ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
WALTER VAN GERVEN
της 10ης Ιανουαρίου 1991 ( *1 )
Κύριε Πρόεδρε,
Κύριοι δικαοτες,
1.
Με την παρούσα προσφυγή η Επιτροπή ζητεί να αναγνωριστεί ότι η Ελληνική Δημοκρατία παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τον κανονισμό (ΕΟΚ) 804/68 του Συμβουλίου, της 27ης Ιουνίου 1968, περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων ( 1 ), και από τα άρθρα 30 και 36 της Συνθήκης ΕΟΚ. Θεωρεί ειδικότερα ότι η επιβαλλόμενη από την ελληνική νομοθεσία υποχρέωση προσκομίσεως υγειονομικού πιστοποιητικού κατά την εισαγωγή παστεριωμένου βουτύρου, του οποίου η μέθοδος παστεριώσεως αναφέρεται στην ετικέτα ή στο σήμα, δεν συμβιβάζεται με τις προαναφερθείσες διατάξεις.
Αρχικά η Επιτροπή είχε διατυπώσει επίσης αιτιάσεις ως προς τη διατήρηση συστηματικών ελέγχων κατά την εισαγωγή γαλακτοκομικών προϊόντων γενικώς, συμπεριλαμβανομένου του βουτύρου. Η Ελληνική Δημοκρατία τροποποίησε πάντως τη νομοθεσία της ως προς αυτό το σημείο ( 2 ), έτσι ώστε για κανένα γαλακτοκομικό προϊόν — επομένως ούτε και για το βούτυρο — δεν επιβάλλονται πλέον συστηματικοί έλεγχοι κατά την εισαγωγή. Η Επιτροπή δήλωσε με το υπόμνημα απαντήσεως της ότι παραιτείται από αυτό το κεφάλαιο της προσφυγής της, οπότε δεν χρειάζεται πλέον να εξετάσω αυτή την αιτίαση.
2.
Η αιτίαση που εξακολουθεί να προβάλλεται αφορά το άρθρο 13 του προεδρικού διατάγματος 40/1977, περί της κτηνιατρικής επιθεωρήσεως των σφαγίων ζώων και προϊόντων ζωικής προελεύσεως ( 3 ). Κατά το άρθρο 13, παράγραφος 1, αυτού του διατάγματος, όλα τα εισαγόμενα τρόφιμα πρέπει να συνοδεύονται από πρωτότυπο κτηνιατρικό υγειονομικό πιστοποιητικό ή από υγειονομικό πιστοποιητικό αρμόδιας κρατικής αρχής της χώρας προελεύσεως. Το εν λόγω πιστοποιητικό πρέπει να είναι συντεταγμένο στην ελληνική, αγγλική ή γαλλική γλώσσα και πρέπει να χορηγείται δύο εβδομάδες πριν από την αναχώρηση του μεταφορικού μέσου με το οποίο μεταφέρεται το προϊόν ( 4 ). Κατά το άρθρο 13, παράγραφος 3, του διατάγματος, η εισαγωγή τροφίμων στην Ελλάδα επιτρέπεται μόνον εφόσον στο υγειονομικό πιστοποιητικό περιέχονται όλα τα στοιχεία τα οποία, όπως το αντιλαμβάνομαι, πρέπει να εμφαίνονται στη χώρα προελεύσεως σύμφωνα με τους εκεί ισχύοντες κανόνες για τα τρόφιμα, καθόσον τα στοιχεία αυτά αντιστοιχούν προς τα στοιχεία που απαιτούνται από τις αντίστοιχες ελληνικές διατάξεις.
3.
Από τον τίτλο του διατάγματος 40/1977 μπορεί να συναχθεί ότι η προαναφερθείσα ρύθμιση αφορά τις εισαγωγές όλων των προϊόντων ζωικής προελεύσεως. Η Επιτροπή βάλλει πάντως κατ' αυτής της ρυθμίσεως μόνο καθόσον με αυτή παρεμποδίζεται η εισαγωγή παστεριωμένου βουτύρου. Η Επιτροπή θεωρεί ότι η υποχρέωση προσκομίσεως υγειονομικού πιστοποιητικού κατά την εισαγωγή του εν λόγω βουτύρου συνιστά μέτρο ισοδύναμου αποτελέσματος προς ποσοτικό περιορισμό επί των εισαγωγών. Η προσκόμιση ενός τέτοιου είδους πιστοποιητικού συνεπάγεται πράγματι καθυστερήσεις και έξοδα και μπορεί να αποθαρρύνει τις εξαγωγές του προϊόντος αυτού προς την Ελλάδα.
