ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
CLAUS GULMANN
της 12ης Μαΐου 1992 ( *1 )
Κύριε Προεδρε,
Κύριοι δικαστες,
1.
Στο πλαίσιο της υπό εξέταση προσφυγής λόγω παραβάσεως, η Επιτροπή ζητεί να καταδικαστεί η Ιρλανδία διότι θέσπισε το 1986 κανονιστική ρύθμιση απαγορεύουσα κυρίως σε ορισμένα αλιευτικά σκάφη νηολογημένα στο Ηνωμένο Βασίλειο να αλιεύουν στην ιρλανδική αλιευτική ζώνη και να εκφορτώνουν αλιεύματα στα ιρλανδικά λιμάνια. Το Βασίλειο της Ισπανίας άσκησε παρέμβαση προς υποστήριξη της Επιτροπής.
2.
Η παρούσα υπόθεση προστίθεται στη σειρά των υποθέσεων στις οποίες το Δικαστήριο αποφάνθηκε επί της νομιμότητας των διατάξεων με τις οποίες η Ιρλανδία και το Ηνωμένο Βασίλειο προσπάθησαν από το 1983 να περιορίσουν αυτό που αποκαλείται «quota hopping» ( 1 ). Με τον όρο «quota hopping» («λεηλασία ποσοστώσεων») οι δύο κυβερνήσεις εννοούν την πρακτική που συνίσταται στη νηολόγηση υπό βρετανική σημαία ή, ενδεχομένως, ιρλανδική πλοίων τα οποία μέχρι τώρα δεν είχαν καμιά σχέση με τις δύο αυτές χώρες, προκειμένου να αντλούν από τις ποσοστώσεις που χορηγούνται ετησίως στις δύο αυτές χώρες στο πλαίσιο της κοινής αλιευτικής πολιτικής. Στην πράξη, κυρίως τα ισπανικά σκάφη έκαναν χρήση της δυνατότητας νηολογήσεως ως βρετανικών ή ιρλανδικών σκαφών.
3.
Για να κατανοηθεί ο λόγος υπάρξεως και το περιεχόμενο της επίδικης εν προκειμένω κανονιστικής ρυθμίσεως, θα πρέπει να εξηγηθεί ποια είναι η σχέση μεταξύ αυτής και της αντίστοιχης βρετανικής κανονιστικής ρυθμίσεως.
4.
Η πρώτη απόπειρα του Ηνωμένου Βασιλείου να περιορίσει την «ποσόστωση λεηλασίας» ανέρχεται στο 1983. Βάσει της αρχικής κανονιστικής ρυθμίσεως του 1983, προβλεπόταν στις άδειες αλιείας ότι αλιευτικό σκάφος νηολογημένο στο Ηνωμένο Βασίλειο δεν μπορούσε να αλιεύει ή να μεταφορτώνει αλιεύματα εντός της βρετανικής ζώνης αλιείας ή να εκφορτώνει αλιεύματα σε βρετανικά λιμάνια, εκτός αν 75 % τουλάχιστον του πληρώματος ήταν βρετανοί υπήκοοι ή υπήκοοι άλλου κράτους μέλους (στο εξής: προϋπόθεση ως προς το πλήρωμα). Επειδή η Ισπανία δεν ήταν μέλος της Κοινότητας κατά την εποχή αυτή, η εν λόγω προϋπόθεση περιόριζε τις δυνατότητες αλιείας για τα σκάφη τα οποία ανήκαν στα ισπανικά συμφέροντα. Τα σκάφη τα οποία δεν πληρούσαν την προϋπόθεση ως προς το πλήρωμα μπορούσαν πάντοτε να αλιεύουν βάσει βρετανικής άδειας αλιείας, υπό την προϋπόθεση ότι αυτό γινόταν εκτός της βρετανικής ζώνης αλιείας και τα αλιεύματα εκφορτώνονταν σε μη βρετανικά λιμάνια.
5.
