ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
CARL OTTO LENZ
της 5ης Δεκεμβρίου 1990 ( *1 )
Περιεχόμενα
Α — Τα πραγματικά περιστατικά και προκαταρκτική παρατήρηση
Ι — Επί των πραγματικών περιστατικών
II — Προκαταρκτική παρατήρηση
1. Η σειρά του ελέγχου
2. Το αντικείμενο του ελέγχου
Β — Η γνώμη μου επί της υποθέσεως
Πρώτο μέρος — Επί του ζητήματος της παραβάσεως ουσιώδους τόπου
Ι — Παράβαση του άρθρου 2, παράγραφοι 1 και 3, και του άρθρου 8 του εσωτερικού κανονισμού του Συμβουλίου
1. Η πρόταση της Επιτροπής για την έκδοση του προσβαλλόμενου κανονισμού δεν αποτελούσε αντικείμενο της προσωρινής ημερησίας διατάξεως
2. Κατά την ψηφοφορία στο Συμβούλιο δεν υπήρχε το κείμενο της προτάσεως διατυπωμένο σε όλες τις γλώσσες
II — Παραβίαση του δικαιώματος της άμυνας
1. Σε σχέση με τον υπολογισμό της κανονικής αξίας
α) 'Ελλειψη διευκρινίσεως γιατί εγκαταλείφθηκε μία μέθοδος που είχε εφαρμοσθεί σε μία προηγούμενη διαδικασία
β) Καθυστερημένη ανακοίνωση των ονομάτων των επιχειρήσεων των οποίων τα λογιστικά στοιχεία ελήφθησαν υπόψη
γ) Η Επιτροπή άφησε την προσφεύγουσα να πιστεύει ότι θα μπορούσε να προβάλει τα επιχειρήματά της και κατά τη διάρκεια της « disclosure-conference »
2. Σε σχέση με τον καθορισμό της ζημίας
III — 'Ελλειψη αιτιολογίας
1. Σε σχέση με τον προσδιορισμό της κατασκευασμένης κανονικής αξίας
2. Σε σχέση με τις διαπιστώσεις ως προς τη ζημία
Δεύτερο μέρος — Επί του ζητήματος της ουσιαστικής νομιμότητας του προσβαλλόμενου κανονισμού
Ι — Καθορισμός των λαμβανομένων υπόψη ( ομοειδών ) εμπορευμάτων
II — Κανονική αξία
1. Ως προς τη δυνατότητα εφαρμογής του άρθρου 2, παράγραφος 3, στοιχείο β, περίπτωση ii, του νέου βασικού κανονισμού
α) Αιτιολογία ( άρθρο 190 της Συνθήκης ΕΟΚ) και ουσιαστική νομιμότητα της διατάξεως
αα) Επί της αιτιάσεως ως προς την έλλειψη αιτιολογίας
ββ) Επί του ζητήματος της ουσιαστικής νομιμότητας
1) Συμφωνία με το άρθρο 2, παράγραφος 4, του κώδικα αντιντάμπινγκ
( α ) Ισχυρισμοί της προσφεύγουσας
( β ) Γνώμη
( αα ) Ο κώδικας ως αντικείμενο ελέγχου
(ββ) Ως προς την απευθείας εφαρμογή του κώδικα
( γγ) Συμφωνία της επίδικης ρυθμίσεως με το άρθρο 2, παράγραφος 4, του κώδικα αντιντάμπινγκ
2) Συμφωνία του άρθρου 2, παράγραφος 6, του κώδικα αντιντάμπινγκ
3) Συμφωνία με την απαγόρευση των διακρίσεων
β) Διαχρονική δυνατότητα εφαρμογής της βαλλόμενης διατάξεως: κύρος του άρθρου 19 του νέου βασικού κανονισμού
αα) Οι εκτιμήσεις στις οποίες στηρίζονται οι αιτιάσεις της προσφεύγουσας
Ι) Η βαλλόμενη διάταξη καθιστά δυνατό τον προσδιορισμό κανονικής αξίας που είναι δυσμενέστερος για τον οικείο εξαγωγέα απ' ότι οι κατά το παλαιό άρθρο του βασικού κανονισμού δυνατές μέθοδοι
2) Η βαλλόμενη διάταξη επιβάλλει την εφαρμογή μιας μεθόδου που κατά τον παλαιό βασικό κανονισμό ήταν μεν δυνατή αλλά όχι και υποχρεωτική
ββ) Γνώμη επί των επί μέρους αιτιάσεων
1) Ως προς τις αρχές της ασφάλειας του δικαίου και της απαγορεύσεως της αναδρομικότητας
2) Ως προς την έλλειψη αιτιολογίας
2. Ως προς το ζήτημα των νομικών σφαλμάτων κατά την εφαρμογή του άρθρου 2, παράγραφος 3, στοιχείο β, περίπτωση ii, του νέου βασικού κανονισμού
α) Παράβαση του νέου βασικού κανονισμού, του κώδικα αντιντάμπινγκ και παραβίαση ορισμένων γενικών αρχών του δικαίου
β) Κατάχρηση εξουσίας
γ) Επί των αιτιάσεων που αφορούν την αρχή της ασφάλειας του δικαίου
αα) Οι ισχυρισμοί της προσφεύγουσας
ββ) Γνώμη ως προς την ερμηνεία της αποφάσεως TEC στην οποία προβαίνει η προσφεύγουσα
γγ) Γνώμη ως προς τους άλλους ισχυρισμούς
1) Παραβίαση της αρχής της προστασίας των κεκτημένων δικαιωμάτων
2) Παραβίαση της αρχής της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης
3) Παραβίαση της αρχής του estoppel
3. Συμπέρασμα από τις εκτιμήσεις ως προς τον υπολογισμό της κανονικής αξίας
III— Τιμή εξαγωγής
IV — Σύγκριση μεταξύ κανονικής αξίας και τιμής εξαγωγής
1. Παράβαση του άρθρου 2, παράγραφος 6, του κώδικα αντιντάμπινγκ
2. Μη ορθή διάκριση μεταξύ OEM προϊόντων και μη OEM προϊόντων
V — Ζημία
1. Κοινοτική βιομηχανία ( εξαίρεση των εταιριών Mannesmann-Tally και Philips)
α) Όγκος των OEM εισαγωγών των εταιριών Mannesmann-Tally και Philips
β) Υπαγωγή των εισαγωγών OEM στα τμήματα της αγοράς
γ) Απαίτηση πλήρους σειράς προϊόντων και ανάγκη εγκαταλείψεως του κατώτερου τμήματος της αγοράς
δ) Σημασία και αύξηση του κατώτερου τμήματος
ε) Συμπέρασμα
2. Η διαπίστωση της ζημίας αυτή καθεαυτή
α) Ως προς το ότι ελήφθη υπόψη το έτος 1983 ως έτος αναφοράς
β) Ως προς τα επιχειρήματα σχετικά με την εξέλιξη των μερών της αγοράς που αναφέρονται στην παράγραφο 47 του προσβαλλόμενου κανονισμού
αα) Εγκατάλειψη της παραγωγής από τους κατασκευαστές της Κοινότητας πριν από το χρονικό διάστημα που αφορούσε η έρευνα
ββ) Ορθότητα των αριθμητικών στοιχείων που αναφέρονται στην παράγραφο 47 του προσβαλλόμενου κανονισμού σχετικά με την εξέλιξη των μερών της αγοράς
γ) Επί της εξελίξεως των τιμών
αα) Πτώση των τιμών
1) Απόλυτο μέγεθος της πτώσεως των τιμών
2) Σχέση μεταξύ πτώσεως των τιμών και ανόδου των μεριδίων αγοράς των Ιαπώνων εξαγωγέων
3) Αίτια της πτώσεως των τιμών
4) Άνοδος των τιμών της προσφεύγουσας
ββ) Προσφορά με κατώτερες τιμές
δ) Ως προς τους άλλους καθοριστικούς οικονομικούς παράγοντες ( παράγραφος 54 του προσβαλλόμενου κανονισμού )
3. Αιτιώδης συνάφεια μεταξύ ντάμπινγκ και ζημίας
α) Επέκταση των διαπιστώσεων του Συμβουλίου σε χρονικό διάστημα που προηγείται της περιόδου που αφορούσε η έρευνα, το οποίο άρχισε το 1983
αα) Ως προς την αιτίαση ότι δεν μπορεί να γίνει δεκτή η ύπαρξη ντάμπινγκ πριν από την 1η Απριλίου 1986
ββ) Ως προς την αιτίαση ότι οι μειώσεις των τιμών δεν εξετάσθηκαν επαρκώς πριν από την περίοδο που αφορούσε η έρευνα ώστε να μπορούν να αποδοθούν στην ύπαρξη ντάμπινγκ
β) Ως προς την αιτίαση ότι οι κατασκευαστές της Κοινότητας προκάλεσαν βλάβη στον ίδιο τους τον εαυτό
γ) Αποτελέσματα των OEM εισαγωγών από άλλες τρίτες χώρες εκτός της Ιαπωνίας
4. Συμπέρασμα από τις εκτιμήσεις σε σχέση με τη διαπίστωση της ζημίας
VI — Συμφέρον της Κοινότητας
VII — Ύψος του δασμού
Τρίτο μέρος — Συμπέρασμα
Ι — Κρίση επί της ουσίας
II — Επιδίκαση των δικαστικών εξόδων
Γ — Πρόταση
Κύριε Πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
Α — Τα πραγματικά περιστατικά και προκαταρκτική παρατήρηση
Ι — Επί των πραγματικών περιστατικών
1.
Η προσφεύγουσα στην παρούσα διαδικασία βάλλει κατά ενός αντιντάμπινγκ κανονισμού του Συμβουλίου, δηλαδή του κανονισμού ( ΕΟΚ) 3651/88 της 23ης Νοεμβρίου 1988, για την επιβολή οριστικού δασμού αντιντάμπινγκ στις εισαγωγές κρουστικών εκτυπωτών χαρακτήρων με πίνακα κουκκίδων καταγωγής Ιαπωνίας ( 1 ). Η προσφεύγουσα είναι ένας από τους αναφερόμενους ονομαστικά στο άρθρο 1, παράγραφος 2, του κανονισμού αυτού κατασκευαστές στα εμπορεύματα των οποίων, που πωλήθηκαν για εξαγωγή στην Κοινότητα, επιβλήθηκε οριστικός δασμός αντιντάμπινγκ, ο δε δασμολογικός συντελεστής ήταν 12 %.
2.
Με το άρθρο 2 του κανονισμού αυτού ( στο εξής: προσβαλλόμενος κανονισμός) εισπράχθηκαν οριστικά μέχρι του ύψους του οριστικού δασμού τα ποσά που είχαν κατατεθεί δυνάμει του κανονισμού (ΕΟΚ) 1418/88 ( 2 ) ως ασφάλεια για τον προσωρινό δασμό — επειδή στην περίπτωση της προσφεύγουσας ο οριστικός δασμός ήταν χαμηλότερος από τον προσωρινό δασμό αντιντάμπινγκ. Ο τελευταίος αυτός κανονισμός ( ΕΟΚ ) 1418/88 ( στο εξής: κανονισμός για τον προσωρινό δασμό ) δεν προσβάλλεται μεν με την προσφυγή, αποτελεί όμως αντικείμενο πολυάριθμων παραπομπών του προσβαλλόμενου κανονισμού.
3.
Ως προς το νόμιμο έρεισμα αυτών των μέτρων, επήλθε μεταξύ της εκδόσεως του κανονισμού για τον προσωρινό δασμό και της εκδόσεως του προσβαλλόμενου κανονισμού μία μεταβολή η οποία ασκεί επιρροή σε σημαντικά θέματα που αφορούν το αντικείμενο της διαφοράς της παρούσας δίκης. 'Ετσι, ο κανονισμός για τον προσωρινό δασμό στηριζόταν στον κανονισμό ( ΕΟΚ) 2176/84 ( 3 ) (στο εξής: παλαιός βασικός κανονισμός), ενώ ο προσβαλλόμενος κανονισμός στηρίζεται στον κανονισμό (ΕΟΚ) 2423/88, της 11ης Ιουλίου 1988 ( 4 ) (στο εξής: νέος βασικός κανονισμός).
4.
Μία από τις μεταβολές αφορά το άρθρο 2, παράγραφος 3, στοιχείο β, περίπτωση ii, του κανονισμού ( και στα δύο κείμενα ). Στο άρθρο αυτό ρυθμίζεται ο λογιστικός προσδιορισμός της κανονικής αξίας — της συγκρίσιμης τιμής, βάσει της οποίας προσδιορίζεται αν η εφαρμοσθείσα τιμή εξαγωγής θεμελιώνει την ύπαρξη ντάμπινγκ. Το περιεχόμενο και των δύο κειμένων επαναλαμβάνεται πλήρως στην έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση, στα σημεία 10 και 11, έτσι ώστε αρκούμαι εδώ στην παρατήρηση ότι η προσφεύγουσα προβάλλει τόσο την ακυρότητα της νέας διατάξεως όσο και την εσφαλμένη εφαρμογή της ως προς αυτήν.
5.
Από τις διάφορες δυνατότητες που προβλέπει η διάταξη αυτή και οι οποίες αναφέρονται στις μεθόδους με τις οποίες καθορίζονται τα έξοδα πωλήσεως, τα διοικητικά και τα άλλα γενικά έξοδα (εφεξής: ΠΔΓ έξοδα) και το περιθώριο κέρδους που λαμβάνεται υπόψη για τον λογιστικό υπολογισμό της κανονικής αξίας, την προσφεύγουσα απασχολεί το ακόλουθο χωρίο:
« Αν τέτοιου είδους στοιχεία ( 5 ) δεν είναι διαθέσιμα ή δεν είναι αξιόπιστα ή δεν είναι κατάλληλα να χρησιμοποιηθούν, υπολογίζονται με βάση τα έξοδα στα οποία έχουν υποβληθεί και το κέρδος που έχουν πραγματοποιήσει άλλοι παραγωγοί ή εξαγωγείς στην εσωτερική αγορά ( 6 ) στη χώρα εξαγωγής ή καταγωγής σε επικερδείς πωλήσεις του ομοειδούς προϊόντος. »
6.
Οι αιτιάσεις, οι οποίες αφορούν το κύρος της συγκεκριμένης εφαρμογής αυτής της διατάξεως και αποτελούν τον πυρήνα της παρούσας διαφοράς, αναφέρονται, μεταξύ άλλων, στους κανόνες διεθνούς δικαίου περί μέτρων αντιντάμπινγκ, οπότε μπορώ να αναφερθώ με συντομία σ' αυτούς. Ενώ στη Γενική Συμφωνία Δασμών και Εμπορίου (στο εξής: GATT) προβλέπεται ρύθμιση για δασμούς αντιντάμπινγκ στο άρθρο VI, ορισμένα συμβαλλόμενα μέρη της GATT έχουν θεσπίσει εν προκειμένω λεπτομερέστερους κανόνες εφαρμογής μέσω της συνάψεως της « συμφωνίας για την εφαρμογή του άρθρου VI της Γενικής Συμφωνίας Δασμών και Εμπορίου » ( 7 ) ( στο εξής, σύμφωνα με το τμήμα Ι της συμφωνίας αυτής: κώδικας αντιντάμπινγκ). Η ρύθμιση αυτή ισχύει και για την Κοινότητα, για την οποία το Συμβούλιο ενέκρινε τον κώδικα αντιντάμπινγκ με απόφαση της 10ης Δεκεμβρίου 1979 ( 8 ). Και οι δύο βασικοί κανονισμοί στηρίζονται σύμφωνα με τις αιτιολογικές τους σκέψεις στο άρθρο VI της GATT και του κώδικα αντιντάμπινγκ.
7.
Για περισσότερες λεπτομέρειες ως προς τα πραγματικά περιστατικά, ιδίως το περιεχόμενο των διαφόρων αιτιάσεων, αναφέρομαι στην έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση. Στην έκθεση αυτή θα επανέλθω, εφόσον χρειαστεί, στο πλαίσιο της αναπτύξεως της γνώμης μου επί της υποθέσεως.
II — Προκαταρκτική παρατήρηση
8.
Η προκαταρκτική μου παρατήρηση αναφέρεται στη σειρά και το αντικείμενο του ελέγχου.
9. 1.
Όσον αφορά τη σειρά του ελέγχου, νομίζω ότι ενδείκνυται απόκλιση από τη διάρθρωση που προκύπτει από το δικόγραφο της προσφυγής (και — μετά το δικόγραφο της προσφυγής — από τα περαιτέρω δικόγραφα, καθώς και την έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση). Με τη διάρθρωση αυτή γίνεται διάκριση μεταξύ δύο κύριων σημείων, δηλαδή της ενστάσεως περί μη δυνατότητας εφαρμογής του νέου βασικού κανονισμού και της ακυρώσεως του προσβαλλόμενου κανονισμού, και συνάπτονται προς αυτά τα δύο βασικά θέματα αντιστοίχως ορισμένες αιτιάσεις που αντιστοιχούν στις εναλλακτικές δυνατότητες που παρέχονται με το άρθρο 173, πρώτο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΟΚ. Κατά τη γνώμη μου, επιβάλλεται χάριν σαφήνειας των προτάσεων μου να προσανατολίσω κυρίως την ανάπτυξη μου προς τις προϋποθέσεις από τις οποίες εξαρτάται η επιβολή δασμών αντιντάμπινγκ ( και ενδεχομένως ο σωστός προσδιορισμός του ύψους του δασμού ).
10.
'Ετσι, στο πρώτο μέρος των προτάσεων μου θ' ασχοληθώ με το ζήτημα αν υπήρξε παράβαση ουσιώδους τύπου κατά την έκδοση του προσβαλλόμένου κανονισμού, ενώ στο δεύτερο μέρος θα εξετάσω τις αιτιάσεις που αναφέρονται στις προϋποθέσεις για την επιβολή δασμού αντιντάμπινγκ και στο ύψος του δασμού.
11. 2.
Όσον αφορά το αντικείμενο του ελέγχου, τα κοινοτικά όργανα συχνά οφείλουν, σύμφωνα με τις διατάξεις που εφαρμόζονται στα μέτρα αντιντάμπινγκ, να αξιολογούν πολύπλοκες οικονομικές καταστάσεις. Στην περίπτωση αυτή ο δικαστικός έλεγχος οφείλει να περιορίζεται στην εξέταση του ζητήματος αν έχουν τηρηθεί οι διαδικαστικές διατάξεις, αν τα περιστατικά στα οποία στηρίζεται η βαλλόμενη απόφαση έχουν δεόντως διαπιστωθεί και αν δεν υφίσταται προδήλως εσφαλμένη εκτίμηση των περιστατικών και κατάχρηση εξουσίας ( 9 ).
Β — Η γνώμη μου επί της υποθέσεως
Πρώτο μέρος — Επί του ζητήματος της παραβάσεως ουσιώδους τύπου
Ι — Παράβαση τον άρθρον 2, παράγραφοι 1 και 3, και του άρθρου 8 του εσωτερικού κανονισμού τον Συμβουλίου ( 10 )
12. 1.
Η προσφεύγουσα φρονεί, πράγματι, ότι υφίσταται παράβαση του άρθρου 2, παράγραφοι 1 και 3, και του άρθρου 8 του εν λόγω κανονισμού, επειδή η πρόταση της Επιτροπής για την έκδοση του προσβαλλόμενου κανονισμού διατυπώθηκε μόλις στις 18 Νοεμβρίου 1988, δηλαδή μόνο πέντε ημέρες πριν από τη ρητή θέσπιση του κανονισμού αυτού από το Συμβούλιο. Επομένως, η πρόταση αυτή δεν ήταν δυνατό να αποτελούσε αντικείμενο της προσωρινής ημερησίας διατάξεως την οποία ο Πρόεδρος οφείλει, σύμφωνα με το άρθρο 2, παράγραφος 1, του εσωτερικού κανονισμού, να αποστείλει στα άλλα μέλη του Συμβουλίου και στην Επιτροπή το αργότερο δεκατέσσερις ημέρες πριν από την έναρξη της συνεδριάσεως — μαζί με τα έγγραφα που προβλέπονται στο άρθρο 2, παράγραφος 3, και το άρθρο 8.
13.
Το Συμβούλιο παραδέχεται ότι δεκατέσσερις ημέρες πριν από την έναρξη της συνεδριάσεως (της 23ης Νοεμβρίου 1988) το σχέδιο της Επιτροπής δεν υπήρχε ακόμη σε όλες τις γλώσσες. Επίσης δεν αμφισβητεί προφανώς ότι η πρόταση για την έκδοση του προσβαλλόμενου κανονισμού δεν αποτελούσε αντικείμενο της προσωρινής ημερησίας διατάξεως. Αντιθέτως, προβάλλει χωρίς να αντικρουσθεί ότι το σημείο αυτό περιελήφθη σύμφωνα με το άρθρο 2, παράγραφος 5, στην οριστική ημερήσια διάταξη. Κατά τη διάταξη αυτή, το Συμβούλιο καθορίζει την ημερήσια διάταξη κατά την έναρξη κάθε συνεδριάσεως. Για να περιληφθούν σημεία τα οποία δεν αναφέρονται στην προσωρινή ημερήσια διάταξη απαιτείται ομοφωνία του Συμβουλίου. Επί των σημείων που έχουν κατ' αυτόν τον τρόπο περιληφθεί μπορεί να ακολουθήσει ψηφοφορία. Αυτό σημαίνει ότι η μη αναγραφή στην προσωρινή ημερήσια διάταξη καθώς και η μη τήρηση των απαιτουμένων εν προκειμένω τύπων και προθεσμιών ( άρθρο 2, παράγραφοι 1 έως 3, και άρθρο 8 ) δεν συνιστούν πλημμέλεια, όταν το Συμβούλιο περιλάβει ομοφώνως το σχετικό σημείο στην ημερήσια διάταξη σύμφωνα με το άρθρο 2, παράγραφος 5. Επομένως, ο σχετικός ισχυρισμός της προσφεύγουσας δεν μπορεί να γίνει δεκτός.
14. 2.
Η προσφεύγουσα παραπονείται περαιτέρω ότι λόγω του εκτενούς και του πολύπλοκου της ρυθμίσεως είναι πολύ απίθανο να υπήρχε το κείμενο στο Συμβούλιο κατά τη ψηφοφορία σε όλες τις κατά το άρθρο 8 του εσωτερικού κανονισμού απαιτούμενες γλώσσες. Το Συμβούλιο αντικρούει τον ισχυρισμό αυτό και αναφέρεται στο γεγονός ότι ο προσβαλλόμενος κανονισμός δημοσιεύτηκε στην Επίσημη Εφημερίδα ήδη την επομένη της θεσπίσεως του — στις 24 Νοεμβρίου 1988.
15.
Πρέπει να γίνει δεκτό ως προς την προσφεύγουσα ότι ενόψει του εσωτερικού χαρακτήρα των εγγράφων εργασίας του Συμβουλίου δεν μπορεί παρά να διατυπώνει μόνο υποθέσεις ως προς την τήρηση ή μη τήρηση του εν λόγω ουσιώδους τύπου. Εξάλλου, νομίζω ότι η παρατήρηση του Συμβουλίου είναι βάσιμη. Θεωρώ ότι αποκλείεται τελείως η δυνατότητα εκδόσεως του προσβαλλόμενου κανονισμού στις 24 Νοεμβρίου χωρίς να υπήρχε — ως σχέδιο — την προηγουμένη κείμενο σε όλες τις γλώσσες (όπως δημοσιεύθηκε). Δεδομένου ότι από τους ισχυρισμούς των διαδίκων συνάγεται ότι η πρόταση της Επιτροπής αποτέλεσε απευθείας αντικείμενο της — μοναδικής — ψηφοφορίας του Συμβουλίου, πρέπει να θεωρηθεί ότι το σχέδιο, επί του οποίου έγινε η ψηφοφορία, αντιστοιχούσε πλήρως προς την πρόταση της Επιτροπής.
16.
Οι ισχυρισμοί της προσφεύγουσας σχετικά με το άρθρο 8 του εσωτερικού κανονισμού του Συμβουλίου πρέπει επομένως να απορριφθούν και επομένως η αιτίαση ότι το Συμβούλιο παρέβη τον εσωτερικό του κανονισμό είναι εξ ολοκλήρου αβάσιμη.
II — Παραβίαοη τον δικαιώματος της άμυνας
17. 1.
Κατά την άποψη της προσφεύγουσας, το Συμβούλιο, κατά την έκδοση του προσβαλλόμενου κανονισμού, παραβίασε από πολλές απόψεις το δικαίωμα της άμυνας, κυρίως δε και καταρχάς σε σχέση με τον νπολογισμό της κανονικής αξίας.
18. α)
Το πρώτο επιχείρημα της προσφεύγουσας αναφέρεται στον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίστηκε η διαδικασία αντιντάμπινγκ σχετικά με ηλεκτρονικές γραφομηχανές. Λόγω της ιδιάζουσας διαρθρώσεως της η κανονική αξία καθορίστηκε βάσει των εξόδων ΠΔΓ που αντιστοιχούν στην επιχείρηση της, επιπλέον ενός λογικού κέρδους, πράγμα που είχε ως συνέπεια την περάτωση αυτής της διαδικασίας ( 11 ). Εν προκειμένω ελήφθη υπόψη το ότι η διάρθρωση της διέφερε από αυτή των ανταγωνιστριών ιαπωνικών επιχειρήσεων. Ενόψει αυτών των περιστάσεων, η Επιτροπή, προκειμένου να διασφαλισθεί το δικαίωμα της άμυνας της προσφεύγουσας, θα έπρεπε να είχε ήδη διευκρινίσει στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας γιατί εγκατέλειψε το κριτήριο της ομοιότητας της οικείας επιχειρήσεως με τρίτες επιχειρήσεις, των οποίων είχαν ληφθεί υπόψη τα λογιστικά στοιχεία.
19.
Επ' αυτού θα ήθελα εκ των προτέρων να παρατηρήσω ότι εδώ μας ενδιαφέρει μόνο η διαδικασία που κατέληξε στην έκδοση του προσβαλλόμενου κανονισμού. Πράγματι, ενδεχόμενη παρανομία του κανονισμού για τον προσωρινό δασμό θα μπορούσε να επηρεάσει την νομιμότητα του προσβαλλόμενου κανονισμού μόνο εφόσον αυτός ορίζει την οριστική είσπραξη του προσωρινού δασμού. Εν τούτοις, το Δικαστήριο έχει κρίνει συναφώς ότι ελάττωμα του κανονισμού περί του προσωρινού δασμού μπορεί να θεμελιώσει έλλειψη νομιμότητας του κανονισμού με τον οποίον εισπράχθηκε οριστικά ο δασμός μόνο αν το ελάττωμα αυτό αντανακλάται στον κανονισμό αυτό ( 12 ). Στο πλαίσιο αυτό πρέπει να εξετασθεί αν ήταν αναγκαίο να αιτιολογηθεί η εφαρμοσθείσα μέθοδος.
20.
Οι προϋποθέσεις για το δικαίωμα της άμυνας τηρούνται, όταν στην ενδιαφερόμενη επιχείρηση δίδεται κατά τη διάρκεια της διοικητικής διαδικασίας η δυνατότητα να διατυπώσει τη γνώμη της ως προς την ύπαρξη και τη σημασία των προβαλλομένων γεγονότων και περιστάσεων και ενδεχομένως ως προς τα σχετικά έγγραφα ( 13 ).
21.
Μου φαίνεται αμφίβολο αν τέτοιου είδους περιστάσεις εσωτερικής φύσεως όπως οι νομικές θεωρήσεις, στις οποίες στηρίζεται η απόφαση που λαμβάνεται κατά διακριτική εξουσία, εμπίπτουν σ' αυτές τις προϋποθέσεις. Πάντως, στην παρούσα υπόθεση δεν πρόκειται γι' αυτό, επειδή το άρθρο 2, παράγραφος 3, στοιχείο β, περίπτωση ii, του — δημοσιευθέντος πλέον των τριών μηνών πριν από την έκδοση του προσβαλλόμενου κανονισμού — νέου βασικού κανονισμού προβλέπει ρητά τη μέθοδο που εφαρμόσθηκε ως προς την προσφεύγουσα. Όποια και αν ήταν η νομική κατάσταση βάσει του παλαιού βασικού κανονισμού, στον νέο βασικό κανονισμό διευκρινίζονται οι λόγοι για την εφαρμοσθείσα μέθοδο.
22.
Ένα άλλο ζήτημα είναι φυσικά το αν ενόψει των δεδομένων της υποθέσεως έπρεπε να εφαρμοσθεί αυτή η μέθοδος. Εν προκειμένω η προσφεύγουσα είχε πάντως τη δυνατότητα να λάβει εγκαίρως θέση πριν από την έκδοση του κανονισμού, προβάλλοντας ότι δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις για τη μέθοδο αυτή που της ήταν γνωστή από τον κανονισμό περί προσωρινού δασμού (ειδικότερα, η εφαρμογή αυτής της μεθόδου δεν ήταν, ενόψει των δύο πρώτων φράσεων της διατάξεως, ενδεδειγμένη ) ή ότι ο ίδιος ο βασικός κανονισμός δεν ήταν νόμιμος.
23.
Δεδομένου ότι η πρόταση της Επιτροπής για την έκδοση του προσβαλλόμενου κανονισμού διατυπώθηκε, κατά τους ισχυρισμούς του Συμβουλίου, στις 23 Οκτωβρίου 1988, μάλιστα δε κατά τους ισχυρισμούς της προσφεύγουσας μόλις στις 18 Νοεμβρίου 1988 ( 14 ), υπήρχε εν πάση περιπτώσει επαρκής χρόνος για να διατυπωθούν τα επιχειρήματα αρκετά έγκαιρα ώστε η Επιτροπή να ήταν σε θέση να τα λάβει υπόψη της ήδη κατά την κατάρτιση της προτάσεως της.
24.
Όσον αφορά το επιχείρημα που προέβαλε η προσφεύγουσα στο ίδιο πλαίσιο, δηλαδή ότι ο ίδιος ο νέος βασικός κανονισμός συνιστά παραβίαση του δικαιώματος άμυνας της προσφεύγουσας, επειδή της αφαιρεί τη δυνατότητα να εκθέσει την ιδιομορφία της διαρθρώσεως της έναντι της διαρθρώσεως ανταγωνιστριών ιαπωνικών εταιριών, δεν πρόκειται στην πραγματικότητα για το δικαίωμα της άμυνας, αλλά για το πρόβλημα αν συνδυάζεται με τις αρχές της ασφάλειας του δικαίου και της απαγορεύσεως της αναδρομικής ισχύος το ότι το Συμβούλιο αποφάσισε κατά τη διάρκεια της διοικητικής διαδικασίας τη θέσπιση με νέα διατύπωση μιας εφαρμοστέας διατάξεως. Η προσφεύγουσα θεωρεί εν προκειμένω ότι η νέα διατύπωση είναι δυσμενέστερη γι' αυτήν απ' ό,τι το αρχικό κείμενο και πραγματοποιήθηκε για να δικαιολογηθούν εκ των υστέρων οι ενέργειες που πραγματοποιήθηκαν στο πλαίσιο του κανονισμού για τον προσωρινό δασμό, ο οποίος σύμφωνα με τη διάταξη στην παλαιά της διατύπωση δεν ήταν νόμιμος. Επί του σημείου αυτού θα επανέλθω στη συνέχεια των προτάσεων μου.
25.
Επομένως πρέπει να θεωρηθεί ότι η Επιτροπή δεν παραβίασε το δικαίωμα της άμυνας, επειδή δεν γνωστοποίησε λεπτομερώς στην προσφεύγουσα τους λόγους για τους οποίους απέκλινε, για την εφαρμογή του προσβαλλόμενου κανονισμού, από τη διαδικασία αντιντάμπινγκ σε σχέση με την εισαγωγή ηλεκτρονικών γραφομηχανών.
26. β)
Η προσφεύγουσα θεωρεί ότι συντρέχει περίπτωση παραβιάσεως του δικαιώματος της άμυνας, καθόσον το Συμβούλιο δεν της ανακοίνωσε πριν από τις 20 Σεπτεμβρίου 1988 τα ονόματα των επιχειρήσεων, τα λογιστικά στοιχεία των οποίων ελήφθησαν υπόψη για τον προσδιορισμό των ΠΔΓ εξόδων και του κέρδους κατά τον υπολογισμό της κατασκευασμένης κανονικής αξίας, όσον αφορά την προσφεύγουσα. Ot κοινοτικές αρχές θα έπρεπε να διευκρινίσουν πως σχημάτισαν από τα λογιστικά στοιχεία αυτών των επιχειρήσεων τον « μέσο σταθμισμένο όρο », ο οποίος εφαρμόστηκε σύμφωνα με το σημείο 36 του κανονισμού για τον προσωρινό δασμό ως προς την προσφεύγουσα. Δεδομένου ότι η προσφεύγουσα δεν έλαβε γνώση όλων αυτών των περιστάσεων καθ' όλη τη διάρκεια της διαδικασίας, δεν μπόρεσε να διατυπώσει γνώμη σχετικώς, και επομένως, υφίσταται, κατ' αυτήν, παραβίαση του δικαιώματος της άμυνας.
27.
Το επιχείρημα αυτό δεν αντέχει στον έλεγχο. Από τα πρακτικά που προσκόμισε το Συμβούλιο προκύπτει σαφώς ότι η προσφεύγουσα γνώριζε από την αρχή της διαδικασίας, το αργότερο από τις 5 Νοεμβρίου 1987, ότι χρησιμοποιήθηκαν λογιστικά στοιχεία άλλων επιχειρήσεων για τον υπολογισμό της κατασκευασμένης κανονικής αξίας. Εξάλλου προκύπτει ότι η προσφεύγουσα γνώριζε από τις 17 Μαρτίου 1988 τους ποσοστιαίους συντελεστές τους οποίους σκόπευαν να χρησιμοποιήσουν οι κοινοτικές αρχές για τα ΠΔΓ έξοδα και το κέρδος στην κατασκευασμένη κανονική αξία. Οι συντελεστές αυτοί υπερέβαιναν κατά πολύ, όπως προκύπτει από τη δικογραφία, τους συντελεστές της προσφεύγουσας. Από αυτό έπρεπε να συμπεράνει η προσφεύγουσα ότι θα λαμβάνονταν υπόψη στοιχεία που αφορούσαν επιχειρήσεις με διαφορετική διάρθρωση από τη δική της. Έτσι, η προσφεύγουσα διέθετε όλα τα στοιχεία που ήταν αναγκαία για μία αποτελεσματική άμυνα. Τα μεμονωμένα λογιστικά στοιχεία στα οποία στηρίζεται η στάθμιση, και επομένως και οι καθορισθέντες τελικώς συντελεστές, πρέπει να θεωρηθούν εμπιστευτικά κατά την έννοια του άρθρου 8, παράγραφος 3, του νέου βασικού κανονισμού ( 15 ) και, κατά συνέπεια, δεν έπρεπε να γνωστοποιηθούν στην προσφεύγουσα.
28.
Καθόσον η προσφεύγουσα παραπονείται επίσης εν προκειμένω ότι δεν δόθηκε απάντηση στο έγγραφό της της 2ας Σεπτεμβρίου 1988, με το οποίο ζητούσε να πληροφορηθεί με ποια μέθοδο προσδιορίστηκαν τα ΠΔΓ έξοδα και το κέρδος και ποιες διορθώσεις έγιναν ώστε να αποκλεισθούν από τον υπολογισμό έξοδα και κέρδη από πωλήσεις στο εσωτερικό, αρκεί να λεχθεί ότι τέτοιες αιτήσεις παροχής πληροφοριών πρέπει να υποβάλλονται στην Επιτροπή, βάσει του άρθρου 7, παράγραφος 4, στοιχείο γ, περίπτωση ί, γγ, του (τόσο παλαιού όσο και νέου) βασικού κανονισμού το αργότερο ένα μήνα μετά τη γνωστοποίηση της θεσπίσεως του προσωρινού δασμού αντιντάμπινγκ (επομένως, εν προκειμένω στις 26 Ιουνίου 1988). Η προσφεύγουσα δεν τήρησε την προθεσμία αυτή με το έγγραφό της της 2ας Σεπτεμβρίου 1988.
