Avis juridique important
ΔΙΑΤΑΞΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΤΗΣ 7ΗΣ ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ 1988. - JOSEPH FLOUREZ ΚΑΙ ΛΟΙΠΟΙ ΚΑΤΑ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΙΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ. - ΑΠΑΡΑΔΕΚΤΟ. - ΥΠΟΘΕΣΗ 138/88.
Συλλογή της Νομολογίας του Δικαστηρίου 1988 σελίδα 06393
Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
++++
Προσφυγή ακυρώσεως - Φυσικά ή νομικά πρόσωπα - Πράξεις που τα αφορούν άμεσα και ατομικά - Οδηγία που απαγορεύει τη χρησιμοποίηση ορισμένων ουσιών με ορμονική δράση στην κτηνοτροφία - Προσφυγή παραγωγών βοείου κρέατος - Απαράδεκτη
(Συνθήκη ΕΟΚ, άρθρο 173, εδάφιο 2 Οδηγία 88/146 του Συμβουλίου)
ΠερίληψηΗ οδηγία 88/146, για την απαγόρευση της χρησιμοποίησης ορισμένων ουσιών με ορμονική δράση στην κτηνοτροφική παραγωγή, δεν αφορά ατομικά, κατά την έννοια του άρθρου 173, εδάφιο 2, της Συνθήκης, τους παραγωγούς βοείου κρέατος. Κατά συνέπεια, οι τελευταίοι δεν μπορούν να προσβάλουν παραδεκτώς με προσφυγή ακυρώσεως την οδηγία αυτή.
ΔιάδικοιΣτην υπόθεση 138/88,
1) Joseph Flourez, κάτοικος Lescure, Saint Pardoux-La-Riviere
2) Michel Leblond, κάτοικος Le Grand Malbos - Le Rayet, Villereal,
3) Jean-Pierre Bayssette, κάτοικος Le Gua στο Labruguiere,
4) Gilbert Lhaumond, κάτοικος Marcillac Quentin, Sarlat,
εκπροσωπούμενοι από την SCP Dubos-Pelissie-Prunier και την Marie-Christine Herve-Porchy, δικηγόρους Rouen, και από τον Marc Baden, δικηγόρο Λουξεμβούργου, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον ίδιο αυτό δικηγόρο, 24, rue Marie-Adelaide,
προσφεύγοντες,
κατά
Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενου από τον Jacques Delmoly, κύριο υπάλληλο διοικήσεως στη νομική υπηρεσία, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Joerg Kaeser, διευθυντή νομικών υποθέσεων της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων, boulevard Konrad Adenauer, Kirchberg,
καθού,
που έχει ως αντικείμενο την ακύρωση της οδηγίας 88/146/ΕΟΚ του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, της 7ης Μαρτίου 1988, για την απαγόρευση της χρησιμοποίησης ορισμένων ουσιών με ορμονική δράση στην κτηνοτροφική παραγωγή,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
συγκείμενο από τους O. Due, πρόεδρο, T. Koopmans, R. Joliet, T. F. O' Higgins και F. Grevisse, προέδρους τμήματος, Sir Gordon Slynn, G. F. Mancini, Κ. Ν. Κακούρη, F. A. Schockweiler, J. C. Moitinho de Almeida, G. C. Rodriguez Iglesias, M. Diez de Velasco και M. Zuleeg, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: C. O. Lenz
γραμματέας: J.-G. Giraud
αφού άκουσε το γενικό εισαγγελέα,
εκδίδει την ακόλουθη
Διάταξη
Σκεπτικό της απόφασης1 Με δικόγραφο που κατέθεσαν στις 17 Μαΐου 1988 στη γραμματεία του Δικαστηρίου οι Joseph Flourez και λοιποί άσκησαν, δυνάμει του άρθρου 173, εδάφιο 2, της Συνθήκης ΕΟΚ, προσφυγή με την οποία ζητούν την ακύρωση της οδηγίας 88/146 του Συμβουλίου, της 7ης Μαρτίου 1988, για την απαγόρευση της χρησιμοποίησης ορισμένων ουσιών με ορμονική δράση στην κτηνοτροφική παραγωγή (ΕΕ L 70, σ. 16).
2 Με υπόμνημα που περιήλθε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 11 Ιουλίου 1988, το Συμβούλιο προέβαλε ένσταση απαραδέκτου δυνάμει του άρθρου 91, παράγραφος 1, του κανονισμού διαδικασίας και ζήτησε από το Δικαστήριο να κρίνει επί της ενστάσεως χωρίς να εισέλθει στην ουσία.
3 Η οδηγία 85/649 του Συμβουλίου, της 31ης Δεκεμβρίου 1985, για την απαγόρευση της χρησιμοποίησης ορισμένων ουσιών με ορμονική δράση στην κτηνοτροφική παραγωγή (ΕΕ L 382, σ. 228), θέσπισε την αρχή της απόλυτης απαγόρευσης της χρησιμοποίησης ουσιών με ορμονική δράση.
