Σημαντική ανακοίνωση νομικού περιεχομένου
Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Tesauro της 12ης Οκτωβρίου 1989. - MAURICE PRELLE ΚΑΤΑ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΙΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ. - ΥΠΑΛΛΗΛΟΙ - ΕΝΝΟΙΑ ΤΩΝ ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΩΝ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ - ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΕΞΟΔΩΝ. - ΥΠΟΘΕΣΗ 169/88.
Συλλογή της Νομολογίας του Δικαστηρίου 1989 σελίδα 04335
Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
++++
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
1. Με την παρούσα προσφυγή ο Prelle ζητεί την ακύρωση της σιωπηρής απορριπτικής αποφάσεως επί της ενστάσεως που είχε υποβάλει τον Νοέμβριο 1987 κατά της αρνήσεως του Γραφείου Εκκαθαρίσεως Λογαριασμών του συστήματος υγειονομικής ασφαλίσεως σχετικά με την επιστροφή των εξόδων για ένα οργανοθεραπευτικό παρασκεύασμα.
2. Τα πραγματικά περιστατικά. Στις 14 Ιουλίου 1987 ο Prelle, πρώην υπάλληλος της Επιτροπής, υπέβαλε στο Γραφείο Εκκαθαρίσεως Λογαριασμών των Βρυξελλών αίτηση, ζητώντας την επιστροφή των εξόδων για ένα οργανοθεραπευτικό προϊόν, χορηγούμενο με ένεση, του οποίου η σύνθεση αποτελείται από εκχυλίσματα οργάνων και νοβοκαΐνη, κατάλληλο για τη θεραπεία των ρευματισμών των αρθρώσεων και το οποίο παρασκευάσθηκε από ένα εργαστήριο ομοιοπαθητικής φαρμακευτικής, σύμφωνα με ιατρική συνταγή του ιατρού Jourdan.
Με απόφαση της 2ας Σεπτεμβρίου 1987, το Γραφείο Εκκαθαρίσεως Λογαριασμών αρνήθηκε την κάλυψη της δαπάνης του προϊόντος αυτού.
'Οταν ζήτησε διευκρινίσεις για τους λόγους της αρνήσεως, ο προσφεύγων έλαβε, κατά τον μήνα Οκτώβριο, αντίγραφο της γνωματεύσεως του ιατρού-συμβούλου του Γραφείου Εκκαθαρίσεως Λογαριασμών, στην οποία αναφερόταν: "αλοιφή για την οποία δεν επιστρέφονται τα έξοδα (οργανοθεραπεία)".
Με απόφαση της 13ης Ιουνίου 1988 η Επιτροπή απέρριψε την ένσταση που είχε υποβάλει ο προσφεύγων στις 4 Νοεμβρίου 1987, δυνάμει του άρθρου 90, παράγραφος 2, ισχυριζόμενη ότι το οργανοθεραπευτικό παρασκεύασμα δεν έπρεπε να θεωρηθεί φαρμακευτικό προϊόν και, επομένως, δεν μπορούσε να αποτελέσει αντικείμενο επιστροφής εξόδων βάσει του παραρτήματος Ι, ψηφίο V, της ρυθμίσεως για την κάλυψη έναντι των κινδύνων ασθενείας των υπαλλήλων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων.
Η απόφαση αυτή κοινοποιήθηκε στον προσφεύγοντα στις 24 Ιουνίου.
Εντούτοις, στις 17 Ιουνίου, δηλαδή προτού λάβει την προαναφερθείσα καθυστερημένη απάντηση, ο Prelle είχε ασκήσει την παρούσα προσφυγή με την οποία ζητεί από το Δικαστήριο να ακυρώσει τη σιωπηρή απόρριψη της ενστάσεώς του από την αρμόδια για τους διορισμούς αρχή και να υποχρεώσει την Επιτροπή να του καταβάλει:
1) το 85% του αντιτίμου σε βελγικά φράγκα (ΒFR) του ποσού των 400 γαλλικών φράγκων (FF) (κόστος του εν λόγω προϊόντος)
2) τους νόμιμους τόκους επί του ποσού αυτού από 11ης Νοεμβρίου 1987, δηλαδή από της επομένης της ημερομηνίας που φέρει το αποδεικτικό παραλαβής της ενστάσεως
3) το ποσό των 8 000 ΒFR λόγω αποζημιώσεως καθώς και να την καταδικάσει στο σύνολο των δικαστικών εξόδων.