29. γ)
Η προσφεύγουσα φρονεί περαιτέρω ότι υφίσταται παράβαση του δικαιώματος της άμυνας, επειδή η Επιτροπή της δημιούργησε την πεποίθηση ότι (η προσφεύγουσα επίσης) θα μπορούσε να προβάλει τα επιχειρήματά της ως προς τη μέθοδο επίσης προσδιορισμού της κατασκευασμένης κανονικής αξίας και κατά τη διάρκεια της « disclosure conference ». Αυτή όμως πραγματοποιήθηκε μόλις στις 23 Αυγούστου 1988, επομένως σε χρονικό σημείο κατά το οποίο ίσχυε ήδη ο νέος βασικός κανονισμός, ο οποίος, καθόσον προβλέπει ρητώς την εν προκειμένω βαλλόμενη μέθοδο, είναι δυσμενέστερος για την προσφεύγουσα από ό,τι ο παλαιός κανονισμός.
30.
Όσον αφορά τον πυρήνα αυτού του πραγματικού ισχυρισμού, δεν αμφισβητείται ότι η αποκαλούμενη « disclosure conference » πραγματοποιήθηκε στις 23 Αυγούστου 1988. Περαιτέρω, από ένα έγγραφο της προσφεύγουσας προς την Επιτροπή με ημερομηνία 18 Μαρτίου 1988 συνάγεται ότι προφανώς « συμφωνήθηκε » να εξεταστεί λεπτομερέστερα το ζήτημα αυτό στο πλαίσιο της « disclosure conference ». Δεν μπορεί να διακρίνω από τα στοιχεία της δικογραφίας ποια σημασία μπορεί να έχει αυτή η « συμφωνία ». Πάντως, ακόμη και αν η Επιτροπή προσπάθησε εν προκειμένω, όπως προφανώς φρονεί η προσφεύγουσα, μέσω μιας αναβλητικής στάσεως να προκαλέσει παρέλκυση της συζητήσεως μέχρις ενός χρονικού σημείου μετά την έκδοση του νέου βασικού κανονισμού, δεν νομίζω ότι κάτι τέτοιο συνιστά παραβίαση του δικαιώματος της άμυνας. Ενδεχομένως ο νέος κανονισμός να είναι δυσμενέστερος για την προσφεύγουσα, οπότε αυτό πρέπει να εξεταστεί υπό το πρίσμα της ασφάλειας του δικαίου και της απαγορεύσεως της αναδρομικότητας. Παραβίαση του δικαιώματος της άμυνας θα υφίστατο εν προκειμένω μόνο αν η προσφεύγουσα δεν είχε τον αναγκαίο χρόνο για να προβάλει εγκαίρως τα επιχειρήματά της βάσει αντού του κανονισμού, ώστε να μπορούσαν να ληφθούν υπόψη πριν από την έκδοση της αποφάσεως του Συμβουλίου. Έχω ήδη εκθέσει γιατί αυτό δεν συμβαίνει. Άλλως, ο νέος βασικός κανονισμός δεν καθιστά δυσμενέστερη τη νομική κατάσταση της προσφεύγουσας, οπότε το επιχείρημα της προσφεύγουσας οπωσδήποτε ανατρέπεται. Εξάλλου, η προσφεύγουσα προέβαλε ήδη με το έγγραφο της 21ης Ιουνίου 1988 όλα τα επιχειρήματα τα οποία προβάλλει και στο πλαίσιο της διαδικασίας ενώπιον του Δικαστηρίου. Κατά πόσο η προαναφερθείσα « συμφωνία » παρεμπόδισε την προσφεύγουσα να προβάλει περαιτέρω επιχειρήματα — σε οποιοδήποτε στάδιο — δεν γίνεται αντιληπτό. Επομένως, η αιτίαση αυτή της προσφεύγουσας πρέπει να απορριφθεί.
31. 2
Ανεξάρτητα από τα ζητήματα που εξετάστηκαν αμέσως προηγουμένως, τα οποία αναφέρονται στον προσδιορισμό της κατασκευασμένης κανονικής αξίας, προβάλλει επί πλέον η προσφεύγουσα και μια άλλη παραβίαση του δικαιώματος της άμυνας σχετικά με τον καθορισμό της ζημίας. Επ' αυτού εκθέτει ότι παρέσχε για το πριν από την περίοδο που αφορά η έρευνα χρονικό διάστημα απλώς γενικά αριθμητικά στοιχεία και αυτά πάλι μόνο για τα έτη 1984 και 1985 (όχι για το 1983) για τα οποία έτη εξάλλου δεν είχαν ζητηθεί αριθμητικά στοιχεία για τους διάφορους τύπους εκτυπωτών ή τα διάφορα τμήματα της αγοράς. Καθόσον διαπιστώθηκαν αποτελέσματα ενδεχομένου ντάμπινγκ για την πριν από το χρονικό διάστημα που αφορά η έρευνα περίοδο ύστερα από « εκτενέστερη » έρευνα (βλ. σημείο 59 του προσβαλλόμενου κανονισμού) δηλαδή της έρευνας των λογιστικών στοιχείων των κοινοτικών παραγωγών, δεν υφίσταται παραβίαση του δικαιώματος της άμυνας της προσφεύγουσας.
32.
Βεβαίως είναι αναντίρρητο ότι στο προαναφερθέν σημείο 59 γίνεται επίσης λόγος για ντάμπινγκ προφανώς με αναφορά στο χρονικό διάστημα που άρχισε το 1983 πριν από τη χρονική περίοδο που αφορά η έρευνα. Αντιθέτως, είναι βέβαιο ότι οι κοινοτικές αρχές ερεύνησαν για το χρονικό αυτό διάστημα σχετικά με μία μόνο ζημία, μάλιστα δε καταλήγοντας στη διαπίστωση ότι οι ιαπωνικές εισαγωγές είχαν επίδραση στο οικονομικό μέλλον των παραγωγών της Κοινότητας ( 16 ). Αν αυτό αρκεί για να γίνει δεκτή η ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ ντάμπινγκ και ζημίας, όταν η περίοδος που αφορά η έρευνα δεν συμπίπτει πλήρως με το χρονικό διάστημα εντός του οποίου διαπιστώθηκε η ζημία, τότε δεν τίθεται ζήτημα δικαιώματος της άμυνας αλλά ουσιαστικής νομιμότητος του προσβαλλόμενου κανονισμού. Ως προς το σημείο αυτό η προσφεύγουσα διατύπωσε και άλλα επιχειρήματα τα οποία και θα εξετάσω. Όσον αφορά τη διαπίστωση της ζημίας προκύπτει ότι στηρίζεται σε μια μελέτη του γραφείου παροχής συμβουλών Ernst & Whinney την οποία προσκόμισαν οι ίδιοι οι Ιάπωνες κατασκευαστές εκτυπωτών και ότι περιλαμβάνει και το έτος 1983. Για τη χρησιμοποίηση αυτής της μελέτης πληροφορήθηκε η προσφεύγουσα με έγγραφο της Επιτροπής, της 28ης Σεπτεμβρίου 1988. Τα στοιχεία που αφορούν την προσφεύγουσα για τα έτη 1984 και 1985 παρατίθενται στο ερωτηματολόγιο που προσκόμισε η ίδια κατά τη διοικητική διαδικασία. Τέλος ως προς τα στοιχεία των επί μέρους ευρωπαίων παραγωγών, αυτά είναι βεβαίως εμπιστευτικά και δεν ήταν δυνατό αυτά καθεαυτά να γνωστοποιηθούν στην προσφεύγουσα. Εν τούτοις, είναι αναμφισβήτητο ότι ο φάκελος που τηρούσε η Επιτροπή, και στον οποίο είχε πρόσβαση η προσφεύγουσα σύμφωνα με το άρθρο 7, παράγραφος 4, στοιχείο α, του ( νέου ή παλαιού ) βασικού κανονισμού, περιείχε περιλήψεις μη εμπιστευτικού χαρακτήρα. Επομένως, η προσφεύγουσα είχε πληροφορηθεί για όλα τα βασικά στοιχεία στα οποία στηρίχθηκε η διαπίστωση περί υπάρξεως ζημίας ή είχε τουλάχιστον εν προκειμένω δυνατότητα προσβάσεως. Επομένως δεν υφίσταται παραβίαση του δικαιώματος της άμυνας.
III — Έλλειψη αιτιολογίας
33. 1.
Κατά την άποψη της προσφεύγουσας, ο προσβαλλόμενος κανονισμός παρουσιάζει μια πρώτη έλλειψη αιτιολογίας στα σημεία του 21 και 22 που αφορούν τον προσδιορισμό της κατασκευασμένης κανονικής αξίας. Η προσφεύγουσα αναφέρεται συναφώς στη διαδικασία αντιντάμπινγκ σχετικά με τις εισαγωγές ηλεκτρονικών γραφομηχανών καταγωγής Ιαπωνίας ( 17 ), στον οποίο τα ΠΔΓ έξοδα και το κέρδος προσδιορίστηκαν βάσει των λογιστικών στοιχείων της προσφεύγουσας, πράγμα που είχε ως συνέπεια την περάτωση αυτής της διαδικασίας ως προς την προσφεύγουσα ( 18 ). Καθόσον τώρα η μέθοδος αυτή εγκαταλείφθηκε ως προς την παρούσα διαδικασία, το Συμβούλιο όφειλε να διευκρινίσει που οφείλεται η μεταβολή αυτή στη μέθοδο προσδιορισμού της κανονικής αξίας και πως ήταν σε θέση να αποφύγει δυσμενείς διακρίσεις κατ' εφαρμογή της ήδη επιλεγείσας μεθόδου.
34.
Κατά πάγια νομολογία, η προβλεπόμενη από το άρθρο 190 της Συνθήκης ΕΟΚ αιτιολογία πρέπει να είναι προσαρμοσμένη προς τη φύση της οικείας νομικής πράξεως. Από αυτήν πρέπει να γίνονται αντιληπτές κατά τρόπο σαφή και μη επιδεκτικό αμφιβολιών οι σκέψεις της κοινοτικής αρχής η οποία εξέδωσε την προσβαλλόμενη νομική πράξη, έτσι ώστε οι ενδιαφερόμενοι να μπορούν να γνωρίζουν τους λόγους για τους οποίους ελήφθη το μέτρο, το δε Δικαστήριο να μπορεί να ασκεί τον έλεγχό του ( 19 ). Στην παρούσα υπόθεση, το Συμβούλιο, στο σημείο 21 του προσβαλλόμενου κανονισμού, αναφέρεται στο άρθρο 2, παράγραφος 3, στοιχείο β, περίπτωση ii, του νέου βασικού κανονισμού, όπου προβλέπεται ρητώς η εφαρμοσθείσα εν προκειμένω μέθοδος. Επί πλέον έλαβε θέση ως προς το ζήτημα της δυσμενούς διακρίσεως που έθεσε η προσφεύγουσα, εκθέτοντας (δεύτερη παράγραφος του αναφερόμενου σημείου):
« Επιβεβαιώθηκε από το Συμβούλιο ότι το γεγονός ότι κάποιος εξαγωγέας δεν πωλεί το εν λόγω προϊόν και συνεπώς δεν έχει οργάνωση πωλήσεων στην εγχώρια αγορά του, δεν μπορεί να μεταβάλει τη βάση για τον υπολογισμό των εξόδων πώλησης, των διοικητικών και άλλων γενικών εξόδων και του κέρδους στον υπολογισμό της κανονικής αξίας του εξαγωγέα. »
35.
Από αυτό συνάγεται ότι το Συμβούλιο δεν διαβλέπει στις ιδιομορφίες της διαρθρώσεως της προσφεύγουσας κανένα λόγο για να της επιφυλάξει διαφορετική μεταχείριση από ό,τι σε άλλους εξαγωγείς ή ότι οι διαφορές στις εκάστοτε διαρθρώσεις δεν δικαιολογούν να θεωρηθεί ότι υφίστανται διαφορετικές καταστάσεις. Επομένως, γίνεται σαφές ότι το Συμβούλιο εκκινεί από μια τελείως διαφορετική αντίληψη από ό,τι η προσφεύγουσα, μια αντίληψη η οποία καθιστά σαφές γιατί ελήφθη το μέτρο αυτό και γιατί εφαρμόστηκε η εν λόγω μέθοδος. Ο έλεγχος του Δικαστηρίου διασφαλίζεται ειδικότερα, το Δικαστήριο μπορεί να ελέγξει αν ευσταθούν οι απόψεις του Συμβουλίου ως προς το ζήτημα της δυσμενούς διακρίσεως. Η αιτίαση περί ελλείψεως αιτιολογίας, όσον αφορά τα σημεία 21 και 22 του προσβαλλόμενου κανονισμού, δεν ευσταθεί.
36. 2.
Η δεύτερη αιτίαση η οποία στηρίζεται στη φερόμενη έλλειψη αιτιολογίας του προσβαλλόμενου κανονισμού, αφορά το ζήτημα της ζημίας και θέτει υπό αμφισβήτηση τις εκτιμήσεις που διατυπώνονται στο σημείο 60 του εν λόγω κανονισμού. Από το εν λόγο σημείο 60 προκύπτει ότι η κοινοτική αρχή απέδωσε στο ντάμπινγκ ( των Ιαπώνων παραγωγών) τις συνέπειες των εισαγωγών από άλλες τρίτες χώρες εκτός της Ιαπωνίας.
37.
Από το σημείο αυτό του κανονισμού δεν μπορώ να συναγάγω καμία τέτοια ένδειξη. Στο σημείο αυτό γίνεται λόγος μόνο για εισαγωγές οι οποίες « απέβησαν σημαντικές μόνο μετά το τέλος της περιόδου την οποία καλύπτει η έρευνα ». Εξάλλου, και πάλι δεν θα εδικαιολογείτο να γίνεται δεκτό ότι υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας, αν από το κείμενο κατά του οποίου βάλλει η προσφεύγουσα προκύπτει ότι το Συμβούλιο είχε αποδώσει τη ζημία στις εισαγωγές που αποτέλεσαν αντικείμενο της παρούσας διαδικασίας αντιντάμπινγκ, η οποία ζημία δεν έχει καμία σχέση με αυτές. Αν το Συμβούλιο είχε ενεργήσει κατ' αυτό τον τρόπο και είχε αναφερθεί με τον προσβαλλόμενο κανονισμό σ' αυτή τη μέθοδο, τότε δεν θα μπορούσε να γίνει λόγος για έλλειψη αιτιολογίας, αλλά το πολύ για παράβαση του βασικού κανονισμού (βλ. άρθρο 4, παράγραφος 1, φράση 2). Επομένως, και ως προς το σημείο αυτό δεν μπορούν να γίνουν δεκτές οι απόψεις της προσφεύγουσας.
Δεύτερο μέρος — Επί τον ζητήματος της ουοιαστικής νομιμότητας ( 20 ) τον προσβαλλόμενον κανονισμού
Ι — Καθορισμός των λαμβανομένων νπόψη (ομοειδών) εμπορευμάτων
38.
Η προσφεύγουσα αμφισβητεί το βάσιμο των εκτιμήσεων που διατυπώνονται στα σημεία 5 και επ., του προσβαλλόμενου κανονισμού και θεωρεί ότι το φάσμα των προϊόντων τα οποία καλύπτονται από την έννοια « ομοειδή εμπορεύματα » δεν έχει ορθώς καθοριστεί στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας αντιντάμπινγκ. Κατά τη γνώμη της, θα έπρεπε να γίνει διάκριση σε δύο τμήματα των λαμβανομένων υπόψη εκτυπωτών (κατώτερο και ανώτερο τμήμα). Τα δύο αυτά τμήματα διακρίνονται μεταξύ τους σύμφωνα με τη χρήση για την οποία προορίζονται τα προϊόντα, τον κύκλο πελατών και το επιδιωκόμενο κέρδος. Το Συμβούλιο δεν έκανε κανένα τέτοιο διαχωρισμό ανά τμήματα, πράγμα που, κατά την άποψη της προσφεύγουσας, ισοδυναμεί με εσφαλμένη εκτίμηση των περιστατικών.
39.
Το επιχείρημα αυτό μπορώ να το απορρίψω αμέσως. Πράγματι, η προσφεύγουσα δεν διευκρινίζει κατά πόσον η μέθοδος που εφάρμοσε το Συμβούλιο είχε δυσμενή αποτελέσματα ως προς αυτήν. Εξάλλου — και νομίζω ότι αυτό συνδέεται στενά με το προαναφερθέν σημείο — η προσφεύγουσα διευκρινίζει στο υπόμνημά της απαντήσεως (επί των αμυντικών ισχυρισμών του Συμβουλίου στο υπόμνημα του αντικρούσεως ) ότι μπορούν πράγματι να διατυπωθούν διαφορετικές γνώμες ως προς τα κριτήρια βάσει των οποίων θα έπρεπε να κατανεμηθούν ανά τμήματα οι λαμβανόμενοι υπόψη εκτυπωτές' το Συμβούλιο θα έπρεπε εν τούτοις, κατά την άποψη της προσφεύγουσας, να προσπαθήσει να εφαρμόσει το ένα ή το άλλο κριτήριο. Έτσι, παραδέχεται ότι δεν υπάρχουν γενικώς παραδεδεγμένα κριτήρια κατανομής, πράγμα που αντιστοιχεί προς την άποψη του Συμβουλίου. Επομένως, η αιτίαση είναι αβάσιμη.
II — Κανονική αξία
40. 1.
Όσον αφορά τις αιτιάσεις σε σχέση με τον προσδιορισμό της κατασκευασμένης κανονικής αξίας, πρέπει καταρχάς να εξετασθούν οι ισχυρισμοί που αφορούν, βάσει του άρθρου 184 της Συνθήκης ΕΟΚ, τη δυνατότητα εφαρμογής του άρθρου 2, παράγραφος 3, στοιχείο β, περίπτωση ii, του νέου βασικού κανονισμού.
41. α)
Στο πλαίσιο αυτό θα εξετάσω καταρχάς τα επιχειρήματα που διατυπώνει η προσφεύγουσα κατά της αιτιολογίας αυτής της διατάξεως και της ουσιαστικής της νομιμότητας, πριν έλθω (αμέσως κατωτέρω στο σημείο β ) στη δυνατότητα διαχρονικής εφαρμογής της βάσει του άρθρου 19 του νέου βασικού κανονισμού.
42. αα)
Η προσφεύγουσα φρονεί ότι η βαλλόμενη εν προκειμένω διάταξη δεν είναι επαρκώς αιτιολογημένη στο προοίμιο του νέου βασικού κανονισμού ( 21 ), σε αντίθεση προς το άρθρο 190 της Συνθήκης ΕΟΚ. Πράγματι θεωρεί ότι η κοινοτική αρχή θα έπρεπε να διευκρινίσει ότι πρόκειται για μια νέα, διαπλαστικής φύσεως διάταξη, του ουσιαστικού δικαίου, η οποία αποτελεί ουσιαστική τροποποίηση και δεν ανταποκρίνεται στη συνήθη πρακτική της Επιτροπής.
43.
Επ' αυτού αρκεί να γίνει δεκτό ότι βάσει της διατυπώσεως της τετάρτης και τριακοστής τρίτης αιτιολογικής σκέψεως του νέου βασικού κανονισμού οι επελθούσες με αυτόν τροποποιήσεις αποτελούν απλή διευκρίνιση του προηγούμενου βασικού κανονισμού ( 22 ). Κατ' αυτό τον τρόπο διευκρινίζεται επαρκώς η πρόθεση του νομοθέτη. Σε περίπτωση που το γράμμα της διατάξεως ήταν ευρύτερο από αυτό τον σκοπό, τότε θα αποτελούσε ενδεχομένως αφορμή για συσταλτική ερμηνεία ή, σε περίπτωση που αυτό δεν θα ήταν δυνατό, για έλεγχο βάσει της αρχής της αναλογικότητας. Δεν μπορώ να διαπιστώσω εν προκειμένω έλλειψη αιτιολογίας.
44.
Στη συνέχεια, η προσφεύγουσα φρονεί επίσης ότι η κοινοτική αρχή έπρεπε να διευκρινίσει κατά πόσο η εφαρμογή του νέου κανόνα συνεπάγεται δυσμενείς διακρίσεις για επιχειρήσεις όπως η προσφεύγουσα. Στην περίπτωση τέτοιων επιχειρήσεων προστίθενται πράγματι στο πραγματικό κόστος παραγωγής έξοδα και κέρδη άλλων επιχειρήσεων, χωρίς να εξεταστεί αν οι επιχειρήσεις αυτές έχουν στην ουσία παρόμοια χαρακτηριστικά. Ενδεχομένως έπρεπε να διευκρινιστεί πως ήταν δυνατό να αποφευχθεί ή αντισταθμιστεί η δυσμενής αυτή διάκριση. Εν τούτοις, είμαι της γνώμης ότι ο κανονιστικός νομοθέτης δεν χρειάζεται να αιτιολογεί όλες τις διατάξεις, οι οποίες μπορούν να εφαρμοστούν ενδεχομένως κατά τρόπο που συνεπάγεται διακρίσεις, αναφερόμενος ειδικά σε κάθε περίπτωση. Η απαγόρευση των διακρίσεων αποτελεί γενική αρχή του κοινοτικού δικαίου. Τα κοινοτικά όργανα οφείλουν κατά την εφαρμογή όλων των διατάξεων του παραγώγου δικαίου να εξαντλούν τις δυνατότητες τους για να συμμορφώνονται προς την αρχή αυτή. Αν μια διάταξη δεν επιτρέπει κάτι τέτοιο, τότε δεν τίθεται ζήτημα ελλείψεως αιτιολογίας, αλλά παραβιάσεως της απαγορεύσεως των διακρίσεων.
45.
Τέλος, η προσφεύγουσα νομίζει ότι μπορεί να συναχθεί μία αντίφαση μεταξύ της τριακοστής τρίτης αιτιολογικής σκέψεως και του άρθρου 2, παράγραφος 3, στοιχείο β, περίπτωση ii, του νέου βασικού κανονισμού, επειδή στο κείμενο της ίδιας της διατάξεως δεν προβλέπεται ότι ΠΔΓ έξοδα και κέρδη μπορούν να υπολογισθούν σύμφωνα με μια « άλλη κατάλληλη βάση » ( 23 ). Ως προς αυτό, επιθυμώ να παραπέμψω την προσφεύγουσα στην τελευταία φράση της αμφισβητούμενης από αυτήν διατάξεως, όπου ορίζεται:
«Αν δεν μπορεί να εφαρμοσθεί καμία από αυτές τις δύο μεθόδους, τα έξοδα που έχουν προκόψει και το κέρδος [ υπολογίζονται ] (...) με οποιαδήποτε άλλη εύλογη βάση. »
46.
Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτό ότι δεν μπορεί να γίνει δεκτός ο ισχυρισμός της προσφεύγουσας ότι ο νέος βασικός κανονισμός πάσχει σειρά ελαττωμάτων ως προς την αιτιολογία.
47. ββ)
Έρχομαι τώρα στα ζητήματα της ουσιαστικής νομιμότητας του νέου βασικού κανονισμού.
48. (1)
Η προσφεύγουσα προβάλλει πρωτίστως ως παραβίαση του κοινοτικού δικαίου την παράβαση του άρθρου 2, παράγραφος 4, του κώδικα αντιντάμπινγκ της GATT.
49. (α)
Η μέθοδος την οποία εφάρμοσε το καθού εν προκειμένω κατά το άρθρο 2, παράγραφος 3, στοιχείο β, περίπτωση ii, του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 2423/88 έχει ως συνέπεια ότι για τον προσδιορισμό της κατασκευασμένης κανονικής τιμής χρησιμοποιήθηκαν έξοδα και κέρδη που δεν είναι « εύλογα », όπως προβλέπει η προαναφερθείσα διάταξη του κώδικα αντιντάμπινγκ.
50.
Η προσφεύγουσα είναι μία απλή βιομηχανία χωρίς προσωπικό πωλήσεων και χωρίς διάρθρωση διανομής με περιορισμένο αριθμό πελατών. Παράγει μόνο περιορισμένο αριθμό διαφόρων προϊόντων ( γραφομηχανών ή εκτυπωτών ). Σε κάθε χώρα εξαγωγής υπάρχει ένας πωλητής, ο οποίος επιμελείται των παραγγελιών ενός διανομέα που διενεργεί τη διανομή σε όλη τη χώρα. Η σύγκριση, βάσει της διαρθρώσεως τους, μη συγκρίσιμων επιχειρήσεων με την προσφεύγουσα είναι, σε αντίθεση προς την προαναφερθείσα απαίτηση του κώδικα αντιντάμπινγκ, μη εύλογη. Αυτό καθίσταται σαφέστερο ενόψει της μεταχειρίσεως που έτυχε η προσφεύγουσα στα πλαίσια της διαδικασίας αντιντάμπινγκ σε σχέση με ηλεκτρονικές γραφομηχανές. Στη διαδικασία αυτή ελήφθη υπόψη η ιδιαίτερη διάρθρωση της προσφεύγουσας, πράγμα που είχε ως αποτέλεσμα την περάτωση της διαδικασίας ( 24 ).
51.
Η προσφεύγουσα φρονεί εν προκειμένω ότι είτε το άρθρο 2, παράγραφος 3, στοιχείο β, περίπτωση ii, του νέου βασικού κανονισμού δεν συνάδει με τον κώδικα αντιντάμπινγκ, επειδή δηλαδή περιορίζει το πεδίο εκτιμήσεως των κοινοτικών αρχών σε περιπτώσεις όπως η παρούσα στη μέθοδο που εφαρμόσθηκε εδώ, είτε οι κοινοτικές αρχές έχουν διατηρήσει το πεδίο εκτιμήσεως που διέθεταν βάσει του κώδικα και στο πλαίσιο αυτής της διατάξεως, οπότε η επιλεγείσα μέθοδος συνιστά στην προκειμένη περίπτωση παράβαση του κώδικα.
52. (β)
Από τα δύο ενδεχόμενα που αναφέρει η προσφεύγουσα — παράβαση του κώδικα αντιντάμπινγκ είτε λόγω του νέου βασικού κανονισμού είτε λόγω του τρόπου εφαρμογής του κανονισμού αυτού — μπορεί να ελεγχθεί στο πλαίσιο του άρθρου 184 της Συνθήκης ΕΟΚ μόνο το πρώτο.
53. (αα)
Ως προς το σημείο αυτό πρέπει εξαρχής να διευκρινίσω ότι ο κώδικας, στα συμβαλλόμενα μέρη του οποίου περιλαμβάνεται και η Κοινότητα, μπορεί καταρχήν ν' αποτελέσει αντικείμενο ελέγχου κατά το άρθρο 184 της Συνθήκης ΕΟΚ. Κατά το άρθρο 228, παράγραφος 2, οι συναπτόμενες με την Κοινότητα διεθνείς συμβάσεις καθίστανται μέρος του κοινοτικού δικαίου. Όπως προκύπτει από τη διατύπωση του άρθρου 228, βρίσκονται από ιεραρχικής απόψεως μεταξύ του πρωτογενούς κοινοτικού δικαίου (δίκαιο της Συνθήκης) και παραγώγου δικαίου και, επομένως, μπορούν να υπαχθούν στην έννοια του « κανόνα δικαίου σχετικού με την εφαρμογή της ( Συνθήκης ) ». Αυτό επιβεβαιώνεται και από τη νομολογία του Δικαστηρίου επί του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, κατά την οποία, αφενός μεν, τέτοιου είδους συμφωνίες πρέπει να θεωρούνται ως πράξεις των οργάνων της Κοινότητας, και επομένως το Δικαστήριο είναι αρμόδιο στο πλαίσιο της κοινοτικής έννομης τάξης να τις ερμηνεύει ( 25 ), και στο πλαίσιο της οποίας, αφετέρου, το Δικαστήριο εισήλθε στον έλεγχο του κύρους παραγώγου κοινοτικού δικαίου υπό το πρίσμα παραβάσεως συμφωνιών που έχουν συναφθεί με την Κοινότητα ( 26 ) ( 27 ). Το Δικαστήριο αναφέρθηκε στον κώδικα αντιντάμπινγκ στην υπόθεση Cartorobica ( 28 ) εκκινώντας προφανώς από τις ίδιες αρχές.
54. (ββ)
Στην παρούσα υπόθεση ανέκυψε περαιτέρω το ζήτημα αν οι διατάξεις του κώδικα αντιντάμπινγκ έχουν απευθείας εφαρμογή σε ιδιώτες — εν προκειμένω στην προσφεύγουσα —, πράγμα που η προσφεύγουσα καταφάσκει, ενώ το καθού αντιθέτως αρνείται.
55.
Η άποψη του καθού στηρίζεται στη νομολογία του Δικαστηρίου που αφορά μια σειρά διατάξεων της GATT ( 29 ), της οποίας το άρθρο VI συγκεκριμενοποιείται ως γνωστόν από τον εν λόγω κώδικα. Η νομολογία αυτή αναφέρεται στην έννοια, τη δομή και το γράμμα της GATT. Από τις διατάξεις σχετικά με τις αποκλίσεις από τους γενικούς κανόνες, τα μέτρα που μπορούν να ληφθούν σε περίπτωση εξαιρετικών δυσχερειών και τη ρύθμιση σε περίπτωση διαστάσεως απόψεων το Δικαστήριο συνήγαγε ότι οι σχετικές διατάξεις της GATT δεν έχουν απευθείας εφαρμογή. Σε μία μεταγενέστερη απόφαση επί της υποθέσεως Fediol III ( 30 ), το Δικαστήριο έπρεπε να αποφανθεί επί μιας ενστάσεως απαραδέκτου που είχε προβάλει η Επιτροπή κατά μιας προσφυγής που είχε ασκηθεί κατά αποφάσεως της Επιτροπής με την οποία απορρίφθηκε μια καταγγελία που στηριζόταν στον κανονισμό ( ΕΟΚ ) 2641/84 ( 31 ). Ο κανονισμός αυτός προβλέπει μέτρα κατά των αθέμιτων εμπορικών πρακτικών, στις οποίες περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, και όλες οι πρακτικές τρίτων χωρών, οι οποίες, όσον αφορά το διεθνές εμπόριο, είναι ασυμβίβαστες με τους κανόνες του διεθνούς δικαίου ( άρθρο 1 ). 'Ετσι, γίνεται μεταξύ άλλων παραπομπή στην GATT ( 32 ). Κατά το άρθρο 3, ορισμένα πρόσωπα ή ενώσεις μπορούν να υποβάλλουν γραπτώς αιτήσεις για την κίνηση διαδικασίας. Το Δικαστήριο έκρινε ότι η προηγούμενη νομολογία ως προς την απευθείας εφαρμογή της GATT δεν σημαίνει ότι οι αιτούντες δεν μπορούν να επικαλεσθούν την GATT προκειμένου να καταστεί δυνατό να ελεχθεί αν μια συμπεριφορά που καταγγέλλεται με την αίτηση αποτελεί αθέμιτη πρακτική ( 33 ). Ο κανονισμός παρέχει στους αιτούντες το δικαίωμα να επικαλεσθούν στην αίτηση τους την GATT έτσι ώστε μπορούν και σ' αυτό το πλαίσιο επίσης να ζητήσουν από το Δικαστήριο να ασκήσει τον έλεγχο του ( 34 ).
56.
Από θεωρητικής απόψεως θα ήταν ασφαλώς ενδιαφέρον να εξετασθεί το ζήτημα αν το Δικαστήριο μπορεί ν' αποφανθεί υπέρ της απευθείας εφαρμογής του κώδικα αντιντάμπινγκ. Εν τούτοις, κατά την αναφερθείσα στο προηγούμενο σημείο νομολογία ( 35 ), ο απλός έλεγχος του κύρους δεν προϋποθέτει εν πάση περιπτώσει ότι πρέπει προηγουμένως να κριθεί αν η σχετική διάταξη της διεθνούς συνθήκης έχει απευθείας εφαρμογή. Διαφορετική είναι βεβαίως η κατάσταση σε διατάξεις συμβάσεων το περιεχόμενο των οποίων είναι τόσο γενικό ώστε να μην μπορούν να θεωρηθούν ότι υπόκεινται στον δικαστικό έλεγχο. Επ' αυτού το Δικαστήριο δέχθηκε με την απόφαση Fediol III ( 36 ) ότι, καθόσον πρόκειται για τη διαπίστωση αθέμιτων εμπορικών πρακτικών, οι διατάξεις της GATT μπορούν να ερμηνεύονται και να εφαρμόζονται από το Δικαστήριο και επομένως ανταποκρίνονται προς την απαίτηση αυτή. Όσον αφορά τον κώδικα αντιντάμπινγκ, δεν έχω κανένα ενδοιασμό ως προς τη δυνατότητα του να αποτελέσει αντικείμενο δικαστικού ελέγχου κατά την προαναφερθείσα έννοια — ακόμη δε λιγότερο καθόσον οι βασικοί κανονισμοί [ ιδίως οι προηγούμενοι βασικοί κανονισμοί (ΕΟΚ) 3017/79 ( 37 ) και ( ΕΟΚ ) 2176/84 ] σε πολλά τμήματά τους στηρίζονται άμεσα στο γράμμα του κώδικα. 'Οσον αφορά τη διάταξη περί προσδιορισμού της κατασκευασμένης κανονικής αξίας, υφίσταται ως προς το καθοριστικό εν προκειμένω σημείο σχεδόν απόλυτη γραμματική αντιστοιχία μεταξύ του άρθρου 2, παράγραφος 3, στοιχείο β, περίπτωση ii, του κανονισμού (ΕΟΚ) 2176/84 και του κώδικα αντιντάμπινγκ.
57. (γγ)
'Ετσι, το ότι δεν εξετάζω τη δυνατότητα αμέσου εφαρμογής του κώδικα αντιντάμπινγκ οφείλεται στο ότι είναι σχεδόν βέβαιο ότι δεν μπορεί η νέα ρύθμιση να αντιβαίνει προς αυτόν τον κώδικα.
58.
Αφετηρία του συλλογισμού πρέπει να είναι η έννοια του « εύλογου χαρακτήρα », προς την οποία πρέπει να αντιστοιχούν κατά τον κώδικα τόσο το περιθώριο κέρδους όσο και τα ΠΔΓ έξοδα που εισέρχονται στον προσδιορισμό της κατασκευασμένης κανονικής αξίας.
59.
Τι πρέπει ειδικότερα να θεωρηθεί ως εύλογο εξαρτάται κατ' ανάγκη από το ποιοι στόχοι επιδικώκονται με τον προσδιορισμό της κατασκευασμένης κανονικής αξίας στο σύστημα του κώδικα. Εν προκειμένω, είναι δυνατές κατ' αρχήν δύο αντιλήψεις. Κατά την μία αντίληψη ο προσδιορισμός της κατασκευασμένης κανονικής αξίας χρησιμεύει για τον καθορισμό της τιμής πωλήσεως ενός προϊόντος όπως θα ήταν αν το προϊόν αυτό πωλούνταν στη χώρα του καταγωγής ή εξαγωγής. Κατ' αυτό τον τρόπο περιέγραψε το Δικαστήριο τον σκοπό του προσδιορισμού της κατασκευασμένης κανονικής αξίας στις υποθέσεις που αφορούσαν την εισαγωγή ηλεκτρονικών γραφομηχανών ( 38 ). Την άλλη αντίληψη υποστήριξαν ενώπιον του Δικαστηρίου οι προσφεύγουσες στις προαναφερθείσες διαδικασίες. Κατά την άποψη αυτή, ο προσδιορισμός της κατασκευασμένης αξίας είναι η εύλογη αξία των εξαγομένων εμπορευμάτων.
60.
Από τον κώδικα δεν μπορεί να συναχθεί ότι μόνο η μία ή η άλλη αντίληψη είναι η ορθή. Πράγματι, ανεξάρτητα από τη ρύθμιση κατά την οποία τα λαμβανόμενα υπόψη έξοδα παραγωγής είναι αυτά της χώρας καταγωγής, πράγμα που είναι προφανές και δεν συνηγορεί ούτε υπέρ της μιας ούτε υπέρ της άλλης αντιλήψεως, μόνο η ρύθμιση σχετικά με το κέρδος αναφέρεται κατά κάποιο τρόπο στη χώρα καταγωγής (ή χώρα εξαγωγής: βλ. άρθρο 2, παράγραφος 3, του κώδικα ). Κατά τη διάταξη αυτή, η προσαύξηση του κέρδους δεν μπορεί να υπερβαίνει το κέρδος, το οποίο συνήθως επιτυγχάνεται κατά την πώληση εμπορευμάτων του ίδιου γενικώς είδους στην εγχώρια αγορά της χώρας προελεύσεως (άρθρο 2, παράγραφος 4, τελευταία φράση του κώδικα ). Εδώ, πάντως, διατυπώνεται απλώς ένας « κανόνας », ο οποίος ουδόλως αφορά τον προσδιορισμό του κέρδους που πρέπει να ληφθεί υπόψη στο σύνολό του, αλλά καθορίζει μόνον ένα ανώτατο όριο.
