Avis juridique important
ΔΙΑΤΑΞΗ ΤΟΥ ΠΡΟΕΔΡΟΥ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΤΗΣ 2ΑΣ ΜΑΙΟΥ 1988. - ASSIDER - ASSOCIAZIONE INDUSTRIE SIDERURGICHE ITALIANE ΚΑΤΑ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΙΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ. - ΕΚΑΧ - ΠΟΣΟΣΤΩΣΕΙΣ ΠΑΡΑΓΩΓΗΣ - ΜΕΤΑΤΡΟΠΗ ΣΕ ΠΟΣΟΣΤΩΣΕΙΣ ΠΑΡΑΔΟΣΕΩΝ. - ΥΠΟΘΕΣΗ 92/88 R.
Συλλογή της Νομολογίας του Δικαστηρίου 1988 σελίδα 02425
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Διατακτικό
++++
1. Διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων - Αναστολή εκτελέσεως - Προϋποθέσεις χορηγήσεως - "Fumus boni juris" - Σοβαρή και ανεπανόρθωτη ζημία
(Συνθήκη ΕΚΑΧ, άρθρο 39 - Κανονισμός διαδικασίας, άρθρο 83, παράγραφος 2)
2. ΕΚΑΧ - Παραγωγή - Σύστημα ποσοστώσεων παραγωγής και παραδόσεως χάλυβα - Υποχρεώσεις της Επιτροπής - Εξασφάλιση ελάχιστης παραγωγής ή διατηρήσεως του μεριδίου στην αγορά συγκεκριμένης επιχειρήσεως - Δεν υπάρχει
(Συνθήκη ΕΚΑΧ, άρθρο 58)
ΔιάδικοιΣτην υπόθεση 92/88 R,
Associazione industrie siderurgiche italiane (Assider), ένωση ιταλικού δικαίου, με έδρα το Μιλάνο, εκπροσωπούμενη από τους C. Grassetti και G. Greco, δικηγόρους Μιλάνου, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο το δικηγόρο N. Schaeffer, 12, avenue de la Porte Neuve,
αιτούσα,
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενης από το νομικό της σύμβουλο, R. Waegenbaur, επικουρούμενο από το δικηγόρο P. A. M. Ferrari με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Γεώργιο Κρεμλή, μέλος της νομικής της υπηρεσίας, κτίριο Jean Monnet, Kirchberg,
καθής,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση αναστολής εκτελέσεως του άρθρου 17 της γενικής αποφάσεως 194/88/ΕΚΑΧ της Επιτροπής, της 6ης Ιανουαρίου 1988, που παρατείνει το σύστημα επιτήρησης και ποσοστώσεων παραγωγής ορισμένων προϊόντων για τις επιχειρήσεις της βιομηχανίας σιδήρου και χάλυβα (ΕΕ L 25, σ. 1)
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ
ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ
εκδίδει την ακόλουθη
Διάταξη
Σκεπτικό της απόφασης1 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 17 Μαρτίου 1988, η Associazione industrie siderurgiche italiane (στο εξής: Assider) άσκησε, δυνάμει του άρθρου 33, δεύτερη παράγραφος, της Συνθήκης ΕΚΑΧ, προσφυγή με την οποία ζητεί την ακύρωση του άρθρου 17 της αποφάσεως 194/88/ΕΚΑΧ της Επιτροπής της 6ης Ιανουαρίου 1988, που παρατείνει το σύστημα επιτήρησης και ποσοστώσεων παραγωγής ορισμένων προϊόντων για τις επιχειρήσεις της βιομηχανίας σιδήρου και χάλυβα (ΕΕ L 25, σ. 1) που τέθηκε σε ισχύ την 1η Ιανουαρίου 1988 για περίοδο έξι μηνών.
2 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 30 Μαρτίου 1988, η προσφεύγουσα υπέβαλε, δυνάμει του άρθρου 39, δεύτερη παράγραφος, της Συνθήκης ΕΚΑΧ και του άρθρου 83 του κανονισμού διαδικασίας, αίτηση κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων με την οποία ζητείται η αναστολή εκτελέσεως του άρθρου 17 της αποφάσεως 194/88/ΕΚΑΧ που προαναφέρθηκε, μέχρις ότου το Δικαστήριο αποφανθεί επί της προσφυγής που ασκήθηκε στην κύρια δίκη.
