Avis juridique important
ΔΙΑΤΑΞΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΤΗΣ 15ΗΣ ΜΑΡΤΙΟΥ 1989. - SOCIETE CO-FRUTTA, SARL ΚΑΤΑ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΙΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ. - ΑΠΑΡΑΔΕΚΤΟ. - ΥΠΟΘΕΣΗ 191/88.
Συλλογή της Νομολογίας του Δικαστηρίου 1989 σελίδα 00793
Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
++++
Προσφυγή ακυρώσεως - Φυσικά ή νομικά πρόσωπα - Πράξεις που τα αφορούν άμεσα και ατομικά - Απόφαση της Επιτροπής επιτρέπουσα σε κράτος μέλος τη λήψη μέτρων διασφαλίσεως - Επιχειρηματίας που είχε, προηγουμένως, εκδηλώσει την πρόθεσή του να προβεί σε εισαγωγές και είχε αντιταχθεί στην έκδοση της απόφασης - Η προσφυγή του είναι απαράδεκτη
(Συνθήκη ΕΟΚ, άρθρα 115, πρώτο εδάφιο, και 173, δεύτερο εδάφιο)
ΠερίληψηΑπόφαση της Επιτροπής, που εκδόθηκε δυνάμει του άρθρου 115, πρώτο εδάφιο, της Συνθήκης, και απευθύνθηκε σε κράτος μέλος και του επέτρεψε να αποκλείσει, για το μέλλον, της κοινοτικής μεταχειρίσεως, υπό ορισμένες προϋποθέσεις και για συγκεκριμένη περίοδο, τις μπανάνες καταγωγής ορισμένων τρίτων χωρών που κυκλοφορούν ελεύθερα στα άλλα κράτη μέλη, αποτελεί, για το σύνολο των εισαγωγέων μπανανών, γενικό μέτρο το οποίο εφαρμόζεται σε αντικειμενικά προσδιορισμένες καταστάσεις και παράγει έννομα αποτελέσματα έναντι κατηγοριών προσώπων προσδιοριζόμενων κατά τρόπο γενικό και αφηρημένο.
Επομένως, η απόφαση αυτή δεν αφορά ατομικώς, κατά την έννοια του άρθρου 173, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης, μια εταιρία που εισάγει μπανάνες έστω και αν η τελευταία είχε, πριν από την έκδοση της εν λόγω αποφάσεως, εκδηλώσει στην Επιτροπή την αντίθεσή της προς κάθε τέτοιου είδους μέτρο και είχε υποβάλει, περιοδικώς, αιτήσεις χορηγήσεως αδειών εισαγωγής.
Πράγματι, τέτοιες περιστάσεις δεν έχουν σημασία, εφόσον η απόφαση δεν έχει κανένα αναδρομικό αποτέλεσμα και δεν εφαρμόζεται παρά μόνο επί αιτήσεων για τη χορήγηση ως προς το μέλλον αδειών εισαγωγής.
ΔιάδικοιΣτην υπόθεση 191/88,
Co-Frutta SARL, με έδρα την Πάντοβα, Ιταλία, εκπροσωπούμενη από την Wilma Viscardini Dona, δικηγόρο Πάντοβας, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο το δικηγόρο Ernest Arendt, 4, avenue Marie-Therese,
προσφεύγουσα,
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενης από τη νομικό της σύμβουλο Marie-Jose Jonczy και τον Pieter Jan Kuyper, μέλος της νομικής της υπηρεσίας, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Γεώργιο Κρεμλή, μέλος της νομικής υπηρεσίας της Επιτροπής, centre Wagner, Kirchberg,
καθής,
που έχει ως αντικείμενο την ακύρωση της απόφασης της Επιτροπής της 30ής Ιουνίου 1988, με την οποία επιτράπηκε στην Ιταλική Δημοκρατία να αποκλείσει της κοινοτικής μεταχειρίσεως τις νωπές μπανάνες καταγωγής ορισμένων τρίτων χωρών,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
