ΈΚΘΕΣΗ ΑΚΡΟΑΤΗΡΊΟΥ
στην υπόθεση C-70/88 ( *1 )
I — Τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς
1.
Με την υπό κρίση προσφυγή, που ασκήθηκε βάσει των άρθρων 173 της Συνθήκης ΕΟΚ και 146 της Συνθήκης ΕΚΑΕ, ζητείται η ακύρωση του κανονισμού (Ευρατόμ) 3954/87 rov Συμβουλίου, της 22ας Δεκεμβρίου 1987, για τον καθορισμό των μεγίστων επιτρεπτών επιπέδων ραδιενέργειας στα τρόφιμα και τις ζωοτροφές λόγω πυρηνικού ατυχήματος ή σε περίπτωση εκτάκτου κινδύνου από ακτινοβολίες ( EEL 371, σ. 11).
2.
Ο κανονισμός αυτός θεσπίζει τη οιαδικασία που πρέπει να ακολουθείται για τον καθορισμό των μεγίστων επιτρεπτών επιπέδων ραδιενεργού μολύνσεως των τροφίμων και των ζωοτροφών που επιτρέπεται να διατίθενται στην αγορά ύστερα από πυρηνικό ατύχημα η σε οποιαδήποτε περίπτωση εκτάκτου κινδύνου από ακτινοβολίες που απειλεί να προκαλέσει ή που έχει προκαλέσει σημαντική ραδιενεργό μόλυνση στα τρόφιμα και τις ζωοτροφές (άρθρο 1, παράγραφος 1). Μόλις πληροφορηθεί επίσημα για ατύχημα ή οποιαδήποτε άλλη κατάσταση εκτάκτου κινδύνου από ακτινοβολίες, όπου υπάρχουν ενδείξεις ότι η ραδιενέργεια ενδέχεται να φθάσει ή έχει φθάσει τα μέγιστα επιτρεπτά επίπεδα που αναφέρονται στο παράρτημα του εν λόγω κανονισμού, η Επιτροπή θεσπίζει αμέσως, εφόσον αυτό επιβάλλεται από τις περιστάσεις, κανονισμό για την εφαρμογή των μέγιστων αυτών επιτρεπτών επιπέδων. Η διάρκεια ισχύος του κανονισμού αυτού δεν πρέπει να υπερβαίνει τους τρεις μήνες (άρθρο 2). Κατόπιν διαβουλεύσεως με εμπειρογνώμονες, η Επιτροπή υποβάλλει στο Συμβούλιο πρόταση κανονισμού για την προσαρμογή ή τη διατήρηση των διατάξεων του κανονισμού που αναφέρεται στο άρθρο 2 εντός προθεσμίας ενός μηνός από την έκδοση του. Το Συμβούλιο, με ειδική πλειοψηφία, υιοθετεί την εν λόγω πρόταση κανονισμού εντός προθεσμίας τριών μηνών ( άρθρο 3 ). Δεν πρέπει να διατίθενται στην αγορά τρόφιμα ή ζωοτροφές των οποίων η μόλυνση υπερβαίνει τα μέγιστα επιτρεπτά επίπεδα που καθορίζονται από τον κανονισμό που έχει εκδοθεί βάσει των άρθρων 2 ή 3 ( άρθρο 6 ). Οι κανόνες για την εφαρμογή του κανονισμού 3954/87 θεσπίζονται σύμφωνα με την αποκαλούμενη διαδικασία της επιτροπής διαχειρίσεως ( άρθρο 7 ).
3.
Ο προσβαλλόμενος κανονισμός εκδόθηκε βάσει του άρθρον 31 της Συνθήκης ΕΚΑΕ. Η διάταξη αυτή προβλέπει τη θέσπιση βασικών κανόνων σχετικά με την προστασία της υγείας του πληθυσμού και των εργαζομένων από τους κινδύνους που προκύπτουν από ιοντίζουσες ακτινοβολίες σύμφωνα με την ακόλουθη διαδικασία: η Επιτροπή επεξεργάζεται τους βασικούς κανόνες κατόπιν γνώμης ομάδας εμπειρογνωμόνων στη συνέχεια, το Συμβούλιο θεσπίζει, με ειδική πλειοψηφία και προτάσει της Επιτροπής, τους βασικούς κανόνες, ύστερα από γνώμη της Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής και κατόπιν διαβουλεύσεως με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο.
4.
Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο βάλλει κατά του κανονισμού 3954/87 για τον λόγο κυρίως ότι ο εν λόγω κανονισμός έπρεπε να ερείδεται όχι επί του άρθρου 31 της Συνθήκης ΕΚΑΕ αλλά επί του άρθρου 100 Α της Συνθήκης ΕΟΚ. Η τελευταία αυτή διάταξη προβλέπει κατ' ουσίαν ότι το Συμβούλιο, αποφασίζοντας με ειδική πλειοψηφία κατόπιν προτάσεως της Επιτροπής σε συνεργασία με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και μετά από διαβούλευση με την Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή, θεσπίζει μέτρα σχετικά με την προσέγγιση των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών μελών που έχουν ως αντικείμενο την εγκαθίδρυση και τη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς.
II — Έγγραφη διαδικασία και αιτήματα των διαδίκων
1.
Το δικόγραφο της προσφυγής του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου πρωτοκολλήθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 4 Μαρτίου 1988.
2.
Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 11 Απριλίου 1988, το Συμβούλιο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, καθού, προέβαλε ένσταση απαραδέκτου σύμφωνα με το άρθρο 91 του Κανονισμού Διαδικασίας.
3.
Με Διατάξεις της 13ης Ιουλίου 1988 και της 18ης Ιανουαρίου 1989, αντίστοιχα, το Δικαστήριο επέτρεψε στην Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και το Ηνωμένο Βασίλειο να παρέμβουν υπέρ του Συμβουλίου.
4.
Με απόφαση της 22ας Μαΐου 1990, το Δικαστήριο απέρριψε την ένσταση απαραδέκτου που είχε προβάλει το Συμβούλιο και διέταξε τη συνέχιση της διαδικασίας ως προς την ουσία.
5.
Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ζητεί από το Δικαστήριο:
—
να ακυρώσει τον κανονισμό 3954/87 του Συμβουλίου, της 22ας Δεκεμβρίου 1987, για τον καθορισμό των μεγίστων επιτρεπτών επιπέδων ραδιενέργειας στα τρόφιμα και τις ζωοτροφές λόγω πυρηνικού ατυχήματος ή σε περίπτωση εκτάκτου κινδύνου από ακτινοβολίες·
—
να καταδικάσει το καθού στα δικαστικά έξοδα.
Το Συμβούλιο ζητεί από το Δικαστήριο:
—
να απορρίψει την προσφυγή·
—
να καταδικάσει το προσφεύγον στα δικαστικά έξοδα.
Το Ηνωμένο Βασίλειο ζητεί από το Δικαστήριο:
—
να απορρίψει την προσφυγή ως αβάσιμη
—
να καταδικάσει το Κοινοβούλιο στα δικαστικά έξοδα, συμπεριλαμβανομένων και των εξόδων στα οποία υποβλήθηκε το Ηνωμένο Βασίλειο ως παρεμβαίνον.