3 Η καθής κατέθεσε τις γραπτές της παρατηρήσεις στις 22 Απριλίου 1988. Οι διάδικοι ανέπτυξαν προφορικώς τα επιχειρήματά τους στις 25 Απριλίου 1988.
4 Πριν εξεταστεί το βάσιμο της υπό κρίση αιτήσεως κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, φαίνεται χρήσιμο να περιγραφεί συνοπτικά ο μηχανισμός της μετατροπής που θέσπισε το άρθρο 17 της προαναφερθείσας αποφάσεως 194/88/ΕΚΑΧ, καθώς και τα αίτια που τον προκάλεσαν.
5 Το επίμαχο άρθρο 17 επαναλαμβάνει με τους αυτούς όρους το άρθρο 1 της αποφάσεως 1433/87/ΕΚΑΧ της Επιτροπής, της 20ής Μαΐου 1987, σχετικά με τη μετατροπή μέρους των ποσοστώσεων παραγωγής σε ποσοστώσεις παραδόσεων μέσα στην κοινή αγορά (ΕΕ L 136, σ. 37), εκτός της μέσης τιμής όλων των επιχειρήσεων, της οποίας η αξία είναι κατώτερη από την αξία που αναφέρεται στην απόφαση 1433/87/ΕΚΑΧ, που προαναφέρθηκε.
6 Επιτρέπει στις επιχειρήσεις να μετατρέπουν, κάθε τρίμηνο, για κατηγορία προϊόντων που καθορίζεται από τις ίδιες και σύμφωνα με τη σχέση 1 : 0,85, ένα μέρος της διαφοράς μεταξύ της ποσόστωσης παραγωγής που προκύπτει από την παραγωγή αναφοράς και του τμήματος της ποσόστωσης που προκύπτει από την ποσότητα αναφοράς που μπορεί να παραδοθεί στην κοινή αγορά, σε ποσοστώσεις που μπορούν να παραδίδονται μέσα στην κοινή αγορά. Το τμήμα αυτό δεν μπορεί να υπερβαίνει, αντιστοίχως, το 30,15 ή 5 %, ανάλογα με το αν η σχέση μεταξύ των ποσοτήτων αναφοράς προς την παραγωγή αναφοράς για όλα τα προϊόντα που διέπονται από το σύστημα ποσοστώσεων είναι μικρότερη κατά περισσότερο από 15 ποσοστιαίες μονάδες, μικρότερη κατά περισσότερο από 5 ποσοστιαίες μονάδες ή μικρότερη από ό,τι στην προηγούμενη περίπτωση από τη μέση τιμή όλων των επιχειρήσεων για όλες τις ομάδες προϊόντων που ορίζεται σε 73 %.
7 Το κείμενο αυτής της διατάξεως δεν κάνει, αντιθέτως, μνεία των περιορισμών που αναφέρει το άρθρο 2 της προαναφερθείσας αποφάσεως 1433/87/ΕΚΑΧ, κατά τους οποίους οι επιχειρήσεις που επικαλούνται το πρώτο άρθρο αποκλείονται για την αντίστοιχη κατηγορία προϊόντων από την εφαρμογή των άρθρων 11, παράγραφος 4, και 14 Β της αποφάσεως 3485/85/ΕΚΑΧ της Επιτροπής, της 27ης Νοεμβρίου 1985, για παράταση της ισχύος του συστήματος επιτήρησης και ποσοστώσεων παραγωγής για ορισμένα προϊόντα της βιομηχανίας σιδήρου και χάλυβα (ΕΕ L 340, σ. 5).
