Σημαντική ανακοίνωση νομικού περιεχομένου
Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Jacobs της 7ης Νοεμβρίου 1989. - ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΚΟΝΤΟΓΕΩΡΓΗΣ ΚΑΤΑ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΙΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ. - ΥΠΑΛΛΗΛΟΣ - ΑΚΥΡΩΣΗ ΑΠΟΦΑΣΕΕΩΣ ΠΕΡΙ ΑΡΝΗΣΕΩΣ ΥΠΑΓΩΓΗΣ ΣΤΟ ΣΥΣΤΗΜΑ ΥΓΕΙΟΝΟΜΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΣ. - ΥΠΟΘΕΣΗ 163/88.
Συλλογή της Νομολογίας του Δικαστηρίου 1989 σελίδα 04189
Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
++++
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
1. Η παρούσα υπόθεση αφορά το ζήτημα αν πρώην μέλος της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων μπορεί να εξακολουθήσει να υπάγεται στο κοινοτικό σύστημα υγειονομικής ασφαλίσεως, συμπληρωματικώς προς το αντίστοιχο εθνικό.
Οι σχετικές κοινοτικές διατάξεις
2. Ο κανονισμός 422/67 (όπως έχει τροποποιηθεί), τον οποίο θα αναφέρω εφεξής ως "κανονισμό περί του χρηματοοικονομικού καθεστώτος", ορίζει τις απολαβές του προέδρου και των μελών της Επιτροπής, του προέδρου, των δικαστών, των γενικών εισαγγελέων και του γραμματέα του Δικαστηρίου και του προέδρου και των μελών του Ελεγκτικού Συνεδρίου (ΟJ English Special Edition 1952-1967, σ. 222). Το άρθρο 11 του κανονισμού αυτού, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚΑΧ, ΕΟΚ, Ευρατόμ) 2136/70 του Συμβουλίου ((ΟJ English Special Edition 1970 (ΙΙΙ), σ. 227)), έχει ως εξής:
"Το μέλος της Επιτροπής ή του Δικαστηρίου υπάγεται στο σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων όσον αφορά την κάλυψη κινδύνων ασθενείας, επαγγελματικής νόσου και ατυχημάτων, καθώς και τις παροχές λόγω γεννήσεως και θανάτου.
Το παρόν άρθρο ισχύει επίσης και επί πρώην μελών της Επιτροπής ή του Δικαστηρίου που απολαύουν είτε του συνταξιοδοτικού καθεστώτος του άρθρου 8 είτε του προσωρινού επιδόματος του άρθρου 7. Το παρόν εδάφιο δεν ισχύει πάντως προς κάλυψη κινδύνων που ήδη καλύπτονται από άλλο σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως στο οποίο ενδεχομένως υπάγεται το πρώην μέλος της Επιτροπής ή του Δικαστηρίου."
3. Το άρθρο 72 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως αφορά την υγειονομική ασφάλιση. Κατά το άρθρο 72, παράγραφος 1, οι κοινοτικοί υπάλληλοι και τα συντηρούμενα απ' αυτούς πρόσωπα καλύπτονται κατά των κινδύνων ασθενείας εντός του ορίου του 80% των εξόδων στα οποία υποβάλλονται και βάσει ρυθμίσεως θεσπιζομένης με συμφωνία των κοινοτικών οργάνων. Κατά το άρθρο 72, παράγραφος 2α, οι πρώην υπάλληλοι που λαμβάνουν σύνταξη λόγω συμπληρώσεως συντάξιμου χρόνου και έχουν αποχωρήσει από την υπηρεσία των Κοινοτήτων πριν από την ηλικία των 60 ετών δικαιούνται των παροχών του κοινοτικού συστήματος υγειονομικής ασφαλίσεως, "με την προϋπόθεση ότι δεν δύνανται να καλυφθούν από άλλο δημόσιο ασφαλιστικό σύστημα ασθενείας ...". Το άρθρο 72, παράγραφοι 1α και 1β, εξαρτά από την ίδια προϋπόθεση την έγκριση αιτήσεων περί προσωρινής παρατάσεως της ασφαλιστικής καλύψεως από το κοινοτικό σύστημα, οι οποίες υποβάλλονται από ορισμένους αποχωρούντες υπαλλήλους, τέως συζύγους υπαλλήλων και πρόσωπα που παύουν να είναι συντηρούμενα από υπαλλήλους. Κατά το άρθρο 72, παράγραφος 4, ο δικαιούχος παροχών του κοινοτικού ασφαλιστικού συστήματος υποχρεούται να δηλώνει τι ποσά του αποδόθηκαν ή δικαιούται να απαιτήσει από άλλο σύστημα υγειονομικής ασφαλίσεως προβλεπόμενο δυνάμει νομοθετικών ή κανονιστικών διατάξεων και περαιτέρω:
"Αν το σύνολο των επιστροφών των οποίων εδικαιούτο υπερβαίνει τα επιστρεφόμενα ποσά που προβλέπονται στην ανωτέρω παράγραφο 1, η διαφορά αφαιρείται από το ποσό που πρέπει να επιστραφεί δυνάμει της παραγράφου 1 ..."