61.
Κατά τα λοιπά, μικρή βοήθεια μας παρέχει η γενική ρήτρα του άρθρου 2, παράγραφος 1, του κώδικα, επειδή ο προσδιορισμός της κατασκευασμένης κανονικής αξίας αφορά ακριβώς μία περίπτωση στην οποία δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του βασικού αυτού στοιχείου. Το ότι κατά την εφαρμογή των αναφερομένων στο άρθρο 2, παράγραφος 4, επικουρικών στοιχείων δεν είναι αναγκαίο να θεωρηθεί ως καθοριστικό σημείο αναφοράς το βασικό στοιχείο (σύγκριση με πωλήσεις στην ημεδαπή), συνάγεται από τη φύση του πρώτου επικουρικού στοιχείου. Σύμφωνα με αυτό, το περιθώριο ντάμπινγκ καθορίζεται μέσω συγκρίσεως με μια παρόμοια τιμή του ομοειδούς εμπορεύματος που εξήχθη σε τρίτη χώρα.
62.
Οι σκέψεις αυτές, τις οποίες θα αναπτύξω σε βάθος αργότερα, αρκούν για να αξιολογηθούν οι ισχυρισμοί της προσφεύγουσας και να διαπιστωθεί ότι δεν υφίσταται εν προκειμένω παράβαση του νέου βασικού κανονισμού.
63.
Ανεξάρτητα από το ότι η προσφεύγουσα προσπάθησε κατά την προφορική διαδικασία να καταδείξει βάσει αριθμητικών στοιχείων σχετικά με τις πωλήσεις γραφομηχανών στην ιαπωνική αγορά ότι είχε τη δυνατότητα να πωλήσει στην αγορά αυτή εκτυπωτές με ακίδα σε σημαντική έκταση, η κριτική την οποία ασκεί αφορά στην πραγματικότητα την επιλογή μιας από τις δύο μεθόδους που περιέγραψα αμέσως προηγουμένως. Εν τούτοις το επιχείρημα αυτό, δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να θεμελιώσει έλλειψη νομιμότητας των μεθόδων που αναφέρονται ρητώς στο άρθρο 2, παράγραφος 3, στοιχείο β, περίπτωση ii, του νέου βασικού κανονισμού. Βεβαίως είναι αναντίρρητο ότι η μέθοδος αυτή καταλήγει σαφώς σε υπολογισμό της κανονικής αξίας που θα υφίστατο αν ο οικείος παραγωγός πράγματι προέβαινε σε πωλήσεις στην εγχώρια αγορά της χώρας εξαγωγής, ως προς το οποίο όμως η προσφεύγουσα φρονεί ότι ο τρόπος ενεργείας βάσει της διατάξεως αυτής δεν είναι « εύλογος » ενόψει των ιδιαίτερων περιστάσεων που τη χαρακτηρίζουν.
64.
Θα μπορούσε πάντως να θεμελιωθεί ακυρότητα της εν λόγω διατάξεως, έστω και με βάση αυτό το επιχείρημα, μόνο αν η διάταξη αυτή συνεπήγετο εν προκειμένω κατ' ανάγκη έναν « μη εύλογο » προσδιορισμό της κανονικής αξίας. Εν τούτοις, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι συμβαίνει κάτι τέτοιο.
65.
Από τη δομή του άρθρου 2, παράγραφος 3, στοιχείο β, περίπτωση ii, του νέου βασικού κανονισμού συνάγεται ότι κάθε μία από τις αναφερόμενες σ' αυτό μεθόδους πρέπει να εφαρμόζεται ενόψει της επαναλαμβανόμενης στις δύο πρώτες φράσεις αρχής του εύλογου χαρακτήρα. Καθόσον ο τρόπος ενεργείας δεν προκύπτει σαφώς από το γράμμα των αναφερομένων τριών μεθόδων, πρέπει να εφαρμοσθεί το κριτήριο αυτό. Αλλά και ανεξάρτητα από αυτό, κάθε μία από τις ρητώς αναφερόμενες μεθόδους εξαρτάται από την επιφύλαξη που αναφέρεται στον κατάλληλο χαρακτήρα. Έτσι επιβάλλεται η μετάβαση από την πρώτη μέθοδο (προσδιορισμός των εξόδων και του περιθωρίου κέρδους βάσει πωλήσεων του παραγωγού/εξαγωγέα στην εγχώρια αγορά) στην εν λόγω δεύτερη μέθοδο μεταξύ άλλων, όταν η εφαρμογή των αριθμητικών στοιχείων που προκύπτουν κατ' αυτόν τον τρόπο δεν φαίνεται να είναι εύλογη ( 39 ). Αν « δεν μπορεί να εφαρμοσθεί καμία από αυτές τις δυο μεθόδους» πρέπει να γίνει μετάβαση στην τρίτη ρητώς αναφερόμενη μέθοδο ( λήψει υπόψη των πωλήσεων στον ίδιο επιχειρηματικό κλάδο στην εγχώρια αγορά) ή πρέπει να υπολογισθούν τα έξοδα και τα κέρδη με οποιαδήποτε άλλη εύλογη βάση. Η εισαγωγική αυτή διατύπωση αναφέρεται προφανώς στις προϋποθέσεις της μεταβάσεως από την πρώτη στη δεύτερη μέθοδο, πράγμα το οποίο σημαίνει ότι η δεύτερη μπορεί να εφαρμοσθεί επίσης μόνο αν είναι εύλογη. Ως προς τη ρητώς αναφερόμενη μέθοδο, αυτό διασφαλίζεται με την τελευταία φράση («ή με οποιαδήποτε άλλη εύλογη βάση » ( 40 ) ), η οποία έτσι αποτελεί διάταξη διπλής λειτουργίας συνιστάμενης στην επιφύλαξη ως προς τον εύλογο χαρακτήρα σχετικά με την τρίτη ρητώς αναφερόμενη μέθοδο και σε μια ανοικτή ρήτρα η οποία παραπέμπει και πάλι στο βασικό στοιχείο που αναφέρεται στον κώδικα.
66.
Χάριν πληρότητας ας παρατηρηθεί ακόμη ότι δεν μπορεί να συναχθεί παράβαση του κώδικα από το γεγονός και μόνον ότι μία πολύ ευρεία προϋπόθεση που διατυπώνεται σ' αυτόν (εν προκειμένω η προϋπόθεση του « εύλογου χαρακτήρα » των εξόδων και κερδών που λαμβάνονται υπόψη ) συγκεκριμενοποιείται από τον νομοθέτη του εκάστοτε τμήματος της συμβάσεως κατά τη θέσπιση διατάξεων αντιντάμπινγκ. Ο κώδικας δεν επιβάλλει από τα συμβαλλόμενα σ' αυτόν μέρη να επαναλάβουν κατά λέξη το συνομολογηθέν κείμενο στις αντίστοιχες διατάξεις τους. Το μόνο που απαιτείται είναι η « εναρμόνιση » ( 41 ) των διατάξεων αυτών με τις διατάξεις της συμφωνίας, δηλαδή, όπως επιβεβαιώνεται με τον όρο « μεγαλύτερη ομοιομορφία » ( όχι: πλήρης ομοιομορφία) στο προοίμιο, να μην αντιβαίνουν προς βλάβη αυτών τους οποίους αφορούν τα μέτρα αντιντάμπινγκ ( 42 ) στους κανόνες της συμφωνίας. Δεν πρέπει να παροράται ότι η συγκεκριμενοποίηση αορίστων εννοιών μπορεί σε τελευταία ανάλυση να σημαίνει παρέκκλιση από τον κώδικα, όταν ιδίως λόγω αυτής της συγκεκριμενοποιήσεως ο ενδιαφερόμενος περιέρχεται, σε ορισμένες περιπτώσεις, σε δυσμενέστερη θέση απ' ό,τι βάσει μόνο των διατάξεων του κώδικα. Όπως εν τούτοις προκύπτει από τις παρατηρήσεις μου σχετικά με τη διατύπωση και τη δομή της διατάξεως, το άρθρο 2, παράγραφος 3, στοιχείο β, περίπτωση ii, του νέου βασικού κανονισμού — ιδίως ως προς τη δεύτερη μέθοδο υπολογισμού που μας ενδιαφέρει εδώ — δεν προσκρούει εν προκειμένω σε κανενός είδους ενδοιασμούς. Επομένως, δεν πρέπει να γίνει δεκτό ότι η διάταξη αυτή αντιβαίνει προς το άρθρο 2, παράγραφος 4, του κώδικα αντιντάμπινγκ.
67. (2)
Η προσφεύγουσα προβάλλει περαιτέρω ότι η βαλλόμενη δεύτερη μέθοδος υπολογισμού συνεπάγεται ότι η κανονική αξία και η τιμή εξαγωγής συγκρίνονται κατά παράβαση του άρθρου 2, παράγραφος 6, του κώδικα αντιντάμπινγκ σε διαφορετικά στάδια εμπορίας. Η κανονική αξία δεν μπορεί έτσι να συγκριθεί με τιμές εξαγωγής, που προκύπτουν στην περίπτωση επιχειρήσεως με δομή όπως της προσφεύγουσας, που βρίσκονται δηλαδή στο στάδιο « έξοδος από το εργοστάσιο ». Οι προβλεπόμενες στον νέο βασικό κανονισμό προσαρμογές δεν επαρκούν για την εξάλειψη αυτού του προβλήματος.
68.
Κατά το άρθρο 2, παράγραφος 6, του κώδικα αντιντάμπινγκ, η σύγκριση μεταξύ εξαγωγής και εσωτερικής τιμής στη χώρα εξαγωγής « γίνεται στο αυτό εμπορικό στάδιο το οποίο κανονικά θα είναι το στάδιο “ έξοδος από το εργοστάσιο ” (... ) ».
69.
Η αιτίαση αυτή δεν αφορά το πρόβλημα το οποίο στην πραγματικότητα συνδέεται στενά με τον προσδιορισμό της κανονικής αξίας ( 43 ). Αν δεν είναι εύλογο να ληφθούν ως βάση τα εν λόγω έξοδα και κέρδη ( τα οποία προκύπτουν στην περίπτωση διαρθρώσεως πωλήσεων για την ιαπωνική εσωτερική αγορά ), τότε αυτό θα έχει, όπως ήδη έχω πει, επιπτώσεις και για τον προσδιορισμό της κανονικής αξίας, υπό την έννοια ότι δεν περιλαμβάνονται στην κανονική αξία και ότι αυτή θα προσδιοριστεί με άλλη μέθοδο. Στην περίπτωση αυτή, δεν πρόκειται για τον τρόπο της συγκρίσεως κατά του οποίου βάλλει η προσφεύγουσα. Αν αντιθέτως αυτά τα έξοδα και κέρδη πρέπει να συνυπολογισθούν, επειδή φαίνεται εύλογο, τότε ισχύουν οι επόμενες σκέψεις.
70.
Μια ορθή σύγκριση μεταξύ κανονικής αξίας και τιμής εξαγωγής στο στάδιο « έξοδος από το εργοστάσιο » ( άρθρο 2, παράγραφος 6, του κώδικα ) προϋποθέτει καταρχάς ότι τα δύο μεγέθη αντιπαρατίθενται στο επίπεδο της πρώτης πωλήσεως προς ανεξάρτητο αγοραστή. Αυτό σημαίνει ιδίως ότι πρέπει να συγκριθεί η κανονική αξία συμπεριλαμβανομένων των ΠΔΓ εξόδων και κερδών των εταιριών διανομής οι οποίες εξαρτώνται μεν νομικώς αλλά όχι και οικονομικώς από τη μητρική εταιρία παραγωγής ( 44 ). Μόνον οι πωλήσεις αυτών των εταιριών προς ανεξάρτητο αγοραστή αποτελούν τη βάση του προσδιορισμού της κατασκευασμένης κανονικής αξίας. Αυτό αποτελεί απλώς έκφραση της αρχής ότι όλα τα έξοδα και κέρδη, που προκύπτουν κατά τις πράγματι διενεργούμενες πωλήσεις στην εγχώρια αγορά, υπεισέρχονται στην κανονική αξία. Το Δικαστήριο επιβεβαίωσε ρητώς την αρχή αυτή με την απόφαση στην υπόθεση TEC. Στην υπόθεση αυτή επρόκειτο για τον προσδιορισμό της κατασκευασμένης κανονικής αξίας σε σχέση με μια επιχείρηση η οποία δεν πωλούσε στην ιαπωνική αγορά το προϊόν που αφορούσε η διαδικασία αυτή (ηλεκτρονικές γραφομηχανές). Το Συμβούλιο διαμόρφωσε την κανονική αξία, συμπεριλαμβάνοντας τα ΠΔΓ έξοδα μιας ανεξάρτητης εταιρίας διανομής, η οποία πωλούσε άλλα εμπορεύματα, και συνέκρινε την αξία αυτή με την τιμή εξαγωγής. Το Δικαστήριο έκρινε συναφώς:
« Οι ανωτέρω σκέψεις οδηγούν στην απόρριψη και του επιχειρήματος της TEC ότι η μέθοδος που χρησιμοποίησαν τα κοινοτικά όργανα αντιβαίνει στο άρθρο 2, παράγραφος 9, του κανονισμού 2176/84, το οποίο προβλέπει ότι η σύγκριση μεταξύ της κανονικής αξίας και της τιμής εξαγωγής πρέπει να πραγματοποιείται “ κανονικά στο ίδιο στάδιο του εμπορίου, που κατά προτίμηση είναι το στάδιο ‘ έξοδος από το εργοστάσιο ’”. Στην πραγματικότητα, ενόψει μιας οργανώσεως παραγωγής και πωλήσεως όπως αυτή που έχει υιοθετήσει η Tokyo Electric Company Ltd για τα προϊόντα που πωλεί στην ιαπωνική αγορά, ακριβώς η πρώτη πώληση προς ανεξάρτητο αγοραστή πρέπει να ληφθεί υπόψη προκειμένου να υπολογιστεί σωστά η κανονική αξία στο στάδιο “ έξοδος από το εργοστάσιο ”» ( 45 ).
71.
Δεν βλέπω κανένα λόγο γιατί να μην εφαρμοσθεί η σκέψη αυτή ως προς το περιθώριο κέρδους που πρέπει να ληφθεί υπόψη για την κανονική αξία ( 46 ). Μπορεί επίσης να θεωρηθεί ότι οι παρατηρήσεις αυτές ισχύουν κατ' επέκταση και για την ερμηνεία του κώδικα, ο οποίος συμπίπτει, ως προς το σημείο που ενδιαφέρει εν προκειμένω, με τον παλαιό βασικό κανονισμό για τον οποίον επρόκειτο στην προαναφερθείσα απόφαση.
72.
Η βαλλόμενη από την προσφεύγουσα διάταξη συνάδει άνευ ετέρου με την αντίστοιχη αρχή ότι η σύγκριση στο στάδιο « έξοδος από το εργοστάσιο » αφορά τις εκάστοτε τιμές που χρεώνονται στον πρώτο ανεξάρτητο αγοραστή. Τα έξοδα και τα κέρδη κατά το άρθρο 2, παράγραφος 3, στοιχείο β, περίπτωση ii, του νέου βασικού κανονισμού είναι μόνο αυτά που αφορούν τους « άλλους παραγωγούς ή εξαγωγείς» ( 47 ), δηλαδή όχι και αυτά που αφορούν πρόσωπα τα οποία έχουν αγοράσει τα εμπορεύματα από αυτούς τους παραγωγούς ή τους εξαγωγείς.
73.
Η προσφεύγουσα όμως φρονεί ότι τα έξοδα και τα κέρδη αντιμετωπίστηκαν στην περίπτωση της άνισα σε σχέση με την κανονική αξία και την τιμή εξαγωγής, επειδή οι παράγοντες αυτοί προέκυψαν, ως προς την κανονική αξία, από πωλήσεις σε στάδιο εμπορίας μετά το στάδιο « έξοδος από το εργοστάσιο » ( δηλαδή το στάδιο του διανομέα ), ενώ η τιμή εξαγωγής της προσφεύγουσας ήταν τιμή « έξοδος από το εργοστάσιο ». Εν προκειμένω, ως προς το σημείο αυτό έχει δίκιο η προσφεύγουσα, ο νέος βασικός κανονισμός δεν προβλέπει ειδικότερα, στο άρθρο 2, παράγραφος 9 και 10, καμία προσαρμογή για διαφορετικά γενικά έξοδα και διαφορετικά κέρδη.
74.
Επί του ισχυρισμού αυτού ενδείκνυνται δυο παρατηρήσεις.
75.
Πρώτον, το πρόβλημα αυτό δεν έχει καμία σχέση με τη μέθοδο του άρθρου 2, παράγραφος 3, στοιχείο β, περίπτωση ii, του νέου βασικού κανονισμού που εφαρμόστηκε εν προκειμένω ως προς την προσφεύγουσα. Αν ένας Ιάπωνας παραγωγός προβαίνει στην εγχώρια αγορά σε πωλήσεις μέσω μιας συνδεδεμένης εταιρίας διανομής, τότε η κανονική αξία δεν υπολογίζεται λογιστικώς, αλλά με βάση την κυρίως προβλεπομένη περίπτωση του άρθρου 2, παράγραφος 3, στοιχείο α, του (νέου ή παλαιού) βασικού κανονισμού. Στην περίπτωση αυτή ανακύπτει σε περίπτωση πωλήσεων εντός της Κοινότητας, οι οποίες διενεργούνται χωρίς ενδιάμεσο απευθείας από τον εξαγωγέα προς ένα ανεξάρτητο αγοραστή, το ίδιο ακριβώς πρόβλημα σε σχέση με τη σύγκριση. Το ίδιο συμβαίνει σε περίπτωση εφαρμογής της αναφερόμενης ρητώς στο άρθρο 2, παράγραφος 3, στοιχείο β, περίπτωση ii, του νέου βασικού κανονισμού μεθόδου του προσδιορισμού της κανονικής αξίας ( υπολογισμός βάσει πωλήσεων στον ίδιο επιχειρηματικό κλάδο ).
76.
Από το ότι ο νέος βασικός κανονισμός δεν προβλέπει σε τέτοιες περιπτώσεις για τη διενέργεια της συγκρίσεως ορισμένες προσαρμογές μπορεί το πολύ να προκύψει το ζήτημα αν οι διατάξεις σχετικά με τη σύγκριση ( άρθρο 2, παράγραφοι 9 και 10) είναι έγκυρες. Δεν διακρίνω εν προκειμένω κανένα επιχείρημα υπέρ της ακυρότητας της βαλλόμενης διατάξεως.
77.
Δεύτερον, το Δικαστήριο έχει επανειλημμένα ασχοληθεί με το ζήτημα αν κατά τον εκάστοτε βασικό κανονισμό [κανονισμοί (ΕΟΚ) 3017/79 (ΕΟΚ) 2176/84] η κανονική αξία και η τιμή εξαγωγής μπορούν, για τη διενέργεια της συγκρίσεως, να προσδιοριστούν με τις ίδιες μεθόδους. Στο ερώτημα αυτό δόθηκε ρητώς αρνητική απάντηση. Το Δικαστήριο δέχθηκε εν προκειμένω ότι η κανονική αξία, η τιμή εξαγωγής και η σύγκριση ρυθμίζονται αντιστοίχως σε χωριστές διατάξεις ( 48 ) και ότι οι διάφορες προσαρμογές σε σχέση με την τιμή εξαγωγής και της κανονικής αξίας διακρίνονται τόσο από απόψεως σκοπού όσο και προϋποθέσεων ( 49 ). Με αυτή τη βάση, το Δικαστήριο απέρριψε βάσει των εκάστοτε εφαρμοστέων βασικών κανονισμών την αιτίαση ότι τα έξοδα, τα οποία δεν συνδέονται άμεσα με την πώληση, δεν μπορούν, για τη διενέργεια της συγκρίσεως, να αφαιρεθούν από την κανονική αξία, ακόμη και αν έχει γίνει μια τέτοια αφαίρεση σε σχέση με την τιμή εξαγωγής κατά το άρθρο 2, παράγραφος 8, στοιχείο β [όλων των βασικών κανονισμών από του κανονισμού ( ΕΟΚ) 3017/79] ( 50 ).
78.
Στην ίδια αναφερθείσα υπόθεση TEC το Δικαστήριο αντιμετώπιζε και πάλι το πρόβλημα σε σχέση με τα ΠΔΓ έξοδα, στην οποία και συνόψισε την ομολογία του επί του προβλήματος αυτού ως εξής:
«Όσον αφορά το επιχείρημα ότι τα έξοδα ΠΔΓ πρέπει να αντιμετωπίζονται κατά τον ίδιο τρόπο τόσο όταν κατασκευάζεται η κανονική αξία όσο και όταν κατασκευάζεται η τιμή εξαγωγής, αρκεί η υπενθύμιση ότι το επιχείρημα αυτό ρητώς έχει απορριφθεί από το Δικαστήριο με τις αποφάσεις της 7ης Μαΐου 1987 [240, 255, 256, 258 και 260/84, “δασμός αντιντάμπινγκ στις εισαγωγές ενσφαίρων τριβέων ( ρουλεμάν ) ”, Συλλογή 1987, σ. 1809, 1861, 1899, 1923 και 1975], στις οποίες αναφέρεται ότι υπάρχουν τρία χωριστά συστήματα κανόνων που πρέπει να τηρούνται αντιστοίχως για τον καθορισμό της κανονικής αξίας, για τον υπολογισμό της τιμής εξαγωγής και για την πραγματοποίηση της συγκρίσεως μεταξύ των δυο » ( 51 ).
79.
Δεν έχω καμία αμφιβολία ότι η θέση αυτή ισχύει καταρχήν ομοίως και για το μέρος του κέρδους που περιλαμβάνεται στην κανονική αξία, που ως γνωστόν δεν μπορεί, κατά τον νέο βασικό κανονισμό (αλλά και κατά τον παλαιό βασικό κανονισμό, βλ. την απαρίθμηση των παραγόντων προσαρμογής που αναφέρονται στο άρθρο 2, παράγραφος 9 ), να αποτελέσει αντικείμενο προσαρμογής.
80.
Ορθώς αναφέρθηκε ο γενικός εισαγγελέας Sir Gordon Slynn ( 52 ) στο ότι ο καθοριστικός για τη νομολογία αυτή συστηματικός διαχωρισμός περιέχεται επίσης και στον κώδικα αντιντάμπινγκ, όπως προκύπτει από τη δομή του άρθρου 2, παράγραφοι 4 έως 6. Όσον αφορά το ζήτημα της προσαρμογής των γενικών εξόδων και των κερδών, που προκύπτουν κατά τις πωλήσεις του εξαγωγέα ή άλλης ανεξάρτητης εταιρίας σε στάδια εμπορίας που ακολουθούν το στάδιο « έξοδος από το εργοστάσιο », τα εν λόγω έξοδα και κέρδη δεν εμπίπτουν σε καμία από τις κατηγορίες που αναφέρονται στο άρθρο 2, παράγραφος 6, εδάφιο 2, του κώδικα. Αυτό συνάγεται από μια σύγκριση με το εδάφιο 3 της εν λόγω διατάξεως. Οι προβλεπόμενες στο εδάφιο 3 προσαρμογές χρησιμεύουν για « τη διαπίστωση μιας τιμής πωλήσεως που αντιστοιχεί σε ομαλές εμπορικές συνθήκες » ( 53 ). Για τον σκοπό αυτό πρέπει να λαμβάνονται υπόψη « τα έξοδα, περιλαμβανομένων των δασμών και φορολογικών επιβαρύνσεων που μεσολάβησαν μεταξύ εισαγωγής και πωλήσεως, καθώς και τα κέρδη ». Οι παράγοντες αυτοί προστίθενται — σε σχέση με την τιμή εξαγωγής στην ειδική περίπτωση του άρθρου 2, παράγραφος 6, εδάφιο 3, του κώδικα — στους παράγοντες του εδαφίου 2, όπως διευκρινίζεται με τη λέξη « επίσης » στο εδάφιο 3. Από αυτό συνάγεται, πράγματι, ότι «στους όρους πωλήοεως» περιλαμβάνονται μόνο οι παράγοντες εξόδων που συνδέονται άμεσα με την πώληση ( ειδικότερα: όχι τα γενικά έξοδα). Στις ήδη προαναφερθείσες υποθέσεις των μικρών ένσφαιρων τριβέων φαίνεται ότι οι προσφεύγουσες στηρίχθηκαν επίσης σ' αυτή την ορολογία ( 54 ).
81.
Όσον αφορά τα κέρδη, από τη σύγκριση μεταξύ του εδαφίου 2 και του εδαφίου 3 συνάγεται ότι ούτε αυτά εμπίπτουν στην έννοια « λοιπές διαφορές που επηρεάζουν τη συγκρισιμότητα των τιμών ».
82.
Τα μέρη που υπέγραψαν τον κώδικα είναι βεβαίως ελεύθερα να επιφυλάσσουν σ' αυτούς που ενδεχομένως αφορούν μέτρα αντιντάμπινγκ ευνοϊκότερη συμπεριφορά από αυτή που συνάγεται από την ερμηνεία αυτή. Αυτό εν τούτοις δεν εμποδίζει τις κοινοτικές αρχές να εξαντλούν πλήρως τα περιθώρια που διαθέτουν βάσει του κώδικα.
83.
Το συμπέρασμα επομένως είναι ότι το άρθρο 2, παράγραφος 3, στοιχείο β, περίπτωση ii, του νέου βασικού κανονισμού δεν αντιβαίνει προς το άρθρο 2, παράγραφος 6, του κώδικα αντιντάμπινγκ.
84. (3)
Όσον αφορά τις αιτιάσεις σχετικά με το κύρος του άρθρου 2, παράγραφος 3, στοιχείο β, περίπτωση ii, του νέου βασικού κανονισμού, ως προς το οποίο η προσφεύγουσα θεωρεί ότι υφίσταται παραβίαση γενικών αρχών του δικαίου, αυτές αφορούν είτε τη συγκεκριμένη εφαρμογή της διατάξεως αυτής ως προς την προσφεύγουσα, μάλιστα δε χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η δυνατότητα εφαρμογής της διατάξεως από διαχρονικής απόψεως, π.χ. στην περίπτωση των αιτιάσεων που αναφέρονται στις ακόλουθες αρχές:
—
απαγόρευση των διακρίσεων,
—
αναλογικότητα,
—
επακριβής και προσήκουσα εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου, και περαιτέρω, από απόψεως ασφαλείας του δικαίου:
—
προστασία κεκτημένων δικαιωμάτων,
—
δικαιολογημένη εμπιστοσύνη,
—
estoppel,
είτε αφορούν το κύρος της διατάξεως από διαχρονικής απόψεως (βλ. άρθρο 19), π.χ. ως προς τις αιτιάσεις που αναφέρονται στις ακόλουθες αρχές:
—
ασφάλεια του δικαίου,
—
απαγόρευση της αναδρομικότητας.
85.
Καμία από αυτές τις αιτιάσεις δεν αφορά, επομένως, το κύρος της διατάξεως αυτής καθεαυτής. Απλώς και μόνο χάριν πληρότητας θα εξετάσω εδώ το μόνο σημείο το οποίο, αν θα ήθελε κανείς να ερμηνεύσει κατά διαφορετικό τρόπο τους ισχυρισμούς της προσφεύγουσας, μπορεί να έχει ενδιαφέρον για το ανακύπτον ζήτημα κύρους, δηλαδή το ζήτημα της ίσης μεταχειρίσεως. Ως γνωστόν, η γενική αρχή της ισότητας που ισχύει στην κοινοτική έννομη τάξη απαγορεύει όχι μόνο να αντιμετωπίζονται διαφορετικά παρόμοιες καταστάσεις, όταν η διαφοροποίηση δεν δικαιολογείται αντικειμενικώς ( 55 ), αλλά και επίσης να αντιμετωπίζονται με τον ίδιο τρόπο χωρίς δικαιολογία ουσιωδώς ανόμοιες καταστάσεις ( 56 ). Η χρησιμοποίηση λογιστικών στοιχείων σχετικά με έξοδα και κέρδη άλλων επιχειρήσεων θα μπορούσε υπό το πρίσμα της όμοιας αντιμετωπίσεως ανόμοιων καταστάσεων να δημιουργεί προβλήματα, όταν η επιχείρηση, ως προς την οποία εφαρμόζεται αυτή η μέθοδος, διαφέρει εξίσου σε ουσιώδη σημεία από άλλες επιχειρήσεις που ελήφθησαν υπόψη καθώς και από ανταγωνίστριες επιχειρήσεις που υπόκεινται στη διαδικασία αντιντάμπινγκ. Η διάταξη την οποία εξετάζω εδώ θα μπορούσε πάντως να θεωρηθεί άκυρη κατ' αυτή την εκτίμηση μόνο αν σε μια τέτοια περίπτωση δεν άφηνε καμία δυνατότητα για να ληφθεί υπόψη η απαγόρευση των διακρίσεων, πράγμα πάντως που δεν συμβαίνει. Πράγματι, όπως ήδη διευκρίνισα, η εφαρμογή της επίμαχης μεθόδου τελεί υπό την επιφύλαξη του εύλογου χαρακτήρα. Όπως προκύπτει από την έννοια και τον σκοπό του δικαίου που διέπει το αντιντάμπινγκ — αντιστάθμιση ζημιών που προκύπτουν από μια συμπεριφορά η οποία θίγει τη δυνατότητα ίσων ευκαιριών στο πλαίσιο του ανταγωνισμού — ουδέποτε μπορεί να έχει « εύλογο χαρακτήρα » η κατά τρόπο που δημιουργεί διακρίσεις αντιμετώπιση μιας επιχειρήσεως στο πλαίσιο μιας διαδικασίας αντιντάμπινγκ. Εξάλλου, μια επιδεκτική ερμηνείας διάταξη του παραγώγου κοινοτικού δικαίου πρέπει καταρχήν να ερμηνεύεται ως διάταξη υπέρτερου κοινοτικού δικαίου. Μόνο όταν μια τέτοια ερμηνεία δεν είναι δυνατή, μπορεί να θεωρηθεί ότι υφίσταται αντίθεση προς υπέρτερο κοινοτικό δίκαιο, η οποία καθιστά τη διάταξη άκυρη ( 57 ). Δεδομένου πάντως ότι η διάταξη, εν πάση περιπτώσει κατά το γράμμα της, αφήνει ανοικτή τη δυνατότητα να χρησιμοποιηθούν τα αριθμητικά στοιχεία παρόμοιων επιχειρήσεων ή, όταν αυτό δεν είναι δυνατό ή εύλογο, να εφαρμοσθεί μια άλλη εύλογη ( που να μη δημιουργεί διακρίσεις) μέθοδος, δεν μπορώ να δεχθώ ότι η διάταξη αυτή αντιβαίνει προς την απαγόρευση των διακρίσεων.
86. β)
Περαιτέρω, η προσφεύγουσα προβάλλει μια σειρά αιτιάσεων που αφορούν τη διαχρονική δυνατότητα εφαρμογής του άρθρου 2, παράγραφος 3, στοιχείο β, περίπτωση ii, του νέου κανονισμού και οι οποίες βάλλουν κατά του άρθρον 19 νου νέου βασικού κανονισμού. Αυτό που προβάλλεται είναι παράβαση των αρχών της ασφάλειας του δικαίου και της απαγορεύσεως της αναδρομικότητας. Η προσφεύγουσα παραπονείται ότι ο νέος βασικός κανονισμός ο οποίος είναι δυσμενής γι' αυτήν, όσον αφορά τον προσδιορισμό της κανονικής αξίας, θέσπισε μια νέα μέθοδο, ενώ διαρκούσε η διαδικασία αντιντάμπινγκ (η διαδικασία δηλαδή η οποία προκάλεσε την παρούσα διαφορά). Αυτό συνιστά παραβίαση της αρχής της ασφάλειας του δικαίου. Εξάλλου, υφίσταται και αναδρομικότητα. Για τους λόγους αυτούς, καθώς και λόγω ελλείψεως αιτιολογίας, το άρθρο 19 του νέου βασικού κανονισμού είναι άκυρο.
87. αα)
Από μια προσεκτικότερη εξέταση συνάγεται ότι οι αιτιάσεις αυτές στηρίζονται σε δύο διαφορετικές εκτιμήσεις. Κατά τη μία, ο νέος βασικός κανονισμός καθιστά, σε μια περίπτωση όπως η υπό κρίση, δυνατό τον προσδιορισμό κανονικής αξίας που είναι δυσμενέστερος για τον οικείο εξαγωγέα απ' ό,τι οι κατά το παλαιό άρθρο του βασικού κανονισμού δυνατές μέθοδοι. Κατά την άλλη, ο νέος βασικός κανονισμός επιβάλλει έναν τρόπο προσδιορισμού ο οποίος ήταν ίσως δυνατός κατά τον παλαιό βασικό κανονισμό, δεν προβλεπόταν όμως δεσμευτικώς σε περιπτώσεις όπως της προσφεύγουσας, οπότε η ευνοϊκότερη μέθοδος που εφαρμόστηκε ως προς την προσφεύγουσα στο πλαίσιο της διαδικασίας σχετικά με την εισαγωγή των ηλεκτρονικών γραφομηχανών αποκλείεται ήδη εκ των προτέρων.
88.
Πριν προχωρήσω στις επί μέρους αιτιάσεις, πρέπει να εξετασθούν τα δύο αυτά ενδεχόμενα.
89. (1)
Όσον αφορά το πρώτο ενδεχόμενο, νομίζω ότι αντικρούεται απ' όσα ήδη ανέπτυξα σε σχέση με το αν συμβιβάζεται η νέα διάταξη με τον κώδικα αντιντάμπινγκ.
90.
Ανέπτυξα ήδη ότι κάθε μία από τις αναφερόμενες στο άρθρο 2, παράγραφος 3, στοιχείο β, περίπτωση ii, του νέου βασικού κανονισμού μεθόδους τελεί υπό την επιφύλαξη του εύλογου χαρακτήρα. Το χαρακτηριστικό αυτό ήταν βάσει του παλαιού βασικού κανονισμού το μόνο κριτήριο για τον καθορισμό των ΠΔΓ εξόδων και του κέρδους ( όπου για το τελευταίο προβλεπόταν σύμφωνα με τον κώδικα ένα κανονικό ανώτατο όριο ). Εν προκειμένω υφίσταται πλήρης αρμονία μεταξύ του παλαιού βασικού κανονισμού και του κώδικα. Θεωρούμενο στο σύνολο του, το χαρακτηριστικό αυτό εμφανίζεται πράγματι σταθερά σε όλα τα νομικά ερείσματα — από τον κώδικα αντιντάμπινγκ στον παλαιό βασικό κανονισμό μέχρι τον νέο βασικό κανονισμό. Καθόσον ο νέος βασικός κανονισμός προβλέπει διάφορες μεθόδους προσδιορισμού καθώς και τη σειρά με την οποία πρέπει να ακολουθούνται, χαράσσονται σε κάθε περίπτωση από το κριτήριο του εύλογου χαρακτήρα τα όρια τα οποία ίσχυαν και βάσει του παλαιού βασικού κανονισμού.
91. (2)
Έρχομαι τώρα στο δεύτερο ενδεχόμενο, κατά το οποίο η νέα διάταξη επιβάλλει την εφαρμογή της εν προκειμένω επιμάχου μεθόδου σε περιπτώσεις όπως η υπό κρίση, στις οποίες κατά τον παλαιό βασικό κανονισμό μπορούσε να εφαρμοσθεί και η μέθοδος η οποία χρησιμοποιήθηκε στην προηγούμενη διαδικασία ( και η οποία είχε ως αποτέλεσμα την περάτωση της ).
92.
Θα ήταν δυνατόν να σκεφθεί κανείς ότι το ενδεχόμενο αυτό αποτελεί απλώς την αντίστροφη όψη του πρώτου. Αυτό όμως δεν είναι απολύτως σωστό. Λογικά δεν αποκλείεται να ευσταθεί, από της απόψεως του εύλογου χαρακτήρα, τόσο η μέθοδος που εφαρμόστηκε κατά τον παλαιό βασικό κανονισμό ως προς τη Nakajima στη διαδικασία σχετικά με την εισαγωγή ηλεκτρονικών γραφομηχανών όσο και η εν προκειμένω εφαρμοσθείσα μέθοδος, ο νέος όμως βασικός κανονισμός να περιορίζει την παρεχόμενη κατ' αυτό τον τρόπο δυνατότητα επιλογής — το πεδίο εκτιμήσεως των κοινοτικών αρχών — στην εν προκειμένω εφαρμοσθείσα μέθοδο.
