συγγραφής υποχρεώσεων ενόψει της προκηρύξεως διαγωνισμού για την ανανέωση των συμβάσεων συντηρήσεως των ανυψωτικών μηχανημάτων του κτιρίου Jean Monnet.
51.
Στη συνέχεια ανατέθηκε ακόμη στον Hecq η θέρμανση του κτιρίου Jean Monnet. Στις 12 Οκτωβρίου 1988 του ζητήθηκε να ασκεί τις ίδιες υπηρεσίες όπως στο κτίριο Κύβος και στο παιδικό κέντρο πολλών χρήσεων επίσης στο νέο ακίνητο της Επιτροπής στο Λουξεμβούργο, στο Centre Wagner.
52.
Τέλος, φαίνεται ότι κατά το διάστημα της προφορικής διαδικασίας και σε χρόνο όχι προσδιορισμένο ο Hecq ανέλαβε νέα καθήκοντα στο συνδικαλιστικό πεδίο, τα οποία απαιτούν την παρουσία του στις Βρυξέλλες δύο ημέρες την εβδομάδα και τα οποία τον εμποδίζουν ως εκ τούτου να επιβλέψει κατά τρόπο σταθερό την καλή λειτουργία των τεχνικών εγκαταστάσεων των κτιρίων που του εμπιστεύθηκε η υπηρεσία.
53.
Ο Hecq προβάλλει πέντε λόγους ακυρώσεως για να στηρίξει την προσφυγή του ακυρώσεως της αποφάσεως περί μεταθέσεως της 16ης Σεπτεμβρίου 1987.
1. Ως προς την παράβαση των άρθρων 5, παράγραφος 4, και 7, παράγραφος 1, rov κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων
54.
Ο προσφεύγων υποστηρίζει καταρχάς ότι το έργο της επιτηρήσεως των τεχνικών εγκαταστάσεων του ακινήτου Κύβος δεν αντιστοιχεί στο βαθμό του και στη θέση του. Θεωρεί, πράγματι, ότι χρησιμοποιείται εκεί απλώς ως « ιμάντας μεταφοράς των δεδομένων μεταξύ της βάσεως και του ιεραρχικού προϊσταμένου του ». Του έχει αφαιρεθεί τελείως η ελάχιστη εξουσία να αποφασίζει. Η Επιτροπή απαντά όμως ότι αυτή η κατάσταση ίσχυσε μόνον κατά το αρχικό στάδιο των νέων του καθηκόντων, διότι το κτίριο Κύβος για το οποίο είναι υπεύθυνος είχε μόλις αναμορφωθεί, τα δε έργα που είχαν γίνει και οι εξοπλισμοί που είχαν εγκατασταθεί βρίσκονταν ακόμη υπό εγγύηση, πράγμα που συνεπήγετο ότι μόνο το προσωπικό των επιχειρήσεων που είχαν προβεί στις εγκαταστάσεις μπορούσαν να επέμβουν. Η επιχειρηματολογία αυτή μου φαίνεται πειστική.
55.
Ο προσφεύγων επιμένει περαιτέρω επί του γεγονότος ότι στο παρελθόν υπήρξε προϊστάμενος τομέα διοικητικής μονάδας, πράγμα που ήδη δεν συμβαίνει. Πρέπει όμως να υπογραμμιστεί σχετικά ότι η περιγραφή των καθηκόντων βοηθού του βαθμού Β 3/Β 2 δεν συνεπάγεται ότι ο βοηθός έχει αναγκαστικά υπό τις διαταγές του ομάδα τεχνικών όπως φαίνεται να πιστεύει ο προσφεύγων. Από την προαναφερθείσα απόφαση επί της υποθέσεως 19/87 προκύπτει πράγματι σαφώς ότι δεν έχουν έτσι τα πράγματα. Το Δικαστήριο δέχτηκε με την απόφαση αυτή ότι ο προσφεύγων, καθώς ήταν ο μοναδικός υπεύθυνος για την κατάσταση ορισμένων κτιρίων, μπορούσε να θεωρηθεί ότι του είχε ανατεθεί μια διοικητική μονάδα.
56.