4. 'Οπως προβλέπει το άρθρο 72, παράγραφος 1, οι κανονιστικές διατάξεις για την κάλυψη έναντι των κινδύνων ασθενείας των υπαλλήλων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (οι κανονιστικές διατάξεις) καταρτίστηκαν κατόπιν συμφωνίας των θεσμικών οργάνων των Κοινοτήτων. Κατά το άρθρο 2, σημείο 13, των κανονιστικών διατάξεων, μεταξύ των υπαγομένων στο κοινό σύστημα υγειονομικής ασφαλίσεως συγκαταλέγονται τα πρώην μέλη της Επιτροπής που δικαιούνται συντάξεως λόγω συμπληρώσεως συντάξιμου χρόνου ή λόγω αναπηρίας, "με την επιφύλαξη του άρθρου 4, παράγραφος 8, των κανονιστικών αυτών διατάξεων". Κατά το άρθρο 4, παράγραφος 8:
"Τα πρόσωπα που αναφέρονται στο άρθρο 2, σημείο 13, των κανονιστικών αυτών διατάξεων είναι ασφαλισμένα, εφόσον καταβάλλουν την εισφορά τους, η οποία υπολογίζεται επί της βασικής τους σύνταξης, και δεν μπορούν να καλύπτονται κατά των ίδιων κινδύνων από άλλο δημόσιο ασφαλιστικό φορέα."
Τα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως
5. Ο Γεώργιος Κοντογεώργης, πρώην γενικός διευθυντής στο ελληνικό Υπουργείο Εμπορίου και πρώην υπουργός αρμόδιος για θέματα ΕΟΚ, υπήρξε μέλος της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων από τις 6 Ιανουαρίου 1981 μέχρι τις 5 Ιανουαρίου 1985. Αφότου αποχώρησε από την Επιτροπή, ελάμβανε επί τρία έτη την προσωρινή αποζημίωση του άρθρου 7 του κανονισμού περί του χρηματοοικονομικού καθεστώτος. Την 1η Φεβρουαρίου 1988, συνταξιοδοτήθηκε από την Επιτροπή σύμφωνα με το άρθρο 8 του κανονισμού αυτού.
6. Στις 2 Νοεμβρίου 1987, ο Γ. Κοντογεώργης έστειλε επιστολή στον Richard Hay, γενικό διευθυντή της Γενικής Διευθύνσεως προσωπικού της Επιτροπής, στην οποία ανέφερε ότι, επειδή το ελληνικό σύστημα υγειονομικής ασφαλίσεως στο οποίο υπαγόταν "δεν κάλυπτε τους ίδιους κινδύνους στον ίδιο βαθμό με το κοινοτικό σύστημα", επιθυμούσε να εξακολουθήσει να υπάγεται στο κοινοτικό σύστημα μετά τη συνταξιοδότησή του. Στις 22 Δεκεμβρίου 1988, ο Hay απάντησε ότι, σύμφωνα με τους κανόνες περί του χρηματοοικονομικού καθεστώτος των Επιτρόπων, ήταν δυνατό να συνεχιστεί η υπαγωγή στο κοινοτικό σύστημα υγειονομικής ασφαλίσεως, μόνον αν ο ενδιαφερόμενος δεν μπορούσε να καλυφθεί από άλλο σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως. Δεδομένου ότι ο Γ. Κοντογεώργης, ως πρώην υπάλληλος του ελληνικού Δημοσίου, υπαγόταν ήδη σε ελληνικό σύστημα και δεδομένου ότι οι κοινοτικές διατάξεις ουδεμία μνεία περιείχαν περί ισοτιμίας του κοινοτικού συστήματος υγειονομικής ασφαλίσεως με άλλα συστήματα, αποκλειόταν η συνέχιση της υπαγωγής στο κοινοτικό σύστημα. Στις 28 Ιανουαρίου 1988, ο Hay έστειλε άλλο έγγραφο, στο οποίο εξέθετε αναλυτικά τον τρόπο υπολογισμού της σύνταξης του προσφεύγοντος και ανέφερε ότι "ο δικαιούχος" ((δηλαδή ο Γ. Κοντογεώργης)) δεν υπάγεται στο κοινό σύστημα υγειονομικής ασφαλίσεως των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων". Με επιστολή της 29ης Φεβρουαρίου 1988, ο Γ. Κοντογεώργης υπέβαλε διοικητική ένσταση, με την οποία ισχυριζόταν ότι, κατ' ορθήν ερμηνεία των οικείων διατάξεων, εδικαιούτο καλύψεως από το κοινοτικό καθεστώς έναντι κινδύνων μη καλυπτομένων από άλλο σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως, όσον αφορά δε κινδύνους καλυπτομένους από άλλο σύστημα, εδικαιούτο καλύψεως από το κοινοτικό σύστημα συμπληρωματικώς προς το ύψος των παροχών που καταβάλλονται από το άλλο αυτό σύστημα. Με έγγραφο της 25ης Μαρτίου 1988, ο Hay απέρριψε την ένσταση. Με προσφυγή που κατέθεσε στο Δικαστήριο στις 7 Ιουνίου 1988, ο Γ. Κοντογεώργης ζητεί την ακύρωση της αποφάσεως περί απορρίψεως της ενστάσεώς του.
