Σημαντική ανακοίνωση νομικού περιεχομένου
Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Jacobs της 22ας Ιουνίου 1989. - CARMEN ATALA-PALMERINI ΚΑΤΑ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΙΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ. - ΥΠΑΛΛΗΛΟΙ - ΕΠΙΔΟΜΑ ΕΚΠΑΤΡΙΣΜΟΥ. - ΥΠΟΘΕΣΗ 201/88.
Συλλογή της Νομολογίας του Δικαστηρίου 1989 σελίδα 03109
Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
++++
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
1. Η παρούσα υπόθεση αφορά αίτηση για επίδομα αποδημίας που υπέβαλε η Atala-Palmerini, υπάλληλος της Επιτροπής.
2. Η Atala-Palmerini, που γεννήθηκε στο Περού το 1949 και απέκτησε με τη γέννησή της την περουβιανή ιθαγένεια, ήλθε στο Βέλγιο για να παρακολουθήσει πανεπιστημιακές σπουδές από τον Σεπτέμβριο 1970 έως τον Ιούνιο 1973 και έλαβε το σχετικό πτυχίο. Επέστρεψε στο Περού στις 7 Ιουλίου 1973, όπου και διέμεινε έως τις 25 Αυγούστου 1973. Στη συνέχεια επέστρεψε στο Βέλγιο, όπου πραγματοποίησε πρακτική άσκηση στην Επιτροπή από την 1η Σεπτεμβρίου 1973 έως τις 31 Ιανουαρίου 1974. Από τον Σεπτέμβριο 1973 έως τον Οκτώβριο 1974 παρακολούθησε επίσης μεταπτυχιακές σπουδές στο Πανεπιστήμιο της Αμβέρσας. Στις 7 Δεκεμβρίου 1974 παντρεύτηκε έναν υπάλληλο της Επιτροπής, ιταλικής ιθαγένειας, και έτσι απέκτησε και η ίδια την ιταλική ιθαγένεια. Τον Νοέμβριο 1974 έγινε δεκτή στο Πανεπιστήμιο του Παρισιού για τη συγγραφή διδακτορικής διατριβής, την οποία ετοίμαζε κατοικώντας στο Βέλγιο. 'Οπως αναφέρθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, έγινε δεκτή στο δεύτερο έτος στο Πανεπιστήμιο του Παρισιού κατά το πανεπιστημιακό έτος 1975/1976 και δεν άσκησε αμειβόμενη επαγγελματική δραστηριότητα μέχρι τις 6 Μαρτίου 1978. Δεν διευκρινίστηκε με τι ασχολήθηκε μεταξύ 1975 και 1978, δεν υπάρχει όμως αμφιβολία ότι συνέχισε να κατοικεί στο Βέλγιο. Από τις 6 Μαρτίου 1978 έως τις 30 Μαρτίου 1987 εργάστηκε στην πρεσβεία του Περού στις Βρυξέλλες. 'Αρχισε να εργάζεται στην Επιτροπή στις Βρυξέλλες στις 16 Απριλίου 1987. Υποστηρίζει τώρα ότι η Επιτροπή πρέπει να της καταβάλει επίδομα αποδημίας.
3. Το επίδομα αποδημίας ρυθμίζεται στο άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχείο α), του παραρτήματος VΙΙ του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως ως εξής:
"Το επίδομα αποδημίας, ίσο με το 16 % του συνολικού ποσού του βασικού μισθού, καθώς και του επιδόματος αρχηγού οικογένειας και του επιδόματος συντηρούμενων τέκνων, τα οποία δικαιούται ο υπάλληλος χορηγείται:
α) στον υπάλληλο:
- ο οποίος δεν είναι και δεν υπήρξε ποτέ υπήκοος του κράτους στο έδαφος του οποίου βρίσκεται ο τόπος υπηρεσίας του και
- ο οποίος δεν είχε μόνιμη διαμονή ή δεν άσκησε κατά συνήθη τρόπο, επί πέντε έτη λήγοντα έξι μήνες πριν από την ανάληψη των καθηκόντων του, την κυρία επαγγελματική δραστηριότητά του στο ευρωπαϊκό έδαφος του εν λόγω κράτους. Για την εφαρμογή της παρούσας διάταξης δεν λαμβάνονται υπόψη οι καταστάσεις που προκύπτουν από την παροχή υπηρεσιών σε άλλο κράτος ή διεθνή οργανισμό."
