ΈΚΘΕΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠ' ΑΚΡΟΑΤΗΡΊΟΥ ΣΥΖΉΤΗΣΗ
στην υπόθεση C-35/88 ( *1 )
Ι — Το πλαίσιο της διαφοράς και η προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασία
Α — Το πλαίσιο νης διαφοράς
Η διαφορά αφορά την παρέμβαση των ελληνικών αρχών στην αγορά κτηνοτροφικών δημητριακών μέσω μιας επιτροπής που συστήθηκε με κοινή υπουργική απόφαση και απαρτίζεται μεταξύ άλλων από ανώτερους υπαλλήλους, η οποία καθορίζει τους όρους αγοράς και πωλήσεως των εν λόγω δημητριακών, και μέσω της Κεντρικής Υπηρεσίας Διαχείρισης Εθνικών Προϊόντων ( στο εξής: ΚΥΔΕΠ ), που είναι συνεταιριστική οργάνωση και αποτελεί το όργανο εφαρμογής της πολιτικής την οποία καθορίζει η εν λόγω επιτροπή.
Τα δημητριακά αποτελούν αντικείμενο του κανονισμού 2727/75 του Συμβουλίου, της 29ης Οκτωβρίου 1975, όπως τροποποιήθηκε, περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα των σιτηρών ( ΕΕ ειδ. έκδ. 03/013, σ. 158 ).
Όπως ορίζει το άρθρο 1 του κανονισμού, η οργάνωση αυτή περιλαμβάνει ένα σύστημα τιμών και συναλλαγών. Στα προϊόντα που διέπει, συγκαταλέγονται και τα κτηνοτροφικά δημητριακά.
Β — Η προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασία
Το 1982η Επιτροπή πληροφορήθηκε ότι η ΚΥΔΕΠ αγόρασε μεγάλες ποσότητες αραβοσίτου στην παγκόσμια αγορά και εν συνεχεία τις πώλησε στην ελληνική αγορά με ζημία.
Με έγγραφο της 1ης Ιουλίου 1982, οι υπηρεσίες της Επιτροπής ζήτησαν εξηγήσεις από τις ελληνικές αρχές σχετικά με τις ενέργειες αυτές, οι οποίες μπορούσαν να προκαλέσουν στρεβλώσεις στην αγορά αραβοσίτου.
Η Επιτροπή δεν έκρινε ικανοποιητική την απάντηση των ελληνικών αρχών και κίνησε τη διαδικασία του άρθρου 169 της Συνθήκης με την αιτιολογία ότι η παρέμβαση του ελληνικού κράτους στην αγορά αραβοσίτου μέσω της ΚΥΔΕΠ δεν συμβιβάζεται προς τις διατάξεις του προαναφερθέντος κανονισμού 2727/75 του Συμβουλίου, περί κοινής οργανώσεως της αγοράς σιτηρών.
Με έγγραφο της 26ης Μαρτίου 1984, η Επιτροπή κάλεσε την Ελληνική Δημοκρατία να υποβάλει τις παρατηρήσεις της επί των παραβάσεων που της προσήψε.
Οι ελληνικές αρχές απάντησαν στο έγγραφο οχλήσεως στις 11 Μαΐου 1984.
Οι ελληνικές αρχές υποστήριξαν, πρώτον, ότι οι επίδικες πράξεις πραγματοποιήθηκαν σύμφωνα με το καταστατικό της ΚΥΔΕΠ, με μόνο γνώμονα το συμφέρον των ενώσεων-μελών της και χωρίς καμιά ανάμειξη του κράτους.
Οι εν λόγω αρχές υποστήριξαν, δεύτερον, ότι οι πράξεις αυτές δεν επηρέασαν τις προσφερ-θείσες στην παρέμβαση ποσότητες εγχώριου αραβοσίτου ούτε τις εξαγωγές αραβοσίτου από την Ελληνική Δημοκρατία.
Η Επιτροπή, στην οποία υποβλήθηκαν και άλλες καταγγελίες, κάλεσε και πάλι τις ελληνικές αρχές, με έγγραφο της 23ης Δεκεμβρίου 1985, να υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους.
Με την όχληση αυτή διευρύνθηκε η παράβαση ώστε να καλύπτει ολόκληρη την αγορά κτηνοτροφικών δημητριακών. Στηριζόμενη σε ένα εσωτερικό έγγραφο της νομικής υπηρεσίας της ΚΥΔΕΠ, η Επιτροπή υποστήριξε ότι η συνεταιριστική αυτή οργάνωση ήταν στην πραγματικότητα απλώς και μόνο το εκτελεστικό όργανο μιας επιτροπής η οποία, συσταθείσα από τις ελληνικές αρχές, καθορίζει τους όρους πωλήσεως κτηνοτροφικών δημητριακών εντός της χώρας. Ο κρατικός προϋπολογισμός καλύπτει το έλλειμμα που προκύπτει από την πώληση κτηνοτροφικών δημητριακών στους έλληνες κτηνοτρόφους σε τιμή χαμηλότερη της τιμής αγοράς. Τέλος, η Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος παρέχει στην ΚΥΔΕΠ δάνεια με προνομιακούς όρους.