3. Ο Prelle προβάλλει δύο λόγους ακυρώσεως για να στηρίξει την προσφυγή του: παράβαση του ψηφίου V του παραρτήματος Ι της κοινοτικής ρυθμίσεως για την κάλυψη έναντι των κινδύνων ασθενείας των υπαλλήλων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και έλλειψη αιτιολογίας κατά το άρθρο 25 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων και του λοιπού προσωπικού.
4. Θα εξετάσω καταρχάς τον λόγο ακυρώσεως που στηρίζεται στην έλλειψη αιτιολογίας.
Πρέπει σχετικά να παρατηρηθεί ότι κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου για να κριθεί αν τηρούνται οι επιταγές του άρθρου 25 πρέπει να ληφθεί υπόψη όχι μόνον η επίδικη απόφαση, αλλ' επίσης και οι συμπαρομαρτούσες περιστάσεις υπό τις οποίες ελήφθη. Επειδή η υποχρέωση αιτιολογίας έχει ως σκοπό συγχρόνως να επιτρέψει στον ενδιαφερόμενο να εκτιμήσει αν η απόφαση είναι πλημμελής, ώστε να μπορεί να αμφισβητήσει τη νομιμότητά της, και να καταστήσει εφικτό τον δικαστικό έλεγχο, η έκταση της υποχρεώσεως αυτής πρέπει σε κάθε περίπτωση να κρίνεται βάσει των συγκεκριμένων περιστατικών (1).
Το Δικαστήριο είχε εξάλλου την ευκαιρία να διευκρινίσει ότι η υποχρέωση αιτιολογίας, κατά την έννοια του άρθρου 25, παράγραφος 2, του κανονισμού, εκπληρούται, εφόσον οι περιστάσεις υπό τις οποίες η προσβαλλομένη πράξη εκδόθηκε και κοινοποιήθηκε στους ενδιαφερομένους, καθώς και τα υπηρεσιακά σημειώματα και οι άλλες ανακοινώσεις που τη συνοδεύουν, επιτρέπουν τη γνώση των ουσιωδών στοιχείων, τα οποία οδήγησαν τη διοίκηση στην απόφασή της (2).
Στην προκειμένη όμως περίπτωση από τον συνδυασμό του σημειώματος που απηύθυνε στον προσφεύγοντα το Γραφείο Εκκαθαρίσεως Λογαριασμών στις 2 Σεπτεμβρίου, στο οποίο γινόταν λόγος για "παροχές το κόστος των οποίων δεν επιστρέφεται", και της μεταγενέστερης ανακοινώσεως της 26ης Οκτωβρίου, στην οποία γίνεται λόγος για "αλοιφή για την οποία δεν επιστρέφονται τα έξοδα (οργανοθεραπεία)", προκύπτει με αρκετή σαφήνεια - πέρα από τη σύγχυση του ιατρού-συμβούλου του Γραφείου Εκκαθαρίσεως Λογαριασμών που αναφέρεται σε αλοιφή, ενώ πρόκειται για προϊόν που χορηγείται με ένεση - ότι η απόρριψη του αιτήματος του προσφεύγοντος οφείλεται στον μη φαρμακευτικό χαρακτήρα του εν λόγω προϊόντος κατά την έννοια των σχετικών διατάξεων της ρυθμίσεως περί του κοινού συστήματος υγειονομικής ασφαλίσεως.
Εξάλλου, φαίνεται ότι ο προσφεύγων γνώριζε πλήρως την αιτιολογία αυτή, διότι στην ένστασή του της 4ης Νοεμβρίου 1987, και στη συνέχεια στο εισαγωγικό της δίκης έγγραφο της 17ης Ιουνίου 1988, αμφισβητεί ακριβώς την εσφαλμένη, κατά τη γνώμη του, ερμηνεία που έδωσε η Επιτροπή στο ψηφίο V του παραρτήματος Ι της εν λόγω ρυθμίσεως.
