Σημαντική ανακοίνωση νομικού περιεχομένου
Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Gulmann της 12ης Μαΐου 1992. - ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΙΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ ΚΑΤΑ ΗΝΩΜΕΝΟΥ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ. - ΑΛΙΕΙΑ - ΑΔΕΙΕΣ - ΟΡΟΙ. - ΥΠΟΘΕΣΗ C-279/89.
Συλλογή της Νομολογίας του Δικαστηρίου 1992 σελίδα I-05785
Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
++++
Κύριε Πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
Το ιστορικό και το αντικείμενο της υποθέσεως
1. Η Επιτροπή άσκησε την παρούσα προσφυγή κατά του Ηνωμένου Βασιλείου βάσει του άρθρου 169 της Συνθήκης ΕΟΚ, ζητώντας να αναγνωριστεί ότι το Ηνωμένο Βασίλειο, επιβάλλοντας το 1986 νέες προϋποθέσεις για τη χορήγηση αδειών αλιείας, προκειμένου να είναι δυνατή η αλιεία από τα νηολογημένα στο Ηνωμένο Βασίλειο σκάφη, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το κοινοτικό δίκαιο. Το Βασίλειο της Ισπανίας παρενέβη υπέρ της Επιτροπής.
Οι επίμαχες προϋποθέσεις αφορούν την εκμετάλλευση και το πλήρωμα του πλοίου και έχουν ως σκοπό να διασφαλιστεί ότι τα βρετανικά σκάφη τα οποία αλιεύουν στο πλαίσιο των βρετανικών ποσοστώσεων αλιείας έχουν πραγματικό οικονομικό σύνδεσμο με το Ηνωμένο Βασίλειο. Οι προϋποθέσεις αυτές ισχύουν από την 1η Ιανουαρίου 1986 και αποτελούν τη δεύτερη δέσμη προϋποθέσεων μιας σειράς ρυθμίσεων που ισχύουν στο Ηνωμένο Βασίλειο με σκοπό την καταπολέμηση της αποκαλούμενης quota hopping (λεηλασίας ποσοστώσεων) (1).
2. Οι προϋποθέσεις αυτές είναι απολύτως γνωστές στο Δικαστήριο, δεδομένου ότι η προϋπόθεση που αφορά την εκμετάλλευση των σκαφών ήταν το αντικείμενο της αποφάσεως του Δικαστηρίου της 14ης Δεκεμβρίου 1989 στην υπόθεση C-216/87, Jaderow (2), η δε προϋπόθεση σχετικά με το πλήρωμα του σκάφους, η οποία επέβαλλε υποχρεώσεις ιθαγένειας και κατοικίας, ήταν το αντικείμενο της αποφάσεως του Δικαστηρίου με την ίδια ημερομηνία στην υπόθεση C-3/87, Agegate (3).
Το δικόγραφο της προσφυγής της Επιτροπής στην παρούσα υπόθεση κατατέθηκε τον Σεπτέμβριο του 1989, δηλαδή πριν εκδοθούν οι αποφάσεις Jaderow και Agegate. Τα υπομνήματα των διαδίκων κατατέθηκαν μετά την έκδοση των αποφάσεων.
Η Επιτροπή προβάλλει με το δικόγραφό της στην παρούσα υπόθεση τις ίδιες απόψεις όπως αυτές που προέβαλε στις υποθέσεις Jaderow και Agegate.
Η Επιτροπή εμμένει στην παρούσα προσφυγή λόγω παραβάσεως, επειδή ιδίως έχει τη γνώμη ότι η τροποποίηση των προϋποθέσεων στις οποίες προέβη η Βρετανική Κυβέρνηση μετά την έκδοση των αποφάσεων Jaderow και Agegate δεν αρκούν για την τήρηση των προϋποθέσεων που θέτει το κοινοτικό δίκαιο.
Ενδείκνυται ενδεχομένως να τονιστεί ότι η Βρετανική Κυβέρνηση γνωστοποίησε με ανακοίνωση προς τον τύπο της 23ης Μαΐου 1990 (4), ότι η υποχρέωση κατοικίας δεν απαιτείται πλέον και ότι η κυβέρνηση εξάλλου προσάρμοσε ως προς ορισμένες λεπτομέρειες τις προϋποθέσεις σχετικά με το πλήρωμα προς τις υποχρεώσεις που απορρέουν από την απόφαση Agegate. Περαιτέρω, ενδείκνυται ενδεχομένως να τονιστεί ότι η Βρετανική Κυβέρνηση διευκρίνισε ότι αποφασίστηκε αργότερα η εξομοίωση από την 1η Ιανουαρίου 1991 των Ισπανών και των Πορτογάλων αλιέων προς τους αλιείς από άλλα κράτη μέλη, ως προς την προϋπόθεση που αφορά τα πληρώματα, και ότι αμβλύνθηκαν κατά κάποιο τρόπο οι προϋποθέσεις που αφορούν την εκμετάλλευση του σκάφους. Η Βρετανική Κυβέρνηση υπογράμμισε ότι οι επελθούσες αυτές τροποποιήσεις δεν σημαίνουν ότι αποδέχεται ότι οι μέχρι τώρα προϋποθέσεις δεν συμβιβάζονταν προς το κοινοτικό δίκαιο. Τέλος, μπορεί να αναφερθεί ότι η Βρετανική Κυβέρνηση διευκρίνισε ότι οι προσφεύγουσες στο πλαίσιο των υποθέσεων Jaderow και Agegate, κατόπιν των επελθουσών τροποποιήσεων, παραιτήθηκαν από τις προσφυγές τους ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου.
Η Επιτροπή, εξάλλου, μετά την έκδοση της αποφάσεως Agegate παραιτήθηκε από έναν από τους λόγους της προσφυγής της που αφορούσε μια προϋπόθεση κατά την οποία το πλήρωμα του σκάφους και ο πλοίαρχος έπρεπε να καταβάλουν εισφορά στο βρετανικό σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως.
3. Επομένως, τα αιτήματα της Επιτροπής στηρίζονται στους ακόλουθους λόγους:
* πρώτον, ότι η προϋπόθεση σχετικά με την εκμετάλλευση του σκάφους, όπως ίσχυε το 1986, αντιβαίνει προς το κοινοτικό δίκαιο, ιδίως δε προς το άρθρο 34 της Συνθήκης ΕΟΚ,
* δεύτερον, ότι η προϋπόθεση σχετικά με τη σύνθεση του πληρώματος του σκάφους αντιβαίνει προς το κοινοτικό δίκαιο, ιδίως προς το άρθρο 48 της Συνθήκης, επειδή συνιστά δυσμενή διάκριση σε βάρος των Πορτογάλων και των Ισπανών υπηκόων σε σχέση με υπηκόους άλλων κρατών μελών,
* τρίτον, ότι ο όρος της κατοικίας αντιβαίνει προς το κοινοτικό δίκαιο, ιδίως προς το άρθρο 48 της Συνθήκης.
Δεδομένου ότι η Βρετανική Κυβέρνηση αναγνώρισε ότι η υποχρέωση της κατοικίας αντιβαίνει προς το κοινοτικό δίκαιο, η διαφορά μεταξύ των διαδίκων αφορά μόνο τους δύο πρώτους λόγους.