συγκείμενο από τους: O. Due, πρόεδρο, T. Koopmans, R. Joliet, T. F. O' Higgins και F. Grevisse, προέδρους τμήματος, Sir Gordon Slynn, G. F. Mancini, Κ. Ν. Κακούρη, F. A. Schockweiler, J. C. Moitinho de Almeida, G. C. Rodriguez Iglesias, M. Diez de Velasco και M. Zuleeg, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: C. O. Lenz
γραμματέας: J.-G. Giraud
αφού άκουσε το γενικό εισαγγελέα,
εκδίδει την ακόλουθη
Διάταξη
Σκεπτικό της απόφασης1 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 14 Ιουλίου 1988, η εταιρία Co-Frutta, με έδρα την Πάντοβα (Ιταλία), άσκησε, δυνάμει του άρθρου 173, δεύτερη παράγραφος, της Συνθήκης ΕΟΚ, προσφυγή με την οποία ζητεί την ακύρωση της απόφασης C(88) 1311 της Επιτροπής, της 30ής Ιουνίου 1988, που απευθύνεται προς την Ιταλική Δημοκρατία και με την οποία επιτράπηκε σ' αυτό το κράτος μέλος, δυνάμει του άρθρου 115 της Συνθήκης, να αποκλείσει της κοινοτικής μεταχειρίσεως τις νωπές μπανάνες με κωδικό ΣΟ ex 0803 00 10, καταγωγής τρίτων χωρών της ζώνης δολαρίου που τίθενται σε ελεύθερη κυκλοφορία στα άλλα κράτη μέλη της Κοινότητας (ΕΕ 1988, C 177, σ. 12).
2 Σύμφωνα με τον κανονισμό 288/82 του Συμβουλίου, της 5ης Φεβρουαρίου 1982, περί του κοινού καθεστώτος εισαγωγών (ΕΕ L 35, σ. 1), η Ιταλική Δημοκρατία δύναται να ορίζει, όσον
αφορά την απευθείας εισαγωγή μπανανών καταγωγής χωρών της ζώνης δολαρίου, ετήσια ποσόστωση, κατατετμημένη σε μηνιαίες ποσοστώσεις υποδιαιρεμένες σε δύο τμήματα. Η ισχύς της εγκυκλίου αριθ. 42 του Υπουργού Εξωτερικού Εμπορίου της 12ης Ιουνίου 1987, με την οποία είχε οριστεί η ετήσια ποσόστωση για απευθείας εισαγωγές για το 1987-1988, έληγε στις 30 Ιουνίου 1988.
3 Η Επιτροπή θεώρησε ότι, ελλείψει μέτρων προστασίας κατά την έννοια του άρθρου 115, οι απεριόριστες εισαγωγές μπανανών, που κατάγονται από τη ζώνη δολαρίου και έχουν τεθεί σε ελεύθερη κυκλοφορία εντός των άλλων κρατών μελών, μπορούν να θέσουν σε κίνδυνο τα παραδοσιακά πλεονεκτήματα που έχουν παρασχεθεί, όσον αφορά την ιταλική αγορά, στα κράτη ΑΚΕ, μεταξύ των οποίων και η Σομαλία, διακυβεύοντας έτσι την υποχρέωση που φέρει η Κοινότητα, δυνάμει του πρωτοκόλλου 4 που είναι προσηρτημένο στη Σύμβαση της Λομέ ΙΙΙ, της 8ης Δεκεμβρίου 1984 (ΕΕ 1986, L 86, σ. 3), όσον αφορά τη διασφάλιση στα κράτη των παραδοσιακών δυνατοτήτων διαθέσεως των μπανανών τους στην αγορά των κρατών μελών.
4 Κατόπιν αυτού, την 1η Ιουνίου 1985, η Επιτροπή εξέδωσε διαδοχικά, όσον αφορά την Ιταλία, μια σειρά αποφάσεων, περιορισμένης χρονικής ισχύος εκτεινομένης από μερικούς μήνες μέχρι ένα έτος, με τις οποίες επιτρεπόταν μονίμως σ' αυτό το κράτος μέλος να αποκλείει από την κοινοτική μεταχείριση τις μπανάνες ζώνης δολαρίου που τίθεται σε ελεύθερη κυκλοφορία εντός των άλλων κρατών μελών. Η σχετική άδεια που χορηγήθηκε για τελευταία φορά με την απόφαση της 28ης Ιανουαρίου 1988 έληγε στις 30 Ιουνίου 1988.
