Avis juridique important
ΔΙΑΤΑΞΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΤΗΣ 7ΗΣ ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ 1988. - FEDERATION EUROPEENNE DE LA SANTE ANIMALE (FEDESA) ΚΑΙ ΛΟΙΠΟΙ ΚΑΤΑ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΙΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ. - ΠΑΡΑΔΕΚΤΟ. - ΥΠΟΘΕΣΗ 160/88.
Συλλογή της Νομολογίας του Δικαστηρίου 1988 σελίδα 06399
Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
++++
Προσφυγή ακυρώσεως - Φυσικά ή νομικά πρόσωπα - Πράξεις που τα αφορούν άμεσα και ατομικά - Οδηγία που απαγορεύει τη χρησιμοποίηση ορισμένων ουσιών με ορμονική δράση στην κτηνοτροφία - Προσφυγή βιομηχάνων και εμπόρων απαγορευμένων ουσιών - Απαράδεκτ
(Συνθήκη ΕΟΚ, άρθρο 173, εδάφιο 2 οδηγία 88/146 του Συμβουλίου)
ΠερίληψηΗ οδηγία 88/146, για την απαγόρευση της χρησιμοποιήσης ορισμένων ουσιών με ορμονική δράση στην κτηνοτροφική παραγωγή, δεν αφορά ατομικά, κατά την έννοια του άρθρου 173, εδάφιο 2, της Συνθήκης, τους βιομηχάνους και εμπόρους απαγορευμένων ουσιών. Κατά συνέπεια, οι τελευταίοι δεν μπορούν να προσβάλουν παραδεκτώς επί ακυρώσει την οδηγία αυτή.
ΔιάδικοιΣτην υπόθεση 160/88,
1) Federation europeenne de la sante animale (Fedesa), με έδρα, 1, rue Defacqz, 1050 Βρυξέλλες, Βέλγιο,
2) Distrivet SA με έδρα, 35, boulevard des Invalides, 75007 Παρίσι, Γαλλία,
3) Pitman Moore Inc., με έδρα το Northbrook, Illinois, Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής,
εκπροσωπούμενες από τον Christopher Carr, Queen' s Counsel, Thomas Sharpe, Barrister, Eduard Marissen, δικηγόρο Βρυξελλών, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τους δικηγόρους Elvinger, Hoss & Prussen, 15, Cote d' Eich,
προσφεύγουσες,
κατά
Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενου από τον B. Hoff Nielsen, νομικό σύμβουλο, και την Moyra Sims, μέλος της νομικής του υπηρεσίας, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο το Joerg Kaeser, διευθυντή νομικών υποθέσεων της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων, boulevard Konrad Adenauer, Kirchberg,
καθού,
που έχει ως αντικείμενο την ακύρωση της οδηγίας 88/146/ΕΟΚ του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, της 7ης Μαρτίου 1988, για την απαγόρευση της χρησιμοποίησης ορισμένων ουσιών με ορμονική δράση στην κτηνοτροφική παραγωγή,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
συγκείμενο από τους O. Due, πρόεδρο, T. Koopmans, R. Joliet, T. F. O' Higgins και F. Grevisse, προέδρους τμήματος, Sir Gordon Slynn, G. F. Mancini, Κ. Ν. Κακούρη, F. A. Schockweiler, J. C. Moitinho de Almeida, G. C. Rodriguez Iglesias, M. Diez de Velasco και M. Zuleeg, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: C. O. Lenz
γραμματέας: J.-G. Giraud
αφού άκουσε το γενικό εισαγγελέα,
εκδίδει την ακόλουθη
Διάταξη
Σκεπτικό της απόφασης1 Με δικόγραφο που κατέθεσαν στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 2 Ιουνίου 1988, η Federation europeenne de la sante animale (Fedesa), η ανώνυμη εταιρία Distrivet και η εταιρία Pitman Moore άσκησαν, δυνάμει του άρθρου 173, εδάφιο 2, της Συνθήκης ΕΟΚ, προσφυγή με την οποία ζητούν την ακύρωση της οδηγίας 88/146 του Συμβουλίου, της 7ης Μαρτίου 1988, για την απαγόρευση της χρησιμοποίησης ορισμένων ουσιών με ορμονική δράση στην κτηνοτροφική παραγωγή (ΕΕ L 70, σ. 16).
2 Με υπόμνημα που περιήλθε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 25 Αυγούστου 1988, το Συμβούλιο προέβαλε ένσταση απαραδέκτου δυνάμει του άρθρου 91, παράγραφος 1, του κανονισμού διαδικασίας και ζήτησε από το Δικαστήριο να κρίνει επί της ενστάσεως χωρίς να εισέλθει στην ουσία.