Θεωρώ επομένως ότι, παρά τον λακωνικό χαρακτήρα της, η αιτιολογία της απορριπτικής αποφάσεως σχετικά με την κάλυψη της δαπάνης κατέστησε εν πάση περιπτώσει δυνατό στον ενδιαφερόμενο να γνωρίσει τον συλλογισμό της διοικήσεως, ακόμη κι αν δεν ληφθούν υπόψη οι διευκρινίσεις που περιέχονται στην - καθυστερημένη - απάντηση της διοικήσεως που κοινοποιήθηκε στον προσφεύγοντα μόλις στις 24 Ιουνίου 1988.
Με άλλα λόγια, ο συλλογισμός της διοικήσεως μπορεί να μην άρεσε στον Prelle, ήταν όμως αρκετά σαφής για να τον καταλάβει.
Πρέπει επομένως να απορριφθεί αυτός ο λόγος ακυρώσεως.
5. Λεπτότερη φαίνεται αντίθετα η εκτίμηση του άλλου λόγου ακυρώσεως της προσφυγής, που στηρίζεται στην εσφαλμένη εφαρμογή του ψηφίου V του παραρτήματος Ι της κοινοτικής ρυθμίσεως για την κάλυψη έναντι των κινδύνων ασθενείας, διατάξεως που αποτελεί το έρεισμα της αρνήσεως της διοικήσεως.
Κατά το πρώτο εδάφιο της προαναφερθείσας διατάξεως, το κόστος των φαρμακευτικών προϊόντων που χορηγεί με συνταγή ο ιατρός επιστρέφεται κατά 85%.
Το επόμενο όμως εδάφιο διευκρινίζει ότι τα μεταλλικά νερά, τα τονωτικά κρασιά και ποτά, οι παιδικές τροφές, τα προϊόντα περιποίησης των μαλλιών, τα καλλυντικά, τα διαιτητικά φαγητά, τα είδη ατομικής υγιεινής, τα κλύσματα, τα θερμόμετρα, τα αφεψήματα, τα βοτανοθεραπευτικά προϊόντα και τα παρόμοια όργανα και προϊόντα δεν θεωρούνται φαρμακευτικά προϊόντα.
Η Επιτροπή, όμως, υποστηρίζει ότι το εν λόγω προϊόν δεν είναι φαρμακευτικό προϊόν - τα έξοδα του οποίου επιστρέφονται βάσει της προαναφερθείσας διατάξεως - διότι δεν παρουσιάζει θεραπευτικές ή προληπτικές ιδιότητες ή, τουλάχιστον, σε επαρκή βαθμό από θεραπευτικής απόψεως ενδιαφέρον, διαπιστούμενο σύμφωνα με τους σύγχρονους επιστημονικούς κανόνες.
Πρέπει επομένως καταρχάς να εξακριβωθεί αν τα οργανοθεραπευτικά παρασκευάσματα εμπίπτουν στη γενική έννοια του φαρμακευτικού προϊόντος την οποία αφορά το πρώτο εδάφιο της επίμαχης διατάξεως και άρα, σε περίπτωση θετικής απαντήσεως στο πρώτο ερώτημα, αν μπορούν να εξομοιωθούν με τα προϊόντα που αναφέρονται στο δεύτερο εδάφιο και να αποκλεισθεί επομένως η απόδοση των εξόδων για τα παρασκευάσματα αυτά.
6. 'Οσον αφορά το πρώτο σημείο, νομίζω ότι ορισμένοι ορισμοί που περιέχονται στην οδηγία 65/65/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 26ης Ιανουαρίου 1965, περί της προσεγγίσεως των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων σχετικά με τα φαρμακευτικά ιδιοσκευάσματα (3), μπορούν να φανούν χρήσιμοι για την καλύτερη οριοθέτηση της εννοίας του φαρμακευτικού προϊόντος.
Πρέπει αμέσως να διευκρινιστεί ότι η επίλυση της παρούσας διαφοράς δεν διευκολύνεται καθόλου από τον ορισμό του φαρμακευτικού ιδιοσκευάσματος που περιέχεται στο άρθρο 1, σύμφωνα με τον οποίο ως φαρμακευτικό ιδιοσκεύασμα νοείται κάθε φάρμακο παρασκευαζόμενο εκ των προτέρων, που τίθεται στην κυκλοφορία υπό ειδική ονομασία και σε ειδική συσκευασία.