4 Με απόφαση της 23ης Φεβρουαρίου 1988, Ηνωμένο Βασίλειο κατά Συμβουλίου, 68/86, Συλλογή 1988, σ. 855, το Δικαστήριο ακύρωσε, κατόπιν προσφυγής που ασκήθηκε από το Ηνωμένο Βασίλειο της Μεγάλης Βρετανίας και της Βόρειας Ιρλανδίας βάσει του άρθρου 173, εδάφιο 1, της Συνθήκης ΕΟΚ, την οδηγία 85/649 για το λόγο ότι το Συμβούλιο παρέβη ουσιώδη τύπο, μη τηρώντας τη διαδικασία που προβλέπει το άρθρο 6, παράγραφος 1, του εσωτερικού κανονισμού του Συμβουλίου.
5 Το Συμβούλιο θέσπισε στις 7 Μαρτίου 1988 την προσβαλλόμενη οδηγία, το περιεχόμενο της οποίας είναι ταυτόσημο με το περιεχόμενο της προαναφερθείσας οδηγίας 85/649.
6 Το Συμβούλιο υποστηρίζει με την παρεμπίπτουσα αίτησή του κυρίως ότι οι οδηγίες δεν υπόκεινται σε προσβολή με ατομική προσφυγή ακυρώσεως λόγω του περιεχομένου του εδαφίου 2, του άρθρου 173 της Συνθήκης, το οποίο, αντίθετα προς το εδάφιο 1, δεν αναφέρει παρά τις αποφάσεις και τους κανονισμούς.
7 Το Συμβούλιο ισχυρίζεται επικουρικά ότι μια οδηγία δεν μπορεί να αφορά ατομικά τους προσφεύγοντες διότι αποτελεί από τη φύση της πράξη γενικού περιεχομένου, η οποία εξουσιοδοτεί τα κράτη μέλη να θεσπίζουν εθνικές διατάξεις και η οποία εφαρμόζεται κατά τρόπο γενικό και αφηρημένο.
8 Οι προσφεύγοντες δεν κατέθεσαν παρατηρήσεις επί της ενστάσεως απαραδέκτου. Με την προσφυγή τους ισχυρίζονται ότι η προσβαλλόμενη οδηγία τους αφορά ατομικά και άμεσα διότι ελήφθη κατόπιν υπολογισμού του αριθμού των ζώων στο εσωτερικό της Κοινότητας και, κατά συνέπεια, κατόπιν απογραφής και εξατομικεύσεως των παραγωγών. Εξάλλου, η οδηγία εφαρμόζεται άμεσα διότι δεν αφήνει καμιά διακριτική εξουσία στα κράτη μέλη.
9 Δυνάμει του άρθρου 91, παράγραφος 3, του κανονισμού διαδικασίας, εκτός αντιθέτου αποφάσεως του Δικαστηρίου, η διαδικασία επί της υποβληθείσης ενστάσεως συνεχίζεται προφορικά. Το Δικαστήριο κρίνει ότι είναι στην προκειμένη περίπτωση επαρκώς ενημερωμένο και ότι δεν συντρέχει λόγος ενάρξεως της προφορικής διαδικασίας.
10 Καταρχάς πρέπει να υπομνηστεί ότι κατά το γράμμα του άρθρου 73, εδάφιο 2, της Συνθήκης ΕΟΚ, κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο μπορεί να ασκήσει προσφυγή κατά των αποφάσεων που, αν και εκδίδονται ως κανονισμοί, το αφορούν άμεσα και ατομικά.
11 Οι προσφεύγοντες είναι όλοι παραγωγοί βοείου κρέατος. Χωρίς να χρειάζεται να ερευνηθούν τα λοιπά ζητήματα που συζητήθηκαν μεταξύ των διαδίκων, πρέπει να διαπιστωθεί ότι η προσβαλλόμενη οδηγία δεν αφορά προφανώς ατομικά τους προσφεύγοντες.
12 Πράγματι, από την πάγια νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι, για να θεωρηθεί ότι μια πράξη αφορά ατομικά ορισμένα πρόσωπα, πρέπει τα πρόσωπα αυτά να θίγονται στην έννομη κατάστασή τους λόγω μιας πραγματικής καταστάσεως, η οποία τα εξατομικεύει κατά τρόπο ανάλογο με εκείνη του προσώπου στο οποίο απευθύνεται η πράξη. Εν προκειμένω η προσβαλλομένη απόφαση δεν αφορά τους προσφεύγοντες παρά μόνο υπό την αντικειμενική ιδιότητά τους ως παραγωγών βοείου κρέατος, όπως και κάθε άλλον επιχειρηματία που βρίσκεται στην ίδια κατάσταση.
13 Υπό τις προϋποθέσεις αυτές πρέπει να απορριφθεί η προσφυγή ως απαράδεκτη.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδαΕπί των δικαστικών εξόδων
14 Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του κανονισμού διαδικασίας ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα. Δεδομένου ότι οι προσφεύγοντες ηττήθηκαν, πρέπει να καταδικαστούν στα δικαστικά έξοδα εις ολόκληρον.
ΔιατακτικόΓια τους λόγους αυτούς
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
διατάσσει:
1) Απορρίπτει την προσφυγή ως απαράδεκτη.
2) Καταδικάζει τους προσφεύγοντες στα δικαστικά έξοδα εις ολόκληρον.
Λουξεμβούργο, 7 Δεκεμβρίου 1988.
Top