5 Εν αναμονή εκδόσεως νέας υπουργικής εγκυκλίου ρυθμίζουσας τις απευθείας εισαγωγές μπανανών από τρίτες χώρες για την περίοδο από 1ης Ιουλίου 1988 μέχρι 30ής Ιουνίου 1989, οι ιταλικές αρχές ανανέωσαν, για τον Ιούλιο του 1988, την ποσόστωση των απευθείας εισαγωγών που είχε καθοριστεί με την προαναφερθείσα εγκύκλιο αριθ. 42 για τον Ιούλιο του 1987 και ανερχόταν σε 21 600 τόνους.
6 Στις 24 Ιουνίου 1988, η ιταλική κυβέρνηση ζήτησε από την Επιτροπή την άδεια να αποκλείσει από την κοινοτική μεταχείριση τις μπανάνες καταγωγής χωρών ζώνης δολαρίου που τίθενται σε ελεύθερη κυκλοφορία εντός των άλλων κρατών μελών.
7 Η σχετική άδεια δόθηκε με τη βαλλόμενη απόφαση, η οποία εκδόθηκε στις 30 Ιουνίου 1988 και άρχισε να ισχύει από την 1η Ιουλίου 1988 παρατάθηκε έτσι, μέχρι τις 30 Ιουνίου 1989, το καθεστώς της προηγούμενης άδειας.
8 Εντούτοις, η Επιτροπή εξαίρεσε της εν λόγω αδείας μια ποσόστωση εισαγωγών που τίθενται σε ελεύθερη κυκλοφορία, ίση προς το 10 % της ποσόστωσης των απευθείας εισαγωγών που επιτρέπονται στην Ιταλική Δημοκρατία. Η ποσότητα αυτή κατανέμεται από τις ιταλικές αρχές επί μηνιαίας βάσεως, μέσω της χορηγήσεως του 50 % τουλάχιστον στους εισαγωγείς των εμπορευμάτων τα οποία τίθενται σε ελεύθερη κυκλοφορία, κατ' αναλογίαν των ποσοτήτων που εισήχθηκαν από τους εισαγωγείς αυτούς μετά τον Ιανουάριο του 1984. Η Επιτροπή επιφυλάσσεται του δικαιώματος να τροποποιήσει, εφόσον παραστεί ανάγκη, την παρούσα απόφαση.
9 Κατ' εφαρμογή της επίδικης απόφασης, οι ιταλικές αρχές καθόρισαν την ποσόστωση των εισαγωγών που τίθεται σε ελεύθερη κυκλοφορία σε 2 160 τόνους για τον μήνα Ιούλιο 1988 και όρισαν τη 12η Ιουλίου 1988 ως ημερομηνία λήξεως της προθεσμίας υποβολής αιτήσεων για άδειες εισαγωγής.
10 Λόγω αβαριών δύο πλοίων, η προσφεύγουσα παρέλαβε τις αγορασθείσες στην Κολομβία μπανάνες μετά την εξάντληση των μηνιαίων ποσοστώσεων των απευθείας εισαγωγών που είχαν επιτραπεί από τις ιταλικές αρχές για τους μήνες Ιούνιο και Ιούλιο του 1988.
11 Για να μπορέσει να προμηθευθεί μπανάνες ελεύθερης κυκλοφορίας εντός της Κοινότητας, η προσφεύγουσα ζήτησε, στις 2 Ιουνίου 1988, από την Επιτροπή, χωρίς όμως να λάβει απάντηση, να ανακαλέσει την προηγούμενη βάσει του άρθρου 115 απόφασή της της 29ης Ιανουαρίου 1988, που ίσχυε τότε. Εξάλλου, η προσφεύγουσα απέστειλε στην Επιτροπή, στις 30 Ιουνίου 1989, έγγραφο με το οποίο της ζήτησε να απορρίψει την από 24 Ιουνίου 1980 αίτηση της ιταλικής κυβερνήσεως για παροχή σχετικής αδείας και να ασκήσει επί της εν λόγω κυβερνήσεως πίεση για τη κατάργηση της ποσόστωσης των απευθείας εισαγωγών.
