ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
F. G. JACOBS
της 20ής Φεβρουαρίου 1990 ( *1 )
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
1.
Στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας, που κινήθηκε κατ' εφαρμογή του άρθρου 169 της Συνθήκης ΕΟΚ, η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι η Γαλλική Δημοκρατία παρέλειψε να λάβει το 1985 τα απαραίτητα μέτρα προκειμένου να εξασφαλίσει την τήρηση των ποσοστώσεων που είχαν καθορισθεί για ορισμένα ιχθυαποθέ-ματα.
2.
Στον κανονισμό 170/83 του Συμβουλίου, περί θεσπίσεως κοινοτικού καθεστώτος διατηρήσεως και διαχειρίσεως των αλιευτικών πόρων ( ΕΕ 1983, L 24, σ. 1 ), προβλέπεται ο καθορισμός σε ετήσια βάση, συνόλου επιτρεπομένων αλιευμάτων (total allowable catches, στο εξής: TAC) για τα ιχθυαποθέματα ή ομάδες ιχθυαποθεμάτων η αλιεία των οποίων είναι ανάγκη να περιορισθεί, καθώς και η κατανομή μεταξύ των κρατών μελών της διατιθέμενης για την Κοινότητα ποσότητας αλιευμάτων (άρθρα 3 και 4). Κατά το άρθρο 5, παράγραφος 1, τα κράτη μέλη μπορούν να ανταλλάξουν όλη ή ένα μέρος από την ποσόστωση που τους έχει χορηγηθεί για ορισμένο είδος ή ομάδα ειδών. Το άρθρο 5, παράγραφος 2, προβλέπει ότι τα κράτη μέλη καθορίζουν, τηρώντας τις ισχύουσες κοινοτικές διατάξεις, τις λεπτομέρειες για τη χρησιμοποίηση των ποσοστώσεων που τους έχουν παραχωρηθεί.
3.
Με τον κανονισμό 2057/82 του Συμβουλίου θεσπίστηκαν ορισμένα μέτρα ελέγχου των αλιευτικών δραστηριοτήτων που ασκούνται από σκάφη των κρατών μελών ( ΕΕ 1982, L 220, σ. 1 ). Κατά το άρθρο 1, παράγραφοι 1 και 2, τα κράτη μέλη υποχρεούνται να επιθεωρούν τα αλιευτικά σκάφη, προκειμένου να διασφαλίζουν την τήρηση των μέτρων διατηρήσεως και ελέγχου, και να κινούν την ποινική ή διοικητική διαδικασία κατά του πλοιάρχου, οσάκις, κατόπιν επιθεωρήσεως, διαπιστώνεται ότι ένα αλιευτικό δεν έχει τηρήσει τις ισχύουσες ρυθμίσεις. Τα άρθρα 6 έως 9 επιβάλλουν στα κράτη μέλη και τους πλοιάρχους των αλιευτικών σκαφών μία σειρά υποχρεώσεων που έχουν σχέση με τον έλεγχο των αλιεύσεων. 'Ετσι, το άρθρο 6, παράγραφος 2, επιβάλλει στα κράτη μέλη την υποχρέωση να λαμβάνουν τα κατάλληλα μέτρα προκειμένου να ελέγχουν την ακρίβεια των δηλώσεων των πλοιάρχων σχετικά με τις εκφορτωθείσες ποσότητες και τον τόπο αλιείας για κάθε ιχθυαπόθεμα ή ομάδα ιχθυαποθεμάτων που υπόκειται σε TAC. Τα άρθρα 7 και 8 επιβάλλουν στους πλοιάρχους σκαφών που μεταφορτώνουν οποιεσδήποτε ποσότητες ιχθυαποθέματος ή ομάδας ιχθυαποθεμάτων που υπόκειται σε TAC ή πραγματοποιούν εκφορτώσεις τέτοιων αλιευμάτων εκτός του κοινοτικού εδάφους να ενημερώνουν το κράτος μέλος του οποίου τη σημαία φέρουν τα σκάφη τους για τις εν λόγω ποσότητες καθώς και για τον τόπο αλιείας τους. Κατά το άρθρο 9, τα κράτη μέλη φροντίζουν ώστε να καταγράφονται όλες οι εκφορτώσεις ιχθυαποθεμάτων ή ομάδων ιχθυαποθεμάτων που υπόκεινται σε TAC ( παράγραφος 1 ) και κοινοποιούν στην Επιτροπή, το πρώτο δεκαπενθήμερο κάθε μήνα, τις ποσότητες των ιχθυαποθεμάτων αυτών που εκφορτώθηκαν κατά τον προηγούμενο μήνα, αναφέροντας και τον τόπο της αλιεύσεως ( παράγραφος 2 ).
4.