8 Θεωρώντας ότι προκλήθηκαν ριζικές αλλαγές στην αγορά σιδήρου και χάλυβα, κατά την έννοια του άρθρου 18, παράγραφος 1, της αποφάσεως 3485/85/ΕΚΑΧ, η Επιτροπή έκρινε πράγματι αναγκαίο να εκδώσει την απόφαση 1433/87/ΕΚΑΧ, της οποίας η περίοδος εφαρμογής είχε οριστεί αναδρομικά από την 1η Ιανουαρίου 1987 έως τις 31 Δεκεμβρίου 1987. Οι αιτιολογικές της σκέψεις δικαιολογούν την έκδοσή της με τη διαπίστωση ότι οι προς τις τρίτες χώρες εξαγωγές των χαλυβουργικών επιχειρήσεων της Κοινότητας γνώρισαν κατά τη διάρκεια του 1986 σημαντική μείωση, ότι η σχέση μεταξύ κόστους και τιμών εξαγωγής γνώρισαν σαφή επιδείνωση, ότι αυτή η κατάσταση η οποία, σύμφωνα με όλες τις ενδείξεις, δεν αναμένεται να σημειώσει αξιόλογη βελτίωση και έχει συνέπειες για όλες τις επιχειρήσεις και μάλιστα τόσο σημαντικότερες όσο μεγαλύτερη είναι η συμμετοχή τους στις εξαγωγές και ότι εξάλλου, η κατανομή των ποσοστώσεων αναφοράς των επιχειρήσεων έγινε εδώ και ορισμένα χρόνια και, εξαιτίας της εξέλιξης της αγοράς που έχει λάβει χώρα από τότε, πρέπει να θεωρείται ξεπερασμένη.
9 Πρέπει να υπομνηστεί ότι η απόφαση 1433/87/ΕΚΑΧ αποτέλεσε το αντικείμενο αιτήσεως αναστολής εκτελέσεως που υπέβαλε η Assider στις 17 Ιουλίου 1987, στο πλαίσιο της υποθέσεως 223/87 R. Ο πρόεδρος του πρώτου τμήματος, αναπληρών τον πρόεδρο του Δικαστηρίου δυνάμει των άρθρων 85, δεύτερη παράγραφος, και 11 του κανονισμού διαδικασίας, απέρριψε, με Διάταξη της 10ης Αυγούστου 1987, την εν λόγω αίτηση με την αιτιολογία ότι η Assider δεν απέδειξε την ύπαρξη ζημίας, έστω και μελλοντικής, βεβαίας καθώς και σοβαρής και ανεπανόρθωτης, στοιχείων που απαιτούνται για την επισήμανση των περιστάσεων που αποδεικνύουν το επείγον και που μπορούν να δικαιολογήσουν την αναστολή εκτελέσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως (βλέπε Διάταξη του προέδρου του Δικαστηρίου της 10ης Αυγούστου 1987, Assider κατά Επιτροπής, 223/87 R, Συλλογή σ. 8473).
10 Κατά τους όρους του άρθρου 39 της Συνθήκης ΕΚΑΧ, οι προσφυγές που ασκούνται ενώπιον του Δικαστηρίου δεν έχουν ανασταλτικό αποτέλεσμα. Το Δικαστήριο όμως δύναται, αν κρίνει ότι επιβάλλεται από τις περιστάσεις, να διατάξει την αναστολή της εκτελέσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως ή συστάσεως και να διατάξει και κάθε άλλο αναγκαίο προσωρινό μέτρο.
11 Για να εγκριθεί η λήψη προσωρινού μέτρου όπως το αιτούμενο, το άρθρο 83, παράγραφος 2, του κανονισμού διαδικασίας ορίζει ότι οι αιτήσεις κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων πρέπει να προσδιορίζουν τους πραγματικούς και νομικούς ισχυρισμούς που δικαιολογούν, εκ πρώτης όψεως, τη λήψη του προσωρινού μέτρου το οποίο ζητείται καθώς και τα περιστατικά από τα οποία προκύπτει το επείγον της υποθέσεως.
12 Για να αποδείξει ένα "fumus boni juris" που θα δικαιολογούσε, εκ πρώτης όψεως, τη χορήγηση της αναστολής, η αιτούσα προβάλλει τέσσερις ισχυρισμούς προς απόδειξη του ότι το άρθρο 17 της αποφάσεως 194/88/ΕΚΑΧ είναι παράνομο, και ότι η θέσπισή του πάσχει από κατάχρηση εξουσίας, καθόσον επιτρέπει στην Επιτροπή να πραγματοποιήσει σκοπό άλλον από αυτόν για τον οποίον της έχουν απονεμηθεί οι εξουσίες της.