Η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο:
—
να απορρίψει την προσφυγή ως αβάσιμη·
—
να καταδικάσει το προσφεύγον στα δικαστικά έξοδα, συμπεριλαμβανομένων και των εξόδων στα οποία υποβλήθηκε η Επιτροπή ως παρεμβαίνουσα.
6.
Το Δικαστήριο, κατόπιν εκθέσεως του εισηγητή δικαστή και μετ' ακρόαση του γενικού εισαγγελέα, αποφάσισε να προχωρήσει στην προφορική διαδικασία ως προς την ουσία της υποθέσεως χωρίς προηγούμενη διεξαγωγή αποδείξεων.
III — Ισχυρισμοί και επιχειρήματα των διαδίκων
1.
Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο στηρίζει την προσφυγή του, αφενός μεν, στην παράβαση ουσιώδους τύπου, αφετέρου δε, στην παράβαση της Συνθήκης καθώς και ενός κανόνα εφαρμοζόμενου δυνάμει αυτής.
α)
Όσον αφορά την προβαλλόμενη παράβαση ουοιώδους τύπον, το Κοινοβούλιο ισχυρίζεται ότι το Συμβούλιο κακώς στήριξε τον κανονισμό 3954/87 στο άρθρο 31 της Συνθήκης ΕΚΑΕ, εφόσον το άρθρο 100 Α της Συνθήκης ΕΟΚ αποτελεί την ορθή νομική βάση.
αα)
Στην προσφυγή του, το Κοινοβούλιο υπενθυμίζει, καταρχάς, τη νομολογία του Δικαστηρίου ( απόφαση της 26ης Μαρτίου 1987, 45/86, Επιτροπή κατά Συμβουλίου, Συλλογή 1987, σ. 1493, σκέψη 11 ), σύμφωνα με την οποία « στο πλαίσιο του συστήματος αρμοδιοτήτων της Κοινότητας η επιλογή της νομικής βάσεως μιας πράξεως δεν μπορεί να εξαρτάται από την πεποίθηση ενός οργάνου ως προς τον επιδιωκόμενο σκοπό, αλλά πρέπει να στηρίζεται σε αντικειμενικά στοιχεία που να επιδέχονται δικαστικό έλεγχο. » Το Κοινοβούλιο υπενθυμίζει επίσης ότι το Δικαστήριο έχει αναγνωρίσει ( προαναφερθείσα απόφαση, σκέψη 12 ), ότι η επιλογή της νομικής βάσεως μπορεί να επηρεάζει το περιεχόμενο της πράξεως. Αυτό ακριβώς συμβαίνει, κατά τη γνώμη του Κοινοβουλίου και, όσον αφορά την υπό κρίση περίπτωση, δεδομένου ότι, αν μπορούσε να γίνει η δεύτερη ανάγνωση, που είναι συμφυής με την προβλεπόμενη στο άρθρο 100 Α της Συνθήκης ΕΟΚ διαδικασία συνεργασίας, αυτό θα είχε ουσιώδεις επιπτώσεις επί του περιεχομένου του κανονισμού, κυρίως όσον αφορά την προστασία της υγείας.
Το Κοινοβούλιο παρατηρεί ότι το άρθρο 31 της Συνθήκης ΕΚΑΕ αφορά τη διαδικασία επεξεργασίας και καθορισμού των βασικών κανόνων. Η τελευταία αυτή έννοια διευκρινίζεται στο άρθρο 30 της ίδιας Συνθήκης ως αφορώσα, κυρίως, τα μέτρα που εξασφαλίζουν την προστασία της υγείας του πληθυσμού και των εργαζομένων από τους κινδύνους που προκύπτουν από ιοντίζουσες ακτινοβολίες. Εξεταζόμενοι σε σχέση με τον σκοπό της Συνθήκης ΕΚΑΕ, που είναι η ανάπτυξη της πυρηνικής βιομηχανίας, οι βασικοί κανόνες αφορούν κυρίως τις εγκαταστάσεις της βιομηχανίας αυτής, τις εγκαταστάσεις που έχουν σχέση με την έρευνα, άλλες πηγές ιοντιζουσών ακτινοβολιών καθώς και τις μεταφορές ραδιενεργών υλικών.
Επομένως, η εν λόγω προστασία της υγείας αφορά τους εργαζομένους που απασχολούνται σε πυρηνικές εγκαταστάσεις ή έρχονται σε επαφή με πυρηνικά καύσιμα καθώς και τους πληθυσμούς που είναι δυνατό να εκτίθενται σε ακτινοβολίες· η εν λόγω προστασία αφορά τις ακτινοβολίες που προκύπτουν κατά τρόπο άμεσο εντός μιας πυρηνικής εγκαταστάσεως ή κατά τη χρησιμοποίηση πυρηνικών καυσίμων ( « πρωτογενείς ακτινοβολίες » ). Ωστόσο, ούτε από το γράμμα ούτε από τον σκοπό του άρθρου 31 της Συνθήκης ΕΚΑΕ προκύπτει η βούληση εξασφαλίσεως ευρύτερης προστασίας, όπως, π. χ., από προϊόντα που έχουν μολυνθεί στο πλαίσιο της χρησιμοποιήσεως πυρηνικής ενεργείας. Εξάλλου, η ερμηνεία αυτή επιβεβαιώνεται και από την πρακτική που ακολουθήθηκε μέχρι την έκδοση του κανονισμού 3954/87, κατά την οποία οι πράξεις που εκδίδονταν βάσει του άρθρου 31 της Συνθήκης ΕΚΑΕ αφορούσαν τους κινδύνους που προέκυπταν από πρωτογενείς ακτινοβολίες και καθόριζαν μέγιστα επιτρεπτά επίπεδα για τα αμέσως ενδιαφερόμενα πρόσωπα.
Αντιθέτως, στόχος του κανονισμού 3954/87 είναι, κατά το Κοινοβούλιο, ο καθορισμός της δυνατότητας διαθέσεως στο εμπόριο των τροφίμων με τον καθορισμό μεγίστων επιτρεπτών ορίων ραδιενέργειας. Επομένως, πρόκειται για τον καθορισμό, σχετικά με τρόφιμα, κανόνων ποιότητας των οποίων η μη τήρηση καθιστά πλέον αδύνατη τη διάθεση στο εμπόριο των προϊόντων αυτών στο πλαίσιο της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων. Κατά συνέπεια, ο επιδιωκόμενος από τον προσβαλλόμενο κανονισμό στόχος δεν εμπίπτει στο άρθρο 31 της Συνθήκης ΕΚΑΕ.