Η άποψη αυτή της Επιτροπής δεν μπορεί να αμφισβητηθεί. Το Δικαστήριο έχει δεχθεί ρητώς, μεταξύ άλλων, με την απόφαση της 8ης Νοεμβρίου 1979, Denkavit Futtermittel ( σκέψη 11) ( 5 ), ότι η υποχρέωση προσκομίσεως ενός τέτοιου πιστοποιητικού συνιστά μέτρο ισοδυνάμου αποτελέσματος προς ποσοτικό περιορισμό επί των εισαγωγών. Η υποχρέωση συνιστά επιπλέον και δυσμενή διάκριση σε σχέση με προϊόντα από άλλα κράτη μέλη εκτός της χώρας εισαγωγής. Κατά συνέπεια, εμπίπτει στην απαγόρευση του άρθρου 30 της Συνθήκης ΕΟΚ ( 6 ) και δεν μπορεί να εξαιρεθεί από αυτήν παρά μόνο βάσει του άρθρου 36 της Συνθήκης ΕΟΚ.
4.
Κατά την Ελληνική Κυβέρνηση, η υποχρέωση προσκομίσεως του εν λόγω πιστοποιητικού κατά την εισαγωγή δικαιολογείται για λόγους προστασίας της δημόσιας υγείας. Επομένως, πρέπει να εξεταστεί αν η υποχρέωση αυτή παραμένει εντός των ορίων τα οποία, κατά το άρθρο 36 της Συνθήκης ΕΟΚ, όπως έχει ερμηνευθεί από το Δικαστήριο, διαθέτουν τα κράτη μέλη.
Καταρχάς μπορεί να παρατηρηθεί ότι στο παρόν στάδιο εξελίξεως δεν υφίστανται κοινοτικοί ή εναρμονισμένοι κανόνες σχετικά με τις υγειονομικές διατάξεις περί βουτύρου. Κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου ( 7 ), τα κράτη μέλη μπορούν υπό τις περιστάσεις αυτές να εξακολουθούν να λαμβάνουν μέτρα στον τομέα αυτό, επικαλούμενα το άρθρο 36 της Συνθήκης ΕΟΚ.
Πάντως, κατά πάγια επίσης νομολογία, μία εθνική ρύθμιση η οποία θεσπίζεται για την υλοποίηση ενός από τους σκοπούς που αναφέρονται στο άρθρο 36 της Συνθήκης ΕΟΚ συμβιβάζεται με την εν λόγω Συνθήκη μόνον εφόσον δεν υπερβαίνει ό,τι είναι αναγκαίο, δηλαδή εφόσον είναι κατάλληλη για την υλοποίηση του επιδιωκόμενου σκοπού και απαραίτητη, επειδή δεν υφίσταται καμία εναλλακτική λύση με την οποία να μπορεί να πραγματοποιηθεί ο επιδιωκόμενος σκοπός κατά τρόπο πάντως λιγότερο περιοριστικό για την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων ( 8 ). Επιπλέον, πρέπει το μέτρο να είναι ανάλογο προς τον επιδιωκόμενο σκοπό ( 9 ).
5.
