ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
WALTER VAN GERVEN
της 10ης Ιανουαρίου 1991 ( *1 )
Κύριε Πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
1.
Με την παρούσα προσφυγή η Ιταλική Κυβέρνηση ζητεί την ακύρωση της αποφάσεως 89/661/ΕΟΚ της Επιτροπής, της 31ης Μαΐου 1989, σχετικά με τις ενισχύσεις από την Ιταλική Κυβέρνηση στην Alfa Romeo ( εφεξής: η προσβαλλόμενη απόφαση) ( 1 ). Η προσβαλλόμενη απόφαση της Επιτροπής στηρίζεται στο άρθρο 93, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, της Συνθήκης και έχει ως εξής:
« Άρθρο 1
Οι ενισχύσεις που χορήγησε με τη μορφή εισφορών κεφαλαίου συνολικού ύψους 615,1 δισεκατομμυρίων λιρών Ιταλίας ( LIT ) η Ιταλική Κυβέρνηση, μέσω των δημόσιων εταιριών holding IRI και Finmeccanica, στην Alfa Romeo, είναι παράνομες και, συνεπώς, ασυμβίβαστες με την κοινή αγορά κατά την έννοια του άρθρου 92, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΟΚ, για τον λόγο ότι χορηγήθηκαν κατά παράβαση των κανόνων διαδικασίας του άρθρου 93, παράγραφος 3, της Συνθήκης. Επιπλέον, οι ενισχύσεις είναι επίσης ασυμβίβαστες με την κοινή αγορά, δεδομένου ότι δεν πληρούν τις προϋποθέσεις παρέκκλισης που προβλέπονται από το άρθρο 92, παράγραφος 3, της Συνθήκης.
Άρθρο 2
Η Ιταλική Κυβέρνηση καλείται να καταργήσει τις ενισχύσεις που αναφέρονται στο άρθρο 1 και να ζητήσει την επιστροφή των προαναφερόμενων ενισχύσεων από τη Finmeccanica μέσα σε δύο μήνες από την κοινοποίηση της παρούσας απόφασης.
Η επιστροφή θα πραγματοποιηθεί σύμφωνα με τις διαδικασίες και τις διατάξεις της εθνικής νομοθεσίας, συμπεριλαμβανομένων και αυτών που αναφέρονται στους τόκους υπερημερίας για χρέη προς το δημόσιο, στην περίπτωση που η εξόφληση πραγματοποιηθεί μετά την πάροδο της δίμηνης προθεσμίας που αναφέρεται στην παράγραφο 1.
Άρθρο 3
Η Ιταλική Κυβέρνηση θα ενημερώσει την Επιτροπή εντός δύο μηνών από την κοινοποίηση της παρούσας απόφασης, σχετικά με τα μέτρα που έλαβε για να συμμορφωθεί προς αυτή.
(...)»
Η Ιταλική Κυβέρνηση σας ζητεί, σύμφωνα με το άρθρο 173 της Συνθήκης ΕΟΚ, να ακυρώσετε την απόφαση αυτή και προβάλλει σχετικώς όχι λιγότερους από 14 λόγους ακυρώσεως. Μετά από μία επισκόπηση των πραγματικών περιστατικών ( σημεία 2 έως 4 ) θα εξετάσω καταρχάς με συντομία ορισμένους λόγους ( δηλαδή τον πρώτο, έκτο, τέταρτο και δέκατο τρίτο λόγο) οι οποίοι ήδη έχουν προβληθεί κατ' επανάληψη σε προηγούμενες υποθέσεις κρατικών ενισχύσεων κι ως προς τους οποίου η νομολογία του Δικαστηρίου είναι σαφής ( σημεία 5 έως 8 ). Στη συνέχεια, θα εξετάσω κάπως διεξοδικότερα τους λόγους στους οποίους πρέπει να δοθεί περισσότερη προσοχή. Πρόκειται για τους λόγους ( δηλαδή τον δεύτερο, τρίτο και πέμπτο ) που αφορούν την εφαρμογή του κριτηρίου του ιδιώτη επενδυτή στην παρούσα περίπτωση ( σημεία 9 έως 14 ) ενόψει του ειδικού πλαισίου της πωλήσεως των στοιχείων του ενεργητικού της Alfa Romeo στη FIAT (σημείο 15), στη συνέχεια δε τους λόγους (δηλαδή τον έβδομο, όγδοο, ένατο, δέκατο, ενδέκατο και δωδέκατο) που αφορούν την αιτιολόγηση της ενισχύσεως (σημεία 16 έως 19) και, τέλος, τον (δέκατο τέταρτο ) λόγο που αφορά την επιστροφή της ενισχύσεως από άλλο πρόσωπο εκτός από τον λήπτη της ενισχύσεως ( σημεία 20 έως 24 ).
Τα πραγματικά περιστατικά
2.