Προκειμένου περί του άρθρου 100 Α της Συνθήκης ΕΟΚ, το οποίο, κατά τη γνώμη του προσφεύγοντος, αποτελεί την ορθή νομική βάση για τον καθορισμό των μεγίστων επιτρεπτών επιπέδων ραδιενεργειας στα τρόφιμα, το Κοινοβούλιο υπογραμμίζει ότι, όπως προκύπτει, η διάταξη αυτή αποτελεί ένα κανόνα που είναι ουσιώδης για την υλοποίηση της επιδιωκόμενης για τα τέλη του 1992 εσωτερικής αγοράς. Αποτελεί « lex specialis » σε σχέση με το άρθρο 100 της ίδιας Συνθήκης, βάσει του οποίου το Συμβούλιο εξέδωσε κατά το παρελθόν πολλές πράξεις, όσον αφορά τον τομέα των κανόνων σχετικά με την ποιότητα των τροφίμων ( κυρίως τις « οριζόντιες » οδηγίες σχετικά με τις πρόσθετες ουσίες ). Οι πράξεις αυτές είχαν ως αντικείμενο τη διατήρηση, μέσω της εναρμονίσεως, της ενότητας της αγοράς, την παρεμπόδιση εκτροπών του εμπορίου και την προστασία της υγείας του πληθυσμού.
Το Κοινοβούλιο συνάγει από τα προηγούμενα το συμπέρασμα ότι μόνον όσον αφορά την καλύτερη δυνατή προστασία της υγείας του πληθυσμού υφίσταται ανταγωνισμός στόχων μεταξύ του άρθρου 100 Α της Συνθήκης ΕΟΚ και του άρθρου 31 της Συνθήκης ΕΚΑΕ. Εντούτοις, μόνο το άρθρο 100 Α καλύπτει τους λοιπούς στόχους του επίμαχου κανονισμού, δηλαδή την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων και την αποφυγή στρεβλώσεων του ανταγωνισμού. Στην αλληλουχία αυτή, το Κοινοβούλιο διευκρινίζει ότι τα μέγιστα επιτρεπτά επίπεδα που έχουν καθορισθεί με τον προσβαλλόμενο κανονισμό αφορούν όχι ανθρώπους (όπως συμβαίνει με τη Συνθήκη ΕΚΑΕ ), αλλά προοριζόμενα για κατανάλωση τρόφιμα τα οποία δεν αποτελούν, κατά τα λοιπά, πρωτογενείς πηγές ακτινοβολιών αλλά προϊόντα που δεν έχουν μολυνθεί εκ προθέσεως.
Επιπλέον, η σύνδεση με την περί τροφίμων νομοθεσία και, γενικότερα, με τη Συνθήκη ΕΟΚ προκύπτει, κατά το Κοινοβούλιο, από το άρθρο 7 του κανονισμού 3954/87, το οποίο παραπέμπει στη διαδικασία επιτροπής που προβλέπεται με το άρθρο 30 του κανονισμού ( ΕΟΚ) 804/68, του Συμβουλίου, της 27ης Ιουνίου 1968, περί κοινής οργανώσεως των αγορών στον τομέα του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων (ΕΕ ειδ. έκδ. 003/03, σ. 82 ).
ββ)
Στο υπόμνημα του απαντήσεως, το Κοινοβούλιο διευκρινίζει ότι η σχέση μεταξύ των δύο δυνατών νομικών βάσεων, δηλαδή των άρθρων 30 και 31 της Συνθήκης ΕΚΑΕ, αφενός, και του άρθρου 100 Α της Συνθήκης ΕΟΚ, αφετέρου, μπορεί να νοηθεί κατά δύο τρόπους:
—
σύμφωνα με την πρώτη έποψη, τα άρθρα 30 και 31 της Συνθήκης ΕΚΑΕ και το άρθρο 100 Α της Συνθήκης ΕΟΚ έχουν σαφώς διαφορετικά πεδία εφαρμογής, ο δε επίμαχος κανονισμός εμπίπτει αποκλειστικά στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 100 Α'
—
αντιθέτως, σύμφωνα με τη δεύτερη έποψη, τα πεδία εφαρμογής των άρθρων 30 και 31 της Συνθήκης ΕΚΑΕ και του άρθρου 100 Α της Συνθήκης ΕΟΚ επικαλύπτονται και αλληλοτέμνονται μερικώς, ο δε επίμαχος κανονισμός εμπίπτει στο μέρος ακριβώς όπου τα πεδία εφαρμογής συμπίπτουν.
Το Κοινοβούλιο φρονεί ότι στην υπό κρίση υπόθεση επιβάλλεται να υιοθετηθεί η πρώτη έποψη (διαφορετικά πεδία εφαρμογής των άρθρων 30 και 31 της Συνθήκης ΕΚΑΕ και του άρθρου 100 Α της Συνθήκης ΕΟΚ). Αυτό σημαίνει ότι τα άρθρα 30 και 31 της Συνθήκης ΕΚΑΕ οπωσδήποτε δεν προσφέρονται για τη ρύθμιση της εμπορίας τροφίμων και ζωοτροφών που έχουν υποστεί ραδιενεργό μόλυνση λόγω πυρηνικού ατυχήματος, δεδομένου ότι μια τέτοια ρύθμιση εμπίπτει αποκλειστικά στο άρθρο 100 Α της Συνθήκης ΕΟΚ. Πράγματι, τόσο από τη γραμματική όσο και από τη δογματική και τελεολογική ερμηνεία προκύπτει ότι τα άρθρα 30 και 31 δεν επιτρέπουν τη ρύθμιση οποιασδήποτε τυχόν δραστηριότητας που έχει σχέση με ιοντίζουσες ακτινοβολίες, δεδομένου ότι βάσει των άρθρων αυτών μπορούν να ρυθμίζονται μόνον οι δραστηριότητες που αφορούν την εκμετάλλευση της πυρηνικής ενεργείας, συμπεριλαμβανομένης της πυρηνικής έρευνας, της επεξεργασίας των καυσίμων, των λοιπών παρεπομένων δραστηριοτήτων και των ιατρικών εξετάσεων και θεραπευτικών αγωγών. Κατά τα λοιπά, τα άρθρα αυτά επιτρέπουν τον καθορισμό μεγίστων επιτρεπτών επιπέδων μόνο όσον αφορά τους ανθρώπους και όχι τα εμπορεύματα.
Από τα ανωτέρω το Κοινοβούλιο συμπεραίνει ότι η εμπορία μολυσμένων εμπορευμάτων δεν μπορεί να εμπίπτει στα άρθρα 30 και 31. Προσθέτει ότι το συμπέρασμα αυτό είναι σύμφωνο προς τη νομολογία του Δικαστηρίου (απόφαση της 29ης Μαΐου 1990, C-62/88, Ελληνική Δημοκρατία κατά Συμβουλίου, Συλλογή 1990, σ. I-1527 ), κατά την οποία με τα άρθρα 30 και επόμενα της Συνθήκης ΕΚΑΕ επιδιώκεται η εξασφάλιση της προστασίας της δημόσιας υγείας « στον πυρηνικό τομέα », ενώ αντικείμενο των διατάξεων αυτών δεν είναι η ρύθμιση των συναλλαγών μεταξύ της Κοινότητας και των τρίτων χωρών. Επομένως, κατά το Κοινοβούλιο, ούτε η ρύθμιση της εμπορίας προϊόντων στην εσωτερική αγορά αποτελεί αντικείμενο των διατάξεων αυτών.