3 Η οδηγία 85/649 του Συμβουλίου, της 31ης Δεκεμβρίου 1985, για την απαγόρευση της χρησιμοποίησης ορισμένων ουσιών με ορμονική δράση στην κτηνοτροφική παραγωγή (ΕΕ L 382, σ. 228), η οποία θέσπισε την αρχή της απόλυτης απαγόρευσης της χρησιμοποίησης ουσιών με ορμονική δράση, έπρεπε να μεταφερθεί από τα κράτη μέλη στην εσωτερική έννομη τάξη τους το αργότερο μέχρι την 1η Ιανουαρίου 1988.
4 Με απόφαση της 23ης Φεβρουαρίου 1988, Ηνωμένο Βασίλειο κατά Συμβουλίου, 68/86, Συλλογή 1988, σ. 855, το Δικαστήριο ακύρωσε, κατόπιν προσφυγής που ασκήθηκε από το Ηνωμένο Βασίλειο της Μεγάλης Βρετανίας και της Βόρειας Ιρλανδίας βάσει του άρθρου 173, εδάφιο 2, της Συνθήκης ΕΟΚ, την οδηγία 85/649 για το λόγο ότι το Συμβούλιο παρέβη ουσιώδη τύπο, μη τηρώντας τη διαδικασία που προβλέπει το άρθρο 6, παράγραφος 1, του εσωτερικού κανονισμού του Συμβουλίου.
5 Το Συμβούλιο θέσπισε στις 7 Μαρτίου 1988 την προσβαλλόμενη οδηγία, το περιεχόμενο της οποίας είναι ταυτόσημο με το περιεχόμενο της προαναφερθείσας οδηγίας 85/649, συμπεριλαμβανομένης και της προθεσμίας μεταφοράς της.
6 Το Συμβούλιο υποστηρίζει με την παρεμπίπτουσα αίτησή του κυρίως ότι οι οδηγίες δεν υπόκεινται σε προσβολή με ατομική προσφυγή ακυρώσεως λόγω του περιεχομένου του εδαφίου 2 του άρθρου 173 της Συνθήκης, το οποίο, αντίθετα προς το εδάφιο 1, δεν αναφέρει παρά τις αποφάσεις και τους κανονισμούς.
7 Το Συμβούλιο ισχυρίζεται επικουρικά ότι μια οδηγία δεν μπορεί να αφορά τις προσφεύγουσες άμεσα και ατομικά διότι αποτελεί από τη φύση της πράξη γενικού περιεχομένου, η οποία εφαρμόζεται κατά τρόπο γενικό και αφηρημένο σε αντικειμενικά προσδιορισμένες καταστάσεις. Μόνον τα εθνικά μέτρα εφαρμογής παρέχουν δικαιώματα ή υποχρεώσεις στους ιδιώτες. Δεδομένου άλλωστε ότι στην προκειμένη περίπτωση πρόκειται για υποχρεώσεις, αποκλείεται εν πάση περιπτώσει η άμεση ισχύς της οδηγίας.
8 Οι προσφεύγουσες υποστηρίζουν ότι το άρθρο 173, εδάφιο 2, της Συνθήκης δεν αποκλείει τη δυνατότητα ασκήσεως προσφυγής κατά οδηγίας. Δέχονται σχετικά ότι η τήρηση των "αρχών του δικαίου και της δικαιοσύνης καθώς και της υπεροχής του δικαίου" (principles of law and justice and rule of law) πρέπει να οδηγήσουν σε ευρεία ερμηνεία του γράμματος του άρθρου 173, εδάφιο 2. Στην προκειμένη περίπτωση, η απόρριψη της προσφυγής τους ως απαράδεκτης, ιδίως χωρίς προφορική διαδικασία, θα συνιστούσε αρνησιδικία.
9 Υπέρ της απόψεως αυτής, ισχυρίζονται ότι έχουν σημαντικό και ουσιώδες συμφέρον να ερευνηθεί η προσφυγή τους κατά το μέτρο που το δικαίωμά τους και η ελευθερία τους ασκήσεως μιας δραστηριότητας εμπορικής, νόμιμης και η οποία εξυπηρετεί το γενικό συμφέρον, θα καταστρεφόταν από παράνομες διατάξεις. Πέραν του αμέσου συμφέροντος των προσφευγουσών, η βαρύτητα της προβαλλομένης παράβασης, η σημασία των δικαιωμάτων και των συμφερόντων που θίγονται και η σημαντική ζημία που υπέστησαν είναι αυτά που πρέπει να καθορίσουν τη νομιμοποίησή τους. Κατά συνέπεια, η έρευνα του παραδεκτού της προσφυγής θα πρέπει στη συγκεκριμένη περίπτωση να συσχετισθεί με την έρευνα της ουσίας της υποθέσεως.