Επί του παραδεκτού
7. Στην παρούσα υπόθεση ανακύπτει ένα προκαταρκτικό ζήτημα επί του παραδεκτού εγκείμενο στο αν το Δικαστήριο έχει, βάσει του άρθρου 179 της Συνθήκης, αρμοδιότητα επί προσφυγής ασκούμενης από πρώην μέλος της Επιτροπής και στο αν ο Γ. Κοντογεώργης υπεχρεούτο να ακολουθήσει την προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασία που προβλέπεται για τις διοικητικές ενστάσεις του προσωπικού βάσει του άρθρου 90, παράγραφος 2, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως. Κάπως παράδοξα, η προσφυγή δεν στηρίζεται στο άρθρο 179 της Συνθήκης σε συνδυασμό προς το άρθρο 91 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, αλλά στο άρθρο 172 της Συνθήκης και το άρθρο 22, τρίτο εδάφιο, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως. Πλην όμως είναι σαφές ότι κατά νουν ήταν το άρθρο 179. 'Οντως ο Γ. Κοντογεώργης διατείνεται ότι η προσφυγή του πρέπει να θεωρηθεί παραδεκτή, διότι ακολούθησε την αναγκαία προ της ασκήσεως της προσφυγής προδικασία του άρθρου 90, παράγραφος 2, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, άσκησε δε την προσφυγή του στο Δικαστήριο εντός της (τρίμηνης) προθεσμίας του άρθρου 91, παράγραφος 3, του ίδιου κανονισμού.
8. Η Επιτροπή δεν προβάλλει ρητή ένσταση απαραδέκτου της προσφυγής. "Επαφίεται" απλώς "στην κρίση του Δικαστηρίου" ως προς το ζήτημα αν υπεχρεούτο ο προσφεύγων να τηρήσει την προδικασία ή αν έπρεπε να ασκήσει ευθεία προσφυγή, υποθέτω βάσει του άρθρου 173 της Συνθήκης. Το ζήτημα αυτό έχει σημασία για να κριθεί αν τηρήθηκε η προθεσμία ασκήσεως προσφυγής κατά το άρθρο 173: αν ο Γ. Κοντογεώργης υπεχρεούτο να ακολουθήσει εκείνη τη διαδικασία, τότε θα όφειλε να ασκήσει την προσφυγή του κατά της αρχικής απορριπτικής αποφάσεως της Επιτροπής (του εγγράφου δηλαδή του Hay της 22ας Δεκεμβρίου 1987) εντός διμήνου. 'Οπως προαναφέρθηκε, η υπό κρίση προσφυγή ασκήθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου στις 7 Ιουνίου 1988.