Κατά την Επιτροπή, οι ενέργειες αυτές συνιστούν παράβαση των διατάξεων του κανονισμού 2727/75 περί των σιτηρών, των διατάξεων των άρθρων 92 και 93 της Συνθήκης, δεδομένου ότι οι ενισχύσεις που χορηγεί κατ' αυτόν τον τρόπο το κράτος δεν έχουν κοινοποιηθεί προηγουμένως στην Επιτροπή όπως απαιτούν οι διατάξεις αυτές, και, τέλος, του άρθρου 5 της Συνθήκης.
Οι ελληνικές αρχές απάντησαν στο έγγραφο οχλήσεως στις 14 Μαρτίου 1986 υποστηρίζοντας ότι η παρέμβαση της επιτροπής αυτής αφορούσε μόνο τα αποθέματα κτηνοτροφικών δημητριακών που είχε στη διάθεση του το κράτος πριν από την προσχώρηση της Ελληνικής Δημοκρατίας στην κοινή αγορά. Τα αποθέματα αυτά είχαν πωληθεί στην ΚΥΔΕΠ στις αρχές του 1981, η δε προαναφερθείσα επιτροπή είχε ως μόνο αντικείμενο τον έλεγχο της διάθεσης των αποθεμάτων αυτών από την εν λόγω οργάνωση. Έτσι, η επιτροπή έπαυσε κάθε δραστηριότητα το 1984. Κατά τις ελληνικές αρχές, εξάλλου, η ΚΥΔΕΠ δεν χρηματοδοτείται με ευνοϊκούς όρους.
Η Επιτροπή, που δεν δέχθηκε τις απόψεις αυτές, διατύπωσε στις 5 Φεβρουαρίου 1987 αιτιολογημένη γνώμη στην οποία η Ελληνική Δημοκρατία απάντησε αρνητικά, στις 4 Μαΐου 1987.
Υπό τις συνθήκες αυτές η Επιτροπή άσκησε την υπό κρίση προσφυγή που πρωτοκολλήθηκε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 2 Φεβρουαρίου 1988.
Γ — Ένδικη όιαόικασία
Κατόπιν εκθέσεως του εισηγητή δικαστή και μετά από ακρόαση του γενικού εισαγγελέα το Δικαστήριο αποφάσισε να προχωρήσει στην προφορική διαδικασία. Κάλεσε, εξάλλου, την Επιτροπή και την Ελληνική Δημοκρατία να απαντήσουν σε διάφορες ερωτήσεις πριν από την προφορική διαδικασία.
Η Επιτροπή απάντησε στις ερωτήσεις που της τέθηκαν εντός της ταχθείσας προθεσμίας.
Αντιθέτως η Ελληνική Δημοκρατία δεν απάντησε εντός της αρχικής προθεσμίας.
Κατά την πρώτη επ' ακροατηρίου συζήτηση της 16ης Ιανουαρίου 1990, το Δικαστήριο χορήγησε στην Ελληνική Δημοκρατία νέα προθεσμία ενός μηνός προκειμένου να απαντήσει στις ερωτήσεις του Δικαστηρίου.
Οι απαντήσεις αυτές περιήλθαν στο Δικαστήριο στις 14 Φεβρουαρίου 1990.
II — Αιτήματα των διαδίκων
Η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο:
—
να διαπιστωθεί ότι, παρεμβαίνοντας στην αγορά κτηνοτροφικών δημητριακών και, ιδίως, κατευθύνοντας την ΚΥΔΕΠ κατά την αγορά και πώληση κτηνοτροφικών δημητριακών σε τιμές και υπό συνθήκες που καθορίζονται από την ελληνική κυβέρνηση, καλύπτοντας τη διαφορά που προκύπτει από τις συναλλαγές αυτές με εθνικούς πόρους και διευκολύνοντας την προνομιούχο χρηματοδότηση των δραστηριοτήτων της ΚΥΔΕΠ στο πλαίσιο της αγοράς κτηνοτροφικών δημητριακών από την Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος, η Ελληνική Δημοκρατία παρέβη τις υποχρεώσεις, τις οποίες υπέχει δυνάμει του κανονισμού (ΕΟΚ) 2727/75 περί κοινής οργανώσεως στον τομέα των σιτηρών και των σχετικών κανονισμών εκτέλεσης, καθώς και των άρθρων 5 και 93 της Συνθήκης
—
να καταδικάσει την καθής στα δικαστικά έξοδα.·
Η Ελληνική Δημοκρατία ζητεί να απορριφθεί η προσφυγή και να καταδικαστεί η προσφεύγουσα στα δικαστικά έξοδα.
III — Ισχυρισμοί και επιχειρήματα των διαδίκων
Α — Ως προς το παραδεκτό της προσφυγής
Η Ελληνική Δημοκρατία επικαλείται το απαράδεκτο της προσφυγής της Επιτροπής.
Η παρέμβαση των ελληνικών αρχών, όπως την περιγράφει η Επιτροπή, έχει ως κύριο αντικείμενο να ελαφρύνει τα βάρη των ημεδαπών κτηνοτρόφων πωλώντας τους κτηνοτροφικά δημητριακά σε τιμή χαμηλότερη της αγοραίας τιμής. Κατά τούτο η παρέμβαση αυτή συνιστά ενίσχυση κατά την έννοια του άρθρου 92 της Συνθήκης (απόφαση της 10ης Δεκεμβρίου 1969, Επιτροπή κατά Γαλλικής Δημοκρατίας, 6/69 και 11/69, Rec. 1969, σ. 523' απόφαση της 2ας Ιουλίου 1974, Ιταλική Δημοκρατία κατά Επιτροπής, 173/73, Rec. 1974, σ. 709).