Κατά το άρθρο 10, παράγραφος 1, του κανονισμού 2057/82, όλα τα αλιεύματα ιχθυαποθέματος ή ομάδας ιχθυαποθεμάτων για τα οποία έχει καθορισθεί ποσόστωση και τα οποία αλιεύονται από αλιευτικά σκάφη που φέρουν σημαία κράτους μέλους, ή που είναι νηολογημένα σε κράτος μέλος, υπολογίζονται, ανεξάρτητα από τον τόπο εκφορτώσεως, στην ποσόστωση αυτού του κράτους για το εν λόγω ιχθυαπόθεμα ή ομάδα ιχθυαποθεμάτων. Κατά το άρθρο 10, παράγραφος 2:
« Κάθε κράτος μέλος καθορίζει την ημερομηνία κατά την οποία οι αλιεύσεις ιχθυαποθέ-ματος ή ομάδας ιχθυαποθεμάτων που υπόκεινται σε ρύθμιση ποσοστώσεως και οι οποίες πραγματοποιήθηκαν από αλιευτικά σκάφη που φέρουν τη σημαία του, ή είναι νηολογημένα στο έδαφός του, θεωρούνται ότι έχουν εξαντλήσει την ποσόστωση που του έχει χορηγηθεί για το εν λόγω ιχθυαπόθεμα ή ομάδα ιχθυαποθεμάτων. Απαγορεύει από την ημερομηνία αυτή, προσωρινά, την αλιεία ιχθύων αυτού του αποθέματος ή αυτής της ομάδας αποθεμάτων από τα εν λόγω σκάφη... »
Το κράτος μέλος οφείλει να κοινοποιήσει την προσωρινή απαγόρευση στην Επιτροπή, σύμφωνα δε με το άρθρο 10, παράγραφος 3, η Επιτροπή, κατόπιν της κοινοποιήσεως αυτής ή με δική της πρωτοβουλία, καθορίζει οριστικά, με βάση τα υπάρχοντα στοιχεία, την ημερομηνία κατά την οποία θεωρείται ότι εξαντλήθηκε η ποσόστωση. Από την ημερομηνία αυτή, τα αλιευτικά του κράτους μέλους για το οποίο πρόκειται παύουν να αλιεύουν το ή τα υποκείμενα στην ποσόστωση ιχθυαποθέματα.
5.
Ο κανονισμός 2241/87 του Συμβουλίου ( ΕΕ 1987, L 207, σ. 1 ), ο οποίος κατήργησε και αντικατέστησε τον κανονισμό 2057/82 από τις 30 Ιουλίου 1987, περιέχει διατάξεις ανάλογες με τις παρατιθέμενες ανωτέρω.
6.
Με τον κανονισμό 6/85 του Συμβουλίου ( ΕΕ 1985, L 1, σ. 62), κατανεμήθηκαν μεταξύ των κρατών μελών οι ποσοστώσεις αλιείας που χορηγήθηκαν για το έτος 1985 για τα σκάφη που αλιεύουν στα ύδατα των Νήσων Φερόες, δηλαδή στα ύδατα που υπάγονται στη δικαιοδοσία αλιείας των Νήσων Φερόες, οι οποίες αποτελούν αυτόνομη περιοχή και αποτελούν αναπόσπαστο τμήμα του Βασιλείου της Δανίας και στις οποίες, σύμφωνα με το άρθρο 227, παράγραφος 5, περίπτωση α), της Συνθήκης ΕΟΚ, δεν εφαρμόζεται η εν λόγω Συνθήκη. Ο κανονισμός 6/85 εκδόθηκε κατόπιν διακανονισμού μεταξύ της Κοινότητας και των Νήσων Φερόες, στα πλαίσια της συμφωνίας για την αλιεία μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, αφενός, και της κυβερνήσεως της Δανίας και της τοπικής κυβερνήσεως των Νήσων Φερόες, αφετέρου, η οποία προσαρτήθηκε στον κανονισμό 2211/80 του Συμβουλίου ( ΕΕ 1980, L 226, σ. 11 ).
7.
Το άρθρο 1 του κανονισμού 6/85 όριζε ότι οι αλιεύσεις θα έπρεπε να περιοριστούν στις καθοριζόμενες στο παράρτημα ποσοστώσεις, το δε άρθρο 2 επέβαλλε στα κράτη μέλη και τους πλοιάρχους αλιευτικών σκαφών να συμμορφώνονται, όσον αφορά την αλιεία στα ύδατα στα οποία αναφερόταν ο κανονισμός, με τις διατάξεις των άρθρων 3 έως 9 του κανονισμού 2057/82. Σύμφωνα με το παράρτημα του κανονισμού 6/85, χορηγήθηκε στη Γαλλία ποσόστωση 450 τόνων για τους σεβαστούς και 160 τόνων για τα πλατύψαρα. Η ισχύς του κανονισμού, η οποία αρχικά εκτεινόταν μέχρι την 20ή Ιανουαρίου 1985, παρατάθηκε μέχρι 31 Δεκεμβρίου 1985 με τον κανονισμό 97/85 του Συμβουλίου ( ΕΕ 1985, L 13, σ. 5 ).
8.