93.
Εν τούτοις, έχω τη γνώμη ότι και οι δύο μέθοδοι αποκλίνουν τόσο πολύ μεταξύ τους, ώστε σε μία και την αυτή περίπτωση να είναι πάντοτε μόνο μία από αυτές εύλογη. Όπως διευκρίνισα ήδη, το κριτήριο του κατάλληλου χαρακτήρα με βάση την έννοια και τον σκοπό της ρυθμίσεως αντιντάμπινγκ έχει και εδώ ως λόγο υπάρξεως την αποφυγή δυσμενών διακρίσεων μεταξύ αυτών τους οποίους αφορούν μέτρα αντιντάμπινγκ. Υπ' αυτό το πρίσμα δεν είναι δυνατό να θεωρηθεί ως εύλογη η εφαρμογή διαφορετικών μεθόδων σε μία και την αυτή περίπτωση.
94. ββ)
Με αυτά τα δεδομένα θέλω να αρκεστώ σε ορισμένες παρατηρήσεις επί των αιτιάσεων της προσφεύγουσας.
95. (1)
Όσον αφορά τις προβαλλόμενες παραβιάσεις των αρχών της ασφάλειας του δικαίου και της απαγορεύσεως της αναδρομικότητας, δεν μπορούν να γίνουν δεκτές, λόγο) του ότι η διάταξη του άρθρου 2, παράγραφος 3, στοιχείο β, περίπτωση ii, για την τροποποίηση της οποίας παραπονείται η προσφεύγουσα, παρέμεινε αμετάβλητη ως προς τις έννομες συνέπειες της. Πράγματι, δεν υφίσταται καμία τροποποίηση διατάξεως που παράγει αποτελέσματα σε σχέση με μια εκκρεμή διαδικασία, πράγμα που θα μπορούσε να δημιουργήσει προβλήματα από απόψεως ασφαλείας του δικαίου. Εξάλλου, δεν υφίσταται ούτε αναδρομικότητα, επειδή οι παρωχημένες καταστάσεις δεν ρυθμίστηκαν κατά τρόπο διαφορετικό από αυτό που ρυθμίζονταν πριν επέλθει η τροποποίηση. Η διαπίστωση αυτή είναι ιδίως σημαντική για την οριστική είσπραξη του προσωρινού δασμού (άρθρο 2 του κανονισμού 3651/88 ), η οποία νομίζω ότι αποτελεί μέτρο με αναδρομική ισχύ, πράγμα που σημαίνει ότι το άρθρο 2, παράγραφος 3, στοιχείο β, περίπτωση ii, του νέου βασικού κανονισμού, αν είχε καταστήσει δυσμενέστερη, ως προς το σημείο που αποτελεί το αντικείμενο της αιτιάσεως της προσφεύγουσας, τη νομική κατάσταση του εξαγωγέα, θα είχε παράγει αναδρομικά αποτελέσματα σε σχέση με το εν λόγο μέτρο μέσω του άρθρου 19 του κανονισμού αυτού.
96.
Νομίζω ότι οι σκέψεις αυτές αρκούν για να θεωρηθεί ότι το άρθρο 19 του νέου βασικού κανονισμού, ύαον αφορά την παρούσα ôiaôiκασία, είναι απαλλαγμένο ελαττωμάτων από απόψεως ουσιαστικού δικαίου. Βεβαίως, ο νέος βασικός κανονισμός περιέχει μια σειρά άλλων τροποποιήσεων, τα αποτελέσματα των οποίων δεν έχουμε μέχρι τώρα εξετάσει. Αν προκύψει ότι οι νέες διατάξεις είναι δυσμενέστερες για τους εξαγωγείς απ' ό,τι οι προηγούμενες, τότε αυτό θα δημιουργήσει τα ίδια προβλήματα όπως σε περίπτωση διαπιστώσεως μιας τέτοιας δυσμενέστερης μεταβολής στο πλαίσιο του άρθρου 2, παράγραφος 3, στοιχείο β, περίπτωση ii. Εν τούτοις, νομίζω ότι μπορούμε να αρκεστούμε, στο πλαίσιο του άρθρου 184, με την εξέταση των σημείων στα οποία αναφέρονται οι αιτιάσεις. Η διάταξη αυτή καθορίζει ένα μέρος του ελέγχου που διενεργείται στο πλαίσιο της διαδικασίας της απευθείας προσφυγής, δηλαδή κατά το άρθρο 173 της Συνθήκης ΕΟΚ. Κατά λογική συνέπεια δεν προβλέπει γενικό έλεγχο του κύρους, αλλά έλεγχο ως προς το « ανεφάρμοστο (... ) για έναν από τους λόγους που προβλέπονται στο άρθρο 173 πρώτη παράγραφος». Κάθε διάδικός μπορεί «να επικαλεστεί» τους λόγους αυτούς. Ο περιορισμός του ελέγχου στους προβαλλόμενους λόγους προσφυγής, όπως ισχύει για το άρθρο 173 της Συνθήκης ΕΟΚ, επεκτείνεται επομένως και στο άρθρο 184 της Συνθήκης ΕΟΚ.
97. (2)
Υπό αυτό το πρίσμα εξάλλου πρέπει να εξεταστεί και η αιτίαση που αφορά την έλλειψη αιτιολογίας. Κατά τη γνώμη μου, το άρθρο 19 του νέου βασικού κανονισμού δεν απαιτούσε ιδιαίτερη αιτιολογία. Πράγματι, η διάταξη αυτή αποτελεί, επειδή δεν δημιουργεί ούτε προβλήματα αναδρομικότητας ούτε προβλήματα σχετικά με την ασφάλεια του δικαίου, αντιθέτως δε ορίζει απλώς τις λεπτομέρειες εφαρμογής του νέου βασικού κανονισμού επί διαδικασιών που έχουν ήδη κινηθεί, απλώς ένα μέρος της γενικής ρυθμίσεως του νέου βασικού κανονισμού και παραμένει εντός των ορίων του ( 58 ). Κατά τα λοιπά, από την τριακοστή τρίτη αιτιολογική σκέψη του νέου βασικού κανονισμού καταδεικνύεται ότι το άρθρο 2, παράγραφος 3, στοιχείο β, περίπτωση ii, αποτελεί μια διευκρίνιση, πράγμα που επεξηγεί εμμέσως την προαναφερθείσα λειτουργία του άρθρου 19, καθόσον αυτή αφορά την προαναφερόμενη διάταξη.
98. 2.
Η προσφεύγουσα φρονεί επί πλέον ότι το Συμβούλιο ενήργησε εσφαλμένως, εφαρμόζοντας ως προς αυτήν τη δεύτερη μέθοδο του άρθρου 2, παράγραφος 3, στοιχείο β, περίπτωση ii, του νέου βασικού κανονισμού.
99.
Επ' αυτού, θα ήθελα στο πλαίσιο της παρούσας αναλύσεως να εξετάσω καταρχάς μόνο τις αιτιάσεις που αφορούν αυτόν καθεαυτόν τον προσδιορισμό της κανονικής αξίας και δεν έχουν σχέση με τη σύγκριση μεταξύ κανονικής αξίας και εξαγωγής. Οι αιτιάσεις σχετικά με το δεύτερο αυτό ζήτημα θα εξετασθούν ιδιαιτέρως ( κατωτέρω σημείο IV ).
100. α)
Στο κατ' αυτό τον τρόπο οριοθετηθέν πλαίσιο πρέπει καταρχάς να εξετασθούν από κοινού τρεις αιτιάσεις, οι οποίες έχουν ουσιαστικά το ίδιο αντικείμενο και αφορούν την άσκηση διακριτικής εξουσίας του Συμβουλίου σε σχέση με τον κώδικα, καθώς και ορισμένες γενικές αρχές του δικαίου.
101.
Η προσφεύγουσα θεωρεί καταρχάς — και επικουρικώς ως προς τον ισχυρισμό, τον οποίο δεν δέχθηκα, ότι η ίδια εφαρμοσθείσα διάταξη συνιστά παράβαση του κώδικα αντιντάμπινγκ — ότι η εφαρμογή της στην προκειμένη περίπτωση συνιστά παράβαση αυτού του κώδικα. Ενόψει των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών στοιχείων της διαρθρώσεως της προσφεύγουσας η οποία διακρίνεται από άλλες επιχειρήσεις, ιδίως από αυτές που συγκεκριμένα ελήφθησαν υπόψει για τον προσδιορισμό των εξόδων και κερδών, ο τρόπος με τον οποίο ενήργησε το Συμβούλιο, εφαρμόζοντας αυτή τη μέθοδο, είναι, κατ' αυτήν, « μη εύλογος » σε αντίθεση προς τον κώδικα. Δεύτερον, οι κοινοτικές αρχές θα έπρεπε να είχαν ασκήσει κατά την εφαρμογή αυτής της διατάξεως την διακριτική τους εξουσία κατά τρόπο που να λαμβάνεται υπόψη η διαφορετική διάρθρωση της προσφεύγουσας. Δεδομένου ότι δεν έκαναν κάτι τέτοιο, οι εν λόγω αρχές παρέβησαν, κατ' αυτήν, όχι μόνο την επιταγή του νέου βασικού κανονισμού περί προσδιορισμού της κανονικής αξίας με εύλογη βάση, αλλά παρεβίασαν και γενικές αρχές του δικαίου, δηλαδή την αρχή της επακριβούς και προσήκουσας εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου, καθώς και την επιταγή της αναλογικότητας. Τρίτον, ο τρόπος αυτός ενεργείας συνεπάγεται δυσμενείς διακρίσεις, και επομένως, συνιστά παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως.
102.
Καταρχάς, θα ήθελα να επιβεβαιώσω ότι το Συμβούλιο ορθώς προσδιόρισε την κατασκευασμένη κανονική αξία (άρθρο 2, παράγραφος 3 στοιχείο β, περίπτωση ii, του νέου βασικού κανονισμού), δεδομένου ότι η προσφεύγουσα ανταντίρρητα δεν διενεργεί κανενός είδους πωλήσεις εκτυπωτών στην ιαπωνική αγορά, οπότε δεν τίθεται ζήτημα εφαρμογής του άρθρου 2, παράγραφος 3, στοιχείο α, του κανονισμού αυτού, ενώ μπορεί να γίνει ελεύθερη επιλογή μεταξύ των εναλλακτικών δυνατοτήτων που αναφέρονται στις περιπτώσεις i και ii του άρθρου 2, παράγραφος 3, στοιχείο β.
103.
Ενόψει της διαμορφώσεως του άρθρου 2, παράγραφος 3, στοιχείο β, περίπτωση ii, του νέου βασικού κανονισμού, οι τρεις μέθοδοι που αναφέρονται ρητώς σ' αυτή τη διάταξη πρέπει να σταθμίζονται κατά την προδιαγεγραμμένη σειρά. Μόνο όταν δεν μπορεί να εφαρμοσθεί καμία από αυτές τις μεθόδους, παρέχεται η γενική ρήτρα, κατά την οποία τα ΠΔΓ έξοδα και κέρδη προσδιορίζονται «με οποιαδήποτε άλλη εύλογη βάση ».
104.
Στο πλαίσιο αυτό, το Συμβούλιο ορθώς δεν εφάρμοσε τη μέθοδο ( 59 ) που αναφέρεται πρώτη στην διάταξη αυτή, δεδομένου ότι η προσφεύγουσα δεν εμπορεύεται παρόμοια προϊόντα στην ιαπωνική αγορά. Απλώς και μόνο χάριν πληρότητας θα ήθελα εδώ να αναπτύξω με συντομία, όπως την αντιλαμβάνομαι, τη σημασία της μεθόδου αυτής, επειδή η προσφεύγουσα θεωρεί ότι δεν είναι σαφές το πεδίο της εφαρμογής. Κατά τη γνώμη μου, εδώ πρόκειται για μια μέθοδο η οποία αναφέρεται σε πωλήσεις ενός ή περισσοτέρων τύπων ορισμένης κατηγορίας εμπορευμάτων στην ημεδαπή' βάσει αυτών των πωλήσεων προσδιορίζεται στη συνέχεια η κανονική αξία άλλων (εισαγομένων) τύπων της ίδιας κατηγορίας. Στο γερμανικό κείμενο της διατάξεως δεν χρησιμοποιείται — προφανώς για τον λόγο αυτό — ο όρος « gleichartige Ware » ( ομοειδή προϊόντα ), αλλά ένας ευρύτερος όρος ( « Waren gleicher Art » ) ( προϊόντα όμοιου είδους ). Στις περισσότερες από τις άλλες επίσημες γλώσσες η παρέκκλιση αυτή από τον όρο « ομοειδή προϊόντα » ( gleichartige Ware ) ( βλ. άρθρο 2, παράγραφος 12) συνίσταται στη χρησιμοποίηση του πληθυντικού γι' αυτόν τον όρο· μόνο στο δανικό και στο ιταλικό κείμενο δεν γίνεται αυτή η διάκριση.
105.
Με βάση αυτά τα δεδομένα το Συμβούλιο όφειλε να εξετάσει — κατά τούτο η στάση του δεν δίνει λαβή για την άσκηση κριτικής — αν έπρεπε να εφαρμόσει τη δεύτερη μέθοδο, κατά της οποίας βάλλει η προσφεύγουσα. Συντασσόμενο με την Επιτροπή, έδωσε καταφατική απάντηση σ' αυτό το ερώτημα. Δεν μπορώ να υιοθετήσω αυτήν την άποψη. Αντιθέτως το Συμβούλιο, ενεργώντας κατ' αυτόν τον τρόπο, παρέβη την επιταγή του άρθρου 2, παράγραφος 3, στοιχείο β, περίπτωση ii, για τον προσδιορισμό των ΠΔΓ εξόδων και κερδών με εύλογη βάση.
106.
Εν προκειμένω, είναι αναγκαίο να εμβαθύνουμε στην έννοια και τον σκοπό του προσδιορισμού της κατασκευασμένης κανονικής αξίας και να εξετάσουμε τις συνέπειες που προκύπτουν συναφώς ως προς το κριτήριο του εύλογου χαρακτήρα.
107.
Έχω ήδη πει ότι το Δικαστήριο διατύπωσε την άποψη στις υποθέσεις σχετικά με την εισαγωγή ηλεκτρονικών γραφομηχανών ότι ο προσδιορισμός της κατασκευασμένης κανονικής αξίας χρησιμεύει για τον καθορισμό της τιμής πωλήσεως ενός προϊόντος, όπως αυτή θα ήταν αν το προϊόν πωλούνταν στη χώρα καταγωγής ή στη χώρα εξαγωγής. Αυτός ο τρόπος θεωρήσεως είναι ασφαλώς σε πολλές περιπτώσεις ορθός, χωρίς όμως, κατά τη γνώμη μου, να μπορεί να εφαρμόζεται απεριορίστως.
108.
Για να επεξηγήσω αυτή τη θέση, επιθυμώ να διευκρινίσω την άποψη του Δικαστηρίου, θεωρώντας τη στο πλαίσιο στο οποίο διατυπώθηκε.
109.
Στις υποθέσεις σχετικά με την εισαγωγή ηλεκτρονικών γραφομηχανών ήταν καταρχήν υπό κρίση τρεις διαφορετικές καταστάσεις. Στις ήδη αναφερθείσες υποθέσεις Brother, Canon και Silver Seiko η κανονική αξία για τους τύπους προϊόντων που πωλούσαν οι εξαγωγείς στην ιαπωνική αγορά υπολογίστηκε σύμφωνα με το άρθρο 2, παράγραφος 3, στοιχείο α, η δε κανονική αξία των άλλων τύπων κατασκευάστηκε. Στην τελευταία περίπτωση τα ΠΔΓ έξοδα υπολογίστηκαν βάσει των εξόδων των εταιριών διανομής, οι οποίες εξηρτώντο από τους τρεις προαναφερθέντες κατασκευαστές. Τα έξοδα καθορίστηκαν με βάση τα περιθώρια που είχαν προσδιοριστεί για τους τύπους που πωλούνταν στην εγχώρια αγορά.
110.
Στην υπόθεση TEC η προσφεύγουσα διέθετε βεβαίως επίσης μια εξαρτώμενη εταιρία διανομής. Η TEC δεν πώλησε εν τούτοις ούτε μέσω αυτής της εταιρίας ούτε κατά οποιονδήποτε άλλο τρόπο ηλεκτρονικές γραφομηχανές στην ιαπωνική αγορά. Αντιθέτως, πωλήθηκε μια σειρά άλλων ηλεκτρονικών ειδών στην ιαπωνική αγορά, τα οποία, κατά τους ισχυρισμούς της TEC, περιελάμβαναν και είδη « μηχανοργανώσεως γραφείου ». Η εταιρία διανομής πωλούσε ταμειακές μηχανές, ηλεκτρονικές ζυγαριές και διάφορα άλλα προϊόντα. Υπό τις περιστάσεις αυτές, τα ΠΔΓ έξοδα προσδιορίστηκαν βάσει των εξόδων της εταιρίας διανομής, τα δε κέρδη βάσει των κερδών της εταιρίας Canon που πραγματοποιήθηκαν από την πώληση ηλεκτρονικών γραφομηχανών στην ιαπωνική αγορά μέσω της εταιρίας της διανομής.
111.
Στην υπόθεση Sharp ( 60 ), η προσφεύγουσα είχε πραγματοποιήσει ασήμαντες μόνο πωλήσεις ηλεκτρονικών γραφομηχανών στην εγχώρια αγορά. Προφανώς, όμως, είχαν πωληθεί άλλα εμπορεύματα στην εγχώρια αγορά, των οποίων όμως το μέγεθος πωλήσεων δεν προκύπτει από την έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση. Η προσφεύγουσα διέθετε, όπως και οι άλλοι κατασκευαστές, οι οποίοι προσέβαλαν τον τότε ισχύοντα κανονισμό περί οριστικού δασμού ( 61 ), μια εξαρτημένη εταιρία διανομής. Τα ΠΔΓ έξοδα και τα κέρδη προσδιορίστηκαν και εδώ όπως στην περίπτωση της TEC.
112.
Όπως καταδεικνύεται από αυτή την επισκόπηση, ο προσανατολισμός των εν λόγω κατασκευαστών των γραφομηχανών στην ιαπωνική αγορά ήταν λίγο πολύ δεδομένος — εντονότερα στις περιπτώσεις Brother, Canon και Silver Seiko, ασθενέστερα στις περιπτώσεις TEC και Sharp. Πράγματι, ενώ στις περιπτώσεις TEC και Sharp υφίστατο απλώς μια εταιρία διανομής ως μονάδα πωλήσεων για την ιαπωνική αγορά, στις περιπτώσεις Brother, Canon και Silver Seiko, επρόκειτο επίσης για πράγματι διενεργούμενες από αυτές πωλήσεις ηλεκτρονικών γραφομηχανών στην εν λόγω αγορά αν και όχι όλων των εξαγόμενων στην Κοινότητα τύπων. Η διαφορά αυτή αντικατοπρίζεται επίσης και στις σκέψεις που ανέπτυξε το Δικαστήριο στις αποφάσεις Brother και Sharp. Στη σκέψη 19 της αποφάσεως Brother και 10 της αποφάσεως Sharp το Δικαστήριο διευκρινίζει ότι θα προέκυπτε δυσμενής διάκριση μεταξύ των κατασκευαστών, αν ο προσδιορισμός κατασκευασμένης αξίας προϊόντων, ο κατασκευαστής των οποίων πωλεί άλλα ομοειδή εμπορεύματα στην εγχώρια αγορά της χώρας εξαγωγής, προσδιοριζόταν διαφορετικά απ' ό,τι η κατασκευασμένη αξία προϊόντων, των οποίων ο κατασκευαστής δεν προβαίνει σε τέτοιου είδους πωλήσεις στην εγχώρια αγορά.
113.
Εδώ νομίζω ότι ενδείκνυται να προβώ στη συσχέτιση της προαναφερθείσας νομολογίας με το πνεύμα και τον σκοπό του προσδιορισμού της κατασκευασμένης κανονικής αξίας στο πλαίσιο του νέου βασικού κανονισμού και να εμβαθύνω στις σκέψεις στις οποίες ήδη αναφέρθηκα προηγουμένως.
114.
Αναλόγως των δεδομένων, βάσει των οποίων προσδιορίζεται η κανονική αξία, προκύπτουν κάθε φορά διαφορετικές οικονομικές καταστάσεις, έτσι ώστε διαφορετική να είναι η από οικονομικής απόψεως δικαιολογία για την επιβολή δασμών αντιντάμπινγκ.
115.
Στην περίπτωση του βασικού στοιχείου, που αναφέρεται στο άρθρο 2, παράγραφος 3, στοιχείο α, του νέου βασικού κανονισμού, η συγκρίσιμη τιμή, πράγματι πληρωθείσα ή πληρωτέα κατά τις συνήθεις εμπορικές πράξεις για το ομοειδές προϊόν που προορίζεται για κατανάλωση στη χώρα εξαγωγής ή καταγωγής, είναι υψηλότερη από την τιμή εξαγωγής. Στην περίπτωση αυτή δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ο οικείος κατασκευαστής (ή εξαγωγέας) προβαίνει σε διάκριση μεταξύ δύο αγορών (της εγχώριας του αγοράς και της εν λόγω αγοράς της χώρας εξαγωγής ). Το ότι η συμπεριφορά αυτή δεν αντιστοιχεί προς την εικόνα ενός έντιμου ανταγωνισμού είναι άνευ ετέρου προφανές. Πράγματι, στην περίπτωση αυτή υφίσταται ο κίνδυνος ο κατασκευαστής ή ο εξαγωγέας να χρηματοδοτεί τις χαμηλότερες τιμές της αγοράς στη χώρα εξαγωγής μέσω των υψηλότερων τιμών της εγχώριας του αγοράς και, επομένως, να προσπορίζεται αδικαιολόγητο όφελος έναντι των άλλων ανταγωνιστών που ασκούν τις δραστηριότητες τους στην αγορά της χώρας εξαγωγής.
116.
Όταν όμως καμία πώληση του ομοειδούς προϊόντος δεν έχει πραγματοποιηθεί κατά τις συνήθεις εμπορικές πράξεις στην εσωτερική αγορά της χώρας εξαγωγής ή καταγωγής ή όταν τέτοιες πωλήσεις δεν επιτρέπουν ασφαλή σύγκριση ( άρθρο 2, παράγραφος 3, στοιχείο β, του νέου βασικού κανονισμού), τότε υφίσταται η δυνατότητα επιλογής μεταξύ δύο επικουρικών στοιχείων. Κατά το πρώτο επικουρικό στοιχείο (περίπτωση i), χαρακτηρίζεται ως κανονική αξία η συγκρίσιμη τιμή του ομοειδούς προϊόντος που εξάγεται προς μια τρίτη χώρα. Η περίπτωση αυτή διακρίνεται κατ' ουσίαν από την περίπτωση του άρθρου 2, παράγραφος 3, στοιχείο α, κατά το ότι η δυσμενής διάκριση διαπιστώνεται όχι μεταξύ της εγχώριας αγοράς του κατασκευαστή ή του εξαγωγέα και της εν λόγω αγοράς της χώρας εξαγωγής, αλλά μεταξύ της τελευταίας και της αγοράς μιας άλλης χώρας εξαγωγής. Η οικονομική εκτίμηση, κατά την οποία φαίνεται ότι σε μια τέτοια περίπτωση δικαιολογείται η επιβολή δασμού αντιντάμπινγκ, είναι έτσι τελείως παρόμοια με την εκτίμηση που γίνεται στην περίπτωση κατά την οποία συντρέχει το βασικό στοιχείο.
117.
'Ας έρθουμε τώρα στον προσδιορισμό της κατασκευασμένης κανονικής αξίας. Οι προσφεύγουσες στις ένδικες διαδικασίες που αφορούσαν την εισαγωγή ηλεκτρονικών γραφομηχανών, είχαν ως γνωστό υποστηρίξει ότι η προσδιορισθείσα κατασκευασμένη κανονική αξία αποτελούσε την εύλογη αξία του εξαχθέντος προϊόντος. Ο τρόπος αυτός θεωρήσεως νομίζω ότι δεν είναι απορριπτέος από οικονομικής απόψεως. Πράγματι, στο πλαίσιο μιας τέτοιου είδους εξετάσεως διαπιστώνεται αν ο εξαγωγέας πωλεί τα εμπορεύματά του στην αγορά της χώρας εξαγωγής σε τιμές που καλύπτουν όλα τα έξοδα και περιλαμβάνουν ένα εύλογο κέρδος. Αν οι τιμές βρίσκονται κάτω από αυτό το όριο, τότε αποκτά ο εξαγωγέας κατ' αυτό τον τρόπο τη δυνατότητα να εκτοπίσει τους ανταγωνιστές που δρουν στην αγορά της χώρας εξαγωγής από την αγορά αυτή (χωρίς να δικαιολογούνται από οικονομική άποψη οι χαμηλότερες τιμές του). Στη συνέχεια, είναι ελεύθερος να αντισταθμίσει τα μειονεκτήματα που προκύπτουν από αυτή την πολιτική τιμών, υψώνοντας εκ νέου τις τιμές του, ανάλογα με το σε ποια έκταση κατόρθωσε να εκτοπίσει τους άλλους ανταγωνιστές από την αγορά. Είναι οφθαλμοφανές ότι με το δίκαιο του αντιντάμπινγκ επιδιώκεται η δημιουργία ενός αντισταθμιστικού μηχανισμού για τις περιπτώσεις αυτές.
118.
Το Δικαστήριο βασίζεται, αντιθέτως, για τον προσδιορισμό της κατασκευασμένης κανονικής αξίας στην κατάσταση που θα υφίστατο αν το προϊόν πωλούνταν στην εγχώρια αγορά του κράτους εξαγωγής. Κατ' αυτόν τον τρόπο επιδιώκει να φέρει το αποτέλεσμα του προσδιορισμού της κατασκευασμένης κανονικής αξίας όσο το δυνατόν εγγύτερα προς το άρθρο 2, παράγραφος 3, στοιχείο α. Παρ' όλα αυτά, πάντως, δεν υφίσταται πάντοτε σε τέτοιες περιπτώσεις η οικονομική δικαιολογία, που αποτελεί τη βάση του άρθρου 2, παράγραφος 3, στοιχείο α, για την επιβολή δασμού αντιντάμπινγκ. Όποιος δεν πωλεί στην εγχώρια αγορά, δεν μπορεί να δημιουργήσει δυσμενή διάκριση μεταξύ αυτής της αγοράς και της αγοράς μιας χώρας εξαγωγής και να προσπορισθεί από αυτό αδικαιολόγητα οφέλη. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι η άποψη που υιοθετήθηκε με την προαναφερθείσα νομολογία ουδέποτε μπορεί να ισχύσει για παρόμοιες περιπτώσεις. Νομίζω ότι ο προσδιορισμός της κατασκευασμένης κανονικής αξίας πρέπει να ανταποκρίνεται προς το άρθρο 2, παράγραφος 3, στοιχείο α, όταν η προς ρύθμιση κατάσταση ομοιάζει προς την περίπτωση που αναφέρεται σ' αυτή τη διάταξη. Εν προκειμένω, πρέπει να λαμβάνονται πρωτίστως υπόψη οι δυνατόνητες του οικείου επιχειρηματία να προκαλέσει ανά πάσα στιγμή την κατάσταση που αναφέρεται στο άρθρο 2, παράγραφος 3, στοιχείο α, ή να διαφύγει από τη διαπίστωση υπάρξεως αντιντάμπινγκ, κατά την έννοια αυτής της διατάξεως, μέσω της μη πωλήσεως ορισμένων τύπων μιας νέας κατηγορίας εμπορευμάτων στην εγχώρια αγορά, παρ' όλο που υφίσταται η σχετική δυνατότητα ( βλ. άρθρο 2, παράγραφος 3, στοιχείο β, περίπτωση ii, τρίτο εδάφιο, του νέου βασικού κανονισμού). Περαιτέρω, μπορεί να εφαρμοσθεί αυτός ο τρόπος θεωρήσεως, όταν η επιχείρηση πωλεί στην εγχώρια αγορά της προϊόντα τα οποία από τεχνολογικής απόψεως συγγενεύουν προς το εξαγόμενο προϊόν, σε σχέση όμως με αυτό δεν μπορούν να θεωρηθούν ως « ομοειδή εμπορεύματα » ή « εμπορεύματα όμοιου είδους » ( 62 ) ( βλ. άρθρο 2, παράγραφος 3, στοιχείο β, περίπτωση ii, έκτο εδάφιο, του νέου βασικού κανονισμού ). Νομίζω όμως ότι δεν μπορεί να υποστηριχθεί ο προσδιορισμός της κανονικής αξίας βάσει μιας τιμής η οποία προκύπτει από πωλήσεις ομοειδών εμπορευμάτων στην εγχώρια αγορά, όταν οι πωλήσεις αυτές, ή εν πάση περιπτώσει, πωλήσεις του ίδιου επιχειρηματικού κλάδου έχουν τον χαρακτήρα καθαρά υποθετικής δυνατότητας. Σε μια τέτοια περίπτωση θα πρέπει οι κοινοτικές αρχές, αν σκοπεύουν να ενεργήσουν με αυτή τη μέθοδο, να αναμείνουν την περαιτέρω εξέλιξη και ενδεχομένως να καθορίσουν αργότερα δασμό αντιντάμπινγκ.
119.
Υπό αυτό το πρίσμα, δεν προκαλεί έκπληξη το ότι το Δικαστήριο στις υποθέσεις Brother, Canon και Silver Seiko επικύρωσε τον τρόπο ενεργείας που επέλεξε το Συμβούλιο για τον προσδιορισμό της κατασκευασμένης κανονικής αξίας. Πράγματι, οι κατασκευαστές αυτοί πωλούσαν στην ιαπωνική αγορά μέσω μιας υφισταμένης δομής πωλήσεων ( μιας ανεξάρτητης εταιρίας διανομής) ηλεκτρονικές γραφομηχανές. Λόγω της υφισταμένης δομής οι κατασκευαστές αυτοί είχαν ανά πάσα στιγμή τη δυνατότητα να εισάγουν στην αγορά και άλλους από τους εξαγόμενους τύπους, εφόσον αυτό διαπιστωνόταν ότι ήταν ενδεδειγμένο από οικονομικής απόψεως. Κατά λογική συνέπεια, τα ΠΔΓ έξοδα και τα κέρδη προσδιορίστηκαν με βάση τις συγκεκριμένες πωλήσεις στην ιαπωνική αγορά.
120.
Το ότι έπρεπε να υιοθετηθεί ο ίδιος τρόπος ενεργείας (σε σχέση με τα ΠΔΓ έξοδα ) και ως προς τις εταιρίες TEC και Sharp νομίζω ότι δεν είναι τόσο προφανές, μπορεί όμως να εξηγηθεί. Η TEC διέθετε οπωσδήποτε ίδια δομή πωλήσεων και πωλούσε είδη στην εγχώρια αγορά τα οποία χαρακτήριζε με τον όρο « μηχανογράφηση γραφείου ». Εδώ υφίσταντο πωλήσεις στον ίδιο επιχειρηματικό κλάδο, καθώς και μια δομή πωλήσεων η οποία θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί επωφελώς για πωλήσεις ηλεκτρονικών γραφομηχανών.
121.
Στην περίπτωση της Sharp υφίσταντο στην εγχώρια αγορά ασήμαντου μεγέθους πωλήσεις ηλεκτρονικών γραφομηχανών μέσω μιας εταιρίας διανομής που εξαρτώνταν από τη μητρική εταιρία παραγωγής, καθώς επίσης και πωλήσεις άλλων προϊόντων. Και εδώ επίσης δεν θεωρήθηκε εκ των προτέρων εσφαλμένο να προσδιορισθεί η κανονική αξία σαν να είχαν διενεργηθεί πωλήσεις ηλεκτρονικών γραφομηχανών στην ιαπωνική αγορά σε σημαντική έκταση, ιδίως — ως προς το οποίο πάντως δεν συνάγεται τίποτε από την έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση — όταν η έκταση των πωλήσεων γραφομηχανών που διενεργεί η ίδια η Sharp στην Ιαπωνία βρίσκεται ελάχιστα μόνο πιο χαμηλά από το όριο που θεωρείται ασήμαντο. Εν πάση περιπτώσει, η Sharp προσπάθησε μέσω της διαρθρώσεως των πωλήσεων να αυξήσει τις πωλήσεις.
122.
Εν προκειμένω, ούτε σκόπιμο ούτε αναγκαίο είναι να αναπτυχθεί πλήρως κάθε μία από τις περιπτώσεις που είχαν υποβληθεί τότε στην κρίση του Δικαστηρίου, ούτε επίσης και να εξετασθεί ο τρόπος ενεργείας που υιοθετήθηκε και κατά τον οποίο για τον προσδιορισμό της κατασκευασμένης κανονικής αξίας ελήφθη υπόψη μια ιδεατή πώληση του προϊόντος στη χώρα καταγωγής ή τη χώρα εξαγωγής. Πράγματι, στην παρούσα υπόθεση πρόκειται για μια διαφορετική κατάσταση στην οποία δεν υφίσταται καμία δικαιολογία για μια τέτοια ενέργεια. Πράγματι, η προσφεύγουσα δεν πωλεί εκτυπωτές με ακίδες στην ιαπωνική αγορά, ούτε διαθέτει διάρθρωση πωλήσεων που θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει για τον σκοπό αυτό. Κατά τη γνώμη του Συμβουλίου, τέτοιου είδους πωλήσεις προϋποθέτουν εν τούτοις την ύπαρξη διαρθρώσεως όπως αυτή των άλλων επιχειρήσεων που ελήφθησαν υπόψη για τον προσδιορισμό της κανονικής αξίας (εταιρία διανομής εξοπλισμένη με το αντίστοιχο έμψυχο και άψυχο υλικό ).
123.
Η κατάσταση αυτή δεν αντιστοιχεί ούτε στο βασικό στοιχείο που αναφέρεται στο άρθρο 2, παράγραφος 3, στοιχείο α, του νέου βασικού κανονισμού, ούτε προσομοιάζει κατά οποιοδήποτε τρόπο προς αυτή την περίπτωση. Αν θεωρηθεί η κατάσταση μόνο βάση αυτών των δεδομένων, τότε καταφαίνεται ότι η ύπαρξη διακρίσεως μεταξύ της ιαπωνικής αγοράς και της κοινοτικής αγοράς ούτε δεδομένη είναι ούτε μπορεί να προκληθεί βραχυπρόθεσμα, ούτε φαίνεται πιθανή οποιαδήποτε κατάχρηση δυνατοτήτων οργανώσεως, δηλαδή συγκαλύψεις ή μεθοδεύσεις.
124.
Στην περίπτωση αυτή η Nakajima θα υφίστατο δυσμενή διάκριση σε σχέση με τις άλλες επιχειρήσεις, αν ετύγχανε της ίδιας μεταχειρίσεως όπως αυτές, πράγμα που — αυτό πράγματι το τόνισα προηγουμένως — θα καθιστούσε μη εύλογο το μέτρο αυτό σε αντίθεση και προς το νέο βασικό κανονισμό. Πράγματι, όσον αφορά τα υψηλότερα ΠΔΓ έξοδα των άλλων επιχειρήσεων, οι οποίες διαθέτουν ίδια διάρθρωση πωλήσεων, τα έξοδα αυτά δεν προκύπτουν και δεν είναι δυνατόν να προκύψουν. Ομοίως, δεν υπάρχει κανένα στοιχείο που θα καθιστούσε δυνατό να καταλογισθεί στην προσφεύγουσα το κέρδος που προσδιορίστηκε σε σχέση με τις πωλήσεις άλλων κατασκευαστών στην εγχώρια αγορά.
125.
