Avis juridique important
ΔΙΑΤΑΞΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΤΗΣ 11ΗΣ ΑΠΡΙΛΙΟΥ 1989. - S. A. GENERALE DE BANQUE. - ΑΙΤΗΣΗ ΜΕ ΤΗΝ ΟΠΟΙΑ ΖΗΤΕΙΤΑΙ ΝΑ ΕΠΙΤΡΑΠΕΙ ΚΑΤΑΣΧΕΣΗ ΕΙΣ ΧΕΙΡΑΣ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΙΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ. - ΥΠΟΘΕΣΗ 1/88 S. Α.
Συλλογή της Νομολογίας του Δικαστηρίου 1989 σελίδα 00857
Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
++++
Προνόμια και ασυλίες των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων - Κατάσχεση στα χέρια κοινοτικού οργάνου - Αντιρρήσεις του οργάνου - Ανάγκη αδείας του Δικαστηρίου - 'Εκταση της αρμοδιότητας του Δικαστηρίου - Κατάσχεση οφειλομένων ως μισθωμάτων από κοινοτικό όργανο σε κράτος μέλος ποσών - Παροχή της αδείας
(Πρωτόκολλο περί των προνομίων και ασυλιών των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, άρθρο 1)
ΠερίληψηΚάθε κατάσχεση στα χέρια των Κοινοτήτων ενδέχεται, υπό ορισμένες συνθήκες, να παρακωλύσει τη λειτουργία και να θίξει την ανεξαρτησία τους, για το λόγο δε αυτόν, όταν το συγκεκριμένο κοινοτικό όργανο προβάλλει αντιρρήσεις, απαιτείται άδεια του Δικαστηρίου.
'Οταν το Δικαστήριο καλείται να αποφανθεί επί αιτήσεως παροχής τέτοιας αδείας, η αρμοδιότητά του περιορίζεται στην εξέταση του ζητήματος αν η κατάσχεση μπορεί, ενόψει των συνεπειών της κατά το εφαρμοστέο εθνικό δίκαιο, να παρακωλύσει την εύρυθμη λειτουργία των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και να θίξει την ανεξαρτησία τους. Αν το όργανο για το οποίο πρόκειται ή τρίτοι δανειστές θεωρούν ότι τα οικονομικά τους συμφέροντα απειλούνται λόγω της επιβολής κατασχέσεως ή της μερικής άρσεώς της, έχουν τη δυνατότητα να κάνουν χρήση των ενδίκων βοηθημάτων που τους παρέχει το εφαρμοστέο εθνικό δίκαιο.
Η κατάσχεση ποσών τα οποία οι Κοινότητες είναι υποχρεωμένες να καταβάλουν σε κράτος μέλος, ως ιδιοκτήτη των κτιρίων που χρησιμοποιούν, και τα οποία αποτελούν μισθώματα καθορισθέντα με σύμβαση μισθώσεως ιδιωτικού δικαίου, μπορεί να επιτραπεί, καθότι, σε αντίθεση με τα αναγκαστικά μέτρα που επηρεάζουν τη χρηματοδότηση των κοινών πολιτικών ή την υλοποίηση προγραμμάτων δράσεως που καταρτίζουν οι Κοινότητες, δεν μπορεί κατά κανένα τρόπο να παρακωλύσει τη λειτουργία τους.
ΔιάδικοιΣτην υπόθεση 1/88 SΑ (ΚΧΤ),
που έχει ως αντικείμενο αίτηση αδείας κατασχέσεως στα χέρια της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
συγκείμενο από τους O. Due, πρόεδρο, T. Koopmans και R. Joliet, προέδρους τμήματος, Sir Gordon Slynn, G. F. Mancini, Κ. Ν. Κακούρη, F. A. Schockweiler, G. C. Rodriguez Iglesias και M. Diez de Velasco, δικαστές
γενικός εισαγγελέας: C. O. Lenz
γραμματέας: J.-G. Giraud
εκδίδει την ακόλουθη
Διάταξη
Σκεπτικό της απόφασης1 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 2 Ιουνίου 1988, η SΑ Generale de Banque, εταιρία βελγικού δικαίου με έδρα τις Βρυξέλλες, εκπροσωπούμενη από τον J. M. Raxhon, δικηγόρο Verviers, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο το δικηγόρο C. Turk, 4, rue Nicolas Welter, ζητεί από το Δικαστήριο:
-κυρίως, να αναγνωρίσει ότι το άρθρο 1 του Πρωτοκόλλου περί των προνομίων και ασυλιών των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (στο εξής το Πρωτόκολλο) δεν αφορά σε καμία περίπτωση την διαδικασία κατασχέσεως την οποία κίνησε η αιτούσα και ότι, επομένως, η εν λόγω διαδικασία μπορεί να προχωρήσει
- επικουρικώς, να επιτρέψει την ομαλή διεξαγωγή της διαδικασίας κατασχέσεως και την εκκαθάριση των ποσών τα οποία οφείλουν οι Κοινότητες στο βελγικό Δημόσιο.