Η ποσόστωση της Γαλλίας για τους σεβαστούς αυξήθηκε σε 970 τόνους, κατόπιν ανταλλαγών που πραγματοποιήθηκαν τον Νοέμβριο του 1985, αλλά οι αλιεύσεις των γαλλικών αλιευτικών στα ύδατα των Νήσων Φερόες έφθασαν συνολικά, το 1985, τους 984,7 τόνους. Όσον αφορά δε τα πλατύψαρα, το σύνολο των αλιευθεισών από γαλλικά σκάφη ποσοτήτων στα ύδατα των Νήσων Φερόες ανήλθε σε 708,4 τόνους.
9.
Από τον πίνακα εκφορτώσεων τον οποίο κοινοποίησε στην Επιτροπή το γαλλικό Υφυπουργείο για τη Θάλασσα με το από 6ης Φεβρουαρίου, έγγραφό του και ο οποίος προσκομίστηκε ως παράρτημα της υπό κρίση προσφυγής, προκύπτει ότι η αρχικώς χορηγηθείσα ποσόστωση για τους σεβαστούς εξαντλήθηκε στις 7 Ιουλίου 1985, ενώ και η προσαυξηθείσα ποσότητα είχε εξαντληθεί ήδη από τις αρχές Οκτωβρίου 1985. Από τον ίδιο πίνακα, προκύπτει ότι η ποσόστωση για τα πλατύψαρα εξαντλήθηκε στις 21 Ιουνίου 1985.
10.
Στις 8 Νοεμβρίου, οι γαλλικές αρχές ειδοποίησαν τα γαλλικά αλιευτικά να σταματήσουν την αλιεία σεβαστών και πλατυψάρων στα ύδατα των Νήσων Φερόες. Με τον κανονισμό 3220/85, που τέθηκε σε ισχύ στις 16 Νοεμβρίου 1985, η Επιτροπή, ενεργούσα με δική της πρωτοβουλία βάσει του άρθρου 10, παράγραφος 3, του κανονισμού 2057/82, απαγόρευσε την περαιτέρω αλιεία σεβαστών από γαλλικά αλιευτικά ( ΕΕ 1985, L 303, σ. 43 ). Με τον κανονισμό 3448/85, που τέθηκε σε ισχύ στις 7 Δεκεμβρίου 1985, η Επιτροπή, ενεργούσα και πάλι με δική της πρωτοβουλία, επέβαλε παύση της αλιείας πλατυψάρων ( ΕΕ 1985, L 328, σ. 20 ).
11.
Με την παρούσα προσφυγή της, η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο να αναγνωρίσει ότι η Γαλλική Δημοκρατία, παραλείποντας να εξασφαλίσει την τήρηση των ποσοστώσεων που της είχαν χορηγηθεί για το έτος 1985 για την αλιεία σεβαστών και πλατυψάρων στα ύδατα των Νήσων Φερόες, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 5, παράγραφος 2, του κανονισμού 170/83, καθώς και από τα άρθρα 1, παράγραφοι 1 και 2, 6 έως 9 και 10, παράγραφοι 1 και 2, του κανονισμού 2057/82, σε συνδυασμό με το άρθρο 1 του κανονισμού 6/85.
12.
Η κυριότερη αιτίαση της Επιτροπής αναφέρεται στην παράλειψη της Γαλλικής Δημοκρατίας να επιβάλει προσωρινή παύση της αλιείας για τα ανωτέρω ιχθυαποθέματα, ευθύς μόλις διεφάνη ότι επέκειτο η εξάντληση των οικείων ποσοστώσεων, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 10, παράγραφος 2, του κανονισμού 2057/82.
13.
Κατά την Επιτροπή, το άρθρο 10, παράγραφος 2, επιβάλλει στα κράτη μέλη την υποχρέωση να καθορίζουν, βάσει των διαθεσίμων πληροφοριών σχετικά με το επίπεδο των αλι-εύσεων, την ημερομηνία κατά την οποία προβλέπεται ότι θα εξαντληθούν οι ποσοστώσεις και να λαμβάνουν εγκαίρως τα κατάλληλα μέτρα για την παύση της αλιείας από την ημερομηνία αυτή. Κατά την άποψη της Επιτροπής, η από 8ης Νοεμβρίου 1985 ειδοποίηση ήταν σαφώς απρόσφορο μέτρο, καθότι έγινε τέσσερις περίπου μήνες μετά την εξάντληση των οικείων ποσοστώσεων και, εν πάση περιπτώσει, δεν είχε δεσμευτικό χαρακτήρα.
14.