Η Ιρλανδία καθιέρωσε το 1983 κανονιστική ρύθμιση αντίστοιχη προς τη βρετανική κανονιστική ρύθμιση την οποία μόλις προηγουμένως περιέγραψα και αφορούσε την αλιεία στην ιρλανδική περιοχή αλιείας από σκάφη νηολογημένα στην Ιρλανδία. Η Ιρλανδία καθιέρωσε συγχρόνως κανονιστική ρύθμιση απαγορεύουσα στα βρετανικά σκάφη αλιείας να αλιεύουν και να εκφορτώνουν τα αλιεύματά τους εντός της ιρλανδικής ζώνης αλιείας και να εκφορτώνουν αλιεύματα στα ιρλανδικά λιμάνια, εκτός αν πληρούσαν προϋπόθεση ως προς πλήρωμα αντίστοιχη προς τη βρετανική προϋπόθεση την οποία μόλις προηγουμένως περιέγραψα. Επομένως, μπορεί να προβληθεί ο ισχυρισμός ότι η ιρλανδική κανονιστική ρύθμιση και η βρετανική κανονιστική ρύθμιση ήταν παράλληλες. Ό, τι τα νηολογημένα στο Ηνωμένο Βασίλειο σκάφη δεν μπορούσαν να πράξουν στην περιοχή αλιείας του Ηνωμένου Βασιλείου, δεν μπορούσαν να το πράξουν ούτε στην ιρλανδική περιοχή.
6.
Όπως έκρινε το Δικαστήριο, μεταξύ άλλων στις υποθέσεις Agegate ( 2 ) και C-279/89, Επιτροπή κατά Ηνωμένου Βασιλείου, στην οποία είχα αναπτύξει προηγουμένως τις προτάσεις μου, η Βρετανική Κυβέρνηση, μετά την προσχώρηση της Ισπανίας και της Πορτογαλίας στην Κοινότητα, εξαρτούσε τη χορήγηση αδειών αλιείας από νέες προϋποθέσεις. Οι νέες αυτές προϋποθέσεις συνεπάγονταν, πρώτον, ότι οι Ισπανοί, Πορτογάλοι και Έλληνες αλιείς δεν έπρεπε να θεωρούνται ως κοινοτικοί υπήκοοι κατά τις μεταβατικές περιόδους που είχαν εφαρμογή στις χώρες αυτές, όσον αφορά την προϋπόθεση ως προς το 75 % του πληρώματος δεύτερον, το 75 % του πληρώματος έπρεπε να κατοικεί στο Ηνωμένο Βασίλειο και, τρίτον, η προϋπόθεση ως προς το πλήρωμα αφορούσε μόνον την αλιεία ψαριών τα οποία υπάγονταν σε σύστημα ποσοστώσεων, ανεξαρτήτως του αν αυτά αλιευονταν εντός ή εκτός της βρετανικής ζώνης αλιείας. Η κατάσταση κατά το βρετανικό δίκαιο ήταν, επομένως, ότι τα σκάφη τα οποία δεν πληρούσαν την προϋπόθεση ως προς το πλήρωμα μπορούσαν να αλιεύουν τόσο εντός όσο και εκτός της βρετανικής ζώνης αλιείας και να εκφορτώνουν τα αλιεύματά τους στα βρετανικά λιμάνια, εφόσον τα σκάφη αλιεύουν ψάρια τα οποία δεν ήταν αντικείμενο ποσοστώσεων.
7.
Λόγω των νέων αγγλικών προϋποθέσεων, η Ιρλανδία, με τους Sea Fishing Boats Regulations 1986, επέφερε δυο τροποποιήσεις στην προηγουμένως περιγραφείσα κανονιστική ρύθμιση του 1983. Οι τροποποιήσεις συνεπάγονταν ότι τα νηολογημένα στο Ηνωμένο Βασίλειο σκάφη δεν μπορούσαν να αλιεύουν στην ιρλανδική ζώνη αλιείας ή να εκφορτώνουν αλιεύματα στα ιρλανδικά λιμάνια εκτός αν το 75 % του πληρώματος ήταν κοινοτικοί υπήκοοι στους οποίους, ωστόσο, οι Έλληνες, Πορτογάλοι και Ισπανοί υπήκοοι δεν υπολογίζονταν κατά τις μεταβατικές περιόδους που είχαν εφαρμογή για τις χώρες τους. Αυτό το 75 % του πληρώματος πρέπει επίσης να έχει την κατοικία του στο χερσαίο έδαφος του Ηνωμένου Βασιλείου.