Σχετικά με τα υπομνήματα των διαδίκων προκαλεί εντύπωση το ότι δεν αναφέρεται επακριβώς σ' αυτά το περιεχόμενο του επιβαλλόμενου από την ελληνική νομοθεσία υγειονομικού πιστοποιητικού. Η Ελληνική Κυβέρνηση διευκρίνισε το περιεχόμενο αυτού του πιστοποιητικού κατόπιν ερωτήσεως του Δικαστηρίου. Από την απάντηση αυτή προκύπτει ότι το απαιτούμενο πιστοποιητικό, εκτός από τα στοιχεία σχετικώς με την ταυτότητα, την προέλευση και τον προορισμό του προϊόντος, πρέπει να περιέχει ένα πιστοποιητικό επίσημα εξουσιοδοτημένου κτηνιάτρου (της χώρας προελεύσεως ) ( 10 ), κατά το οποίο
« α)
η πρώτη ύλη προέρχεται:
1)
Από περιοχή απαλλαγμένη από εξαμήνου τουλάχιστον από αφθώδη πυρετό·
2)
από εκτροφές ελεγχόμενες και απαλλαγμένες από φυματίωση, βρουκέλλωση ή άλλα μεταδοτικά νοσήματα·
3)
από ζώα που δεν πάσχουν από μαστίτιδα.
β)
Το προϊόν
1)
παρασκευάζεται σε εγκατάσταση που ελέγχεται από υγειονομική άποψη από την επίσημη υπηρεσία·
2)
δεν περιέχει ουσίες απαγορευόμενες από την ισχύουσα νομοθεσία ( 11 )·
3)
έχει συσκευασθεί σε υλικά κατάλληλα και επιτρεπόμενα για τρόφιμα, με τρόπο που το προφυλάσσει από τις επιμολύνσεις·
4)
είναι απαλλαγμένο από παθογόνους μικροοργανισμούς, κατάλληλο για ανθρώπινη κατανάλωση και κυκλοφορεί με την ίδια σύνθεση και κριτήρια στη χώρα παραγωγής ».
6.
Οι περισσότερες, αν όχι όλες, από τις πιστοποιήσεις που πρέπει να περιέχονται στο πιστοποιητικό αφορούν στοιχεία που μπορούν να διαπιστώνονται κατά τη στιγμή της παρασκευής και της συσκευασίας του βουτύρου στη χώρα προελεύσεως. Αυτό ισχύει ως προς τη διαπίστωση της ελλείψεως των αναφερομένων στα στοιχεία α, 1, 2 και 3, ασθενειών στην περιοχή, την επιχείρηση ή ως προς τα ζώα από τα οποία λαμβάνεται το γάλα που χρησιμοποιείται για την παρασκευή του βουτύρου. Αυτό ισχύει επίσης ως προς τη διαπίστωση του ότι η εγκατάσταση στην οποία παρασκευάζεται το βούτυρο υπόκειται σε υγειονομικό έλεγχο ( β, 1 ), ότι κατά την παρασκευή δεν προστέθηκε στο βούτυρο καμία από τις ουσίες που απαγορεύονται από τη νομοθετική ρύθμιση της χώρας προελεύσεως ( β, 2 ), ότι το βούτυρο έχει συσκευασθεί σε κατάλληλα υλικά ( β, 3 ) και ότι κυκλοφορεί με την ίδια σύνθεση και με τα ίδια κριτήρια στη χώρα προελεύσεως (β, 4, δεύτερη φράση ). Αυτό δεν ισχύει, ή δεν ισχύει κατά την ίδια έκταση, όσον αφορά το γεγονός ότι το προϊόν είναι απαλλαγμένο από παθογόνους μικροοργανισμούς και κατάλληλο προς βρώση (β, 4, πρώτη φράση), επειδή οι ιδιότητες αυτές μπορούν να μεταβληθούν και πρέπει επομένως να ελέγχονται και σε μεταγενέστερες φάσεις από το χρονικό σημείο της παρασκευής. Το σημείο αυτό θα το εξετάσω στη συνέχεια χωριστά.
7.
Η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι η παρασκευή βουτύρου σε όλα τα κράτη μέλη υπόκειται σε υγειονομικές διατάξεις και ότι η εφαρμογή των διατάξεων αυτών ελέγχεται δεόντως. Οι διατάξεις αυτές, όπως το αντιλαμβάνομαι, αφορούν, μεταξύ άλλων, την έλλειψη βακτηριδίων στο γάλα που χρησιμοποιείται ως πρώτη ύλη, τον τρόπο παρασκευής, τη σύνθεση, τη συσκευασία και την καταλληλότητα του βουτύρου για κατανάλωση. Η Ελληνική Κυβέρνηση δεν αμφισβητεί αυτόν τον ισχυρισμό. Το ζήτημα επομένως που τίθεται είναι αν, υπό τις συνθήκες αυτές, ένα πιστοποιητικό, όπως αυτό το οποίο απαιτούν οι ελληνικές αρχές, είναι αναγκαίο για την προστασία της δημόσιας υγείας, καθώς και αν είναι ανάλογο προς τον σκοπό αυτό. Προκειμένου να δοθεί απάντηση στο ερώτημα αυτό επιθυμώ να κάνω μία διάκριση μεταξύ αυτής καθαυτής της αρχής της υποχρεώσεως προσκομίσεως πιστοποιητικού και των τρόπων εφαρμογής της.