Από την προσβαλλόμενη απόφαση καταφαίνεται ότι κατά τον χρόνο της εισφοράς κεφαλαίων την οποία αφορά η απόφαση αυτή, ο όμιλος Alfa Romeo ( 2 ), ο δεύτερος μεγάλος κατασκευαστής αυτοκινήτων στην Ιταλία, αντιμετώπιζε μια πολύ σοβαρή κρίση. Από ικανότητα παραγωγής 400000 οχημάτων ετησίως χρησιμοποιήθηκε το 1986 μόνο το 42 ο/ο, το δε 1985 και 1986 υπέστη ο όμιλος ζημίες αντιστοίχως 465,5 δισεκατομμυρίων LIT και 313,4 δισεκατομμυρίων LIT ( 3 ). Τα προβλήματα αυτά δεν είχαν ανακύψει πρόσφατα. Η Alfa Romeo, η οποία αποτελεί μέρος του holding Finmeccanica ( 4 ), το οποίο ελέγχεται περαιτέρω από τη δημόσια εταιρία holding IRI ( Instituto per la ricostruzione industriale), λειτουργούσε ήδη επί 14 χρόνια με ζημίες ( 5 ). Κατά την περίοδο 1979—1986 ο όμιλος σημείωσε συνολικά ζημίες ύψους 1484,5 δισεκατομμυρίων LIT, η δε Ιταλική Κυβέρνηση εισέφερε ως ενίσχυση νέο κεφάλαιο ύψους 1387,5 δισεκατομμυρίων LIT ( 6 ).
Προκειμένου να μεταβληθεί ριζικά η κατάσταση και η Alfa Romeo να καταστεί και πάλι υγιής, υιοθετήθηκε το 1980 ένα δεκαετές σχέδιο (1980—1990) που προέβλεπε σημαντικές επενδύσεις για την αύξηση του όγκου και τη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας της παραγωγής, συνοδευόμενες από μέτρα επιθετικής πολιτικής πωλήσεων ( 7 ). Λόγω κυρίως του σημαντικού πλεονάσματος των δυνατοτήτων παραγωγής που υφίστατο επί ευρωπαϊκού επιπέδου το 1983—1984, το φιλόδοξο αυτό σχέδιο αναδιαρθρώσεως αποδείχθηκε εντούτοις υπερβολικά αισιόδοξο: η ουσιαστική αύξηση της παραγωγής και της χρησιμοποιήσεως των εγκαταστάσεων, όπως προβλεπόταν με το σχέδιο, δεν υλοποιήθηκε ποτέ ούτε και φαινόταν πλέον πραγματοποιήσιμη ( 8 ). Έτσι, η Alfa Romeo αναθεώρησε το δεκαετές της σχέδιο (1980—1990). Οι επαναπροσδιορισθέντες στόχοι προέβλεπαν από τα τέλη του 1983/αρχές του 1984 ριζική μείωση του κόστους παραγωγής και του κόστους εκμεταλλεύσεως, καθώς και αναδιάρθρωση των εν γένει πόρων. Η εταιρία απέβλεπε εφεξής σε ένα πολύ χαμηλότερο όριο αποδοτικότητας (220000 οχήματα ετησίως αντί των 300000 που προβλεπόταν αρχικά) χάρη στην πλήρη ανανέωση της διαδικασίας παραγωγής και την ποιοτική μεγιστοποίηση της σειράς των παραγομένων μοντέλων, πράγμα που είχε ως συνέπεια δραστικές μειώσεις του εργατικού δυναμικού ( 9 ). Από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι για να χρηματοδοτηθεί ένα μέρος των προβλεπόμενων επενδύσεων από το εν λόγω σχέδιο αναδιαρθρώσεως η Alfa Romeo έλαβε ενισχύσεις από τον δημόσιο τομέα με τη μορφή επιδοτήσεων, δανείων με μειωμένο επιτόκιο και επιδοτήσεων επιτοκίου που είχε εγκρίνει η Επιτροπή τον Νοέμβριο του 1983, τον Ιούλιο του 1984 και τον Δεκέμβριο 1984 ( 10 ).
Στο πλαίσιο του εν λόγω σχεδίου αναδιαρθρώσεως, όπως καθορίστηκε εκ νέου, αποφασίστηκε το 1985 να εφαρμοστεί ένα τριετές πρόγραμμα επενδύσεων ( 1986—1988 ) το οποίο, όπως και το σχέδιο αναδιαρθρώσεως, προέβλεπε μείωση του κόστους παραγωγής, μείωση του γενικού κόστους, καθώς και τον σχεδιασμό νέων προϊόντων ( 11 ) το οποίο όμως, κατά την Επιτροπή, δεν συνέβαλε στην επίλυση των θεμελιωδών διαρθρωτικών προβλημάτων της εταιρίας, δηλαδή στον υπερβολικά χαμηλό συντελεστή χρησιμοποιήσεως του παραγωγικού της μηχανισμού ( 12 ). Κατά την Ιταλική Κυβέρνηση οι ενέσεις κεφαλαίων που έγιναν κατά το 1985 και το 1986, οι οποίες και αποτελούν το αντικείμενο της προσβαλλόμενης αποφάσεως και που, όπως παραδέχεται εξάλλου, χρησιμοποιήθηκαν για να καλυφθούν οι ζημίες και να μειωθεί η υπερχρέωση της επιχειρήσεως (βλ. σημείο 4 ανωτέρω ), δικαιολογούνταν από το εν λόγω πρόγραμμα επενδύσεων ( 13 ). Ουδέποτε η Ιταλική Κυβέρνηση υπέβαλε την εισφορά αυτή κεφαλαίων στην έγκριση της Επιτροπής.