4. Είναι προφανές ότι η Atala-Palmerini πληροί την προϋπόθεση ιθαγενείας που προβλέπει η πρώτη περίπτωση του άρθρου 4, παράγραφος 1, στοιχείο α). Το ερώτημα είναι αν είχε μόνιμη διαμονή ή άσκησε κατά συνήθη τρόπο την κύρια επαγγελματική της δραστηριότητα στο Βέλγιο κατά την πενταετή περίοδο αναφοράς που ορίζει η δεύτερη περίπτωση του άρθρου 4, παράγραφος 1, στοιχείο α). Η Επιτροπή θεωρεί ότι η περίοδος αναφοράς καθορίζεται ως εξής: Δύο περίοδοι πρέπει να μη ληφθούν υπόψη (ή να "εξουδετερωθούν") κατ' εφαρμογή του δευτέρου εδαφίου της δευτέρας περιπτώσεως του άρθρου 4, παράγραφος 1, στοιχείο α): η περίοδος από τον Σεπτέμβριο 1973 έως τον Ιανουάριο 1974, κατά την οποία η Atala-Palmerini πραγματοποίησε πρακτική άσκηση στην Επιτροπή και η περίοδος κατά την οποία εργάστηκε στην περουβιανή πρεσβεία, από 6 Μαρτίου 1978 έως 15 Οκτωβρίου 1986. Η περίοδος αναφοράς που προκύπτει από τον υπολογισμό αυτό εκτείνεται από την 6η Οκτωβρίου 1972 έως την 5η Μαρτίου 1978, με μία διακοπή πέντε μηνών για την πρακτική άσκηση που πραγματοποίησε η Atala-Palmerini από τον Σεπτέμβριο 1973 έως τον Ιανουάριο 1974.
5. Είναι βέβαιο, και η Atala-Palmerini το ομολόγησε ρητά, ότι κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου αναφοράς διέμενε μονίμως στο Βέλγιο από την ημερομηνία του γάμου της, στις 7 Δεκεμβρίου 1974, δηλαδή κατά τα τελευταία τρία έτη και τρεις μήνες της περιόδου αναφοράς.
6. Πριν εξετάσω το τμήμα της περιόδου αναφοράς που ανάγεται πριν από το γάμο της Atala-Palmerini, θα ήθελα να παρατηρήσω ότι η μέθοδος που ακολουθεί η Επιτροπή και που συνίσταται στην "κατασκευή" προηγούμενης πενταετούς περιόδου αναφοράς, κατόπιν αφαιρέσεως της περιόδου πρακτικής ασκήσεως στην Επιτροπή και της περιόδου υπηρεσίας στην πρεσβεία του Περού, δεν επιβάλλεται ρητά από το άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχείο α). Το Δικαστήριο υιοθέτησε διαφορετική άποψη ως προς παρόμοια πραγματικά περιστατικά στην υπόθεση 211/87, Nunez κατά Επιτροπής (απόφαση της 31ης Μαΐου 1988). Στην απόφαση αυτή το Δικαστήριο ανέφερε (σκέψεις 11 και 12) ότι η εξαίρεση που προβλέπει το δεύτερο εδάφιο του άρθρου 4, παράγραφος 1, στοιχείο α), δεύτερη περίπτωση, είχε ως σκοπό να μην τιμωρήσει, με απώλεια του επιδόματος αποδημίας, τα πρόσωπα που είναι εγκατεστημένα στον τόπο υπηρεσίας για να ασκήσουν εκεί δραστηριότητες στην υπηρεσία άλλου κράτους ή διεθνούς οργανισμού χωρίς να έχουν μόνιμο δεσμό με τη χώρα αυτή και έκρινε ότι η εξαίρεση αυτή δεν μπορεί να εφαρμοστεί σε υπάλληλο ο οποίος, μολονότι υπηρέτησε στην πρεσβεία ενός άλλου κράτους στο έδαφος της χώρας υπηρεσίας, είχε ήδη