Σημαντική ανακοίνωση νομικού περιεχομένου
Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Van Gerven της 15ης Ιουνίου 1989. - PROCEDURE PENALE ΚΑΤΑ LEVY FELIX ΚΑΙ ΛΟΙΠΟΙ. - ΑΙΤΗΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΚΔΟΣΗ ΠΡΟΔΙΚΑΣΤΙΚΗΣ ΑΠΟΦΑΣΕΩΣ: COUR D'APPEL DE PARIS - ΓΑΛΛΙΑ. - ΚΟΙΝΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ - ΜΕΤΡΑ ΔΙΑΣΦΑΛΙΣΗΣ. - ΥΠΟΘΕΣΗ 212/88.
Συλλογή της Νομολογίας του Δικαστηρίου 1989 σελίδα 03511
Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
++++
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
1. Το Cour d' appel του Παρισιού (εφεξής: το αιτούν δικαστήριο) υπέβαλε με την απόφαση που εξέδωσε στις 6 Ιουλίου 1988 το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα κατά το άρθρο 177 της Συνθήκης:
"Οι προϋποθέσεις που προβλέπει η γαλλική νομοθεσία για την εισαγωγή στη Γαλλία υφασμάτων προελεύσεως τρίτων χωρών τα οποία έχουν τεθεί σε ελεύθερη κυκλοφορία σε κράτος μέλος της ΕΟΚ, σύμφωνα με τις οποίες, αφενός μεν, επιβάλλεται η υποχρέωση σε όσους εισάγουν στη Γαλλία τα εν λόγω είδη να λαμβάνουν προηγουμένως άδεια εισαγωγής, αφετέρου δε, καθορίζονται τα στοιχεία που πρέπει να περιλαμβάνουν οι διασαφήσεις εισαγωγής στη Γαλλία, επ' απειλή των κυρώσεων του άρθρου 414 του γαλλικού τελωνειακού κώδικα, συνιστούν - στο παρόν στάδιο εξελίξεως των γενικών αρχών του κοινοτικού δικαίου - μέτρα ποσοτικού περιορισμού απαγορευόμενα από το άρθρο 30 της Συνθήκης ΕΟΚ;"
'Οπως προκύπτει από τα πραγματικά περιστατικά που θα συνοψίσω κατωτέρω, το ερώτημα αυτό έχει την ακόλουθη έννοια:
"'Εχει το άρθρο 30 της Συνθήκης ΕΟΚ την έννοια ότι δεν επιτρέπει σε εθνική ρύθμιση να εξαρτά την εισαγωγή κλωστοϋφαντουργικών ειδών προελεύσεως τρίτων χωρών, που έχουν τεθεί σε ελεύθερη κυκλοφορία σε άλλο κράτος μέλος, από τη χορήγηση άδειας εισαγωγής και από τη δήλωση στοιχείων σχετικών με τα εισαγόμενα εμπορεύματα, ιδίως όσον αφορά την καταγωγή τους, όλα αυτά επί ποινή φυλακίσεως, δημεύσεως των εμπορευμάτων και χρηματικής ποινής, το ύψος της οποίας συναρτάται προς την αξία των εμπορευμάτων;"
Τα πραγματικά περιστατικά
2. Το αιτούν δικαστήριο περιγράφει τα πραγματικά περιστατικά που αποτελούν τη βάση της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιόν του ως εξής. Ο Levy και ο Bazini, εκκαλούντες ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, καταδικάστηκαν στις 23 Δεκεμβρίου 1985 σε πρώτο βαθμό από το Tribunal de grande instance του Παρισιού, κριθέντες ένοχοι διότι προέβησαν σε ψευδείς δηλώσεις καταγωγής για να αποφύγουν απαγόρευση εισαγωγής. Παρέβησαν έτσι το άρθρο 426, παράγραφοι 2 και 3, και το άρθρο 414 του γαλλικού τελωνειακού κώδικα. Οι εκκαλούντες καταδικάστηκαν σε τρεις μήνες φυλάκιση με αναστολή και στην καταβολή στην τελωνειακή υπηρεσία, η οποία παρέστη ως πολιτικώς ενάγουσα, του διπλασίου του ποσού των 3 998 357 γαλλικών φράγκων (FF) λόγω δημεύσεως των εμπορευμάτων, αφενός, και ως χρηματικής ποινής, αφετέρου. Η καταδίκη αυτή αφορούσε σειρά 22 διασαφήσεων εισαγωγής ανδρικών, γυναικείων και παιδικών ενδυμάτων, που κατατέθηκαν στο γαλλικό τελωνείο του Le Bourget μεταξύ 8ης Μαρτίου 1976 και 23ης Μαΐου 1977. Τα εμπορεύματα αυτά ήταν δασμολογητέας αξίας 3 998 357 (FF) και ήταν συσκευασμένα σε χαρτοκιβώτια "πολλών χρήσεων" ή σε χαρτοκιβώτια που έφεραν την ένδειξη Belgium. Δηλώθηκαν ως βελγικής καταγωγής και προελεύσεως. Η έρευνα που διενεργήθηκε στην έδρα της επιχειρήσεως Dorotex, της οποίας ο μεν Bazini ήταν ο μοναδικός μέτοχος ο δε Levy διαχειριστής, και την οποία ακολούθησε αίτηση διεθνούς διοικητικής αρωγής απευθυνόμενη στις βελγικές τελωνειακές υπηρεσίες, κατέληξε στη διαπίστωση ότι τα επίδικα εμπορεύματα δεν ήταν βελγικής καταγωγής, αλλ' ότι αντίθετα προέρχονταν από τη Νότια Κορέα, το Πακιστάν και την Ταϊβάν.