3.
Το αναθεωρηθέν το 1983/1984 σχέδιο αναδιαρθρώσεως δεν συνέβαλε ασφαλώς στην εξυγίανση της Alfa Romeo. Αντιθέτως, η κατάσταση του ομίλου εξακολουθούσε να χειροτερεύει. Οι προβλεπόμενες βελτιώσεις της παραγωγικότητας ως προς το εργατικό δυναμικό και την ποιότητα των προϊόντων δεν πραγματοποιήθηκαν, δεδομένου ότι ο βαθμός χρησιμοποιήσεως της ικανότητας παραγωγής παρέμενε χαμηλός ( 14 ) και τα οικονομικά αποτελέσματα επιδεινώνονταν σημαντικά ( 15 ). Οι ζημίες του ομίλου Alfa Romeo ανήλθαν σε 121,7 δισεκατομμύρια LIT το 1983, σε 210,9 δισεκατομμύρια LIT το 1984, σε 465,5 δισεκατομμύρια LIT το 1985 και σε 313,3 δισεκατομμύρια LIT το 1986 ( 16 ). Συνεπεία της καταστάσεως αυτής προέβησαν, το 1985 και το 1986, η Finmeccanica και το IRI καθώς και τα αρμόδια όργανα της κυβερνήσεως και του κοινοβουλίου σε σειρά εκτιμήσεων για τη στρατηγική που έπρεπε να εφαρμοστεί στο μέλλον. Από τις εκτιμήσεις αυτές καταφάνηκε ότι η Alfa Romeo δεν μπορούσε να καταστεί αποδοτική ως ανεξάρτητος παραγωγός και ότι η μόνη δυνατή λύση συνίστατο στην ανάληψη από ( ή σε συγχώνευση με) έναν μεγάλο κατασκευαστή αυτοκινήτων που θα ήταν διατεθειμένος να προβεί σε μαζικές επενδύσεις ( 17 ). Από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι στις αρχές του 1986 έγιναν επαφές με τους κυριότερους κατασκευαστές αυτοκινήτων σε παγκόσμιο επίπεδο για να διαπιστωθεί αν αυτοί ενδιαφέρονταν για την ανάληψη, πλήρη ή μερική, της Alfa Romeo ( 18 ).
Από τους κατασκευαστές αυτοκινήτων με τους οποίους έγιναν επαφές για ενδεχόμενη ανάληψη, μόνο η Ford και η FIAT έκαναν συγκεκριμένες προτάσεις. Οι διαπραγματεύσεις με τη Ford άρχισαν τον Μάιο του 1986, οι δε διαπραγματεύσεις με τη FIAT τον Οκτώβριο του 1986. Στις 6 Νοεμβρίου 1986, το διοικητικό συμβούλιο της Finmeccanica αποφάσισε να δεχθεί την προσφορά της FIAT ( 19 ). Στις αρχές Δεκεμβρίου 1986, η Alfa Romeo SpA και η Alfa Romeo Auto — δηλαδή η εταιρία holding και η εταιρία κατασκευής αυτοκινήτων του ομίλου Alfa Romeo — μεταβίβασαν στον όμιλο FIAT τα στοιχεία του ενεργητικού τα οποία αφορούσε η σύμβαση πωλήσεως που συνήφθη μεταξύ της Finmeccanica και της FIAT. Η μεταβίβαση πραγματοποιήθηκε ενόψει της λογιστικής αξίας των στοιχείων του ενεργητικού που προσδιορίστηκε μεταγενέστερα βάσει ισολογισμών υπό τον έλεγχο λογιστών. Η μεταβίβαση αφορούσε συνολική αξία 1024,6 δισεκατομμύρια LIT ( 20 ).
Τον Μάιο του 1987, η Alfa Romeo SpA και η Alfa Romeo Auto μετέβαλαν την εταιρική τουςεπωνυμία σε, αντιστοίχως, Finmilano και Sofinpar. Τον Ιούνιο του 1987, οι εταιρίες αυτές πωλήθηκαν, αντιστοίχως, στην Banco di Roma και στο Credito Italiano αντί συνολικού ποσού 198,9 δισεκατομμυρίων LIT. Πριν από την πώληση τους, τα απομένοντα στοιχεία του ενεργητικού και του παθητικού της Finmilano και της Sofinpar είχαν μεταβιβαστεί στη Finmeccanica, εκτός από ορισμένες χρηματικές πιστώσεις που είχαν αποκτήσει οι εταιρίες αυτές από τη Finmeccanica ( 21 ).