προηγουμένως μόνιμο σύνδεσμο με τη χώρα αυτή διότι είχε εκεί τη συνήθη διαμονή του και ασκούσε εκεί τις επαγγελματικές του δραστηριότητες από πολλού χρόνου. Αν γίνει δεκτή αυτή η προσέγγιση του ζητήματος, η Atala-Palmerini πρέπει, νομίζω, παρόλο ότι η διάρκεια της διαμονής της στο Βέλγιο, προτού εργαστεί για την πρεσβεία του Περού, ήταν πολύ πιο σύντομη απ' ό,τι στην υπόθεση Nunez, να θεωρηθεί ότι είχε ήδη μόνιμο σύνδεσμο με το Βέλγιο λόγω του γάμου της και του γεγονότος ότι είχε εκεί τη συνήθη διαμονή της. Επιπλέον, δεδομένου ότι η εν λόγω εξαίρεση απαιτεί να μη λαμβάνονται υπόψη οι "καταστάσεις που προκύπτουν" από την παροχή υπηρεσιών για λογαριασμό άλλου κράτους, είναι αμφίβολο, ενόψει των πραγματικών περιστατικών της προκειμένης περιπτώσεως, αν η περίοδος διαμονής στο Βέλγιο που αντιστοιχεί στην περίοδο κατά την οποία η Atala-Palmerini υπηρετούσε στην πρεσβεία του Περού πρέπει να αφαιρεθεί ως κατάσταση που προκύπτει από αυτή την παροχή υπηρεσιών, αφού ακριβώς η Atala-Palmerini είχε ήδη τη συνήθη διαμονή της στο Βέλγιο.
7. Πρέπει τώρα να επανέλθω στην περίοδο αναφοράς, που αρχίζει στις 6 Οκτωβρίου 1972, και να εξετάσω το τμήμα της περιόδου αυτής πριν από τις 7 Δεκεμβρίου 1974, ημερομηνία από την οποία η Atala-Palmerini δέχεται ότι έχει τη συνήθη διαμονή της στο Βέλγιο. Η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι κατά τη διάρκεια του τμήματος αυτού της περιόδου αναφοράς, λόγω του ότι ήταν φοιτήτρια, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι "είχε τη συνήθη διαμονή της" στη χώρα των σπουδών της. Επικαλείται σχετικά τις επιστροφές της στο Περού, το γεγονός ότι κατοικούσε σε επιπλωμένο δωμάτιο, το γεγονός ότι είχε μετακομίσει πολλές φορές, το γεγονός ότι δεν διέθετε παρά προσωρινή άδεια διαμονής και ισχυρίζεται ότι κατά την εποχή εκείνη δεν είχε καμία πρόθεση να παραμείνει στο Βέλγιο ή έστω στην Ευρώπη. Υποστηρίζει ότι παρά την παρουσία της στο Βέλγιο πρέπει να θεωρηθεί ότι την εποχή αυτή είχε τη συνήθη διαμονή της στο Περού. Ως προς αυτό στηρίζεται ιδιατέρως στη σκέψη 9 της αποφάσεως επί της υποθέσεως 61/85 (Urhausen, το γένος von Neuhoff von der Ley κατά Επιτροπής, Συλλογή 1987,σσ. 2853 και 2864), στην οποία το Δικαστήριο έκρινε ότι δυόμισι περίπου έτη σπουδών στο 'Ινσμπρουκ δεν ήταν αρκετά για να θεωρηθεί ότι η προσφεύγουσα δεν είχε πλέον τη συνήθη διαμονή της στο Λουξεμβούργο. Η Atala-Palmerini υποστηρίζει ότι από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι η διαμονή σε συγκεκριμένη χώρα λόγω σπουδών δεν μπορεί πράγματι να διακόψει τους κοινωνικούς και επαγγελματικούς δεσμούς του φοιτητή με τη χώρα του.