Το προδικαστικό ερώτημα και τα επιχειρήματα των διαδίκων
3. Παρατηρήσεις κατέθεσαν στο Δικαστήριο η γαλλική κυβέρνηση και η Επιτροπή. Η γαλλική κυβέρνηση υποστηρίζει, αφενός, ότι η εισαγωγή κλωστοϋφαντουργικών ειδών καταγωγής τρίτων χωρών που έχουν τεθεί σε ελεύθερη κυκλοφορία σε άλλο κράτος μέλος μπορούσε να εξαρτάται από τη χορήγηση άδειας εισαγωγής και, αφετέρου, ότι οι ένοχοι ψευδών δηλώσεων καταγωγής μπορούσαν να καταδικαστούν στις ποινές του άρθρου 414 του γαλλικού τελωνειακού κώδικα, εφόσον οι ανακριβείς ή ελλιπείς δηλώσεις είχαν γίνει εσκεμμένα και με πρόθεση εξαπατήσεως.
Η Επιτροπή υιοθετεί διαφορετική άποψη. Παρατηρεί, πράγματι, ότι πρέπει να γίνει διάκριση μεταξύ μέτρων επιτηρήσεως, αφενός, και μέτρων διασφαλίσεως, αφετέρου, τα οποία ένα κράτος μέλος λαμβάνει κατόπιν εξουσιοδοτήσεως της Επιτροπής. 'Οταν ένα κράτος έχει εξουσιοδοτηθεί απλώς να ασκεί επιτήρηση στις εμπορικές συναλλαγές, δεν έχει δικαίωμα να επιβάλλει, σε επιχειρηματία ο οποίος προβαίνει σε ψευδείς διασαφήσεις, τις ίδιες κυρώσεις που θα μπορούσε να επιβάλει σε περίπτωση απάτης αποσκοπούσας στην καταστρατήγηση ή την παράβαση μέτρου προστασίας.
Πριν εκφέρω την προσωπική μου άποψη, θα παραθέσω εδώ τις σκέψεις που ανέπτυξαν με τις παρατηρήσεις τους η γαλλική κυβέρνηση και η Επιτροπή.
4. Η γαλλική κυβέρνηση στηρίζει τη συλλογιστική της σε απόφαση που ίσχυε κατά το χρόνο των πραγματικών περιστατικών, δηλαδή κατά το 1976-1977. Πρόκειται για την απόφαση 71/202/ΕΟΚ της Επιτροπής, της 12ης Μαΐου 1971, που τροποποιήθηκε με την απόφαση 73/55/ΕΟΚ, της 9ης Μαρτίου 1973 (1). Λαμβάνει ως αφετηρία το άρθρο 1 της αποφάσεως αυτής, που έχει την ακόλουθη διατύπωση:
"1. Τα κράτη μέλη μπορούν να εξαρτούν την εισαγωγή προϊόντων καταγωγής τρίτων χωρών που έχουν τεθεί σε ελεύθερη κυκλοφορία σε άλλο κράτος μέλος από τη χορήγηση τίτλου εισαγωγής, όταν:
- η εισαγωγή από το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος των ίδιων προϊόντων απευθείας από την οικεία τρίτη χώρα υπόκειται, σύμφωνα με τη Συνθήκη, είτε σε ποσοτικούς περιορισμούς είτε σε αυτοπεριορισμό τον οποίο εφαρμόζει οικεία τρίτη χώρα δυνάμει εμπορικής συμφωνίας με το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος, και
- υπάρχει κίνδυνος εκτροπής του εμπορίου λόγω των διαφορών μεταξύ των μέτρων αυτών και των μέτρων εμπορικής πολιτικής που εφαρμόζονται στα άλλα κράτη μέλη.
2. Το κράτος μέλος μπορεί να ζητεί από τον αιτούντα τη χορήγηση τίτλου εισαγωγής κάθε χρήσιμη πληροφορία σχετική με την ονομασία του προϊόντος, την καταγωγή του, την τιμή του, τον όγκο ή την αξία της σκοπουμένης εισαγωγής, καθώς και με τη θέση σε ελεύθερη κυκλοφορία σε άλλο κράτος μέλος.
3. Ο τίτλος εισαγωγής χορηγείται το συντομότερο δυνατό και το αργότερο εντός οκτώ εργασίμων ημερών από της υποβολής της αιτήσεως από τον ενδιαφερόμενο."
Κατά τη γαλλική κυβέρνηση, από αυτό το άρθρο 1 προκύπτει ότι, κατά το χρόνο των πραγματικών περιστατικών, ένα κράτος μέλος είχε δικαίωμα να εξαρτά τις εισαγωγές προϊόντων προελεύσεως τρίτων χωρών που είχαν τεθεί σε ελεύθερη κυκλοφορία σε άλλο κράτος μέλος από τη χορήγηση άδειας εισαγωγής, υπό τον όρο ότι και η απευθείας εισαγωγή των εν λόγω προϊόντων από τις οικείες τρίτες χώρες υπέκειτο στο πρώτο κράτος μέλος σε ποσοτικούς περιορισμούς ή σε συμβάσεις αυτοπεριορισμού των εισαγωγών, σύμφωνα με τη Συνθήκη.
Η γαλλική κυβέρνηση παρατηρεί, σχετικά με την προϋπόθεση που αναφέρεται στο δεύτερο σκέλος της προηγούμενης φράσης, ότι τα επίδικα είδη ενδύσεως δεν κατονομάζονται στο παράρτημα Ι του κανονισμού (ΕΟΚ) 1439/74 του Συμβουλίου, της 4ης Ιουλίου 1974 (2), και ότι εμπίπτουν στη συμφωνία περί πολυϊνών που έχει συναφθεί μεταξύ Κοινότητας και ορισμένων χωρών με χαμηλά ημερομίσθια. Υπ' αυτές τις συνθήκες, η Γαλλία έχει δικαίωμα να απαιτεί άδειες εισαγωγής.