Η διαφορά οφείλεται κυρίως στη διάσταση απόψεων ως προς τη σημασία που έχουν ορισμένες σκέψεις που περιέχονται στις αποφάσεις Jaderow και Agegate όσον αφορά την εκτίμηση της νομιμότητας των προϋποθέσεων αυτών.
Η προϋπόθεση σχετικά με την εκμετάλλευση του σκάφους
4. Η πλήρης διατύπωση της προϋποθέσεως αυτής είναι η ακόλουθη:
"Το σκάφος πρέπει να ασκεί τις δραστηριότητές του έχοντας ως βάση το Ηνωμένο Βασίλειο, τη νήσο Man ή τις νήσους της Μάγχης χωρίς να θίγεται η γενικότητά του, ο όρος αυτός λογίζεται πληρούμενος αν για κάθε εξάμηνο κάθε ημερολογιακού έτους (δηλαδή από Ιανουάριο μέχρι Ιούνιο και από Ιούλιο μέχρι Δεκέμβριο):
α) τουλάχιστον το 50 % του βάρους του αλιεύματος που εκφορτώνεται ή μεταφορτώνεται και που καλύπτεται από την παρούσα άδεια ή από οποιαδήποτε άλλη ισχύουσα κατά τον κρίσιμο χρόνο εκφορτώνεται και πωλείται στο Ηνωμένο Βασίλειο, στη νήσο Man ή στις νήσους της Μάγχης ή μεταφορτώνεται προς πώληση εντός των βρετανικών αλιευτικών ορίων (British Fishery Limits), ή
β) αποδεικνύεται κατ' άλλον τρόπον ότι το σκάφος βρέθηκε σε λιμάνι του Ηνωμένου Βασιλείου, της νήσου Man ή των νήσων της Μάγχης τουλάχιστον τέσσερις φορές ανά διαστήματα τουλάχιστον δεκαπέντε ημερών."
Είναι αναγκαίο να διέλθω με συντομία τις σχετικές σκέψεις της αποφάσεως Jaderow προκειμένου να καταστεί σαφές για ποιον λόγο εξακολουθεί να υφίσταται διαφωνία μεταξύ της Επιτροπής και του Ηνωμένου Βασιλείου ως προς τη νομιμότητα των προϋποθέσεων αυτών.
Το Δικαστήριο στηρίχθηκε στη διαπίστωση ότι ο επιδιωκόμενος με αυτή την προϋπόθεση σκοπός συνίσταται στο να διασφαλιστεί ότι τα σκάφη τα οποία μπορούν να αλιεύουν στο πλαίσιο των βρετανικών ποσοστώσεων έχουν πραγματικό οικονομικό σύνδεσμο με το Ηνωμένο Βασίλειο, στη συνέχεια δε δέχθηκε ότι το ισχύον κοινοτικό δίκαιο
"1) δεν εμποδίζει τα κράτη μέλη, προκειμένου να επιτρέψουν σε ένα από τα σκάφη τους να αλιεύει στο πλαίσιο των εθνικών ποσοστώσεων αλιείας, να επιβάλλουν προϋποθέσεις που έχουν ως σκοπό να εξασφαλίζουν την ύπαρξη πραγματικού οικονομικού συνδέσμου με το εκάστοτε κράτος, καθόσον ο σύνδεσμος αυτός αφορά μόνο τις σχέσεις μεταξύ των αλιευτικών δραστηριοτήτων του σκάφους αυτού και των πληθυσμών που εξαρτώνται από την αλιεία καθώς και των σχετικών βιομηχανιών
2) δεν εμποδίζει τα κράτη μέλη, προκειμένου να επιτρέψουν σε ένα από τα σκάφη τους να αλιεύει στο πλαίσιο των εθνικών ποσοστώσεων αλιείας, να επιβάλλουν, ώστε να εξασφαλίζεται η ύπαρξη πραγματικού οικονομικού συνδέσμου κατά τα ανωτέρω, την προϋπόθεση ότι το σκάφος πρέπει να ασκεί τις δραστηριότητές του έχοντας ως βάση τους εθνικούς λιμένες, καθόσον η προϋπόθεση αυτή δεν συνεπάγεται υποχρέωση εκκινήσεως από εθνικό λιμένα για κάθε αλιευτική αποστολή" (δικές μου οι υπογραμμίσεις).
Στη συνέχεια, το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι το ισχύον κοινοτικό δίκαιο δεν εμποδίζει
"τα κράτη μέλη, προκειμένου να επιτρέψουν σε ένα από τα σκάφη τους να αλιεύει στο πλαίσιο των εθνικών ποσοστώσεων, να θεωρούν ότι μπορεί να συνιστά απόδειξη του γεγονότος ότι το σκάφος ασκεί τις δραστηριότητές του έχοντας ως βάση τους εθνικούς λιμένες η εκφόρτωση μέρους των αλιευμάτων ή η περιοδική παρουσία του σκάφους στους εθνικούς λιμένες" (δική μου η υπογράμμιση).
Από την απόφαση προκύπτει ότι η υποχρέωση εκφορτώσεως των αλιευμάτων στους εθνικούς λιμένες θα αντέκειτο προς το κοινοτικό δίκαιο αν συνεπήγετο πράγματι την υποχρέωση για το σκάφος να εκφορτώνει τα αλιεύματα στους λιμένες αυτούς. Αντιθέτως, ο όρος περί εκφορτώσεως συμβιβάζεται με το κοινοτικό δίκαιο αν αποτελεί απλώς έναν από τους διάφορους τρόπους αποδείξεως ότι η αλιεία πραγματοποιείται με σημείο αφετηρίας τους εθνικούς λιμένες, δηλαδή ότι υφίστανται εναλλακτικές δυνατότητες αποδείξεως. Μια τέτοια εναλλακτική δυνατότητα αποδείξεως συνιστά η δυνατότητα αποδείξεως ότι η αλιεία πραγματοποιείται από εθνικούς λιμένες μέσω στοιχείων από τα οποία προκύπτει ότι υφίσταται περιοδική παρουσία του σκάφους σε εθνικούς λιμένες. Προϋπόθεση πάντως για τη νομιμότητα ενός τέτοιου αποδεικτικού κανόνα είναι ότι δεν εμποδίζεται κατ' αυτόν τον τρόπο η άσκηση κανονικής αλιευτικής δραστηριότητας. Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο έκρινε ότι το κοινοτικό δίκαιο, στο παρόν στάδιο εξελίξεώς του,
"δεν εμποδίζει τα κράτη μέλη να δέχονται ως μόνη απόδειξη του ότι πληρούται η προϋπόθεση της ασκήσεως των δραστηριοτήτων του σκάφους με βάση εθνικούς λιμένες, την εκφόρτωση μέρους των αλιευμάτων ή ορισμένη περιοδική παρουσία του σκάφους σε εθνικούς λιμένες, υπό την προϋπόθεση ότι η απαιτούμενη περιοδικότητα της παρουσίας του σκάφους στους λιμένες αυτούς δεν επιβάλλει αμέσως ή εμμέσως υποχρέωση εκφορτώσεως των αλιευμάτων σε εθνικούς λιμένες ή δεν παρακωλύει την άσκηση κανονικής αλιευτικής δραστηριότητας (...)"