2 Κατά το άρθρο 1 του πρωτοκόλλου, "τα περιουσιακά στοιχεία και τα στοιχεία ενεργητικού των Κοινοτήτων δεν δύνανται να αποτελέσουν αντικείμενο οποιουδήποτε αναγκαστικού μέτρου διοικητικής ή δικαστικής αρχής, άνευ αδείας του Δικαστηρίου". Σκοπός της διατάξεως αυτής είναι να αποτραπεί η παρακώλυση της λειτουργίας των Κοινοτήτων και ο περιορισμός της ανεξαρτησίας τους.
3 Υπέρ της αιτούσας εκδόθηκε ερήμην απόφαση του Tribunal de premiere instance των Βρυξελλών, με την οποία υποχρεώθηκε το βελγικό Δημόσιο να της καταβάλει το ποσό των 123 781 944 βελγικών φράγκων νομιμοτόκως, πλέον των δικαστικών εξόδων. Μετά την κοινοποίηση της αποφάσεως αυτής και της επιταγής προς εκτέλεση στο βελγικό Δημόσιο, η αιτούσα κίνησε στις 13 Ιανουαρίου 1988 τη διαδικασία κατασχέσεως στα χέρια της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων κατά το σχετικό επιδοθέν έγγραφο, η εν λόγω κατάσχεση αφορά όλα τα χρηματικά ποσά, κοινοτικά έσοδα, αξίες ή αντικείμενα που οι Ευρωπαϊκές Κοινότητες οφείλουν ή θα οφείλουν στο μέλλον στο βελγικό Δημόσιο για οιονδήποτε λόγο (και από οποιαδήποτε αιτία).
4 Με έγγραφο της 5ης Απριλίου 1988, η Επιτροπή κατέστησε γνωστό ότι δεν μπορούσε να δεχτεί να χωρήσει κατάσχεση στα χέρια της χωρίς άδεια του Δικαστηρίου και ότι, κατά συνέπεια, δεν θα ελάμβανε καθόλου υπόψη την κατάσχεση της αιτούσας. Κατόπιν του εγγράφου αυτού, η Generale de Banque υπέβαλε την παρούσα αίτηση.
5 Στις παρατηρήσεις που υπέβαλε στο Δικαστήριο, η Επιτροπή υποστήριξε συγκεκριμένα ότι η κατάσχεση, όπως προκύπτει από το σχετικό επιδοθέν έγγραφο, αφορά όλα τα ποσά που οφείλουν οι Κοινότητες στο βελγικό Δημόσιο και, κατά συνέπεια, θα μπορούσε να παρακωλύσει τη λειτουργία τους. Πράγματι, οι Κοινότητες οφείλουν στο βελγικό Δημόσιο σημαντικά ποσά, ιδίως λόγω της χρηματοδοτήσεως της κοινής γεωργικής πολιτικής, της αποστολής του Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Ταμείου, των εισφορών του Ευρωπαϊκού Ταμείου Περιφερειακής Αναπτύξεως και του γενικού προγράμματος για την κοινοτική δράση στον τομέα της έρευνας και της τεχνολογικής αναπτύξεως.