Η γαλλική κυβέρνηση εξετάζει ακολούθως το ζήτημα της αναλογικότητας των ποινών του άρθρου 414 του γαλλικού τελωνειακού κώδικα για την τέλεση των τελωνειακών εγκλημάτων του άρθρου 426, παράγραφοι 2 και 3, του ίδιου κώδικα (3). Η γαλλική κυβέρνηση αποκρούει την άποψη που υποστήριξε ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου ο Levy, ότι οι παραλείψεις ή ανακρίβειες που διαπράχθηκαν στην παρούσα υπόθεση αποτελούν απλώς τελωνειακά αδικήματα κατά την έννοια του άρθρου 410 του ίδιου γαλλικού τελωνειακού κώδικα και ως εκ τούτου υπόκεινται μόνο στην κατ' αποκοπήν οριζόμενη χρηματική ποινή του άρθρου αυτού (4). Η γαλλική κυβέρνηση, προς στήριξη της άποψής της, παραπέμπει στην απόφαση του Δικαστηρίου της 15ης Δεκεμβρίου 1976 στην υπόθεση 41/76, Donckerwolcke (5). Η γαλλική κυβέρνηση ισχυρίζεται ιδίως, ότι στην παρούσα υπόθεση, υπήρξε πρόθεση εξαπατήσεως και, άρα, δεν χωρεί επίκληση καλής πίστεως δυσαναλογία θα υπήρχε αν επιβάλλονταν τα ελαφρότερα κατ' αποκοπήν οριζόμενα πρόστιμα του άρθρου 410, τα οποία αφορούν παραλείψεις διαπραττόμενες καλή τη πίστει. Η γαλλική κυβέρνηση υποστηρίζει ότι, σε μια περίπτωση όπως η παρούσα, είναι απολύτως δικαιολογημένη η επιβολή των αυστηροτέρων κυρώσεων του άρθρου 414, και συγκεκριμένα ποινή φυλακίσεως με αναστολή και χρηματική ποινή ίση προς το διπλάσιο της δασμολογητέας αξίας.
5. Η Επιτροπή αναπτύσσει τον ακόλουθο συλλογισμό. Ξεκινάει από την απόφαση του Δικαστηρίου της 15ης Δεκεμβρίου 1971 στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις 51 ως 54/71, International Fruit company, όπου κρίθηκε ότι το κοινοτικό δίκαιο εμποδίζει την εφαρμογή, στις ενδοκοινοτικές συναλλαγές, εθνικής νομοθεσίας που εξακολουθεί να επιβάλλει, έστω και καθαρά τυπικά, άδειες εισαγωγής ή εξαγωγής (6). Η αρχή αυτή συνδέεται με το άρθρο 9, παράγραφος 2, της Συνθήκης, όπως αναγνώρισε το Δικαστήριο και με την απόφαση της 15ης Δεκεμβρίου 1976 στην υπόθεση 41/76, Donckerwolcke (7).
Κάθε παρέκκλιση από την ανωτέρω αρχή προϋποθέτει εξουσιοδότηση της Επιτροπής. Η Επιτροπή αναφέρεται εδώ στην ίδια απόφαση 71/202/ΕΟΚ, της 12ης Μαΐου 1971, στην οποία αναφέρθηκε και η γαλλική κυβέρνηση. Η Επιτροπή κάνει ωστόσο σαφή διάκριση μεταξύ δύο καταστάσεων: αφενός, της επιτηρήσεως των ενδοκοινοτικών εμπορικών συναλλαγών, την οποία τα κράτη μέλη επιτρέπεται γενικώς να ασκούν δυνάμει του άρθρου 1 της αποφάσεως αυτής, και, αφετέρου, των μέτρων διασφαλίσεως, την οποία το κράτος μέλος επιτρέπεται να λαμβάνει μόνο βάσει ειδικής και ρητής εξουσιοδοτήσεως της Επιτροπής.
Κατά την Επιτροπή, η νομική κατάσταση διαφέρει αισθητά αναλόγως του αν πρόκειται για μέτρα επιτηρήσεως ή για μέτρα διασφαλίσεως. 'Ενα κράτος, στο πλαίσιο της επιτηρήσεως που ασκεί, δικαιούται, όπως αναφέρει το άρθρο 1 της ανωτέρω αποφάσεως, να απαιτεί "τίτλους εισαγωγής" αναφέροντες την καταγωγή των εμπορευμάτων, σύμφωνα με ό,τι γνωρίζει ο εισαγωγέας οι ενδεχόμενες κυρώσεις που επιβάλλονται σε περίπτωση ψευδούς δηλώσεως δεν μπορούν, εν πάση περιπτώσει, να είναι εξίσου βαριές με τις κυρώσεις που επιβάλλονται σε περίπτωση "απαγορευομένης εισαγωγής" ειδικότερα, η δήμευση των εμπορευμάτων που επιβλήθηκε στην παρούσα υπόθεση βάσει του άρθρου 414 του γαλλικού τελωνειακού κώδικα αποτελεί κύρωση δυσανάλογη και, ως εκ τούτου, μη συμβιβαζόμενη με τη Συνθήκη. Η Επιτροπή βασίζει την άποψη αυτή κυρίως στις σκέψεις 36 έως 38 της αποφάσεως Donckerwolcke.
Στην περίπτωση που η Επιτροπή θα είχε χορηγήσει, για τα επίδικα εμπορεύματα, εξουσιοδότηση λήψεως μέτρων διασφαλίσεως, μέτρων δηλαδή που θα απέβλεπαν στο να αποκλείσουν για τα εν λόγω προϊόντα την ελεύθερη ενδοκοινοτική κυκλοφορία, η Επιτροπή φαίνεται ότι θεωρεί ότι θα ήταν θεμιτή μια αυστηρή ποινική κύρωση όπως αυτή που εφαρμόστηκε εν προκειμένω βάσει του άρθρου 414 του γαλλικού τελωνειακού κώδικα.