Από την προσβαλλόμενη απόφαση καταφαίνεται επίσης ότι, σύμφωνα με τις πληροφορίες που παρασχέθηκαν από την Ιταλική Κυβέρνηση με έγγραφο της 21ης Ιουνίου 1988, η Finmilano τέθηκε υπό εκκαθάριση στις 31 Δεκεμβρίου 1987 ( 22 ).
4.
Ανησυχήσασα από τις πληροφορίες που δημοσιεύθηκαν στον τύπο, σύμφωνα με τις οποίες η Alfa Romeo πέτυχε να της χορηγηθεί ενίσχυση το 1985 υπό τη μορφή εισφοράς κεφαλαίου ύψους 209 δισεκατομμυρίων LIT, η Επιτροπή ζήτησε την 1η Οκτωβρίου 1986 διευκρινίσεις από την Ιταλική Κυβέρνηση. Με έγγραφο της 21ης Νοεμβρίου 1986, η κυβέρνηση επιβεβαίωσε ότι το 1985 είχε καταβληθεί ποσό 206,2 δισεκατομμυρίων LIT στην Alfa Romeo SpA μέσω της Finmeccanica και του IRI υπό τη μορφή εισφοράς κεφαλαίων προοριζόμενων να καλύψουν τις ζημίες που είχε υποστεί η εταιρία ( 23 ). Η Ιταλική Κυβέρνηση δήλωσε στο πλαίσιο της έγγραφης διαδικασίας ενώπιον του Δικαστηρίου ότι η εν λόγω εισφορά κεφαλαίου πραγματοποιήθηκε σε εκτέλεση της αποφάσεως περί εφαρμογής του τριετούς προγράμματος επενδύσεων ( 1986—1988 ) που ανέφερα προηγουμένως ( 24 ).
Στο μεταξύ, η Finmeccanica δέχθηκε την πρόταση της FIAT περί αναλήψεως της Alfa Romeo. Η Επιτροπή εντούτοις, βάσει των στοιχείων που διέθετε εν προκειμένω, είχε ανησυχίες ότι η Finmeccanica, επιλέγοντας την προσφορά της FIAT αντί της Ford, θα πωλούσε τα ενεργητικά στοιχεία της Alfa Romeo σε κατώτερη τιμή από αυτή που προσέφερε η Ford και φοβόταν ότι η Ιταλική Κυβέρνηση θα χορηγούσε με τον τρόπο αυτό εμμέσως ενίσχυση στη FIAT. Σε ερώτηση της Επιτροπής, η Ιταλική Κυβέρνηση παρέσχε ακριβέστερα στοιχεία την 31η Ιανουαρίου, 27η Μαρτίου και 2α Ιουλίου 1987. Υπό το φως των στοιχείων που έλαβε κατ' αυτό τον τρόπο η Επιτροπή αποφάσισε στις 29 Ιουλίου 1987 να κινήσει τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 93, παράγραφος 2, της Συνθήκης ΕΟΚ σε σχέση με την εισφορά κεφαλαίων στην Alfa Romeo ύψους 206,2 δισεκατομμυρίων LIT που πραγματοποιήθηκε το 1985, καθώς και σε σχέση με την επιδότηση που θεωρούσε ότι συνιστούσαν οι όροι υπό τους οποίους η FIAT αγόρασε την Alfa Romeo ( 25 ).
Κατά τη διάρκεια της διαδικασίας αυτής προέκυψε ότι το 1986 είχε πραγματοποιηθεί μία δεύτερη εισφορά κεφαλαίων ύψους 408,9 δισεκατομμυρίων LIT υπέρ, τη φορά αυτή, της Alfa Romeo Auto. 'Ετσι, στις 10 Μαΐου 1988, επεκτάθηκε η διαδικασία που κινήθηκε τον Ιούλιο του 1987 στη δεύτερη αυτή εισφορά κεφαλαίων ( 26 ). Κατά την προσβαλλόμενη απόφαση, η Ιταλική Κυβέρνηση δήλωσε ότι η εν λόγω εισφορά κεφαλαίου είχε ως σκοπό τη μείωση του καθαρού χρηματοπιστωτικού χρέους του ομίλου Alfa Romeo: η Alfa Romeo Auto χρησιμοποίησε τα εισφερθέντα χρήματα για να επιστρέψει οφειλόμενα ποσά στην Alfa Romeo SpA η οποία, με τα χρήματα αυτά, εξόφλησε δάνεια που της είχαν παρασχεθεί ( 27 ). Η Ιταλική Κυβέρνηση δήλωσε επίσης ότι στο πλαίσιο του τριετούς προγράμματος επενδύσεων ( 1986-1988 ), στο οποίο αναφέρθηκα πιο πάνω, προέβη στη δεύτερη αυτή εισφορά κεφαλαίων και ότι η εισφορά αυτή συνδεόταν εξάλλου με την ανάγκη διατηρήσεως της εταιρίας σε υγιή οικονομική κατάσταση ενόψει των στρατηγικών επιλογών που έπρεπε να πραγματοποιηθούν για την εξεύρεση ριζικής. λύσεως στη διαρθρωτική της κρίση ( 28 ).