Ασφαλώς μπορούν να γεννηθούν αμφιβολίες αν εξακολουθεί να συντρέχει αυτή η περίπτωση όταν ένας υπάλληλος Β 3 είναι υπεύθυνος για ένα μόνο ακίνητο. Είναι όμως γεγονός ότι το ακίνητο Κύβος περιλαμβάνει ιδιαίτερα σημαντικό αριθμό τεχνικών εγκαταστάσεων των οποίων η λειτουργία πρέπει να επιτηρείται. Τέλος και προπαντός, ήδη πριν από την άσκηση της παρούσας προσφυγής, οι αρμοδιότητες του Hecq διευρύνθηκαν σαφώς, νέες δε αρμοδιότητες του παραχωρήθηκαν ακόμη στη συνέχεια. Πρέπει επομένως να θεωρηθεί ότι παρέμεινε υπεύθυνος ενός τομέα μιας διοικητικής μονάδας κατά την έννοια της αποφάσεως Hecq Ι.
57.
Από τις προηγούμενες σκέψεις συνάγεται ότι ο πρώτος λόγος ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί.
2. Ως προς την ανεπαρκή ή πεπλανημένη αιτιολογία της προσβαλλόμενης πράξης
58.
Ο προσφεύγων ισχυρίζεται ότι η απόφαση της μετακινήσεως του στο Λουξεμβούργο παραβιάζει το άρθρο 25 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως διότι δεν είναι αιτιολογημένη, μολονότι αποτελεί πράξη η οποία τον βλάπτει.
59.
Εχει όμως αποδειχθεί, όπως επεσήμανα ήδη προηγουμένως, ότι η απόφαση αναφέρεται ρητά στο « συμφέρον της υπηρεσίας ». Επομένως, είναι αιτιολογημένη.
60.
Απομένει να ερευνηθεί αν, όπως υποστηρίζει ο προσφεύγων, η αιτιολογία αυτή είναι ανεπαρκής ή αν είναι πεπλανημένη διότι στην πραγματικότητα η απόφαση στηρίζεται σε άλλους λόγους. Στην τελευταία αυτή περίπτωση πρόκειται, κατά τον προσφεύγοντα, για παράβαση επίσης του άρθρου 7, παράγραφος 1, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, το οποίο προβλέπει ότι κάθε τοποθέτηση ή μετάθεση πρέπει να γίνεται μόνο προς το συμφέρον της υπηρεσίας.
61.
Η Επιτροπή δικαιολογεί κυρίως την απόφαση της από την ανάγκη να θεραπευτεί το αξιοθρήνητο κλίμα που επικρατούσε στην υπηρεσία όπου εργαζόταν ο Hecq και επικουρικά από την ανάγκη να εφαρμόσει την πολιτική της των μετακινήσεων. Βεβαιώνει εξάλλου ότι το επίδικο μέτρο, εφόσον δεν προσβάλλει ούτε την υπηρεσιακή κατάσταση του προσφεύγοντος ούτε την αρχή της αντιστοιχίας μεταξύ του βαθμού και της θέσεως, δεν μπορούσε να τον βλάψει και επομένως δεν χρειαζόταν να αιτιολογηθεί πληρέστερα.
62.