Το Κοινοβούλιο προσθέτει ότι από τις αιτιολογικές του σκέψεις συνάγεται ότι ο προσβαλλόμενος κανονισμός αποσκοπεί στη διατήρηση της ενότητας της κοινής αγοράς και την πρόλήψη των εκτροπών του εμπορίου εντός της Κοινότητας. Επομένως, έχει σχέση με τη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς και εμπίπτει, ως εκ τούτου, στο άρθρο 100 Α της Συνθήκης ΕΟΚ. Το γεγονός ότι ο εν λόγω κανονισμός ανταποκρίνεται ταυτόχρονα στη μέριμνα της προστασίας της δημόσιας υγείας δεν εμποδίζει τη δυνατότητα εφαρμογής του άρθρου 100 Α.
Η ίδια λύση επιβάλλεται και αν προκριθεί η δεύτερη έποψη ( μερική επικάλυψη των πεδίων εφαρμογής των άρθρων 30 και 31 της Συνθήκης ΕΚΑΕ και του άρθρου 100 Α της Συνθήκης ΕΟΚ). Η λύση αυτή στηρίζεται στην αντίληψη ότι τα πεδία εφαρμογής των δύο νομικών βάσεων επικαλύπτονται μερικώς και ότι ο επίμαχος κανονισμός εμπίπτει στο μέρος ακριβώς όπου τα πεδία εφαρμογής αλληλοτέ-μνονται. Υπό τις συνθήκες αυτές, μπορεί να προσδοθεί στον επίμαχο κανονισμό είτε διπλός χαρακτηρισμός είτε ένας και μόνο χαρακτηρισμός μέσω συνδυασμού συμπληρωματικών κριτηρίων. Ωστόσο, τόσο στη μια όσο και στην άλλη περίπτωση, έπρεπε να ακολουθηθεί η διαδικασία της συνεργασίας με το Κοινοβούλιο.
Πράγματι, σε περίπτωση που ο κανονισμός 3954/87 χαρακτηριζόταν τόσο ως βασικός κανόνας όσο και ως κανονισμός σχετικά με την εσωτερική αγορά, θα έπρεπε να στηρίζεται ταυτόχρονα σε δύο διαφορετικές νομικές βάσεις (βλ. τις αποφάσεις της 27ης Σεπτεμβρίου 1988, 165/87, Επιτροπή κατά Συμβουλίου, Συλλογή 1988, σ. 5545, και της 30ής Μαΐου 1989, 242/87, Επιτροπή κατά Συμβουλίου, Συλλογή 1989, σ. 1425 ), με συνέπεια το αρμόδιο όργανο να είναι υποχρεωμένο να τον θεσπίσει βάσει και των δύο επίμάχων διατάξεων. Η σώρευση νομικών βάσεων συνεπάγεται και σώρευση διαδικαστικών προϋποθέσεων, πράγμα που σημαίνει, σε περίπτωση που οι προβλεπόμενες από τις δύο διατάξεις διαδικασίες είναι διαφορετικές, ότι εφαρμόζονται, όσον αφορά την πράξη στο σύνολό της, αυστηρότατοι διαδικαστικοί κανόνες. Επομένως, κατά τη γνώμη του Κοινοβουλίου, στο πλαίσιο της υπό κρίση υποθέσεως, έπρεπε να εφαρμοστεί η προβλεπόμενη από το άρθρο 100 Α της Συνθήκης ΕΟΚ διαδικασία της συνεργασίας.
Αντιθέτως, σε περίπτωση που επρόκειτο να υιοθετηθεί ένας μόνο χαρακτηρισμός για τον κανονισμό 3954/87, θα έπρεπε να χρησιμοποιηθούν κριτήρια όπως το « κέντρο βάρους » ή η « ιδιομορφία » της οικείας ρυθμίσεως. Κατά πάγια όμως νομολογία του Δικαστηρίου, το « κέντρο βάρους » ( ή η « ιδιομορφία » ) μιας ρυθμίσεως πρέπει να προσδιορίζεται σε συνάρτηση όχι με την αιτιολογία ενός νομοθετήματος αλλά με το αντικείμενο και τον τομέα εντός του οποίου παράγει αυτό τα αποτελέσματα του. Η εφαρμογή της νομολογίας αυτής στην υπό κρίση υπόθεση συνεπάγεται τον χαρακτηρισμό του επίμαχου κανονισμού όχι ως βασικού κανόνα αλλά ως κανονισμού σχετικά με την εσωτερική αγορά, εφόσον αυτός περιορίζεται, από τεχνική άποψη, στη θέσπιση κανόνων εμπορίας, όσον αφορά την εσωτερική αγορά εμπορευμάτων εκτός των πυρηνικών, κατά την έννοια του άρθρου 93 της Συνθήκης ΕΚΑΕ, προϊόντων.
γγ)
Εξάλλου, το Κοινοβούλιο υποστηρίζει ότι το Συμβούλιο, καθορίζοντας τα επιτρεπτά επίπεδα μέσω κανονισμού βάσει του άρθρου 31 της Συνθήκης ΕΚΑΕ, υπέπεσε και σε άλλη παράβαση ουσιώδους τύπου η οποία επίσης συνεπάγεται την ακυρότητα της επίδικης πράξης. Πράγματι, αν το άρθρο 31 της Συνθήκης ΕΚΑΕ ήταν εφαρμοστέο, το Συμβούλιο όφειλε να καθορίσει τα μέγιστα επίπεδα μέσω οδψίας και όχι μέσω κανονισμού, όπως προκύπτει και από το άρθρο 33 της ίδιας Συνθήκης κατά το οποίο « κάθε κράτος μέλος θεσπίζει νομοθετικές κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις κατάλληλες για την εξασφάλιση της τηρήσεως των τεθέντων βασικών κανόνων (...)». Η τελευταία αυτή διάταξη θα καθίστατο γράμμα κενό περιεχομένου αν οι βασικοί κανόνες μπορούσαν να τίθενται με κανονισμό ως προς τον οποίο δεν υφίσταται η ανάγκη μεταφοράς στο εθνικό δίκαιο.
β)
Όσον αφορά την προβαλλόμενη παράβαση της Συνθήκης και ενός δυνάμει αυτής εφαρμοζομένου κανόνα, το Κοινοβούλιο ισχυρίζεται ότι, κατά το μέτρο που το άρθρο 100 Α της Συνθήκης ΕΟΚ αποτελεί την κατάλληλη νομική βάση, το Συμβούλιο παρέβη επιπλέον και το άρθρο 145 της Συνθήκης ΕΟΚ καθώς και τη δική του απόφαση 87/373/ΕΟΚ, της 13ης Ιουλίου 1987, για τον καθορισμό των όρων άσκησης των εκτελεστικών αρμοδιοτήτων που ανατίθενται στην Επιτροπή ( ΕΕ L 197, σ. 33 ), επιφυλάσσοντας για τον εαυτόν του, με το άρθρο 3, παράγραφος 3, του προσβαλλόμένου κανονισμού, την αρμοδιότητα για την έκδοση του νέου κανονισμού που θα πρέπει να προσαρμόσει ή να διατηρήσει τον εκδοθέντα από την Επιτροπή κανονισμό χωρίς να προβλέπει τη διαδικασία επιτροπής. Η προαναφερθείσα παράβαση συνίσταται στο ότι το Συμβούλιο, αντίθετα από ό,τι προβλέπει το άρθρο 145 της Συνθήκης, δεν μεταβίβασε εκτελεστικές αρμοδιότητες στην Επιτροπή και δεν επέλεξε κανέναν από τους τύπους της διαδικασίας επιτροπής που προβλέπονται στην απόφαση 87/373.