Η άποψή μου επί των επιχειρημάτων των διαδίκων
6. Για να μπορέσει κανείς να εκφράσει γνώμη επί του προδικαστικού ερωτήματος που υποβλήθηκε στο Δικαστήριο πρέπει, κατά τη γνώμη μου, να ξεκινήσει από τη θεμελιώδη αρχή του άρθρου 9, παράγραφος 2, σε συνδυασμό προς το άρθρο 30 της Συνθήκης ΕΟΚ (8). Αυτό ταυτοχρόνως σημαίνει ότι οι ενδεχόμενες παρεκκλίσεις από την αρχή της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων, η οποία ισχύει τόσο για τα εμπορεύματα που έχουν τεθεί σε ελεύθερη κυκλοφορία σε άλλο κράτος μέλος, όσο και για τα εμπορεύματα που έχουν παραχθεί μέσα στην ίδια την Κοινότητα, πρέπει να ερμηνεύονται στενά (9).
Για το λόγο αυτό, πρέπει εν πάση περιπτώσει, κατά τη γνώμη μου, να συνταχθεί κανείς με τη διάκριση που έκανε η Επιτροπή με τις παρατηρήσεις της μεταξύ, αφενός, της περιπτώσεως όπου τα μέτρα διασφαλίσεως έχουν επιτραπεί από την Επιτροπή βάσει του άρθρου 115, παράγραφος 1, της Συνθήκης κατά παρέκκλιση του καθεστώτος της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων και, αφετέρου, της περιπτώσεως όπου το κράτος μέλος ασκεί επιτήρηση των ενδοκοινοτικών εμπορικών συναλλαγών με την προοπτική να ζητήσει ενδεχομένως τέτοια άδεια.
Για το λόγο αυτό, θα εξακολουθήσω στη συνέχεια να κάνω διάκριση μεταξύ των δύο ακολούθων περιπτώσεων: αφενός, της περιπτώσεως κατά την οποία, κατά το χρόνο εισαγωγής των επίδικων εμπορευμάτων στη Γαλλία, το κράτος μέλος αυτό είχε λάβει την άδεια να παρεκκλίνει, ως προς αυτά, από την αρχή της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων και, αφετέρου, της περιπτώσεως κατά την οποία η Γαλλία δεν είχε λάβει τέτοια άδεια για τα ίδια αυτά εμπορεύματα. Το αιτούν δικαστήριο, για να διαπιστώσει για ποια περίπτωση πρόκειται, πρέπει να εξακριβώσει αν η Επιτροπή είχε εξουσιοδοτήσει τη Γαλλία βάσει του άρθρου 115, για την υπό κρίση περίοδο και για τα συγκεκριμένα προϊόντα καταγωγής ορισμένων τρίτων χωρών, να λάβει μέτρα διασφαλίσεως. Από τις εξουσιοδοτήσεις που αναφέρει η Επιτροπή στις παρατηρήσεις της, τρεις είναι εκείνες που φαίνεται ότι μπορούσαν ενδεχομένως να ισχύσουν για τα οικεία εμπορεύματα, για περιορισμένα έστω διαστήματα και αποκλειστικά για εμπορεύματα καταγωγής Νότιας Κορέας (10).
7. Θα εξετάσω καταρχάς το ενδεχόμενο που η Επιτροπή είχε χορηγήσει, για τα επίδικα εμπορεύματα, άδεια παρεκκλίσεως από την αρχή της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων και θα αφήσω κατά μέρος τα ζητήματα της αιτιολόγησης και του κύρους τέτοιων αδειών που χορηγούνται βάσει του άρθρου 115, ζητήματα στα οποία το Δικαστήριο έχει ήδη απαντήσει (11) και τα οποία άλλωστε δεν θίγει το αιτούν δικαστήριο.
'Οταν το κράτος μέλος βρίσκεται στην περίπτωση αυτή, δικαιούται να αποκλείσει την ελεύθερη κυκλοφορία εμπορευμάτων που προέρχονται από τη χώρα καταγωγής που αναγράφεται στην άδεια και να τα κρατήσει εκτός του εδάφους του για όσο διάστημα ισχύει η εκδοθείσα από την Επιτροπή εξουσιοδοτούσα απόφαση και υπό τις προϋποθέσεις που αυτή ορίζει. Η εκτέλεση αυτής της αποφάσεως δικαιολογεί την απαίτηση άδειας εισαγωγής. Σε μια τέτοια περίπτωση, είναι κατανοητό το ότι το οικείο κράτος μέλος υποχρεώνει τους εισαγωγείς να δηλώνουν την ακριβή καταγωγή των εισαγομένων προϊόντων μπορεί ακόμη να δεχτεί κανείς τη βαρύτητα μιας ενδεχόμενης παραβάσεως της υποχρεώσεως αυτής καθώς και την επιβολή κυρώσεων, και δη αυστηρών, προκειμένου να εξασφαλιστεί η τήρησή της (12).
Αν εφαρμόσουμε το συλλογισμό αυτό στο νομικό ζήτημα που μας απασχολεί σήμερα, φαίνεται σύμφωνο με την προγενέστερη νομολογία του Δικαστηρίου και τις αρχές της Συνθήκης, σε μια περίπτωση όπως αυτή που περιέγραψα ανωτέρω, ένα κράτος μέλος να επιβάλλει αυστηρές κυρώσεις όπως οι του άρθρου 414 του γαλλικού τελωνειακού κώδικα.