9. Κατά το άρθρο 179 της Συνθήκης το Δικαστήριο είναι αρμόδιο "επί οποιασδήποτε διαφοράς μεταξύ της Κοινότητος και των υπαλλήλων της, εντός των ορίων και σύμφωνα με τις προϋποθέσεις που ορίζει ο κανονισμός περί της υπηρεσιακής τους καταστάσεως ή οι οποίες προκύπτουν από το καθεστώς που τους διέπει". Ο σχετικός τίτλος του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, ο τίτλος VΙΙ "Προσφυγές" (άρθρα 90 και 91) προβλέπει στο άρθρο 91, παράγραφος 1, ότι το Δικαστήριο είναι αρμόδιο "για κάθε διαφορά μεταξύ των Κοινοτήτων και ενός προσώπου που υπόκειται στον παρόντα κανονισμό, περί της νομιμότητας ενός μέτρου που θίγει το πρόσωπο αυτό κατά την έννοια του άρθρου 90, παράγραφος 2". Με τη νομολογία του άλλωστε το Δικαστήριο έχει κρίνει με ευρύτητα το άρθρο 179 της Συνθήκης (βλέπε, π.χ., υπόθεση 110/75, Mills κατά Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων, ΕCR 1976, σ. 955 υπόθεση 123/84, Klein κατά Επιτροπής, Συλλογή 1985, σ. 1907, υπόθεση 43/84, Maag κατά Επιτροπής, Συλλογή 1985, σ. 2581). Καίτοι ο Γ. Κοντογεώργης ασφαλώς δεν ήταν μόνιμος υπάλληλος των Κοινοτήτων κατά την έννοια του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως ούτε άλλου είδους υπάλληλος κατά την έννοια του καθεστώτος που εφαρμόζεται στο λοιπό προσωπικό, ενδείκνυται να θεωρηθεί, για τους σκοπούς της παρούσας υπόθεσης, ως "πρόσωπο που υπόκειται στον παρόντα κανονισμό" κατά την έννοια των άρθρων 90 και 91 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως. Θα ήθελα να υπενθυμίσω συναφώς ότι το άρθρο 11 του κανονισμού περί του χρηματοοικονομικού καθεστώτος αναφέρεται σε πρώην μέλη της Επιτροπής ως δικαιούχους, υπό ορισμένες περιστάσεις, παροχών του συστήματος κοινωνικής ασφαλίσεως που προβλέπεται στον κανονισμό υπηρεσιακής καταστάσεως. Επιπλέον, μολονότι τα πρώην μέλη της Επιτροπής δεν μνημονεύονται στον κανονισμό υπηρεσιακής καταστάσεως, μνημονεύονται ρητώς στις κανονιστικές διατάξεις για την κάλυψη έναντι των κινδύνων ασθενείας που θεσπίστηκαν βάσει του κανονισμού αυτού (βλέπε ανωτέρω παράγραφο 4). Η παρούσα υπόθεση αφορά, τουλάχιστον εμμέσως, την ερμηνεία του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως και των εν λόγω κανονιστικών διατάξεων σε μια τέτοια περίπτωση, είναι σαφές ότι ενδείκνυται η χρήση της προ της ασκήσεως της προσφυγής ειδικής διαδικασίας. Ειδικότερα, οσάκις αναφύεται διαφορά μεταξύ κοινοτικού οργάνου και πρώην μέλους του όσον αφορά τη δυνατότητα εφαρμογής οποιουδήποτε σχετικού κανονισμού, πρέπει να υποβάλλεται στο οικείο κοινοτικό όργανο ένσταση προτού το θέμα έλθει ενώπιον του Δικαστηρίου. Κατά τη γνώμη μου, ο Γ. Κοντογεώργης ορθώς ενήργησε ακολουθώντας τη διαδικασία του άρθρου 90 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως και η προσφυγή του πρέπει να θεωρηθεί παραδεκτή.
Επί της ουσίας
10. Κατά την έγγραφη διαδικασία, οι διάδικοι ασχολήθηκαν ουσιαστικά με το ζήτημα αν πρώην μέλος της Επιτροπής μπορεί να εξακολουθήσει να υπάγεται στο κοινοτικό σύστημα συμπληρωματικώς προς το ύψος των παροχών τις οποίες λαμβάνει από εθνικό σύστημα. Κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, όμως, ο πληρεξούσιος του προσφεύγοντος βεβαίωσε ότι ζητούσε τη συνέχιση της ασφάλισής του και ως προς την κάλυψη έναντι ορισμένων κινδύνων ασθενείας που ουδόλως καλύπτονται από το ελληνικό σύστημα στο οποίο υπάγεται ο Γ. Κοντογεώργης. Διευκρίνισε σχετικώς ότι ορισμένες πτυχές της υγειονομικής περίθαλψης, όπως η οδοντιατρική περίθαλψη, η προμήθεια ομματογυαλίων και η υγειονομική περίθαλψη στο εξωτερικό, δεν καλύπτονται από το ελληνικό σύστημα.