Πιστεύω σχετικά ότι πρέπει να γίνει διάκριση μεταξύ υπηρεσιακής εντολής περιορισμένης χρονικής ισχύος, όπως στην υπόθεση C-116/88, και της οριστικής τοποθετήσεως σε νέα θέση ενός υπαλλήλου. Κατά τη γνώμη μου, η υπηρεσιακή εντολή δεν έχει ανάγκη αιτιολογίας. Αντιθέτως, όταν πρόκειται για τοποθέτηση σε νέα θέση (μετακίνηση υπαλλήλου μαζί με τη θέση του ) ή για μετάθεση ( τοποθέτηση του υπαλλήλου σε άλλη θέση που είχε προηγουμένως κηρυχθεί κενή), δύο έννοιες που μπορούν να θεωρηθούν ισότιμες στο συνειρμό των εξελίξεων που θα ακολουθήσουν, η αιτιολογία δεν μπορεί να συνίσταται απλώς σε αναφορά στο συμφέρον της υπηρεσίας. Πράγματι, η διοίκηση θεωρείται ότι ενεργεί πάντοτε για το συμφέρον της υπηρεσίας, ακόμη δε πρέπει να γνωστοποιείται στον υπαλληλο γιατί το συμφέρον αυτό καθιστά αναγκαία τη μετακίνηση του παρά τη θέληση του. Το Δικαστήριο έχει επίσης κρίνει
« ότι απόφαση μεταθέσεως που ελήφθη παρά τη θέληση του ενδιαφερομένου αποτελεί πράξη βλαπτική κατά την έννοια του άρθρου 25 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως και επομένως πρέπει να είναι αιτιολογημένη» ( 6 )
Πρέπει όμως να υπογραμμιστεί ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση της αποφάσεως που ελήφθη προηγήθηκαν συζητήσεις κατά τις οποίες ο γενικός διευθυντής προσωπικού και διοικήσεως εξέθεσε στον προσφεύγοντα την κατάσταση και τους λόγους για τους οποίους του δόθηκε αυτή η επιλογή. Πρέπει επομένως να εφαρμοσθεί η νομολογία του Δικαστηρίου σύμφωνα με την οποία μια απόφαση είναι επαρκώς αιτιολογημένη όταν
« η πράξη κατά της οποίας ασκείται προσφυγή εκδόθηκε μέσα σ'ένα γνωστό στον ενδιαφερόμενο υπάλληλο πλαίσιο το οποίο του επιτρέπει να αντιληφθεί τη σημασία ενός μέτρου που τον αφορά προσωπικα » ( 7 ).
63.
Όσον αφορά τον ισχυρισμό του προσφεύγοντος ότι το μέτρο που ελήφθη δεν δικαιλο-γείται καθόλου από το συμφέρον της υπηρεσίας, προκύπτει σαφέστατα από τη νομολογία του Δικαστηρίου ότι μπορεί να εμπίπτει στο συμφέρον της υπηρεσίας η μετάθεση ενός υπαλλήλου όταν το κλίμα που επικρατεί στην υπηρεσία του δεν επιτρέπει στον καθένα την κανονική εκτέλεση των καθηκόντων του. Έτσι, στην προαναφερθείσα απόφαση Kley, το Δικαστήριο έκρινε ότι η μετάθεση έγινε προς το συμφέρον της υπηρεσίας διότι ο υπάλληλος αντετίθετο στα σχέδια που του ζητήθηκαν να εκτελέσει.
64.
Το Δικαστήριο δέχτηκε στην υπόθεση Scuppa ότι ήταν προς το συμφέρον της υπηρεσίας η μετάθεση υπαλλήλου ο οποίος δεν συν-νενοείτο με τον προϊστάμενό του ( 8 ).
65.
Τέλος, στην υπόθεση V. κατά Επιτροπής το Δικαστήριο δεν δίστασε να κρίνει ότι
«ήταν προς το συμφέρον της υπηρεσίας να τεθεί τέρμα σε μια διοικητική κατάσταση που είχε καταστεί αφόρητη για όλους τους ενδιαφερομένους. Η αποφασισθείσα από την Επιτροπή μετάθεση μπορεί επομένως να θεωρ-θηθεί μέτρο που επιβαλόταν προς το γενικό συμφέρον » ( 9 ).
66.
Έτσι, προκύπτει σαφώς από το φάκελο ότι η κατάσταση ήταν πολύ τεταμένη εντός της υπηρεσίας όπου εργαζόταν ο Hecq. Ήδη στις σκέψεις 17 και 18 της πρώτης απόφασης Hecq το Δικαστηρίο διαπίστωσε επιδείνωση του κλίματος εργασίας στον τομέα. Κατόπιν, μετά την πρώτη του μετάθεση, ο Hecq παραπονέθηκε ότι είχε την ευθύνη πολύ μεγάλου αριθμού κτιρίων, άρχισε όμως δικαστικό αγώνα όταν του αφαιρέθηκε το ένα από τα ακίνητα αυτά. Αυτό δεν συνέβαλε ασφαλώς στη βελτίωση των σχέσεων του με τους προϊσταμένους του. Αργότερα επεσήμανε, ορθώς όπως φαίνεται, την ύπαρξη ανωμαλιών, μάλιστα παρανομιών στις υποθέσεις που διαχειριζόταν το τμήμα του, κάτι που δυστυχώς προκάλεσε νέες εντάσεις. Όταν του ανατέθηκε ο έλεγχος του Κέντρου Διασκεδάσεως του Overijse, δεν υπέβαλε ποτέ τον απολογισμό που του είχε ζητηθεί να συντάξει.