8.
Ως προς αυτή την ίδια την αρχή δεν μπορεί, κατά τη γνώμη μου, να υπάρξει καμία αμφιβολία. Πράγματι, νομίζω ότι είναι δικαιολογημένο εκ μέρους των ελληνικών αρχών να ζητούν κατά την εισαγωγή βουτύρου την προσκόμιση πιστοποιητικού ότι το βούτυρο έχει παρασκευαστεί και συσκευαστεί σύμφωνα με τις αντίστοιχες υγειονομικές διατάξεις που ισχύουν στη χώρα προελεύσεως και διατίθεται στο εμπόριο σ' αυτή τη χώρα με την ίδια σύνθεση και τα ίδια κριτήρια. Με το πιστοποιητικό ενός αρμοδίου προς τούτο προσώπου της χώρας προελεύσεως παρέχεται εν προκειμένω η σχετική εγγύηση. Κατά τη γνώμη μου, δεν επαρκούν προς τον σκοπό αυτό, όπως ισχυρίζεται η Επιτροπή, οι διατάξεις περί επισημάνσεως με τις οποίες επιδιώκεται η πληροφόρηση των καταναλωτών ως προς τα χαρακτηριστικά του προϊόντος ( 12 ), οι οποίες όμως δεν μπορούν επίσης να διασφαλίσουν ( βάσιμα ) ότι ως προς την πρώτη ύλη, την παρασκευή και τη συσκευασία του βουτύρου τηρήθηκαν οι ισχύουσες υγειονομικές διατάξεις ( 13 ).
Το ότι η αρχή της υποχρεώσεως προσκομίσεως πιστοποιητικού, όπως απαιτείται από την ελληνική κανονιστική ρύθμιση, είναι αναγκαία για την προστασία της δημόσιας υγείας καταφαίνεται εξάλλου από την κοινοτική νομοθεσία σχετικά με το θερμικά επεξεργασμένο γάλα, καθώς και από τη νομολογία του Δικαστηρίου.
9.
Όσον αφορά την κοινοτική νομοθεσία, αναφέρομαι στην οδηγία 85/397/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 5ης Αυγούστου 1985, για τα υγειονομικά προβλήματα και την υγειονομική ολιτική κατά τις ενδοκοινοτικές συναλλαγές του θερμικά επεξεργασμένου γάλακτος ( 14 ). Το άρθρο 3, Α, περίπτωση 1, στοιχείο στ, της οδηγίας, σε συνδυασμό με το παράρτημα Α, κεφάλαιο Χ, και το παράρτημα Β, επιβάλλει στα κράτη μέλη προελεύσεως την υποχρέωση να μεριμνούν, ώστε το θερμικά επεξεργασμένο γάλα που αποστέλλεται σε άλλο κράτος μέλος να συνοδεύεται από υγειονομικό πιστοποιητικό κτηνιάτρου ή οποιασδήποτε ισοδύναμης αρμόδιας αρχής που ορίζεται από την αρμόδια κεντρική αρχή, με το οποίο να πιστοποιείται ότι το εισαγόμενο γάλα έχει ληφθεί υπό τις προβλεπόμενες από την οδηγία προϋποθέσεις παρασκευής και ελέγχου. Στη δωδέκατη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας αναφέρεται ότι η χορήγηση πιστοποιητικού από την αρμόδια αρχή της χώρας αποστολής συνιστά το καταλληλότερο μέσο για να παρέχεται στις αρμόδιες αρχές της χώρας προορισμού η διαβεβαίωση ότι η αποστολή θερμικά επεξεργασμένου γάλακτος ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις της οδηγίας αυτής.