8. Δεν νομίζω ότι στη νομολογία του Δικαστηρίου έχει διαμορφωθεί τέτοια αρχή. Αντίθετα, η νομολογία αυτή θεωρεί τη συνέχιση των σπουδών στο εξωτερικό ως απλό πραγματικό στοιχείο που πρέπει να ληφθεί υπόψη μαζί με άλλα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά για να καθοριστεί αν ο ενδιαφερόμενος έχει τη συνήθη διαμονή του στη συγκεκριμένη χώρα. Τόσο στη σκέψη 9 της αποφάσεως Urhausen όσο και στη σκέψη 8 της αποφάσεως Richter κατά Επιτροπής (υπόθεση 330/85, Συλλογή 1986, σσ. 3439 και 3447), το Δικαστήριο θεώρησε την πραγματοποίηση πανεπιστημιακών σπουδών στο εξωτερικό ως πραγματικό στοιχείο που πρέπει να συνεκτιμηθεί με όλα τα άλλα κρίσιμα στοιχεία προκειμένου να καθοριστεί ο τόπος συνήθους διαμονής του προσφεύγοντος.
9. Αυτή η προσέγγιση του ζητήματος των πανεπιστημιακών σπουδών στο εξωτερικό ανταποκρίνεται στον τρόπο με τον οποίο το Δικαστήριο αντιμετωπίζει γενικά το ζήτημα της συνήθους διαμονής στις πολυάριθμες αποφάσεις που έχει εκδώσει σχετικά. Η έκφραση "habitual residence" (συνήθης διαμονή) του άρθρου 4, παράγραφος 1, του παραρτήματος VΙΙ του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως δεν αποτελεί τεχνικό νομικό όρο (βλέπε τις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Warner στην υπόθεση 42/75, Delvaux κατά Επιτροπής, ECR. 1976, σσ. 167, 178 και 179). Νομίζω πράγματι ότι ο όρος "συνήθης" δείχνει ότι το ζήτημα πρέπει να αντιμετωπιστεί σαν απλό πραγματικό ζήτημα. Επιπλέον το Δικαστήριο, στη σκέψη 10 της αποφάσεως Nunez, αναφέρει ότι "ναι μεν η διάταξη αυτή ((το άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχείο α))) στηρίζεται, για να προσδιορίσει την περίπτωση της αποδημίας, στη συνήθη διαμονή και στις κύριες επαγγελματικές δραστηριότητες του υπαλλήλου στο έδαφος του κράτους της υπηρεσίας του για ορισμένη περίοδο αναφοράς, αλλά δέχεται τα συνδετικά αυτά στοιχεία για να θεσπίσει απλά και αντικειμενικά κριτήρια για τη ρύθμιση της καταστάσεως των υπαλλήλων οι οποίοι είναι υποχρεωμένοι, λόγω της αναλήψεως υπηρεσίας στις Κοινότητες, να αλλάξουν διαμονή και να ενταχθούν στο νέο τους περιβάλλον". Επομένως, προκύπτει, νομίζω, από τη νομολογία ότι οι αιτήσεις σαν αυτή που μας απασχολεί στην προκειμένη περίπτωση εξαρτώνται από τα πραγματικά περιστατικά της συγκεκριμένης υποθέσεως. 'Οσον αφορά ιδίως τις πανεπιστημιακές σπουδές, νομίζω ότι είναι δυνατόν ένας φοιτητής να διαμένει σε ένα κράτος σπουδάζοντας σε ένα άλλο και ότι είναι επίσης δυνατόν να διαμένει στο κράτος στο οποίο σπουδάζει: πρόκειται για πραγματικό ζήτημα που πρέπει να εκτιμηθεί σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση.