67.
Ενόψει αυτής της εξελίξεως, πρέπει να διαπιστωθεί ότι η διοίκηση δεν έκαμε λάθος εκτιμήσεως όταν έκρινε ότι ήταν προς το συμφέρον της υπηρεσίας καθώς επίσης και προς το συμφέρον του Hecq να τον απομακρύνει από το τμήμα στο οποίο ανήκε μέχρι τότε (βλ. έγγραφο της 27ης Μαΐου 1988 περί απορρίψεως της διοικητικής ενστάσεως του προσφεύγοντος ).
68.
Δεν χρειάζεται επομένως να ερευνηθούν τα λοιπά επιχειρήματα που επικαλείται η Επιτροπή.
3. Ως προς την παραβίαοη της γενικής αρχής της χρηοτής διοικήσεως και του καθήκοντος αρρωγής της όιοικήσεως έναντι των υπαλλήλων της
69.
Όπως και στην προσφυγή C-116/88, η παραβίαση που προβάλλεται με. αυτό το λόγο ακυρώσεως στο πλαίσιο της προσφυγής C-149/88 συνίσταται στο ότι η προσβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε χωρίς να ληφθούν υπόψη τα συμφέροντα του προσφεύγοντος. Θα έπρεπε να παραμείνει.ο τελευταίος στην υπηρεσία για να αποφευχθεί να ερμηνευθεί το μέτρο σαν συγκεκαλυμμένη κύρωση.
70.
Πρέπει όμως να παρατηρηθεί εδώ ότι όταν έλαβε ο γενικός διευθυντής την προσσβαλλό-μενη απόφαση επέμεινε ειδικά επί του γεγονότος ότι δεν επρόκειτο για συγκεκαλυμμένο πειθαρχικό μέτρο, πράγμα που μπορούσε ο προσφεύγων να αναφέρει δημοσίως.
71.
Μου φαίνεται εξάλλου υπερβολικό να υποστηριχτεί ότι για μόνο το λόγο της αποφυγής να ερμηνευθεί εσφαλμένα το μέτρο, που όπως είδαμε δικαιολογούνταν πλήρως από το συμφέρον της υπηρεσίας, ως συγκεκαλυμμένη κύρωση δεν θα έπρεπε να είχε ληφθεί από την Επιτροπή!
72.
Πρέπει επιπλέον να υπογραμμιστεί ότι η Επιτροπή προσπάθησε πολύ να λάβει υπόψη της το συμφέρον του προσφεύγοντος να παραμείνει στη περιοχή των Βρυξελλών προσφέροντας του τη δυνατότητα να καταλάβει θέση στο Zaventem. Ο Hecq υποστηρίζει ωστόσο ότι η επιλογή δεν ήταν « πραγματική », αφού η θέση που του προσφέρθηκε δεν είχε σχέση με την ειδικότητά του. Ετσι, η «πολιτική μετακινήσεων » του προσωπικού της που εφήρμοσε η Επιτροπή συνεπήγετο, σ' όλο το μέτρο του δυνατού, αλλαγές αρμοδιοτήτων, πράγμα που δέχεται και ο προσφεύγων. Η σχετική επιχειρηματολογία του δεν είναι άλλωστε πολύ εδραία: εκθέτει ότι η « πολιτική μετακινήσεων» συνεπάγεται αλλαγή αρμοδιοτήτων για να επικρίνει το γεγονός ότι η θέση που του προτάθηκε στο Λουξεμβούργο δεν περιείχε τέτοια αλλαγή και ότι η τοποθέτηση του στη νέα θέση δεν μπορούσε επομένως να είναι δικαιολογημένη κατ' επίκληση αυτής της πολιτικής, αλλά αρνείται συγχρόνως να θεωρήσει πραγματική την επιλογή που του προσφέρθηκε υπό το πρόσχημα ότι μια από τις θέσεις που του προτάθηκε συνεπήγετο ακριβώς εργασία διαφορετικής φύσεως από εκείνην που εκτελούσε πάντοτε.
73.