8. Ας δούμε τώρα την περίπτωση, στην οποία η Επιτροπή δεν έχει χορηγήσει καμία (έγκυρη) εξουσιοδότηση επιτρέπουσα σε κράτος μέλος να λαμβάνει μέτρα διασφαλίσεως, δηλαδή να αποκλείει τα οικεία εμπορεύματα από την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων. Σε μια τέτοια περίπτωση, μπορεί το πολύ πολύ να επιτραπεί σε ένα κράτος μέλος να ασκεί μια κάποια εποπτεία στην εξέλιξη των ενδοκοινοτικών εμπορικών συναλλαγών.
Εδώ πρέπει να δοθεί απάντηση σε δύο ερωτήματα: μπορούσε ένα κράτος μέλος, κατά το χρόνο των επίδικων πραγματικών περιστατικών, να απαιτεί τίτλο εισαγωγής σύμφωνα με το άρθρο 1, παράγραφος 1, της απόφασης 71/202/ΕΟΚ, όπως τροποποιήθηκε το 1973, και, δεύτερον, μπορούσε ένα κράτος μέλος να τιμωρεί την ψευδή δήλωση περί της καταγωγής των εμπορευμάτων που έγινε με σκοπό την κτήση αυτού του τίτλου εισαγωγής, με τις κυρώσεις που προβλέπει το εθνικό τελωνειακό δίκαιο για την περίπτωση "απαγορευόμενης εισαγωγής";
9. Το πρώτο ερώτημα αφορά δηλαδή τη δυνατότητα που είχε το οικείο κράτος μέλος να εξαρτά, κατά το χρόνο των πραγματικών περιστατικών και εν γένει, χωρίς δηλαδή να εξειδικεύει για ποια προϊόντα πρόκειται, την εισαγωγή από άλλο κράτος μέλος από την κτήση τίτλου εισαγωγής και να εξαρτά τη χορήγηση αυτού του τίτλου εισαγωγής από την προϋπόθεση ότι θα αναφέρονται τα απαραίτητα στοιχεία, όπως η καταγωγή του προς εισαγωγήν εμπορεύματος. Η δυνατότητα αυτή βασίζεται, όπως ανέφερα ήδη, στο άρθρο 1, παράγραφος 1, της απόφασης 71/202/ΕΟΚ (το κείμενο του οποίου παρατίθεται στην ενότητα 4 των παρουσών προτάσεων) (13), το οποίο επιτρέπει, γενικώς, στα κράτη μέλη να απαιτούν τίτλο εισαγωγής προς επίβλεψη των ενδοκοινοτικών εμπορικών συναλλαγών, υπό ορισμένες προϋποθέσεις (για προϊόντα που υπόκεινται σε περιορισμούς στις εξωτερικές ανταλλαγές και για τα οποία υπάρχει κίνδυνος εκτροπής του εμπορίου).
Η απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση Donckerwolke, καθώς και οι προτάσεις που ανέπτυξε ο γενικός εισαγγελέας Capotorti στην ίδια υπόθεση, επιτρέπουν να αμφιβάλλει κανείς αν το αναφερθέν άρθρο 1 της απόφασης συμβιβάζεται με τη Συνθήκη (14). Η απόφαση άλλωστε αντικαταστάθηκε, μεταγενεστέρως, με την απόφαση 80/47/ΕΟΚ, που εισήγαγε σημαντικές τροποποιήσεις, ώστε να λαμβάνεται ιδίως υπόψη η νομολογία του Δικαστηρίου (15). Το ζήτημα αυτό δεν τίθεται πράγματι στην παρούσα διαφορά, καθόσον το ενδεχομένως ασυμβίβαστο του άρθρου 1 της αποφάσεως 71/202/ΕΟΚ προς τη Συνθήκη αφορά τη δυνατότητα που παρέχει η απόφαση αυτή στα κράτη μέλη να αντιτάσσονται, χωρίς ειδική άδεια της Επιτροπής, στην εισαγωγή εμπορευμάτων για μέγιστη διάρκεια οκτώ ημερών. Ενόψει της πραγματικής καταστάσεως, η κύρια σκοπιά από την οποία μας ενδιαφέρει στην παρούσα διαδικασία το άρθρο 1 είναι η υποχρέωση δηλώσεως της καταγωγής του προϊόντος κατά την εισαγωγή. 'Οπως όμως προκύπτει από τη νομολογία του Δικαστηρίου (16), τα κράτη μέλη μπορούν πράγματι να υποχρεώνουν τον εισαγωγέα να δηλώσει την αρχική καταγωγή των εμπορευμάτων, έστω και αν πρόκειται για εμπορεύματα που έχουν τεθεί σε ελεύθερη κυκλοφορία σε άλλο κράτος μέλος και που καλύπτονται από κοινοτικό πιστοποιητικό κυκλοφορίας. Τα κράτη μέλη δεν μπορούν ωστόσο να απαιτούν από τον εισαγωγέα τίποτε άλλο πέραν του να αναφέρει την καταγωγή των προϊόντων, απ' ό,τι γνωρίζει ή μπορεί λογικά να γνωρίζει (βλέπε σκέψη 35 στην υπόθεση Donckerwolcke που αναφέρθηκε πιο πάνω στην ενότητα 10). Επομένως, με αυτόν τον τελευταίο περιορισμό και ενόψει της απαντήσεως που θα δώσω ευθύς αμέσως στο δεύτερο ερώτημα, τα κράτη μέλη έχουν το δικαίωμα να επιβάλλουν κυρώσεις για τη μη τήρηση της υποχρεώσεως δηλώσεως, την οποία έχουν επιβάλει.