13 Ισχυρίζεται, καταρχάς, ότι η Επιτροπή παραβίασε το σκοπό μηχανισμού μετατροπής που η ίδια όρισε ότι είχε ως σκοπό να θεραπεύσει την κρίση των εξαγωγών. Δεδομένου ότι η εν λόγω κρίση δεν εμφανίστηκε ή τουλάχιστον δεν υφίσταται πλέον, η Επιτροπή ενήργησε στην πραγματικότητα επί των ποσοστών παραδόσεως για να θεραπεύσει την παλαιότητα των αναφορών των επιχειρήσεων. Εκθέτει, περαιτέρω, ότι η Επιτροπή επέφερε πλήγμα στον ουσιώδη σκοπό του συστήματος ποσοτώσεων, που συνίσταται στην αποκατάσταση της ισορροπίας μεταξύ προσφοράς και ζητήσεως στην εσωτερική αγορά, επιτρέποντας την αύξηση των παραδόσεων εντός αυτής. Η Επιτροπή παραβίασε επίσης την κοινοτική αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων, επιτρέποντας οι συμπληρωματικές παραδόσεις, οι προκύπτουσες από το μηχανισμό μετατροπής που θέσπισε το άρθρο 17, να πραγματοποιούνται, κατά το μεγαλύτερο μέρος τους, από επιχειρήσεις που εξάγουν κυρίως προς τρίτες χώρες, έτσι ώστε χορηγήθηκαν σ' αυτές τις επιχειρήσεις ενισχύσεις κατά παράβαση της κοινοτικής κανονιστικής ρυθμίσεως στον τομέα των ενισχύσεων. Ισχυρίζεται, τέλος, ότι η Επιτροπή καταστρατήγησε την προβλεπόμενη στο άρθρο 58 της Συνθήκης ΕΚΑΧ διαδικασία, θεσπίζοντας το εν λόγω άρθρο χωρίς να έχει επιτύχει την απαραίτητη σύμφωνη γνώμη του Συμβουλίου των Υπουργών.
14 Πρέπει να τονιστεί σχετικώς ότι οι αιτιάσεις της Assider στηριζόμενες κυρίως στη μη λήψη υπόψη, από την Επιτροπή, των κανόνων τύπου και ουσίας του άρθρου 58, της Συνθήκης ΕΚΑΧ και του ουσιώδους αντικειμένου του συστήματος ποσοστώσεων, καθώς και της αρχής της απαγορεύσεως των διακρίσεων, συνιστούν, εκ πρώτης όψεως, όπως ήδη ανέφερε η Διάταξη του προέδρου του Δικαστηρίου της 10ης Αυγούστου 1987, που προαναφέρθηκε, βασίμους νομικούς και πραγματικούς ισχυρισμούς που συνιστούν "fumus boni juris" ικανό να δικαιολογήσει, εκ πρώτης όψεως, την αιτούμενη αναστολή εκτελέσεως.
15 Ακόμα και αν μπορεί να θεωρηθεί ότι στην προκειμένη περίπτωση, η αιτούσα προέβαλε πραγματικούς και νομικούς ισχυρισμούς που μπορούν να δικαιολογήσουν, εκ πρώτης όψεως, την αιτούμενη αναστολή, εξακολουθεί να εναπόκειται στο Δικαστήριο να εκτιμήσει τις περιστάσεις που αποδεικνύουν το επείγον της υποθέσεως.
16 'Οπως προκύπτει από την πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, ο επείγων χαρακτήρας αιτήσεως κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων που αναφέρει το άρθρο 83, παράγραφος 2, του κανονισμού διαδικασίας πρέπει να εκτιμάται σε σχέση με την ανάγκη που υφίσταται να αποφανθεί το Δικαστήριο προσωρινώς ώστε να αποφευχθεί η πρόκληση σοβαρής και ανεπανόρθωτης ζημίας του διαδίκου που ζητεί το προσωρινό μέτρο.
17 Η αιτούσα, για να αποδείξει τον επείγοντα χαρακτήρα της αιτήσεώς της κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, ισχυρίζεται ότι το επίμαχο άρθρο 17 προξενεί σοβαρή και ανεπανόρθωτη ζημία όχι μόνο στις επιχειρήσεις μέλη της Assider, αλλά και στην εσωτερική αγορά.