6 Κατά την ακρόαση των διαδίκων, στις 18 Οκτωβρίου 1988, ενώπιον του τμήματος του Δικαστηρίου στο οποίο ανατέθηκε η υπόθεση, η αιτούσα δήλωσε ότι εφεξής περιορίζει ρητά και αμετάκλητα το αντικείμενο της κατασχέσεως μόνο στα οφειλόμενα από τις Ευρωπαϊκές Κοινότητες στο βελγικό Δημόσιο ποσά που αποτελούν μισθώματα. Κατόπιν αυτού, η αιτούσα γνωστοποίησε επίσημα στην Επιτροπή τον περιορισμό αυτόν και μετέβαλε συναφώς την αίτησή της, ζητώντας πλέον από το Δικαστήριο είτε να αναγνωρίσει ότι δεν απαιτείται η παροχή αδείας είτε να της παράσχει άδεια αποκλειστικά για τα οφειλόμενα εκ μισθώσεων ποσά. Παρά ταύτα, η Επιτροπή δήλωσε στο Δικαστήριο ότι εμμένει στις αντιρρήσεις της.
7 Στην έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση αναπτύσσονται διεξοδικώς τα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως καθώς και οι ισχυρισμοί και τα επιχειρήματα των διαδίκων. Τα στοιχεία αυτά της δικογραφίας δεν επαναλαμβάνονται κατωτέρω παρά μόνον καθόσον αυτό απαιτείται για τη συλλογιστική του Δικαστηρίου.
8 Καταρχάς πρέπει να εξεταστεί το κύριο αίτημα της αιτούσας, με το οποίο ζητείται να αναγνωρισθεί ότι δεν απαιτείται άδεια του Δικαστηρίου σε περιπτώσεις σαν την παρούσα, καθότι, ως εκ της φύσεώς της, η κατάσχεση στα χέρια τρίτου δεν μπορεί κατά κανένα τρόπο να παρακωλύει τη λειτουργία των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων. Εφόσον η κατάσχεση αφορά αποκλειστικώς ποσά τα οποία οι Κοινότητες πρέπει να καταβάλουν οπωσδήποτε στο βελγικό Δημόσιο και τα οποία, ως εκ τούτου, ανήκουν ήδη στην περιουσία του, δεν είναι δυνατόν να επηρεάσει αρνητικά τη λειτουργία των Κοινοτήτων.
9 Η επιχειρηματολογία αυτή είναι απορριπτέα. Και αν ακόμη η κατάσχεση εθεωρείτο, βάσει του εφαρμοστέου εθνικού δικαίου, ως κατάσχεση πράγματος ανήκοντος στην περιουσία του οφειλέτη, θα ήταν και πάλι ενδεχόμενο η εν λόγω κατάσχεση να συνιστά αναγκαστικό μέτρο κατά την έννοια του άρθρου 1 του πρωτοκόλλου. Πράγματι, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, κάθε κατάσχεση στα χέρια των Κοινοτήτων μπορεί, υπό ορισμένες συνθήκες, να παρακωλύει τη λειτουργία και να περιορίσει την ανεξαρτησία τους.
10 Κατά συνέπεια, το κύριο αίτημα της αιτούσας είναι απορριπτέο.
11 Πρέπει, επομένως, να εξετασθεί το επικουρικό αίτημα, όπως τροποποιήθηκε από την αιτούσα μετά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, με το οποίο ζητείται από το Δικαστήριο να επιτρέψει στην αιτούσα να προβεί στην επίμαχη κατάσχεση των ποσών τα οποία οφείλουν οι Κοινότητες στο βελγικό Δημόσιο ως μισθώματα.
12 Η άποψη της Επιτροπής επί του θέματος είναι ότι, και αν ακόμη περιορίζεται μόνο στα ποσά που οφείλονται ως μισθώματα, η εν λόγω άδεια δεν πρέπει να παρασχθεί, δεδομένων των αρνητικών συνεπειών που θα μπορούσε να έχει για τη λειτουργία των Κοινοτήτων.
13 Η επιχειρηματολογία αυτή είναι απορριπτέα. Μολονότι είναι αληθές ότι η λειτουργία των Κοινοτήτων μπορεί να παρακωλυθεί από αναγκαστικά μέτρα που επηρεάζουν τη χρηματοδότηση των κοινών πολιτικών ή την υλοποίηση προγραμμάτων δράσεως που καταρτίζουν οι Κοινότητες, δεν τίθεται θέμα τέτοιας παρακωλύσεως στην περίπτωση κατά την οποία η κατάσχεση αφορά τα ποσά τα οποία οι Κοινότητες είναι υποχρεωμένες να καταβάλουν στο βελγικό Δημόσιο ως ιδιοκτήτη των κτιρίων και τα οποία αποτελούν μισθώματα καθορισμένα με σύμβαση μισθώσεως ιδιωτικού δικαίου.