11. Δεδομένου ότι το ζήτημα της κάλυψης συγκεκριμένων κινδύνων, κατ' αντιδιαστολή προς την κάλυψη σε διαφορετικά ποσοστά, δεν εθίγη ευθέως κατά την έγγραφη διαδικασία, μπορεί να υπάρξει κάποια αμφιβολία για το αν μπορεί να θεωρηθεί ότι αποτελεί όντως αντικείμενο της προσφυγής. Ωστόσο, είμαι της άποψης ότι το ζήτημα αυτό δεν πρέπει να αποκλειστεί. Και τούτο διότι τα ζητήματα των διαφορετικών ποσοστών ασφαλιστικής κάλυψης και της διαφορετικής έκτασης των ασφαλιζομένων κινδύνων καταλήγουν ουσιαστικά σε ένα και το αυτό, το αν δηλαδή το άρθρο 11 του κανονισμού περί του χρηματοοικονομικού καθεστώτος επιτρέπει την υπαγωγή στο κοινοτικό σύστημα προς συμπλήρωση της κάλυψης που παρέχεται από το εθνικό σύστημα. Αν το άρθρο 11 επιτρέπει την κάλυψη προς συμπλήρωση των παροχών που καταβάλλονται για συγκεκριμένο κίνδυνο από εθνικό σύστημα, τότε, κατά μείζονα λόγο, πρέπει να επιτρέπει την κάλυψη και στην περίπτωση κατά την οποία ουδεμία εθνική παροχή καταβάλλεται για τον κίνδυνο αυτόν.
12. Ο Γ. Κοντογεώργης διατείνεται ότι το άρθρο 11 του κανονισμού περί του χρηματοοικονομικού καθεστώτος δεν αποκλείει τη συνέχιση της υπαγωγής στο κοινοτικό σύστημα, προς συμπλήρωση της διαφοράς μεταξύ των ποσών που είναι καταβλητέα βάσει του εθνικού και του κοινοτικού συστήματος. Επικαλείται τις συναφείς διατάξεις του άρθρου 72 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως και ισχυρίζεται ότι, ενώ οι διατάξεις αυτές, κατά γενικό κανόνα, αποκλείουν τη διπλή κάλυψη για τους πρώην υπαλλήλους, το άρθρο 72, παράγραφος 4, επιτρέπει στους πρώην υπαλλήλους που καλύπτονται από εθνικό σύστημα να εξακολουθήσουν να υπάγονται στο κοινοτικό, προς συμπλήρωση της διαφοράς του ύψους των παροχών που είναι καταβλητέες βάσει των δύο αυτών συστημάτων. Κατά την άποψη του προσφεύγοντος, το άρθρο 11 του κανονισμού περί του χρηματοοικονομικού καθεστώτος, δυνάμει του οποίου εφαρμόζονται στα μέλη οι ίδιες διατάξεις με τις εφαρμοστέες επί υπαλλήλων, πρέπει να ερμηνευθεί κατά τρόπο που να επιτρέπει σε πρόσωπα που βρίσκονται στη θέση του προσφεύγοντος να τύχουν της ίδιας δυνατότητας.
13. Ο Γ. Κοντογεώργης υποστηρίζει επίσης ότι η άποψή του βρίσκει έρεισμα στον κοινό σκοπό των κοινοτικών διατάξεων που, κατά την άποψή του, είναι να αποτρέπεται μεν η σώρευση παροχών δύο συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως, αλλά και να παρέχεται ταυτόχρονα στον κοινοτικό υπάλληλο ή σε πρώην μέλος της Επιτροπής η εξασφάλιση ότι θα τύχει τουλάχιστον του ελαχίστου ύψους των παροχών που δικαιούται βάσει του κοινοτικού συστήματος. Με το υπόμνημα απαντήσεώς του, ο προσφεύγων επισημαίνει επίσης ότι επετράπη σε 'Ελληνα, πρώην μέλος του Ελεγκτικού Συνεδρίου, να διατηρήσει την υπαγωγή του στο κοινοτικό σύστημα, παρά το γεγονός ότι είναι, όπως και ο Γ. Κοντογεώργης, πρώην υπάλληλος του ελληνικού Δημοσίου και είναι ασφαλισμένος στο ελληνικό σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως. Ο Γ. Κοντογεώργης υποστηρίζει ότι η άρνηση υπαγωγής του στο κοινοτικό σύστημα συνιστά δυσμενή διάκριση.