Προσθέτω ακόμη ότι η αξίωση του προσφεύγοντος δεν βρήκε κανένα στήριγμα στη νομολογία του Δικαστηρίου, η οποία έχει επίσης δεχτεί ότι
« ο κανονισμός υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων δεν τους δίνει κανένα δικαίωμα για συγκεκριμένη θέση, αλλά αφήνει αντιθέτως στην αρμόδια για τους διορισμούς αρχή την αρμοδιότητα τοποθετήσεως των υπαλλήλων, προς το συμφέρον της υπηρεσίας, στις διάφορες θέσεις που αντιστοιχούν στο βαθμό τους » ( 10 ).
74.
Το Δικαστήριο έχει επίσης κρίνει ότι, υπό την επιφύλαξη ότι τα καθήκοντα αντιστοιχούν στους βαθμούς των υπαλλήλων και στη θέση τους,
« ο υπάλληλος έχει την υποχρέωση να δέχεται κάθε τοποθέτηση, σύμφωνα με τις απαιτήσεις της υπηρεσίας, σ' ολόκληρη την Κοινότητα, σε κάθε τόπο εργασίας του οργάνου στο οποίο ασκεί τα καθήκοντα του» ( 11 ).
75.
Είναι άλλωστε δεδομένο ότι ο Hecq είχε την ευκαιρία να γνωστοποιήσει στο γενικό διευθυντή την άποψη του για τις δύο αρμοδιότητες που μπορούσαν να του ανατεθούν.
76.
Κατά συνέπεια, το συμπέρασμα είναι ότι ο λόγος αυτός ακυρώσεως πρέπει επίσης να απορριφθεί.
4. Ως προς την ύπαρξη συγκεκαλυμμένης πειθαρχικής κυρώσεως
77.
Ο προσφεύγων υποστηρίζει επίσης ότι το προσβαλλόμενο μέτρο αποτελούσε στη πραγματικότητα συγκεκαλυμμένη κύρωση και ότι παραβιάζει, ως εκ τούτου, το άρθρο 86, παράγραφος 3, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως και την αρχή « non bis in idem ». H επιχειρηματολογία αυτή πρέπει όμως να απορριφθεί εφόσον απέδειξα ότι το εν λόγω μέτρο ήταν δικαιολογημένο από το συμφέρον της υπηρεσίας.
5. Ως προς την προσβολή νου δικαιώματος τον συνεταιρ'ιξεαθαι και των συνδικαλιστικών δικαιωμάτων
78.
Ο προσφεύγων, ο οποίος είχε εκλεγεί μέλος της εκτελεστικής επιτροπής της συνδικαλιστικής ενώσεως κατά το Μάϊο 1987, ισχυρίζεται ότι, λόγω της τοποθετήσεως του στη νέα θέση στο Λουξεμβούργο δεν μπορεί να ασκήσει πλέον σωστά το συνδικαλιστικό του έργο. Θεωρεί, κατόπιν αυτού, ότι η Επιτροπή παρέβη το άρθρο 24 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, σύμφωνα με το οποίο
« οι υπάλληλοι απολαύουν του δικαιώματος του συνεταιρίζεσθαι· δύνανται ιδίως να είναι μέλη συνδικαλιστικών ή επαγγελματικών οργανώσεων των υπαλλήλων που εργάζονται στις ευρωπαϊκές κοινότητες ».
79.
Το γεγονός ότι ο Hecq ανέλαβε νέο έργο εκ μέρους άλλης επαγγελματικής οργανώσεως μετά την τοποθέτηση του στο Λουξεμβούργο αποδεικνύει προφανώς, αν χρειάζεται, ότι τα δικαιώματα που έλκει από το άρθρο 24α δεν εθίγησαν καθόλου από τη μετάθεσή του. Είναι άλλωστε πολύ αμφίβολο αν έχει δικαίωμα ένας υπάλληλος να απαιτήσει να μπορεί να ασκεί τη συνδικαλιστική του δραστηριότητα σε τόπο εργασίας που αποφασίζει αυτός μόνος του.
80.
Τέλος, ο προσφεύγων επικαλείται επίσης παράβαση του άρθρου 13 της συμφωνίας της 20ής Σεπτεμβρίου 1974 περί των σχέσεων μεταξύ της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και των συνδικαλιστικών ή επαγγελματικών οργανώσεων, το οποίο ορίζει ότι
« ... το να ανήκει ένας υπάλληλος σε συνδικαλιστική ή επαγγελματική οργάνωση, το να μετέχει σε συνδικαλιστική δραστηριότητα ή να ασκεί συνδικαλιστικό έργο δεν μπορεί, υπό οποιαδήποτε μορφή ή ιδιότητα κι αν γίνεται, να βλάψει την επαγγελματική κατάσταση ή την εξέλιξη της σταδιοδρομίας των ενδιαφερομένων ».