Από τους Sea Fishing Boats Regulations 1986 προκύπτει, επομένως, ότι τα βρετανικά σκάφη τα οποία, βάσει του βρετανικού δικαίου, μπορούν νομίμως να αλιεύουν ψάρια τα οποία δεν υπόκεινται σε ποσοστώσεις εντός και εκτός της βρετανικής περιοχής αλιείας, καθώς και να εκφορτώνουν τα αλιεύματά τους στα βρετανικά λιμάνια, οεν μπορούν να αλιεύουν στην ιρλανδική ζώνη αλιείας και να εκφορτώνουν τα αλιεύματά τους στα ιρλανδικά λιμάνια.
8.
Η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι η απαγόρευση αλιείας εντός της ιρλανδικής ζώνης αλιείας είναι αντίθετη προς την αρχή της ισότητας των προϋποθέσεων προσβάσεως των αλιευτικών σκαφών των κρατών μελών στις περιοχές αλιείας των κρατών μελών, η οποία θεσπίζεται με το άρθρο 2, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΟΚ) 101/76 του Συμβουλίου, της 19ης Ιανουαρίου 1976, περί θεσπίσεως κοινής διαρθρωτικής πολιτικής στον τομέα της αλιείας (στο εξής: κανονισμός διαρθρωτικής πολιτικής) ( 3 ). Το άρθρο 2, παράγραφος 1, ορίζει:
«Το καθεστώς το εφαρμοζόμενο από πάθε κράτος μέλος στην άσκηση της αλιευτικής δραστηριότητος στα θαλάσσια ύδατα, τα οποία υπάγονται στην κυριαρχία ή τη δικαιοδοσία του, δεν δύναται να προκαλέσει διάφορη μεταχείριση έναντι των άλλων κρατών μελών.
Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ιδίως την ισότητα των όρων προσβάσεως και εκμεταλλεύσεως των αποθεμάτων που ευρίσκονται στα ύδατα τα αναφερόμενα στο πρώτο εδάφιο, σε όλα τα αλιευτικά σκάφη υπό σημαία ενός των κρατών μελών που είναι νηολογημένα στην επικράτεια της Κοινότητος.»
Η Επιτροπή ισχυρίζεται, επιπλέον, ότι η απαγόρευση εκφορτώσεως στα ιρλανδικά λιμάνια είναι αντίθετη, αφενός, προς την απαγόρευση των περιορισμών επί των εισαγωγών του άρθρου 30 της Συνθήκης ΕΟΚ και, αφετέρου, προς την αρχή της ισότητας των προϋποθέσεων προσβάσεως στα λιμάνια των κρατών μελών, που διακηρύχθηκε με το άρθρο 27, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΟΚ) 3796/81 του Συμβουλίου, της 29ης Δεκεμβρίου 1981, περί ποινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα των προϊόντων αλιείας ( 4 ). Η διάταξη αυτή έχει ως εξής:
«Με την επιφύλαξη άλλων κοινοτικών διατάξεων, τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα για να εξασφαλίσουν σε όλα τα αλιευτικά σκάφη, που φέρουν τη σημαία ενός των κρατών μελών, ίσους όρους εισόδου στους λιμένες και στις εγκαταστάσεις του πρώτου σταδίου εμπορίας, καθώς και σε όλους τους εξοπλισμούς και όλες τις σχετικές τεχνικές εγκαταστάσεις.»
Η Επιτροπή ισχυρίζεται, τέλος, ότι η απαγόρευση μεταφορτώσεως- ψαριών, εντός της ιρλανδικής ζώνης αλιείας, από ένα σκάφος το οποίο σκοπεί η ιρλανδική κανονιστική ρύθμιση σε άλλο σκάφος είναι αντίθετη προς την απαγόρευση του άρθρου 30 της Συνθήκης ( 5 ).