14 Επικουρικώς, η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι ο περιορισμός του αντικειμένου της κατασχέσεως μόνο στα ποσά των οφειλομένων από τις Κοινότητες στο βελγικό Δημόσιο μισθωμάτων παραμένει άγνωστος στους τρίτους. Καθ' όλο το διάστημα κατά το οποίο η ανακοίνωση της κατασχέσεως θα διατηρείται στη γραμματεια του Tribunal de premiere instance των Βρυξελλών, η Επιτροπή θα διατρέχει τον κίνδυνο να υποχρεώνεται να λογοδοτεί στους λοιπούς δανειστές του βελγικού Δημοσίου για τη χρήση την οποία τυχόν κάνει όλων των ποσών τα οποία αφορά η κατάσχεση, όπως αυτή περιγράφεταια στο αρχικό επιδοθέν έγγραφο της 13ης Ιανουαρίου 1988.
15 Οι αντιρρήσεις αυτές δεν αποτελούν ικανό λόγο αρνήσεως παροχής της αιτουμένης αδείας. Πράγματι, όπως δέχθηκε το Δικαστήριο στη Διάταξή του της 17ης Ιουνίου 1987 ((Universe Tankship, 1/87 SA, Συλλογή 1987, σ. 2807), η αρμοδιότητα του Δικαστηρίου σε περίπτωση κατασχέσεως στα χέρια τρίτων πρειορίζεται στην εξέταση του ζητήματος αν το μέτρο αυτό μπορεί, ενόψει των συνεπειών του κατά το εφαρμοστέο εθνικό δίκαιο, να παρακωλύσει την εύρυθμη λειτουργία των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και να θίξει την ανεξαρτησία τους. Αν, ωστόσο, η Επιτροπή ή τρίτοι δανειστές θεωρούν ότι τα οικονομικά τους συμφέροντα απειλούνται λόγω της επιβολής κατασχέσεως ή της μερικής άρσεώς της, έχουν τη δυνατότητα να κάνουν χρήση των ενδίκων βοηθημάτων που τους παρέχει το εφαρμοστέο εθνικό δίκαιο.
16 Κατά συνέπεια, πρέπει να παρασχεθεί στην αιτούσα η άδεια να προβεί σε κατάσχεση στα χέρια της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων για το ποσό της απαιτήσεώς της κατά του βελγικού Δημοσίου που προκύπτει από την απόφαση του Tribunal de premiere instance των Βρυξελλών η οποία κοινοποιήθηκε στην Επιτροπή, στο βαθμό που η εν λόγω κατάσχεση περιορίζεται στα οφειλόμενα ως μισθώματα από τις Ευρωπαϊκές Κοινότητες στο βελγικό Δημόσιο ποσά.
17 Κατά τα λοιπά η αίτηση πρέπει να απορριφθεί.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδαΕπί των δικαστικών εξόδων
18 Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του κανονισμού διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα έξοδα. Στην προκειμένη περίπτωση και οι δύο διάδικοι ηττήθηκαν εν μέρει. Υπό τις συνθήκες αυτές, κάθε διάδικος φέρει τα δικαστικά του έξοδα.
ΔιατακτικόΓια τους λόγους αυτούς
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
διατάσσει:
1) Επιτρέπει στην αιτούσα να προβεί σε κατάσχεση στα χέρια της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων για το ποσό της απαιτήσεώς της κατά του βελγικού Δημοσίου που προκύπτει από την απόφαση του Tribunal de premiere instance των Βρυξελλών η οποία κοινοποιήθηκε στη Επιτροπή, στο μέτρο που η εν λόγω κατάσχεση περιορίζεται μόνο στα οφειλόμενα ως μισθώματα από τις Ευρωπαϊκές Κοινότητες στο βελγικό Δημόσιο ποσά.
2) Απορρίπτει κατά τα λοιπά την αίτηση.
3) Κάθε διάδικος φέρει τα δικαστικά του έξοδα.
Λουξεμβούργο, 11 Απριλίου 1989.
Top