5. Η Επιτροπή είχε εκθέσει στο δικόγραφο της προσφυγής της ότι η καθαυτή προϋπόθεση σχετικά με την εκμετάλλευση του σκάφους αντέκειτο προς το άρθρο 34 της Συνθήκης ΕΟΚ, επειδή ιδίως η τήρηση της υποχρεώσεως εκφορτώσεως συνεπάγεται οικονομικό βάρος για τον πλοιοκτήτη. Η Επιτροπή, για ευνόητους λόγους, αναγκάστηκε να προσαρμόσει με το υπόμνημα απαντήσεως και κατά την προφορική διαδικασία τους ισχυρισμούς και την επιχειρηματολογία της ως προς την ερμηνεία των σχετικών κανόνων του κοινοτικού δικαίου στην οποία προέβη το Δικαστήριο με την απόφαση Jaderow.
Η Επιτροπή προβάλλει ήδη, κυρίως, ότι η προϋπόθεση σχετικά με την εκμετάλλευση σκαφών που έχουν αφετηρία τους βρετανικούς λιμένες αντίκειται προς το κοινοτικό δίκαιο επειδή δεν συντρέχει ένας από τους κατά την απόφαση Jaderow ρητούς όρους σχετικά με τη νομιμότητα της προϋποθέσεως, δηλαδή ότι οι περί αποδείξεως κανόνες που αφορούν την περιοδική παρουσία του σκάφους σε βρετανικούς λιμένες δεν "εμποδίζει την άσκηση κανονικής αλιευτικής δραστηριότητας". Προς στήριξη της απόψεώς της, η Επιτροπή αναφέρεται σε μια ένορκη γραπτή δήλωση που προσκομίστηκε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου στην υπόθεση Jaderow.
Η Βρετανική Κυβέρνηση προβάλλει καταρχάς ότι το Δικαστήριο δεν πρέπει να λάβει θέση ως προς το ζήτημα αν η προϋπόθεση σχετικά με την εκμετάλλευση, όπως ισχυρίζεται η Επιτροπή στο υπόμνημα απαντήσεως, εμποδίζει την άσκηση κανονικής αλιευτικής δραστηριότητας, στη συνέχεια δε και επικουρικώς, ότι η προϋπόθεση σχετικά με την εκμετάλλευση δεν εμποδίζει την άσκηση κανονικής αλιευτικής δραστηριότητας και, επομένως, είναι νόμιμη.
Επί της ενστάσεως απαραδέκτου
6. Η Βρετανική Κυβέρνηση εξέθεσε ότι η Επιτροπή, για πρώτη φορά με το υπόμνημα απαντήσεως, επιχείρησε να διευρύνει το αντικείμενο της δίκης, προβάλλοντας ότι η προϋπόθεση σχετικά με την εκμετάλλευση εμποδίζει την άσκηση κανονικής αλιευτικής δραστηριότητας. Η Επιτροπή, ενεργώντας κατ' αυτόν τον τρόπο, παρέβη το άρθρο 169 της Συνθήκης και το άρθρο 42 του Κανονισμού Διαδικασίας. Υφίσταται παράβαση του άρθρου 169 της Συνθήκης, επειδή η πριν από την άσκηση της προσφυγής διαδικασία αφορούσε αποκλειστικά το ζήτημα αν οι προϋποθέσεις σχετικά με την εκμετάλλευση αντίκεινται καθαυτές προς το άρθρο 34 της Συνθήκης και την κοινή οργάνωση αγοράς στον τομέα της αλιείας. Ο λόγος που προέβαλε η Επιτροπή με το υπόμνημα απαντήσεως αφορά άλλο ζήτημα, επειδή θέτει νέα νομικά ζητήματα, τα οποία μπορούν να κατανοηθούν και να εξεταστούν μόνο με βάση την απόφαση Jaderow. Η κυβέρνηση δεν είχε τη δυνατότητα να διατυπώσει τις απόψεις της σχετικά με τα ζητήματα αυτά υπό το φως της νομικής καταστάσεως που υφίσταται ήδη ενόψει των αρχών που καθορίστηκαν με την απόφαση Jaderow. Περαιτέρω, η Βρετανική Κυβέρνηση προβάλλει ότι υφίσταται παράβαση του άρθρου 42, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, επειδή πρόκειται για νέο λόγο ο οποίος μεταβάλλει το αντικείμενο της δίκης. Τέλος, η κυβέρνηση προβάλλει ότι υφίσταται παράβαση του άρθρου 42, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας, επειδή η Επιτροπή με το υπόμνημα απαντήσεως αναφέρεται σε νέα αποδεικτικά στοιχεία, χωρίς να αιτιολογήσει γιατί επικαλείται τα αποδεικτικά αυτά στοιχεία μόλις κατ' αυτό το χρονικό σημείο.
'Εναντι των ισχυρισμών αυτών, η Επιτροπή εκθέτει ότι η απάντηση δεν εξέρχεται του αντικειμένου της δίκης, όπως αυτό προσδιορίστηκε κατά την πριν από την άσκηση της προσφυγής διαδικασία βάσει του άρθρου 169 της Συνθήκης. Το αντικείμενο της παρούσας υποθέσεως εξακολουθεί, κατά την Επιτροπή, να συνίσταται στο ότι οι προϋποθέσεις για τη χορήγηση αδειών αλιείας, οι οποίες καθορίστηκαν από το Ηνωμένο Βασίλειο το 1986, αντίκεινται προς τη Συνθήκη ΕΟΚ, ιδίως δε προς το άρθρο 34. Η Επιτροπή τόνισε ότι, και μετά την έκδοση της αποφάσεως Jaderow, εμμένει στην άποψή της ότι οι προϋποθέσεις σχετικά με την εκμετάλλευση δεν συμβιβάζονται προς το άρθρο 34 της Συνθήκης. Με το υπόμνημα απαντήσεως προέβαλε απλώς έναν νέο λόγο προς στήριξη αυτού του ασυμβίβαστου. Η Επιτροπή θεωρεί ότι βασίμως προέβαλε τον νέο αυτό λόγο, επειδή η απόφαση Jaderow, η οποία εκδόθηκε μετά την άσκηση της προσφυγής, περιέχει ερμηνεία των σχετικών διατάξεων του κοινοτικού δικαίου, από την οποία προκύπτουν νέα νομικά στοιχεία, όπως ορίζεται στο άρθρο 42, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας.
7. Εκ πρώτης όψεως φαίνεται ότι μπορεί να γίνει δεκτή η ένσταση απαραδέκτου που προβάλλει η Βρετανική Κυβέρνηση. Τα δεδομένα του προβλήματος που αφορά η υπόθεση μεταβλήθηκαν συνεπεία του νέου λόγου που προέβαλε η Επιτροπή και, κατά τη γνώμη μου, είναι αμφίβολο αν η απόφαση στην υπόθεση Jaderow μπορεί να θεωρηθεί ως νέο νομικό στοιχείο, το οποίο μπορεί, κατά το άρθρο 42, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας να δικαιολογήσει την προβολή νέου λόγου.
Αντιστρόφως, δεν νομίζω ότι η σκέψη που υπαγόρευσε τη θέσπιση της διατάξεως αυτής στον Κανονισμό Διαδικασίας, δηλαδή η επιδίωξη προστασίας των δικαιωμάτων άμυνας του καθού, συνηγορεί αποφασιστικά κατά της εξετάσεως κατ' ουσίαν από το Δικαστήριο του νέου λόγου της Επιτροπής.