Με την υπό εξέταση στην παρούσα υπόθεση ελληνική κανονιστική ρύθμιση αποσκοπείται να διασφαλιστεί η τήρηση των αντίστοιχων εθνικών υγειονομικών διατάξεων σχετικά με την πρώτη ύλη, την παραγωγή και τη συσκευασία του βουτύρου προς τις διατάξεις της οδηγίας 85/397 σχετικά με την πρώτη ύλη, την παρασκευή και τη συσκευασία του θερμικά επεξεργασμένου γάλακτος ( 15 ). Όσον αφορά τις διατάξεις αυτές, δεν υπάρχει, κατά τη γνώμη μου, κανένας λόγος για να γίνει διάκριση μεταξύ των δύο αυτών γαλακτοκομικών προϊόντων. Πράγματι δεν μπορώ να διανοηθώ ότι γάλα από ασθενείς αγελάδες, καθώς και ανθυγιεινές μέθοδοι παρασκευής ή ακατάλληλες συσκευασίες αποτελούν κίνδυνο για τη δημόσια υγεία, κατά του οποίου πρέπει να διασφαλιστεί η προστασία του κοινού, όταν πρόκειται για θερμικά επεξεργασμένο γάλα αλλά όχι όταν πρόκειται για παστεριωμένο βούτυρο. Το υπό εξέταση ζήτημα αφορά σαφώς, ελλείψει εναρμονίσεως, την τήρηση εθνικών διατάξεων. Επομένως, δεν αντιλαμβάνομαι γιατί ένα πιστοποιητικό που απαιτείται σχετικά με την τήρηση παρόμοιων διατάξεων πρέπει να εκτιμάται διαφορετικά απ' ό,τι ένα πιστοποιητικό το οποίο επιβάλλεται βάσει κανονισμού του Συμβουλίου σχετικά με τη διασφάλιση της τηρήσεως παρόμοιων κοινοτικών διατάξεων.
10.
Και από τη νομολογία επίσης του Δικαστηρίου αναγνωρίζεται η εξουσία των κρατών μελών να ζητούν την προσκόμιση υγειονομικού πιστοποιητικού προκειμένου να διασφαλίζεται η τήρηση προϋποθέσεων όπως η υπό εξέταση στην παρούσα υπόθεση. Με την απόφαση της 8ης Φεβρουαρίου 1983, 124/81, Επιτροπή κατά Ηνωμένου Βασιλείου ( 16 ), το Δικαστήριο έκρινε ειδικότερα ότι το κράτος μέλος εισαγωγής μπορεί να διασφαλίζει την τήρηση των προϋποθέσεων σχετικά με την ποιότητα του γάλακτος πριν από την επεξεργασία, καθώς και τον τρόπο επεξεργασίας και συσκευασίας του UHT-γάλακτος, επιβάλλοντας στους εισαγωγείς την υποχρέωση προσκομίσεως πιστοποιητικών που εκδίδουν για τον σκοπό αυτό οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους εξαγωγής (σκέψη 29 ) ( 17 ).
11.
Δεν έχω βέβαια αντιρρήσεις ως προς αυτή καθαυτή την αρχή της υποχρεώσεως προσκομίσεως του απαιτούμενου από την ελληνική κανονιστική ρύθμιση πιστοποιητικού· με τις λεπτομέρειες όμως εφαρμογής αυτού του πιστοποιητικού αντιμετωπίζω ορισμένα προβλήματα. Υπενθυμίζω ότι το άρθρο 13 του ελληνικού διατάγματος επιβάλλει την υποχρέωση προσκομίσεως του πρωτοτύπου του υγειονομικού πιστοποιητικού για όλα τα εισαγόμενα τρόφιμα ζωικής προελεύσεως, εν προκειμένω του βουτύρου, και ότι το έγγραφο αυτό πρέπει να έχει εκδοθεί από κτηνίατρο ή αρμόδια αρχή δύο εβδομάδες πριν από την αναχώρηση του μεταφορικού μέσου. Όπως διευκρίνισε η Ελληνική Κυβέρνηση κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, από αυτό συνάγεται ότι κάθε παρτίδα προοριζόμενου για εισαγωγή στην Ελλάδα βουτύρου πρέπει να συνοδεύεται από υγειονομικό πιστοποιητικό, πράγμα που έχει ως συνέπεια εκάστοτε την απαίτηση νέου πιστοποιητικού κτηνιάτρου ή αρχής.