Είναι πράγματι προφανές ότι πρόκειται για ιδιαιτέρως στενό ορισμό, που αποσκοπεί ειδικά να περιορίσει το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας στα προϊόντα βιομηχανικού χαρακτήρα με σκοπό την ανάπτυξη της φαρμακευτικής βιομηχανίας και την προαγωγή των συναλλαγών με τα προϊόντα αυτά.
Το ότι ο ορισμός αυτός δεν είναι κατάλληλος για να εφαρμοσθεί κατ' επέκταση στο πλαίσιο συστήματος καλύψεως έναντι των κινδύνων ασθενείας επιβεβαιώνεται εξάλλου από την υφιστάμενη πρακτική των κρατών μελών και των ευρωπαϊκών οργάνων να μην αποκλείουν καταρχήν την επιστροφή του κόστους παρασκευασμάτων που παρασκευάζονται από τον ίδιο τον φαρμακοποιό βάσει συνταγής, έστω κι αν αυτά δεν καλύπτονται από τον προαναφερθέντα ορισμό.
Μεγαλύτερη σημασία και χρησιμότητα για τον ορισμό του φαρμακευτικού προϊόντος κατά την έννοια του κοινού συστήματος υγειονομικής ασφαλίσεως έχουν οι ορισμοί του "φαρμάκου" και της "ουσίας".
Αποτελεί "φάρμακο" κατά την έννοια της οδηγίας 65/65/ΕΟΚ κάθε ουσία ή σύνθεση ουσιών που χαρακτηρίζεται ως έχουσα θεραπευτικές ή προληπτικές ιδιότητες έναντι ασθενειών ανθρώπων (ή ζώων) (βλέπε άρθρο 1, σημείο 2, πρώτο εδάφιο).
Στη συνέχεια η οδηγία διευκρινίζει ότι νοείται ως "ουσία" κάθε ουσία, ανεξαρτήτως προελεύσεως, που μπορεί να είναι ... ζωική, όπως ... τμήματα οργάνων (βλέπε άρθρο 1, σημείο 3).
Αν και η ορολογία δεν παρουσιάζει πάντοτε συνέπεια, νομίζω ότι ο όρος "φάρμακο", όπως ορίζεται στην οδηγία, πρέπει να θεωρηθεί συνώνυμος του "φαρμακευτικού προϊόντος" κατά την έννοια του κοινού συστήματος υγειονομικής ασφαλίσεως. Πρόκειται πράγματι για έναν ορισμό που, παρά τον γενικό του χαρακτήρα, παρέχει αρκετά σαφείς και συγκεκριμένες κατευθυντήριες γραμμές.
Με βάση αυτό και ενόψει του ότι τα οργανοθεραπευτικά παρασκευάσματα - ανεξάρτητα από την ύπαρξη επιστημονικώς ασφαλών αποδείξεων για την αποτελεσματικότητά τους - παρουσιάζονται, εν πάση περιπτώσει, ως έχοντα θεραπευτικές ιδιότητες για τις ασθένειες του ανθρώπου, πρέπει να συναχθεί το συμπέρασμα ότι τα παρασκευάσματα αυτά εμπίπτουν κάλλιστα στην έννοια του φαρμακευτικού προϊόντος, όπως άλλωστε και τα ομοιοπαθητικά προϊόντα, το κόστος των οποίων, πράγματι, κατά κανόνα επιστρέφεται υπό την προϋπόθεση βέβαια ότι χορηγούνται βάσει ιατρικής συνταγής και αγοράζονται σε φαρμακείο.
Αν γινόταν, αντίθετα, δεκτός διαφορετικός ορισμός, που θα εξαρτούσε από την αναμφισβήτητη αποτελεσματικότητά του την υπαγωγή του παρασκευάσματος σ' αυτή την ίδια την έννοια του φαρμακευτικού προϊόντος, θα υπήρχε σοβαρός κίνδυνος να βρίσκονται οι ασφαλισμένοι σε μόνιμη αβεβαιότητα ως προς την επιστροφή των εξόδων, ακόμη και σε περίπτωση ιατρικής συνταγής που αφορά προϊόν που αγοράζεται σε φαρμακείο.
7. Κατόπιν αυτών πρέπει πάντως να εξακριβωθεί αν ένα οργανοθεραπευτικό παρασκεύασμα μπορεί να αποκλεισθεί της επιστροφής εξόδων βάσει του δευτέρου εδαφίου της προαναφερθείσας διατάξεως, που αναφέρει ορισμένα προϊόντα που "δεν θεωρούνται φαρμακευτικά προϊόντα".