18 Η προξενούμενη στην εσωτερική αγορά ζημία προκύπτει από το ότι ο μηχανισμός της μετατροπής που θέσπισε το προαναφερθέν άρθρο 17 συνεπάγεται σημαντική αύξηση της προσφοράς, πράγμα που αλλοιώνει την ισορροπία της αγοράς, η οποία εντούτοις αποτελεί τον ουσιώδη σκοπό του συστήματος ποσοστώσεων. Βάσει των υπολογισμών της, αναφέρει ότι, κατά τη διάρκεια του έτους 1987, το μέγεθος του συνόλου των μετατροπών για τα προϊόντα των κατηγοριών Ια, Ιβ, ΙΙ και ΙΙΙ ανήλθε σε 3,3 % του συνόλου των ποσοστώσεων παραδόσεως στην εσωτερική αγορά. 'Ενα μέγεθος τέτοιας σοβαρότητας και που προορίζεται επιπλέον να αυξηθεί κατά τη διάρκεια του πρώτου τριμήνου του 1988 ασκεί αρνητική επιρροή επί των τιμών η οποία δεν μπορεί να διορθωθεί παρά με την αύξηση των ποσοστών μειώσεως, πράγμα που συνιστά μέτρο που πλήττει βαρύτερα τις επιχειρήσεις οι οποίες προσανατολίζονται κυρίως προς την εσωτερική αγορά.
19 Η Assider υποστηρίζει ότι το επίδικο άρθρο 17 θίγει επίσης τη σχετική θέση επιχειρήσεων μελών της ενώσεώς της οι οποίες, εμφανίζουσες σχέση μεταξύ ποσοστώσεων παραδόσεως στην εσωτερική αγορά και ποσοστώσεων παραγωγής, σχέση Ι : Ρ, μεγαλύτερη της μέσης κοινοτικής τιμής, δεν μπορούν να επωφεληθούν παρά σε πολύ περιορισμένο βαθμό του μηχανισμού μετατροπής που το εν λόγω άρθρο θεσπίζει αντιθέτως προς τις επιχειρήσεις οι οποίες στρέφονται σε μεγάλο βαθμό προς τις εξαγωγές. Αυτή η απώλεια σχετικότητας συνεπάγεται μείωση των παραδόσεων που τα μέλη της Assider θα μπορούσαν να πραγματοποιήσουν εντός της κοινής αγοράς.
20 Αποτιμά τη σπουδαιότητα της μειώσεως των παραδόσεων που τα μέλη της αναγκάστηκαν να υποστούν σε 3,3 % των παραδοσιακών τους παραδόσεων και σε 2,5 % για τη Finsider, που κατόρθωσε να επωφεληθεί ορισμένων μικρών μετατροπών βάσει του άρθρου 17. Λαμβάνοντας ως παράδειγμα την Finsider, μία από τις επιχειρήσεις του ομίλου της Assider, θεωρεί ότι η μείωση των παραδόσεών της ανήλθε σε περίπου 104 000 τόνους για το έτος 1987 και τονίζει ότι μια τέτοια ζημία δεν μπορεί παρά να αυξηθεί λόγω του ότι το άρθρο 17 διατήρησε την εφαρμογή αυτού του μηχανισμού για το πρώτο εξάμηνο του 1988.
21 Το ότι μια τέτοια ζημία είναι ανεπανόρθωτη προκύπτει από το ότι η εφαρμογή του μηχανισμού μετατροπής που προαναφέρθηκε προκαλεί αναπόφευκτη αλλοίωση των σχετικών θέσεων των επιχειρήσεων και, συναφώς, οριστική ζημία των παραδόσεων εντός των προπεριγραφέντων ορίων, χωρίς να είναι δυνατό, σε περίπτωση ακυρώσεως της αποφάσεως, να αποκατασταθεί η προτέρα κατάσταση των μελών της όσον αφορά τη σχετική τους θέση και να αντισταθμίσει τις ζημίες παραδόσεων ενόσω ισχύει σύστημα ποσοστώσεων και a fortiori στην περίπτωση της ενδεχόμενης ελευθερώσεως των κατηγοριών Ια και Ιβ από την 1η Ιουλίου 1988.