'Οπως θα καταδειχθεί από τα κατωτέρω, έχω τη γνώμη ότι κρίση επί της ουσίας δεν σημαίνει ότι θίγονται αισθητώς τα δικαιώματα άμυνας της Βρετανικής Κυβερνήσεως. Ο νέος λόγος, από νομική άποψη, είναι απλός. Η Βρετανική Κυβέρνηση μπόρεσε να λάβει θέση επί του λόγου αυτού τόσο με την ανταπάντησή της όσο και κατά την προφορική διαδικασία. Το βάρος αποδείξεως φέρει η Επιτροπή και όχι η Βρετανική Κυβέρνηση. Η Επιτροπή πράγματι πρέπει να αποδείξει ότι ο κανόνας σχετικά με την περιοδική παρουσία των σκαφών στους βρετανικούς λιμένες εμποδίζει την άσκηση κανονικής αλιευτικής δραστηριότητας. Οι αποδείξεις που πράγματι προσκομίστηκαν συνίστανται σε δηλώσεις που κατατέθηκαν ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου κατά την εκδίκαση της υποθέσεως Jaderow και, επομένως, ήταν γνωστές στη Βρετανική Κυβέρνηση.
Αν και η αυστηρή εφαρμογή, κατά νόμο, του άρθρου 169 και του άρθρου 42 συνηγορεί ενδεχομένως υπέρ της μη κατ' ουσίαν εξετάσεως του νέου λόγου, προτείνω εντούτοις στο Δικαστήριο, ενόψει των ιδιαίτερων περιστάσεων της υποθέσεως, να εξετάσει κατ' ουσίαν τον λόγο που προβάλλει η Επιτροπή ότι η θεσπισθείσα το 1986 προϋπόθεση εκμεταλλεύσεως αντίκειται προς το κοινοτικό δίκαιο, επειδή ο κανόνας σχετικά με την περιοδική παρουσία σε βρετανικούς λιμένες εμποδίζει την άσκηση κανονικής αλιευτικής δραστηριότητας.
Επί της νομιμότητας της προϋποθέσεως σχετικά με την εκμετάλλευση
8. Η Επιτροπή, υποστηριζόμενη από την Ισπανία, προβάλλει ότι εμποδίζεται η άσκηση κανονικής αλιευτικής δραστηριότητας, όταν τα σκάφη υποχρεούνται να είναι παρόντα στο Ηνωμένο Βασίλειο τουλάχιστον τέσσερις φορές για δεκαπέντε τουλάχιστον ημέρες ανά εξάμηνο ημερολογιακού έτους.
Η Επιτροπή στηρίζει την επιχειρηματολογία της σε μια ευρεία ερμηνεία της προϋποθέσεως που διατύπωσε το Δικαστήριο, κατά την οποία οι κανόνες για την περιοδική παραμονή και τις σχετικές αποδείξεις ότι ασκείται η αλιεία με αφετηρία από εθνικούς λιμένες δεν εμποδίζει την άσκηση κανονικής αλιευτικής δραστηριότητας. Αναπτύσσοντας όσο το δυνατόν ευρύτερα τον συλλογισμό της, η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι οι προϋποθέσεις αυτές δεν θα πρέπει να περιορίζουν τις δυνατότητες των πλοιοκτητών να προγραμματίζουν όσο το δυνατόν ελεύθερα τις αλιευτικές τους δραστηριότητες. Η Επιτροπή τόνισε μάλιστα ότι θα είναι δύσκολο ή πρακτικά αδύνατο να τροποποιηθεί η προϋπόθεση σχετικά με την εκμετάλλευση κατά τέτοιο τρόπον ώστε να εξαλειφθούν όλα τα εμπόδια που παρακωλύουν την άσκηση κανονικής αλιευτικής δραστηριότητας από τα σκάφη. Συγκεκριμένα, η Επιτροπή προβάλλει
* ότι ο κανόνας για την περιοδική παρουσία, ενόψει της προϋποθέσεως ότι η παρουσία πρέπει να υφίσταται περιοδικώς ανά δεκαπενθήμερο, παρακωλύει τις αλιευτικές δραστηριότητες των περισσοτέρων αλιέων που ελλιμενίζονται σε λιμένες με συντομότερη διάρκεια περιοδικής παραμονής (η Επιτροπή αναφέρεται εν προκειμένω σε μια ένορκη δήλωση ενός πλοιάρχου που είχε προσκομιστεί ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου κατά την εκδίκαση της υποθέσεως Jaderow) και
* ότι ο κανόνας σχετικά με την περιοδική παρουσία, ενόψει του ότι προϋποθέτει τέσσερις ελλιμενισμούς στη διάρκεια ενός εξαμήνου, παρακωλύει την αλιεία ανοικτής θάλασσας, όπου τα σκάφη επί μακρά περίοδο δεν μπορούν να προσεγγίσουν λιμένες του Ηνωμένου Βασιλείου.
9. Κατά τη γνώμη μου, είναι σαφές ότι οι απόψεις αυτές της Επιτροπής δεν μπορούν να γίνουν δεκτές.
Οι απόψεις αυτές στηρίζονται, όπως κατά τη γνώμη μου ορθώς προέβαλε η Βρετανική Κυβέρνηση, σε μια εξαιρετικά ευρεία αντίληψη των προϋποθέσεων που έθεσε το Δικαστήριο για την αναγνώριση της νομιμότητας προϋποθέσεων σχετικά με την εκμετάλλευση όπως οι επίμαχες εν προκειμένω. Η Επιτροπή δεν λαμβάνει επαρκώς υπόψη ότι το Δικαστήριο, στην υπόθεση Jaderow, στήριξε την κρίση του στο θεμελιώδες αξίωμα ότι μπορεί να απαιτείται στενός οικονομικός σύνδεσμος μεταξύ του σκάφους και της χώρας νηολογήσεως, ότι η συμμόρφωση προς την απαίτηση αυτή μπορεί να επιβάλλεται με ορισμένες προϋποθέσεις κατά τις οποίες η αλιεία πρέπει να ασκείται με αφετηρία εθνικούς λιμένες και ότι η τήρηση της προϋποθέσεως σχετικά με την εκμετάλλευση μπορεί καταρχάς να επιβάλλεται με τη μορφή προσκομίσεως εγγράφων από τα οποία να αποδεικνύεται είτε η εκφόρτωση των αλιευμάτων είτε η περιοδική παρουσία στους λιμένες του Ηνωμένου Βασιλείου.
Στην επιφύλαξη που διατύπωσε το Δικαστήριο δεν μπορεί να προσδοθεί τόσο ευρύ περιεχόμενο ώστε ο κανόνας για την περιοδική παρουσία, τον οποίον το Δικαστήριο καταρχήν δέχθηκε, να στερείται συγκεκριμένου περιεχομένου.
10. Κατά τη γνώμη μου, δεν χρειάζεται στην παρούσα υπόθεση να εξεταστεί λεπτομερέστερα το ζήτημα του περιεχομένου της επιφυλάξεως του Δικαστηρίου.