Προτού προχωρήσω στην εξέταση των ισχυρισμών της Γαλλίας επί των ισχυρισμών αυτών, θεωρώ σκόπιμο να επισημάνω ότι, ενώ το άρθρο 2 του κανονισμού 6/85 αναφέρεται ρητά στα άρθρα 3 έως 9 του κανονισμού 2057/82, δεν γίνεται καμία αναφορά στο άρθρο 10. Ωστόσο, στο πλαίσιο της παρούσης διαδικασίας διατυπώθηκε η υπόθεση ότι το άρθρο 10 εφαρμοζόταν επί των ποσοστώσεων που χορηγήθηκαν με τον κανονισμό 6/85, φρονώ δε ότι η υπόθεση αυτή είναι ορθή. Όταν η Κοινότητα συνάπτει με τρίτες χώρες συμφωνίες ως προς την πρόσβαση και τη διατήρηση των αλιευτικών πόρων, με τις οποίες καθορίζονται ανώτατα όρια αλιεύσεων για τους αλιείς της Κοινότητας που αλιεύουν σε ύδατα τρίτων χωρών, και, κατά συνέπεια, καθορίζονται ποσοστώσεις για τα κράτη μέλη, είναι αυτονόητο ότι οι κανόνες που αποσκοπούν στην εξασφάλιση της τηρήσεως των ποσοστώσεων είναι εφαρμοστέοι ακόμη και όταν ο κανονισμός περί κατανομής των ποσοστώσεων δεν παραπέμπει ρητά σ' αυτούς. Ας προστεθεί ότι, στην από 14ης Νοεμβρίου 1989 απόφαση του επί των υποθέσεων 6/88, Ισπανία κατά Επιτροπής, και 7/88, Γαλλία κατά Επιτροπής, το Δικαστήριο δέχθηκε, προκειμένου για τα ύδατα τρίτων χωρών, ότι ορισμένες συμφωνίες μεταξύ της Κοινότητας και τρίτων χωρών, αφορώσες τα εκατέρωθεν αλιευτικά δικαιώματα και τη διαχείριση κοινών βιολογικών πόρων, εφαρμόζονται μέσω του κανονισμού 170/83 και, κατά συνέπεια, του κανονισμού 2241/87, ο οποίος αντικατέστησε τον κανονισμό 2057/82 ( βλέπε σκέψη 20 της αποφάσεως ).
15.
Έρχομαι τώρα στην απάντηση της Γαλλίας επί του ισχυρισμού περί παραβάσεως του άρθρου 10, παράγραφος 2, του κανονισμού 2057/82. Η Γαλλία προβάλλει τέσσερα επιχειρήματα.
16.
Πρώτον, ισχυρίζεται ότι ενήργησε εγκαίρως και κατά τον ενδεχόμενο τρόπο για να εμποδίσει την εξάντληση ποσοστώσεων, αυξάνοντας, ιδίως, σημαντικά την ποσόστωση για τους σεβαστούς μέσω ανταλλαγών. Υποστηρίζει, επίσης, ότι η ειδοποίηση περί παύσεως της αλιείας πρέπει να θεωρηθεί ότι υπήρξε αποτελεσματική, καθότι δεν πραγματοποιήθηκε καμία εκφόρτωση ιχθύων των εν λόγω αποθεμάτων μετά την 30ή Οκτωβρίου, δηλαδή αρκετά πριν από την έκδοση των δύο κανονισμών της Επιτροπής.
17.
Δεύτερον, η Γαλλία ισχυρίζεται ότι η αυστηρή αντίληψη της Επιτροπής περί των υποχρεώσεων των κρατών μελών κατά το άρθρο 10, παράγραφος 2, δεν λαμβάνει υπόψη τις σημαντικές πρακτικές δυσχέρειες που είναι συμφυείς με την πρόβλεψη της επικείμένης εξαντλήσεως μιας ποσοστώσεως, ιδίως λόγω της ελλείψεως αξιόπιστων πληροφοριών κατά τον κρίσιμο χρόνο ως προς το επίπεδο των αλιεύσεων. Επισημαίνει δε ότι το 1985η κοινοτική νομοθεσία περί διατηρήσεως των αλιευτικών πόρων ήταν νέα και δεν είχε δοκιμαστεί ακόμη και ότι ο κανονισμός 2807/83 της Επιτροπής ( ΕΕ 1983, L 276, σ. 1 ), ο οποίος προβλέπει την τήρηση τυποποιημένου ημερολογίου καταστρώματος από τους πλοιάρχους των αλιευτικών σκαφών για την καταγραφή των αλιεύσεων, άρχισε να ισχύει μόλις την 1η Απριλίου 1985. Οι διακυμάνσεις, επίσης, του επιπέδου των αλιεύσεων αποτέλεσαν παράγοντα περιπλοκής της καταστάσεως, ιδίως όταν, όπως στην περίπτωση των πλατυψάρων, η ποσόστωση ήταν μικρή. Συναφώς, η Γαλλία υποστηρίζει ότι μία απότομη αύξηση των εκφορτωθεισών ποσοτήτων πλατυψάρων τον Ιούνιο και Ιούλιο του 1985, η οποία ακολούθησε περιόδους αλιεύσεων χαμηλότερων επιπέδων, κατέστησε, στην πράξη, αδύνατη την πρόβλεψη της ημερομηνίας εξαντλήσεως της ποσοστώσεως.
18.