Αφού εξέτασε επισταμένως τους όρους της πωλήσεως, η Επιτροπή κατέλξε στο συμπέρασμα ότι η αποδοχή της προσφοράς της FIAT αντί της προσφοράς της Ford δεν συνιστούσε μορφή ενισχύσεως ( 29 ) και ότι η τιμή που κατέβαλε η FIAT ( καίτοι κατώτερη από την καθαρή λογιστική αξία) αντικατόπτριζε πιστά την αξία των κτηθέντων στοιχείων του ενεργητικού ενόψει της προβλέψεως μελλοντικών ζημιών εκμεταλλεύσεως, καθώς και των σημαντικών επενδύσεων για την αποκατάσταση της αποδοτικότητας της εταιρίας ( 30 ). Στην απόφαση, την οποία προσβάλλει η Ιταλική Κυβέρνηση με την παρούσα προσφυγή, η Επιτροπή κατέληξε στο συμπέρασμα ότι οι εισφορές κεφαλαίων που πραγματοποιήθηκαν το 1985 και το 1986 ύψους 615,1 δισεκατομμυρίων LIT ήταν ασυμβίβαστες με την κοινή αγορά κατά την έννοια του άρθρου 92, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΟΚ ( 31 ). Επέβαλε δε στην Ιταλική Κυβέρνηση την υποχρέωση να απαιτήσει από την εταιρία Finmeccanica την επιστροφή της χορηγηθείσας ενισχύσεως ( 32 ).
5.
Όπως ήδη επισήμανα, η Ιταλική Κυβέρνηση επικαλείται προς στήριξη της προσφυγής της ακυρώσεως της επίμαχης αποφάσεως ορισμένους λόγους οι οποίοι, ενόψει της νομολογίας του Δικαστηρίου και των πραγματικών δεδομένων, προφανώς είναι αβάσιμοι. Αυτούς τους λόγους ακριβώς θα εξετάσω κατά πρώτον. Στις προτάσεις που ανέπτυξα στις 11 Οκτωβρίου 1990, στην υπόθεση C-303/88, Ιταλική Δημοκρατία κατά Επιτροπής ( ENI-Lanerossi ), εξέτασα ήδη ορισμένους από αυτούς τους λόγους ( 33 ).
Κρατικές ενισχύσεις ή ενισχύσεις που χορηγούνται υπό οποιαδήποτε μορφή από κρατικούς πόρους
6.
Η Ιταλική Κυβέρνηση προβάλλει ως ίτρώζτο λόγο ότι οι εισφορές κεφαλαίου που πραγματοποιήθηκαν το 1985 και 1986 δεν αποτελούν κρατική ενίσχυση κατά την έννοια του άρθρου 92, παράγραφος 1, επειδή οι εισφορές αυτές δεν χορηγήθηκαν βάσει αποφάσεων της δημοσίας αρχής, αλλά αντιθέτως, βάσει αυτόνομων εσωτερικών αποφάσεων της επιχειρήσεως που έλαβε η διεύθυνση του IRI και/ή της Finmeccanica. Εξάλλου, δεν αποδείχθηκε καμία ειδική διάθεση ( « earmarking » ) δημοσίων πόρων για τις εν λόγω εισφορές.