Αυτό νομίζω ότι είναι υπερβολικό. Η αναγκαιότητα να απευθύνονται οι ενδιαφερόμενοι σε κτηνίατρο ή σε αρμόδια αρχή κάθε φορά που εξάγεται μία παρτίδα βουτύρου προς την Ελλάδα νομίζω ότι είναι δυσανάλογη προς τις απαιτήσεις της δημόσιας υγείας. Από την αρχή της αμοιβαίας εμπιστοσύνης μεταξύ κρατών μελών ως προς τις αντίστοιχες ρυθμίσεις τους συνάγεται, κατά τη γνώμη μου, ότι οι ελληνικές αρχές πρέπει να αρκούνται στην προσκόμιση ενός κτηνιατρικού ή υγειονομικού πιστοποιητικού που ισχύει για ορισμένη περίοδο και κατά το οποίο το βούτυρο που προέρχεται από ορισμένο προϊόν παρασκευάστηκε, συσκευάστηκε και διατέθηκε στο εμπόριο σύμφωνα με τις υγειονομικές διατάξεις της χώρας παραγωγής.
12.
Απομένει ακόμη ένα σημείο προς εξέταση. Όπως προανέφερα, στο απαιτούμενο από την ελληνική κανονιστική ρύθμιση πιστοποιητικό πρέπει να αναφέρεται ότι το εισαγόμενο παστεριωμένο βούτυρο δεν περιέχει παθογόνους μικροοργανισμούς και είναι κατάλληλο προς βρώση. Αν αντιλαμβάνομαι καλώς, από αυτό μπορεί να συναχθεί η υποχρέωση διενεργείας υλικού υγειονομικού ελέγχου μετά την παρασκευή του παστεριωμένου βουτύρου, αυτό δε λίγο πριν από την αποστολή κάθε παρτίδας βουτύρου που προορίζεται για εισαγωγή στην Ελλάδα.
Σχετικά με αυτό, η Επιτροπή υποστήριξε πειστικά ότι το παστεριωμένο βούτυρο αποτελεί ένα μικροβιολργικώς σταθερό προϊόν το οποίο δεν επιτρέπει την ανάπτυξη μικροβίων. Η Ελληνική Κυβέρνηση, η οποία κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου πρέπει να αποδείξει ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις παρεκκλίσεως από τη βασική απαγορευτική διάταξη του άρθρου 30 της Συνθήκης ΕΟΚ ( 18 ), δεν προσκόμισε κανένα στοιχείο από το οποίο να μπορεί να συναχθεί ότι η σχετική υποχρέωση είναι αναγκαία για την προστασία της δημόσιας υγείας και ότι υπάρχει εύλογη σχέση μεταξύ αυτής της υποχρεώσεως και της επιδιωκόμενης εν προκειμένω πρόσθετης ασφάλειας. Δεν μπορεί δε να επικαλεστεί εν προκειμένω την κατ' αναλογία εφαρμογή της προαναφερθείσας οδηγίας 85/397. Το αναφερόμενο στην οδηγία αυτή θερμικά επεξεργασμένο γάλα αποτελεί πράγματι ένα μικροβιολογικώς ασταθές προϊόν.
