ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
JEAN MISCHO
της 9ης Οκτωβρίου 1990 ( *1 )
Κύριε Ιΐρόεόρε,
Κύριοι οικαοτές,
1.
Οι υπό ανάπτυξη προτάσεις αφορούν την προσφυγή που άσκησε η Επιτροπή κατά της Ιταλικής Δημοκρατίας προκειμένου να αναγνωριστεί ότι το κράτος αυτό παρέβη τις υποχρεώσεις παροχής πληροφοριών που υπέχει από ορισμένες διατάξεις του κανονισμού (ΕΟΚ) 3796/81 του Συμβουλίου, της 29ης Δεκεμβρίου 1981, περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα των προϊόντων αλιείας ( 1 ), καθώς και από τους εκτελεστικούς κανονισμούς (ΕΟΚ) 3191/82, (ΕΟΚ) 1501/83, ( ΕΟΚ ) 3598/83 και ( ΕΟΚ ) 3599/83 της Επιτροπής.
2.
Οι εν λόγω διατάξεις, των οποίων η φύση και το περιεχόμενο διευκρινίζονται στην έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση, επιβάλλουν στα κράτη μέλη να ανακοινώνουν στην Επιτροπή, σε μη τακτά χρονικά διαστήματα, τις τιμές αποσύρσεως ορισμένων κατηγοριών ιχθύων τις οποίες καθορίζουν οι οργανώσεις παραγωγών, τις ποσότητες των προϊόντων που αποσύρονται από την αγορά, τις τιμές που διαπιστώνονται στις αγορές χονδρικής πωλήσεως ή στα αντιπροσωπευτικά λιμάνια, καθώς και τις τιμές « ελεύθερο στα σύνορα» των ιχθύων καταγωγής τρίτων χωρών.
3.
Η Ιταλική Δημοκρατία δεν αμφισβητεί τον ισχυρισμό της Επιτροπής κατά τον οποίο οι πληροφορίες που έπρεπε να διαβιβάσει δεν αντιστοιχούν στις επιταγές της κοινοτικής κανονιστικής ρυθμίσεως ως προς το περιεχόμενο, τη μορφή ή την προθεσμία.
4.
Ωστόσο, ισχυρίζεται ότι οι δυσχέρειες που αντιμετωπίζει — χωρίς άλλωστε να είναι η μόνη που αντιμετωπίζει τέτοιες δυσχέρειες — προκειμένου να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις αυτές, οφείλονται στο γεγονός ότι οι εν λόγω κοινοτικοί κανόνες είναι πάρα πολύ δεσμευτικοί για να μπορούν να εφαρμοστούν στην πράξη και ότι, σε περιφερειακό επίπεδο τουλάχιστον, η σημασία του τομέα δεν δικαιολογεί τη δημιουργία δαπανηρών γραφείων, υπηρεσιών ή διαδικασιών. Οι αιτιάσεις της Επιτροπής αφορούν μόνο « δυσλειτουργίες » μικρών διοικητικών μονάδων οι οποίες δεν μπορούν να χαρακτηριστούν ως παραβάσεις της Συνθήκης ΕΟΚ και, συνεπώς, να αναγνωριστούν με δικαστική απόφαση βάσει του άρθρου 169.
5.
Σχετικώς, επιβάλλεται καταρχάς η παρατήρηση ότι το ζήτημα αν ορισμένες διοικητικές υποχρεώσεις που οι κοινοτικοί κανονισμοί επιβάλλουν στα κράτη μέλη συνεπάγονται υπερβολικό κόστος, σε σχέση με τα αναμενόμενα αποτελέσματα, πρέπει να συζητηθεί και να επιλυθεί στα πλαίσια του Συμβουλίου ή των επιτροπών διαχειρίσεως που θεσπίζονται για τις κοινές οργανώσεις αγοράς. Δεδομένου ότι το κύρος των διατάξεων που επικαλείται η Επιτροπή δεν αμφισβητείται, το Δικαστήριο δεν μπορεί παρά να λάβει υπόψη τη διατύπωση των διατάξεων αυτών και, αν συντρέχει περίπτωση, να αναγνωρίσει ότι οι διατάξεις αυτές παραβιάζονται.
6.
Εξάλλου, όπως ορθώς παρατήρησε η Επιτροπή με το υπόμνημα απαντήσεως, η Συνθήκη αποκλείει τη θεωρία « de minimis » η οποία θα επέτρεπε να γίνει διάκριση μεταξύ των διατάξεων των οποίων η μη τήρηση συνιστά παράβαση και των διατάξεων οι οποίες, λόγω της περιορισμένης σημασίας τους, δεν μπορούν να δώσουν λαβή για άσκηση προσφυγής βάσει του άρθρου 169.
7.