10. Είναι σαφές ότι πρέπει να δοθεί αρνητική απάντηση στο δεύτερο ερώτημα το οποίο διατύπωσα στην ενότητα 8, σχετικά με την αυστηρότητα των κυρώσεων που προβλέπει ένα κράτος μέλος. Η ομολογία του Δικαστηρίου, και ιδίως οι σκέψεις 35 έως 38 της αποφάσεως Donckerwolcke, όπως επιβεβαιώθηκε αργότερα (17), δεν αφήνουν καμία αμφιβολία επ' αυτού.
Οι σκέψεις της αποφάσεως στις οποίες αναφέρομαι είναι οι ακόλουθες:
"Τα κράτη μέλη δεν μπορούν όμως να απαιτούν σχετικώς από τον εισαγωγέα τίποτε άλλο πέραν του να αναφέρει την καταγωγή των προϊόντων, απ' ό,τι γνωρίζει ή λογικά μπορεί να γνωρίζει" (σκέψη 35).
"Το γεγονός άλλωστε ότι ο εισαγωγέας δεν συμμορφούται προς την υποχρέωση δηλώσεως της αρχικής καταγωγής του εμπορεύματος δεν μπορεί να οδηγήσει στην επιβολή δυσανάλογων κυρώσεων, δεδομένου του καθαρά διοικητικού χαρακτήρα της παραβάσεως" (σκέψη 36).
"Συναφώς, βέβαιο είναι ότι δεν συμβιβάζεται με τις διατάξεις της Συνθήκης, εφόσον ισοδυναμεί με παρακώλυση της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων, η κατάσχεση του εμπορεύματος ή κάθε οικονομική κύρωση συναρτώμενη προς την αξία του εμπορεύματος" (σκέψη 37).
"Γενικώς, κάθε διοικητικό ή ποινικό μέτρο που υπερβαίνει τα όρια του απολύτως αναγκαίου για το κράτος μέλος εισαγωγής μέσου για να συγκεντρώσει κατά το δυνατόν πλήρεις και ακριβείς πληροφορίες σχετικά με τη διακίνηση εμπορευμάτων που υπόκεινται σε ειδικά μέτρα εμπορικής πολιτικής, πρέπει να θεωρείται ως μέτρο αποτελέσματος ισοδυνάμου προς ποσοτικό περιορισμό απαγορευόμενο από τη Συνθήκη " (σκέψη 38).
Η σαφήνεια της διατυπώσεως της νομολογίας αυτής δείχνει χωρίς αμφισβήτηση ότι η Συνθήκη δεν επιτρέπει να εφαρμόζονται, στις ενδοικοινοτικές συναλλαγές ποινικές κυρώσεις δυσανάλογης αυστηρότητας - είτε πρόκειται για ποινή στερητική της ελευθερίας, είτε για δήμευση, είτε ακόμη για χρηματική ποινή, το ύψος της οποίας ορίζεται σε συνάρτηση με την αξία των εμπορευμάτων - με σκοπό να διασφαλιστεί η τήρηση μιας υποχρεώσεως καθαρά διοικητικής φύσεως. Περί αυτού ακριβώς πρόκειται στην περίπτωση που μας απασχολεί, περί της επιβολής δηλαδή της υποχρεώσεως, στο πλαίσιο της επιτηρήσεως της ενδοκοινοτικής κυκλοφορίας των εμπορευμάτων, να δηλώνεται η αρχική καταγωγή των προϊόντων που έχουν τεθεί σε ελεύθερη κυκλοφορία, δηλαδή, με άλλα λόγια, προϊόντων για τα οποία η Επιτροπή δεν έχει δώσει καμία έγκυρη εξουσιοδότηση για τη λήψη μέτρων διασφαλίσεως, αλλά μόνον εξουσιοδότηση ασκήσεως της ανωτέρω επιτηρήσεως.
11. Τα στοιχεία που μόλις εξέθεσα ουδόλως θίγουν τη δυνατότητα των κρατών μελών, όταν επιβάλλουν κυρώσεις για τελωνειακές παραβάσεις αμιγώς διοικητικής φύσεως, να διακρίνουν ανάλογα με την πρόθεση του εισαγωγέα. Το κοινοτικό δίκαιο δεν περιέχει καμία σχετική ένδειξη, αρκεί βέβαια τα κράτη μέλη να μην επιβάλλουν δυσανάλογες ποινικές κυρώσεις (όπως αυτές που αναφέρονται στην προηγούμενη ενότητα), που έχουν προβλεφθεί για τον κολασμό σοβαρών τελωνειακών παραπτωμάτων.
Ούτε θίγουν τα προαναφερθέντα σε τίποτα τη δυνατότητα των κρατών μελών να απαγορεύουν ή να επιβάλλουν κυρώσεις, μέσα στα πλαίσια της αρχής της αναλογικότητας, για ψευδείς δηλώσεις καταγωγής που αφορούν προϊόντα που προσφέρονται προς πώληση στους καταναλωτές (18). Δεν πρόκειται ωστόσο περί αυτού στο υποβληθέν από το αιτούν δικαστήριο ερώτημα, που αφορά ψευδή δήλωση καταγωγής την οποία υπέβαλε ένας εισαγωγέας στις τελωνειακές αρχές.
Συμπέρασμα
12. Ενόψει των παρατηρήσεων που προηγήθηκαν, προτείνω στο Δικαστήριο να δώσει στο ερώτημα του αιτούντος δικαστηρίου την ακόλουθη απάντηση:
"'Οταν πρόκειται για εμπορεύματα για τα οποία η Επιτροπή έχει δώσει, για την υπό κρίση περίοδο, ειδική εξουσιοδότηση που επιτρέπει παρέκκλιση από την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων, το κράτος μέλος μπορεί, μέσα στα όρια της εφαρμογής της ειδικής εξουσιοδοτήσεως της Επιτροπής και υπό τους όρους που αυτή ορίζει, να εμποδίζει την εισαγωγή των εν λόγω εμπορευμάτων παρά το ότι έχουν ήδη τεθεί σε ελεύθερη κυκλοφορία σε άλλο κράτος μέλος. Στην περίπτωση αυτή, το κράτος μέλος έχει το δικαίωμα να επιβάλλει, για ψευδείς δηλώσεις περί της καταγωγής των εμπορευμάτων αυτών, αυστηρές κυρώσεις, όπως η δήμευση των εμπορευμάτων και/ή χρηματικές ποινές ίσης αξίας.