Από την επιχειρηματολογία της Επιτροπής προκύπτει ότι αυτή θεωρεί, κυρίως, ότι από τις προαναφερθείσες κοινοτικές διατάξεις συνάγεται ότι κράτος μέλος σε καμιά περίπτωση δεν είναι εξουσιοδοτημένο να καθορίζει τους κανόνες που έχουν εφαρμογή στα αλιευτικά σκάφη άλλου κράτους μέλους, σχετικά με το δικαίωμα των σκαφών αυτών να αλιεύουν, καθώς και να εκφορτώνουν και να μεταφορτώνουν τα αλιεύματα. Μόνον επικουρικώς η Επιτροπή προβάλλει ότι είναι καθοριστικό για την επίλυση της διαφοράς το ότι η επίδικη κανονιστική ρύθμιση του 1986 εμποδίζει, κατ' αντίθεση προς την κανονιστική ρύθμιση του 1983, τα βρετανικά σκάφη να ασκούν τις αλιευτικές δραστηριότητες τις οποίες νομίμως μπορούν να ασκούν βάσει της κανονιστικής ρυθμίσεως που ισχύει στο Ηνωμένο Βασίλειο.
9.
Η Ιρλανδική Κυβέρνηση αναγνώρισε ότι η προϋπόθεση κατοικίας στο Ηνωμένο Βασίλειο, η οποία περιλαμβάνεται στην κανονιστική ρύθμιση του 1986, είναι αντίθετη προς το κοινοτικό δίκαιο, όπως κρίθηκε με την προαναφερθείσα απόφαση Agegate. Αντιθέτως, προβάλλει ότι η διαφορετική μεταχείριση των αλιευτικών σκαφών άλλου κράτους μέλους, που συνεπάγεται καταρχήν η ιρλανδική κανονιστική ρύθμιση, είναι δικαιολογημένη στη συγκεκριμένη περίπτωση.
Η Ιρλανδική Κυβέρνηση αναφέρεται στο γεγονός ότι το 1984η Επιτροπή συνήγαγε τη νομιμότητα της κανονιστικής ρυθμίσεως του 1983 ( 6 ) και προβάλλει ότι η κανονιστική ρύθμιση του 1986, επίδικη εν προκειμένω, δεν περιλαμβάνει τροποποιήσεις της κανονιστικής ρυθμίσεως του 1983 ικανές να θεμελιώσουν διαφορετική εκτίμηση. Η κυβέρνηση προβάλλει, επιπλέον, ότι η επίδικη κανονιστική ρύθμιση συνιστά απλώς προσαρμογή της βρετανικής κανονιστικής ρυθμίσεως σχετικά με την προϋπόθεση ως προς το πλήρωμα, την οποία το Δικαστήριο, με την προαναφερθείσα απόφαση Agegate, έκρινε ως συνάδουσα προς το κοινοτικό δίκαιο. Σ' αυτό προστίθεται το ότι η κανονιστική ρύθμιση πρέπει να θεωρηθεί νόμιμη, καθόσον αποβλέπει στην επίτευξη των ίδιων στόχων που επιδιώκονται με το κοινοτικό σύστημα των εθνικών ποσοστώσεων, δηλαδή την προστασία των τοπικών πληθυσμών που εξαρτώνται από την αλιεία, κ.λπ. Τέλος, η Ιρλανδική Κυβέρνηση υποστήριξε ότι, κατά το δημόσιο διεθνές δίκαιο, δεν υποχρεούται να αναγνωρίσει τη βρετανική ιθαγένεια των σκαφών τα οποία σκοπεί η κανονιστική ρύθμιση.
10.
Όπως ανέφερα ήδη, η Επιτροπή θεωρεί, κυρίως, ότι οι κοινοτικοί κανόνες των οποίων γίνεται επίκληση απαγορεύουν απολύτως σε ένα κράτος μέλος να καθορίζει κανόνες οι οποίοι εμποδίζουν τα αλιευτικά σκάφη άλλων κρατών μελών να αλιεύουν, καθώς και να εκφορτώνουν και να μεταφορτώνουν αλιεύματα. Από την επιχειρηματολογία της Επιτροπής προκύπτει ότι αυτή θεωρεί σήμερα ότι κανονιστική ρύθμιση όπως εκείνη που είχε εφαρμογή στα βρετανικά αλιευτικά σκάφη κατά την περίοδο 1983 έως 1986 είναι επίσης αντίθετη προς το κοινοτικό δίκαιο.