Πράγματι, θεωρώ ότι είναι σαφές ότι η Επιτροπή ουδόλως απέδειξε ότι ο κανόνας για την περιοδική παρουσία εμποδίζει την άσκηση κανονικής αλιευτικής δραστηριότητας, έστω και αν η έννοια της ασκήσεως κανονικής αλιευτικής δραστηριότητας θεωρηθεί ότι έχει ευρύ περιεχόμενο.
Πρώτον, καταφαίνεται ότι η προσκομισθείσα από την Επιτροπή ένορκη δήλωση στην οποία προέβη ένας πλοίαρχος αλιευτικού σκάφους και κατά την οποία ο κανόνας για την περιοδική παρουσία περιορίζει στην πράξη τις δυνατότητες ασκήσεως κανονικής αλιευτικής δραστηριότητας στηρίζεται σε εσφαλμένη αντίληψη του κανόνα για την περιοδική παρουσία. Ο εν λόγω αλιέας είχε τη γνώμη ότι ένα σκάφος το οποίο ελλιμενίζεται σε βρετανικό λιμένα ανά διαστήματα δέκα ημερών δεν θα είναι στη θέση να τηρεί τον κανόνα της περιοδικής παρουσίας ανά δεκαπέντε ημέρες. Η αντίληψη αυτή είναι εσφαλμένη. Σύμφωνα με τις διευκρινίσεις της Βρετανικής Κυβερνήσεως, ο κανόνας αυτός εφαρμόζεται στην πράξη κατά τέτοιο τρόπο ώστε το σκάφος το οποίο, π.χ., ελλιμενίζεται σε βρετανικό λιμένα την 1η, την 11η ή την 21η ενός μήνα θεωρείται ότι έχει ελλιμενιστεί δύο φορές σε συμφωνία με τον κανόνα για την περιοδική παρουσία, δηλαδή την 1η και την 21η του μήνα.
Εν προκειμένω, πρέπει επίσης να θεωρηθεί ότι έχει σημασία το γεγονός ότι οι προσφεύγοντες της εκκρεμούσας ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου υποθέσεως Jaderow συμφώνησαν με το καθού βρετανικό υπουργείο ότι, καθόσον η υπόθεση εκκρεμεί, θα τηρούσαν την προϋπόθεση σχετικά με την εκμετάλλευση του σκάφους μόνον αν το υπουργείο δεν απαιτούσε την τήρηση της προϋποθέσεως σχετικά με τη σύνθεση του πληρώματος. Επιπροσθέτως, από τις ένορκες δηλώσεις, τις οποίες προσκόμισε η Βρετανική Κυβέρνηση και οι οποίες προσκομίστηκαν ομοίως ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου στην υπόθεση Jaderow, επιβεβαιώνεται ότι η τήρηση της υποχρεώσεως σχετικά με την εκμετάλλευση του σκάφους δεν θεωρείται από τους ενδιαφερομένους ότι συνεπάγεται στην πράξη ιδιαίτερα δυσμενή ή επαχθή από οικονομική άποψη αποτελέσματα.
Δεύτερον, η Επιτροπή δεν απέδειξε ότι ο κανόνας για την περιοδική παρουσία παρεμποδίζει την άσκηση κανονικής αλιευτικής δραστηριότητας ανοικτής θάλασσας. Η Επιτροπή δεν μπόρεσε να αμφισβητήσει την ορθότητα μιας διευκρινίσεως στην οποία προέβη η Βρετανική Κυβέρνηση κατά την οποία η αλιεία ανοικτής θάλασσας, στην οποία επιδίδονται τα βρετανικά αλιευτικά σκάφη, είναι σχετικά ασήμαντης διάρκειας, οπότε ο κανόνας για την περιοδική παρουσία δεν παρακωλύει την άσκηση αυτής της κανονικής αλιευτικής δραστηριότητας.
Δεδομένου ότι, κατά τη γνώμη μου, οι ισχυρισμοί της Επιτροπής που αφορούν την προϋπόθεση εκμεταλλεύσεως δεν αποδείχθηκαν, προτείνω να απορριφθεί η προσφυγή της Επιτροπής όσον αφορά το σημείο αυτό.
Η προϋπόθεση σχετικά με το πλήρωμα του σκάφους
11. Η προϋπόθεση αυτή έχει την εξής διατύπωση:
"Τουλάχιστον 75 % του πληρώματος πρέπει να είναι Βρετανοί υπήκοοι ή υπήκοοι κρατών μελών της ΕΟΚ (αποκλειομένων, μέχρι της 1ης Ιανουαρίου 1988, των Ελλήνων υπηκόων και, μέχρι της 1ης Ιανουαρίου 1993, των Ισπανών ή Πορτογάλων υπηκόων που δεν είναι σύζυγοι ή τέκνα κάτω των 21 ετών Ελλήνων, Ισπανών ή Πορτογάλων εργαζομένων, εγκατεστημένων ήδη στο Ηνωμένο Βασίλειο σύμφωνα με τις μεταβατικές διατάξεις περί ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων κατόπιν της προσχωρήσεως της Ελλάδας, Ισπανίας και Πορτογαλίας στις Ευρωπαϊκές Κοινότητες όπως προβλέπεται στις σχετικές Συνθήκες Προσχωρήσεως), οι οποίοι κανονικά διαμένουν στο Ηνωμένο Βασίλειο, στη νήσο Man και στις νήσους της Μάγχης διαμονή σημαίνει διαμονή στην ξηρά και για τον σκοπό αυτό υπηρεσία σε βρετανικό πλοίο δεν υπολογίζεται ως διαμονή στο Ηνωμένο Βασίλειο, στη νήσο Man και στις νήσους της Μάγχης."
Η προϋπόθεση αυτή περιέχει επομένως εν μέρει έναν όρο σχετικά με την ιθαγένεια του πληρώματος και εν μέρει έναν όρο σχετικά με την κατοικία των μελών του πληρώματος.
12. Η Βρετανική Κυβέρνηση, όπως ελέχθη, μετά την έκδοση της αποφάσεως στην υπόθεση Agegate παραδέχθηκε ότι ο όρος σχετικά με την κατοικία αντίκειται προς το κοινοτικό δίκαιο.
Η Βρετανική Κυβέρνηση παραδέχθηκε περαιτέρω ότι ο όρος σχετικά με την ιθαγένεια δεν μπορεί, ενόψει της αποφάσεως Agegate, να εφαρμόζεται για Ισπανούς και Πορτογάλους αλιείς, οι οποίοι εργάζονταν ήδη ως μισθωτοί σε βρετανικό έδαφος ή σε βρετανικό σκάφος κατά την προσχώρηση, όταν η σχέση εργασίας παρουσίαζε επαρκώς στενό σύνδεσμο με το έδαφος αυτό.
Η Βρετανική Κυβέρνηση φρονεί αντιθέτως ότι ο όρος σχετικά με την ιθαγένεια μπορεί να διατηρηθεί ως προς τους άλλους Ισπανούς και Πορτογάλους εργαζομένους κατά τη μεταβατική περίοδο που ορίζεται στην Πράξη Προσχωρήσεως της Ισπανίας και της Πορτογαλίας. Η εν λόγω κυβέρνηση αναφέρεται εν προκειμένω στα άρθρα 55 και 56 της Πράξεως Προσχωρήσεως όσον αφορά την Ισπανία και στα άρθρα 215 και 216 της Πράξεως Προσχωρήσεως όσον αφορά την Πορτογαλία. Κατά τις διατάξεις αυτές, τα αρχικά κράτη μέλη μπορούν κατά τη μεταβατική περίοδο να διατηρήσουν τους περιορισμούς που ίσχυαν στην ελεύθερη κυκλοφορία των Ισπανών και των Πορτογάλων εργαζομένων (5).