'Οταν πρόκειται για εμπορεύματα για τα οποία η Επιτροπή δεν έχει δώσει ειδική εξουσιοδότηση για τη λήψη μέτρων διασφαλίσεως, αλλά μόνον εξουσιοδότηση επιτηρήσεως της ενδοκοινοτικής κινήσεως των εμπορευμάτων, το κράτος μέλος δεν μπορεί να τιμωρεί την απάτη που διαπράχθηκε με την απαιτούμενη υπ' αυτού δήλωση καταγωγής των εμπορευμάτων με ποινές δυσανάλογης αυστηρότητας, ίσες ή ανάλογες με τις κυρώσεις που αναφέρονται στην προηγούμενη παράγραφο και τούτο διότι σκοπός της εν λόγω δηλώσεως καταγωγής είναι απλώς να διευκολυνθεί το κράτος στην επιτήρηση των ενδοκοινοτικών εμπορικών ρευμάτων."
(*) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η ολλανδική.
(1) Δημοσιεύθηκαν αντίστοιχα στο ΡΒ 1971, L 121, σ. 26, και στην ΕΕ ειδ. έκδ. 11/005, σ. 3.
(2) Περί του κοινού καθεστώτος εισαγωγών (ΡΒ 1974, L 159, σ. 1). Το παράρτημα Ι φέρει τον τίτλο "Κοινός πίνακας ελευθερώσεως".
(3) Κατά το άρθρο 414, τιμωρείται με ποινή φυλακίσεως μέχρι τριών μηνών, δήμευση του αντικειμένου της απάτης και χρηματική ποινή ανερχόμενη στο ισόποσο της αξίας μέχρι το τριπλάσιο της αξίας του αντικειμένου της απάτης, μεταξύ άλλων, κάθε πράξη λαθρεμπορίου καθώς και κάθε πράξη εισαγωγής ή εξαγωγής χωρίς διασάφηση, όταν οι παραβάσεις αυτές αφορούν εμπορεύματα που εμπίπτουν σε μια από τις απαγορευόμενες ή βαρέως δασμολογούμενες κατά την έννοια του τελωνειακού κώδικα κατηγορίες. Τι νοείται ως εισαγωγή ή εξαγωγή χωρίς διασάφηση απαγορευομένων προϊόντων ορίζεται ιδίως στο άρθρο 426. Κατά την παράγραφο 2, ως τέτοια νοείται κάθε ψευδής δήλωση που γίνεται με σκοπό ή με αποτέλεσμα την αποφυγή της εφαρμογής απαγορευτικών μέτρων. Κατά την παράγραφο 3, ως τέτοιες νοούνται οι ψευδείς δηλώσεις ως προς το είδος, την αξία ή την καταγωγή των εμπορευμάτων ή την κατονομασία του πραγματικού παραλήπτη ή του πραγματικού αποστολέα, όταν οι παραβάσεις αυτές διαπράττονται με έγγραφα πλαστά, ανακριβή, ελλιπή ή ακατάλληλα. Σύμφωνα με το άρθρο 38, παράγραφος 1, θεωρούνται ως απαγορευόμενα όλα τα εμπορεύματα η εισαγωγή ή η εξαγωγή των οποίων απαγορεύεται για οποιοδήποτε λόγο, ή υπόκειται σε περιορισμούς ή (ιδίως) σε κανόνες ποιότητας. Το άρθρο 38, παράγραφος 2, ορίζει ότι, όταν η εισαγωγή ή εξαγωγή επιτρέπεται μόνο επί τη προσκομίσει εγκρίσεως, αδείας, πιστοποιητικού, κ.λπ., το εμπόρευμα είναι απαγορευόμενο αν δεν συνοδεύεται από νόμιμο τίτλο ή αν ο προσκομιζόμενος τίτλος είναι ακατάλληλος.
(4) Το άρθρο 410 τιμωρεί με χρηματική ποινή 2 000 έως 20 000 FF κάθε πλημμέλεια που δεν τιμωρείται βαρύτερα με άλλη διάταξη του κώδικα, και ειδικότερα κάθε παράλειψη ή ανακρίβεια σχετικά με τα στοιχεία που πρέπει να περιέχουν οι διασαφήσεις, εφόσον η πλημμέλεια δεν επηρεάζει την επιβολή δασμών ή απαγορεύσεων.
(5) Rec. 1976, σ. 1921. Η γαλλική κυβέρνηση αναφέρεται ειδικότερα στη σκέψη 35.
(6) Rec. 1971, σ. 1107, σκέψη 9.
(7) Rec. 1976, σ. 1921, σκέψη 21.
(8) Βλέπε σκέψεις 17 και 18 της απόφασης Donckerwolcke που αναφέρθηκε ήδη στην υποσημείωση 5.
(9) Βλέπε σκέψη 29 της αποφάσεως του Δικαστηρίου στην υπόθεση Donckerwolcke. Βλέπε επίσης τις αποφάσεις που είχαν ήδη εκδοθεί προηγουμένως από το Δικαστήριο, της 23ης Νοεμβρίου 1971 στην υπόθεση 62/70, Bock, Rec. 1971, σ. 897, σκέψη 14, και της 8ης Απριλίου 1976 στην υπόθεση 29/75, Kaufhof, Rec. 1976, σ. 431, σκέψη 5.