Πάντως, δεν νομίζω ότι είναι αναγκαίο ή σκόπιμο το Δικαστήριο να επιλύσει τη διαφορά βάσει της επιχειρηματολογίας αυτής και έτσι να αποφανθεί εμμέσως επί της αρχικής ιρλανικής κανονιστικής ρυθμίσεως του 1983. Κατά την άποψη μου, υπάρχουν σημαντικές διαφορές μεταξύ της ιρλανδικής κανονιστικής ρυθμίσεως του 1983 και εκείνης του 1986, αν εξεταστούν υπό το φως των τροποποιήσεων που έγιναν στην αντίστοιχη βρετανική κανονιστική ρύθμιση. Παρόλα αυτά, η Επιτροπή είχε αποφανθεί το 1984 υπέρ της ιρλανδικής κανονιστικής ρυθμίσεως του 1983, τονίζοντας το γεγονός ότι η ιρλανδική κανονιστική ρύθμιση περιοριζόταν στο να απαγορεύει στα εν λόγω βρετανικά αλιευτικά σκάφη να ασκούν στην ιρλανδική περιοχή αλιείας τις δραστηριότητες που τους είχαν απαγορευθεί στη βρετανική περιοχή αλιείας βάσει της βρετανικής κανονιστικής ρυθμίσεως.
Κατά την άποψη μου, είναι σκόπιμο και επαρκές το Δικαστήριο να επιλύσει τη διαφορά βάσει της επιχειρηματολογίας που προέβαλε η Επιτροπή επικουρικώς, δηλαδή ότι η ιρλανδική κανονιστική ρύθμιση του 1986 είναι αντίθετη προς το κοινοτικό δίκαιο διότι εμποδίζει τα βρετανικά αλιευτικά σκάφη να ασκούν τις αλιευτικές δραστηριότητες τις οποίες μπορούν να ασκούν νομίμως βάσει της ισχύουσας στο Ηνωμένο Βασίλειο κανονιστικής ρυθμίσεως.
Αυτή η συνέπεια της ιρλανδικής κανονιστικής ρυθμίσεως συνιστά, κατά τη γνώμη μου, προφανή παραβίαση της αρχής της ισότητας των προϋποθέσεων προσβάσεως στους αλιευτικούς πόρους, όπως διακηρύχθηκε με το άρθρο 2 του κανονισμού ως προς τη διαρθρωτική πολιτική. Μια τέτοια παραβίαση δεν μπορεί σε καμιά περίπτωση να δικαιολογηθεί από λόγους που απορρέουν από τους κοινοτικούς κανόνες περί της διατηρήσεως των αλιευτικών πόρων ή το σύστημα ποσοστώσεων που απορρέει απ' αυτούς. Επίσης, ουδόλως μπορεί να δικαιολογηθεί από την επιθυμία της Ιρλανδικής Κυβερνήσεως να μεριμνά για την ύπαρξη πραγματικού οικονομικού συνδέσμου μεταξύ των αλιευτικών σκαφών και του κράτους της σημαίας ή από την επιθυμία προστασίας των ιρλανδικών συμφερόντων στον τομέα της αλιείας. Για τους ίδιους λόγους, είναι αδύνατο να θεωρηθούν ως δικαιολογημένες οι απαγορεύσεις εκφορτώσεως και μεταφορτώσεως.
11.