10 Οι προσφεύγουσες δέχονται μεν, όσον αφορά τη νομιμοποίηση, ότι ο γενικός ή ατομικός χαρακτήρας της προσβαλλόμενης πράξης είναι δευτερεύων σε σχέση με τα επίδικα συμφέροντα, υπογραμμίζουν όμως ότι τα συστατικά στοιχεία της προσβαλλόμενης οδηγίας αντιστοιχούν με εκείνα μιας αποφάσεως διότι είναι τόσο ακριβής και λεπτομερής ώστε να μην αφήνει καμιά ελευθερία ενεργείας στα κράτη μέλη, τουλάχιστον καθόσον τα αφορά. Ισχυρίζονται τέλος ότι, οποιαδήποτε αποτελέσματα κι αν έχει η οδηγία επί άλλων προσώπων ή άλλων ενεργειών, μόνες οι προσφεύγουσες αποτελούν σχεδόν το σύνολο της κατηγορίας, την οποία έχει προσδιορίσει και γνωρίζει καλά το Συμβούλιο, των βιομηχάνων και των διανομέων κτηνοτροφικών φαρμάκων. Πρόκειται για μεμονωμένη ομάδα στην οποία αναφέρεται ειδικά η διαταχθείσα από την οδηγία απαγόρευση και η αναδρομική θέση της σε ισχύ.
11 Δυνάμει του άρθρου 91, παράγραφος 3, του κανονισμού διαδικασίας, εκτός αντιθέτου αποφάσεως του Δικαστηρίου, η διαδικασία επί της υποβληθείσης ενστάσεως συνεχίζεται προφορικά. Το Δικαστήριο κρίνει ότι είναι στην προκειμένη περίπτωση επαρκώς ενημερωμένο και ότι δεν συντρέχει λόγος ενάρξεως της προφορικής διαδικασίας.
12 Καταρχάς πρέπει να υπομνηστεί ότι κατά το γράμμα του άρθρου 73, εδάφιο 2, της Συνθήκης ΕΟΚ, κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο μπορεί να ασκήσει προσφυγή κατά των αποφάσεων που, αν και εκδίδονται ως κανονισμοί, το αφορούν άμεσα και ατομικά.
13 Η Distrivet και η Pitman Moore είναι εταιρίες οι οποίες κατασκευάζουν και πωλούν κτηνοτροφικά φάρμακα, μεταξύ των οποίων οι ορμόνες που αναφέρονται στην επίδικη οδηγία η Fedesa είναι ένωση η οποία συνενώνει τέτοιες εταιρίες. Χωρίς να χρειάζεται να εξεταστούν όλα τα ζητήματα που συζητήθηκαν μεταξύ των διαδίκων, πρέπει να διαπιστωθεί ότι η προσβαλλόμενη οδηγία δεν αφορά προδήλως τις προσφεύγουσες ατομικά.
14 Πράγματι, από την πάγια νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι, για να θεωρηθεί ότι μια πράξη αφορά ατομικά ορισμένα πρόσωπα, πρέπει τα πρόσωπα αυτά να θίγονται στην έννομη κατάστασή τους λόγω μιας πραγματικής καταστάσεως η οποία τα εξατομικεύει κατά τρόπο ανάλογο με εκείνη του προσώπου στο οποίο απευθύνεται η πράξη. Εν προκειμένω η επίδικη οδηγία δεν αφορά τις προσφεύγουσες παρά μόνο υπό την αντικειμενική ιδιότητά τους ως βιομηχάνων και εμπόρων κτηνοτροφικών φαρμάκων, όπως και κάθε άλλο επιχειρηματία που βρίσκεται στην ίδια κατάσταση.
15 Υπό τις προϋποθέσεις αυτές πρέπει να απορριφθεί η προσφυγή ως απαράδεκτη.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδαΕπί των δικαστικών εξόδων
16 Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του κανονισμού διαδικασίας ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα. Δεδομένου ότι οι προσφεύγουσες ηττήθηκαν, πρέπει να καταδικαστούν στα δικαστικά έξοδα εις ολόκληρον.
ΔιατακτικόΓια τους λόγους αυτούς
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
διατάσσει:
1) Απορρίπτει την προσφυγή ως απαράδεκτη.
2) Καταδικάζει τις προσφεύγουσες στα δικαστικά έξοδα εις ολόκληρον.
Λουξεμβούργο, 7 Δεκεμβρίου 1988.
Top