10. Στην περίπτωση της Atala-Palmerini πρέπει να ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι συνέχισε να ζει στο Βέλγιο μετά το πέρας των πανεπιστημιακών της σπουδών. Πρέπει επίσης να ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι στην αρχή της περιόδου αναφοράς, στις 6 Οκτωβρίου 1972, είχε ήδη μείνει δύο έτη στο Βέλγιο για τις σπουδές της. Εξάλλου, από την ημερομηνία αυτή διέμεινε συνεχώς στο Βέλγιο μέχρι το τέλος της περιόδου αναφοράς, στις 5 Μαρτίου 1978. Βρισκόταν στο Βέλγιο κατά το μεγαλύτερο μέρος της εν λόγω περιόδου και δεν επέστρεφε συχνά στο Περού. Κατά τη διάρκεια της περιόδου αναφοράς φαίνεται ότι επέστρεψε στο Περού μία φορά πριν από το γάμο της για επτά εβδομάδες το 1973, και μία φορά μετά το γάμο της, για τέσσερις μήνες το 1975. Φαίνεται επίσης ότι παρέμεινε εκτός Βελγίου επί δύο μήνες το 1974, όταν πήγε στην Ιταλία. Τέτοιες σποραδικές απουσίες δεν είναι αρκετές ώστε η διαμονή της στο Βέλγιο να μην χαρακτηρίζεται πλέον ως "συνήθης" κατά την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 1, στοιχείο α): βλέπε υπόθεση 188/83, Witte κατά Κοινοβουλίου, Συλλογή 1984, σσ. 3465 και 3474 (σκέψη 11). Αντίστροφα, οι επιστροφές της στο Περού πόρρω απείχαν από το να είναι ικανές να αποδείξουν ότι συνέχιζε να έχει εκεί τη συνήθη διαμονή της, όπως ισχυρίζεται. Τέλος, η διατήρηση οικογενειακών και ενδεχομένως συναισθηματικών δεσμών με το Περού δεν αποκλείει τη μεταφορά της συνήθους διαμονής της στο Βέλγιο.
Συνεκτιμώντας όλα τα στοιχεία που πρέπει να ληφθούν υπόψη στην περίπτωση της Atala-Palmerini, θεωρώ ότι η προσφεύγουσα είχε τη συνήθη διαμονή της στο Βέλγιο καθ' όλη τη διάρκεια της περιόδου αναφοράς, συμπεριλαμβανομένου του πρώτου τμήματος της περιόδου αυτής (του ενός έτους και των εννέα μηνών πριν από το γάμο της). Επομένως, θεωρώ ότι δεν πληροί τις απαιτούμενες προϋποθέσεις ώστε να δικαιούται επιδόματος αποδημίας.
11. Το συμπέρασμα αυτό ανταποκρίνεται στο σκοπό του επιδόματος αποδημίας. 'Οπως αναφέρεται στη νομολογία του Δικαστηρίου, το επίδομα αυτό αποσκοπεί στην αντιστάθμιση των ιδιαίτερων βαρών και μειονεκτημάτων που προκύπτουν από την ανάληψη καθηκόντων στις Κοινότητες για τους υπαλλήλους που για το λόγο αυτό υποχρεώνονται να αλλάξουν τόπο διαμονής από τον τόπο κατοικίας τους στον τόπο υπηρεσίας τους (βλέπε π.χ. την υπόθεση 246/83, De Angelis κατά Επιτροπής, Συλλογή 1985, σσ. 1253 και 1263). Νομίζω ότι η διατύπωση αυτή, αν και επαναλαμβάνεται συχνά στις αποφάσεις του Δικαστηρίου, τονίζει υπερβολικά το γεγονός και μόνο της αλλαγής της διαμονής και της μετακομίσεως προς τον τόπο υπηρεσίας και μόνο έμμεσα αναφέρει τον πραγματικό σκοπό του επιδόματος, που είναι η αντιστάθμιση των διαρκών μειονεκτημάτων του εκπατρισμού. Νομίζω ότι την αλλαγή απλώς του τόπου διαμονής αποσκοπεί να καλύψει κυρίως η αποζημίωση εγκαταστάσεως που προβλέπεται στο άρθρο 5 του παραρτήματος VΙΙ του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, η οποία συνίσταται σε εφάπαξ καταβολή. Το επίδομα αποδημίας που προβλέπεται στο άρθρο 4, παράγραφος 1, του