22 Η Επιτροπή, από την πλευρά της, τονίζει ότι σε περίπτωση υπερβολικής προσφοράς σε σχέση με τη ζήτηση, διαθέτει πάντοτε το μέσο των ποσοστών μειώσεως για να αποκαταστήσει την ισορροπία της αγοράς η οποία, στην προκειμένη περίπτωση, δεν αλλοιώθηκε από το μηχανισμό μετατροπής που διατηρήθηκε κατ' εφαρμογή του άρθρθου 17, όπως αποδεικνύουν τα αριθμητικά δεδομένα τα σχετικά με την εξέλιξη των ποσοστών μειώσεως για τις παραδόσεις στην κοινοτική αγορά καθώς και η εξέλιξη των τιμών σ' αυτή την αγορά.
23 Είναι της γνώμης ότι η μόνη ζημία την οποία μπορούν να επικαλεστούν οι επιχειρήσεις μέλη της Assider είναι απώλεια σχετικότητας που προκύπτει από την εφαρμογή του άρθρου 17. 'Ομως, αυτό το κείμενο, η διάρκεια ισχύος του οποίου έχει περιοριστεί σε έξι μήνες, έχει ως αντικείμενο να επαναφέρει την ισορροπία κατά περιορισμένο τρόπο της σχέσεως Ι : Ρ, που είναι ιδιαίτερα δυσμενής για ορισμένες επιχειρήσεις, η δε εφαρμογή του συνεπάγεται αναγκαστικά ορισμένη απώλεια σχετικότητας για τις επιχειρήσεις που απολαύουν σχέσεως Ι : Ρ ιδιαίτερα υψηλής, όπως συμβαίνει με τις επιχειρήσεις μέλη της Assider. Αυτές οι απώλειες σχετικότητας είναι, ωστόσο, τόσο μικρές δεδομένης της μικρής επιρροής των γενομένων βάσει του άρθρου 17 μετατροπών επί των παραδόσεων, ώστε δυσκόλως μπορούν να θεωρηθούν ότι προξενούν σοβαρή ζημία. Εξάλλου, δεν υπερβαίνουν το επίπεδο των θυσιών που η Επιτροπή μπορεί νομίμως να επιβάλει στις επιχειρήσεις σιδήρου και χάλυβα εν ονόματι της αλληλεγγύης. Προσθέτει ότι, προκειμένου να εκτιμηθεί η σοβαρότητα της ζημίας, πρέπει επίσης να ληφθεί υπόψη ότι οι επιχειρήσεις στις οποίες επιβάλλεται μείωση των παραδόσεών τους στην εσωτερική αγορά απολαύουν σε αντάλλαγμα αντισταθμίσεως στην εξωτερική αγορά ισοδύναμης ποσότητας που προκύπτει από τη μείωση των δυνατοτήτων εξαγωγής αυτών που δικαιούνται να τύχουν της εφαρμογής του άρθρου 17.
24 Πρέπει να διαπιστωθεί ότι η εξέταση των ποσοστών μειώσεως που όρισε η Επιτροπή για τα δύο πρώτα τρίμηνα του 1988 επιβεβαιώνει, εκ πρώτης όψεως, την τάση προς μείωση που εκδηλώθηκε κατά τη διάρκεια των περισσοτέρων τριμήνων του έτους 1987. Εξάλλου, δεν προέκυψε καθίζηση των τιμών στο εσωτερικό της Κοινότητας έτσι ώστε η αιτούσα δεν προσκόμισε κανένα αποδεικτικό στοιχείο για να αποδείξει διατάραξη της ισορροπίας της κοινής αγοράς.
25 'Οσον αφορά το ότι θίγηκε η σχετική κατάσταση επιχειρήσεων μελών της Assider, πρέπει να γίνει αναφορά, προκειμένου να εκτιμηθεί η βαρύτητα της προκληθείσας ζημίας, στην περίπτωση της επιχειρήσεως Finsider, σχετικά με την οποία η Επιτροπή προσκόμισε, στις παρατηρήσεις της, αριθμητικά στοιχεία σχετικά με το πρώτο τρίμηνο του 1988.