2.
Το Συμβούλιο υποστηρίζει ότι ο προσβαλλόμενος κανονισμός νομίμως εκδόθηκε βάσει του άρθρου 31 της Συνθήκης ΕΚΑΕ.
α)
Στο υπόμνημα του αντικρούσεως, το Συμβούλιο αναλύει, καταρχάς, τον σκοπό και το περιεχόμενο της επίμαχης ρυθμίσεως.
Όσον αφορά τον επιδιωκόμενο σκοπό, το Συμβουλίο υπενθυμίζει ότι από την πέμπτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 3954/87 προκύπτει « ότι είναι ανάγκη να θεσπιστεί ένα σύστημα το οποίο θα επιτρέπει στην Κοινότητα να καθορίζει, λόγω πυρηνικού ατυχήματος ή σε περίπτωση εκτάκτου κινδύνου από ακτινοβολίες, που υπάρχουν πιθανότητες να προκαλέσει ή έχει προκαλέσει σημαντική ραδιενεργό μόλυνση των τροφίμων και των ζωοτροφών, μέγιστα επιτρεπτά επίπεδα ραδιενεργού μολύνσεως για την προστασία του πληθυσμού ». Ο σκοπός « της προστασίας του πληθυσμού» μνημονεύεται και στην πρώτη και τη δεύτερη αιτιολογική σκέψη. Όσον αφορά το περιεχόμενο των διατάξεων του προσβαλλομενου κανονισμού, το Συμβούλιο επισημαίνει ότι οι διατάξεις αυτές καθορίζουν τη διαδικασία που πρέπει να ακολουθείται για τον καθορισμό των μεγίστων επιτρεπτών επιπέδων ραδιενεργού μολύνσεως σε περίπτωση ατυχήματος ή εκτάκτου κινδύνου.
Βάσει των ανωτέρω, το Συμβούλιο συμπεραίνει ότι τόσο από τον σκοπό όσο και από το περιεχόμενο του κανονισμού, όπως προκύπτουν από το ίδιο το γράμμα, απορρέει ότι ο εν λόγω κανονισμός έχει ως αντικείμενο την πρόβλεψη, βάσει ορισμένων μεγίστων επιπέδων, ενός συστήματος μέτρων που πρέπει να τίθεται σε λειτουργία από την Επιτροπή σε περίπτωση ατυχήματος ή εκτάκτου κινδύνου. Για τον λόγο αυτό, ο επίμαχος κανονισμός εμπίπτει στο πεδίο της προστασίας της υγείας του πληθυσμού και των εργαζομένων από τους κινδύνους που προκύπτουν από ιοντίζουσες, κατά την έννοια του άρθρου 31 της Συνθήκης ΕΚΑΕ, ακτινοβολίες.
Πράγματι, κατά το Συμβούλιο, η Συνθήκη ΕΚΑΕ παρέχει, με το άρθρο της 31, αρμοδιότητα για τη θέσπιση βασικών κανόνων στην Κοινότητα προς εξασφάλιση της προστασίας της υγείας του πληθυσμού και των εργαζομένων από τους κινδύνους που προκύπτουν από ιοντίζουσες ακτινοβολίες εκπεμπόμενες από εργαστήρια, επιχειρήσεις και νοσοκομεία. Αόγω του ατυχήματος του Τσερνομπίλ κατέστη έντονα αισθητή η ανάγκη καθορισμού ορίων, όσον αφορά τη ραδιενεργό μόλυνση των διαφόρων τροφίμων σε περίπτωση αποβολής ραδιενεργείας λόγω ατυχήματος.
Στην αλληλουχία αυτή, το Συμβούλιο διευκρινίζει ότι ο κανονισμός 3954/87 απλώς συμπλήρωσε τους ήδη υφισταμένους βασικούς κανόνες, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται ιδίως οι διατάξεις της οδηγίας 84/466/Ευρατόμ για τον καθορισμό των θεμελιωδών μέτρων σχετικά με την προστασία από τις ακτινοβολίες όσων υποβάλλονται σε ιατρικές εξετάσεις και θεραπευτική αγωγή ( ΕΕ 1984, L 265, σ. 1 ).
Το Συμβούλιο προσθέτει ότι η μεγάλη σημασία της προστασίας του πληθυσμού από τους κινδύνους που προκύπτουν από ιοντίζουσες ακτινοβολίες έχει ήδη υπογραμμιστεί από το Δικαστήριο με την απόφαση του της 22ας Σεπτεμβρίου 1988, 181/87, Ομόσπονδο κράτος του Σάαρ κ.λπ. (Συλλογή 1988, σ. 5013), με την οποία αναγνώρισε ότι οι διατάξεις του κεφαλαίου III της Συνθήκης ΕΚΑΕ, με τίτλο « Η προστασία της υγείας », « αποτελούν ένα διαρθρωμένο σύνολο που παρέχει στην Επιτροπή εκτεταμένες εξουσίες για την προστασία του πληθυσμού και του περιβάλλοντος από τους κινδύνους πυρηνικής μολύνσεως ».
Το Συμβούλιο τονίζει επίσης ότι, με το πρώτο ψήφισμα που ενέκρινε το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο μετά το ατύχημα του Τσερνομπίλ (ψήφισμα της 15ης Μαΐου 1986, ΕΕ C 148, σ. 88 ), υπογράμμισε τις συνέπειες του ατυχήματος αυτού, όσον αφορά την υγεία του πληθυσμού και το περιβάλλον, υπογράμμισε την ανάγκη προσεκτικής εξετάσεως των διατάξεων της Συνθήκης ΕΚΑΕ και εξέφρασε την ευχή συγκλήσεως διεθνούς διασκέψεως για την ασφάλεια και την προστασία των πληθυσμών.
Συνεπώς, η γνώμη του Συμβουλίου είναι ότι το άρθρο 31 της Συνθήκης ΕΚΑΕ αποτελεί την κατάλληλη νομική βάση του κανονισμού 3954/87 και ότι, υπό τις συνθήκες αυτές, το άρθρο 232, παράγραφος 2, της Συνθήκης ΕΟΚ αποκλείει την εφαρμογή της τελευταίας.
Παρ' όλ' αυτά, σε περίπτωση εφαρμογής του άρθρου 100 Α της Συνθήκης ΕΟΚ, υπέρ της οποίας τάσσεται το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, πρέπει να σημειωθεί, κατά τη γνώμη του Συμβουλίου, ότι η διάταξη αυτή επιτρέπει τη θέσπιση μέτρων « που έχουν ως αντικείμενο την εγκαθίδρυση και τη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς». Το άρθρο 8 Α, στο οποίο παραπέμπει το άρθρο 100 Α, προσδιορίζει την εσωτερική αγορά ως περιλαμβάνουσα « ένα χώρο χωρίς εσωτερικά σύνορα μέσα στον οποίον εξασφαλίζεται η ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων, των προσώπων, των υπηρεσιών και των κεφαλαίων σύμφωνα με τις διατάξεις της παρούσας Συνθήκης». Ο επίδικος στην υπό κρίση υπόθεση κανονισμός δεν εμπίπτει στην κατηγορία των μέτρων που αφορούν την προσέγγιση των νομοθεσιών των κρατών μελών και έχουν ως αντικείμενο την εγκαθίδρυση και τη λειτουργία, κατά την καθορισθείσα έννοια, της εσωτερικής αγοράς, δεδομένου ότι ο κανονισμός αυτός δεν αφορά την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων αλλά περιλαμβάνει κανόνες σχετικά με τη θέσπιση ενός συστήματος που πρέπει να τίθεται αμέσως σε λειτουργία, ύστερα από ενδεχόμενο ατύχημα, « για την προστασία του πληθυσμού ».