Είναι, νομίζω, αναμφίβολο ότι η εν λόγω απαρίθμηση δεν είναι, από τη φύση της, αποκλειστική, διότι η διάταξη αφορά ορισμένα προϊόντα που αναγράφονται ειδικά "και τα παρόμοια όργανα και προϊόντα".
Δεν θεωρώ εντούτοις λογικό να γίνει δεκτό ότι τα οργανοθεραπευτικά παρασκευάσματα πρέπει να θεωρηθούν παρόμοια προς τα άλλα προϊόντα που αναφέρονται, όπως τα μεταλλικά νερά, τα καλλυντικά, τα διαιτητικά φαγητά και λοιπά. Στην πραγματικότητα, αυτού του είδους τα προϊόντα αισθητικού χαρακτήρα ή που παρέχουν ευεξία, χωρίς να αποσκοπούν στη θεραπεία ειδικής ασθένειας, θεωρήθηκαν προφανώς από τους συντάκτες της ρυθμίσεως ως μη απολύτως αναγκαία και, κατά κάποιον τρόπο, ως προϊόντα "πολυτελείας", μη επιδεκτικά, ως τέτοιου είδους προϊόντα, επιστροφής εξόδων στο πλαίσιο του κοινού συστήματος υγειονομικής ασφαλίσεως.
Σε τελευταία ανάλυση, ο λόγος που αποκλείεται η επιστροφή για τα προϊόντα αυτά δεν είναι η έλλειψη αποδεδειγμένης αποτελεσματικότητας, αλλά η ιδιαίτερη φύση του ίδιου του προϊόντος.
Επομένως, το δεύτερο εδάφιο της εν λόγω διατάξεως δεν μπορεί, απλώς μέσω της ερμηνευτικής οδού, να συμπληρωθεί με τα οργανοθεραπευτικά παρασκευάσματα τα οποία, μολονότι αμφισβητείται η αποτελεσματικότητά τους, δεν έχουν κανένα χαρακτηριστικό ικανό να τα εξομοιώσει με τα προϊόντα που απαριθμούνται στο εδάφιο αυτό.
Θεωρώ επομένως ότι, ενόψει του, όπως ήδη ισχύει, ψηφίου V του παραρτήματος Ι της ρυθμίσεως για την κάλυψη έναντι των κινδύνων ασθενείας, τα οργανοθεραπευτικά παρασκευάσματα, εφόσον χορηγούνται βάσει ιατρικής συνταγής και αγοράζονται σε φαρμακείο, πρέπει να αποτελούν αντικείμενο επιστροφής των εξόδων, διότι επιβάλλεται να θεωρούνται ως φαρμακευτικά προϊόντα, και δεν εμπίπτουν στην κατηγορία των παρόμοιων προϊόντων που αναφέρονται στο δεύτερο εδάφιο της προαναφερθείσας διατάξεως.
8. Ας παρατηρηθεί εν παρόδω ότι θεωρώ άσχετη επίσης την αναφορά από τη διοίκηση του ψηφίου ΧV, παράγραφος 2, του παραρτήματος Ι, κατά το οποίο τα έξοδα των θεραπειών που το Γραφείο Εκκαθαρίσεως Λογαριασμών, μετά από γνωμάτευση του ιατρού-συμβούλου, θεωρεί μη λειτουργικές, υπερβολικές ή μη απαραίτητες δεν επιστρέφονται.
Πρόκειται, πράγματι, για μία διάταξη που η διοίκηση επικαλέστηκε οψίμως δεν αποτελεί το έρεισμα της προσβαλλομένης αποφάσεως και αφορά διαφορετική περίπτωση από αυτή που αποτελεί το αντικείμενο της παρούσας υποθέσεως.
9. Προτού όμως καταλήξω σε συμπέρασμα ως προς το σημείο αυτό, επιθυμώ - για να αποφευχθεί κάθε παρανόηση - να διευκρινίσω λίγο περισσότερο την άποψή μου και συγχρόνως να απαντήσω σε ορισμένες άλλες παρατηρήσεις που διατύπωσε η διοίκηση.