Στο σημείο αυτό μπορεί να τεθεί το ερώτημα αν κατ' αυτή τη θεώρηση απομένει πεδίο εφαρμογής για τη βαλλόμενη από την προσφεύγουσα δεύτερη μέθοδο του άρθρου 2, παράγραφος 3, στοιχείο β, περίπτωση ii, του νέου βασικού κανονισμού. Είναι δυνατό να δημιουργηθεί η εντύπωση ότι το συναχθέν εν προκειμένω συμπέρασμα αντίκειται προς τη διαπίστωση που έγινε στην αρχή, ότι δηλαδή η δεύτερη αυτή μέθοδος συνάδει προς την επιταγή του « εύλογου χαρακτήρα », όπως ορίζεται στον κώδικα. Εν τούτοις, στις μόλις προαναφερθείσες περιπτώσεις Sharp και TEC περιελήφθη στην κανονική αξία άλλων επιχειρήσεων το περιθώριο κέρδους αυτών των επιχειρήσεων. Αυτό θεωρήθηκε θεμιτό για τους προαναφερθέντες λόγους. Περαιτέρω, είναι δυνατός ο προσδιορισμός της κανονικής αξίας κατά τη μέθοδο αυτή, όταν διενεργούνται πωλήσεις με ζημία στην εγχώρια αγορά. Κατά το άρθρο 2, παράγραφος 4, του νέου βασικού κανονισμού μπορεί σε μια τέτοια περίπτωση, μεταξύ άλλων, να κατασκευαστεί η κανονική αξία, και δεν διακρίνω κανένα ενδοιασμό για τον οποίο δεν θα έπρεπε να εφαρμοσθεί στην περίπτωση αυτή η βαλλόμενη από την προσφεύγουσα μέθοδος.
126.
Η προσφεύγουσα όμως, προφανώς ως απάντηση στον ισχυρισμό που προέβαλε μετ' επιτάσεως το Συμβούλιο ότι βάσει της νομολογίας σχετικά με τα μέτρα αντιντάμπινγκ ως προς τις εισαγωγές ηλεκτρονικών γραφομηχανών τα επιχειρήματα της προσφεύγουσας έχουν ήδη απορριφθεί, προσπαθεί κατά την προφορική διαδικασία να αποδείξει βάσει αριθμητικών στοιχείων σχετικά με την πώληση γραφομηχανών στην Ιαπωνία ότι και η ίδια με την απλή της δομή έχει τη δυνατότητα να πωλεί σε σημαντική έκταση εκτυπωτές με ακίδες στην εγχώρια αγορά.
127.
Ανεξάρτητα από το δικονομικό πρόβλημα της όψιμης προβολής, έχω τη γνώμη ότι τα αριθμητικά αυτά στοιχεία δεν έχουν καμία αποδεικτική δύναμη, επειδή πρόκειται για απόλυτους αριθμούς πωλήσεων, χωρίς να διευκρινίζονται τα μερίδια της αγοράς. Ακόμη και αν θεωρηθεί ότι είναι δυνατός αυτός ο τρόπος επιχειρηματολογίας της προσφεύγουσας, εν πάση περιπτώσει αποκλείεται εκ των προτέρων η κατ' αυτό τον τρόπο διαπίστωση της διεισδύσεως στην αγορά γραφομηχανών — ώστε στη συνέχεια να συναχθεί αντίστοιχη διείσδυση στην αγορά εκτυπωτών και, βάσει αυτού του αριθμού, να συναχθούν περαιτέρω οι (ενδεχομένως) απόλυτοι αριθμοί πωλήσεων της προσφεύγουσας στον τομέα των εκτυπωτών. Κατά τα λοιπά, η κατά την προφορική διαδικασία αναφερθέντες αριθμοί πωλήσεων παρουσιάζουν σημαντικές διακυμάνσεις από έτος σε έτος, πράγμα που καταδεικνύει ότι πρόκειται για ευκαιριακές πωλήσεις. Ως προς τις ηλεκτρονικές γραφομηχανές, η προσφεύγουσα, αναφερόμενη στο χρονικό διάστημα της έρευνας στο πλαίσιο της αντίστοιχης διαδικασίας αντιντάμπινγκ ( 1η Απριλίου 1983 έως 31 Μαρτίου 1984, βλ. ψηφίο 6 του κανονισμού 3643/84 ( 63 )), παραδέχθηκε προφανώς τον χαρακτηρισμό αυτών των πωλήσεων ως ευκαιριακών και επομένως ακατάλληλων για τον προσδιορισμό της κανονικής αξίας.
128.
Τέλος, από το 1984 το κατ' εξοχήν μεγαλύτερο μέρος των πωλήσεων αφορά μηχανικές γραφομηχανές, οι οποίες δεν συγγενεύουν ούτε από τεχνολογικής ούτε από λειτουργικής απόψεως με εκτυπωτές, πράγμα που αποτελεί πρόσθετη δυσχέρεια για να συναχθούν από τις πωλήσεις ενός προϊόντος συμπεράσματα ως προς τις ενδεχόμενες πωλήσεις του άλλου προϊόντος.
129.
Ως προς το συμπέρασμα αυτό πρέπει επομένως να γίνει δεκτό ότι η βαλλόμενη από την προσφεύγουσα δεύτερη μέθοδος του άρθρου 2, παράγραφος 3, στοιχείο β, περίπτωση ii, δεν έπρεπε να εφαρμοσθεί, επειδή ο τρόπος αυτός ενεργείας, σε αντίθεση προς το πρώτο και δεύτερο εδάφιο της διατάξεως, δεν ήταν ο προσήκων. Δεδομένου ότι οι αιτιάσεις περί παραβάσεως του κώδικα και των αναφερομένων γενικών αρχών του δικαίου αφορούν το ίδιο πρόβλημα, δεν χρειάζεται να εξετασθούν χωριστά.
130.
Κατόπιν των όσων εξέθεσα σχετικά με τις πωλήσεις των γραφομηχανών ούτε η τρίτη ρητώς αναφερομένη μέθοδος μπορεί να ληφθεί υπόψη, οπότε πρέπει να στραφούμε στην αναφερόμενη στο άρθρο 2, παράγραφος 3, στοιχείο β, περίπτωση ii, ως τελευταία εναλλακτική δυνατότητα της γενικής ρήτρας, κατά την οποία η κανονική αξία πρέπει να προσδιορισθεί « με οποιαδήποτε άλλη εύλογη βάση ». Κατά συνέπεια, η κανονική αξία έπρεπε να υπολογισθεί βάσει των πραγματικών εξόδων που προέκυψαν κατά την εξαγωγή και ενός ευλόγου περιθωρίου κέρδους για την εξαγωγή και έτσι να διαπιστωθεί κατόπιν συγκρίσεως με την τιμή εξαγωγής αν η τελευταία αυτή τιμή αποτελούσε τιμή ντάμπινγκ ή όχι ( στην τελευταία περίπτωση επομένως αν επρόκειτο για οικονομικώς εύλογη τιμή ).
131.
Δεδομένου ότι αυτό δεν έγινε, αυτός δε ο τρόπος ενεργείας θα είχε ευνοϊκότερο αποτέλεσμα για την προσφεύγουσα, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της Nakajima που δεν αντικρούστηκαν, ο προσβαλλόμενος κανονισμός πρέπει να ακυρωθεί συμφωνα με το υποβληθέν αίτημα.
132.
Το συμπέρασμα αυτό δεν μεταβάλλεται, αν θεωρηθεί ως παρασχεθείσα η απόδειξη στην οποία αναφέρθηκε η προσφεύγουσα κατά την προφορική διαδικασία. Πράγματι, αυτό θα σήμαινε ότι κατά τον προσδιορισμό της κανονικής αξίας υπό το πρίσμα των εγχωρίων πωλήσεων, οι οποίες τότε θα λαμβάνονταν υπόψη, θα έπρεπε να ληφθεί ως βάση το ότι, εν πάση περιπτώσει, τα ΠΔΓ έξοδα της προσφεύγουσας έπρεπε να περιληφθούν αμετάβλητα στην κανονική αξία, τα δε μεγαλύτερα ΠΔΓ έξοδα άλλων ιαπωνικών επιχειρήσεων να μην ληφθούν υπόψη. Η μέθοδος αυτή είναι ασφαλώς αυτή που αναφέρεται ως τρίτη εναλλακτική δυνατότητα στο άρθρο 2, παράγραφος 3, στοιχείο β, περίπτωση ii, του νέου βασικού κανονισμού.
133.
Και εδώ επίσης θα πρέπει να γίνει δεκτή η προσφυγή, χωρίς να χρειαστεί να εξετασθούν χωριστά οι άλλες αιτιάσεις που αναφέρονται σ' αυτό το πρόβλημα.
134.
Ενόψει αυτού του συμπεράσματος, θα μπορούσα να σταματήσω τις προτάσεις μου στο σημείο αυτό. Χάριν πληρότητας όμως πρέπει να εξετασθούν και οι άλλες αιτιάσεις της προσφεύγουσας, σε περίπτωση που δεν θα υιοθετούσατε την άποψη μου.
135. β)
Η προσφεύγουσα προβάλλει εν προκειμένω και κατάχρηση εξουσίας (άρθρο 173, παράγραφος 1, τελευταία δυνατότητα, της Συνθήκης ΕΟΚ ) εκ μέρους του Συμβουλίου.
136.
Πριν εξετάσω τα προβαλλόμενα εν προκειμένω επιχειρήματα, επιθυμώ να υπομνήσω με συντομία τον ορισμό της καταχρήσεως εξουσίας κατά το κοινοτικό δίκαιο.
137.
Η κύρια περίπτωση καταχρήσεως εξουσίας συντρέχει, όταν οι κοινοτικές αρχές κάνουν χρήση των εξουσιών τους για την επίτευξη άλλων σκοπών από αυτούς που προβλέπονται στην αντίστοιχη ρύθμιση ( 64 ). Κατά τη νομολογία σχετικά με το άρθρο 33 της Συνθήκης ΕΚΑΧ, υφίσταται ομοίως κατάχρηση εξουσίας, όταν η αρχή, συνεπεία σοβαρής ελλείψεως προβλεπτικότητας ή προσοχής, που ισοδυναμεί με μη τήρηση του κατά νόμο σκοπού, επιδιώκει άλλους σκοπούς από αυτούς για τους οποίους της έχει παρασχεθεί εξουσία ( 65 ).
138.
Κατά τη γνώμη μου, η διαφορά μεταξύ των δύο αυτών εναλλακτικών περιπτώσεων συνίσταται στο ότι η κοινοτική αρχή στην μεν πρώτη περίπτωση ενεργεί εκ προθέσεως, στη δε δεύτερη σε τέτοιο βαθμό εξ αμελείας, ώστε να ισοδυναμεί με ενέργεια εκ προθέσεως ( 66 ).
139.
Για να γίνει δεκτή η αιτίαση περί καταχρήσεως εξουσίας ο προσφεύγων πρέπει να προσκομίσει αντικειμενικά, πειστικά και όχι αντιφατικά στοιχεία από τα οποία να είναι δυνατό να συναχθεί η ύπαρξη μιας τέτοιας συμπεριφοράς των αρχών ( 67 ).
140.
Βάσει αυτών των αρχών αποκλείεται η ύπαρξη καταχρήσεως εξουσίας στην προκειμένη περίπτωση.
141.
Από τις εξαιρετικά λεπτομερείς παρατηρήσεις ως προς το σημείο αυτό καταφαίνεται, αν αντιλαμβάνομαι ορθώς, ότι η προσφεύγουσα προσπαθεί να αποδείξει ότι επιδιώχθηκαν δύο μη καλυπτόμενοι από τον (παλαιό η και τον νέο ) βασικό κανονισμό σκοποί:
—
εκ προθέσεως προξένηση βλάβης στην προσφεύγουσα·
—
η αποφυγή διαδικασιών κατά τις οποίες άλλοι Ιάπωνες παραγωγοί θα μπορούσαν να επικαλεσθούν την παρούσα περίπτωση ως προηγούμενο.
142.
Η προσφεύγουσα θεωρεί καταρχάς ότι από τη συμπεριφορά των κοινοτικών αρχών μπορεί να συναχθεί μη άσκηση της διακριτικής τους εξουσίας. Επ' αυτού εκθέτει ότι οι κοινοτικές αρχές δεν έκαναν δεκτά τα αποδεικτικά στοιχεία που προσκόμισε η προσφεύγουσα σχετικά με την ιδιαίτερη διάρθρωση της. Δεν απάντησαν στο έγγραφο το οποίο περιείχε διευκρινίσεις ως προς την ιδιαίτερη διάρθρωση της, ούτε αιτιολόγησαν, κατόπιν της αιτήσεως της που περιείχε το έγγραφο αυτό, την επιλεγείσα μέθοδο για τον προσδιορισμό της κανονικής αξίας ( 68 ).
143.
Όσον αφορά καταρχάς την αιτίαση ως προς το ότι δεν έγιναν δεκτά τα απαδεικτικά στοιχεία, πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι οι κοινοτικές αρχές γνώριζαν επακριβώς τη διάρθρωση της προσφεύγουσας ήδη από τη διαδικασία που αφορούσε τις ηλεκτρονικές γραφομηχανές. Όπως ήδη διευκρίνισα, η πλάνη του Συμβουλίου δεν έγκειται στην εσφαλμένη εκτίμηση των περιστατικών, αλλά στις έννομες συνέπειες που συνήγαγε από αυτήν την — αναμφισβήτητη — κατάσταση.
144.
Όσον αφορά άλλα δύο επιχειρήματα, δεν μπορώ να συναγάγω από την έλλειψη απαντήσεως στο έγγραφο της προσφεύγουσας, της 2ας Σεπτεμβρίου 1988, καμία ένδειξη για την ύπαρξη καταχρήσεως εξουσίας, όπως την εννοεί η προσφεύγουσα. Αναφέρομαι συναφώς στο άρθρο 7, παράγραφος 4, στοιχείο γ, του νέου βασικού κανονισμού και σε όσα εκθέτω στο σημείο 28 των προτάσεών μου.
145.
Καθόσον η προσφεύγουσα προβάλλει ότι το Συμβούλιο χαρακτήρισε εσφαλμένως ως « συνήθη πρακτική » της Επιτροπής τον τρόπο του υπολογισμού, δεν διακρίνω κανένα στοιχείο εν προκειμένω από το οποίο μπορεί να συναχθεί η ύπαρξη καταχρήσεως εξουσίας. Κατά τη γνώμη μου, ο χαρακτηρισμός αυτός σημαίνει ότι η μέθοδος που εφαρμόστηκε σε άλλες επιχειρήσεις στο πλαίσιο της διαδικασίας σχετικά με τις εισαγωγές ηλεκτρονικών γραφομηχανών, η οποία αποτέλεσε το αντικείμενο της συζητήσεως ενώπιον του Δικαστηρίου, έπρεπε να εφαρμοσθεί και ως προς την προσφεύγουσα.
146.
Τέλος, όσον αφορά τον ισχυρισμό ότι η Επιτροπή, με ένα έγγραφο της 13ης Φεβρουαρίου 1989 ( 69 ), στήριξε τον υπολογισμό της κανονικής αξίας στο άρθρο 2, παράγραφος 4, του νέου βασικού κανονισμού, νομίζω ότι η έκφραση την οποία αφορά η αιτίαση, και η οποία ασφαλώς αναφέρεται σε μια άσχετη διάταξη, αποτελεί προφανώς συντακτικό σφάλμα. Εξάλλου, δεν είναι καθόλου σαφές ποια συμπεράσματα πρέπει να συναχθούν από ένα έγγραφο της Επιτροπής, το οποίο στάλθηκε πολύ χρόνο μετά τη θέσπιση του προσβαλλόμενου κανονισμού, όσον αφορά ενδεχόμενη κατάχρηση εξουσίας εκ μέρους του Συμβουλίου. Από το σύνολο των προεκτεθειμένων συνάγεται ότι ο λόγος προσφυγής που στηρίζεται στην κατάχρηση εξουσίας δεν μπορεί να γίνει δεκτός.
147. γ)
Η προσφεύγουσα προβάλλει στη συνέχεια ορισμένες άλλες αιτιάσεις, οι οποίες έχουν σχέση με την αρχή της ασφάλειας του δικαίου.
148. αα)
Συναφώς, η προσφεύγουσα επικαλείται ουσιαστικώς ότι η μέθοδος στην οποία στηρίζεται το εν λόγω μέτρο δεν εφαρμόσθηκε ως προς αυτήν στο πλαίσιο της διαδικασίας αντιντάμπινγκ σχετικά με ηλεκτρονικές γραφομηχανές. Αντιθέτως, η ιδιαίτερη διάρθρωση της ελήφθη κατ' επανάληψη υπόψη στο πλαίσιο αυτής της διαδικασίας. Σ' αυτό οφείλεται και η περάτωση αυτής της διαδικασίας ( 70 ). Οι κοινοτικές αρχές είχαν ρητώς αναγνωρίσει στο πλαίσιο της διαδικασίας αυτής την ιδιαίτερη διάρθρωση της. Συναφώς, επικαλείται τα εκτιθέμενα στο ψηφίο 5 της αναφερθείσας αποφάσεως περί περατώσεως της διαδικασίας, όπου, μεταξύ άλλων, αναφέρεται:
« Η Nakajima αντίθετα από όλες τις άλλες ιαπωνικές εταιρίες που αφορούσε η έρευνα σχετικά με τις ηλεκτρονικές γραφομηχανές καταγωγής Ιαπωνίας ( ήταν ) ουσιαστικά μόνο ένα εργοστάσιο που δεν διέθετε το παραδοσιακό δυναμικό πωλήσεων ή τις δομές πώλησης για οποιοδήποτε από τον περιορισμένο αριθμό προϊόντων που κατασκεύαζε. Η Nakajima πωλούσε τα προϊόντα της μόνο σε ελάχιστο αριθμό πελατών σε όλο τον κόσμο.
Επομένως θεωρήθηκε παράλογο να εφαρμοσθεί για τη Nakajima το ίδιο περιθώριο κέρδους με αυτό που αναφέρεται στον κανονισμό (ΕΟΚ) 1698/85, το οποίο καθορίστηκε για εταιρία με εντελώς διαφορετικά χαρακτηριστικά.
Κανένας άλλος εξαγωγέας που αφορούσε αυτή η διαδικασία και για τον οποίο ήταν δυνατό να καθορισθεί περιθώριο κέρδους επί των εγχωρίων πωλήσεων δεν είχε την ίδια δομή με αυτήν της Nakajima.
(...)
Η Nakajima υπέβαλε περαιτέρω αποδεικτικά στοιχεία, όσον αφορά ορισμένες άλλες πλευρές του υπολογισμού της κανονικής αξίας, ιδίως ορισμένα στοιχεία κόστους, την άμεση και έμμεση εργασία και την έρευνα και ανάπτυξη. Μετά από εξέταση, τα στοιχεία που υποβλήθηκαν θεωρήθηκαν αποδεκτά. »
149.
Περαιτέρω επικαλείται τους ισχυρισμούς του Συμβουλίου στην ήδη αναφερθείσα υπόθεση TEC, που συνοψίζονται στην έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση ως εξής ( 71 ):
«Όσον αφορά το περιθώριο κέρδους που καθορίστηκε τελικά, με την απόφαση της Επιτροπής της 12ης Φεβρουαρίου 1986, για την εταιρία Nakajima, το Συμβούλιο τονίζει ότι, όπως διευκρινίζεται στην απόφαση, η Nakajima, η οποία είναι ουσιαστικά ένα απλό εργοστάσιο που κατασκευάζει περιορισμένο αριθμό προϊόντων πωλουμένων σε περιορισμένο αριθμό πελατών και το οποίο δεν διαθέτει ούτε προσωπικό πωλήσεων ούτε, αυτή καθαυτή, οργάνωση πωλήσεων, δεν μοιάζει σε καμία από τις άλλες ενδιαφερόμενες εταιρίες. Το δε περιθώριο κέρδους μιας εταιρίας δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την κατασκευή της κανονικής αξίας άλλης εταιρίας παρά μόνον αν οι δύο εταιρίες είναι, σε γενικές γραμμές, ομοειδείς. Η προσφεύγουσα δεν αντέκρουσε επιτυχώς τα επιχειρήματα αυτά. »
150.
Τέλος, από την ίδια την απόφαση η οποία εκδόθηκε επί της αναφερομένης υποθέσεως, προκύπτει ότι το Δικαστήριο αναγνωρίζει τη διαφορετική μεταχείριση της οποίας έτυχε η προσφεύγουσα. Η προσφεύγουσα αναφέρεται στη σκέψη 18 της αποφάσεως αυτής, η οποία έχει ως εξής ( 72 ):
« Παρατηρείται σχετικά ότι, εφόσον η εξαίρεση της Nakajima από την ομάδα των εταιριών στις οποίες επιβλήθηκε οριστικός δασμός αντιντάμπινγκ απορρέει από την προαναφερθείσα απόφαση 86/34, η διάκριση υπέρ της Nakajima, ακόμα και αν αποδεικνυόταν, δεν θα μπορούσε να οδηγήσει σε ακύρωση του κανονισμού περί επιβολής οριστικού δασμού αντιντάμπινγκ στην TEC, δεδομένου ότι ο κανονισμός αυτός θεσπίστηκε βάσει κανονικώς γενομένων διαπιστώσεων κατά τη διάρκεια της έρευνας αντιντάμπινγκ και σύμφωνα με τους κανόνες του κανονισμού 2176/84. »
151.
Στην παρούσα διαδικασία, το Συμβούλιο διευκρίνισε την μεταβολή της μεθόδου ακόμα λέγοντας ότι η πείρα είχε αποδείξει ότι η εφαρμοσθείσα εν προκειμένω μέθοδος ήταν η πλέον κατάλληλη. Όσον αφορά την απόφαση επί της υποθέσεως TEC, το Συμβούλιο φρονεί ότι το Δικαστήριο δεν αποφάνθηκε επί της μεθόδου η οποία είχε εφαρμοσθεί ως προς την προσφεύγουσα, αλλά μόνο επί των θεσπισθέντων μέτρων αντιντάμπινγκ που αφορούσαν τις προσφεύγουσες στην υπόθεση αυτή.
152. ββ)
Από τον ισχυρισμό αυτό θα ήθελα να εξετάσω καταρχάς λεπτομερέστερα το σημείο που αναφέρεται στην ερμηνεία της αποφάσεως πουoεκδόθηκε επί της υποθέσεως TEC. Εν προκειμένω δεν μπορώ παρά να ευθυγραμμιστώ με το Συμβούλιο. Από τη χρησιμοποιούμενη στη σκέψη 18 της αποφάσεως TEC διατύπωση διαφαίνεται σαφώς ότι με αυτή χαρακτηρίζεται ως απαλλαγμένο ελαττωμάτων μόνο το προσβληθέν στη διαδικασία αυτή μέτρο ενώ παραμένει ανοικτό το ζήτημα της νομιμότητας της περατώσεως της διαδικασίας ως προς τη Nakajima.
153. γγ)
Στη συνέχεια πρέπει να εξετασθούν οι επί μέρους αιτιάσεις που διατυπώνονται σε σχέση με την ασφάλεια του δικαίου.
154. ( 1 )
Η προσφεύγουσα προβάλλει καταρχάς την ύπαρξη παραβιάσεως της αρχής της προστασίας των κεκτημένων δικαιωμάτων. Το ότι υφίσταται η αρχή αυτής στο κοινοτικό δίκαιο νομίζω ότι ενόψει της νομολογίας είναι σαφές ( 73 ). Το Δικαστήριο θεωρεί επίσης την ελευθερία ασκήσεως επαγγέλματος ως δικαίωμα προστατευόμενο στην έννομη τάξη της Κοινότητας ( 74 ).
155.
Αντιθέτως, κατ' εμέ, σε καμία περίπτωση δεν υφίσταται εν προκειμένω παράβαση του δικαίου από αυτή την άποψη.
156.
Σε περίπτωση που υιοθετήσετε στην προκειμένη περίπτωση την άποψη μου σχετικά με τον προσδιορισμό της κατασκευασμένης κανονικής αξίας, τότε και η τότε απόφαση είναι από αυτή την άποψη — με επιφύλαξη ως προς τις λεπτομέρειες του υπολογισμού — ορθή. Το έρεισμα για το ότι η κανονική αξία πρέπει στην προκειμένη περίπτωση να κατασκευασθεί, όπως το ζητεί η προσφεύγουσα, δεν αποτελεί εν τούτοις απόρροια του δικαιώματος που αποκτήθηκε βάσει μιας προηγούμενης αποφάσεως που ελήφθη κατά διακριτική εξουσία, αλλά εδράζεται (στον νέο) βασικό κανονισμό.
157.
Αν, αντιθέτως, θεωρήσετε ως μη νόμιμο τον τρόπο ενεργείας που υιοθετήθηκε ως προς την προσφεύγουσα στη διαδικασία εκείνη, ούτε και τότε μπορεί να θεωρηθεί ότι υφίσταται κεκτημένο δικαίωμα.
158.
Το ζήτημα τίθεται πράγματι μόνο αν ληφθεί ως βάση ότι οι δύο τρόποι ενεργείας καλύπτονται από τη διακριτική εξουσία των κοινοτικών αρχών. Εν τούτοις, ακόμη και στην περίπτωση αυτή το γεγονός και μόνο ότι οι κοινοτικές αρχές σε μια προηγούμενη χωριστή διαδικασία εφάρμοσαν, στο πλαίσιο της διακριτικής τους εξουσίας, τις σχετικές διατάξεις με ορισμένο τρόπο ή διατύπωσαν τη γνώμη τους επί του σημείου αυτού με συγκεκριμένο τρόπο στο πλαίσιο μιας διαδικασίας ενώπιον του Δικαστηρίου δεν θεμελιώνει από την άποψη της ελευθερίας ασκήσεως του επαγγέλματος καμία νομική αξίωση να ασκήσουν ( και πάλι ) τη διακριτική τους εξουσία σε μια μεταγενέστερη διαδικασία κατά τον ίδιο τρόπο. Η ορθότητα αυτής της θέσεως επιβεβαιώνεται από τρία βασικά σημεία που παρέχει η νομολογία. Καταρχάς, το Δικαστήριο διευκρίνισε στις δύο προαναφερθείσες αποφάσεις Hauer και Noid ότι το δικαίωμα ασκήσεως επαγγέλματος πρέπει να θεωρείται σε σχέση με την κοινωνική λειτουργία της προστατευόμενης δραστηριότητας. Για τον λόγο αυτό δικαιώματα αυτού του είδους προστατεύονται κατά κανόνα μόνο με την επιφύλαξη περιορισμών χάριν του δημοσίου συμφέροντος. Στην κοινοτική έννομη τάξη φαίνεται περαιτέρω δικαιολογημένη η επιφύλαξη ορισμένων περιορισμών ως προς τα δικαιώματα αυτά οι οποίοι δικαιολογούνται από τους στόχους της Κοινότητας που εξυπηρετούν το γενικό συμφέρον, εφόσον δεν θίγεται η ουσία των δικαιωμάτων. Όσον αφορά ειδικότερα την προστασία της επιχειρήσεως, η προστασία αυτή σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να επεκταθεί σε απλά συμφέροντα ή προοπτικές επιχειρηματικού χαρακτήρα, η αβεβαιότητα των οποίων ανήκει στην ουσία της οικονομικής δραστηριότητας.
159.
Στον τομέα της οργανώσεως των γεωργικών αγορών το Δικαστήριο συνήγαγε από αυτό το συμπέρασμα ότι μια επιχείρηση δεν μπορεί να επικαλεσθεί κεκτημένο δικαίωμα για τη διατήρηση ενός πλεονεκτήματος που προκύπτει για την επιχείρηση αυτή από τη θέσπιση κοινής οργανώσεως αγοράς και το οποίο απέλαβε μέχρι ενός ορισμένου χρονικού σημείου ( 75 ). Η νομολογία αυτή, η οποία στηρίζεται στο ευρύ πεδίο εκτιμήσεως που διαθέτουν οι κοινοτικές αρχές στο πλαίσιο της κοινής γεωργικής πολιτικής, είναι δυνατό να ισχύει και για την αντιντάμπινγκ πρακτική της Κοινότητας, επειδή και εν προκειμένω το Δικαστήριο δέχθηκε ότι τα κοινοτικά όργανα διαθέτουν παρόμοιο πεδίο εκτιμήσεως ( 76 )· αν καλύπτονται και οι δύο υπό κρίση τρόποι ενεργείας από την εξουσία εκτιμήσεως των κοινοτικών αρχών, τότε πρόκειται για περίπτωση εφαρμογής αυτής της ευρείας εξουσίας εκτιμήσεως.
160.
Σ' αυτό αντιστοιχούν περαιτέρω δύο άλλα χαρακτηριστικά της νομολογίας. Καταρχάς, νομίζω ότι η νομολογία — κατά λογική συνέπεια — εκκινεί από το ότι τα νομικά προβλήματα, τα οποία έχουν σχέση με την ευθυγράμμιση της συμπεριφοράς των επιχειρηματιών με προηγούμενες αποφάσεις των κοινοτικών αρχών που έχουν ληφθεί στο πλαίσιο της εξουσίας τους εκτιμήσεως, δεν πρέπει να εξετάζονται υπό το πρίσμα των κεκτημένων δικαιωμάτων, αλλά υπό το πρίσμα της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης ( 77 ), αυτό δε και σε σχέση ακριβώς με το δίκαιο του αντιντάμπινγκ της Κοινότητας ( 78 ). Περαιτέρω, τέλος το ουσιώδες πεδίο εντός του οποίου το Δικαστήριο εξετάζει λεπτομερώς αν κεκτημένα δικαιώματα χρήζουν προστασίας είναι το πεδίο της ανακλήσεως (ευνοϊκών) διοικητικών πράξεων ( 79 ). Συμπεραίνοντας, θεωρώ επομένως ότι η μεταβολή στην άσκηση της εξουσίας εκτιμήσεως εκ μέρους των κοινοτικών αρχών δεν σημαίνει παραβίαση κεκτημένου δικαιώματος της προσφεύγουσας.
161. (2)
Το αμέσως επόμενο σημείο αφορά το ζήτημα που θέτει η προσφεύγουσα αν η εν προκειμένω ασκηθείσα εξουσία εκτιμήσεως — εφόσον υφίσταται εξουσία εκτιμήσεως υπό την έννοια αυτή — συνιστά παραβίαση της αρχής της δικαιολογημένης εμπιστοσύψης, η οποία ως γνωστόν ισχύει αναμφισβήτητα από της αποφάσεως Töpfer ( 80 ) ως συστατικό στοιχείο του κοινοτικού δικαίου. Εν τούτοις, και ως προς το σημείο αυτό δεν μπορώ να συνταχθώ με την άποψη της προσφεύγουσας, ακόμη και αν οι δύο τρόποι ενεργείας θα καλύπτονταν από την εξουσία εκτιμήσεως των κοινοτικών αρχών.
162.
Στην περίπτωση αυτή πρέπει πράγματι να συμφωνήσουμε με το επιχείρημα του Συμβουλίου, κατά το οποίο η εμπιστοσύνη στη διατήρηση του τρόπου με τον οποίο ασκούνταν τότε η εξουσία εκτιμήσεως δεν τυγχάνει προστασίας. Εφόσον οι κοινοτικές αρχές απολαύουν ευρείας εξουσίας εκτιμήσεως, τότε δεν μπορούν οι ενδιαφερόμενοι, κατά πάγια νομολογία ( 81 ), να ευελπιστούν ότι θα διατηρηθεί το αρχικώς επιλεγέν μεσαίο το οποίο τα όργανα μπορούν να μεταβάλλουν στο πλαίσιο των εξουσιών τους. Με. άλλα λόγια, η άσκηση της εξουσίας εκτιμήσεως σε σχέση με μια (προηγούμενη) βιοτική κατάσταση δεν αποτελεί νομικώς αναγνωριζόμενο συνδετικό στοιχείο για την προστασία της εμπιστοσύνης των επιχειρηματιών. Η νομολογία αυτή — ας λεχθεί αυτό εδώ χάριν πληρότητας — δεν αντιστοιχεί σε ιδιομορφίες του δικαίου του αντιντάμπινγκ, αλλά στηρίζεται σε μια γενική νομική σκέψη, η οποία ισχύει εξίσου για την πολιτική εξωτερικού εμπορίου και τη γεωργική πολιτική και έχει μάλιστα μνημονευθεί στο πλαίσιο του υπαλληλικού δικαίου ( 82 ).
163.
Κατά συνέπεια, η προσφεύγουσα δεν μπορεί στην παρούσα περίπτωση να επικαλεσθεί την απόφαση 86/34, επειδή η ασκηθείσα με αυτή εξουσία εκτιμήσεως αφορούσε μια τελείως διαφορετική κατάσταση στο πλαίσιο μιας ξεχωριστής διαδικασίας και, επομένως, δεν προσφέρεται ως συνδετικό στοιχείο για την ύπαρξη δικαιολογημένης εμπιστοσύνης κατά την προαναφερθείσα νομολογία.
164.
Δεν διακρίνονται άλλα συνδετικά στοιχεία για την ύπαρξη δικαιολογημένης εμπιστοσύνης της προσφεύγουσας. 'Οπως και η ίδια παραδέχεται, στην προκειμένη περίπτωση εφαρμόσθηκε καθ' όλη τη διαδικασία η ίδια μέθοδος. Ούτε οι επιχειρηματικές πράξεις που ενδεχομένως διενεργήθηκαν με βάση την εμπιστοσύνη στην αρχική ερμηνεία θεμελιώνουν προστασία δικαιολογημένης εμπιστοσύνης. Αυτό θα μπορούσε να συμβεί μόνο αν η προσφεύγουσα είχε δεσμευθεί έναντι των κοινοτικών αρχών για τη διενέργεια αυτών των πράξεων ( 83 ).
165.
Επομένως, δεν ευσταθεί η αιτίαση περί παραβιάσεως της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης.
166. (3)
Η προσφεύγουσα θεωρεί τέλος ότι υφίσταται επίσης παραβίαση της αρχής του estoppel, επειδή παραπλανήθηκε από τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίστηκε στην προηγούμενη διαδικασία αντιντάμπινγκ.
167.
Όσον αφορά την ισχύ αυτής της γενικής αρχής στο κοινοτικό δίκαιο, το Δικαστήριο δεν έχει μέχρι στιγμής ασχοληθεί με την αρχή αυτή υπό το πρίσμα του διοικητικού δικαίου, το οποίο ενδιαφέρει εν προκειμένω, αλλά αποκλειστικά υπό το πρίσμα του διεθνούς δικαίου ( 84 ).
168.
Εν τούτοις, ακόμη και αν η αρχή αυτή, σύμφωνα με τον ορισμό που έδωσε ο γενικός εισαγγελέας Warner ( 85 ) και τον οποίο υιοθετεί η προσφεύγουσα, αποτελούσε μέρος του κοινοτικού δικαίου, θα πρέπει να μη γίνει δεκτή η ύπαρξη παραβιάσεως. Όπως ήδη διευκρίνισα, πρέπει να γίνει διάκριση μεταξύ της έννομης σχέσεως μεταξύ της Κοινότητας και της προσφεύγουσας που δημιουργήθηκε στο πλαίσιο της διαδικασίας εκείνης και της έννομης σχέσεως η οποία αποτελεί το αντικείμενο της παρούσας διαφοράς. Δεδομένου ότι οι κοινοτικές αρχές ενήργησαν με την ίδια μέθοδο από την αρχή της παρούσας διαδικασίας, δεν μπορεί να γίνει λόγος για παραπλάνηση εν προκειμένω της προσφεύγουσας.
169.
Σε καμία περίπτωση επομένως δεν μπορεί να γίνει δεκτή η ύπαρξη παραβιάσεως της αρχής του estoppel.
170. 3.
Ως συμπερασμα των μέχρι στιγμής διαπιστώσεων πρέπει να συναχθεί ότι στην προκειμένη περίπτωση δεν μπορεί μεν να αμφισβητηθεί το βάσιμο του νομικού ερείσματος του προσδιορισμού της κανονικής αξίας (άρθρο 2, παράγραφος 3, στοιχείο β, περίπτωση ii, του νέου βασικού κανονισμού ), εν τούτοις όμως η συγκεκριμένη εφαρμογή του από το Συμβούλιο συνιστά παράβαση του κανονισμού αυτού. Αντιθέτως, οι υπόλοιπες αιτιάσεις που διατυπώνονται για τον προσδιορισμό της κατασκευασμένης κανονικής αξίας δεν ευσταθούν.
III — Τιμή εξαγωγής
171.
Η προσφεύγουσα δεν προβάλλει κανενός είδους αιτιάσεις σε σχέση με τον προσδιορισμό της τιμής εξαγωγής.
IV — ζύγκριαη μεταξύ κανονικής αξίας και τιμής εξαγωγής
172.
Η προσφεύγουσα θεωρεί τη διενεργηθείσα σύγκριση μεταξύ κανονικής αξίας και τιμής εξαγωγής ως μη νόμιμη για δύο λόγους.
173. 1.