Τρίτον, η Γαλλική Δημοκρατία ισχυρίζεται ότι υπάρχει αβεβαιότητα ως προς την έκταση της υπερβάσεως των δύο ποσοστώσεων ή ακόμη και ως προς το αν υπήρξε καν τέτοια υπέρβαση. Σχετικώς, η Γαλλία επικαλείται την έλλειψη εναρμονίσεως σε κοινοτικό επίπεδο των συντελεστών μετατροπής που εφαρμόζουν τα κράτη μέλη προκειμένου να υπολογίσουν το ζων βάρος των εκφορτουμένων αλιευμάτων με βάση τις ποσότητες των εκφορτουμένων απεντερωμένων ιχθύων. Η Γαλλία αναγνωρίζει μεν ότι το περιθώριο αβεβαιότητας μπορεί να είναι περιορισμένης εκτάσεως, ισχυρίζεται όμως ότι αρκεί για να διευκρινισθούν οι λόγοι της μικρής υπερβάσεως της προαυξηθείσας ποσοστώσεως για τους σεβαστούς. Η Γαλλική Δημοκρατία υποστηρίζει, επίσης, ότι ένα σημαντικό μέρος των αλιεύσεων σεβαστών και το μεγαλύτερο μέρος των αλιεύσεων πλατυψάρων πραγματοποιήθηκαν σε ύδατα η δικαιοδοσία επί των οποίων αμφισβητείται μεταξύ του Ηνωμένου Βασιλείου και των Νήσων Φερόες: κατά συνέπεια, είναι αμφίβολο αν οι εν λόγω αλιεύσεις πραγματοποιήθηκαν στα ύδατα των Νήσων Φερόες.
19.
Τέλος, η Γαλλία επισημαίνει ότι, εν πάση περιπτώσει, οι συνολικές ποσοστώσεις που διέθετε η Κοινότητα ως προς τα αποθέματα σεβαστών και πλατυψάρων στα ύδατα των Νήσων Φερόες δεν εξαντλήθηκαν κατά το έτος 1985.
20.
Κατά τη γνώμη μου, τα επιχειρήματα αυτά δεν μπορούν να γίνουν δεκτά. Τόσο από το γράμμα του άρθρου 10, παράγραφος 2, του κανονισμού 2057/82 όσο και από την οικονομία και τον σκοπό της σχετικής κοινοτικής νομοθεσίας προκύπτει σαφώς ότι τα κράτη μέλη οφείλουν να προλαμβάνουν την εξάντληση της ποσοστώσεως, επιβάλλοντας προσωρινή απαγόρευση της αλιείας προτού η ποσόστωση εξαντληθεί. Το ότι πρέπει να προλαμβάνεται η εξάντληση της ποσοστώσεως καταδεικνύεται από το γεγονός ότι το άρθρο 10, παράγραφος 2, ορίζει ότι κάθε κράτος μέλος οφείλει να καθορίζει την ημερομηνία από την οποία οι πραγματοποιούμενες από τα αλιευτικά του αλιεύσεις «θεωρούνται ότι έχουν εξαντλήσει την ποσόστωση... » ( η υπογράμμιση δική μου). Η χρησιμοποίηση της λέξεως « απαγορεύει » στο άρθρο 10, παράγραφος 2, και ο επιτακτικός χαρακτήρας του δευτέρου εδαφίου του άρθρου 10, παράγραφος 3 («τα αλιευτικά σκάφη... παύουν να αλιεύουν... » ), δείχνουν ότι τα μέτρα που λαμβάνονται προς τον σκοπό προσωρινής παύσεως της αλιείας πρέπει να έχουν δεσμευτικό χαρακτήρα. Περαιτέρω, από την οικονομία της σχετικής νομοθεσίας συνάγεται ότι η υποχρέωση που επιβάλλεται στα κράτη μέλη με το άρθρο 10, παράγραφος 2, είναι αποφασιστικής σημασίας για την εξασφάλιση της τηρήσεως των ποσοστώσεων: το περιεχόμενο της εν λόγω υποχρεώσεως πρέπει να ερμηνεύεται αυστηρά. Μια ερμηνεία του άρθρου 10, παράγραφος 2, που θα επέτρεπε στα κράτη μέλη να αναμένουν την εξάντληση των ποσοστώσεων για να ενεργήσουν ή να λάβουν μέτρα μη δεσμευτικού χαρακτήρα δεν θα συμβιβαζόταν με τον δεσμευτικό χαρακτήρα των ποσοστώσεων. Επίσης, θα αντιστρατευόταν τον πραγματικό σκοπό των ποσοστώσεων, που είναι η διατήρηση σπανίων αλιευτικών πόρων.
21.
Η ειδοποίηση της 8ης Νοεμβρίου 1985 προς τα γαλλικά αλιευτικά εκδόθηκε πολύ αργά για να εμποδίσει την υπέρβαση των ποσοστώσεων και, εν πάση περιπτώσει, δεν είχε δεσμευτικό χαρακτήρα. Περαιτέρω, όπως επισημαίνει η Επιτροπή, τα κράτη μέλη δεν μπορούν να επικαλούνται την αβέβαιη προοπτική ανταλλαγής ποσοστώσεων για να δικαιολογήσουν την παράλειψη τους να ενεργήσουν σύμφωνα με το άρθρο 10, παράγραφος 2. Δεδομένου ότι είναι οπωσδήποτε δυνατόν να μην πραγματοποιηθεί η ανταλλαγή, το κράτος μέλος που καθυστερεί να ενεργήσει για την προσωρινή απαγόρευση της αλιείας εν αναμονή της εκβάσεως των διαπραγματεύσεων διατρέχει τον κίνδυνο να σημειωθεί ανεπανόρθωτη υπέρβαση της σχετικής ποσοστώσεως, πράγμα που επίσης δεν συμβιβάζεται με τον υποχρεωτικό χαρακτήρα των ποσοστώσεων, και τους σκοπούς του συστήματος ποσοστώσεων. Επομένως, οποιαδήποτε συμφωνία με άλλο κράτος μέλος αποσκοπούσα στην αύξηση μιας ποσοστώσεως πρέπει να συνάπτεται είτε πριν από την εξάντληση της αρχικής ποσοστώσεως αυτής είτε μετά την επιβολή προσωρινής απαγορεύσεως της αλιείας.