β)
Στο υπόμνημά του ανταπαντήσεως, το Συμβούλιο παρατηρεί ότι το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο χρησιμοποίησε το υπόμνημά του απαντήσεως για να απαντήσει, ειδικότερα, στην επιχειρηματολογία που ανέπτυξε η Επιτροπή με το υπόμνημά της παρεμβάσεως. Τέτοιο όμως δικαίωμα απαντήσεως δεν προβλέπεται από τον κανονισμό διαδικασίας, όπως τροποποιήθηκε το 1979.
Επομένως, το Συμβούλιο θεωρεί ότι το υπόμνημα απαντήσεως του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου πάσχει ελάττωμα λόγω μη τηρήσεως του κανονισμού διαδικασίας, εφόσον δίδεται με αυτό απάντηση στις παρατηρήσεις της Επιτροπής. Εν προκειμένω, επαφίεται στην κρίση του Δικαστηρίου ως προς το ζήτημα αν θα έπρεπε η απάντηση αυτή να αποσυρθεί, με ρητή απόφαση του Δικαστηρίου, από τον φάκελο της δικογραφίας.
3.
Το Ηνωμένο Βασίλειο αντικρούει έναν προς έναν τους λόγους ακυρώσεως του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου που αντλούνται από την εσφαλμένη επιλογή της νομικής βάσεως και τον τύπο της προσβαλλομένης πράξεως.
α)
Όσον αφορά τη νομική βάση, το Ηνωμένο Βασίλειο συνάγει από την ανάλυση του ιστορικού και των αιτιολογικών σκέψεων του κανονισμού 3954/87 ότι βασικός στόχος του κανονισμού αυτού είναι η προστασία των κατοίκων της Κοινότητας από τον κίνδυνο που παρουσιάζει για την υγεία τους η κατανάλωση τροφίμων που έχουν σε επικίνδυνο βαθμό μολυνθεί από ιοντίζουσες ακτινοβολίες λόγω πυρηνικού ατυχήματος ή άλλου ραδιενεργού φύσεως εκτάκτου κινδύνου. Ο κανονισμός αυτός δεν παράγει κανένα αποτέλεσμα μέχρις ότου πυρηνικό ατύχημα ή παρόμοιος έκτακτος κίνδυνος προκαλέσει την εφαρμογή του. Στην περίπτωση αυτή, το αποτέλεσμά του θα είναι η παρεμπόδιση της εμπορίας προϊόντων τα οποία θα μπορούσαν υπό άλλες συνθήκες να κυκλοφορούν ελεύθερα στο εσωτερικό της Κοινότητας.
Κατά τη γνώμη του Ηνωμένου Βασιλείου, ο κατ' αυτόν τον τρόπον επιδιωκόμενος από τον κανονισμό 3954/87 στόχος δεν καλύπτεται από τα άρθρα 8 Α και 100 Α της Συνθήκης ΕΟΚ για την προοδευτική εγκαθίδρυση της εσωτερικής αγοράς. Ούτε είναι δυνατή η άντληση αντιθέτου συμπεράσματος από την παράγραφο 3 του άρθρου 100 Α, όπου πρόκειται για τους τομείς της υγείας, της ασφάλειας, της προστασίας του περιβάλλοντος και της προστασίας των καταναλωτών, δεδομένου ότι η διάταξη αυτή περιορίζεται στις « προτάσεις που προβλέπει η παράγραφος 1 », δηλαδή στις προτάσεις που έχουν ως αντικείμενο « την εγκαθίδρυση και τη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς ».
Επιπλέον, το Ηνωμένο Βασίλειο επισημαίνει ότι, σε περίπτωση που πρέπει να γίνει επιλογή μεταξύ διαφόρων νομικών βάσεων, εφαρμόζεται ο κανόνας « lex specialis derogat legi generali » ( βλ. την απόφαση της 23ης Φεβρουαρίου 1988, 68/86, Ηνωμένο Βασίλειο κατά Συμβουλίου, Συλλογή 1988, σ. 855). Αυτός ο κανόνας πρέπει να ισχύσει και στην υπό κρίση υπόθεση, δεδομένου ότι το άρθρο 31 της Συνθήκης ΕΚΑΕ αποτελεί « lex specialis » που καλύπτει ακριβώς το αντικείμενο του κανονισμού 3954/87. Υπό τις περιστάσεις αυτές, είναι απρόσφορο, κατά τη γνώμη του Ηνωμένου Βασιλείου, να στηριχθεί ο κανονισμός αυτός σε μια λιγότερο ειδική διάταξη, όπως του άρθρου 100 Α της Συνθήκης ΕΟΚ, έστω και αν θα έπρεπε να αναγνωριστεί ότι ορισμένοι από τους στόχους του κανονισμού είναι δυνατόν να εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου αυτού. Εξάλλου, η εφαρμογή, ως « lex specialis », της Συνθήκης ΕΚΑΕ διασφαλίζεται ρητώς με το άρθρο 232, παράγραφος 2, της Συνθήκης ΕΟΚ, σύμφωνα με το οποίο οι διατάξεις της Συνθήκης ΕΟΚ δεν θίγουν τις διατάξεις της Συνθήκης ΕΚΑΕ.
Το συμπέρασμα αυτό δεν αποδυναμώνεται από το γεγονός, που επισημάνθηκε από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, ότι, κατά το παρελθόν, ορισμένα μέτρα για την εναρμόνιση των κανόνων σχετικά με την ποιότητα των τροφίμων και των ζωοτροφών θεσπίστηκαν βάσει του άρθρου 100 της Συνθήκης ΕΟΚ. Πράγματι, κατά το Ηνωμένο Βασίλειο, ο κανονισμός 3954/87 δεν εμπίπτει στην ίδια κατηγορία με τις προαναφερθείσες πράξεις που στηρίζονταν στο άρθρο 100. Εξάλλου, η πρότερη νομοθετική τακτική του Συμβουλίου δεν ασκεί επιρροή, όσον αφορά το ζήτημα της ορθής νομικής βάσεως ( βλ. την απόφαση της 23ης Φεβρουαρίου 1988, 131/86, Ηνωμένο Βασίλειο κατά Συμβουλίου, Συλλογή 1988, σ. 905 ).
Τέλος, το Ηνωμένο Βασίλειο υπογραμμίζει ότι η ελευθερία « μη συμμετοχής », που παρέχει στα κράτη μέλη η παράγραφος 4 του άρθρου 100 Α, καθιστά το άρθρο αυτό ακατάλληλο ως βάση για ένα μέτρο όπως ο κανονισμός 3954/87 που αφορά τις διαδικασίες που πρέπει να ακολουθούνται σε περίπτωση πυρηνικού ατυχήματος που μπορεί να αποτελεί θανάσιμο κίνδυνο.