Επομένως, εφαρμοστέα εν προκειμένω είναι μόνο η διαδικασία του άρθρου 93, παράγραφος 2, της Συνθήκης που παρέχει στους ενδιαφερομένους εγγυήσεις ειδικώς προσαρμοσμένες στα ιδιάζοντα προβλήματα του ανταγωνισμού εντός της κοινής αγοράς, εγγυήσεις οι οποίες βαίνουν πέραν αυτών που παρέχει η διαδικασία του άρθρου 169 της Συνθήκης (απόφαση της 20ής Ιανουαρίου 1985, Επιτροπή κατά Γαλλικής Δημοκρατίας, 290/83, Συλλογή 1985, σ. 439 ).
Αν γίνει δεκτό, όπως υποστηρίζει η Επιτροπή, ότι η νομολογία του Δικαστηρίου επιτρέπει, προκειμένου περί κρατικών ενισχύσεων, την εφαρμογή της διαδικασίας του άρθρου 169 της Συνθήκης στην περίπτωση όπου η παραβίαση του κοινοτικού δικαίου μπορεί να διαχωριστεί σαφώς από την ενίσχυση, δεν πληρούνται, εν πάση περιπτώσει, οι προϋποθέσεις εφαρμογής της νομολογίας αυτής (απόφαση της 22ας Μαρτίου 1977, Ianelli, 74/76, Rec. 1977, σ. 557 ). Πράγματι, δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι υπάρχει παράβαση άλλων κοινοτικών διατάξεων, πλην των άρθρων 92 και 93. Η Επιτροπή δεν προσκομίζει κανένα συγκεκριμένο στοιχείο ικανό να θεμελιώσει την προσαπτόμενη παράβαση του προαναφερθέντος κανονισμού 2727/75 του Συμβουλίου. Όσον αφορά το άρθρο 5 της Συνθήκης, παράβαση του οποίου επικαλείται επίσης η Επιτροπή, οι γενικές υποχρεώσεις που επιβάλλει εξατομικεύονται στη συγκεκριμένη περίπτωση ταυτιζόμενες με τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τα άρθρα 92 και 93 της Συνθήκης (απόφαση της 8ης Ιουνίου 1971, Deutsche Grammophon, 78/70, Rec. 1971, σ. 487).
Η Επιτροπή ζητεί την απόρριψη της ενστάσεως απαραδέκτου που πρόβαλε η Ελληνική Δημοκρατία.
Παρατηρεί, πρώτον, ότι η ένσταση προβλήθηκε για πρώτη φορά ενώπιον του Δικαστηρίου και όχι κατά την προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασία.
Η Επιτροπή φρονεί ότι η αρχή της αποκλειστικής εφαρμογής της διαδικασίας του άρθρου 93, παράγραφος 2, της Συνθήκης που θέτει η νομολογία του Δικαστηρίου εφαρμόζεται μόνο όταν η διαδικασία αυτή παρέχει στα ενδιαφερόμενα μέρη καλύτερες εγγυήσεις (απόφαση της 30ής Ιανουαρίου 1985, Επιτροπή κατά Γαλλικής Δημοκρατίας, 290/83, προαναφερθείσα ), δηλαδή όταν ανακύπτει το ειδικό πρόβλημα αν συμβιβάζεται μια κρατική ενίσχυση προς τους περί ανταγωνισμού κανόνες εντός της κοινής αγοράς. Αντιθέτως, στην περίπτωση όπου η παραβίαση του κοινοτικού δικαίου μπορεί να διαχωριστεί σαφώς από την κρατική ενίσχυση (απόφαση της 22ας Μαρτίου 1977, Ianelli, 74/76, προαναφερθείσα ) ή όταν η κρατική ενίσχυση συνιστά παράβαση διατάξεων κανονισμού που απαγορεύουν τις ενισχύσεις ορισμένου τύπου, η αρχή αυτή δεν εφαρμόζεται και η Επιτροπή έχει τη δυνατότητα να επιλέξει μεταξύ της διαδικασίας του άρθρου 93, παράγραφος 2, της Συνθήκης και της διαδικασίας του άρθρου 169 αναλόγως των συγκεκριμένων περιστάσεων κάθε υπόθεσης.
Η παρούσα διαφορά εμπίπτει στις εξαιρέσεις αυτές δεδομένου ότι τα επίδικα εθνικά μέτρα είναι διαφορετικά της κρατικής ενίσχυσης την οποία περιλαμβάνουν και συνιστούν παράβαση άλλων κοινοτικών διατάξεων πλην των άρθρων 92 και 93 της Συνθήκης και συγκεκριμένα των διατάξεων του προαναφερθέντος κανονισμού 2727/75 του Συμβουλίου. Δεδομένου ότι πρόκειται για καθεστώς κρατικών ενισχύσεων που ήδη έχει εφαρμοστεί, η Επιτροπή έκρινε ότι δεν ενδείκνυται η διαδικασία του άρθρου 93 της Συνθήκης, η οποία έχει ανασταλτικό αποτέλεσμα. Συνεπώς, η Επιτροπή επέλεξε, στο πλαίσιο της ευρείας διακριτικής εξουσίας που πρέπει να θεωρηθεί ότι έχει εν προκειμένω, τη διαδικασία του άρθρου 169 της Συνθήκης.
Β — Ως προς το βάσιμο της προσφυγής
1.