Η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι η μεταβατική ρύθμιση της Πράξεως Προσχωρήσεως δεν εφαρμόζεται ως προς την εν προκειμένω επίμαχη προϋπόθεση. Η προϋπόθεση αποτελεί έκφραση μιας επί το αυστηρότερον διαμορφώσεως μιας προηγούμενης προϋποθέσεως και επιβλήθηκε σε χρονικό σημείο κατά το οποίο δεν μπορούσαν, κατά την Πράξη Προσχωρήσεως, να επιβληθούν αυστηρότερες προϋποθέσεις ως προς τους Ισπανούς και τους Πορτογάλους εργαζομένους.
13. Το Δικαστήριο ερμήνευσε με την απόφαση Agegate τα άρθρα 55 και 56 της Πράξεως Προσχωρήσεως. Αφού αναφέρθηκε στις αποφάσεις που εξέδωσε στην υπόθεση Πεσκέλογλου και την υπόθεση Lopes da Veiga (6), το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι τα άρθρα 55 και 56
"δεν απαγορεύουν εθνική ρύθμιση ή πρακτική κατά την οποία οι ισπανοί εργαζόμενοι αποκλείονται, μέχρι 1ης Ιανουαρίου 1993, από το 75 % του πληρώματος των σκαφών αυτών, υπό την επιφύλαξη ότι ο περιορισμός αυτός, εισαχθείς μετά την πράξη προσχωρήσεως του 1985, δεν επιδεινώνει σε καμία περίπτωση την κατάσταση των ισπανών εργαζομένων και δεν αφορά τους ισπανούς υπηκόους που απασχολούνται ήδη ως εργαζόμενοι, κατά τον χρόνο της προσχωρήσεως, στο βρετανικό έδαφος ή σε βρετανικό σκάφος, εφόσον η σχέση εργασίας έχει αρκούντως στενό σύνδεσμο με το έδαφος αυτό" (σκέψη 41).
Επομένως, τα ζητήματα που έχουν αποφασιστική σημασία είναι
* αν η επίμαχη προϋπόθεση μπορεί να θεωρηθεί ότι είναι αυστηρότερη ως προς τους Ισπανούς και τους Πορτογάλους εργαζομένους από ό,τι η μέχρι τότε ισχύουσα προϋπόθεση και
* αν, σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως, η προϋπόθεση αυτή επιβλήθηκε σε χρονικό σημείο κατά το οποίο δεν μπορούσαν πλέον να επιβληθούν αυστηρότερες προϋποθέσεις.
14. 'Οσον αφορά το πρώτο ζήτημα είναι φυσικά ορθό ότι η τροποποίηση που επέφεραν οι βρετανικές αρχές σε συνάρτηση με την προσχώρηση της Ισπανίας και της Πορτογαλίας αποτελούσε πρωτίστως συνέπεια της προσχωρήσεως των χωρών αυτών στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα. Η μέχρι τότε ισχύουσα προϋπόθεση σχετικά με τα πληρώματα στηριζόταν σε μια διάκριση μεταξύ υπηκόων των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και τρίτων χωρών. 'Οταν οι Ισπανοί και οι Πορτογάλοι εργαζόμενοι εξακολουθούσαν, και αφότου η Ισπανία και η Πορτογαλία κατέστησαν κράτη μέλη, να μη μπορούν να συνυπολογιστούν στο απαιτούμενο ποσοστό του 75 %, η προϋπόθεση αυτή έπρεπε να τροποποιηθεί. Θεωρούμενη αυτοτελώς, η τροποποίηση αυτή εύρισκε έρεισμα στους μεταβατικούς κανόνες της Πράξεως Προσχωρήσεως.
Αυτό πάντως δεν έχει αποφασιστική σημασία. Πράγματι, οι βρετανικές αρχές επωφελήθηκαν συγχρόνως από την ευκαιρία αυτή για να τροποποιήσουν την προϋπόθεση και ως προς το πεδίο της εφαρμογής. Ενώ η προϋπόθεση ίσχυε μέχρι τότε για την αλιεία τόσον ιχθύων για τους οποίους υφίστατο σύστημα ποσοστώσεων όσο και γι' αυτούς που δεν υφίστατο τέτοιο σύστημα εντός των βρετανικών ζωνών αλιείας, το πεδίο εφαρμογής της προϋποθέσεως τροποποιήθηκε ήδη κατά τρόπον ώστε η προϋπόθεση, αφενός μεν, ίσχυε μόνο για την αλιεία ιχθύων για τους οποίους υφίστατο ρύθμιση ποσοστώσεων, αφετέρου δε, ίσχυε, ανεξάρτητα από το αν η αλιεία πραγματοποιούνταν εντός ή εκτός των βρετανικών ζωνών αλιείας.
Η Βρετανική Κυβέρνηση ισχυρίστηκε ότι οι τροποποιήσεις αυτές δεν καθιστούν αυστηρότερη την προϋπόθεση. Μεταξύ άλλων, αναφέρεται εν προκειμένω στο ότι η πρακτική σημασία της αρχικής προϋποθέσεως για τα οικεία σκάφη πρέπει να εκτιμηθεί σε σχέση με την παράλληλη προϋπόθεση που ίσχυε στην Ιρλανδία, την οποία εξέθεσα στις προτάσεις μου επί της υποθέσεως C-280/89, Επιτροπή κατά Ιρλανδίας, και κατά την οποία βρετανικά σκάφη, τα οποία δεν τηρούν την προϋπόθεση του 75 % του πληρώματος δεν μπορούν να αλιεύουν εντός των ιρλανδικών ζωνών αλιείας.
Η από απόψεως πεδίου εφαρμογής τροποποίηση της προϋποθέσεως για το πλήρωμα, η οποία δεν ήταν αναγκαία συνέπεια της προσχωρήσεως της Ισπανίας και της Πορτογαλίας, καθιστά, κατά τη γνώμη μου, αυστηρότερη την προϋπόθεση σύμφωνα με το πνεύμα με το οποίο ερμηνεύθηκε η έννοια αυτή από το Δικαστήριο στις αποφάσεις Πεσκέλογλου και Agetate. Η προϋπόθεση, μετά την τροποποίησή της, ισχύει για την αλιεία οποιουδήποτε είδους ιχθύων, που περιλαμβάνονται στις βρετανικές ποσοστώσεις, ανεξάρτητα από τον τόπο της αλιείας. Η τροποποίηση αυτή θεωρήθηκε σαφέστατα από τους ενδιαφερομένους του τομέα της αλιείας ως επιβολή αυστηρότερης προϋποθέσεως. Από την υποβολή του προδικαστικού ερωτήματος και από τις παρατηρήσεις των διαδίκων στην υπόθεση Agegate καταδεικνύεται ότι οι ενδιαφερόμενοι του τομέα της αλιείας θεώρησαν την τροποποίηση ως σοβαρό περιορισμό της αλιείας την οποία μπορούσαν να ασκούν σύμφωνα με τους μέχρι τότε ισχύοντες κανόνες.