12 Επιπλέον, η προσφεύγουσα υπέβαλε, την 1η Ιουλίου 1988, στις ιταλικές αρχές αίτηση χορηγήσεως αδείας εισαγωγής 2 000 τόνων μπανανών καταγωγής Κολομβίας οι οποίες είχαν τεθεί σε ελεύθερη κυκλοφορία εντός των κρατών της Benelux.
13 Θεωρώντας ότι η ποσόστωση της απευθείας εισαγωγής και, κατά συνέπεια, η επίδικη απόφαση που είχε ληφθεί για την εξασφάλιση της ποσόστωσης αυτής συνιστούν, ιδίως, παράβαση του άρθρου ΧΙ της ΓΣΔΕ (Γενική Συμφωνία Δασμών και Εμπορίου) καθώς και του άρθρου 113 της Συνθήκης ΕΟΚ, η προσφεύγουσα άσκησε την υπό κρίση προσφυγή και υπέβαλε, δυνάμει των άρθρων 185 και 186 της Συνθήκης ΕΟΚ, αίτηση ασφαλιστικών μέτρων, η οποία απορρίφθηκε με Διάταξη του Προέδρου του Δικαστηρίου της 19ης Αυγούστου 1988.
14 Η Επιτροπή αμφισβητεί το παραδεκτό της υπό κρίση προσφυγής, ισχυριζόμενη κυρίως ότι η βαλλόμενη απόφαση δεν αφορά ατομικώς την προσφεύγουσα κατά την έννοια του άρθρου 173 της Συνθήκης ΕΟΚ, παρά τις συχνές επαφές που αυτή είχε με τις υπηρεσίες της. Κατά μείζοντα λόγο δεν την αφορά άμεσα, εφόσον οι ιταλικές αρχές ουδέποτε δεσμεύθηκαν να λάβουν τα μέτρα που είχαν επιτραπεί σχετικά με αυτήν.
15 Αντιθέτως, η προσφεύγουσα υποστηρίζει, κατ' ουσίαν, ότι η επίδικη απόφαση αφορά άμεσα και ατομικά όλους τους επιχειρηματίες οι οποίοι, πριν από την έκδοσή της, υπέβαλλαν κανονικώς κάθε μήνα αιτήσεις προς τις ιταλικές αρχές για τη χορήγηση αδειών εισαγωγής, διότι η απόφαση αυτή ελήφθη με σκοπό ακριβώς όπως η δυνατότητα υποβολής στο μέλλον αιτήσεων για τη χορήγηση αδειών εισαγωγής εξαρτάται από ορισμένα όρια και προϋποθέσεις παραδεκτού. Οι επιχειρηματίες αυτοί, μεταξύ των οποίων και η προσφεύγουσα, είναι όλοι τους γνωστοί και εξατομικεύσιμοι. Εξάλλου, η προσφεύγουσα διακρίνεται έτι περισσότερο σε σχέση με τους άλλους εισαγωγείς λόγω του ότι επανειλημμένα είχε υποβάλει αιτήσεις για χορήγηση αδειών εισαγωγής και είχε εκδηλώσει στην Επιτροπή το ενδιαφέρον της για την πραγματοποίηση εισαγωγών εμπορευμάτων ελεύθερης κυκλοφορίας.
16 Κατά το άρθρο 92, παράγραφος 2, του κανονισμού διαδικασίας, το Δικαστήριο μπορεί οποτεδήποτε να εξετάζει το απαράδεκτο για λόγους δημοσίας τάξεως και να αποφαίνεται σύμφωνα με το άρθρο 91, παράγραφοι 3 και 4, χωρίς να προχωρεί στην προφορική διαδικασία.
17 Δεδομένου ότι η δικογραφία περιέχει όλα τα αναγκαία για τη έκδοση αποφάσεως αποδεικτικά στοιχεία, δεν κρίνεται αναγκαίο να αναπτύξουν προφορικώς οι διάδικοι τα σχετικά τους αιτήματα.
18 Δυνάμει του άρθρου 173, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης, το παραδεκτό της προσφυγής ακυρώσεως αποφάσεως, ασκούμενης από ιδιώτη μη αποδέκτη της απόφασης, εξαρτάται από τον όρο ότι η απόφαση αυτή αφορά τον προσφεύγοντα άμεσα και ατομικά.