Όπως ανέφερα ήδη, η Ιρλανδική Κυβέρνηση ισχυρίστηκε επίσης ότι η επίδικη κανονιστική ρύθμιση συνάδει προς το δημόσιο διεθνές δίκαιο. Συναφώς, η κυβέρνηση στηρίζεται στο άρθρο 5, παράγραφος 1, της Συμβάσεως της Γενεύης, της 29ης Απριλίου 1958, περί της ανοιχτής θάλασσας, βάσει του οποίου πρέπει να υπάρχει «ουσιώδης σύνδεσμος» μεταξύ του κράτους της σημαίας και του σκάφους και βάσει του οποίου το κράτος της σημαίας πρέπει ιδίως να ασκεί πραγματικά τη δικαιοδοσία του στον τεχνικό, διοικητικό και εργασιακό τομέα ( 7 ). Η κυβέρνηση προβάλλει ότι προκύπτει από το δημόσιο διεθνές δίκαιο ότι τα άλλα κράτη μέλη δεν υποχρεούνται να αναγνωρίσουν τη νηολόγηση στο κράτος της σημαίας αν δεν πληρούται η απαίτηση του «ουσιώδους συνδέσμου» μεταξύ του κράτους της σημαίας και του σκάφους.
Ο ισχυρισμός αυτός προβλήθηκε από την Ιρλανδική Κυβέρνηση με το υπόμνημα ανταπαντήσεως και, επομένως, μπορεί να απορριφθεί από μόνο το γεγονός ότι είναι όψιμος, κατά το άρθρο 42, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας.
Κατά την άποψη μου, ο ισχυρισμός αυτός είναι άλλωστε αβάσιμος. Δεν υπάρχει λόγος να συζητηθεί το ζήτημα κατά πόσον η ερμηνεία των κανόνων δημοσίου διεθνούς δικαίου που υποστηρίζει η Ιρλανδική Κυβέρνηση είναι ορθή ( 8 ). Ούτε και είναι αναγκαίο να συζητηθεί το ζήτημα κατά πόσον είναι αντίθετο προς το κοινοτικό δίκαιο το ότι κράτος μέλος της Κοινότητας αρνείται να αναγνωρίσει την νηολόγηση σκαφών σε άλλο κράτος μέλος έστω και αν ήταν δυνατό μια τέτοια άρνηση να δικαιολογείται βάσει του δημοσίου διεθνούς δικαίου. Εν προκειμένω, είναι καθόλα επαρκές το να αναφερθεί ότι ο ιρλανδικός ισχυρισμός πρέπει να απορριφθεί για τον μόνο λόγο ότι η Ιρλανδική Κυβέρνηση δεν προσπάθησε καν να αποδείξει ότι η εγγραφή στο βρετανικό νηολόγιο δεν στηριζόταν σε ουσιώδη σύνδεσμο μεταξύ του Ηνωμένου Βασιλείου και του σκάφους και ότι οι βρετανικές αρχές δεν ασκούσαν την αναγκαία δικαιοδοσία επί των σκαφών στον διοικητικό, τεχνικό και εργασιακό τομέα.
12.
Τελειώνοντας, παρατηρώ ότι η Ιρλανδική Κυβέρνηση ανέφερε κατά την προφορική διαδικασία ότι η εν προκειμένω επίδικη κανονιστική ρύθμιση δεν εφαρμοζόταν πλέον από τον Ιούνιο του 1987 ( 9 ) και ότι τελικά καταργήθηκε τον Μάρτιο του 1992.
Κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου ( 10 ), αυτό δεν εμποδίζει το Δικαστήριο να επιλύσει τη διαφορά βάσει του αιτητικου της προσφυγής της Επιτροπής.
Συμπέρασμα
13.
Από τα προαναφερθέντα προκύπτει ότι, κατά τη γνώμη μου, πρέπει να γίνει δεκτό το αίτημα της Επιτροπής. Κατά συνέπεια, προτείνω στο Δικαστήριο να αποφανθεί ως εξής:
—
η Ιρλανδία, εκδίδοντας τους Sea Fishing Boats Regulations 1986, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 2, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΟΚ) 101/76 του Συμβουλίου, από το άρθρο 27, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΟΚ) 3796/81 του Συμβουλίου και από το άρθρο 30 της Συνθήκης ΕΟΚ.
—
καταδικάζει την Ιρλανδία στα δικαστικά έξοδα
—
το Βασίλειο της Ισπανίας φέρει τα δικά του έξοδα.
( *1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η δανική.