Η παρατήρηση ότι το βούτυρο μπορεί να παρουσιάζει ενδείξεις ταγγιάσεως, οξειδώσεως και ευρωτιάσεως είναι φυσικά ορθή. Για τον λόγο αυτό έχει σημασία το βούτυρο να είναι καλά συσκευασμένο και να αναφέρονται οι κατάλληλες ενδείξεις στη συσκευασία του βουτύρου που προορίζεται για τον καταναλωτή, ειδικότερα δε οι ενδείξεις που περιέχονται στην προαναφερθείσα οδηγία 79/112/ΕΟΚ περί επισημάνσεως των τροφίμων. Η Ελληνική Κυβέρνηση δεν μπόρεσε όμως να αποδείξει ότι τα προαναφερθέντα συμπτώματα συνιστούν κίνδυνο για την υγεία. Εξάλλου, η Επιτροπή προσκόμισε το αποτέλεσμα μιας έρευνας από την οποία καταφαίνεται ότι στα κράτη μέλη τα οποία έλαβαν μέρος στην έρευνα δεν προέκυψε κατά τη διάρκεια των προηγουμένων είκοσι ετών κανένα πρόβλημα υγείας σχετικά με το παστεριωμένο βούτυρο. Από την έρευνα αυτή προκύπτει ότι το παστεριωμένο βούτυρο, όταν το προϊόν αυτό παρασκευάζεται σύμφωνα με τους ισχύοντες στα διάφορα κράτη μέλη κανόνες, δεν αποτελεί κανένα υπαρκτό κίνδυνο για την υγεία, έστω και αν μετά την παραγωγή μπορεί να επέλθουν χημικές ή ενζυματικές αντιδράσεις.
Η πρόσθετη ασφάλεια για τη δημόσια υγεία, που μπορεί να συνιστά η προσκόμιση πιστοποιητικού σχετικά με την έλλειψη, κατά το χρονικό σημείο της εισαγωγής, παθογόνων μικροοργανισμών και σχετικά με την καταλληλότητα του βουτύρου προς κατανάλωση, κατά το χρονικό αυτό σημείο, είναι επομένως εξαιρετικά περιορισμένη. Υπό τις συνθήκες αυτές, πρέπει να γίνει δεκτό ότι μία τέτοια υποχρέωση δεν είναι ανάλογη προς τον επιδιωκόμενο σκοπό, αλλ' ούτε και αναγκαία για την επιδίωξη του σκοπού αυτού. Εν προκειμένω, επαρκεί η προσκόμιση υγειονομικού πιστοποιητικού, που ισχύει για ορισμένη χρονική περίοδο και το οποίο περιέχει δήλωση κτηνιάτρου ή αρμόδιας αρχής ότι το παστεριωμένο βούτυρο παρασκευάστηκε και συσκευάστηκε σύμφωνα με τις υγειονομικές διατάξεις της χώρας προελεύσεως, μεταξύ άλλων, όσον αφορά την προέλευση της πρώτης ύλης και την ανυπαρξία στο βούτυρο απαγορευομένων ουσιών, ότι είναι κατάλληλο στη χώρα προελεύσεως προς βρώση και ότι κυκλοφορεί στη χώρα αυτή με αυτήν τη σύνθεση και με αυτά τα χαρακτηριστικά.
Συμπέρασμα
13.
Επομένως, προτείνω στο Δικαστήριο:
1)
να αναγνωρίσει ότι η Ελληνική Δημοκρατία, απαιτώντας να συνοδεύεται από υγειονομικό πιστοποιητικό κάθε παρτίδα βουτύρου που προορίζεται για εισαγωγή στην Ελλάδα, πράγμα που έχει ως συνέπεια εκάστοτε την απαίτηση νέου πιστοποιητικού κτηνιάτρου ή αρμόδιας αρχής, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει δυνάμει του άρθρου 30 της Συνθήκης ΕΟΚ'
2)
να καταδικάσει την Ελληνική Δημοκρατία στα δικαστικά έξοδα.
( *1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η ολλανδική.
( 1 ) ΕΕ ειδ. έκδ. 03/003, σ. 82.
( 2 ) Προεδρικό διάταγμα 550/1989 (ΦΕΚ Λ αριθ. 232 της 11.10.1989).
( 3 ) ΦΕΚ Λ αριθ. 18 της 21.1.1977.
( 4 ) Αρχικά η διάταξη αυτή επέβαλε και την υποχρέωση θεωρήσεως του υγειονομικού πιστοποιητικού από τις ελληνικές προξενικές αρχές στη χώρα προελεύσεως. Η υποχρέωση αυτί], όπως προέκυψε μόλις κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, καταργήθηκε με το προεδρικό διάταγμα 1050/1981 ( ΦΕΚ αριθ. 256 της 15.9. 1981 ).