19 Δεδομένου ότι η προσφεύγουσα δεν είναι αποδέκτης της επίδικης απόφασης, επιβάλλεται να εξεταστεί αν η εν λόγω απόφαση την αφορά άμεσα και ατομικά.
20 Από τη νομολογία του Δικαστηρίου (βλέπε την απόφαση της 15ης Ιουλίου 1963, Plaumann, 25/62, Rec. 1963, σ. 197) προκύπτει ότι μια απόφαση που απευθύνεται σ' ένα πρόσωπο δεν μπορεί να αφορά ατομικά τρίτους παρά μόνο αν η απόφαση αυτή τους θίγει λόγω ορισμένων ιδιοτήτων που προσιδιάζουν σ' αυτούς ή μιας πραγματικής καταστάσεως που τους διαφοροποιεί σε σχέση με κάθε άλλο πρόσωπο και, ως εκ τούτου, τους εξατομικεύει κατά τρόπο ανάλογο προς αυτόν του αποδέκτη.
21 'Οπως προκύπτει, με τη βαλλόμενη απόφαση επιδιώκεται να επιτραπεί στο μέλλον, στην Ιταλική Δημοκρατία, να αποκλείει από την κοινοτική μεταχείριση, υπό ορισμένες προϋποθέσεις και για συγκεκριμένη περίοδο, τις μπανάνες ζώνης δολαρίου που τίθενται σε ελεύθερη κυκλοφορία. Επομένως, η απόφαση αυτή αποτελεί, για το σύνολο των εισαγωγέων μπανανών, ένα γενικό μέτρο το οποίο εφαρμόζεται σε αντικειμενικά προσδιορισμένες καταστάσεις και παράγει έννομα αποτελέσματαέναντι κατηγοριών προσώπων προσδιοριζόμενων κατά τρόπο γενικό και αφηρημένο.
22 Εξ αυτού έπεται ότι η επίδικη απόφαση αφορά την προσφεύγουσα αποκλειστικώς λόγω της αντικειμενικής της ιδιότητας ως εισαγωγέα μπανανών, όπως ακριβώς και κάθε άλλο επιχειρηματία που βρίσκεται, πραγματικά ή δυνητικά, στην ίδια κατάσταση.
23 Το συμπέρασμα αυτό δεν κλονίζεται από το γεγονός ότι, πριν από την έκδοση της επίδικης απόφασης, η προσφεύγουσα ματαίως προσπάθησε να πετύχει την κατάργηση και τη μη ανανέωση της άδειας εξαιρέσεως από την κοινοτική μεταχείριση των μπανανών ζώνης δολαρίου που τίθενται σε ελεύθερη κυκλοφορία και υπέβαλλε περιοδικώς αιτήσεις για χορήγηση αδειών εισαγωγής. Πράγματι, τέτοιες περιστάσεις δεν ασκούν καμιά απολύτως επιρροή όσον αφορά το παραδεκτό της υπό κρίση προσφυγής, εφόσον η βαλλόμενη απόφαση δεν έχει κανένα αναδρομικό αποτέλεσμα και δεν εφαρμόζεται, όπως η ίδια η προσφεύγουσα βεβαιώνει, παρά μόνο επί αιτήσεων για τη χορήγηση ως προς το μέλλον αδειών εισαγωγής.
24 Υπό τις συνθήκες αυτές, είναι προφανές ότι η επίδικη απόφαση δεν μπορεί να προσβληθεί από την προσφεύγουσα βάσει του άρθρου 173, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης. Επομένως, η προσφυγή πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδαΕπί των δικαστικών εξόδων
25 Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του κανονισμού διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα. Δεδομένου ότι η προσφεύγουσα ηττήθηκε πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
ΔιατακτικόΓια τους λόγους αυτούς
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
διατάσσει:
1) Απορρίπτει την προσφυγή ως απαράδεκτη.
2) Καταδικάζει την προσφεύγουσα στα δικαστικά έξοδα, συμπεριλαμβανομένων των εξόδων της δίκης κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων.
Λουξεμβούργο, 15 Μαρτίου 1989.
Top