Πράγματι, η προσφεύγουσα φρονεί ότι το Συμβούλιο με τον τρόπο που εφάρμοσε τον νέο βασικό κανονισμό παρέβη το άρθρο 2, παράγραφος 6, του κώδικα αντιντάμπινγκ. Συγκεκριμένα, δεν συνέκρινε την κατασκευασμένη κανονική αξία με την τιμή εξαγωγής στο πλαίσιο του ίδιου εμπορικού σταδίου. Η τιμή εξαγωγής προσδιορίστηκε ως τιμή έξοδος από το εργοστάσιο, ενώ η κανονική αξία υπολογίστηκε με βάση της τιμής διανομής ή μεταπωλήσεως μέσω μιας κατασκευασμένης αξίας στην οποία ελήφθησαν υπόψη τα ΠΔΓ έξοδα και τα κέρδη τρίτων επιχειρήσεων, οι οποίοι προέβησαν σε πωλήσεις κατά το επόμενο στάδιο του σταδίου « έξοδος από το εργοστάσιο ». Ο περιορισμός των διενεργηθεισών προσαρμογών στα έξοδα πωλήσεως υπό την μορφή προμηθειών και μισθών του προσωπικού πωλήσεων, με ταυτόχρονη διατήρηση του συνόλου των υπόλοιπων γενικών εξόδων και εξόδων πωλήσεων, καθώς και του μέρους των κερδών που προκύπτουν από πωλήσεις που διενεργήθηκαν κατά το επόμενο στάδιο του σταδίου « έξοδος από το εργοστάσιο » συνεπάγεται ότι έγινε σύγκριση μεταξύ της πραγματικής τιμής εξαγωγής « έξοδος από το εργοστάσιο » και της κανονικής αξίας, η οποία προσαρμόστηκε εξαιρετικά ατελώς, ώστε να μπορούσε να θεωρηθεί ότι βρισκόταν στο ίδιο στάδιο εμπορίας.
174.
Σύμφωνα με την άποψη μου ως προς τον υπολογισμό της κατασκευασμένης αξίας, η αιτίαση αυτή στερείται αντικειμένου, επειδή κατά την άποψη αυτή έπρεπε οπωσδήποτε να αποτελέσει αντικείμενο συγκρίσεως, όσον αφορά την κανονική αξία, ένα τελείως διαφορετικά υπολογισμένο αριθμητικό στοιχείο. Αν αντιθέτως πρέπει να θεωρηθεί ορθώς ο προσδιορισμός της κανονικής αξίας, τότε η παρούσα αιτίαση πρέπει να απορριφθεί. Συναφώς αναφέρομαι κατ' ουσίαν σε όσα εξέθεσα σχετικά με το κύρος του άρθρου 2, παράγραφος 3, στοιχείο β, περίπτωση ii, του νέου βασικού κανονισμού — σε σχέση με το άρθρο 2, παράγραφος 6 του κώδικα αντιντάμπινγκ. Απομένει να προσθέσω ότι η προσφεύγουσα — πράγμα που δεν αμφισβήτησε αναφορικά με αντίστοιχους ισχυρισμούς του Συμβουλίου και της Επιτροπής ούτε κατά τη γραπτή ούτε κατά την προφορική διαδικασία — δεν διατύπωσε κανένα αίτημα καθ' όλη τη διάρκεια της διοικητικής διαδικασίας, π.χ. για τη διενέργεια των απαραίτητων προσαρμογών. Επομένως, μπορεί να τεθεί το ζήτημα ενόψει του άρθρου 2, παράγραφος 9, στοιχείο β, του νέου βασικού κανονισμού, αν και σε ποιες περιπτώσεις οφείλει το Συμβούλιο να προβεί είτε από μόνο του είτε κατόπιν αιτήσεως σε προσαρμογές. Εν πάση περιπτώσει, η προσφεύγουσα δεν προέβη σε καμία διευκρίνιση από την οποία να προκύπτει, ενόψει των όσων εξέθεσα σε σχέση με το κύρος του άρθρου 2, παράγραφος 3, στοιχείο β, περίπτωση ii, στη νέα του διατύπωση, η ανάγκη προσαρμογών σε μεγαλύτερη έκταση από αυτή στην οποία αναμφιβόλως προέβη από μόνο του το Συμβούλιο.
175. 2.
Η προσφεύγουσα θεωρεί, επομένως, ότι η σύγκριση μεταξύ κανονικής αξίας και τιμής εξαγωγής δεν διενεργήθηκε ορθώς, επειδή η κοινοτική αρχή προέβη εσφαλμένως σε διάκριση μεταξύ OEM προϊόντων και μη OEM προϊόντων ( 86 ). Δεδομένου ότι όλα τα προϊόντα της πωλούνται στο στάδιο έξοδος από το εργοστάσιο, το γεγονός ότι της καταλογίζονται έξοδα διανομής αποτελεί πραγματική πλάνη, ικανή να παραποιήσει τη σύγκριση και, επομένως, τη διαπίστωση του περιθωρίου ντάμπινγκ. 'Οσον αφορά ειδικότερα τις OEM πωλήσεις, το γεγονός ότι λαμβάνονται υπόψη έξοδα διανομής καθέτως συνδεδεμένων επιχειρήσεων συνεπάγεται υπερεκτίμηση των ΠΔΓ εξόδων της προσφεύγουσας. Τα έξοδα αυτά, των οποίων η κοινοτική αρχή έχει άμεση γνώση βάσει επιτοπιων ερευνών, είναι χαμηλότερα από 5 %, ενώ το Συμβούλιο εφήρμοσε ως προς αυτήν συντελεστή πλέον του 15 %.
176.
Στην πραγματικότητα το πρόβλημα αυτό δεν αφορά τη σύγκριση αλλά τον προσδιορισμό της κανονικής αξίας. Η προσφεύγουσα παραδέχεται πράγματι ότι στην περίπτωση των OEM πωλήσεων διενεργήθηκε σύγκριση κατά το ίδιο στάδιο εμπορίας. Επομένως, η προσφεύγουσα προσπαθεί με το επιχείρημα αυτό να επιτύχει απλώς το να μην περιληφθούν στην κανονική αξία τα έξοδα τα οποία προκύπτουν σε περίπτωση παρουσίας στην ιαπωνική αγορά, αλλά τα δικά της συγκεκριμένα έξοδα. Ο ισχυρισμός αυτός ευσταθεί μεν, κατά τη γνώμη μου, όπως ήδη διευκρίνισα, δεν αφορά όμως τη σύγκριση μεταξύ κανονικής αξίας και τιμής εξαγωγής.
177.
Εξάλλου, αν θεωρηθεί ότι η κανονική αξία προσδιορίστηκε ορθώς, η προσφεύγουσα δεν αντέκρουσε τον ισχυρισμό του Συμβουλίου ότι η διανομή με το δικό της εμπορικό σήμα προκαλεί καταρχήν μεγαλύτερα έξοδα απ' ό,τι η διανομή εκτυπωτών ως OEM προϊόντων, πράγμα που δικαιολογεί τη διαφοροποίηση και — σε σχέση με τη σύγκριση — συνεπάγεται ανταποκρινόμενη προς την πραγματικότητα αντιπαράθεση των δύο κατηγοριών πωλήσεων ( στη χώρα εξαγωγής και στη χώρα εισαγωγής ) ( βλ. π.χ. το άρθρο 2, παράγραφος 10, στοιχείο γ, περίπτωση iv ). Περαιτέρω, δεν αμφισβήτησε — εκτός από την άποψη του προσδιορισμού της κανονικής αξίας που εξετάστηκε αμέσως προηγουμένως — ούτε την επιλογή των άλλων επιχειρήσεων που ελήφθησαν υπόψη για τον υπολογισμό.
178.
Υπ' αυτές τις περιστάσεις, δεν μπορούν να γίνουν δεκτοί οι ισχυρισμοί της προσφεύγουσας ούτε προς το σημείο αυτό. Επομένως, καταλήγω στο συμπέρασμα ότι και οι δύο αιτιάσεις, οι οποίες αφορούν τη σύγκριση μεταξύ κανονικής αξίας και τιμής εξαγωγής, πρέπει να απορριφθούν.
V — Ζημία
179.
Και ως προς το σημείο αυτό επίσης θα ήθελα να διατυπώσω τις σκέψεις μου απλώς επικουρικώς για την περίπτωση κατά την οποία το Δικαστήριο δεν κάνει δεκτή την προσφυγή σε σχέση με τον προσδιορισμό της κανονικής αξίας.
180. 1.
Η προσφεύγουσα προβάλλει μια σειρά αιτιάσεων σχετικά με το ότι ο προσβαλλόμενος κανονισμός καθορίζει σαφώς στις αιτιολογικές σκέψεις 41 έως 46 τα τέσσερα μέλη του Europrint ως συμμετέχοντες στην « κοινοτική βιομηχανία ». Κατά την άποψη της, στο πλαίσιο των σκέψεων που διατυπώνονται στην αιτιολογική σκέψη 45 του προσβαλλόμενου κανονισμού έχουν παρεισφρήσει εσφαλμένες διαπιστώσεις ή κρίσεις ως προς τα πραγματικά περιστατικά. Επομένως, κακώς οι κοινοτικές αρχές έλαβαν ως δεδομένο ότι και τα τέσσερα μέλη του Europrint πληρούν από κοινού τις προϋποθέσεις του άρθρου 4, παράγραφος 5, του βασικού κανονισμού' επί πλέον, κατ' αυτόν τον τρόπο καθίσταται η διαπίστωση της ζημίας εσφαλμένη στο σύνολό της.
181. α)
Η προσφεύγουσα φρονεί κατά πρώτον ότι οι εταιρίες Mannesmann-Tally και Philips έπρεπε να εξαιρεθούν από τον κύκλο των παραγωγών κατά την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 5, του βασικού κανονισμού. Αναφέρεται συναφώς στα αριθμητικά στοιχεία μιας μελέτης που εκπόνησε η εταιρία Ernst and Whinney Conseil. H μελέτη αυτή (στο εξής: μελέτη Ε & W) δόθηκε κατόπιν παραγγελίας του Committee of Japanese Printers για τους σκοπούς της προκειμένης διαδικασίας αντιντάμπινγκ και αφορά διάφορα ζητήματα του προβλήματος της ζημίας. Από τα αριθμητικά αυτά στοιχεία προκύπτει ότι ο όγκος των OEM εισαγωγών σε σχέση με την ιδία παραγωγή της εταιρίας Mannesmann-Tally ανέρχεται σε 75,8 %, της δε εταιρίας Phipips σε 259,27 0/0. Ενόψει αυτού του πολύ υψηλού μέρους των OEM εισαγωγών, δεν μπορούν πλέον αυτές να θεωρηθούν ως νόμιμα μέτρα άμυνας των οικείων επιχειρήσεων, όπως υποστηρίζεται στην παράγραφο 41 του προσβαλλόμενου κανονισμού.
182.
Η αιτίαση αυτή αφορά επομένως τη διαπίστωση των πραγματικών περιστατικών κατά την εφαρμογή του άρθρου 4, παράγραφος 5, πρώτη περίπτωση, του βασικού κανονισμού, όπου αναφέρεται:
« Όταν οι παραγωγοί συνδέονται με τους εξαγωγείς ή τους εισαγωγείς ή είναι οι ίδιοι εισαγωγείς του προϊόντος που θεωρείται ότι αποτελεί αντικείμενο ντάμπινγκ ή επιδοτήσεων, η έκφραση “ κλάδος παραγωγής της Κοινότητας” μπορεί να ερμηνεύεται ως αναφερόμενη στους λοιπούς παραγωγούς. »
183.
Εντούτοις, κατά την άποψη μου, οι υπολογισμοί στους οποίους προέβη η προσφεύγουσα δεν δημιουργούν καμία αμφιβολία ως προς την ορθότητα των ποσοστών που αναφέρονται στην παράγραφο 45, τα οποία κατά τους ισχυρισμούς του Συμβουλίου ελήφθησαν από τα λογιστικά βιβλία τριών μελών του Europrint που διενεργούν εισαγωγές OEM.
184.
Καταρχάς θεωρώ σημαντική τη διαπίστωση ότι το άρθρο 4, παράγραφος 5, του βασικού κανονισμού στηρίζεται όχι στο μερίδιο των πωλήσεων των οικείων επιχειρήσεων εντός της κοινοτικής αγοράς, αλλά στο « σύνολο των παραγωγών (... ) μέσα στην Κοινότητα » των οικείων εμπορευμάτων ( 87 ). Αυτό φαίνεται να στηρίζεται στη σκέψη ότι τα μειονεκτήματα από απόψεως πολιτικής οικονομίας, τα οποία μπορούν να προκύψουν στον τομέα των εισαγωγών με ντάμπινγκ ( εν προκειμένω στην Κοινότητα ) δεν αποτελούν μόνο ζήτημα του μεριδίου αγοράς αυτών των επιχειρήσεων, η εξέλιξη του οποίου λαμβάνεται υπόψη με το άρθρο 4, παράγραφος 2, στοιχείο γ, αλλά και της συμβολής σε συνάρτηση με τη σημασία της παραγωγής (σε σχέση με τη συνολική παραγωγή) στο προϊόν του φόρου, στην αποσυμφόρηση της αγοράς εργασίας και σε άλλα γενικώς οικονομικά πλεονεκτήματα.
185.
Το Συμβούλιο δεν υπερέβη επομένως, κατά τη γνώμη μου, τη διακριτική του εξουσία, στηριζόμενο, όπως προκύπτει από την παράγραφο 45 του προσβαλλόμενου κανονισμού, κατά την απόφαση του να συμπεριλάβει τους τρεις εισαγωγούς στον βιομηχανικό κλάδο της Κοινότητας, επί του μέρους που αντιπροσώπευαν τα προϊόντα OEM — κατά κάποιο τρόπο ως υποκατάστατο για την ίδια παραγωγή — στο συνολικό αριθμό προϊόντων ιδίας παραγωγής και προϊόντων OEM.
186.
Τα αριθμητικά στοιχεία που προσκόμισε η προσφεύγουσα αφορούν εν τούτοις, αφενός μεν, μόνο τη σχέση μεταξύ των πωλήσεων στην κοινοτική αγορά OEM προϊόντων, αφετέρου δε, των ιδίων προϊόντων.
187.
Είναι φανερό ότι ένας τέτοιος υπολογισμός μπορεί να καταλήξει σε τελείως διαφορετικά αποτελέσματα απ' ό,τι ο υπολογισμός στον οποίο προέβη το Συμβούλιο. Πράγματι δεν πωλείται απαραίτητα κάθε παραγόμενη μονάδα ούτε και κάθε πώληση αφορά κατ' ανάγκη την κοινοτική αγορά. 'Ετσι, γνωρίζουμε από την προσκομισθείσα από την ίδια την προσφεύγουσα μελέτη Ε & W ότι οι περιλαμβανόμενες στις τρεις OEM εταιρίες εισαγωγών HISI και Phipips εφοδιάζουν επίσης και άλλες αγορές εκτός από την κοινοτική αγορά ( 88 ). Περαιτέρω, στην παράγραφο 54 του προσβαλλόμενου κανονισμού τονίζεται ότι τα αποθέματα μη πωληθέντων κρουστικών εκτυπωτών χαρακτήρα με πίνακα κουκκίδων των παραγωγών εντός της Κοινότητας αυξήθηκαν ταχύτερα μεταξύ του 1983 και του 1986 απ' ό,τι οι πωλήσεις.
188.
Το ότι δεν ευσταθεί ως προς το σημείο αυτό ο ισχυρισμός της προσφεύγουσας προκύπτει επίσης και από το ότι η προσφεύγουσα βάσει των αναφερομένων στην παράγραφο 45 ποσοστών και των παραδόσεων προϊόντων OEM που αναφέρονται στην μελέτη Ε & W υπολογίζει συνολική παραγωγή των τεσσάρων μελών του Europrint για το 1986 (461681 μονάδες) η οποία υπερβαίνει κατά πολύ τον αριθμό που προκύπτει από την παράγραφο 47 του προσβαλλόμενου κανονισμού ως προς όλους τους κοινοτικούς παραγωγούς — όχι μόνο τα μέλη του Europrint ( 89 ). Στην πραγματικότητα οι αναφερόμενοι στην παράγραφο 47 αριθμοί αφορούν τις πωλήσεις στην κοινοτική αγορά. Αντιστοίχως, από τη μελέτη Ε & W, από την οποία προέρχονται προφανώς τα αριθμητικά στοιχεία που αναφέρονται στην παράγραφο 47, προκύπτει για το 1986 πολύ μικρότερος αριθμός πωλήσεων των 4 μελών του Europrint στην κοινοτική αγορά ( 309920 μονάδες) ( 90 ).
189.
Βάσει των προαναφερθεισών σκέψεων δεν διακρίνω κανένα λόγο που να δικαιολογεί αμφιβολίες ως προς τη διαπίστωση των περιστατικών στην οποία στηρίζεται η παράγραφος 45 του προσβαλλόμενου κανονισμού.
190. β)
Η προσφεύγουσα διακρίνει ένα περαιτέρω ελάττωμα στη διαπίστωση των πραγματικών περιστατικών, καθόσον οι εισαγωγές OEM των εταιριών Mannesmann-Tally και Philips, διαφορετικά απ' ό,τι εκτίθεται στην παράγραφο 45 του προσβαλλόμενου κανονισμού, δεν περιλαμβάνονται όλες στο κατώτερο αλλά εν μέρει και στο μεσαίο τμήμα της αγοράς, όπως καθορίζονται τα τμήματα αυτά στη μελέτη Ε & W. Από αυτό συνάγει η προσφεύγουσα το περαιτέρω συμπέρασμα ότι δεν πρόκειται για εισαγωγές σχετικά μικρού όγκου, πράγμα το οποίο αποτελεί προϋπόθεση κατά τη νομολογία ( 91 ) για να περιλαμβάνονται οι εισαγωγείς OEM στον βιομηχανικό κλάδο της Κοινότητας.
191.
Όσο αφορά το τελευταίο αυτό συμπέρασμα, επιθυμώ να το απορρίψω αμέσως, επειδή δεν βλέπω κατά πόσο μπορεί να συναχθεί από ενδεχόμενη πλάνη ως προς το διαχωρισμό της αγοράς η ύπαρξη πλάνης ως προς τον καθορισμό του αριθμού των εισαχθεισών μονάδων.
192.
Κατά τα λοιπά, πάντως, δεν μπορεί να μη ληφθεί τελείως υπόψη αυτή η αιτίαση, δεδομένου ότι το Συμβούλιο στην παράγραφο 45 τόνισε ιδιαιτέρως το ότι οι εισαγωγές OEM περιλαμβάνονται στο κατώτερο τμήμα της αγοράς. Στην παράγραφο αυτή αναφέρεται πράγματι: « Η Επιτροπή έκρινε σχετικά ότι αυτοί οι εισαγόμενοι εκτυπωτές ανήκουν όλοι στην κατηγορία των εκτυπωτών χαμηλής ποιότητας (όπως ορίζεται στη μελέτη της Ernst and Whinney Conseil). Αυτό το τμήμα της αγοράς είναι το σημαντικότερο τμήμα της αγοράς εκτυπωτών και έχει πρόσφατα αναπτυχθεί σημαντικά με ταχύτερο ρυθμό σε σύγκριση με το σύνολο της αγοράς. Επιπλέον, οι κοινοτικοί παραγωγοί επιθυμούσαν να ξανακερδίσουν τα μερίδιά τους στην αγορά που είχαν απολέσει με την εγκατάλειψη της δικής τους παραγωγής στον τομέα αυτό. Δεν είναι δυνατό, κατά συνέπεια, να θεωρηθεί ότι ο όγκος, η αξία και η αύξηση των εισαγωγών αυτών ήταν δυσανάλογοι προς τα επίπεδα της δικής τους παραγωγής. »
193.
Το Συμβούλιο εκθέτει ότι στην παράγραφο 45 περιέχεται μία παραδρομή από απόψεως διατυπώσεως, καθόσον δεν εννοείται ο διαχωρισμός της αγοράς σε τμήματα βάσει της μελέτης Ε & W αλλά βάσει της μελέτης του ινστιτούτου έρευνας της αγοράς IMV Info Marketing. Περαιτέρω, το Συμβούλιο επαναλαμβάνει τις παρατηρήσεις του ως προς το πρόβλημα ποια προϊόντα εμπίπτουν εν προκειμένω στην έννοια του « ομοειδούς εμπορεύματος » και φρονεί ότι κάθε διαχωρισμός της αγοράς σε τμήματα είναι αυθαίρετος και τυχαίος επειδή δεν υπάρχει κανένας γενικός αποδεκτός ορισμός των τμημάτων. Περαιτέρω, τονίζει ότι οι εταιρίες Philips και Mannesmann-Tally είχαν εγκαταλείψει, σύμφωνα με τη μελέτη Ε & W, από το 1984 την ίδια παραγωγή, η Philips δε και την παραγωγή στο μεσαίο τμήμα της αγοράς έτσι ώστε ενόψει των λόγων που αναφέρονται στην παράγραφο 46, στην οποία γίνεται αναφορά στις παραγράφους 63 έως 67 του κανονισμού περί προσωρινού δασμού, δεν ήταν δυνατόν οι εισαγωγές της εταιρίας Philips στο μεσαίο τμήμα να έχουν επίδραση στον ορισμό του βιομηχανικού κλάδου της Κοινότητας. Η προσφεύγουσα θεωρεί ότι υφίσταται αντίφαση μεταξύ της τονιζόμενης από το Συμβούλιο αβεβαιότητας στην οριοθέτηση των τμημάτων της αγοράς και της εκτιμήσεως σχετικά με τον προσωρινό δασμό που περιέχεται στην παράγραφο 64 του κανονισμού και κατά την οποία ο κατασκευαστής κρουστικών εκτυπωτών χαρακτήρων με πίνακα κουκκίδων έπρεπε για να προασπίσει τη θέση του στην αγορά να προσφέρει μία πλήρη σειρά εκτυπωτών, αυτό δε ως προς όλα τα τμήματα της αγοράς.
194.
Βάσει αυτών των παρατηρήσεων, νομίζω ότι πρέπει να θεωρηθεί αναμφισβήτητο ότι τα προϊόντα OEM χρησιμεύουν για την ολοκλήρωση όλης της σειράς των προϊόντων των εισαγωγέων. Η αντιδικία περιορίζεται σε τελευταία ανάλυση στο ζήτημα κατά ποιο τρόπο πρέπει να διαχωρισθεί σε τμήματα η αγορά και, κατά συνέπεια, πώς πρέπει να υπάγονται τα εισαγόμενα προϊόντα σ' αυτά τα τμήματα. Πράγματι, από αυτό συνάγεται ότι δεν διαθέτουμε εν προκειμένω κανένα στοιχείο σχετικά με το λάθος που προβάλλει η προσφεύγουσα ως προς τη διαπίστωση των πραγματικών περιστατικών. Εξάλλου, τα λεχθέντα σχετικά με την υπαγωγή των εισαχθέντων OEM εκτυπωτών στο κατώτερο τμήμα της αγοράς πρέπει να θεωρηθούν βάσει της περαιτέρω σκέψεως του Συμβουλίου, κατά την οποία οι εισαχθέντες εκτυπωτές αποτελούν ολοκλήρωση της σειράς των προϊόντων των εισαγωγέων κατασκευαστών, δηλαδή ότι προορίζονται να αντικαταστήσουν παρόμοια εμπορεύματα, την παραγωγή των οποίων αυτοί οι ίδιοι εγκατέλειψαν. Αυτό ακριβώς τονίζει το Συμβούλιο τόσο στην παράγραφο 43 όσο και και στην παράγραφο 45 του προσβαλλόμενου κανονισμού. Απ' αυτό συνάγεται ότι η υπαγωγή αυτών καθεαυτών των OEM προϊόντων σε ορισμένο τμήμα της αγοράς δεν αποτελεί μέχρις ενός ορισμένου σημείου καμία αυτοτελή κρίση, ενδεχόμενη ανακρίβεια της οποίας μπορεί να επηρεάσει την απάντηση στο ερώτημα αν ορισμένοι ή όλοι οι κατασκευαστές, οι οποίοι προβαίνουν σε εισαγωγές OEM, πρέπει να αποκλεισθούν από τον βιομηχανικό κλάδο της Κοινότητας.
195.
Κατόπιν των ανωτέρω, ο ισχυρισμός της προσφεύγουσας ότι όλα τα εισαχθέντα προϊόντα OEM ανήκουν στο κατώτερο τμήμα της αγοράς πρέπει ν' απορριφθεί.
196. γ)
Πριν εξετάσω τα επιχειρήματα της προσφεύγουσας σχετικά με τη σημασία και αύξηση του κατώτερου τμήματος της αγοράς, επιθυμώ να ασχοληθώ ακόμη με συντομία, σε σχέση με τα όσα ήδη ελέχθησαν, με τα δύο επιχειρήματα που προβλήθηκαν με το υπόμνημα απαντήσεως, ότι δηλαδή δεν απαιτείται πλήρης σειρά προϊόντων και δεν αποδείχθηκε η ανάγκη εγκαταλείψεως του κατώτερου τμήματος της αγοράς από τις εν λόγω τρεις επιχειρήσεις. Τα επιχειρήματα αυτά δεν περιέχονται στο δικόγραφο της προσφυγής και, επομένως, νομίζω ότι προβάλλονται οψίμως. Επιπλέον όμως είναι και αβάσιμα. Όσον αφορά την ανάγκη πλήρους σειράς προϊόντων, η προσφεύγουσα αναφέρεται, έναντι των επιχειρημάτων τα οποία συνοψίζει επί του σημείου αυτού το Συμβούλιο, στην παράγραφο 43 του προσβαλλόμενου κανονισμού απλώς και μόνο στο ότι αυτή η ίδια προσφέρει μόνο εκτυπωτές του κατώτερου τμήματος. Αντιθέτως, το Συμβούλιο στηρίζεται ορθώς στο ότι οι περισσότεροι ευρωπαίοι και Ιάπωνες κατασκευαστές μπορούν να προσφέρουν μία πλήρη σειρά προϊόντων. Η κατάσταση της προσφεύγουσας χαρακτηρίζεται πράγματι από την ιδιομορφία ότι πωλεί το μεγαλύτερο μέρος της παραγωγής της ως προϊόντα OEM πράγμα που σημαίνει ότι αφήνει τη φροντίδα της συμπληρώσεως της σειράς προϊόντων στον εισαγωγέα κατασκευαστή.
197.
Όσον αφορά το ζήτημα της ανάγκης εγκαταλείψεως του κατώτερου τμήματος της αγοράς, παραπέμπω στις σκέψεις που διατύπωσα σχετικά με τη σημασία που έχει ο διαχωρισμός της αγοράς σε τμήματα στο πλαίσιο των εκτιμήσεων στις οποίες προέβη το Συμβούλιο. Επιπλέον, από τη μελέτη Ε & W ( 92 ) καθίσταται σαφές ότι η κατάσταση της εταιρίας Olivetti, σε αντίθεση προς την άποψη της προσφεύγουσας, κατά κανένα τρόπο δεν θέτει εν αμφιβόλω τα συμπεράσματα τα οποία συνήγαγε το Συμβούλιο. Αφού η Olivetti εξακολούθησε να εκπροσωπείται το 1983 με μερίδιο αγοράς 5% του κατώτερου τμήματος, ανέστειλε η επιχείρηση το 1984 όλες τις πωλήσεις αυτού του τμήματος, τις επανέλαβε πάντως το 1985 και πέτυχε έτσι μερίδιο αγοράς 6 %. Το 1986 μειώθηκε ο απόλυτος αριθμός των πωλήσεων έναντι του 1985, παρά την αυξητική τάση της αγοράς (όπως προκύπτει από την παράγραφο 47 του προσβαλλόμενου κανονισμού σε αντιστοιχία προς τη μελέτη Ε & W), κατά περίπου 11300 τεμάχια ή 29 %.
198.
Και αυτές επίσης οι αιτιάσεις πρέπει, κατά συνέπεια, να απορριφθούν.
199. δ)
Η προσφεύγουσα φρονεί στη συνέχεια ότι το Συμβούλιο δεν εκτίμησε ορθώς τις περιστάσεις σχετικά με τη σημασία και την αύξηση του κατώτερου τμήματος. Αντίθετα από τα εκτιθέμενα στην παράγραφο 45 του προσβαλλόμενου κανονισμού, το 1986η συμμετοχή του μεσαίου τμήματος στις συνολικές πωλήσεις ήταν, κατά τη μελέτη Ε & W 54,1 %, ενώ η συμμετοχή του κατώτερου τμήματος ήταν μόνο 38,6 %. Εξάλλου, κατά το χρονικό διάστημα μεταξύ 1985 και 1986 αντιστοιχεί σε συνολική αύξηση της αγοράς κατά 38 % αύξηση του κατώτερου τμήματος 17 %, ενώ μεταξύ 1984 και 1986 αυξήθηκαν το κατώτερο τμήμα και η συνολική αγορά εξίσου κατά 88 % ( 93 ).
200.
Κατά τη γνώμη μου, όλα αυτά τα επιχειρήματα είναι ασήμαντα. Καταρχάς, φρονώ ότι το Συμβούλιο ορθώς χαρακτήρισε ως μέτρα άμυνας των εισαγωγέων τις εισαγωγές OEM, εφόσον η σημασία και η αύξηση του τμήματος της αγοράς στο οποίο περιλαμβάνονται οι εισαχθέντες εκτυπωτές δεν μπορούσαν να θεωρηθούν ως ασήμαννες. Παρ' όλες τις επιφυλάξεις ως προς τη δυνατότητα διαχωρισμού της αγοράς σε τμήματα βάσει γενικώς ανεγνωρισμένων κριτηρίων, θεωρώ καταρχάς ένα ποσοστό ( του τμήματος ) 38,6 % επί της συνολικής αγοράς επαρκές για να γίνει δεκτό ότι το Συμβούλιο ήταν σε θέση να θεωρήσει το γεγονός αυτό ως ένδειξη για την ύπαρξη μέτρου άμυνας των εισαγωγέων χωρίς να υπερβεί την εξουσία του εκτιμήσεως.
201.
Όσον αφορά την αύξηση του κατώτερου τμήματος της αγοράς, από τη μελέτη Ε & W ( 94 ) συνάγεται ότι το κατώτερο και το μεσαίο τμήμα κατά τα έτη 1983 έως 1986 αυξήθηκαν από έτος σε έτος με διαφορετικούς ρυθμούς, άλλοτε ταχύτερα και άλλοτε βραδύτερα από τη συνολική αγορά, ενώ το ανώτερο τμήμα ποτέ δεν αυξήθηκε ταχύτερα αλλά από το 1984 έως το 1985 και από το 1985 μέχρι το 1986 αυξήθηκε βραδύτερα απ' ό,τι η συνολική αγορά. Όσον αφορά τους προαναφερθέντες ρυθμούς στο κατώτερο και το μεσαίο τμήμα, οι πωλήσεις εκτυπωτών του κατώτερου τμήματος σημείωσαν μεταξύ 1983 και 1985, τόσο συνολικά όσο και από το ένα έτος στο άλλο, εντονότερη αύξηση από τη συνολική αγορά. Το μεσαίο τμήμα σημείωσε κατά το ίδιο χρονικό διάστημα αντίθετη εξέλιξη ( και πάλι σε σχέση με το συνολικό χρονικό διάστημα όπως και από έτος σε έτος). Η εξέλιξη από το 1985 έως το 1986 χαρακτηρίζεται από το ότι το κατώτερο τμήμα αυξήθηκε λιγότερο από ότι η συνολική αγορά, το μεσαίο τμήμα, αντιθέτως, εντονότερα με αποτέλεσμα το μερίδιο στην αγορά του κατώτερου τμήματος το 1986 ( 38,6 % ) να αντιστοιχεί και πάλι στο μερίδιο της αγοράς του 1984 ( 38,8 % ), ενώ το μερίδιο στην αγορά του μεσαίου τμήματος το 1986 ( 54,1 % ) βρίσκεται μεταξύ των μεριδίων της αγοράς των ετών 1983 (59,1 %) και 1984 ( 51,9 % ). 'Ετσι, ακόμα και αν τεθεί εν αμφιβόλω ο διενεργηθείς από το Συμβούλιο διαχωρισμός της αγοράς σε τμήματα, καθώς και τα συναγόμενα συμπεράσματα ως προς την αύξηση των μεμονωμένων τμημάτων, μπορεί πάντως να θεωρηθεί εν πάση περιπτώσει ότι ακόμη και βάσει των αριθμητικών στοιχείων που προσκόμισε η προσφεύγουσα το κατώτερο τμήμα αντιστοιχεί σε σημαντικό μέρος της αυξήσεως της αγοράς (μεταξύ μάλιστα του 1983 και του 1986 αυξήθηκε ταχύτερα απ' ό,τι η συνολική αγορά ), έτσι ώστε να μην μπορεί να θεωρηθεί ότι συνιστά υπέρβαση της εξουσίας του εκτιμήσεως ότι το Συμβούλιο έλαβε ιδιαιτέρως ως βάση την εξέλιξη αυτού του τμήματος, στο οποίο περιλαμβάνονται κατ' αυτό τα εισαχθέντα OEM προϊόντα. Εξάλλου, η προσφεύγουσα διατυπώνει αντιφατικά επιχειρήματα, προβάλλοντας, αφενός μεν, ότι δεν περιλαμβάνονται στο κατώτερο τμήμα της αγοράς όλα τα εισαχθέντα OEM προϊόντα, που αντιθέτως περιλαμβάνονται εν μέρει και στο μεσαίο τμήμα, αφετέρου δε, βάλλοντας κατά των παρατηρήσεων που διατυπώνει το Συμβούλιο στην παράγραφο 45, ισχυριζόμενη ότι όχι το κατώτερο αλλά το μεσαίο τμήμα αυξήθηκε περισσότερο ( μεταξύ 1985 και 1986 ή μεταξύ 1984 και 1986) απ' ό,τι η συνολική αγορά.
202. ε)
Ως συμπέρασμα πρέπει να γίνει δεκτό ότι η εκτίμηση του Συμβουλίου ότι και τα τέσσερα μέλη του Europrint πρέπει να θεωρηθούν ως « βιομηχανικός κλάδος της Κοινότητας » δεν δίνει λαβή για επικρίσεις.
203. 2. α)
Όσον αφορά αυτή την ίδια τη διαπίστωση της ζημίας, η προσφεύγουσα θεωρεί καταρχάς ότι δεν έπρεπε να ληφθεί υπόψη εν προκειμένω ως έτος αναφοράς το 1983, επειδή η προσφεύγουσα δεν ερωτήθηκε ως προς το έτος αυτό.
204.
Στο σημείο αυτό μπορώ ν' αναφερθώ στις σκέψεις που ανέπτυξα σχετικά με το ζήτημα του δικαιώματος της άμυνας. Απομένει να λεχθεί συμπληρωματικώς ότι το Συμβούλιο, κατά τη γνώμη μου, ορθώς υπογραμμίζει τις περιστάσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 104 του κανονισμού περί του προσωρινού δασμού. Πράγματι, το συμπέρασμα είναι ότι τα αποκλειστικά δικαιώματα της εταιρίας Seiko Epson για την κατασκευή εκτυπωτών που είναι κατάλληλοι για τους IBM προσωπικούς ηλεκτρονικούς υπολογιστές ( PC ) έληξαν το 1984. Από το 1983η εταιρία IBM κατέχει ηγετική θέση στην αγορά της Κοινότητας σε σχέση με τους προσωπικούς ηλεκτρονικούς υπολογιστές. Το έτος 1983 είναι, επομένως, χαρακτηριστικό της καταστάσεως πριν από το άνοιγμα ενός σημαντικού τμήματος της αγοράς για όλονς τους ανταγωνιστές ( της Κοινότητας ή τρίτων χωρών ). Επομένως, δεν είναι κατά τη γνώμη μου εσφαλμένο να επιλεγεί το έτος 1983 ως αφετηρία για τον προσδιορισμό της περαιτέρω εξελίξεως. Τη μέθοδο αυτή της χρησιμοποιήσεως « μιας βασικής χρονικής περιόδου » εφάρμοσε το Συμβούλιο, εξάλλου, και με τον κανονισμό 1698/85 για την επιβολή οριστικού δασμού αντιντάμπινγκ στις εισαγωγές ηλεκτρονικών γραφομηχανών καταγωγής Ιαπωνίας ( 95 ).
205. β)
Η προσφεύγουσα προβάλλει στη συνέχεια μερικά επιχειρήματα, σε σχέση με την περιεχόμενη στην παράγραφο 47 του προσβαλλόμενου κανονισμού έκθεση της εξελίξεως των μερών της αγοράς.