Η Επιτροπή φρονεί ότι η ΚΥΔΕΠ ενεργεί ως εκτελεστικός φορέας της πολιτικής την οποία καθορίζει η κυβέρνηση όσον αφορά την κυκλοφορία και την πώληση των κτηνοτροφικών δημητριακών.
α)
Όπως προκύπτει από διάφορα εσωτερικά έγγραφα που προσκομίζει η Επιτροπή και ειδικότερα από την έκθεση της νομικής υπηρεσίας της οργανώσεως αυτής, η πολιτική στον τομέα της κυκλοφορίας των κτηνοτροφικών δημητριακών έχει αποτελέσει το αντικείμενο σειράς υπουργικών αποφάσεων και συμβάσεων, τις οποίες η Ελληνική Δημοκρατία αρνήθηκε πάντα να κοινοποιήσει στην Επιτροπή παραβαίνοντας κατ' αυτόν τον τρόπο τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 5 της Συνθήκης.
Μεταξύ των αποφάσεων αυτών ιδιαίτερη σημασία έχει η κοινή απόφαση Α6-2028 της 17ης Μαρτίου 1981 των Υπουργών Γεωργίας και Εμπορίου με την οποία συστήθηκε η λεγόμενη « Επιτροπή Διαχειρίσεως Ζωοτροφών ». Η επιτροπή αυτή που απαρτίζεται συγκεκριμένα από ανώτερους υπαλλήλους των οικείων υπουργείων και έναν εκπρόσωπο της ΚΥΔΕΠ ρυθμίζει, μέχρι λεπτομερειών, τα της όλης διαχειρίσεως των ζωοτροφών.
Όπως προκύπτει από την απόφαση αυτή και αντίθετα με όσα υποστηρίζει η Ελληνική Δημοκρατία, η αποστολή της επιτροπής αυτής δεν περιορίζεται μόνο στον έλεγχο της διαχειρίσεως των αποθεμάτων κτηνοτροφικών δημητριακών που είχε στη διάθεση του το κράτος πριν από την προσχώρηση της Ελληνικής Δημοκρατίας στην κοινή αγορά, τα οποία πωλήθηκαν τότε στην ΚΥΔΕΠ.
Σχετικά με τους ισχυρισμούς των ελληνικών αρχών, ότι δηλαδή η επιτροπή αυτή έπαυσε να λειτουργεί το 1984, πρέπει να σημειωθεί, αφενός, ότι η Ελληνική Δημοκρατία δεν δικαιολογεί καθόλου την ιδιαίτερα μακρά περίοδο των τεσσάρων ετών που χρειάστηκε για τη διάθεση των υπαρχόντων αποθεμάτων και, αφετέρου, οι ισχυρισμοί αυτοί διαψεύδονται από τις δηλώσεις των ελληνικών αρχών κατά τη συνάντηση τους, τον Οκτώβριο του 1986, με τους εκπροσώπους της Επιτροπής και από την προαναφερθείσα έκθεση της νομικής υπηρεσίας της ΚΥΔΕΠ.
β)
Η παρέμβαση του κράτους στην αγορά κτηνοτροφικών δημητριακών πραγματοποιείται με τον καθορισμό εκ μέρους του κράτους των τιμών στις οποίες αγοράζει και πωλεί τα δημητριακά αυτά η ΚΥΔΕΠ. Η διαφορά μεταξύ της τιμής αγοράς και της τιμής στην οποία πωλούνται με ζημία τα δημητριακά αυτά καλύπτεται από τον κρατικό προϋπολογισμό, όπως αποδεικνύουν τα πρακτικά της 36ης γενικής συνέλευσης της ΚΥΔΕΠ, σχετικά με τις κρατικές παρεμβάσεις στην αγορά του αραβοσίτου και του κριθαριού.
Το γεγονός ότι τα ελλείμματα της ΚΥΔΕΠ καλύπτονται από τον κρατικό προϋπολογισμό αποδεικνύεται επίσης από τα στοιχεία που παρέθεσε ένας βουλευτής στην ελληνική Βουλή κατά τη συνεδρίαση της 6ης Μαρτίου 1987 καθώς επίσης και από τα πρακτικά μιας απόφασης της Επιτροπής Διαχειρίσεως Ζωοτροφών της 14ης Μαρτίου 1984.
γ)
Εξάλλου, η ΚΥΔΕΠ χρηματοδοτείται, για τις ενέργειες που πραγματοποιεί στην αγορά κτηνοτροφικών δημητριακών για λογαριασμό του κράτους, με προνομιακούς όρους από την Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος, η οποία απαιτεί τη μερική μόνο απόδοση των χορηγουμένων δανείων.
2.
Η παρέμβαση της ελληνικής κυβέρνησης, όπως περιγράφεται ανωτέρω, συνιστά παράβαση των υποχρεώσεων που απορρέουν από τις κοινοτικές διατάξεις.
Συγκεκριμένα παραβιάζεται η ελευθερία των εμπορικών συναλλαγών και η αρχή ότι τα κράτη υποχρεούνται να μη λαμβάνουν μέτρα που μπορεί να εξασθενίσουν ή να δημιουργήσουν παρεκκλίσεις στην κοινή οργάνωση της αγοράς ( που εν προκειμένω δημιουργήθηκε με τον προαναφερθέντα κανονισμό 2727/75) (απόφαση της 21ης Μαρτίου 1972, SAIL, 82/71, Rec. 1972, σ. 119' απόφαση της 18ης Μαΐου 1977, Beert van den Hazel, 111/76, Rec. 1977, σ. 90 Γ απόφαση της 29ης Ιουνίου 1978, Dechmann, 154/77, Rec. 1978, σ. 1573' απόφαση της 29ης Νοεμβρίου 1978, Pigs Marketing Board, 83/78, Rec. 1978, σ. 2347 ).