15. Επομένως, το ζήτημα είναι αν η τροποποίηση αυτή επήλθε σε χρονικό σημείο κατά το οποίο η προβλεπόμενη στην Πράξη Προσχωρήσεως απαγόρευση θεσπίσεως από τους μέχρι τότε ισχύοντες κανόνες δεν ίσχυε ακόμη.
Η Βρετανική Κυβέρνηση προβάλλει κατά πρώτον ότι η τροποποίηση της προϋποθέσεως σχετικά με το πλήρωμα επήλθε πριν από την προσχώρηση της Ισπανίας και της Πορτογαλίας στην Κοινότητα την 1η Ιανουαρίου 1986, δεδομένου ότι ο Βρετανός Υπουργός Γεωργίας είχε ήδη ανακοινώσει προς τον τύπο στις αρχές του Δεκεμβρίου 1985 ότι η νέα προϋπόθεση θα ίσχυε για όλες τις άδειες αλιείας από την 1η Ιανουαρίου 1986. Επικουρικώς, η Βρετανική Κυβέρνηση έχει τη γνώμη ότι η τροποποίηση ανταποκρίνεται προς τις απαιτήσεις του κοινοτικού δικαίου, επειδή η προϋπόθεση ισχύει από την ημερομηνία κατά την οποία η Πορτογαλία και η Ισπανία κατέστησαν κράτη μέλη.
Κατά τη γνώμη μου, δεν χρειάζεται να εξεταστεί λεπτομερέστερα το ζήτημα πότε επήλθαν οι τροποποιήσεις της προϋποθέσεως σχετικά με το πλήρωμα και πότε είχαν ουσιαστικώς ως συνέπεια τροποποιήσεις των όρων που ίσχυαν για ήδη χορηγηθείσες άδειες αλιείας (7). Κατά τη γνώμη μου, αρκεί να ληφθεί ως δεδομένο ότι οι τροποποιήσεις θα άρχιζαν να ισχύουν από την 1η Ιανουαρίου 1986.
16. Επομένως, το ζήτημα που έχει αποφασιστική σημασία είναι αν οι μεταβατικές διατάξεις της Πράξεως Προσχωρήσεως επιτρέπουν τη θέσπιση αυστηρότερων από τους μέχρι τότε ισχύοντες κανόνες με έναρξη ισχύος το χρονικό σημείο κατά το οποίο η προσχώρηση των νέων κρατών μελών άρχισε να παράγει αποτελέσματα.
Το Δικαστήριο υπογράμμισε στην υπόθεση Agegate ότι οι μεταβατικές διατάξεις των πράξεων που αφορούν την προσχώρηση νέων κρατών μελών και που προβλέπουν παρεκκλίσεις από τους βασικούς κανόνες του κοινοτικού δικαίου πρέπει να ερμηνεύονται συσταλτικώς και ότι επιτρέπουν μόνο "να διατηρούν τους προϋφιστάμενους περιορισμούς" (8). Δεν μπορεί λογικά να υποστηριχθεί ότι η τροποποίηση της προϋποθέσεως σχετικά με το πλήρωμα, η οποία ισχύει από την ημερομηνία της προσχωρήσεως της Ισπανίας και της Πορτογαλίας, συνιστά διατήρηση προϋφισταμένων κανόνων. Επομένως, η τροποποίηση, στο μέτρο που ισχύει για τους Ισπανούς και τους Πορτογάλους εργαζομένους, συνεπάγεται την επιβολή αυστηρότερης από την προηγούμενη προϋποθέσεως η οποία δεν στηρίζεται στις μεταβατικές διατάξεις της Πράξεως Προσχωρήσεως και, επομένως, αντίκειται προς το άρθρο 48 της Συνθήκης (9).
17. Η Επιτροπή ισχυρίστηκε επίσης ότι η προϋπόθεση σχετικά με το πλήρωμα αντιβαίνει προς τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1612/68 του Συμβουλίου, της 15ης Οκτωβρίου 1968, περί της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων στο εσωτερικό της Κοινότητας (10), και τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1251/70 της Επιτροπής, της 29ης Ιουνίου 1970, περί του δικαιώματος των εργαζομένων να παραμένουν στην επικράτεια κράτους μέλους μετά την άσκηση σ' αυτό ορισμένης εργασίας (11). Η Επιτροπή ανέφερε εν προκειμένω ότι η προϋπόθεση σχετικά με το πλήρωμα δεν λαμβάνει επαρκώς υπόψη τα δικαιώματα των μελών της οικογενείας των εργαζομένων * ανεξαρτήτως της ιθαγενείας που μπορεί να έχουν * για ίση μεταχείριση βάσει αυτών των κανονισμών. Η Βρετανική Κυβέρνηση δεν φαίνεται να αντικρούει τον ισχυρισμό της Επιτροπής επί του σημείου αυτού.
18. Η Επιτροπή υποστήριξε ότι η προϋπόθεση σχετικά με το πλήρωμα αντίκειται επίσης και προς το άρθρο 52 της Συνθήκης περί της ελεύθερης εγκαταστάσεως των ανεξαρτήτων εργαζομένων και προς το άρθρο 59 περί της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών. 'Ηταν φυσικό, εν πάση περιπτώσει αρχικώς, να προβληθεί αυτός ο ισχυρισμός όσον αφορά το άρθρο 52, επειδή στην υπόθεση Agegate επρόκειτο για το ζήτημα αν οι, όπως αποκαλούνται, αμειβόμενοι με ποσοστά αλιείς ήταν εργαζόμενοι κατά την έννοια του άρθρου 48 ή αυτοτελώς εργαζόμενοι κατά την έννοια του άρθρου 52. Το Δικαστήριο, ως γνωστόν, έκρινε ότι οι αλιείς που αμείβονται με ποσοστά πρέπει να θεωρούνται ως εργαζόμενοι. Δύσκολα αντιλαμβάνομαι ποια σημασία μπορεί να έχει επομένως το άρθρο 52 και το άρθρο 59 ως προς τη νομιμότητα της επίμαχης προϋποθέσεως σχετικά με τα πληρώματα, ούτε δε και η Επιτροπή διευκρίνισε λεπτομερέστερα τις απόψεις της εν προκειμένω. Κατόπιν αυτών, θεωρώ ότι είναι ορθό να δεχθεί το Δικαστήριο ότι και η προϋπόθεση σχετικά με το πλήρωμα συνιστά επίσης παράβαση του άρθρου 52 και του άρθρου 59 της Συνθήκης.
Πρόταση
19. Βάσει αυτών των παρατηρήσεων, προτείνω στο Δικαστήριο να αναγνωρίσει
* ότι το Ηνωμένο Βασίλειο, επιβάλλοντας από την 1η Ιανουαρίου 1986 μια νέα προϋπόθεση σχετικά με τη σύνθεση του πληρώματος για τη χορήγηση αδειών αλιείας, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 48 της Συνθήκης, τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1612/68 του Συμβουλίου, και τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1251/70 της Επιτροπής,
* να απορρίψει κατά τα λοιπά την προσφυγή,
* να καταδικάσει κάθε διάδικο στα δικά του δικαστικά έξοδα και
* να καταδικάσει το Βασίλειο της Ισπανίας στα δικαστικά του έξοδα.