26 'Οπως προκύπτει από την εξέταση αυτών των δεδομένων, επί των οποίων διεξήχθη συζήτηση επ' ακροατηρίου, το μέγεθος των μετατροπών, που πραγματοποιήθηκαν δυνάμει του άρθρου 17 και που ανήλθαν σε πλέον των 3 % του συνόλου των ποσοστών παραδόσεων εντός της κοινής αγοράς, συγκεκριμενοποιήθηκε για την Finsider με την απώλεια σχετικότητας για το πρώτο τρίμηνο του 1988 κατά 0,398 %, η δε σχετική της θέση παρουσίασε μεταβολή αντιστοίχως από 15,525 % σε 14,827 % για το εν λόγω τρίμηνο. Αυτή η απώλεια σχετικότητας κατέληξε σε μείωση των παραδόσεων της Finsider εντός της κοινής αγοράς κατά 26 421 τόνους.
27 Υπό το φως αυτών των παρατηρήσεων, πρέπει να γίνει δεκτό ότι οι απώλειες σχετικότητας και οι συνακόλουθες μειώσεις των παραδόσεων που επιβάλλονται στις επιχειρήσεις μέλη της Assider με την εφαρμογή του άρθρου 17, παρέμειναν σαφώς κάτω του 1 %. Αυτές οι απώλειες είναι, επομένως, σχετικώς ελάχιστες και δεν μπορούν να θεωρηθούν ως ικανές να προκαλέσουν σοβαρή ζημία. Αυτή η διαπίστωση επιβάλλεται ακόμη περισσότερο καθόσον πρέπει να υπομνηστεί ότι, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, τα μέτρα που λαμβάνονται δυνάμει του άρθρου 58 πρέπει να επιτρέπουν στο σύνολο της βιομηχανίας σιδήρου και χάλυβα της Κοινότητας να αμυνθεί επί συλλογικής βάσεως και με πνεύμα αλληλεγγύης κατά των συνεπειών της κρίσεως, σε περίπτωση μειώσεως της ζητήσεως και ότι η εν λόγω διάταξη ουδόλως επιβάλλει στην Επιτροπή την υποχρέωση να εξασφαλίσει, σε μια συγκεκριμένη επιχείρηση και σε βάρος άλλων επιχειρήσεων της Κοινότητας, ελάχιστη παραγωγή ή τη διατήρηση της σχετικής της θέσεως στην αγορά (απόφαση της 7ης Ιουλίου 1982, Kloeckner-Werke κατά Επιτροπής, 119/81, Συλλογή σ. 2627 και απόφαση της 11ης Μαΐου 1983, Kloeckner-Werke κατά Επιτροπής, 244/81, Συλλογή σ. 1451).
28 Πρέπει, επιπλέον, να ληφθεί υπόψη ότι η Assider δεν επέτυχε να αποδείξει ούτε τον ανεπανόρθωτο χαρακτήρα της ζημίας που επικαλείται. Πράγματι, στην περίπτωση που ορισμένες κατηγορίες προϊόντων, υπαγόμενες προς το παρόν στο σύστημα ποσοστώσεων, ελευθερωθούν, οι επιχειρήσεις θα αντιμετωπίσουν ελεύθερη αγορά και εκ νέου ανταγωνισμό, έτσι ώστε καθεμία από αυτές θα διαθέτει καταρχήν τη δυνατότητα να αυξήσει το μερίδιό της στην αγορά και να αντισταθμίσει μ' αυτόν τον τρόπο τις προγενέστερες ζημίες σχετικότητας.
29 'Οπως προκύπτει από τα προεκτεθέντα στοιχεία, η αιτούσα δεν απέδειξε ότι θα υποστεί σοβαρή και ανεπανόρθωτη ζημία από την εφαρμογή του άρθρου 17 της αποφάσεως 194/88/ΕΚΑΧ που προαναφέρθηκε και, συνεπώς, δεν πέτυχε να αποδείξει τις περιστάσεις που αποδεικνύουν το επείγον της υποθέσεως, το οποίο θα δικαιολογούσε την αναστολή εκτελέσεως αυτής της διατάξεως.
ΔιατακτικόΓια τους λόγους αυτούς
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ,
κρίνοντας επί προσωρινών μέτρων,
διατάσσει:
1) Απορρίπτει την υποβληθείσα κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων αίτηση.
2) Επιφυλάσσεται ως προς τα δικαστικά έξοδα.
Διάταξη εκδοθείσα στο Λουξεμβούργο, στις 2 Μαΐου 1988.
Top