Εξάλλου, κατά την 36η γενική συνέλευση της ΚΥΔΕΠ, τα πρακτικά της οποίας προσκομίζει η Επιτροπή, αναγνωρίστηκε ρητά ο « αντικοι-νοτικός» χαρακτήρας των παρεμβάσεων του ελληνικού κράτους.
Η Επιτροπή φρονεί ότι η πρακτική αυτή είναι μάλιστα περισσότερο επιλήψιμη καθόσον οι ελληνικές αρχές απέφυγαν να διαβεβαιώσουν ότι θα παύσουν την παράβαση στο μέλλον.
Η Ελληνική δημοκρατία αμφισβητεί τα επιχειρήματα της Επιτροπής.
α)
Η παρέμβαση των αρχών περιορίστηκε μόνο στον έλεγχο της διαχείρισης των αποθεμάτων που είχε στη διάθεση του το κράτος πριν από την ημερομηνία προσχωρήσεως της Ελληνικής Δημοκρατίας στην κοινή αγορά.
Το κράτος πώλησε τότε στην ΚΥΔΕΠ το απόθεμα κτηνοτροφικών δημητριακών που η ΚΥΔΕΠ διατηρούσε στις αποθήκες της για λογαριασμό του καθώς και τα υπό εισαγωγή κτηνοτροφικά δημητριακά, η δε ΚΥΔΕΠ ανέλαβε την υποχρέωση να διαθέσει τα πωληθέντα δημητριακά υπό τον έλεγχο του κράτους. Ο έλεγχος αυτός πραγματοποιήθηκε μέσω της επιτροπής η οποία συστήθηκε με την υπουργική απόφαση Α6-2028 της 17ης Μαρτίου 1981, την οποία αναφέρει η Επιτροπή και με την οποία περιορίστηκε ρητά η αποστολή της εν λόγω επιτροπής στα υπάρχοντα κατά την 31η Δεκεμβρίου 1980 αποθέματα.
Η επιτροπή αυτή έπαυσε να λειτουργεί το 1984 οπότε διατέθηκε πλήρως το απόθεμα κτηνοτροφικών δημητριακών.
β)
Η ΚΥΔΕΠ, που είναι συνεταιριστική ένωση τρίτης βαθμίδας και αποτελείται από ενώσεις αγροτικών συνεταιρισμών για την προώθηση και ανάπτυξη των σιτηρών και των ζωοτροφών, είναι από 1ης Ιανουαρίου 1981 ανεξάρτητη του κράτους οργάνωση. Τη μόνη εξαίρεση αποτέλεσε ο προσωρινός έλεγχος που άσκησαν οι ελληνικές αρχές όσον αφορά τη διαχείριση των αποθεμάτων που είχε παλαιότερα στη διάθεση του το κράτος.
Δεν αποκλείεται μεν ότι η ΚΥΔΕΠ πωλεί τα κτηνοτροφικά δημητριακά με ζημία, πλην όμως η πρακτική αυτή δεν οφείλεται σε αυθαίρετη παρέμβαση του κράτους, αλλά αποτελεί τη συνήθη πρακτική ενός αγροτικού συνεταιρισμού έναντι των γεωργών που τελούν υπό δυσμενείς οικονομικές και κοινωνικές συνθήκες.
Εξάλλου, κανένα από τα έγγραφα που προσκομίζει η Επιτροπή δεν μαρτυρεί την πρακτική προνομιακής χρηματοδοτήσεως της ΚΥΔΕΠ.
γ)
Η Ελληνική Δημοκρατία αμφισβητεί τον αποδεικτικό χαρακτήρα των εσωτερικών εγγράφων της ΚΥΔΕΠ που προσκομίζει η Επιτροπή καθώς και την άρνηση συνεργασίας που της προσάπτει το όργανο αυτό. Τέλος, δεδομένου ότι αμφισβητείται αυτή ταύτη η παρέμβαση, οι ελληνικές αρχές φρονούν ότι δεν τίθεται ζήτημα να αναλάβουν των υποχρέωση εξαλείψεως της στο μέλλον.
IV — Απαντήσεις των διαδίκων στις ερωτήσεις του Δικαστηρίου
Α — Απαντηθείς της Επιτροπής
Πρώτη ερώτηση
Η Επιτροπή καλείται να διευκρινίσει ποιες διατάξεις του κανονισμού 2727/75 του Συμβουλίου, της 29ης Οκτωβρίου 1975, όπως τροποποιήθηκε, δεν τηρήθηκαν κατά την παρέμβαση των ελληνικών αρχών στην αγορά των κτηνοτροφικών δημητριακών.
Απάντηση
Η παρέμβαση της ΚΥΔΕΠ στην αγορά σιτηρών έγινε κατά παράβαση:
—
των άρθρων 3, 5, 6 και 7 του κανονισμού, που αφορούν τους μηχανισμούς διαμόρφωσης των τιμών και παρέμβασης της κοινής οργάνωσης αγοράς·
—
του άρθρου 8 του κανονισμού, που ορίζει ότι μόνη η Κοινότητα είναι αρμόδια να λαμβάνει ειδικά μέτρα σε περίπτωση δυσχερειών σε ορισμένη ή ορισμένες περιοχές·
—
του άρθρου 12 και επομένων του κανονισμού, περί του καθεστώτος συναλλαγών με τρίτες χώρες.