( 5 ) Απόφαση στην υπόθεση 251/78, Jurispr. 1979, σ. 3369.
( 6 ) Η απαγόρευση μέτρων ισοδύναμου αποτελέσματος προς περιορισμό επί των εισαγωγών επιβάλλεται επίσης με τον προαναφερθέντα κανονισμό 804/68.
( 7 ) Βλ., παραδείγματος χάρη, την απόφαση της 14ης Ιουνίου 1988, 29/87, Dansk Denkavit ( Συλλογή 1988, σ. 2965, σκέψεις 26 έως 30 ).
( 8 ) Βλ., μεταξύ άλλων, την απόφαση της 20ής Μαΐου 1976, 104/75, De Peijper ( Jurispr. 1976, σ. 613, σκέψεις 16 και 17'), όπως επίσης πρόσφατα και την απόφαση της 12ης Ιουλίου 1990, υπόθεση C-128/89, Επιτροπή κατά Ιταλίας ( Συλλογή 1990, σ. I-3239, σκέψη 18 ).
( 9 ) Βλ., μεταξύ άλλων, την απόφαση της 27ης Μαρτίου 1985, 73/84, Denkavit Futtermittel (Συλλογή 1985, σ. 1013, σκέψη 14).
( 10 ) Η αναφορά στο πιστοποιητικό της δηλώσεως ενός κτηνιάτρου πρέπει, αν αντιλαμβάνομαι ορθώς, ενόψει του γράμματος του προαναφερθέντος άρθρου 13, παράγραφος 1, του διατάγματος 40/1977, να νοείται ευρέως. Νομίζω ότι λαμβάνονται επίσης υπόψη και πιστοποιητικά που εκδίδονται από την αναφερόμενη στη διάταξη « αρμόδια αρχή » της χώρας προελεύσεως.
( 11 ) Υποθέτω ότι η αναφορά αυτή αφορά την ισχύουσα νομοθετική ρύθμιση στη χώρα προελεύσεως.
( 12 ) Βλ. την οδηγία 79/112/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 18ης Δεκεμβρίου 1978, περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών σχετικά με την επισήμανση και την παρουσίαση των τροφίμων που προορίζονται για τον τελικό καταναλωτή καθώς επίσης και τη διαφήμιση τους ( ΕΕ ειδ. έκδ. 03/024, σ. 33 ).
( 13 ) Κατά το άρθρο 6, παράγραφος 2, στοιχείο β, της οδηγίας 79/112 δεν απαιτείται καν η ένδειξη των συστατικών ως προς το βούτυρο.
( 14 ) ΕΕ 1985, L 226, σ. 13.
( 15 ) Προς σύγκριση:
—
σημείο α, Ι, του πιστοποιητικού με το άρθρο 12 της οδηγίας·
—
σημεία α, 2 και 3, του πιστοποιητικού με το άρθρο 3, Α, παράγραφος 1, στοιχείο α, ii, της οδηγίας, σε συνδυασμό με το παράρτημα Λ, κεφάλαιο VI, Α, σημείο Ι, στοιχεία α μέχρι δ
—
σημείο β, 1, του πιστοποιητικού με το άρθρο 3, Λ, παράγραφος 1, στοιχείο ρ, και άρθρο 5, παράγραφοι 1 και 2, της οδηγίας·
—
σημείο ρ, 2, του πιστοποιητικού με το άρθρο 11, παράγραφος 3, της οδηγίας·
—
σημείο ρ, 3, του πιστοποιητικού με το άρθρο 3, Α, παράγραφος 1, στοιχείο ο, της οδηγίας, σε συνδυασμό με το παράρτημα Α, κεφάλαιο VIII.
( 16 ) Συλλογή 1983, σ. 203.
( 17 ) Βλ. επίσης την προαναφερθείσα απόφαση της 27ης Μαρτίου 1985,73/84, Dcnkavit Futtermittel, σκέψη 15.
( 18 ) Βλ. την προαναφερθείσα απόφαση της 12ης Ιουλίου 1990, C-128/89, Επιτροπή κατά Ιταλίας, σκέψη 23.
Top