(*) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η δανική.
(1) * Η πρώτη βρετανική ρύθμιση χρονολογείται από το 1983 και δεν αποτέλεσε αντικείμενο προσφυγής ενώπιον του Δικαστηρίου. Περιείχε, μεταξύ άλλων, κανόνες για τη σύνθεση του πληρώματος. Η δεύτερη ρύθμιση είναι η επίδικη. Αποτέλεσε αντικείμενο των κατωτέρω εκτιθεμένων προδικαστικών αποφάσεων Jaderow και Agegate. Η τρίτη ρύθμιση χρονολογείται από το 1988 και αφορούσε ιδίως τις σχέσεις μεταξύ ιδιοκτητών. Η ρύθμιση αυτή αποτέλεσε το αντικείμενο της αποφάσεως του Δικαστηρίου της 25ης Ιουλίου 1991, C-221/89, Factortame (Συλλογή 1991, σ. Ι-3905), και της 4ης Οκτωβρίου 1991 στην υπόθεση C-246/89, Επιτροπή κατά Ηνωμένου Βασιλείου (Συλλογή 1991, σ. Ι-4585).
(2) * Συλλογή 1989, σ. 4509.
(3) * Συλλογή 1989, σ. 4459.
(4) * Η Βρετανική Κυβέρνηση διευκρίνισε ότι ο συνήθης τρόπος γνωστοποιήσεως της επιβολής νέων προϋποθέσεων για την έκδοση αδειών αλιείας συνίσταται στην αποστολή ανακοινώσεως προς τον τύπο από το αρμόδιο υπουργείο. Από την ημερομηνία κατά την οποία αρχίζουν να ισχύουν οι προϋποθέσεις, οι νέες προϋποθέσεις αναγράφονται στις άδειες αλιείας που χορηγούνται σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση.
(5) * Τα αναφερόμενα άρθρα των Πράξεων Προσχωρήσεως ουσιαστικά ταυτίζονται.
Το άρθρο 55 ορίζει τα εξής:
Το άρθρο 48 της Συνθήκης ΕΟΚ, όσον αφορά την ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων μεταξύ της Ισπανίας και των άλλων κρατών μελών, εφαρμόζεται μόνο με την επιφύλαξη των μεταβατικών διατάξεων που προβλέπονται στα άρθρα 56 έως 59 της παρούσας πράξεως.
Το άρθρο 56 ορίζει:
1. Τα άρθρα 1 έως και 6 του κανονισμού (ΕΟΚ) 1612/68 για την ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων εντός της Κοινότητας εφαρμόζονται στην Ισπανία έναντι των υπηκόων των άλλων κρατών μελών και στα άλλα κράτη μέλη έναντι των Ισπανών υπηκόων μόνον από την 1η Ιανουαρίου 1993.
Το Βασίλειο της Ισπανίας και τα άλλα κράτη μέλη έχουν την ευχέρεια να διατηρούν σε ισχύ μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 1992 έναντι αντιστοίχως των υπηκόων των άλλων κρατών μελών, αφενός, και των Ισπανών υπηκόων, αφετέρου, τις εθνικές διατάξεις ή τις διατάξεις οι οποίες προκύπτουν από διμερείς συμφωνίες, που υποβάλλουν σε προηγούμενη άδεια τη μετανάστευση με σκοπό την άσκηση μισθωτής εργασίας και/ή την πρόσληψη σε μισθωτή απασχόληση (...)
(6) * Απόφαση της 23ης Μαρτίου 1983, 77/82, Πεσκέλογλου (Συλλογή 1983, σ. 1085), και απόφαση της 27ης Σεπτεμβρίου 1989, 9/88, Lopes da Veiga (Συλλογή 1989, σ. 2989).
(7) * Από τα στοιχεία που προσκομίστηκαν εν προκειμένω προκύπτει ότι οι τροποποιήσεις που επήλθαν στις άδειες αλιείας εφαρμόστηκαν ουσιαστικά για πρώτη φορά, για ευνόητους λόγους, κατά τη μετά την 1η Ιανουαρίου 1986 περίοδο. Η Βρετανική Κυβέρνηση υπογράμμισε εντούτοις ότι εν πάση περιπτώσει ήταν σαφές ότι οι τροποποιήσεις θα έπρεπε να ισχύουν από την 1η Ιανουαρίου 1986.
(8) * Η σχετική σκέψη έχει ως εξής:
Μια μεταβατική διάταξη, δεδομένου ότι συνιστά παρέκκλιση από την αρχή της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων που θέτει το άρθρο 48 της Συνθήκης ΕΟΚ, πρέπει να ερμηνεύεται συσταλτικώς και, κατά συνέπεια, μολονότι επιτρέπεται στα παλαιά κράτη μέλη, καθώς και σ' εκείνα που προσχωρούν στην Κοινότητα, να διατηρούν τους προϋφιστάμενους περιορισμούς, ωστόσο, σε καμιά περίπτωση δεν τους επιτρέπεται, κατά τη διάρκεια της μεταβατικής περιόδου, να καθιστούν δυσμενέστερες τις προϋποθέσεις προσβάσεως σε απασχόληση των αντιστοίχων υπηκόων λαμβάνοντας νέα περιοριστικά μέτρα (σκέψη 39).
(9) * Η Επιτροπή φαίνεται να θεωρεί ότι η απαγόρευση τροποποιήσεων επί το αυστηρότερο των υφισταμένων περιορισμών μπορεί ενδεχομένως να ισχύει ήδη από της υπογραφής της Πράξεως Προσχωρήσεως, αναφερόμενη συναφώς σε μια κοινή δήλωση που διατυπώθηκε κατά την υπογραφή της Πράξεως Προσχωρήσεως (βλ. ΕΕ 1985, L 302, σ. 480). Στην κοινή δήλωση διαπιστώνεται, μεταξύ άλλων, ότι:
τα παρόντα κράτη μέλη και τα νέα κράτη μέλη αναλαμβάνουν την υποχρέωση να μην εφαρμόζουν στους υπηκόους των άλλων κρατών μελών που διαμένουν ή εργάζονται νόμιμα στο έδαφός τους κανένα νέο περιοριστικό μέτρο το οποίο θα μπορούσαν τυχόν να θεσπίσουν μετά την ημερομηνία υπογραφής της παρούσας πράξεως στον τομέα της παραμονής ή της απασχολήσεως των αλλοδαπών.
'Οπως προκύπτει από τα ανωτέρω, δεν χρειάζεται να ληφθεί εν προκειμένω θέση επί του ισχυρισμού αυτού. Θα τονίσω πάντως ότι η κοινή δήλωση αφορά εν πάση περιπτώσει μόνο πρόσωπα τα οποία ήδη διαμένουν ή εργάζονται νομίμως στο έδαφος του κράτους υποδοχής (βλ. συναφώς και τις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Mischo στην υπόθεση Agegate, σημείο 33).
(10) * ΕΕ ειδ. έκδ. 05/001, σ. 33.
(11) * ΕΕ ειδ. έκδ. 05/001, σ. 64.
Top