81.
Εφόσον ο προσφεύγων δεν προσκομίζει την παραμικρή απόδειξη ότι η τοποθέτηση του στη νέα θέση αποφασίστηκε λόγω των συνδικαλιστικών του δραστηριοτήτων, το επιχείρημα αυτό μπορεί να απορριφθεί χωρίς μάλιστα να χρειάζεται να εξεταστεί η άποψη της Επιτροπής σύμφωνα με την οποία το Δικαστήριο δεν μπορεί να ελέγξει τη νομιμότητα των πράαξεων της Επιτροπής σε σχέση με αυτή τη συμφωνία.
Πρόταση
82.
Για όλους τους προεκτεθέντες λόγους προτείνω να απορριφθούν οι προσφυγές που έχουν εγγραφεί με τους αριθμούς C-116/88 και C-149/88, κατ' εφαρμογή δε του άρθρου 70 του κανονισμού διαδικασίας του Δικαστηρίου, να κριθεί ότι κάθε διάδικος θα φέρει τα δικά του δικαστικά έξοδα.
( *1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.
( 1 ) Απόφαση της 17ης Ιανουαρίου 1989, Vainker κατά Κοινοβουλίου, σκέψεις 7 έως 9 (293/87, Συλλογή 1989, σ. 23 ).
( 2 ) Η Επιτροπή παραπέμπει εδώ στην απόφαση της 11ης Ιουλίου 1968, Labeyrie ( 16/67, Rec. 1968, σ. 431, 444), και στην απόφαση της 12ης Ιουλίου 1979, List ( 124/78, Rec. 1979, σ.2499, 2510).
( 3 ) Βλέπε ιδίως την απόφαση της 17ης Matou 1984, Albertini και Montagnani κατά Επιτροπής, σκέψη 46 ( 338/82, Συλλογή 1984, σ. 2123,2145 ).
( 4 ) Το προσβαλλόμενο σημείωμα της 22ας Απριλίου 1987 είναι αποκαλυπτικό από την άποψη αυτή, δεδομένου ότι ο συντάκτης του « ελπίζει στην επιστροφή » του προσφεύγοντος στις 27 Απριλίου 1987, ενώ ο τελευταίος επανήλθε μόλις στις 4 Μαΐου 1987.
( 5 ) Βλέπε κατ' αναλογίαν την απόφαση της 9ης Μαρτίου 1978, Herpels κατά Επιτροπής ( 54/77, Rec. 1978, σ. 585, συγκεκριμένα σ. 601 ).
( 6 ) Βλέπε την απόφαση της 27ης Ιουνίου 1973, Kley κατά Επιτροπής ( 35/72, Rec. 1973, σ. 679 ).
( 7 ) Βλέπε την απόφαση Kley που αναφέρθηκε πιο πάνω και επίσης τις αποφάσεις της 1ης Μαΐου 1983, Selon (36/81, 37/81 και 218/81, Συλλογή 1983, σ. 1789), και της 29ης Οκτωβρίου 1981, Arning ( 125/80, Συλλογή 1981, σ.2553).
( 8 ) Απόφαση του Δικαστηρίου της 10ης Ιουλίου 1975, Scuppa κατά Επιτροπής ( 4/74 και 30/74, Rec. 1975, σ. 919).
( 9 ) Απόφαση του Δικαστηρίου της 14ης Ιουνίου 1979, V κατά Επιτροπής ( 18/78, Rec. 1979, σ. 2093 ):
( 10 ) Βλέπε την απόφαση της 6ης Μαΐου 1969, Huybreclits κατά Επιτροπής ( 21/68, Rec. 1969, σ. 85 ).
( 11 ) Απόφαση της 23ης Ιανουαρίου 1986, Rasmussen κατά Επιτροπής (173/84, Συλλογή 1986, σ. 197)· απόφαση της 24ης Φεβρουαρίου 1981, Carbognani και Coda Zabelta κατά Επιτροπής (62/80 και 161/80, Συλλογή 1981, σ. 543,564).
Top