206. αα)
Καταρχάς, έχει τη γνώμη ότι δεν έπρεπε εν προκειμένω να ληφθεί υπόψη ότι οι κατασκευαστές της Κοινότητας είχαν πριν από το χρονικό διάστημα που αφορά η έρευνα επιχειρήσεις οι οποίες, για λόγους που αφορούσαν αποκλειστικά αυτές, αποφάσισαν πριν από τον Απρίλιο του 1986 να αναστείλουν την παραγωγή. Οι κοινοτικές αρχές δεν έπρεπε να αποδώσουν την αναστολή αυτή της παραγωγής στην ύπαρξη ντάμπινγκ. Μετά από αυτή τη διόρθωση δεν προκύπτει κανενός είδους ζημία στα μεμονωμένα τμήματα της αγοράς.
207.
Ο ισχυρισμός αυτός αναφέρεται στην αναστολή της παραγωγής από τις εταιρίες Triumph-Adler (προοδευτικώς μεταξύ 1984 και 1986 ) και Logabax ( πλήρως από το 1985 ). Τα αριθμητικά στοιχεία που προσκόμισε η προσφεύγουσα, και τα οποία έχουν ληφθεί από τη μελέτη Ε & W καθιστούν σαφή την εξέλιξη στο κατώτερο, το μεσαίο και το ανώτερο τμήμα της αγοράς μεταξύ 1984 και 1986, χωρίς να έχουν ληφθεί υπόψη οι δύο προαναφερθείσες εταιρίες.
208.
Σε αντίθεση προς την προσφεύγουσα έχω τη γνώμη ότι το Συμβούλιο δεν υπέπεσε εν προκειμένω σε κανένα σφάλμα εκτιμήσεως. Καταρχάς, θεωρώ εσφαλμένο τον συλλογισμό της προσφεύγουσας ήδη από το σημείο εκκινήσεως. Κατά τον προσδιορισμό της ζημίας θα μπορούσαν, κατά τη γνώμη μου, να ληφθούν υπόψη όλες οι απώλειες για τις οποίες δεν είναι εκ των προτέρων βέβαιο ότι είχαν σχέση με τις εισαγωγές που αποτέλεσαν το αντικείμενο της διαδικασίας. Όλα τα άλλα αφορούν το ζήτημα της αιτιώδους συνάφειας στο οποίο θα επανέλθω αργότερα.
209.
Καθόσον τώρα η προσφεύγουσα φρονεί ότι η εγκατάλειψη της παραγωγής από τις εταιρίες Triumph-Adler και Logabax στηρίζεται σε λόγους που αφορούν μόνο αυτές τις εταιρίες, αυτό αποτελεί, ενόψει των προαναφερθεισών παρατηρήσεων, απλώς ένα επιχείρημα στερούμενο περιεχομένου το οποίο δεν δικαιολογεί τον αποκλεισμό των εταιριών αυτών από την εκτίμηση της ζημίας. Αντιθέτως, η προαναφερθείσα αναστολή της παραγωγής εντάσσεται στη γενική εικόνα που συνάγεται από τη μελέτη Ε & W ( 96 ). Σύμφωνα με τη μελέτη αυτή, τόσο τα τέσσερα μέλη του Europrint όσο και όλοι οι υπόλοιποι κατασκευαστές της Κοινότητας υπέστησαν μεταξύ 1983 και 1984 σημαντική ζημία από απόψεως μεριδίων στην αγορά. Μεταξύ 1984 και 1986 συγκρατήθηκε μεν το μερίδιο στην αγορά των τεσσάρων μελών του Europrint σε περίπου αμετάβλητο επίπεδο (1983: 14,5 ο/ο, 1984: 14,2 %, 1986: 14,8 %), πράγμα όμως που σημαίνει εξάλλου ότι δεν συμμετείχαν πράγματι στη νέα κατανομή των μεριδίων της αγοράς τα οποία μεταξύ 1984 και 1986 απώλεσαν οι άλλοι κατασκευαστές της Κοινότητας (μερίδια αγοράς 1984: 7,6 %, 1986: 3,6%). Ενόψει αυτής της αλληλουχίας, δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί ως εσφαλμένη εκτίμηση των περιστατικών ότι το Συμβούλιο αντιμετώπισε την εγκατάλειψη της παραγωγής από τις εταιρίες Triumph-Adler και Logabax κατά την εκτίμηση της ζημίας ως μέρος της συνολικής εξελίξεως.
210.
Εξάλλου, ορθώς το Συμβούλιο τονίζει ότι ακόμη και με βάση τα αριθμητικά στοιχεία που προσκόμισε η προσφεύγουσα τόσο σε σχέση και με τα τρία τμήματα μαζί όσο και ενόψει του κατώτερου και του ανώτερου τμήματος διαπιστώνεται απώλεια μεριδίων της αγοράς μεταξύ 1984 και 1986 από τους κατασκευαστές της Κοινότητας, μάλιστα δε και αν δεν ληφθούν υπόψη τα αριθμητικά στοιχεία των εταιριών Triumph-Adler και Logabax. Η προσφεύγουσα ισχυρίζεται ότι αυτό δεν έχει καμία σχέση με τις ιαπωνικές εισαγωγές. Εν τούτοις, δεν διευκρινίζει τον ισχυρισμό αυτό, εκτός ίσως ως προς τις εταιρίες HISI και Nixdorf. Όσον αφορά την εταιρία HISI, ο ισχυρισμός της προσφεύγουσας ότι η μείωση των μεριδίων αγοράς στο κατώτερο τμήμα της αγοράς πρέπει να αποδοθεί στις εισαγωγές OEM στις οποίες προέβη αυτή η ίδια η εταιρία αντικρούεται ήδη από τα αριθμητικά στοιχεία που προσκόμισε η προσφεύγουσα. Κατά τα στοιχεία αυτά το 1986, το μοναδικό έτος για το οποίο μπορούν να. διαπιστωθούν εισαγωγές, οι εισαγωγές OEM και οι πωλήσεις κατασκευασμένων από την ίδια την επιχείρηση εκτυπωτών του κατώτερου τμήματος στο σύνολό τους αντιστοιχούν σε μικρότερο αριθμό μονάδων απ' ό,τι οι πωλήσεις κατασκευασμένων από την ίδια την επιχείρηση εκτυπωτών αυτού του τμήματος κατά το έτος 1985. Όσον αφορά την εταιρία Nixdorf, επαναλαμβάνεται εκ νέου το επιχείρημα που αναφέρεται στις παραγράφους 57 και 59 του προσβαλλόμενου κανονισμού, ότι μεμονωμένες επιχειρήσεις της Κοινότητας εφάρμοσαν μία στρατηγική marketing, χωρίς πάντως να εξετασθούν λεπτομερέστερα οι παρατηρήσεις του Συμβουλίου που περιέχονται σ' αυτές τις παραγράφους.
211.
Για όλους αυτούς τους λόγους πρέπει η αιτίαση που προβάλλεται επί του σημείου αυτού να απορριφθεί.
212. ββ)
Η προσφεύγουσα αμφισβητεί περαιτέρω την ορθότητα των αριθμητικών στοιχείων που αναφέρονται στην παράγραφο 47 του προσβαλλόμενου κανονισμού σχετικά με την εξέλιξη των μερών της αγοράς και θεωρεί ότι στην παράγραφο αυτή θα έπρεπε να προκύπτει αύξηση και όχι μείωση του μεριδίου αγοράς των μελών του Europrint, αν εφαρμόζονταν τα αριθμητικά στοιχεία σχετικά με τις εισαγωγές OEM που διενήργησαν τα εν λόγω τρία μέλη του Europrint κατά την παράγραφο 45.
213.
Σε συνάρτηση με τα ήδη προηγουμένως λεχθέντα αρκεί εν προκειμένω να γίνει δεκτό ότι τα αριθμητικά στοιχεία που αναφέρονται στην παράγραφο 47 συμφωνούν πλήρως με τα αριθμητικά στοιχεία της μελέτης Ε & W που προσκόμισε η προσφεύγουσα, τα στοιχεία αυτά δεν αφορούν μόνο τα τέσσερα μέλη του Europrint αλλά όλους τους κατασκευαστές της Κοινότητας και ότι, τέλος, στην παράγραφο 45 γίνεται λόγος για στοιχεία που αφορούν την παραγωγή ενώ αντιθέτως στην παράγραφο 47 για στοιχεία που αφορούν τις πωλήσεις. Επομένως, η αιτίαση αυτή πρέπει να απορριφθεί.
214. γ)
Κατά την άποψη της προσφεύγουσας εσφαλμένες είναι επίσης από πραγματικής απόψεως οι εκτιμήσεις του Συμβουλίου ως προς την εξέλιξη των τιμών.
215. αα)
Εν προκειμένω, η προσφεύγουσα αιτιάται καταρχάς το Συμβούλιο για σφάλμα εκτιμήσεως σε σχέση με την πτώση των τιμών που διαπιστώνεται στην παράγραφο 49 του προσβαλλόμενου κανονισμού.
216. (1)
Καθόσον η προσφεύγουσα φρονεί εν προκειμένω ότι η μείωση των τιμών είναι μικρότερη απ' ό,τι υποστηρίζεται, αυτό οφείλεται στο ότι η προσφεύγουσα δεν έλαβε υπόψη της κατά τους υπολογισμούς το έτος 1983. Το ότι όμως στο Συμβούλιο ορθώς περιέλαβε το έτος αυτό στις εκτιμήσεις του έχει ήδη εκτεθεί.
217. (2)
Περαιτέρω, η προσφεύγουσα βάλλει κατά της διαπιστώσεως του Συμβουλίου ότι η διαφορετική μείωση των τιμών ( στα διάφορα τμήματα της αγοράς ) αντιστοιχεί στη σχετική άνοδο του μεριδίου της αγοράς των Ιαπώνων εξαγωγέων στο κατώτερο και το ανώτερο τμήμα της αγοράς. Αντιθέτως, το σωστό είναι ότι οι τιμές στο κατώτερο τμήμα κατήλθαν από το 1984 έως το 1986 μεταξύ 29 και 30 ο/ο, ενώ η σχετική άνοδος του μεριδίου της αγοράς στο τμήμα αυτό ανήλθε σε 10o/ο. Αντιθέτως, στο μεσαίο τμήμα μειώθηκαν οι τιμές μεταξύ 8,3 % και 15 0/0, ενώ η σχετική άνοδος του μεριδίου της αγοράς των Ιαπώνων κατασκευαστών έφτασε σε ένα επίπεδο «παρόμοιας εκτάσεως» (δηλαδή, όπως ορθώς υπολόγισε το Συμβούλιο βάσει της μελέτης Ε & W, σε 6,7 ο/ο ).
218.
Κατά την άποψη μου τα αναφερθέντα από την προσφεύγουσα στοιχεία για τα έτη 1984 έως 1986 επιβεβαιώνουν σε τελευταία ανάλυση τις εκτιμήσεις του Συμβουλίου που διατυπώνονται στην παράγραφο 49 του προσβαλλόμενου κανονισμού. Όσον αφορά τη σχέση μεταξύ της εξελίξεως στο κατώτερο τμήμα και το μεσαίο τμήμα, αποδεικνύεται έτσι ότι στο κατώτερο τμήμα τόσο η μείωση των τιμών όσο και η σχετική άνοδος του μεριδίου αγοράς των Ιαπώνων κατασκευαστών ήταν μεγαλύτερη απ' ό,τι στο μεσαίο τμήμα. Στη βαλλόμενη παράγραφο 49 του προσβαλλόμενου κανονισμού δεν υποστηρίζεται ότι είχαν εξελιχθεί ανάλογα η πτώση των τιμών και η σχετική άνοδος του μεριδίου αγοράς των Ιαπώνων κατασκευαστών. Το άρθρο 4, παράγραφος 2, στοιχείο γ, του (νέου) βασικού κανονισμού δεν θέτει ως προϋπόθεση αυτή τη διαπίστωση. Επομένως, το ότι το Συμβούλιο διαπίστωσε απλώς ότι στα τμήματα, στα οποία η παρουσία των Ιαπώνων κατασκευαστών ήταν εντονότερη, ήταν δυνατόν να διαπιστωθεί η μέγιστη μείωση τιμών, δεν συνιστά σφάλμα εκτιμήσεως.
219.
Βάσει των αριθμητικών στοιχείων που προσκόμισε η προσφεύγουσα, οι παρατηρήσεις που περιέχονται στην παράγραφο 49 του προσβαλλόμενου κανονισμού είναι καταρχήν ορθές και ως προς το χρονικό διάστημα μεταξύ 1983 και 1986. Πάντως, από τα στοιχεία αυτά στα οποία το Συμβούλιο αναφέρθηκε αποσπασματικά από τη μελέτη Ε & W για το χρονικό αυτό διάστημα, προκύπτει ότι η σχετική άνοδος του μεριδίου αγοράς των Ιαπώνων κατασκευαστών στο μεσαίο τομέα ήταν μεγαλύτερη απ' ό,τι στον κατώτερο τομέα, παρόλο που στον τελευταίο αυτό τομέα η πτώση των τιμών ήταν μικρότερη. Εν τούτοις, από την προαναφερθείσα μελέτη προκύπτει ότι η εξέλιξη πρέπει να κατανεμηθεί σε δύο χρονικές περιόδους, δηλαδή την περίοδο 1983/1984 και την περίοδο 1984. έως 1986. Μεταξύ. 1983 και 1984 το μεσαίο τμήμα σημείωσε τη μέγιστη πτώση τιμών (μεταξύ 10,4 % και 11,1%) και το μέγιστο ποσοστό αυξήσεως του μεριδίου αγοράς των Ιαπώνων κατασκευαστών, δηλαδή 32,6% (κατώτερο τμήμα: πτώση τιμών μεταξύ 5,4 και 11,3%, άνοδος του μεριδίου αγοράς των Ιαπώνων κατασκευαστών: 23,1 % ). Στο χρονικό διάστημα μεταξύ 1984 και 1986η κατάσταση αυτή ανατράπηκε τόσο από απόψεως πτώσεως των τιμών όσο και από απόψεως εξελίξεως των μεριδίων αγοράς ( 97 ). Ας σημειωθεί εδώ εν παρόδω ότι και στο ανώτερο τμήμα, το οποίο δεν αφορά η αιτίαση της προσφεύγουσας, πρέπει επίσης να γίνει διάκριση μεταξύ διαφορετικών χρονικών περιόδων ώστε να καταστεί σαφής η σχέση μεταξύ πτώσεως τιμών και ανόδου του μεριδίου αγοράς των Ιαπώνων κατασκευαστών.
220.
Και αυτή επίσης η αιτίαση πρέπει ν' απορριφθεί.
221.(3)
Εξάλλου, η προσφεύγουσα φρονεί ότι οι πτώσεις των τιμών δεν εξηγούνται από τη στρατηγική των Ιαπώνων κατασκευαστών, αλλά από τη μεγάλη μείωση του κόστους παραγωγής (μείωση της συμμετοχής του κόστους πρώτων υλών από 70 σε 30% του συνολικού κόστους μεταξύ 1984 και του χρονικού διαστήματος που αφορούσε η έρευνα). Η αιτίαση αυτή πρέπει εντούτοις ν' απορριφθεί, επειδή η προσφεύγουσα ούτε διευκρινίζει λεπτομερέστερα ούτε αποδεικνύει τους ισχυρισμούς της επί του σημείου αυτού και, εξάλλου, παραγνωρίζει τους εκτεθέντες στο προηγούμενο σημείο ρυθμούς της πτώσεως των τιμών και της ανόδου των μεριδίων αγοράς των Ιαπώνων κατασκευαστών.
222. (4)
Τέλος, η προσφεύγουσα προβάλλει περαιτέρω επί του ζητήματος της πτώσεως των τιμών ότι οι τιμές της ανήλθαν κατά μεσαίο όρο μεταξύ του 1984 και του 1986 ή του 1987.
223.
Ορθώς, εντούτοις, υπογραμμίζει το Συμβούλιο ότι στο χρονικό διάστημα που αφορούσε η έρευνα διαπιστώθηκε προσφορά με μειωμένες τιμές κατά 41 % ( βλ. παράρτημα Ν στο δικόγραφο της προσφυγής). Εξάλλου, οι υπολογισμοί της προσφεύγουσας στηρίζονται αποκλειστικά σε μία σύγκριση μεταξύ του αριθμού των πωληθέντων μονάδων και των εσόδων που προέκυψαν από αυτές, έτσι ώστε να μπορεί να συναχθεί μία κατά μεσαίο όρο αύξηση από το γεγονός ότι το βάρος των πωλήσεων είχε μετατοπισθεί σε ακριβότερους τύπους. Ότι ο ισχυρισμός της προσφεύγουσας στηρίζεται μάλλον σ' αυτές τις μεθόδους παρά στην αύξηση των πράγματι υπολογισθέντων τιμών καταφαίνεται και από την εξέλιξη μεταξύ 1985 και 1986, όπως προκύπτει από ένα ερωτηματολόγιο το οποίο προσκόμισε η προσφεύγουσα στο πλαίσιο της διοικητικής διαδικασίας. Αν εφαρμοσθεί η αναφερθείσα μέθοδος υπολογισμού στα στοιχεία του ερωτηματολόγιου για το χρονικό αυτό διάστημα, τότε προκύπτει σημαντική μείωση τιμών.
224. ββ)
Επί πλέον, η προσφεύγουσα φρονεί ότι το Συμβούλιο υπέπεσε σε σφάλμα εκτιμήσεως στο πλαίσιο των παραγράφων 51 και 53 του προσβαλλόμενου κανονισμού σε σχέση με την προσφορά με κατώτερες τιμές. Οι τιμές των κοινοτικών κατασκευαστών και των Ιαπώνων εξαγωγέων δεν εφαρμόζονται, καθόσον αυτό αφορά τη Nakajima, στο ίδιο στάδιο εμπορίας, επειδή η ιδιαίτερη διάρθρωση της προσφεύγουσας δεν ελήφθη υπόψη. Η προσφεύγουσα πωλεί, λόγω ελλείψεως ιδιαίτερης διαρθρώσεως πωλήσεων, πάντοτε στο στάδιο « έξοδος από το εργοστάσιο ». Η προσαρμογή του 25 % μεταξύ εμπόρων και εταιριών διανομής (βλ. παράγραφος 51 του προσβαλλόμενου κανονισμού ) δεν επαρκεί, επειδή με την προσαρμογή αυτή μόνο εν μέρει αντισταθμίστηκε η διαφορά μεταξύ του σταδίου « έξοδος από το εργοστάσιο » και του σταδίου του λιανικού εμπορίου.
225.
Το ότι η εκτίμηση του Συμβουλίου είναι, κατά την προσφεύγουσα, εν προκειμένω εσφαλμένη ενισχύεται και από την ακόλουθη παρατήρηση: αν υπολογισθεί η κοινοτική τιμή με βάση την προσφορά σε κατώτερη τιμή που προσάπτεται στην προσφεύγουσα (41,28%) και αφαιρεθεί από αυτήν το αναφερόμενο στην παράγραφο 70 κέρδος ( 1 %), τότε προκύπτει σε περιθώριο κέρδους 20% που επεδίωκε η προσφεύγουσα ότι στο στάδιο « έξοδος από το εργοστάσιο » η τιμή κόστους του κοινοτικού προϊόντος αντιστοιχεί στο διπλάσιο της τιμής κόστους του προϊόντος της προσφεύγουσας. Το ενδεχόμενο αυτό μπορεί να στηριχθεί μόνο σε μία σύγκριση στα διάφορα στάδια εμπορίας. Η πλάνη του Συμβουλίου αποδεικνύεται επίσης από το ότι, ενόψει των περιθωρίων των τιμών κατά τις συνήθεις εμπορικές συναλλαγές, η τιμή « έξοδος από το εργοστάσιο » και η κατά 25 %κατώτερη τιμή από τον έμπορο διαφέρουν περίπου κατά το περιθώριο της προσφοράς σε κατώτερη τιμή που προσάπτεται στην προσφεύγουσα.
226.
Κατά τη γνώμη μου, το επιχείρημα αυτό δεν ευσταθεί. Το Συμβούλιο εξέθεσε πράγματι ότι η αναφερόμενη στην παράγραφο 51 προσαρμογή ( 25 % μεταξύ εμπόρων και εταιριών διανομής) δεν μπορεί, ενόψει των διευκρινίσεων που περιέχονται στην παράγραφο 50, παρά ν' αποτελεί μία προσαρμογή με την οποία εξισώνεται η διαφορά μεταξύ τιμών στις πωλήσεις προς εμπόρους και προς εταιρίες διανομής. Τα αναφερόμενα στην παράγραφο 50 του προσβαλλόμενου κανονισμού « κυκλώματα πωλήσεων » περιγράφονται με τις λέξεις « OEM, διανομείς, μεταπωλητές και τελικοί χρήστες». Δεδομένου ότι στην απαρίθμηση αυτή περιλαμβάνονται και οι τελικοί χρήστες, τα αναφερόμενα στάδια δεν μπορούν παρά να είναι στάδια εμπόρων και όχι στάδια μεταπωλητών. Η ερμηνεία αυτή συμπίπτει με την παράγραφο 76 του κανονισμού περί προσωρινού δασμού. Περαιτέρω, το Συμβούλιο ορθώς υπογραμμίζει ότι η αναφερόμενη εντός παρενθέσεως στην παράγραφο 51 προσαρμογή έχει απλώς τον χαρακτήρα παραδείγματος.
227.
Ενόψει αυτών των σκέψεων οι αναφερόμενες από την προσφεύγουσα « ενδείξεις » προς στήριξη του ισχυρισμού της δεν είναι πειστικές.'Οσο αφορά το επιχείρημα σχετικά με τη σύγκριση των τιμών κόστους, είναι δυνατό η τιμή αυτή να είναι υψηλότερη ως προς τους κοινοτικούς κατασκευαστές, λόγω των περιστάσεων που εκτίθενται στην παράγραφο 70 του προσβαλλόμενου κανονισμού, απ' ό,τι η τιμή κόστους παραγωγής των Ιαπώνων παραγωγών, επειδή λόγω των συνεχών μειούμενων κερδών δεν ήταν δυνατές επενδύσεις για ερευνητικούς και ορθολογιστικούς σκοπούς στην ίδια περίπτωση όπως σε σχέση με τους Ιάπωνες κατασκευαστές.
228.
Όσον αφορά το επιχείρημα σχετικά με τη σύγκριση των τιμών στα διάφορα στάδια εμπορίας και του περιθωρίου προσφοράς σε κατώτερες τιμές της προσφεύγουσας, είναι δυνατόν να υπάρχουν εδώ παράλληλες καταστάσεις, οι οποίες πάντως οφείλονται καθαρά στην τύχη.
229. δ)
Και τα επιχειρήματα επίσης της προσφεύγουσας σχετικά με τις διαπιστώσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 54 του προσβαλλόμενου κανονισμού πρέπει να τα απορρίψουμε.
230.
Όσον αφορά την εξέλιξη των αποθεμάτων, η προσφεύγουσα φρονεί στο υπόμνημά της απαντήσεως ότι τα αποθέματα της εταιρίας HISI αντιστοιχούσαν σε δέκα ημέρες παραγωγής. Ανεξάρτητα από το ότι ο ισχυρισμός αυτός προβάλλεται οψίμως, δεν είναι εξάλλου πρόσφορος ούτε ως μεμονωμένο στοιχείο ικανό να αποδυναμώσει τα εκτιθέμενα στην παράγραφο 54 σχετικά με την εξέλιξη των αποθεμάτων.
231.
Περαιτέρω, η προσφεύγουσα φρονεί ότι οι παραγωγοί της Κοινότητας είχαν τη δυνατότητα, σε αντίθεση προς ό,τι εκτίθεται στην παράγραφο 54, να αυξήσουν την ικανότητά τους παραγωγής, να μειώσουν το κόστος και να προβούν στην παραγωγή νέων προϊόντων. Εν τούτοις, δεν διευκρινίζεται κατά πόσον είναι εσφαλμένη η εκτίμηση που περιέχεται στην παράγραφο 54. Επομένως, όλες αυτές οι αιτιάσεις πρέπει να απορριφθούν.
232. 3. α )
Η πρώτη κατηγορία αιτιάσεων, που αφορούν την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ ντάμπινγκ και ζημίας, στηρίζεται στο γεγονός ότι η περίοδος που αφορούσε η έρευνα εκτείνεται από τον Απρίλιο 1986 έως το Μάρτιο 1987, οι διαπιστώσεις όμως του Συμβουλίου ως προς τη ζημία περιλαμβάνουν τη χρονική περίοδο από το 1983.
233. αα)
Η προσφεύγουσα φρονεί εν προκειμένω ότι πριν από την 1η Απριλίου 1986 δεν μπορεί να γίνει δεκτή η ύπαρξη κανενός είδους ντάμπινγκ, επειδή ο πριν από αυτή την ημερομηνία χρόνος δεν εμπίπτει στη χρονική περίοδο που αφορούσε η έρευνα.
234.
Η επιχειρηματολογία αυτή παραγνωρίζει, όπως ορθώς παρατηρεί το Συμβούλιο, ότι δεν ήταν αναγκαία η ύπαρξη αιτιώδους συναφείας μεταξύ ντάμπινγκ και ζημίας για όλο το σχετικό χρονικό διάστημα. Αυτό οφείλεται στο ότι τα μέτρα ντάμπινγκ δεν αφορούν το παρελθόν αλλά το μέλλον. Δεν έχει σημασία η παρελθούσα αλλά η παρούσα ζημία ( 98 ). Εφόσον δεν αμφισβητείται ότι οι εισαγωγές από την τρίτη χώρα για την οποία πρόκειται (Ιαπωνία) επί μακρό χρονικό διάστημα — έστω και αν αυτό μόνον εν μέρει καλύπτεται από το χρονικό διάστημα που αφορά η έρευνα — επέδρασαν βλαπτικώς στην κοινοτική βιομηχανία και, περαιτέρω, δεν αμφισβητείται ότι κατά τη διάρκεια της χρονικής περιόδου που αφορούσε η έρευνα υπήρχε ντάμπινγκ και προσφορά με μειωμένες τιμές, τότε δεν είναι καταρχήν εσφαλμένο να συναχθεί η ύπαρξη — παρούσας — ζημίας της κοινοτικής βιομηχανίας λόγω των εισαγωγών που διενεργήθηκαν με ντάμπινγκ. Στην περίπτωση αυτή μπορεί, ενόψει των ενδείξεων που αναφέρονται στο άρθρο 4, παράγραφος 2, του βασικού κανονισμού, να διαπιστωθεί η άνοδος των διενεργούμενων με ντάμπινγκ εισαγωγών μόνο σε σχέση με ένα σύντομο χρονικό διάστημα' μπορούν όμως οι κοινοτικές αρχές να σχηματίσουν μία εικόνα ως προς τον όγκο αυτών των εισαγωγών ( άρθρο 4, παράγραφος 2, στοιχείο α ). Το στοιχείο των τιμών και το στοιχείο της προσφοράς σε κατώτερη τιμή ( άρθρο 4, παράγραφος 2, στοιχείο β ) μπορούν να διαπιστώνονται χωρίς κανένα περιορισμό. Ως προς τις επιπτώσεις στον εξεταζόμενο οικονομικό κλάδο (άρθρο 4, παράγραφος 2, στοιχείο γ) μπορεί να λαμβάνεται υπόψη ( και πριν από τη χρονική περίοδο που αφορά η έρευνα ) η ήδη εμφανισθείσα, ενδεχομένως δε και η διαφαινόμενη εξέλιξη. Με την επιφύλαξη των επιχειρημάτων που αφορούν τις άλλες αιτίες της δυσμενούς εξελίξεως της κοινοτικής βιομηχανίας μεταξύ 1983 και 1986, την οποία θα εξετάσω σε λίγο, η αιτιώδης συνάφεια εκτίθεται με αυτή την έννοια στον προσβαλλόμενο κανονισμό (βλ. παραγράφους 47 έως 55). Εξάλλου, η προσφεύγουσα δεν ισχυρίστηκε ότι ούτε είχε υπάρξει ντάμπινγκ ή προσφορά σε κατώτερες τιμές πριν από τη χρονική περίοδο που αφορούσε η έρευνα. Ο ισχυρισμός της προσφεύγουσας ως προς το σημείο αυτό πρέπει, επομένως, να απορριφθεί για τους προαναφερθέντες λόγους.
235. ββ)
Περαιτέρω, η προσφεύγουσα φρονεί ότι οι κοινοτικές αρχές δεν εξέτασαν επαρκώς τις μειώσεις των τιμών πριν από την περίοδο που αφορούσε η έρευνα, ώστε να μπορούσαν να τις αποδώσουν στην ύπαρξη ντάμπινγκ. Ως προς το σημείο αυτό ισχύουν αυτά που είπα στο προηγούμενο σημείο. Εξάλλου, η προσφεύγουσα δεν εκθέτει τι έχει να προσάψει στο καθού ως προς την εξέταση της ζημίας.
236. β)
Στο ζήτημα επίσης της αιτιώδους συνάφειας περιλαμβάνεται και η αιτίαση της προσφεύγουσας με την οποία κυρίως ισχυρίζεται ότι οι κατασκευαστές της Κοινότητας προκάλεσαν βλάβη στον ίδιο τους τον εαυτό. Εν προκειμένω βάλλει κατά των εκτιθέμενων στις παραγράφους 54, 55 και 64 του προσβαλλόμενου κανονισμού και ισχυρίζεται ότι οι κοινοτικοί παραγωγοί, σε σύγκριση με την αύξηση της αγοράς μεταξύ 1984 και 1986 (88 0/0), κατά το ίδιο χρονικό διάστημα, σε αντίθεση προς ότι εκτίθεται στις παραγράφους 88 και 89 του κανονισμού 1418/88, είχαν αυξήσει δυσανάλογα τις ικανότητες τους παραγωγής ( 92,7 ο/ο ή, αν λόγω της πολιτικής της marketing δεν ληφθεί υπόψη η εταιρία Philips, 103,2%). Με αυτόν τον τρόπο έχασαν αυτοί οι ίδιοι τα οφέλη που θα μπορούσαν να επιτύχουν μέσω ενδεχομένης εξοικονομήσεως κόστους συνεπεία του αυξημένου αριθμού μονάδων προϊόντων. Αν οι κατασκευαστές της Κοινότητας είχαν συμπεριφερθεί περισσότερο προσεκτικά, όπως υποστηρίζεται στην παράγραφο 89 του κανονισμού για τον προσωρινό δασμό, τότε θα είχαν μπορέσει, λόγω της προαναφερθείσας εξοικονομήσεως κόστους, να προβούν σε μεγαλύτερες επενδύσεις στον τομέα της έρευνας και της αναπτύξεως.
237.
Ο ισχυρισμός αυτός με ωθεί να κάνω τρεις παρατηρήσεις. Πρώτον, η προσφεύγουσα δεν ανέφερε καμία πηγή για αυτά τα αριθμητικά δεδομένα, αλλά ούτε και προσκόμισε καμία άλλη απόδειξη. Δεύτερον, για τη χρονική περίοδο μεταξύ 1983 και 1986 την οποία έλαβε υπόψη το Συμβούλιο προκύπτει διαφορετική εικόνα. Από τη μελέτη Ε & W ( 99 ) μπορεί να διαπιστωθεί ότι η αγορά μεταξύ 1983 και 1984, σε σύγκριση με τις άλλες χρονικές περιόδους, παρουσίασε τη μεγαλύτερη αύξηση ( 100 ). Αυτό φαίνεται να συνηγορεί υπέρ του ότι οι κατασκευαστές της Κοινότητας μεταξύ 1983 και 1984 είχαν αυξήσει σε πολύ μικρότερη έκταση την ικανότητά τους παραγωγής απ' ό,τι αυξήθηκε η αγορά. Επομένως, δεν μπορεί να ληφθεί ως βάση η ύπαρξη δυσανάλογης αυξήσεως της ικανότητας παραγωγής, πράγμα που συνάδει με το ότι ο βαθμός εκμεταλλεύσεως της ικανότητας παραγωγής παρέμεινε αναντίρρητα σταθερός μεταξύ 1983 και 1986 (70 ο/ο: σκέψη 54 του προσβαλλόμενου κανονισμού). Τρίτον, πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι οι κατασκευαστές της Κοινότητας εφοδιάζουν όχι μόνο την κοινοτική αγορά αλλά και άλλες αγορές ( 101 ).
238.
Απ' όλα αυτά συνάγεται ότι η αιτίαση της προσφεύγουσας ως προς το αναφερθέν σημείο δεν είναι πειστική.
239. γ)
Η προσφεύγουσα προβάλλει στη συνέχεια την αιτίαση, αναφερόμενη στην παράγραφο 60 του προσβαλλόμενου κανονισμού, ότι οι κοινοτικές αρχές δεν θα έπρεπε να αρκεστούν στη διαπίστωση ότι οι επιδράσεις των εισαγωγών « OEM » από άλλες τρίτες χώρες εκτός της Ιαπωνίας περιορίζονταν σε ένα κράτος μέλος και κατέστησαν σημαντικές μόνο μετά την παρέλευση της περιόδου που αφορούσε η έρευνα. Η προσφεύγουσα θεωρεί ότι ακριβέστερη εξέταση των εισαγωγών αυτών θα κατεδείκνυε ότι οι εισαγωγές αυτές αποτελούσαν όχι ασήμαντο μερίδιο της αγοράς. Επομένως, η προξενηθείσα από αυτό ζημία κακώς αποδίδεται, κατά παράβαση του άρθρου 4, παράγραφος 1, του βασικού κανονισμού, στο ντάμπινγκ Ιαπώνων εισαγωγέων.
240.
Εν τούτοις, από μία σύγκριση του υπολογισμού στον οποίο προέβη η προσφεύγουσα (για τα έτη 1984 έως 1986) με τον πίνακα στον οποίο στηρίζεται ο υπολογισμός αυτός ( 102 ) προκύπτει σαφώς ότι η προσφεύγουσα, καθόσον φρονεί ότι ο όγκος των εισαγωγών απο τρίτες χώρες ήταν μεγαλύτερος από ό,τι θεώρησε το Συμβούλιο, στηρίζεται στις εισαγωγές εκτυπωτών καταγωγής Ιαπωνίας. Επ' αυτού το Συμβούλιο προέβαλε, χωρίς να αντικρουσθεί, ότι οι εισαγωγές αυτές αποτελούν αντικείμενο της παρούσας διαδικασίας αντιντάμπινγκ, πράγμα το οποίο, εξάλλου, επιβεβαιώνεται από τον τίτλο καθώς και από το άρθρο 1, παράγραφος 1, του προσβαλλόμενου κανονισμού. Περαιτέρω, από τον προαναφερθέντα πίνακα καταδεικνύεται ότι οι εισαγωγές εκτυπωτών καταγωγής άλλων τρίτων χωρών εκτός της Ιαπωνίας μειώνονταν σταθερά από απόψεως μεριδίου αγοράς μεταξύ 1983 και 1986 ( 103 ), η δε αύξηση των πωλούμενων μονάδων (8 ο/ο μεταξύ 1983 και 1986) ήταν μικρότερη από την αύξηση που πέτυχαν οι Ιάπωνες ( 290 ο/ο ) καθώς και οι Ευρωπαίοι κατασκευαστές ( 44 %). 'Οπως και οι άλλες αιτιάσεις σχετικά με την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ ντάμπινγκ και ζημίας πρέπει και αυτή η αιτίαση να απορριφθεί.
241. 4.
Ως ουμπέρασμα πρέπει να γίνει δεκτό ότι καμία από τις αιτιάσεις, οι οποίες αφορούν την διαπίοτωση της ζημίας, δεν ευσταθεί, οπότε τα επιχειρήματα της προσφεύγουσας πρέπει να απορριφθούν στο σύνολο τους.
VI — Ινμφερον της Κοινότητας
242.
Η προσφεύγουσα προβάλλει μία σειρά αντιρρήσεων ως προς τα εκτιθέμενα στις παραγράφους 63 έως 66 του προσβαλλόμενου κανονισμού και θεωρεί ότι το Συμβούλιο υπέπεσε σε διάφορα σφάλματα εκτιμήσεως κατά τις διαπιστώσεις του σχετικά με το συμφέρον της Κοινότητας. Ως προς τα περισσότερα σημεία, τα οποία αφορούν τη δυνατότητα των κοινοτικών κατασκευαστών να προβούν σε επενδύσεις, έχω ήδη λάβει θέση στο πλαίσιο των αιτιάσεων που αφορούν το ζήτημα της ζημίας. Το ίδιο ισχύει και ως προς τη σημασία των εισαγωγών εκτυπωτών καταγωγής Ιαπωνίας από άλλες τρίτες χώρες.