14. Κατά την άποψη της Επιτροπής, η απλή ύπαρξη καλύψεως έναντι του κινδύνου ασθενείας από εθνικό ασφαλιστικό σύστημα, ασχέτως του ύψους ή των προϋποθέσεων των παροχών, αρκεί για να αποκλείσει την ταυτόχρονη κάλυψη από το κοινοτικό σύστημα. Η Επιτροπή διατείνεται ότι από τη διατύπωση του άρθρου 11 του κανονισμού περί του χρηματοοικονομικού καθεστώτος καθίσταται σαφές ότι το καθεστώς που ισχύει για τα πρώην μέλη της Επιτροπής έχει συμπληρωματικό χαρακτήρα, παρέχεται, δηλαδή, κάλυψη βάσει του κοινοτικού συστήματος μόνον όταν δεν παρέχεται κάλυψη από κανένα άλλο σύστημα. Κατά την άποψη της Επιτροπής, η ίδια αρχή της συμπληρωματικότητας διατρέχει τις διατάξεις του άρθρου 72 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως. Η Επιτροπή, με το υπόμνημα ανταπαντήσεώς της, προσθέτει ότι δεν θεωρεί ότι δεσμεύεται από διαφορετική και εσφαλμένη ερμηνεία του άρθρου 11 του κανονισμού περί του χρηματοοικονομικού καθεστώτος, την οποία έχει υιοθετήσει άλλο κοινοτικό όργανο.
15. Κατά την άποψή μου, το δεύτερο εδάφιο του άρθρου 11 του κανονισμού περί του χρηματοοικονομικού καθεστώτος, όταν ορίζει ότι πρώην μέλος της Επιτροπής ή του Δικαστηρίου δεν πρέπει να καλύπτεται από το κοινοτικό σύστημα "προς κάλυψη κινδύνων που ήδη καλύπτονται από άλλο σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως στο οποίο ενδεχομένως υπάγεται το πρώην μέλος της Επιτροπής ή του Δικαστηρίου", αποκλείει την ασφάλιση στο κοινοτικό σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως πρώην μέλους της Επιτροπής, το οποίο είναι ασφαλισμένο έναντι του κινδύνου ασθενείας βάσει εθνικού συστήματος, ακόμη κι αν η έκταση ή το ύψος της καλύψεως την οποία παρέχει το εν λόγω εθνικό σύστημα δεν ισοδυναμεί με την παρεχόμενη από το κοινοτικό σύστημα κάλυψη. Το δεύτερο εδάφιο του άρθρου 11 εισήχθη με τον προαναφερθέντα κανονισμό (ΕΚΑΧ, ΕΟΚ, Ευρατόμ) 2163/70 του Συμβουλίου, είχε δε ως αποτέλεσμα την επέκταση του κοινοτικού συστήματος στα πρώην μέλη της Επιτροπής, καθώς και στα εν ενεργεία μέλη της. Η δομή του άρθρου συνηγορεί υπέρ της απόψεως ότι τα εν ενεργεία μέλη απολαύουν των παροχών του κοινοτικού συστήματος ακόμη και όταν καλύπτονται από εθνικό σύστημα, με μόνο περιορισμό τις διατάξεις του άρθρου 72, που απαγορεύουν τη διπλή καταβολή παροχών για τον ίδιο κίνδυνο (βλέπε υπόθεση 339/85, Brunotti κατά Επιτροπής, απόφαση της 8ης Μαρτίου 1988, Συλλογή 1988, σ. 1379, και υπόθεση 58/88, Olbrechts και Olbrechts κατά Επιτροπής, απόφαση της 13ης Ιουλίου 1989, Συλλογή 1989, σ. 2643) ενώ τα πρώην μέλη μπορούν να υπάγονται στο κοινοτικό σύστημα μόνον αν δεν καλύπτονται από άλλο σύστημα. Το ίδιο προκύπτει και από τη διατύπωση του άρθρου 4, παράγραφος 8, των κανονιστικών διατάξεων.
16. Η παραπομπή στις αντίστοιχες διατάξεις του άρθρου 72 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως επιβεβαιώνει την ερμηνεία αυτή. 'Οπως επισημαίνει η Επιτροπή, το άρθρο 11 του κανονισμού περί του χρηματοοικονομικού καθεστώτος δεν περιέχει καμία μνεία περί ισοτιμίας, από άποψη εκτάσεως ή ύψους της καλύψεως, μεταξύ του κοινοτικού και του οικείου εθνικού συστήματος. Ούτε το άρθρο 72, παράγραφοι 1α και 2α, περιέχει καμία μνεία περί ισοτιμίας των συστημάτων, σε σχέση προς ορισμένες κατηγορίες πρώην υπαλλήλων. Ας σημειωθεί ότι το άρθρο 72, παράγραφος 1, περιέχει τέτοια μνεία, όταν προβλέπει την κάλυψη του (της) συζύγου εν ενεργεία υπαλλήλου, εφόσον ο (η) εν λόγω σύζυγος "δεν μπορεί να επωφεληθεί παροχών της αυτής φύσης και του αυτού επιπέδου, κατ' εφαρμογή οιωνδήποτε άλλων νομοθετικών ή κανονιστικών διατάξεων ..." (η υπογράμμιση δική μου). Κατά την άποψή μου, αν ο κοινοτικός νομοθέτης ήθελε να εξετάζεται κατά περίπτωση η ύπαρξη ισοτιμίας των συστημάτων και προκειμένου περί πρώην μελών της Επιτροπής, θα χρησιμοποιούσε παρόμοια διατύπωση στο άρθρο 11 του κανονισμού περί του χρηματοοικονομικού καθεστώτος.