Επιπλέον, η Ελληνική Δημοκρατία, παραλείποντας να διαβιβάσει στην Επιτροπή τις πληροφορίες που αυτή της είχε ζητήσει, παρέβη το άρθρο 24 του κανονισμού 2727/75.
Δεύτερη ερώτηση
Η Επιτροπή καλείται να αναφέρει αν η προσφυγή που άσκησε αφορά αποκλειστικά τα κτηνοτροφικά δημητριακά που παρήχθησαν ή αγοράστηκαν από την Ελληνική Δημοκρατία μετά την είσοδο της Ελληνικής Δημοκρατίας στην κοινή αγορά ή αφορά και το απόθεμα κτηνοτροφικών δημητριακών που διέθετε το κράτος στις 31 Δεκεμβρίου 1980.
Απάντηση
Η προσφυγή αφορά κυρίως τα κτηνοτροφικά δημητριακά που παρήχθησαν ή αγοράστηκαν μετά την είσοδο της Ελληνικής Δημοκρατίας στην κοινή αγορά και την παρέμβαση της ΚΥΔΕΠ στην αγορά, για λογαριασμό του Δημοσίου, από 31ης Δεκεμβρίου 1980. Για τα προϋφιστάμενα αποθέματα, μικρής ποσότητας, δεν προβλέφθηκε καμιά μεταβατική κοινοτική ρύθμιση.
Τρίτη ερώτηση
Η Επιτροπή καλείται να προσκομίσει τα αποδεικτικά στοιχεία που δικαιολογούν την ύπαρξη προνομιακών συνθηκών χρηματοδοτήσεως της ΚΥΔΕΠ.
Απάντηση
Η προνομιακή χρηματοδότηση της ΚΥΔΕΠ εμφανίζεται, όπως προκύπτει από τις έρευνες της Επιτροπής, που δυσχεράνθηκαν λόγω της άρνησης των ελληνικών αρχών να επιτρέψουν τον έλεγχο των λογαριασμών του οργανισμού αυτού, υπό τις εξής μορφές:
—
δάνεια, χορηγούμενα κυρίως από την Αγροτική Τράπεζα, με την εγγύηση του Δημοσίου και με ευνοϊκότερο επιτόκιο σε σχέση με τη δανειοδότηση των ιδιωτικών οικονομικών φορέων, και επιπλέον μη αποδιδόμενα πλήρως από την ΚΥΔΕΠ ( βλέπε έγγραφο της 12ης Οκτωβρίου 1989 της διεύθυνσης οικονομικών υπηρεσιών της ΚΥΔΕΠ)·
—
κάλυψη των ελλειμμάτων της ΚΥΔΕΠ από τον κρατικό προϋπολογισμό ( βλέπε έκθεση της 4ης Νοεμβρίου 1985 της νομικής υπηρεσίας της ΚΥΔΕΠ, τα πρακτικά της 36ης συνέλευσης της ΚΥΔΕΠ, καθώς και τα πρακτικά αριθ. 189, της 14ης Φεβρουαρίου 1984, της Επιτροπής Διαχείρισης Ζωοτροφών)'
—
καταβολή από την Αγροτική Τράπεζα δύο δραχμών ανά κιλό στους παραγωγούς που πωλούν στην ΚΥΔΕΠ.
Προς στήριξη των ισχυρισμών της, η Επιτροπή προσκομίζει εξάλλου τον ισολογισμό της ΚΥΔΕΠ της 31ης Δεκεμβρίου 1988, στον οποίον εμφαίνονται σημαντικές απαιτήσειςέναντι του Δημοσίου, παραπέμπει δε στην έκθεση της Τράπεζας της Ελλάδος, της οποίας γίνεται μνεία στην υπόθεση C-32/89, Ελληνική Δημοκρατία κατά Επιτροπής (απόφαση της 19ης Μαρτίου 1991, Συλλογή 1991, σ. I-1321 ).
Τέταρτη ερώτηση
Η Επιτροπή καλείται να δηλώσει αν θεωρεί ότι η ΚΥΔΕΠ και οι ενώσεις συνεταιρισμών μελών της ΚΥΔΕΠ παρενέβαιναν στο στάδιο χονδρικού εμπορίου των κτηνοτροφικών δημητριακών, και να αιτιολογήσει την άποψη της.
Απάντηση
Η ΚΥΔΕΠ και οι ενώσεις συνεταιρισμών που είναι μέλη της ασκούν, όπως έχει παραδεχθεί η Ελληνική Δημοκρατία στην προαναφερθείσα προσφυγή της 32/89 κατά της Επιτροπής, οιονεί μονοπώλιο στο χονδρικό εμπόριο των κτηνοτροφικών δημητριακών, οι δε ιδιώτες έμποροι δεν μπορούν, παραδείγματος χάρη, ούτε να εξαγάγουν, πλην εξαιρέσεων, ούτε να εισαγάγουν καλαμπόκι.
Πέμπτη ερώτηση
Η Επιτροπή καλείται να διευκρινίσει τις συνθήκες υπό τις οποίες, κατά την άποψη της, οι ελληνικές αρχές παρενέβαιναν κατά την αγορά και την πώληση στην τιμή των κτηνοτροφικών δημητριακών.