Επομένως, το Ηνωμένο Βασίλειο φρονεί ότι ο κανονισμός 3954/87 ορθώς ερείδεται επί του άρθρου 31 της Συνθήκης ΕΚΑΕ και ότι αυτό προκύπτει τόσο από τις σχετικές διατάξεις της ίδιας της Συνθήκης όσο και από τη φύση του κανονισμού 3954/87 και το νομοθετικό πλαίσιο του οποίου μέρος αποτελεί ο κανονισμός αυτός.
Πράγματι, σύμφωνα με το άρθρο 2, στοιχείο β, της Συνθήκης ΕΚΑΕ, το Συμβούλιο οφείλει να θεσπίζει ομοιόμορφους κανόνες ασφαλείας για την προστασία της υγείας του πληθυσμού και των εργαζομένων και να μεριμνά για την εφαρμογή τους. Η υποχρέωση αυτή διασαφηνίζεται κατά τρόπο περισσότερο λεπτομερή με τα άρθρα 30 και επόμενα της ίδιας Συνθήκης. Ειδικότερα, το άρθρο 30 προσδιορίζει τον κίνδυνο από τον οποίο επιβάλλεται να προστατεύεται ο πληθυσμός μέσω της θεσπίσεως και της εφαρμογής βασικών κανόνων σχετικά με την προστασία της υγείας. Οι διατάξεις αυτές δεν περιορίζονται στο να προβλέπουν προστασία από τις ιοντίζουσες ακτινοβολίες που προέρχονται από οποιαδήποτε συγκεκριμένη πηγή και ιδίως, δεν περιορίζονται στην προστασία από τις ιοντίζουσες ακτινοβολίες που παράγονται από « πρωτογενή » πηγή. Κατά τα λοιπά, δεν είναι δυνατή η σαφής διάκριση μεταξύ ενός προσώπου που εκτίθεται με την εισπνοή μολυσμένου αέρα στις συνέπειες ραδιενεργών σωματιδίων λόγω ρυπογόνου ατυχήματος και ενός προσώπου που είναι εκτεθειμένο, λόγω καταναλώσεως μολυσμένων τροφίμων, στις συνέπειες των ίδιων ραδιενεργών σωματιδίων.
β)
Όσον αφορά τον τύπο νης προσβαλλομένης πράξεως, το Ηνωμένο Βασίλειο αντικρούει τη θέση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου ότι, αν το άρθρο 31 της Συνθήκης ΕΚΑΕ αποτελούσε την ορθή νομική βάση, τότε το Συμβούλιο θα έπρεπε να εκδώσει μάλλον οδηγία παρά κανονισμό. Ανεξάρτητα από το γεγονός ότι το εν λόγω άρθρο 31 δεν επιβάλλει ρητούς περιορισμούς, όσον αφορά τον τύπο της νομοθεσίας που το Συμβούλιο υποχρεούται να θεσπίσει, η διατύπωση του άρθρου 33 της Συνθήκης ΕΚΑΕ δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι συνεπάγεται έναν τέτοιο περιορισμό. Πράγματι, η τελευταία αυτή διάταξη αναφέρει ορισμένες μεθόδους, όπως η « διοικητική δράση », οι οποίες καθιστούν δυνατό στα κράτη μέλη να εκπληρώνουν την υποχρέωση τους διασφαλίσεως της τηρήσεως των βασικών κανόνων. Επομένως, κατά τη γνώμη του Ηνωμένου Βασιλείου, το άρθρο 33 συμβιβάζεται με την εξουσία εκδόσεως κανονισμών δυνάμει του άρθρου 31.
4.
Η Επιτροπή υποστηρίζει, όπως ακριβώς και το Ηνωμένο Βασίλειο, ότι το άρθρο 31 της Συνθήκης ΕΚΑΕ αποτελεί την κατάλληλη νομική βάση του κανονισμού 3954/87 και δεν απαιτεί συγκεκριμένο νομικό τύπο για τις βάσει αυτού εκδιδόμενες πράξεις.
α)
Όσον αφορά τη νομική βάση, η Επιτροπή υπενθυμίζει ότι το άρθρο 38 της Συνθήκης ΕΚΑΕ αναφέρεται στο πρώτο του εδάφιο στην « περιεκτικότητα της ατμόσφαιρας, των υδάτων και του εδάφους σε ραδιενέργεια ». Από τη διατύπωση αυτή καταδεικνύεται ότι το κοινοτικό σύστημα προστασίας από τη ραδιενέργεια εφαρμόζεται επί όλων των ραδιενεργών φαινομένων, συμπεριλαμβανομένων και αυτών που εκδηλώνονται στην ατμόσφαιρα, τα ύδατα και το έδαφος, σε όλη την Κοινότητα και ανεξαρτήτως της προελεύσεώς τους. Είναι εξάλλου προφανές, κατά την Επιτροπή, ότι οι καρποί του εδάφους είναι αυτοί που κυρίως μεταδίδουν τη ραδιενέργεια, είτε άμεσα είτε μέσω της αλυσίδας των τροφίμων, στους ανθρώπους που τους καταναλώνουν.
Ωστόσο, η χρησιμοποίηση του άρθρου 38 (έκδοση οδηγιών από την Επιτροπή) είναι περιττή λόγω του ότι έχουν θεσπιστεί νομοθετικά κείμενα που έχουν ήδη τεθεί σε εφαρμογή και εγκριθεί από τα κράτη μέλη. Κατά τη γνώμη της Επιτροπής, αυτή ακριβώς είναι η βασική σκέψη επί της οποίας στηρίζεται ο κανονισμός 3954/87. Καθορίζοντας τα μέγιστα επιτρεπτά επίπεδα για τα τρόφιμα και τις ζωοτροφές και προβλέποντας ένα νομικό πλαίσιο για την προσαρμογή τους στις συγκεκριμένες περιστάσεις, το Συμβούλιο έλαβε μέτρα ώστε να μη χρειάζεται να ενεργεί η Επιτροπή βεβιασμένα όσον αφορά το πεδίο εφαρμογής του κανονισμού αυτού.
Η Επιτροπή διευκρινίζει ότι, αντίθετα από ό,τι φρονεί το Κοινοβούλιο, η βασική έννοια, όσον αφορά την προστασία από τη ραδιενέργεια, δεν είναι αυτή των «πρωτογενών ακτινοβολιών », αλλά η έννοια των ιοντι-ζουσών ακτινοβολιών, της οποίας ο ορισμός δίδεται με το άρθρο 1, στοιχείο α, της οδηγίας 80/836/Ευρατόμ του Συμβουλίου της 15ης Ιουλίου 1980 (ΕΕ, ειδ. έκδ. 12/02, σ. 70) όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 84/467/Ευρατόμ του Συμβουλίου, της 3ης Σεπτεμβρίου 1984 ( ΕΕ L 265, σ. 4 ). Η έννοια της « πηγής » ιο-ντιζουσών ακτινοβολιών ορίζεται, με το άρθρο 1, στοιχείο γ, της οδηγίας 80/836, ως μια « συσκευή ή μια ουσία ικανή να εκπέμπει ιον-τίζουσες ακτινοβολίες». Επίσης, το άρθρο 1, στοιχείο γ, προσδιορίζει την έκφραση « ραδιενεργός ουσία » ως « κάθε ουσία που περιέχει ένα ή περισσότερα ραδιονουκλεΐδια των οποίων η ραδιενέργεια ή η συγκέντρωση δεν μπορεί να αγνοηθεί από την άποψη της προστασίας από ακτινοβολίες ».