Συνεπώς, θεωρώ ότι και στην παρούσα αλληλουχία πρέπει να εφαρμοστεί η πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, από την οποία προκύπτει ότι κράτος μέλος δεν μπορεί να επικαλείται διατάξεις, πρακτικές ή καταστάσεις της εσωτερικής του έννομης τάξης για να δικαιολογεί τη μη τήρηση των υποχρεώσεων και προθεσμιών που απορρέουν από τους κανόνες του κοινοτικού δικαίου ( 2 ). Εντελώς πρόσφατα ακόμη, το Δικαστήριο έδωσε την ίδια απάντηση σε παρόμοιο επιχείρημα με την απόφαση της 14ης Ιουνίου 1990, Επιτροπή κατά Ιταλικής Δημοκρατίας (C-48/89, Συλλογή 1990, σ. I-2425 ), όπου η καθής, όπως εν προκειμένω, είχε επικαλεστεί δυσχέρειες εφαρμογής πράξεως που της επέβαλλε να ανακοινώνει ορισμένα στοιχεία στην Επιτροπή. Η απόφαση αυτή επιβεβαιώνει την προγενέστερη νομολογία του Δικαστηρίου, κατά την οποία:
« οι δυσχέρειες εφαρμογής που εμφανίζονται στο στάδιο της εκτελέσεως μιας κοινοτικής πράξεως δεν μπορούν να παρέχουν σε κράτος μέλος τη δυνατότητα να απαλλάσσεται μονο^ μερώς από την τήρηση των υποχρεώσεων του ».
8.
Η Ιταλική Δημοκρατία υπογραμμίζει ακόμη ότι οι παραβάσεις για τις οποίες γίνεται λόγος είναι εντελώς τυπικές και δεν έθιξαν συγκεκριμένα τη λειτουργία της κοινής οργανώσεως αγορών.
9.
Ωστόσο, από την πάγια νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει αναμφισβήτητα ότι η μη τήρηση των κοινοτικών διατάξεων συνιστά καθαυτή παράβαση, η δε παρατήρηση ότι η μη τήρηση των διατάξεων αυτών δεν είχε αρνητικές συνέπειες δεν ασκεί επομένως επιρροή. Ετσι, το Δικαστήριο επανειλημμένως έκρινε ότι το γεγονός της εφαρμογής σε πολύ σπάνιες περιπτώσεις μιας νομοθεσίας κατά παράβαση του κοινοτικού δικαίου και ότι, συνεπώς, η παράβαση έχει ελάχιστες συγκεκριμένες συνέπειες, δεν αρκεί για να εξαλείψει την παράβαση ( 3 ).
10.
Επίσης, το Δικαστήριο έκρινε ότι:
«για να δικαιολογήσει παράβαση των υποχρεώσεων που απορρέουν από οδηγία εναρμονίσεως, το κράτος μέλος δεν μπορεί να επικαλείται το επιχείρημα ότι η μη εφαρμογή της οδηγίας αυτής δεν είχε καμιά επιβλαβή επίπτωση στη λειτουργία της αγοράς » ( 4 ).
11.
Εν πάση περιπτώσει, η Επιτροπή ανέφερε ότι η έλλειψη επαρκών στατιστικών στοιχείων όντως είχε δημιουργήσει προβλήματα στο παρελθόν όσον αφορά τόσο τον καθορισμό των τιμών προσανατολισμού, όσο και την εφαρμογή της ρήτρας διασφαλίσεως, σε περιπτώσεις όπου αυτό είχε ζητηθεί από την Ιταλία.
Συμπέρασμα
12.
Προτείνω, επομένως, στο Δικαστήριο να αναγνωρίσει ότι η Ιταλική Δημοκρατία, παραλείποντας να λάβει τα μέτρα που προβλέπονται με τα άρθρα 9, παράγραφος 4,11, παράγραφος 1, 15, παράγραφος 2, 17, παράγραφος 2, 21, παράγραφος 3, του κανονισμού (ΕΟΚ) 3796/81 του Συμβουλίου, το άρθρο 2 του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 3191/82 της Επιτροπής, το άρθρο 4 του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 1501/83 της Επιτροπής, τα άρθρα 1, 3 και 4 του κανονισμού ( ΕΟΚ) 3598/83 της Επιτροπής, καθώς και το άρθρο 3 του κανονισμού (ΕΟΚ) 3599/83 της Επιτροπής, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τις εν λόγω διατάξεις. Κατά συνέπεια, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
( *1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.
( 1 ) EE L 379, p.1.
( 2 ) Βλ., ιδίως, την απόφαση της 3ης Οκτοψρίου 1984, Επιτροπή κατά Ιταλικής Δημοκρατίας (254/83, Συλλογή 1984, σ. 3395).
( 3 ) Βλ., ιδίως, την απόφαση της 21ης Ιουνίου 1988, Επιτροπή κατά Ιταλικής Δημοκρατίας, σκέψη 11 ( 257/86, Συλλογή 1988, σ. 3249).
( 4 ) Απόφαση της 11ης Απριλίου 1978, Επιτροπή κατά Βασιλείου των Κάτω Χωρών ( 95/77, Rec. 1978, σ. 863 ).
Top