Απάντηση
Η Επιτροπή Διαχείρισης Ζωοτροφών, στη σύνθεση της οποίας μετέχουν εκπρόσωποι των αρμοδίων υπουργείων και της ΚΥΔΕΠ, ή κάποιο αντίστοιχο όργανο που υπάρχει τώρα, καθορίζει:
—
την τιμή αγοράς των κτηνοτροφικών δημητριακών η τιμή αυτή, ανώτερη της κοινοτικής, διαμορφώνεται αποκλειστικώς βάσει των οικονομικών δεδομένων που διαθέτει η Ελληνική Δημοκρατία-
—
την τιμή διάθεσης των κτηνοτροφικών δημητριακών, σε επίπεδα συνήθως κατώτερα από την τιμή αγοράς, καθώς και την τιμή εισαγωγής'
—
το ποσό της ζημίας που υφίσταται η ΚΥΔΕΠ και που χρηματοδοτείται από τον κρατικό προϋπολογισμό.
Τα στοιχεία που εκτίθενται ανωτέρω επιβεβαιώνονται από καταγγελίες επιχειρηματιών και δημοσιεύματα του τύπου που προσκομίζονται στη δικογραφία.
Έκτη ερώτηση
Η Επιτροπή καλείται να διευκρινίσει αν οι ενισχύσεις, για τις οποίες η Επιτροπή επικρίνει την Ελληνική Δημοκρατία, προορίζονταν για τους παραγωγούς δημητριακών, τους χονδρεμπόρους ή τους κτηνοτρόφους.
Απάντηση
Αυτοί που κυρίως ωφελούνται από το διαμορφωθέν σύστημα παρέμβασης είναι οι παραγωγοί κτηνοτροφικών δημητριακών, εφόσον τα προϊόντα τους αγοράζονται σε τιμές υψηλότερες κατά 20 ο/ο από τις τιμές αγοράς.
Οι κτηνοτρόφοι ωφελούνται και αυτοί, εφόσον η ΚΥΔΕΠ τους πωλεί ζωοτροφές σε τιμές κατώτερες από τις τιμές αγοράς.
Αντιθέτως, οι ιδιώτες χονδρέμποροι πλήττονται από την παρέμβαση της ΚΥΔΕΠ, η οποία έχει καταρχήν ως αποτέλεσμα τον αποκλεισμό τους από την αγορά των κτηνοτροφικών δημητριακών.
Έβδομη ερώτηση
Η Επιτροπή καλείται να αναφέρει με ακρίβεια τις συνθήκες υπό τις οποίες η Ελληνική Δημοκρατία αρνήθηκε να διαβιβάσει διάφορα έγγραφα στην Επιτροπή.
Απάντηση
Η απόφαση για τη διενέργεια έρευνας σχετικά με τη λειτουργία της αγοράς κτηνοτροφικών δημητριακών κοινοποιήθηκε στις ελληνικές αρχές στις 3 Ιουνίου 1987. Όπως προκύπτει από την ανασκόπηση που περιέχεται σε έγγραφο προσκομισθέν στη δικογραφία, οι ελληνικές αρχές και η ΚΥΔΕΠ αρνήθηκαν να διαβιβάσουν στην Επιτροπή τις αιτηθείσες πληροφορίες.
Β — Απαντήσεις της Ελληνικής δημοκρατίας
Πρώτη ερώτηση
Η ελληνική κυβέρνηση καλείται να προσκομίσει τις ακόλουθες αποφάσεις που αναφέρονται στην έκθεση της νομικής υπηρεσίας της ΚΥΔΕΠ που προσκόμισε η Επιτροπή:
—
αριθ. 1494 της 17ης Φεβρουαρίου 1981, 1533 της 15ης Απριλίου 1981, 1733 της 21ης Σεπτεμβρίου 1981 και 1761 της 8ης Οκτωβρίου 1981, της οικονομικής επιτροπής'
—
αριθ. 357 της 31ης Μαρτίου 1982, της νομισματικής επιτροπής'
—
αριθ. 205333 της 16ης Ιουλίου 1982, 205334 της 22ας Ιουλίου 1982, των Υπουργών Οικονομικών, Γεωργίας και Εμπορίου·
—
αριθ. 205336 της 29ης Ιουλίου 1982, του Υπουργού Γεωργίας·
—
αριθ. 206693 της 9ης Σεπτεμβρίου 1982, των Υπουργών Γεωργίας και Εμπορίου·
—
αριθ. 206493 της 1ης Σεπτεμβρίου 1982, 206582 της 29ης Σεπτεμβρίου 1982 και 206586 της 30ής Σεπτεμβρίου 1982, του Υπουργού Γεωργίας.
Απάντηση
Η ελληνική κυβέρνηση υπέβαλε:
—
τις αποφάσεις της οικονομικής επιτροπής:
—
αριθ. 1494, της 17ης Φεβρουαρίου 1981,
—
αριθ. 1533, της 15ης Απριλίου 1981,
—
αριθ. 1733, της 21ης Σεπτεμβρίου 1981,
—
αριθ. 1761 της 24ης Σεπτεμβρίου 1981
—
την απόφαση 357 της 31ης Μαρτίου 1982, της νομισματικής επιτροπής·
—
τις κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομικών, Γεωργίας και Εμπορίου:
—
αριθ. 205333 της 16ης Ιουλίου 1982,
—
αριθ. 205334 της 22ας Ιουλίου 1982·
—
την κοινή απόφαση 206693 της 9ης Σεπτεμβρίου 1982, των Υπουργών Γεωργίας και Εμπορίου ·
—
τις αποφάσεις του Υπουργού Γεωργίας:
—
αριθ. 205336 της 29ης Ιουλίου 1982,
—
αριθ. 206493 της 1ης Σεπτεμβρίου 1982,
—
αριθ. 206586 της 30ής Σεπτεμβρίου 1982.