Η Επιτροπή ισχυρίστηκε ότι τα έξοδα για το εν λόγω παρασκεύασμα δεν επιστρέφονται λόγω ελλείψεως επιστημονικώς ισχυρών αποδείξεων σχετικά με την αποτελεσματικότητά του και, εξάλλου, ότι αυτός ο τύπος προϊόντων δεν αποτελεί αντικείμενο επιστροφής εξόδων στα κράτη μέλη.
Πρόκειται αναμφίβολα για παρατηρήσεις που είναι ορθές αυτές καθεαυτές, αλλά οι οποίες μου φαίνεται ότι δεν έχουν σημασία για τη λύση που πρέπει να δοθεί στο πλαίσιο της παρούσας υποθέσεως.
Αναφέρθηκε ήδη, ότι, όπως έχει σήμερα η διάταξη, η Επιτροπή δεν μπορεί να αρνηθεί την επιστροφή των εξόδων για αυτά τα ίδια τα οργανοθεραπευτικά παρασκευάσματα.
Πάντως τίποτα δεν εμποδίζει τους συντάκτες της ρυθμίσεως να τροποποιήσουν την εν λόγω διάταξη, υπό το πρίσμα εκτιμήσεων σαν αυτές που μόλις αναφέρθηκαν, και να συμπεριλάβουν τα οργανοθεραπευτικά παρασκευάσματα στον αριθμό των προϊόντων που δεν θεωρούνται φαρμακευτικά προϊόντα.
Θα μπορούσε έτσι να τηρηθεί, αφενός, η αναφερθείσα επιταγή να μην επιστρέφονται τα έξοδα παρά μόνο για τα προϊόντα η αποτελεσματικότητα των οποίων έχει αναγνωριστεί επιστημονικώς και, αφετέρου, η εξίσου θεμελιώδης επιταγή εξασφαλίσεως της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης των ασφαλισμένων οι οποίοι, χωρίς να είναι κατ' ανάγκη ειδικοί στη φαρμακολογία και έχοντας μια ιατρική συνταγή για προϊόν που αγοράζεται σε φαρμακεία, περιμένουν δικαιολογημένα την επιστροφή του καταβληθέντος ποσού.
10. Δεν θα εξετάσω παρά πολύ σύντομα το αίτημα αποζημιώσεως που προβάλλει ο Prelle, ο οποίος ισχυρίζεται ότι, υποχρεώνοντάς τον να ασκήσει προσφυγή για ευτελές ποσό και λόγω καθαρά αυθαίρετης αποφάσεως η διοίκηση του προκάλεσε ηθική βλάβη και χρηματική ζημία την οποία εκτιμά σε 8 000 ΒFR.
Πράγματι, το αίτημα αυτό φαίνεται ότι στερείται κάθε ερείσματος.
'Οπως αναφέρθηκε, η απόφαση της διοικήσεως μπορεί να επικριθεί, διότι στηρίζεται σε εσφαλμένη ερμηνεία διατάξεως εντούτοις δεν νομίζω ότι πρόκειται για κακόβουλη απόφαση και, εξάλλου, δεν καταλαβαίνω σε τι συνίσταται η ζημία που υπέστη ο προσφεύγων.
11. Καταλήγοντας, προτείνω επομένως στο Δικαστήριο να ακυρώσει την προσβαλλόμενη απόφαση, να υποχρεώσει την Επιτροπή να καταβάλει το 85 % του αντιτίμου του ποσού των 400 FF σε βελγικά φράγκα, προσαυξημένο με τους νόμιμους τόκους από της 11ης Νοεμβρίου 1987, δηλαδή από της επομένης της ημερομηνίας που φέρει το αποδεικτικό παραλαβής της ενστάσεως (όπως ζητεί ο προσφεύγων) να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα, κατά τα λοιπά δε να απορρίψει την προσφυγή.
(*) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η ιταλική.
(1) Βλέπε απόφαση της 21ης Ιουνίου 1984, Lux, σκέψη 36 (69/83, Συλλογή 1984, σ. 2447).
(2) Βλέπε απόφαση της 17ης Δεκεμβρίου 1981, Demont, σκέψη 12 (791/79, Συλλογή 1981, σ. 3105).
(3) ΕΕ ειδ. έκδ. 13/001, σ. 25.
Top