22.
Η Γαλλία δεν μπορεί να επικαλείται ούτε το ότι το σύστημα ποσοστώσεων αποτελούσε, όπως υποστηρίζει, νεωτερισμό και περιείχε ατέλειες για να δικαιολογήσει την παράλειψη της να προβεί στις δέουσες ενέργειες. Ο κανονισμός 170/83 τέθηκε σε ισχύ στις 27 Ιανουαρίου 1983, δηλαδή, αρκετά πριν από τα επίδικα περιστατικά, ο δε κανονισμός 2057/82, που προέβλεπε τα σχετικά μέτρα ελέγχου, την 1η Αυγούστου 1982. Όπως τονίζει η Επιτροπή, αν τα προβλεπόμενα στον κανονισμό 2057/82, και ιδίως στα άρθρα 6 έως 9, μέτρα ελέγχου λαμβάνονταν και εφαρμόζονταν σωστά, οι γαλλικές αρχές θα είχαν συλλέξει αρκετές πληροφορίες ώστε να μπορούσαν να προβλέψουν την εξάντληση των ποσοστώσεων και να ενεργήσουν αναλόγως. Μολονότι το ημερολόγιο καταστρώματος αποτελεί αναμφισβήτητα ένα σημαντικό μέσο για την καταγραφή των αλι-εύσεων, ο κανονισμός 2807/83 εισήγαγε απλώς ένα ενιαίο υπόδειγμα για το ημερολόγιο πλοίου που υποχρεούνται να τηρούν οι πλοίαρχοι των αλιευτικών σκαφών· η υποχρέωση, όμως, τηρήσεως ημερολογίου καταστρώματος, όπου πρέπει να αναφέρονται οι αλιευόμενες ποσότητες κάθε είδους καθώς και η ημερομηνία και ο τόπος αλιεύσεως, προβλεπόταν ήδη στο άρθρο 3 του κανονισμού 2057/82. Άλλωστε, όπως επεσήμανε ο εκπρόσωπος της Επιτροπής κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, καίτοι είναι αληθές ότι η προθεσμία 90ημερών που δόθηκε με τον κανονισμό 2807/83 για να εξοικειωθούν οι πλοίαρχοι των αλιευτικών σκαφών με το τυποποιημένο ημερολόγιο καταστρώματος έληξε μόλις την 1η Απριλίου 1985, από τον πίνακα εκφορτώσεων, στον οποίο αναφέρθηκα ανωτέρω στην παράγραφο 9, προκύπτει σαφώς ότι τα γαλλικά αλιευτικά δεν εκφόρτωσαν σεβαστούς ή πλατύψαρα πριν από τις 14 Μαΐου 1985.
23.
Τα κράτη μέλη δεν μπορούν σε καμία περίπτωση να επικαλούνται πρακτικές δυσχέρειες προκειμένου να δικαιολογήσουν τη μη λήψη των ενδεικνυομένων μέτρων ελέγχου. Αντίθετα, μάλιστα, εναπόκειται στα κράτη μέλη, που είναι επιφορτισμένα με την εκτέλεση των κοινοτικών κανόνων στο πλαίσιο της κοινής οργανώσεως των αγορών στον τομέα της αλιείας, να υπερβαίνουν τις δυσχέρειες αυτές, λαμβάνοντας τα κατάλληλα μέτρα (υπόθεση 262/87, Κάτω Χώρες κατά Επιτροπής, απόφαση της 2ας Φεβρουαρίου 1989, Συλλογή 1989, σ. 225, σκέψη 15).
24.
Όσον αφορά τις διακυμάνσεις που παρουσιάζει κατά τη Γαλλία η αλιεία πλατυψάρων από τον Μάιο μέχρι τον Ιούλιο του 1985, από τον αναφερόμενο στην παράγραφο 9, ανωτέρω, πίνακα εκφορτώσεων προκύπτει ότι, ενώ οι συνολικώς εκφορτωθείσες ποσότητες κατά τον Ιούνιο ( 280,5 τόνοι ) και τον Ιούλιο ( 264,7 τόνοι) 1985 ήταν κατά πολύ μεγαλύτερες από εκείνες που εκφορτώθηκαν τον Μάιο του 1985 ( 8,2 τόνοι ), οι εκφορτώσεις που πραγματοποιήθηκαν τον Ιούνιο παρουσίαζαν σταθερότητα τόσο από άποψη ρυθμού όσον και από άποψη εκφορτουμένων ποσοτήτων. Κατά συνέπεια στις ή περίπου στις 21 Ιουνίου, οι γαλλικές αρχές θα μπορούσαν να προβλέψουν την εξάντληση της ποσοστώσεως.