Αρκεί να αναφερθεί ότι το κεφάλαιο του IRI και της Finmeccanica ελέγχεται πλήρως από το ιταλικό δημόσιο, ότι όλα τα μέλη των διοικητικών οργάνων του IRI και της Finmeccanica ορίζονται από την Ιταλική Κυβέρνηση, τέλος δε ότι το IRI και Finmeccanica ενεργούν στο πλαίσιο των οδηγιών που τους δίνει μία διυπουργική επιτροπή (το Comitato Interministeriale per la Programmazione Economica). Ορθώς κατά τη γνώμη μου, η Επιτροπή κατέληξε στο συμπέρασμα βάσει των πραγματικών αυτών στοιχείων, που δεν αμφισβητούνται από τους διαδίκους, ότι — αντίθετα από ό,τι ισχυρίζεται η Ιταλική Κυβέρνηση — οι αποφάσεις του IRI και της Finmeccanica δεν ελήφθησαν κατά τρόπο αυτοτελή και ανεξάρτητο από την Ιταλική Κυβέρνηση. Κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, ιδίως δε με την απόφαση της 2ας Φεβρουαρίου 1988 στην υπόθεση Van der Kooy, τα εν λόγω πραγματικά στοιχεία αρκούν πράγματι για να συναχθεί το συμπέρασμα ότι οι εισφορές πρέπει να καταλογιστούν στο ιταλικό δημόσιο και, επομένως, εμπίπτουν στην ėvvota των χορηγουμένων από κράτη μέλη ενισχύσεων η οποία αναφέρεται στο άρθρο 92, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΟΚ ( 34 )
Αν και δεν κατέστη δυνατόν να αποδειχθεί ότι διατέθηκαν ειδικά δημόσιοι πόροι για την πραγματοποίηση των εν λόγω εισφορών κεφαλαίου, δύσκολα μπορεί να αμφισβητηθεί ότι οι εισφορές διενεργήθηκαν με χρήματα προερχόμενα άμεσα ή έμμεσα από το δημόσιο ( 35 ). Πρέπει επί πλέον να τονισθεί ότι η ειδική αυτή διάθεση ουδόλως απαιτείται για να μπορεί να γίνει λόγος για κρατική ενίσχυση ( 36 ). Αν αυτό συνέβαινε, οι διατάξεις της Συνθήκης σχετικά με τις κρατικές ενισχύσεις θα μπορούσαν εύκολα να καταστρατηγηθούν.
Ενίσχυση που νοθεύει ή απειλεί να νοθεύσει τον ανταγωνισμό και/ή επηρεάζει το εμπόριο μεταξύ κρατών μελών
7.
Η Κυβέρνηση προβάλλει ακόμη ότι οι εισφορές κεφαλαίων στην Alfa Romeo που πραγματοποιήθηκαν το 1985 και 1986 δεν συνιστούν κρατική ενίσχυση κατά την έννοια του άρθρου 92, παράγραφος 1, επειδή δεν νοθεύουν ούτε απειλούν τον ανταγωνισμό και δεν επηρεάζουν το εμπόριο μεταξύ κρατών μελών ( έκτος λόγος ). Τονίζει ότι το μερίδιο αγοράς της Alfa Romeo στην ευρωπαϊκή αγορά ήταν μόνο 1,6 o/ο και ότι η ενίσχυση δεν προκάλεσε μείωση του μεριδίου αγοράς των ανταγωνιστών της Alfa Romeo.
Από την απόφαση του Δικαστηρίου της 13ης Ιουλίου 1988 στην υπόθεση SEB ( 37 ) ( 38 ) προκύπτει εμμέσως πλην σαφώς ότι, αφ' ης στιγμής η επιδοτούμενη επιχείρηση ασκεί τις δραστηριότητες της σε ένα τμήμα της αγοράς στο οποίο οι παραγωγοί διαφόρων κρατών μελών επιδίδονται σε πραγματικό ανταγωνισμό — πράγμα που συμβαίνει ασφαλώς εν προκειμένω —, η Επιτροπή μπορεί ευλόγως να υποθέσει ότι το κριτήριο κατά το οποίο ο ενισχύσεις « επηρεάζουν τις μεταξύ των κρατών μελών συναλλαγές», συντρέχει, ακόμη και όταν η επιχείρηση που έχει τύχει ενισχύσεως δεν συμμετέχει αυτή η ίδια στις εξαγωγές προς άλλα κράτη μέλη. Παρόλο που δεν μειώθηκε το μερίδιο αγοράς των ανταγωνιστών μετά τη λήψη ενισχύσεως από την Alfa Romeo, η τεχνητή διατήρηση της Alfa Romeo (η οποία κατείχε το 14,6 ο/ο της ιταλικής αγοράς αυτοκινήτων) τους παρεμποδίζει οπωσδήποτε να αυξήσουν το μερίδιο τους αγοράς. Σε έναν τομέα που χαρακτηρίζεται από πλεονάζουσα ικανότητα παραγωγής η ενίσχυση μπορεί ασφαλώς να νοθεύσει τον ανταγωνισμό και να επηρεάσει το εμπόριο μεταξύ κρατών μελών.
Καθυστερημένη κίνηση της διαδικασίας και έλλειψη κοινοποιήσεως της ενισχύσεως
8.