Η Επιτροπή υπογραμμίζει ότι τα ραδιονουκλεΐδια που ενυπάρχουν στα τρόφιμα που έχουν μολυνθεί μετά το πυρηνικό ατύχημα του Τσερνομπίλ προέρχονται από πυρηνικό σταθμό. Κατά τα λοιπά, δεν είναι τα ίδια ακριβώς τα τρόφιμα που, λόγω της εκθέσεως σε ωντίζουσες ακτινοβολίες, καθίστανται ραδιενεργά και εκπέμπουν τις λεγόμενες « δευτερογενείς » ακτινοβολίες. Ο κίνδυνος προέρχεται μάλλον από το γεγονός ότι τα μολυσμένα τρόφιμα περιέχουν ραδιονουκλεΐδια των οποίων δεν είναι παρά οι φορείς. Τα ραδιονουκλεΐδια αυτά, που προέρχονται από πυρηνικές εγκαταστάσεις ή άλλες πηγές που δημιουργήθηκαν από τον άνθρωπο, συνεχίζουν να εκπέμπουν, σύμφωνα με τα φυσικά τους χαρακτηριστικά, τις βλαβερές ιοντίζουσες ακτινοβολίες από τις οποίες η Συνθήκη ΕΚΑΕ επιδιώκει να προστατεύσει τους εργαζομένους και τον πληθυσμό.
Προκειμένου περί της διακρίσεως μεταξύ « man made radiations » και « non man made radiations», η Επιτροπή υπενθυμίζει ότι η τελευταία αυτή έννοια αντιστοιχεί στην έννοια του « φυσικού υποστρώματος ακτινοβολιών » το οποίο, σύμφωνα με τον ορισμό του άρθρου 1, στοιχείο γ, της οδηγίας 80/836, περιλαμβάνει το « σύνολο των ιοντιζουσών ακτινοβολιών που προέρχονται από φυσικές γήινες και κοσμικές πηγές (... ) ». Όμως, οι ιοντίζουσες ακτινοβολίες από τις οποίες ο προσβαλλόμενος κανονισμός επιδιώκει να προστατεύσει τον πληθυσμό ύστερα από ένα πυρηνικό ατύχημα δεν προέρχονται από τέτοια φυσική γήινη ή κοσμική πηγή.
Η Επιτροπή αντικρούει επίσης τη θέση του Κοινοβουλίου ότι η Συνθήκη ΕΚΑΕ αποσκοπεί μόνο στην προστασία « των ενδιαφερομένων πληθυσμών », εφόσον η έννοια αυτή είναι ξένη προς το κοινοτικό δίκαιο περί της προστασίας από ραδιενέργεια που εφαρμόζεται επί ολοκλήρου του πληθυσμού της Κοινότητας. Επιπλέον, τα όρια δόσεως για το κοινό, όπως αυτά καθορίζονται από τις συνδυασμένες διατάξεις του άρθρου 12 και του άρθρου 1, στοιχείο β, της οδηγίας 80/836, αφορούν όλες «τις δόσεις που προκύπτουν από την έκθεση (... ) του κοινού (... ) ».
Η Επιτροπή προσθέτει ότι η συλλογιστική του Κοινοβουλίου θέτει υπό αμφισβήτηση το κοινοτικό κεκτημένο στον τομέα της προστασίας από τη ραδιενέργεια και αποσκοπεί στον περιορισμό των εξουσιών της Κοινότητας στον τομέα αυτόν, περιορίζοντας το πεδίο εφαρμογής και την πρακτική αποτελεσματικότητα του κεφαλαίου III της Συνθήκης ΕΚΑΕ. Ενώ τα άρθρα 100 και 100 Α της Συνθήκης ΕΟΚ αποτελούν νομικά μέσα για την εναρμόνιση ή προσέγγιση των νομοθετικών, κανονιστικών ή διοικητικών διατάξεων των κρατών μελών στους τομείς στους οποίους τα κράτη μέλη εξακολουθούν να είναι αρμόδια, οι κοινοτικές υποχρεώσεις που προβλέπονται στο κεφάλαιο III της Συνθήκης ΕΚΑΕ σχετικά με την προστασία από τη ραδιενέργεια αποτελούν ίδιες αρμοδιότητες της Κοινότητας.
Στην αλληλουχία αυτή, η Επιτροπή υπενθυμίζει ότι τα μέτρα που θεσπίζονται βάσει των άρθρων 100 και 100 Α της Συνθήκης ΕΟΚ διαφέρουν και από τη φύση τους από τα μέτρα που θεσπίζονται βάσει του άρθρου 31 της Συνθήκης ΕΚΑΕ. Ενώ τα τελευταία εφαρμόζονται κατά τρόπον ομοιόμορφο στο εσωτερικό κάθε κράτους μέλους, τα πρώτα απλώς αποσκοπούν στη ρύθμιση της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων εντός των κρατών μελών. Όσον αφορά ειδικότερα το άρθρο 100 Α, η δυνατότητα ενός « opting out » είναι αδιανόητη σε οποιοδήποτε σύστημα που αποσκοπεί στην εξασφάλιση ομοιόμορφης προστασίας της υγείας.
Επομένως, κατά τη γνώμη της Επιτροπής, το άρθρο 31 της Συνθήκης ΕΚΑΕ αποτελεί αυτόνομη νομική βάση η οποία ούτε χρειάζεται συμπληρώματα ούτε υποχωρεί προ άλλων νομικών βάσεων.
β)
Όσον αφορά τις αντιρρήσεις του Κοινοβουλίου σχετικά με τον νομικό τύπο της προσβαλλόμενης πράξεως, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι το άρθρο 31 της Συνθήκης ΕΚΑΕ δεν επιβάλλει συγκεκριμένο νομικό τύπο. 'Ετσι, εκτός από την οδηγία και τον κανονισμό, έχει ήδη επιλεγεί και ο τύπος της απόφασης. Η αντίρρηση που αντλείται από το άρθρο 33, πρώτο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΚΑΕ δεν μπορεί να γίνει δεκτή δεδομένου ότι η διάταξη αυτή δεν αφορά τη μεταφορά οδηγιών αλλά τη δημιουργία εθνικών δομών καταλλήλων για την εφαρμογή των βασικών κανόνων και τη διασφάλιση της τηρήσεως τους. Πράγματι, εφόσον η Κοινότητα δεν διαθέτει ούτε διοικητικές δομές ούτε την εξουσία επιβολής κυρώσεων εντός των κρατών μελών, στα τελευταία εναπόκειται η εκτέλεση των εν λόγω καθηκόντων.
Μ. Zuleeg
εισηγητής δικαστής
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η γαλλική.
Top