25.
Ακόμη και όταν τα μέτρα ελέγχου και καταγραφής των αλιεύσεων που προβλέπονται στην κοινοτική νομοθεσία και τις συμπληρωματικές εθνικές διατάξεις εφαρμόζονται πλήρως και αποτελεσματικώς, και πάλι ενδέχεται, σε εξαιρετικές περιπτώσεις, μία απότομη αύξηση των αλιεύσεων για ορισμένο ιχθυαπό-θεμα να καταστήσει πρακτικώς αδύνατον σε ένα κράτος μέλος να προλάβει την εξάντληση της οικείας ποσοστώσεως. Ωστόσο, σε μια τέτοια περίπτωση, το εν λόγω κράτος μέλος πρέπει οπωσδήποτε να επέμβει αμέσως και να απαγορεύσει την περαιτέρω αλιεία μόλις γίνει γνωστό ότι η ποσόστωση έχει εξαντληθεί.
26.
Όσον αφορά τον ισχυρισμό περί αβεβαιότητας ως προς το αν σημειώθηκε όντως υπέρβαση των ποσοστώσεων, είμαι της γνώμης ότι ένα μικρό στοιχείο αβεβαιότητας, που οφείλεται στην έλλειψη εναρμονίσεως των εφαρμοζομένων συντελεστών μετατροπής, δεν αρκεί για να δικαιολογήσει τη μη τήρηση των διατάξεων του άρθρου 10, παράγραφος 2. Εν πάση δε περιπτώσει, ο παράγων αυτός δεν αρκεί για να δικαιολογηθεί η μεγάλης εκτάσεως υπέρβαση της ποσοστώσεως για τα πλατύψαρα.
27.
Όσον αφορά τον ισχυρισμό περί υπάρξεως αμφισβητήσεων ως προς τη δικαιοδοσία, στο προοίμιο της συμφωνίας για την αλιεία μεταξύ της Κοινότητας, αφενός, και της κυβερνήσεως της Δανίας και της τοπικής κυβερνήσεως των Νήσων Φερόες, αφετέρου, για την οποία έγινε λόγος στην παράγραφο 6 ανωτέρω, αναφέρεται ότι έχει αποφασισθεί να ορισθεί πέριξ των Νήσων Φερόες, από 1ης Ιανουαρίου 1977, μια ζώνη αλιείας που να εκτείνεται σε 200 ναυτικά μίλια από την ακτή και στην οποία οι Νήσοι Φερόες θα ασκούν κυριαρχικά δικαιώματα με σκοπό την εξερεύνηση, την εκμετάλλευση, τη διατήρηση και τη διαχείριση των βιολογικών πόρων της εν λόγω ζώνης. Κατά το άρθρο 2, στοιχείο β ), της συμφωνίας αυτής, οι αρχές των Νήσων Φερόες καθορίζουν κάθε χρόνο τα μερίδια που διατίθενται στα σκάφη αλιείας της Κοινότητας καθώς και τις ζώνες εντός των οποίων μπορούν να αλιεύονται τα μερίδια αυτά. Ο κατάλογος των εν λόγω μεριδίων και των ζωνών αλιείας αποστέλλεται στην Επιτροπή και χρησιμεύει ως βάση για την κατανομή των ποσοστώσεων μεταξύ των κρατών μελών. Η συμφωνία δεν περιέχει κανένα στοιχείο που να υποδηλώνει την ύπαρξη αμφισβητήσεως ως προς τη δικαιοδοσία στα εν λόγω ύδατα μεταξύ του Ηνωμένου Βασιλείου και της Δανίας, η δε Γαλλία δεν προσκόμισε κανένα στοιχείο που να αποδεικνύει ότι, πριν από την παρούσα δίκη, οι ζώνες αλιείας που κοινοποίησαν οι αρχές των Νήσων Φερόες διεκδικήθηκαν ή αμφισβητήθηκαν από οποιοδήποτε κράτος μέλος. Υπό τις συνθήκες αυτές, είναι προφανές ότι η Γαλλία δεν μπορεί να στηριχθεί στο επιχείρημα αυτό για να δικαιολογήσει την εκ μέρους της μη τήρηση των ποσοστώσεων.
28.
Τέλος, το γεγονός ότι οι κοινοτικές ποσοστώσεις για τα εν λόγω αποθέματα στα ύδατα των Νήσων Φερόες δεν εξαντλήθηκαν το 1985 δεν ασκεί, κατά τη γνώμη μου, επιρροή εν προκειμένω, δεδομένου ότι η βασική υποχρέωση κάθε κράτους μέλους κατά το κοινοτικό δίκαιο είναι να εξασφαλίζει την τήρηση της εθνικής του ποσοστώσεως.
29.