Η αριθ. 206582/1982 απόφαση του Υπουργού Γεωργίας δεν υποβλήθηκε διότι δεν υλοποιήθηκε ποτέ και, δεδομένου ότι δεν ήταν δημοσιεύσιμη, κατά την εκκαθάριση των αρχείων των επομένων ετών καταστράφηκε, ως άνευ αντικειμένου.
άεντερη ερώτηση
Η ελληνική κυβέρνηση καλείται να αναφέρει στο Δικαστήριο:
α)
το ύψος και τη δικαιολόγηση των κρατικών επιχορηγήσεων προς την ΚΥΔΕΠ κατά τη διάρκεια των ετών 1981-1988·
β)
το ύψος των αγορών και των πωλήσεων κτηνοτροφικών δημητριακών που πραγματοποιήθηκαν κατά τη διάρκεια των ετών αυτών από την ΚΥΔΕΠ·
γ)
τους επιχειρηματίες από τους οποίους η ΚΥΔΕΠ αγόραζε και στους οποίους πωλούσε κτηνοτροφικά δημητριακά·
δ)
τη σύνθεση, τον αριθμό στο ελληνικό έδαφος και το ρόλο των συνεταιρισμών μελών της ΚΥΔΕΠ (επρόκειτο συγκεκριμένα για συνεταιρισμούς κτηνοτρόφων ή παραγωγών δημητριακών; ).
Απάντηση
α)
Το ύψος των επιχορηγήσεων με τη μορφή δανείων προς την ΚΥΔΕΠ κατά τα έτη 1981-1988 ανέρχεται σε 64588149141 δρχ.
Τα δάνεια αυτά καλύπτουν:
—
την αξία των ποσοτήτων των ζωοτροφών που κατείχε το ελληνικό Δημόσιο κατά την 31η Δεκεμβρίου 1980 και διέθεσε στους κτηνοτρόφους μέσω της ΚΥΔΕΠ·
—
διάφορες χορηγήσεις που δόθηκαν κατά καιρούς στους κτηνοτρόφους μέσω της ΚΥΔΕΠ (φυσικές καταστροφές, ατύχημα Τσερνομπίλ, ξηρασίες ).
Όπως προκύπτει από τον ισολογισμό χρήσεως 1988 της διευθύνσεως οικονομικής υπηρεσίας της ΚΥΔΕΠ, τον οποίο έχει προσκομίσει η Επιτροπή, μέρος μόνο του δανείου έχει καταβληθεί.
Τέλος, στο πλαίσιο της κρατικής εποπτείας των συνεταιρισμών, οι διενεργηθέντες από την Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος διαχειριστικοί έλεγχοι κατέληξαν στην υποβολή μηνυτήριας αναφοράς κατά των υπευθύνων της ΚΥΔΕΠ. Περαιτέρω, μελετάται η άσκηση αγωγής αποζημιώσεως.
β)
Το ύψος των αγορών κτηνοτροφικών δημητριακών που πραγματοποιήθηκαν από την ΚΥΔΕΠ κατά την υπό κρίση περίοδο ( 1981-1988 ) ανέρχεται σε 237318979270 δρχ., των δε πωλήσεων σε 233486078601 δρχ. Δεν έχουν εξαντληθεί όλες οι αγορασθείσες ποσότητες.
γ)
Η ΚΥΔΕΠ αγόραζε ζωοτροφές από τις ακόλουθες επιχειρήσεις: Conti SA, Cargil SA, Toepfer SA, Σιτέξ AE, Prograin SA, ΑΠΕΛ AE και Ferugi AE.
H ΚΥΔΕΠ πωλούσε αυτές τις ζωοτροφές στους έλληνες κτηνοτρόφους, μέλη των συνεταιριστικών οργανώσεων.
δ)
Η ΚΥΔΕΠ αποτελεί κοινοπραξία 89 ενώσεων γεωργικών συνεταιρισμών. Οι ενώσεις αποτελούνται από 5200 πρωτοβάθμιους αγροτικούς συνεταιρισμούς και οι συνεταιρισμοί αυτοί έχουν 2000000 συνεταιρισμένα φυσικά πρόσωπα ως μέλη.
Σύμφωνα με το άρθρο 3 του νόμου 1541/85 περί αγροτικών συνεταιριστικών οργανώσεων, οι συνεταιρισμοί αυτοί με τις δραστηριότητες τους καλύπτουν την παραγωγή, μεταποίηση και εμπορία των γεωργικών προϊόντων και τη λήψη μέτρων προστασίας των προϊόντων αυτών, την κατασκευή και προμήθεια των μέσων γεωργικής παραγωγής, καθώς και τη βελτίωση της κοινωνικής και πολιτιστικής κατάστασης και του βιοτικού επιπέδου των αγροτών.
Οι συνεταιρισμοί μέλη της ΚΥΔΕΠ αποτελούνται τόσο από κτηνοτρόφους όσο και από παραγωγούς δημητριακών.
F. Gravisse
εισηγητής δικαστής
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η ελληνική.
Top