( 1 ) Όσον αφορά τη βρετανική κανονιστική ρύθμιση, βλ. αποφάσεις της 14ης Δεκεμβρίου 1989, C-3/87, Agegate (Συλλογή 1989, σ.4459), και C-216/87, Jaderow (Συλλογή 1989, σ.4509), της 25ης Ιουλίου 1991, C-221/89, Factortame (Συλλογή 1991, σ. I-3905), και της 4ης Οκτωβρίου 1991, C-246/89, Επιτροπή κατά Ηνωμένου Βασιλείου (Συλλογή 1991, σ. I-4585). Όσον αφορά την ιρλανδική κανονιστική ρύθμιση, βλ. αποφάσεις της 19ης Ιανουαρίου 1988, 223/86, Pesca Valentia (Συλλογή 1988, σ. 83), και της 4ης Οκτωβρίου 1991, C-93/89, Επιτροπή κατά Ιρλανδίας (Συλλογή 1991, σ. I-4569).
( 2 ) Βλ. σημείωση 1.
( 3 ) ΕΕ ειδ. έκδ. 04/001, σ. 61.
( 4 ) EE L 379, σ. 1.
( 5 ) Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι τα σκάφη που είναι νηολογημένα στο Ηνωμένο Βασίλειο πρέπει να εξομοιούνται προς το βρετανικό έδαφος. Προς τούτο, στηρίζεται στο άρθρο 4 του κανονιαμού (ΕΟΚ) 802/68 του Συμβουλίου, της 27ης Ιουνίου 1968, περί του κοινού οριομού της εννοίας της καταγωγής των εμπορευμάτων (ΕΕ ειδ. έκδ. 02/001, σ.20), κατά το οποίο τα προϊόντα της θαλασσίας αλιείας και άλλα θαλάσσια προϊόντα εξαγόμενα από τη θάλασσα από σκάφη μιας χώρας θεωρούνται ως καταγόμενα από τη χώρα αυτή, καθώς και από την απόφαση της 28ης Μαρτίου 1985,100/84, Επιτροπή κατά Ηνωμένου Βασιλείου (Συλλογή 1985, σ. 1169).
( 6 ) Η εκτίμηση αυτή περιλαμβάνεται στο από 6 Φεβρουαρίου 1984 έγγραφο της Επιτροπής προς την Ιρλανδική Κυβέρνηση, με το οποίο η Επιτροπή ανακοίνωσε το αποτέλεσμα τη; εξετάσεως του σχεδίου του Fisheries (Amendment) Act. To σχετικό απόσπασμα του έγγραφου έχει ως εξής: «(...) Η Επιτροπή αντιλαμβάνεται ότι οι Sea Fishing Bonis Regulations 1983 απαγορεύει μόνον τις δραστηριότητες ορισμένων βρετανικών σκαφών των οποίων το ίδιοτο Ηνωμένο Βαοίλειο περιόρισε τις αλιευτικές δραστηριότητες στα δικά της χωρικά ύδατα και δεν έχει να αντιτάξει τίποτε στην κανονιστική ρύθμιση.»
( 7 ) United Nations Treaties Series 450, αριθ. 6465.
( 8 ) Παραπέμπω συναφώς στις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Tesauro στην υπόθεση C-286/90, Poulsen και Diva Navigation, που αναπτύχθηκαν στις 31 Μαρτίου 1992 (Συλλογή 1992, ο. I-6019, I-6034), από τις οποίες προκύπτει ότι ο ιρλανδικός ισχυρισμός μπορούσε επίσης να απορριφθεί επειδή δεν βασίζεται στο ισχύον δημόσιο διεθνές δίκαιο.
( 9 ) Συμφωνά με ό,τι αναφέρθηκε, επειδή ένα ιρλανδικό δικαστήριο ανέστειλε την εφαρμογή τη; κανονιστικής ρυθμίσεως λόγω αμφιβολιών ως προς το συμβιβαστό προς το κοινοτικό δίκαιο.
( 10 ) Βλ., για παράδειγμα, απόφαση του Δικαστηρίου της 18ης Μαρτίου 1992, C-29/90, Επιτροπή κατά Ελλάδος (Συλλογή 1992, σ. Ι-1971).
Top