17. Δεδομένου ότι το άρθρο 11, δεύτερο εδάφιο, ορίζει ότι τα πρώην μέλη της Επιτροπής δεν μπορούν να εξακολουθήσουν να υπάγονται στο κοινοτικό σύστημα "προς κάλυψη κινδύνων που ήδη καλύπτονται" άλλοθεν (η υπογράμμιση δική μου), θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι πρέπει να παρέχεται κάλυψη από το κοινοτικό σύστημα έναντι συγκεκριμένων κινδύνων που ουδόλως καλύπτονται από το οικείο εθνικό σύστημα, έτσι ώστε να λαμβάνεται, π.χ., μέριμνα για την οδοντιατρική περίθαλψη, την προμήθεια ομματογυαλίων και την υγειονομική περίθαλψη στο εξωτερικό, όπως προαναφέρθηκε. Είναι αλήθεια ότι υπάρχει διαφορά μεταξύ της διατυπώσεως του άρθρου 11, δεύτερο εδάφιο, που επιτρέπει σε πρώην μέλη της Επιτροπής να υπάγονται στο κοινοτικό σύστημα προς κάλυψη κινδύνων μη καλυπτομένων άλλοθεν, και της διατύπωσης του άρθρου 72, παράγραφοι 1α και 2α του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, που επιτρέπει σε ορισμένους πρώην υπαλλήλους να εξακολουθήσουν να υπάγονται στο κοινοτικό σύστημα αν δεν μπορούν να "καλυφθούν" από άλλο σύστημα. Ωστόσο, η αναφορά του άρθρου 11, δεύτερο εδάφιο, στους "κινδύνους" πρέπει να ερμηνευθεί από την αλληλουχία της ως παραπέμπουσα στις γενικές κατηγορίες κινδύνων που εκτίθενται στο πρώτο εδάφιο, εν προκειμένω στον γενικό κίνδυνο ασθενείας, και δεν μπορεί να εκληφθεί ως εννοούσα συγκεκριμένους κινδύνους ασθενείας, όπως τη σήψη των οδόντων ή προβλήματα οράσεως. Το γαλλικό κείμενο του πρώτου εδαφίου είναι από την άποψη αυτή σαφέστερο από το αγγλικό, εφόσον αναφέρεται στην "couverture des risques de maladie, de maladie professionnelle et d' accidents ...", που υποδηλοί τους γενικούς κινδύνους ασθενείας κλπ.. Κατά συνέπεια, ασφάλιση στο κοινοτικό σύστημα παρέχεται μόνο στα πρώην μέλη της Επιτροπής που δεν μπορούν να καλυφθούν από κανένα άλλο σύστημα έναντι του κινδύνου ασθενείας εν γένει.
18. Ούτε η αναφορά στο άρθρο 72, παράγραφος 4, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως βοηθάει τον προσφεύγοντα. Η διάταξη αυτή, που επιβάλλει, κατά τον υπολογισμό των παροχών που είναι καταβλητέες βάσει του κοινοτικού συστήματος, να λαμβάνονται υπόψη οι παροχές που προέρχονται από άλλο ασφαλιστικό σύστημα, φαίνεται όντως να επιτρέπει σε κάποιον που συγκεντρώνει τις προϋποθέσεις να απαιτήσει από το κοινοτικό σύστημα το υπερβάλλον μεταξύ του ποσού των παροχών που μπορούν να ληφθούν από το άλλο σύστημα και εκείνων που μπορούν να ληφθούν από το κοινοτικό. Είναι όμως σαφές από την πρώτη λέξη - "ο δικαιούχος" - ότι το άρθρο 72, παράγραφος 4, αφορά μόνο πρόσωπα που δικαιούνται παροχών βάσει του κοινοτικού συστήματος υγειονομικής ασφαλίσεως. Είναι ακόμη σαφές από το αντικείμενό του - που είναι ο συμψηφισμός μεταξύ δύο παροχών διαφορετικού ύψους - ότι το άρθρο 72, παράγραφος 4, αφορά μόνον εκείνους τους δικαιούχους στους οποίους, κατά τους κανόνες του κοινοτικού συστήματος, επιτρέπεται να τύχουν διττής καλύψεως. 'Ετσι, αντιθέτως προς ό,τι ισχυρίζεται ο προσφεύγων, οι κατηγορίες των πρώην υπαλλήλων που αναφέρονται στο άρθρο 72, παράγραφοι 1α και 2α, δεν μπορούν να επικαλεστούν το άρθρο 72, παράγραφος 4. 'Οσον αφορά τον ίδιο τον προσφεύγοντα, δεν δικαιούται, όπως προανέφερα, ασφαλίσεως στο κοινοτικό σύστημα, αλλά θα είχε τέτοιο δικαίωμα μόνον αν δεν καλυπτόταν ήδη από άλλο σύστημα. Ελλείπουν έτσι τα δύο προαπαιτούμενα της εφαρμογής του άρθρου 72, παράγραφος 4 - ύπαρξη δικαιώματος και κάλυψη από δύο συστήματα.