243.
Δεν έχει ακόμη εξετασθεί ο ισχυρισμός ότι το μέτρο αντιντάμπινγκ απέβη πρωτίστως προς όφελος των κατασκευαστών από άλλες τρίτες χώρες. Ο ισχυρισμός αυτός δεν θεμελιώνεται εν τούτοις λεπτομερέστερα. Δεδομένου ότι μεταξύ 1983 και 1986 το μερίδιο των κατασκευαστών άλλων τρίτων χωρών στη συνολική κοινοτική αγορά παρουσίαζε σταθερή μείωση, ενώ αντιθέτως το μερίδιο των Ιαπώνων κατασκευαστών συνεχώς αύξανε, θα έπρεπε να διευκρινισθεί κατά πόσον η κατάσταση — ιδίως κατά τους τελευταίους μήνες της χρονικής περιόδου που αφορούσε η έρευνα — είχε ενδεχομένως μεταβληθεί ( ανατραπεί ). Εν τούτοις τίποτα δεν ελέχθη σχετικά με κάτι τέτοιο. Εξάλλου, δεν υπάρχει κανένα στοιχείο για το ότι οι εισαγωγές προϊόντων καταγωγής άλλων τρίτων χωρών αποτελούν το αντικείμενο ντάμπινγκ, οπότε δεν ενδείκνυται προστασία από τη διείσδυση των κατασκευαστών αυτών στην αγορά ( 104 ).
VII — Ύφος τον δασμον
244.
Η προσφεύγουσα βάλλει, τέλος, και κατά της περιεχόμενης στην παράγραφο 72 του προσβαλλόμενου κανονισμού εκτιμήσεως του Συμβουλίου ως προς το κατώφλι της ζημίας και θεωρεί ότι στην εκτίμηση αυτή εμπεριέχεται σφάλμα εκτιμήσεως περαιτέρω, από τις εκτιμήσεις αυτές καταφαίνεται η ύπαρξη καταχρήσεως εξουσίας. Οι αναφερόμενες στην παράγραφο αυτή μέθοδοι υπολογισμού δεν εφαρμόστηκαν ως προς την προσφεύγουσα, διότι σε διαφορετική περίπτωση θα είχε προκύψει μηδενικό κατώφλι ζημίας. Η μέση τιμή πωλήσεως της προσφεύγουσας στον πρώτο ανεξάρτητο πωλητή, δηλαδή τον κοινοτικό εισαγωγέα, ταυτίζεται κατ' ανάγκη με την τιμή cif, διότι ουσιαστικά πρόκειται για την τιμή που πράγματι κατέβαλε ο εισαγωγέας. Μείωση της τιμής αυτής για τη διαπίστωση της αξίας cif δεν δικαιολογείται έναντι της προσφεύγουσας, επειδή αυτή πωλεί καταρχάς στο στάδιο « έξοδος από το εργοστάσιο ».
245.
Η Επιτροπή τόνισε εν τούτοις, χωρίς να αντικρουστεί επί του σημείου αυτού, ότι τα επιχειρήματα αυτά στηρίζονται σε μία παρανόηση των μεθόδων που εκτίθενται στην παράγραφο 72. Οι τιμές, οι οποίες ελήφθησαν υπόψη για να διαπιστωθούν οι εκτιθέμενες στις παραγράφους 50 και 51 προσφορές σε κατώτερες τιμές είναι τιμές στην εσωτερική αγορά οι οποίες περιλαμβάνουν ιδίως δασμούς και τελωνειακά τέλη (ανεξάρτητα από τις προσαρμογές που γίνονται για να συμψηφιστεί το κόστος μεταφοράς και οι διαφορές μεταξύ των κυκλωμάτων διανομής). Οι τιμές αυτές αποτελούν καταρχάς τον καθοριστικό παράγοντα υπολογισμού για το οριζόμενο στην παράγραφο 71 (ατομικό) κατώφλι ζημίας. Το κατώφλι αυτό είναι, επομένως, για τον καθορισμό του δασμού αντιντάμπινγκ απρόσφορο, επειδή ο δασμός αυτός επιβάλλεται στην καθαρή τιμή ελεύθερο από τα σύνορα στο στάδιο cif. Η τιμή στην οποία στηρίζεται το κατώφλι ζημίας πρέπει επομένως να προσαρμοσθεί κατ' αυτή την έννοια. Η συνέπεια που απορρέει από αυτόν τον υπολογισμό για το κατώφλι ζημίας περιγράφεται στην παράγραφο 72 του προσβαλλόμενου κανονισμού ως εξής:
«Το κατώφλι της ζημίας για κάθε εξαγωγέα εκφράστηκε, στη συνέχεια, σε ποσοστό της μέσης σταθμισμένης τιμής μεταπώλησης για κάθε εξαγωγέα επί της τιμής cif. »
246.
Η προσφεύγουσα δεν αμφισβήτησε τη μέθοδο αυτή, οπότε η αιτίαση της ως προς το σημείο αυτό πρέπει να απορριφθεί.
Τρίτο μέρος — Συμπέρασμα
247. Ι.
Ως προς την κρίση επί της ουσίας, από όλες αυτές τις σκέψεις συνάγεται ότι ο προσβαλλόμενος κανονισμός είναι ελαττωματικός, επειδή ο υπολογισμός της κατασκευασμένης κανονικής αξίας αντίκειται, όσον αφορά τα ΠΓΔ έξοδα και το κέρδος, προς το άρθρο 2, παράγραφος 3, στοιχείο β, περίπτωση ii, του νέου βασικού κανονισμού. Επομένως, πρέπει να ακυρωθεί σύμφωνα με το προβαλλόμενο αίτημα, αν και κατά την εξέταση του προσβαλλόμενου κανονισμού δεν μπόρεσα να διαπιστώσω κανένα άλλο νομικό ελάττωμα, οι δε αιτιάσεις που διατυπώθηκαν ιδίως κατά του νέου βασικού κανονισμού κατά το άρθρο 184 της Συνθήκης ΕΟΚ στερούνται ερείσματος.
248.II.
Η επιδίκαση των δικαστικών εξόδων, η οποία καλύπτει και τη διαδικασία της υποθέσεως C-69/89 R, διέπεται από το άρθρο 69 του Κανονισμού Διαδικασίας. Δεδομένου ότι η Επιτροπή δεν διατύπωσε ούτε γραπτές ούτε προφορικές παρατηρήσεις στο πλαίσιο της διαδικασίας C-69/89 R, τα έξοδα που προκλήθηκαν από την παρέμβαση πρέπει να συμψηφιστούν κατά τρόπο ώστε η προσφεύγουσα και η Επιτροπή να φέρουν τα δικά τους δικαστικά έξοδα ( 105 ).
Γ — Πρόταση
249.
Επομένως, ζητώ:
—
να ακυρωθεί ο προσβαλλόμενος κανονισμός 3651/88 (άρθρα 1 έως 3), καθόσον αφορά την προσφεύγουσα·
—
να καταδικασθεί το Συμβούλιο στα δικαστικά έξοδα ως προς την υπόθεση C-69/89 R, με εξαίρεση τα έξοδα της παρεμβαίνουσας, τα οποία πρέπει να φέρει η ίδια·
—
να καταδικασθεί η προσφεύγουσα στα δικαστικά έξοδα της υποθέσεως C-69/89 R, ενώ τα έξοδα τα οποία προκλήθηκαν από την παρέμβαση της Επιτροπής να συμψηφισθούν ώστε η προσφεύγουσα και η Επιτροπή να φέρουν τα δικά τους δικαστικά έξοδα.
( *1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γερμανική.
( 1 ) ΕΕ 1988, L317, σ. 33.
( 2 ) Κανονισμός της Επιτροπής της 17ης Μαΐου 1988, για την επιβολή προσωρινού δασμού αντιντάμπινγκ στις εισαγωγές κρουστικών εκτυπωτών χαρακτήρων με πίνακα κουκκίδων καταγωγής Ιαπωνίας (ΕΕ 1988, L 130, σ. 12).
( 3 ) Κανονισμός του Συμβουλίου της 23ης Ιουνίου 1984, για την άμυνα κατά των εισαγωγών που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ ή επιδοτήσεων εκ μέρους των χωρών μη μελών της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας (ΕΕ 1984, L201, σ. 1 ).
( 4 ) Κανονισμός του Συμβουλίου για την άμυνα κατά των εισαγωγών που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ ή επιδοτήσεων εκ μέρους των χωρών μη μελών της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας (ΕΕ 1988, L 209, σ. 1).
( 5 ) H διατύπωση αυτή αφορά την πρώτη δυνατότητα που προβλέπεται με την εν λόγω διάταξη και η οποία έχει ως εξής: « Το ποσό για τα έξοδα πώλησης τα γενικά και τα διοικητικά έξοδα [ καθώς και τα κέρδη υπολογίζονται σε σχέση με τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκε ο παραγωγός ή ο εξαγωγέας] και το κέρδος το οποίο πραγματοποίησε ο παραγωγός ή ο εξαγωγέας σε επικερδείς πωλήσεις ομοειδών προϊόντων στην εσωτερική αγορά.»
( 6 ) Υπογράμμιση δική μας.
( 7 ) ΕΕ ειδ. έκδ. 11/019, σ. 93.
( 8 ) ΕΕ ειδ. έκδ. 11/019, σ. 3.
( 9 ) Βλ. π.χ. την απόφαση της 7ης Μαΐου 1987, στην υπόθεση 258/84, Nippon Seiko κατά Συμβουλίου ( Συλλογή 1987, σ. 1923, σκέψη 21).
( 10 ) Κανονισμός λειτουργίας του Συμβουλίου, της 24ης Ιουλίου 1979, βάσει του άρθρου 5 της Συνθήκης της 8ης Απριλίου 1965 περί ιδρύσεως κοινού Συμβουλίου και κοινής Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων ( ΕΕ ειδ. έκδ. 01/002, σ. 122).
( 11 ) Βλ. την απόφαση 86/34/ΕΟΚ της Επιτροπής, της 12ης Φεβρουαρίου 1986, για την περάτωση της διαδικασίας αντιντάμπινγκ σχετικά με τις εισαγωγές ηλεκτρικών γραφομηχανών που κατασκευάζονται από τη Nakajima All Precision Co. Ltd, καταγωγής Ιαπωνίας ( EE 1986, L 40, σ. 29).
( 12 ) Βλ. την απόφαση της 11ης Ιουλίου 1990, στις συνεκδικασΟείσες υποθέσεις C-305/86 και C-I60/87, Ncotype Techmashexport κατά Επιτροπής και Συμβουλίου ( Συλλογή 1990, σ. Ι-2945, σκέψη 69 ).
( 13 ) Απόφαση της 13ης Φεβρουαρίου 1979, στην υπόθεση 85/76, Hoffmann-La Roche κατά Επιτροπής ( Sig. 1979, σ. 461, σκέψη 11 ).
( 14 ) Οι ισχυρισμοί της προσφεύγουσας είναι στο σημείο αυτό αντιφατικοί: η ημερομηνία της 18ης Νοεμβρίου 1988 προκύπτει από τους ισχυρισμούς σχετικά με την προβαλλόμενη παράβαση του εσωτερικού κανονισμού του Συμβουλίου' στη σελίδα 11 του δικογράφου της προσφυγής, στο σημείο 12, αναφέρεται εν τούτοις ότι η προσφεύγουσα είχε απευθύνει στις 26 Οκτωβρίου 1988 ένα υπόμνημα στο Συμβούλιο το οποίο αναφερόταν στην προαναφερθείσα πρόταση της Επιτροπής.
( 15 ) Βλ. επίσης την απόφαση της 5ης Οκτωβρίου 1988, στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις 260/85 και 106/86, TEC κ.λπ. κατά Συμβουλίου ( Συλλογή 1988, σ. 5855, σκέψη 20).
( 16 ) Δεν αντιλαμβάνομαι εξάλλου πώς μπόρεσε να διαπιστωθεί η ύπαρξη ντάμπινγκ μέσω της αξιολογήσεως των λογιστικών στοιχείων των παραγωγών της Κοινότητας.
( 17 ) Βλ. κανονισμό (ΕΟΚ) 1698/85 του Συμβουλίου (ΕΕ 1985, L 163, σ. 1 ).
( 18 ) Απόφαση της Επιτροπής της 12ης Φεβρουαρίου 1986 ( ΕΕ 1986, L 40, σ. 29).
( 19 ) Απόφαση της 22ας Ιανουαρίου 1986, στην υπόθεση 250/84, Endania κ.λπ. κατά Cassa Conguaglio Zucchero κ.λπ. (Συλλογή 1986, σ. 117, σκέψη 37) απόφαση της 11ης Ιουλίου 1990, στις συνεκδικασθεισες υποθέσεις C-304/86 και C-185/87, Ernia) κατά Επιτροπής και Συμβουλίου ( Συλλογή 1990, σ. Ι-2939, σκέψη 35 ).
( 20 ) Παράβαση της Συνθήκης ή οποιουδήποτε κανόνα δικαίου σχετικού με την εφαρμογή της, κατάχρηση εξουσίας.
( 21 ) Τέταρτη και τριακοστή τρίτη αιτιολογική σκέψη.
( 22 ) Βλ. τέταρτη αιτιολογική σκέψη: «παρουσιάζονται με τρόπο σαφή και αρκετά λεπτομερή »· τριακοστή τρίτη αιτιολογική σκέψη: «προσδιοριστούν πιο συγκεκριμένα ».
( 23 ) Το γερμανικό κείμενο του κανονισμού στην τριακοστή τρίτη αιτιολογική σκέψη δεν αντιστοιχεί προς το κείμενο των άλλων επισήμων γλωσσών, όπου υπάρχει στο τέλος της αιτιολογικής σκέψεως η διατύπωση: « ή οποιαδήποτε εύλογη βάση ».
( 24 ) Βλ. την απόφαση 86/34/ΕΟΚ της Επιτροπής, της 12ης Φεβρουαρίου 1986, για την περάτωση της διαδικασίας αντιντάμπινγκ σχετικά με τις εισαγωγές ηλεκτρονικών γραφομηχανών που κατασκευάζονται από την Nakajima All Precision Company Ltd, καταγωγής Ιαπωνίας (EE 1986, L40, σ. 29).
( 25 ) Βλ. ιδίως την απόφαση της 30ής Απριλίου 1974, στην υπόθεση 181/73, Hacgemann κατά Βελγίου (Slg. 1974, σ. 449, σκέψεις 2 έως 6) απόφαση της 26ης Οκτωβρίου 1982, στην υπόθεση 104/81, Hauptzollamt Mainz κατά Kupľcrbcrg (Συλλογή 1982, σ. 3641, σκέψεις 13 επ.) τελευταία, την απόφαση της 20ής Σεπτεμβρίου 1990, στην υπόθεση C-I92/89, S. Ζ. Sevince κατά Staatssecretaris van Justitie (Συλλογή 1990, σ. I-3461, σκέψεις 10 επ. ).
( 26 ) Η απόφαση που αναφέρεται κατωτέρω αφορά μια συμφωνία που είχε αρχικά συναφθεί με κράτος μέλος και η οποία μέσω της κοινοτικοποιήσεως της εμπορικής πολιτικής κατέστη μέρος του κοινοτικού δικαίου' στην παρούσα αλληλουχία η διαφορά αυτή δεν είναι εντούτοις σημαντική.
( 27 ) Βλ. ιδίως την απόφαση της 19ης Νοεμβρίου 1975, στην υπόθεση 38/75, Nederlandse Spoorwegen κατά Inspektor der Einfuhrzölle und Verbrauchssteuern (Slg. 1975, σ. 1439, σκέψεις 20 επ.).
( 28 ) Απόφαση της 27ης Μαρτίου 1990, στην υπόθεση C-189/88, Cartorobica κατά Ministero delle Finanze dello Stato (Συλλογή 1990, σ. I-1269, ειδικότερα σκέψη 23 ).
( 29 ) Απόφαση της 12ης Δεκεμβρίου 1972, στις συνεκδικασΟείσες υποθέσεις 21/72 έως 24/72, International Fruit Company (Slg. 1972, σ. 1219) απόφαση της 24ης Οκτωβρίου 1973, στην υπόθεση 9/73, Schlüter (Sig. 1973, σ. 1135) απόφαση της 16ης Μαρτίου 1983, στην υπόθεση 266/81, SIOT (Συλλογή 1983, σ. 731 ) απόφαση της 16ης Μαρτίου 1983, συνεκδικασθείσες υποθέσεις 267/81 έως 269/81, SPI και SAMI ( Συλλογή 1983, σ. 801 ).
( 30 ) Απόφαση της 22ας Ιουνίου 1989, στην υπόθεση 70/87, Fediol κατά Επιτροπής ( Συλλογή 1989, σ. 1781, σκέψεις 18 επ.).
( 31 ) Κανονισμός του Συμβουλίου της 17ης Σεπτεμβρίου 1984, για την ενίσχυση της κοινής εμπορικής πολιτικής, ιδίως στον τομέα της άμυνας κατά των αθέμιτων εμπορικών πρακτικών ( ΕΕ 1984, L 252, σ. 1 ).
( 32 ) Απόφαση στην υπόθεση Fediol III (όπ.π., υποσημείωση 30 ), σκέψη 19 στο τέλος.
( 33 ) Σκέψη 19.
( 34 ) Σκέψη 22.
( 35 ) Ανωτέρω στο σημείο 53, υποσημειώσεις 27 και 28.
( 36 ) Σκέψη 20.
( 37 ) Κανονισμός του Συμβουλίου της 20ής Δεκεμβρίου 1979, περί της άμυνας κατά των εισαγωγών που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ ή επιδοτήσεων εκ μέρους χωρών μη μελών της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητος ( ΕΕ ειδ. έκδ. 11/017, σ. 67).
( 38 ) Αποφάσεις της 5ης Οκτωβρίου 1988, συνεκδικασθείσες υποθέσεις 260/85 και 106/86, Tokyo Electric Company (TEC) κ-.λπ. κατά Συμβουλίου (Συλλογή 1988, σ. 5855, σκέψεις 24 και 27)· υπόθεση 250/85, Brother κατά Συμβουλίου ( Συλλογή 1988, σ. 5683, σκέψη 18 ) συνεκδικασΟείσες υποθέσεις 277 και 300/85, Canon κ.λπ. κατά Συμβουλίου ( Συλλογή 1988, σ. 5731, σκέψη 2( ) συνεκδικασθείσες υποθέσεις 273/85 και 107/86, Silver Seiko κ.λπ. κατά Συμβουλίου ( Συλλογή 1988, σ. 5927, σκέψη 16).
( 39 ) Στο κείμενο που είναι διατυπωμένο στις άλλες γλώσσες δεν αναφαίνεται εκ νέου ο όρος του εύλογου χαρακτήρα, αλλά αντιθέτως αναφέρεται κατ' ουσίαν ότι δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν τα αριθμητικά αυτά στοιχεία. Δεν Βλέπω εδώ πάντως Kaula διαψορά.
( 40 ) Δική μου υπογράμμιση.
( 41 ) Βλ. άρθρο 16, παράγραφος 6, στοιχείο α, του κώδικα.
( 42 ) Βλ. Vermulst: Antidumping Law and Practice in the United States and the European Communities, 1987, σ. 700.
( 43 ) Το άρθρο 2, παράγραφος 6 , τσυ κώδικα δεν χρησιμοποιεί μεν τον όρο « κανονική αξία », προρλέπει όμως εν τούτοις σύγκριση της τιμής εξαγωγής με όλα τα μεγέθη τα οποία συνοψίζονται στον βασικό κανονισμό με τον όρο « κανονική τιμή ».
( 44 ) Βλ., εν προκειμένω, την αιτιολογική σκέψη 40 του κανονισμού της Επιτροπής περί του προσωρινού δασμού.
( 45 ) Σκέψη 30.
( 46 ) Βλ. τον κανονισμό της Επιτροπής περί προσωρινού δασμού, αιτιολογική σκέψη 39, σε συνδυασμό με την αιτιολογική σκέψη 40.
( 47 ) Με αυτό νοείται σύμφωνα με την απόφαση TEC η αντίστοιχη « οικονομική δυνατότητα ».
( 48 ) Βλ. την απόφαση της 7ης Μαΐου 1987, στην υπόθεση 240/84, ΝΤΝ Toyo Bearing κατά Συμβουλίου ( Συλλογή 1987, σ. 1809, σκέψεις 13 επ.).
( 49 ) Αποφάσεις της 7ης Μαΐου 1987, στην υπόθεση 255/84, Nachi Fujikoshi κατά Συμβουλίου ( Συλλογή 1987, σ. 1861, σκέψεις 31 επ. ) υπόθεση 258/84, Nippon Seiko κατά Συμβουλίου ( Συλλογή 1987, σ. 1923, σκέψεις 43 επ. )· υπόθεση 260/84, Minebea κατά Συμβουλίου ( Συλλογή 1987, σ. 1975, σκέψεις 41 επ. ).
( 50 ) Βλ. την προηγούμενη υποσημείωση.
( 51 ) Βλ. επίσης την υπόθεση της ίδιας ημερομηνίας στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις 277 και 300/85, Canon κατά Συμβουλίου ( Συλλογή 1988, σ. 5731, σκέψη 37), καθώς και τις συνεκδικασθείσες υποθέσεις 273/85 και 107/86, Silver Seiko κατά Συμβουλίου (Συλλογή 1988, α 5927).
( 52 ) Προτάσεις στην υπόθεση TEC, προαναφερθείσα στην υποσημείωση 15 ( Συλλογή 1988, σ. 5884, 5898 ).
( 53 ) Υπόθεση 240/84 ( όπ.π., υποσημείωση 49 ), σκέψη 42.
( 54 ) Υπόθεση 240/84 ( όπ.π., υποσημείωση 49 ), σκέψη 36.
( 55 ) Απόφαση της Ι9ης Οκτωβρίου 1977, στις συνεκδικασΟείσες υποθέσεις 117/76 και 16/77, Ruckdeschel κατά Hauptzollamt Hamburg-St. Annen (Sig. 1977, σ. 1753, σκέψη 15)· τελευταία, απόφαση της 21ης Φεβρουαρίου 1990, συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-267/88 έως C-285/88, Wuidart κ.λπ. κατά Société coopérative, laiteries coopératives eupcnoiscs κ.λπ. (Συλλογή 1990, σ. Ι-435, σκέψη 13).
( 56 ) Απόφαση της 17ης Ιουλίου 1963, στην υπόθεση 13/63, Ιταλία κατά Επιτροπής (Slg. 1963, σ. 357, 384) απόφαση της 23ης Φεβρουαρίου 1983, στην υπόθεση 8/82, Wagner κατά Bundesanstalt für landwirtschaftliche Marktordnung (Συλλογή 1983, σ. 371)· απόφαση της 13ης Δεκεμβρίου 1984, στην υπόθεση 106/83, Sermide κατά Cassa Conguaglia Zucchero (Συλλογή 1984, σ. 4209, σκέψη 28 ).
( 57 ) Βλ. π.χ. τις αποφάσεις της 13ης Δεκεμβρίου 1983, στην υπόθεση 218/82, Επιτροπή κατά Συμβουλίου (Συλλογή 1983, σ. 4063) της 25ης Νοεμβρίου 1986, συνεκδικασΟείσες υποθέσεις 201 και 202/85, Klensch κατά Υφυπουργού Γεωργίας και Αμπελουργίας (Συλλογή 1986, σ. 3477), και της 4ης Δεκεμβρίου 1986, στην υπόθεση 205/84, Επιτροπή κατά Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας ( Συλλογή 1986, σ. 3755 ).
( 58 ) Βλ. την απόφαση της 22ας Ιανουαρίου 1986, στην υπόθεση 250/84, Eridama κ.λπ. κατά Cassa Conguaglia Zucchero κ.λπ. (Συλλογή 1986, σ. 117, σκέψη 37 ) απόφαση της 2ας Μαΐου 1990, στην υπόθεση 27/89, Scarpe κατά ONIC ( Συλλογή 1990, σ. Ι-1701, σκέψη 27 ).
(
59)
« Το ποσό για τα έξοδα πώλησης, τα γενικά και τα διοικητικά έξοδα [ καθώς και το κέρδος υπολογίζονται με βάση τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκε) και το κέρδος το οποίο πραγματοποίησε ο παραγωγός ή ο εξαγωγέας σε επικερδείς πωλήσεις ομοειδών προϊόντων στην εσωτερική αγορά. »
( 60 ) Απόφαση της 5ης Οκτωβρίου 1988, στην υπόθεση 301/85, Sharp Corporation κατά Συμβουλίου (Συλλογή 1988, σ. 5813).
( 61 ) Κανονισμός 1698/85 του Συμβουλίου, της 19ης Ιουνίου 1985, για την επιβολή οριστικού δασμού αντιντάμπινγκ στις εισαγωγές ηλεκτρονικών γραφομηχανών καταγωγής Ιαπωνίας ( ΕΕ 1985, L 163, σ. 1 ).
( 62 ) Βλ. ανωτέρω σημείο 104.
( 63 ) ΕΕ 1984, L 335, σ. 43.
( 64 ) Απόφαση της 5ης Matou 1966, συνεκδικασθείσες υποθέσεις 18 και 35/65, Gutmann κατά Επιτροπής ( Sig. 1966, σ. 154, 176) απόφαση της 21ης Ιουνίου 1984, στην υπόθεση 69/83, Lux κατά Ελεγκτικού Συνεδρίου ( Συλλογή 1984, σ. 2447, σκέψη 30 ).
( 65 ) Απόφαση της 29ης Νοεμβρίου 1956, στην υπόθεση 8/55, Fédération charbonnière de Belgique κατά Ανωτάτης Αρχής (Sig. 1955/56, σ. 297, 317) απόφαση της 8ης Ιουλίου 1965, στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις 3/64 και 4/64, Chambre syndicale de la sidérurgie française κ.λπ. κατά Ανωτάτης Αρχής ( Sig. 1965, σ. 595,616 ).
( 66 ) Ομοίως Daig: Nichtigkeits- und Untätigkeitsklagen im Recht der Europäischen Gemeinschaften, 1985, σ. 175.
( 67 ) Βλ. υποσημείωση 64.
( 68 ) Οι αιτιάσεις αυτές αφορούν το έγγραφο της προσφεύγουσας, της 2ας Σεπτεμβρίου 1988, προς την Επιτροπή.
( 69 ) Παράρτημα Κ του δικογράφου της προσφυγής.
( 70 ) Απόφαση 86/34/ΕΟΚ ( όπ.π., υποσημείωση 11 ).
( 71 ) Συλλογή 1988, σ. 5865.
( 72 ) Βλ. επίσης τις άλλες αποφάσεις της 5ης Οκτωβρίου 1988, συνεκδικασθείσες υποθέσεις 273/85 και 107/86, Silver Seiko κ.λπ. κατά Συμβουλίου (Συλλογή 1988, σ. 5927, σκέψη 55) υπόθεση 301/85, Sharp κατά Συμβουλίου ( Συλλογή 1988, σ. 5813, σκέψη 22 ).
( 73 ) Βλ. απόφαση της 12ης Ιουλίου 1957, στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις 7/56 και 3/57 έως 7/57, Algera κ'.λπ. κατά Ανωτάτης Αρχής (Sig. 1957, σ. 83, 117)· απόφαση της 1ης Ιουνίου 1961, στην υπόθεση 15/60, Simon κατά Δικαστηρίου (Slg. 1961, σ. 239, 259 επ.)· απόφαση της 9ης Μαρτίου 1978, στην υπόθεση 54/77, Herpels κατά Επιτροπής ( Slg. 1978, σ. 585, σκέψεις 34 επ. ).
( 74 ) Απόφαση της 14ης Μαΐου 1974, στην υπόθεση 4/73, Nold κατά Επιτροπής ( Slg. 1974, σ. 491 )· απόφαση της 13ης Δεκεμβρίου 1979, στην υπόθεση 44/79, Hauer κατά Land Rheinland-Pfalz ( Sig. 1979, σ. 3727 ).
( 75 ) Αποφάσεις της 27ης Σεπτεμβρίου 1979, στην υπόθεση 230/78, Eridania κ.λπ. κατά Υπουργείου Γεωργίας και Δασικού Πλούτου κ.λπ. ( Slg. 1979, σ. 2749, σκέψη 22 )· της 6ης Δεκεμβρίου 1984, στην υπόθεση 59/83, Biovilac κατά Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας (Συλλογή 1984, σ. 4057, σκέψη 23)· της 21ης Μαίου 1987, στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις 133 έως 136/85, Rau κατά Bundesanstalt für landwirtschaftliche Marktordnung ( Συλλογή 1987, σ. 2289, σκέψη 18 )· της 14ης Φεβρουαρίου 1990, στην υπόθεση 350/88, Delacre κ.λπ. κατά Επιτροπής ( Συλλογή 1990, σ. Ι-395, σκέψη 34 ).
( 76 ) Απόφαση της 4ης Οκτωβρίου 1983, στην υπόθεση 191/82, Fediol κατά Επιτροπής ( Συλλογή 1983, σ. 2913, σκέψη 26)· απόφαση της 20ής Μαρτίου 1985, στην υπόθεση 264/82, Timex κατά Συμβουλίου και Επιτροπής ( Συλλογή 1985, σ. 849, σκέψη 16 ).
( 77 ) Βλ. τις αποφάσεις της 15ης Ιουλίου 1982, στην υπόθεση 245/81, Edeka κατά Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας (Συλλογή 1982, σ. 2745, σκέψη 27)· της 28ης Οκτωβρίου 1982, στην υπόθεση 52/81, Faust κατά Επιτροπής (Συλλογή 1982, σ. 3745, σκέψη 27)· απόφαση της 17ης Ιουνίου 1987, στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις 424 και 425/85, Frico κ.λπ. κατά Voedselvoorzienings In- en Verkoopbureau (Συλλογή 1987, σ. 2755, σκέψη 33 )· απόφαση της 14ης Φεβρουαρίου 1990, στην υπόθεση 350/88 ( όπ.π., υποσημείωση 75 ), σκέψη 33.
( 78 ) Βλ. αποφάσεις της 7ης Μαίου 1987, υπόθεση 260/84 (όπ.π., υποσημείωση 9), σκέψεις 28 επ., υπόθεση 258/84, Nippon Seiko κατά Συμβουλίου ( Συλλογή 1987, σ. 1923, σκέψη 34)· υπόθεση 256/84, Koyo Seiko κατά Συμβουλίου ( Συλλογή 1987, σ. 1899, σκέψη 20 ).
( 79 ) Βλ. εκτός από τις αποφάσεις που αναφέρονται στην υποσημείωση 73 και τις αποφάσεις της 22ας Μαρτίου 1961, στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις 42 και 49/59, Snupai κατά Ανωτάτης Αρχής (Slg. 1961, σ. 109)· της 12ης Ιουλίου 1962, στην υπόθεση 14/61, Hoogovens κατά Ανωτάτης Αρχής (Sig. 1962, σ. 511)· της 22ας Σεπτεμβρίου 1983, στην υπόθεση 159/82, Verli-Wallace κατά Επιτροπής (Συλλογή 1983, σ. 2711)· της 31ης Μαΐου 1988, στην υπόθεση 253/86, Sociedade Agro-Pecuaria Vicente Nobre κατά Συμβουλίου (Συλλογή 1988, σ. 2725).
( 80 ) Απόφαση της 3ης Μαΐου 1978, στην υπόθεση 112/77, Töpfer κατά Επιτροπής ( Slg. 1978, σ. 1019, σκέψη 19 ).
( 81 ) Βλ., ανωτέρω, υποσημειώσεις 77 και 78.
( 82 ) Βλ. τις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Sir Gordon Slynn της 31ης Ιανουαρίου 1985, στην υπόθεση 108/84 (Συλλογή 1985, σ. 947,948).
( 83 ) Βλ. λεπτομερέστερα τις προτάσεις μου στις συνεκδικασΟεΙσες υποθέσεις 63 και 147/84, Finsider κατά Επιτροπής ( Συλλογή 1985, σ. 2858,2866 ).
( 84 ) Βλ. τις αποφάσεις της 10ης Φεβρουαρίου 1983, στην υπόθεση 230/81, Λουξεμβούργο κατά Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου ( Συλλογή 1983, σ. 255, σκέψεις 22 επ.)· απόφαση της 15ης Ιανουαρίου 1986, στην υπόθεση 44/84, Hurd κατά Jones ( Συλλογή 1986, σ. 29, σκέψεις 57 επ.).
( 85 ) Προτάσεις στις συνεκδικασθεΙσες υποθέσεις 63 και 64/79, Boizart κατά Επιτροπής (Slg. 1980, σ. 2992, 3002).
( 86 ) Προϊόντα τα οποία πωλούνται σε ανεξάρτητους μεταπράτες οι οποίοι περαιτέρω τα μεταπωλούν με το δικό τους σήμα ( βλ. αιτιολογική σκέψη 27 του προσβαλλόμενου κανονισμού ).
( 87 ) Ας σημειωθεί, εν παρόδω, ότι οι εφοφμοσθείσες εν προκειμένω διατάξεις συμπίπτουν σχεδόν τελείως από απόψεως διατυπώσεως με τις αντίστοιχες διατάξεις του κώδικα αντιντάμπινγκ (βλ. το άρθρο 4, παράγραφος 1, εισαγωγική φράση και περίπτωση i του κώδικα ).
( 88 ) Βλ. μελέτη Ε & W, σ. VII-9 και VII-I7.
( 89 ) Από μία σύγκριση των στοιχείων της μελέτης Ε & W και των στοιχείων που αναφέρονται στην παράγραφο 47 του προσβαλλόμενου κανονισμού καταφαίνεται σαφώς ότι οι αριθμοί που χρησιμοποιούνται σ' αυτό το μέρος του κανονισμού έχουν πλήρως ληφθεί από την μελέτη Ε & W και αναφέρονται και σε άλλους κατασκευαστές της Κοινότητας εκτός από αυτούς που έχουν συνενωθεί εντός του Europrint.
( 90 ) Βλ. πίνακα VII-I της μελέτης.
( 91 ) Βλ. απόφαση TEC ( όπ.π., υποσημείωση 15), σκέψη 47.
( 92 ) Βλ. πίνακα VII-3, στη σελίδα VII-6, της μελέτης Ε & W.
( 93 ) Ο αναφερόμενος αριθμός 188 % οφείλεται σε λογιστικό λάθος.
( 94 ) Πίνακας V-2.
( 95 ) ΕΕ 1985, L 163, σ. 1 (βλ. την 31η αιτιολογική σκέψη).
( 96 ) Βλ. πίνακα VII-1.
( 97 ) Κατώτερο τμήμα: πτώση τιμών μεταξύ 29 και 30% σχετική άνοδος του μεριδίου αγοράς των Ιαπώνων κατασκευαστών: 10,2 %
Μεσαίο τμήμα: πτώση τιμών μεταξύ 8,3 και 15 % σχετική άνοδος του μεριδίου αγοράς των Ιαπώνων κατασκευαστών: 6,7 %.
( 98 ) Βλ. την απόφαση της 28ης Νοεμβρίου 1989, στην υπόθεση 121/86, Ανώνυμος Εταιρία Επιχειρήσεων Μεταλλευτικών Βιομηχανικών και Ναυτιλιακών ΑΕ κ.λπ. κατά Συμβουλίου ( Συλλογή 1989, σ. 3919, σκέψη 35 ).
( 99 ) Πίνακας V-6.
( 100 ) 1983/1984: 39% 1984/1985: 36,2% 1985/1986: 38,2 ο/ο.
( 101 ) Βλ. τη μελέτη Ε & W, σ. VII-6 (Olivetti) σ. VΙI-9 ( HΙSI ) ct. VII-I7 ( Philips ).
( 102 ) Πίνακας V-6 της μελέτης Ε & W.
( 103 ) 1983:15 % 1984: 11 % 1985: 8 % 1986:6 %.
( 104 ) Βλ. συναφώς την απόφαση της 5ης Οκτωβρίου 1988, στην υπόθεση 250/88 ( όπ.π., υποσημείωση 38 ), σκέψη 41.
( 105 ) Βλ. απόφαση της 18ης Οκτωβρίου 1979, στην υπόθεση 125/78, GEMA κατά Επιτροπής (Slg. 1979, σ. 3173, σκέψη 29 ).
Top