Είναι προφανές ότι — αντίθετα απ' ό,τι ισχυρίζεται η Ιταλική Κυβέρνηση ( τέταρτος λόγος ) — δεν μπορεί να προσαφθεί στην Επιτροπή ότι κίνησε υπερβολικά καθυστερημένα τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 93, παράγραφος 2. Είναι ακριβές ότι η διαδικασία κινήθηκε μόλις τον Ιούλιο του 1987 και ότι η επίμαχη απόφαση χρονολογείται από τον Μάιο του 1988, ενώ η ενίσχυση είχε χορηγηθεί ήδη το 1985 και 1986, και ότι η Επιτροπή είχε ήδη ζητήσει διευκρινίσεις τον Οκτώβριο του 1986. Εντούτοις, από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι αποκλειστικά υπεύθυνη για την καθυστερημένη κίνηση της διαδικασίας είναι η Ιταλική Κυβέρνηση, πρώτον επειδή δεν είχε προηγουμένως κοινοποιήσει την ενίσχυση που προετίθετο να χορηγήσει και, δεύτερον, επειδή δεν παρέσχε τα στοιχεία που ζητούσε η Επιτροπή παρά μόνο κατόπιν της επιμονής της και κατά εξαιρετικά φειδωλό τρόπο ( 39 ).
Η Ιταλική Κυβέρνηση ισχυρίζεται ακόμη ( δέκατος τρίτος λόγος ) ότι οι εισφορές κεφαλαίων δεν χρειάζονταν να γνωστοποιηθούν, επειδή δεν αποτελούσαν κρατικές ενισχύσεις και επειδή η Επιτροπή γνώριζε ήδη ή έπρεπε να γνωρίζει την πρόθεση του ιταλικού δημοσίου να προβεί στην εισφορά νέων κεφαλαίων στις επιχειρήσεις του τομέα του αυτοκινήτου ( 40 ) και δεν είχε διατυπώσει καμία αντίρρηση ως προς το σχέδιο αυτό. Επομένως, δεν ήταν αναγκαίο να γνωστοποιηθούν εισφορές κεφαλαίου που πραγματοποιήθηκαν προς την Alfa Romeo με ειδική κοινοποίηση. Τα επιχειρήματα αυτά νομίζω ότι στερούνται σοβαρότητας. Ενόψει της πρακτικής των αποφάσεων και των ανακοινώσεων της Επιτροπής προς τα κράτη μέλη της νομολογίας του Δικαστηρίου και των διατάξεων του άρθρου 93, παράγραφος 3, της Συνθήκης ΕΟΚ, είναι αναμφισβήτητο ότι οι εν λόγω εισφορές κεφαλαίων μπορούσαν κάλλιστα να θεωρηθούν ως κρατικές ενισχύσεις και έπρεπε, επομένως, να αποτελέσουν το αντικείμενο προηγούμενης γνωστοποιήσεως στην Επιτροπή.
Επισημαίνω ακόμη στο πλαίσιο αυτό ότι η Επιτροπή στήριξε το ασυμβίβαστο των εν λόγω εισφορών κεφαλαίων προς την κοινή αγορά στην παράβαση ιδίως του καθήκοντος κοινοποιήσεως που προβλέπεται στο άρθρο 93, παράγραφος 3, της Συνθήκης ΕΟΚ, η δε Ιταλική Κυβέρνηση δεν ήταν σύμφωνη με αυτή την αιτιολογία ( δέκατος τρίτος λόγος ). Στην απόφαση που εξέδωσε στην υπόθεση C-301/87, Boussac, στις 14 Φεβρουαρίου 1990, δηλαδή μετά την έκδοση της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το Δικαστήριο δέχθηκε σαφώς ότι η παράβαση του καθήκοντος κοινοποιήσεως δεν επαρκεί αυτή καθεαυτή για να συναχθεί το ότι δεν συμβιβάζεται η ενίσχυση με την κοινή αγορά ( 41 ). Αυτό το παραδέχθηκε και η Επιτροπή κατά την έγγραφη διαδικασία. Επομένως, το ζήτημα αυτό δεν αμφισβητείται πλέον στο πλαίσιο της παρούσας υποθέσεως.
Το κριτήριο του « συνετού επενδυτή » και της ίσης μεταχειρίσεως των ιδιωτικών και των δημοσίων επιχειήσεων
9.