19. Εφόσον ο Γ. Κοντογεώργης προτείνει να γίνει σύγκριση μεταξύ της θέσεως ενός πρώην μέλους της Επιτροπής και ενός πρώην υπαλλήλου της Επιτροπής, τότε πρέπει να παρατηρηθεί ότι υπάρχουν τρεις κατηγορίες πρώην υπαλλήλων που θα μπορούσαν να εξεταστούν. Πρώτον, μόνον εκείνοι που έχουν παραμείνει στην υπηρεσία των Κοινοτήτων μέχρι της ηλικίας των εξήντα ετών ή που λαμβάνουν σύνταξη αναπηρίας δικαιούνται να εξακολουθούν να έχουν κάλυψη, ασχέτως του αν δικαιούνται βάσει άλλων συστημάτων. Πρώην υπάλληλοι οι οποίοι έχουν αποχωρήσει από την υπηρεσία των Κοινοτήτων προτού φθάσουν στην ηλικία των εξήντα ετών δικαιούνται να υπαχθούν μόνο αν δεν μπορούν να επιτύχουν κάλυψη βάσει οποιουδήποτε άλλου δημόσιου συστήματος ασφαλίσεως ασθενείας και υπό τον περαιτέρω όρο ότι δικαιούνται συντάξεως, προϋπόθεση η οποία, σύμφωνα με το άρθρο 77 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, πληρούται κανονικά μόνον από υπαλλήλους που έχουν συμπληρώσει τουλάχιστον δεκαετή υπηρεσία. Οι υπόλοιποι πρώην υπάλληλοι ουδόλως απολαύουν του κοινοτικού συστήματος. Εν πάση περιπτώσει, κατά τη γνώμη μου, η λύση στο ζήτημα που έχει ανακύψει στην παρούσα υπόθεση δεν πρέπει να ανευρεθεί με σύγκριση μεταξύ της καταστάσεως πρώην μελών των κοινοτικών οργάνων και πρώην υπαλλήλων αυτών: κατά την άποψή μου, η απάντηση βλέπω να απορρέει από τις διατάξεις του δευτέρου εδαφίου του άρθρου 11 του κανονισμού περί του χρηματοοικονομικού καθεστώτος.
20. 'Εχω επίγνωση του ότι αυτή η απάντηση ενδέχεται σε κατ' ιδίαν περιπτώσεις να αποβεί ανεπιεικής, ιδίως όταν το οικείο εθνικό σύστημα είναι αισθητά φειδωλότερο ως προς την έκταση των καλυπτομένων κινδύνων και το ύψος των παροχών από το κοινοτικό. Παρ' όλ' αυτά, η βούληση του κοινοτικού νομοθέτη σχετικά με τη μεταχείριση των πρώην μελών της Επιτροπής φαίνεται σαφής, οποιαδήποτε δε μεταβολή των οικείων διατάξεων είναι, και πάλι, θέμα του κοινοτικού νομοθέτη.
21. Η προσφυγή, επομένως, πρέπει να απορριφθεί, επειδή δε πρέπει, κατά την άποψή μου, να θεωρηθεί, από κάθε άποψη, ως προσφυγή ασκούμενη από υπάλληλο των Κοινοτήτων κατά την έννοια του άρθρου 95, παράγραφος 3, του κανονισμού διαδικασίας, πρέπει κάθε διάδικος να φέρει τα δικαστικά του έξοδα, σύμφωνα με το άρθρο 70 του κανονισμού αυτού.
22. Συνεπώς, το Δικαστήριο πρέπει να απορρίψει την προσφυγή και να επιβάλει σε κάθε διάδικο να φέρει τα δικά του δικαστικά έξοδα.
(*) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η αγγλική.
Top