(10) Πρόκειται για την απόφαση 76/839/ΕΟΚ, της 9ης Σεπτεμβρίου 1976 (ΡΒ 1976, L 304, σ. 29), την απόφαση 77/762/ΕΟΚ, της 30ής Μαρτίου 1977 (ΡΒ 1977, L 314, σ. 33), και την απόφαση 77/482/ΕΟΚ, της 27ης Μαΐου 1977 (ΡΒ 1977, L 198, σ. 30). Η απόφαση 76/926/ΕΟΚ, της 10ης Νοεμβρίου 1976 (ΡΒ 1976, L 364, σ. 8), και η απόφαση 77/362/ΕΟΚ, της 3ης Μαρτίου 1977 (ΡΒ 1977, L 138, σ. 29), αφορούν τη δασμολογική κλάση εμπορευμάτων τα οποία, κατά τις παρατηρήσεις της Γαλλικής Κυβερνήσεως, δεν περιέχονταν στα επίδικα χαρτοκιβώτια.
(11) Βλέπε απόφαση του Δικαστηρίου της 8ης Απριλίου 1976 στην υπόθεση 29/75, Kaufhof, Rec. 1976, σ. 443, σκέψη 6, καθώς και τις αποφάσεις της 5ης Μαρτίου 1986 στην υπόθεση 59/84, Tezi I, και στην υπόθεση 242/84, Tezi II, Συλλογή 1986, σσ. 916 και 933, σκέψεις 43 και 51 έως 52.
(12) Βλέπε τις προτάσεις που ανέπτυξε ο γενικός εισαγγελέας Capotorti στην υπόθεση Donckerwolcke, Rec. 1976, σ. 1945, δεύτερη στήλη.
(13) Η απόφαση αυτή τροποποιήθηκε εκ βάθρων με την απόφαση 80/47/ΕΟΚ της Επιτροπής, της 20ής Δεκεμβρίου 1979 (ΕΕ ειδ. έκδ. 11/018, σ. 8). Βλέπε κατωτέρω υποσημείωση 15.
(14) Rec. 1976, σ. 1921, και ειδικότερα σσ. 1948 έως 1949, την οποία επαναλαμβάνει ο γενικός εισαγγελέας Warner στην υπόθεση 52/77, Cayrol κατά Rivoira, Rec. 1977, σ. 2261, και ειδικότερα σ. 2290. Βλέπε σχετικά A. Weber: "Die Bedeutung des Art. 115 EWGV fuer die Freiheit des Warenverkehrs". (Η σημασία του άρθρου 115 της Συνθήκης ΕΟΚ για την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων), EuropaRecht 1979, σ. 30 και επόμενες, και ειδικότερα σσ. 40 έως 41 H. Kretschmer: "Beschraenkungen des innergemeinschaftlichen Warenverkehrs nach der Kommissionsentscheidung 80/47/ΕΟΚ" (Περιορισμοί στο ενδοκοινοτικό εμπόριο μετά την απόφαση της Επιτροπής 80/47/ΕΟΚ), EuropaRecht 1981, σ. 63 και επόμενες, και ειδικότερα σ. 73.
(15) Η απόφαση 80/47/ΕΟΚ, της 20ής Δεκεμβρίου 1979 (ΕΕ ειδ. έκδ. 11/018, σ. 8), εισήγαγε σημαντικές τροποποιήσεις ως προς τρία σημεία. Πρώτον, η ενδοκοινοτική επιτήρηση είναι εφεξής δυνατή μόνο μετά από ειδική άδεια της Επιτροπής (άρθρο 2). Δεύτερον, η απόφαση καθόρισε τις ειδικές προϋποθέσεις υπό τις οποίες μπορεί να απαιτηθεί αιτιολόγηση της καταγωγής (άρθρο 4). Τρίτον, περιόρισε τις δυνατότητες καθυστερήσεως για μερικές ακόμα ημέρες της χορηγήσεως τίτλων εισαγωγής έως ότου η Επιτροπή αποφανθεί επί της αιτήσεως για άδεια λήψεως μέτρων προστασίας (άρθρο 3, παράγραφος 4). Στις 22 Ιουλίου 1987, η Επιτροπή εξέδωσε νέα απόφαση, την 87/433/ΕΟΚ (ΕΕ 1987, L 238, σ. 26), με την οποία προέβη σε νέες προσαρμογές εμπνεόμενες ιδίως από τις αποφάσεις Tezi που αναφέρθηκαν ανωτέρω στην υποσημείωση 11.
(16) Βλέπε απόφαση Donckerwolcke, που αναφέρθηκε ήδη στην υποσημείωση 5, σκέψεις 33 έως 35, καθώς και απόφαση του Δικαστηρίου της 30ής Νοεμβρίου 1977 στην υπόθεση 52/77, Cayrol κατά Rivoira, Rec. 1977, σ. 2261, σκέψεις 34 έως 36, και απόφαση της 28ης Μαρτίου 1979 στην υπόθεση 179/78, Rivoira, Rec. 1979, σ. 1147, σκέψεις 16 και 17.
(17) Βλέπε επίσης την προαναφερθείσα στην υποσημείωση 16 απόφαση που εκδόθηκε στην υπόθεση 52/77, Cayrol κατά Rivoira, σκέψεις 34 έως 39, και την απόφαση της 28ης Μαρτίου 1979 στην υπόθεση 179/78, Rivoira, Rec. 1979, σ. 1147, σκέψη 18.
(18) Βλέπε απόφαση του Δικαστηρίου της 25ης Απριλίου 1985 στην υπόθεση 207/83, Επιτροπή κατά Ηνωμένου Βασιλείου, Συλλογή 1985, σ. 1201, σκέψη 21.
Top