παραρτήματος VΙΙ συνίσταται σε διαρκείς μηνιαίες καταβολές και συνεπώς αποσκοπεί να αντισταθμίσει τα διαρκή μειονεκτήματα που προκύπτουν από την υποχρέωση διαβιώσεως σε ξένη χώρα λόγω της εργασίας στις Κοινότητες. Η άποψη αυτή διατυπώνεται σαφέστερα στη σκέψη 10 της αποφάσεως Nunez, την οποία παρέθεσα ανωτέρω. Εξάλλου, στην υπόθεση 147/79, Hochstrass κατά Δικαστηρίου (ECR. 1980, σσ. 3005 και 3020) το Δικαστήριο διευκρίνισε ότι το επίδομα εκπατρισμού που προβλέπεται στο άρθρο 4, παράγραφος 2, του παραρτήματος VΙΙ αποσκοπεί να αντισταθμίσει τα μειονεκτήματα που υφίστανται οι υπάλληλοι λόγω της ιδιότητάς τους ως αλλοδαπών και αποφάνθηκε ότι: "Πρέπει πράγματι να γίνει δεκτό ότι ένας υπάλληλος, ο οποίος δεν έχει και δεν είχε ποτέ την ιθαγένεια του κράτους στο έδαφος του οποίου βρίσκεται ο τόπος υπηρεσίας του, μπορεί, λόγω της ιδιότητάς του ως αλλοδαπού, να αντιμετωπίζει, τόσο από πλευράς δικαίου όσο και στην πράξη, ορισμένα προβλήματα οικογενειακής, εκπαιδευτικής, πολιτιστικής και πολιτικής φύσεως, τα οποία δεν αντιμετωπίζουν οι υπήκοοι του κράτους αυτού." Νομίζω ότι ο ίδιος περίπου συλλογισμός ισχύει και για το επίδομα αποδημίας που προβλέπεται στο άρθρο 4, παράγραφος 1, του παραρτήματος VΙΙ και πρέπει να τονιστεί με έμφαση το γεγονός ότι το επίδομα αυτό αποσκοπεί να αντισταθμίσει τα μακροχρόνια μειονεκτήματα που προκύπτουν από τον εκπατρισμό. Εντούτοις, είτε ο σκοπός του επιδόματος αποδημίας εκφραστεί με τη διατύπωση αυτή είτε με τη διατύπωση που χρησιμοποιείται π.χ. στην απόφαση De Angelis, δεν μπορεί να υποστηριχθεί στην προκειμένη περίπτωση ότι, αναλαμβάνοντας τα καθήκοντά της στις Κοινότητες, η προσφεύγουσα υποχρεώθηκε να αλλάξει τόπο διαμονής και να μετακομίσει στον τόπο υπηρεσίας της βρισκόταν εκεί ήδη από πολύ καιρό κατόπιν δικής της επιλογής. Η περίπτωση αυτή δεν ανταποκρίνεται στο σκοπό του επιδόματος αποδημίας (βλέπε σκέψη 12 της αποφάσεως Nunez).
12. Νομίζω ότι το συμπέρασμα αυτό είναι λογικό, λαμβανομένου υπόψη και του συνόλου των γεγονότων, και ιδίως του γεγονότος ότι η Atala-Palmerini είχε διαμείνει στο Βέλγιο περισσότερο από δεκαέξι έτη πριν αναλάβει καθήκοντα στην Επιτροπή και
ότι δέχεται ότι είχε εκεί τη συνήθη διαμονή της για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των δώδεκα ετών πριν από την ημερομηνία αυτή. Ας προστεθεί ότι, ναι μεν η Atala-Palmerini δεν πληροί, κατά την άποψή μου, τις προϋποθέσεις που θα της επέτρεπαν να ζητήσει επίδομα αποδημίας του άρθρου 4, παράγραφος 1, του παραρτήματος VΙΙ του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, δικαιούται όμως επιδόματος εκπατρισμού ίσου με το ένα τέταρτο του επιδόματος αποδημίας, όπως προβλέπεται στο άρθρο 4, παράγραφος 2, του αναφερθέντος παραρτήματος VΙΙ του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως.
13. Προτείνω επομένως να απορριφθεί η προσφυγή και να φέρει κάθε διάδικος τα δικαστικά του έξοδα κατ' εφαρμογή του άρθρου 69, παράγραφος 2, και του άρθρου 70 του κανονισμού διαδικασίας.
(*) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η αγγλική.
Top