Καταλήγω, επομένως, στο συμπέρασμα ότι η Επιτροπή μπόρεσε να αποδείξει ότι η Γαλλική Δημοκρατία δεν εκπλήρωσε τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 10, παράγραφος 2, του κανονισμού 2057/82.
30.
Η Επιτροπή υποτηρίζει, επίσης, στην προσφυγή της ότι η υπέρβαση των ποσοστώσεων μπορεί επίσης να οφείλεται σε παράβαση των υποχρεώσεων ελέγχου και καταγραφής των αλιευμάτων, που προβλέπεται στα άρθρα 6 έως 9 του κανονισμού 2057/82, επιθεωρήσεως και επιβολής κυρώσεων, που προβλέπονται στα άρθρα 1 και 2, του ιδίου κανονισμού, ή, ακόμη, της υποχρεώσεως προσυπολογισμού στις οικείες ποσοστώσεις όλων των αλιεύσεων των γαλλικών σκαφών, σύμφωνα με το άρθρο 10, παράγραφος 1, του εν λόγω κανονισμού. Επιπροσθέτως, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η υπέρβαση των ποσοστώσεων μπορεί να οφείλεται στο ότι οι γαλλικές αρχές παρέλειψαν να θεσπίσουν τις αναγκαίες λεπτομερείς διατάξεις για τη χρησιμοποίηση των ποσοστώσεων κατά τα προβλεπόμενα στο άρθρο 5, παράγραφος 2, του κανονισμού 170/83. Κατά συνέπεια, αντικείμενο της προσφυγής της Επιτροπής είναι επίσης να αναγνωρισθεί η μη εκπλήρωση των προσθέτων αυτών υποχρεώσεων.
31.
Όμως, το αίτημα της Επιτροπής, όπως διατυπώνεται στο τέλος της απαντήσεως της, είναι πολύ πιο περιορισμένο, αφού ζητείται να αναγνωρισθεί μόνον η προβαλλόμενη παράβαση του άρθρου 10, παράγραφος 2, του κανονισμού 2057/82 σε συνδυασμό με το άρθρο 1 του κανονισμού 6/85. Φαίνεται, ως εκ τούτου, ότι η Επιτροπή αποφάσισε να μην εμμείνει στους συμπληρωματικούς ισχυρισμούς της και ότι, επομένως, δεν ζητείται από το Δικαστήριο να τους εξετάσει.
32.
Αν, παρά ταύτα, το Δικαστήριο κρίνει ότι οι εν λόγω ισχυρισμοί εξακολουθούν να αποτελούν μέρος του αντικειμένου της προσφυγής, φρονώ ότι δεν μπορούν να γίνουν δεκτοί.
33.
Η Επιτροπή δεν επικαλείται στην επιχειρηματολογία της κανένα συγκεκριμένο στοιχείο σχετικά με τις εν λόγω παραβάσεις. Εξάλλου, δεν προσδιορίζει τι είδους μέτρα θα μπορούσε να έχει λάβει η Γαλλία προκειμένου να αυξήσει την αποτελεσματικότητα του συστήματος της ελέγχου και επιτηρήσεως των αλιεύσεων. Αντίθετα, προβάλλει απλώς ότι το γεγονός της υπερβάσεως των ποσοστώσεων στοιχειοθετεί από μόνο του παράβαση των σχετικών διατάξεων. Κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, που πρόσφατα επιβεβαιώθηκε με την απόφαση της 5ης Οκτωβρίου 1989 στην υπόθεση 290/87, Επιτροπή κατά Κάτω Χωρών, σε δίκες κατά το άρθρο 169 της Συνθήκης (Συλλογή 1989, σ. 3083), η Επιτροπή δεν μπορεί να στηρίζεται σε κανενός είδους τεκμήρια για να θεμελιώσει παράβαση κράτους μέλους ως προς την εκπλήρωση των υποχρεώσεών του.
34.
Ανεξάρτητα από την άποψη που διετύπωσα σε σχέση με τους συμπληρωματικούς ισχυρισμούς της, φρονώ ότι, αφού η προσφυγή της Επιτροπής είναι βάσιμη κατά το κύριο μέρος της, πρέπει να επιδικαστούν υπέρ αυτής τα δικαστικά της έξοδα.
35.
Ενόψει των ανωτέρω, προτείνω στο Δικαστήριο:
1)
να αναγνωρίσει ότι η Γαλλική Δημοκρατία, παραλείποντας το 1985 να λάβει εγκαίρως τα κατάλληλα μέτρα για την προσωρινή απαγόρευση της αλιείας σεβαστών και πλατυψάρων στα ύδατα των Νήσων Φερόες από σκάφη με γαλλικά σημαία ή νηολογημένα στη Γαλλία, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 10, παράγραφος 2, του κανονισμού 2057/82 του Συμβουλίου, σε συνδυασμό με το άρθρο 1 του κανονισμού 6/85 του Συμβουλίου·
2)
να καταδικάσει τη Γαλλική Δημοκρατία στα δικαστικά έξοδα.
( *1 ) Γλώσσα tou πρωτοτύπου: η αγγλική.
Top