Θα εξετάσω τώρα ορισμένους λόγους στους οποίους πρέπει να δοθεί περισσότερη προσοχή. Η Ιταλική Κυβέρνηση τονίζει, προς στήριξη της προσφυγής της ακυρώσεως, ότι η Επιτροπή διατύπωσε ανεπαρκή και εσφαλμένα επιχειρήματα προκειμένου να αποδείξει ότι οι εισφορές κεφαλαίων που πραγματοποιήθηκαν το 1985 και το 1986 θα ήταν απαράδεκτες για έναν ιδιώτη μέτοχο ή επενδυτή ( δεύτερος λόγος ). Πράγματι, αυτό είναι το κριτήριο που εφαρμόζει κατά πάγια νομολογία το Δικαστήριο για να κρίνει αν οι συμμετοχές στο κεφάλαιο επιχειρήσεων αποτελούν κρατική ενίσχυση ( 42 ). Εφαρμόζοντας το κριτήριο αυτό στη συγκεκριμένη περίπτωση, η Επιτροπή δεν έλαβε (ή έλαβε ανεπαρκώς) υπόψη, κατά την Ιταλική Κυβέρνηση, ορισμένες ειδικές περιστάσεις, όπως:
1)
το γεγονός ότι στον τομέα του αυτοκινήτου οι επενδύσεις καθίστανται παραγωγικές μετά από την πάροδο ετών και, επομένως, δεν μπορεί να συναχθεί από το γεγονός και μόνο της ανυπαρξίας άμεσων αποτελεσμάτων ότι οι επενδύσεις αυτές δεν μπορούν να επιφέρουν την εξυγίανση της επιχειρήσεως ( 43 )·
2)
το μέγεθος των επιχειρήσεων στον τομέα του αυτοκινήτου καθώς και τη βιομηχανική και οικονομική ικανότητα του IRI και της Finmeccanica ( 44 )·
3)
το γεγονός ότι οι ιδιωτικές επιχειρήσεις όπως η Ford και η FIAT ήταν διατεθειμένες να αγοράσουν την Alfa Romeo και να προβούν σε πολύ σημαντικές επενδύσεις ( 45 )·
4)
το συνολικό οριστικό αποτέλεσμα που επετεύχθη από τη Finmeccanica ( 46 )·
5)
την ύπαρξη του τριετούς επενδυτικού σχεδίου ( 1986—1988 ) προς το οποίο συνδέονταν οι εισφορές κεφαλαίων και το οποίο ευλόγως μπορούσε να αναμένεται ότι θα επέφερε τελικά την εξυγίανση της Alfa Romeo ( 47 )· τέλος,
6)
το γεγονός ότι η ενδεχόμενη πτώχευση της Alfa Romeo θα είχε βλαπτικές συνέπειες για τη Finmeccanica και θα καθιστούσε ιδίως δυσχερή την πώληση με συμφέροντες όρους ( 48 ), ότι θα επαύξανε την ευθύνη της Finmeccanica, ως μητρικής εταιρίας, για της οφειλές των εταιριών Alfa Romeo ( 49 ), ότι θα είχε αρνητική επίδραση στο « credit rating » ( 50 ) και ότι η απόλυση των μισθωτών της Alfa Romeo θα συνεπήγετο σημαντικό κοινωνικό κόστος ( 51 ).
Η Ιταλική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι παρά την κάθε άλλο παρά ρόδινη κατάσταση της Alfa Romeo, αλλά και ενόψει των ιδιαίτερων περιστάσεων που μόλις προανέφερα, ένας « ιδιώτης επενδυτής », θα είχε επίσης προβεί στις επίμαχες εισφορές κεφαλαίων. Επισημαίνει ότι οι αποφάσεις της Finmeccanica και του IRI να θέσουν στη διάθεση της εταιρίας νέα χρηματικά μέσα ελήφθησαν σύμφωνα με τα κανονικά κριτήρια αποδοτικότητας και ότι ένας ιδιώτης μέτοχος δεν θα είχε ενεργήσει διαφορετικά. Μη αναγνωρίζοντας αυτό, η Επιτροπή παρέβη το άρθρο 222 της Συνθήκης ΕΟΚ ( τρίνος λόγος ).
10.
Η Επιτροπή δικαιολογεί την κρίση της ότι ένας « ιδιώτης επενδυτής » δεν θα είχε προβεί σε νέα εισφορά, αναφερόμενη στην ταχεία αύξηση των ζημιών της Alfa Romeo από το 1983, στην επιδείνωση του καθαρού χρέους της, στα αρνητικά της περιθώρια ακαθάριστης αυτοχρηματοδοτήσεως και στην έλλειψη εύλογης αποδοτικότητας των διατεθέντων κεφαλαίων ( 52 ). Όπως επισήμανα ήδη ( 53 ), η εισφορά 206,2 δισεκατομμυρίων LIT που πραγματοποιήθηκε το 1985 προοριζόταν, όπως αναγνωρίζει η Ιταλική Κυβέρνηση, στην εκκαθάριση των ζημιών που είχε υποστεί η Alfa Romeo SpA το 1984 κατά τη διάρκεια του πρώτου εξαμήνου του 1985, ενώ η εισφορά των 408,9 δισεκατομμυρίων LIT που πραγματοποιήθηκε το 1986 είχε ως σκοπό την εισροή νέων κεφαλαίων στην Alfa Romeo Auto, διότι διαφορετικά έπρεπε να περάσει η εν λόγω εταιρία στο στάδιο της εκκαθαρίσεως. Η Alfa Romeo χρησιμοποίησε τα χρηματικά μέσα που τέθηκαν κατ' αυτό τον τρόπο στη διάθεση της για να καταβάλει τις οφειλές της Alfa Romeo SpA, πράγμα που κατέστησε δυνατό στην τελευταία να μειώσει το δικό της χρέος. Με άλλα λόγια, η εισφορά κεφαλαίων αποσκοπούσε αποκλειστικά στη μείωση του καθαρού χρηματικού παθητικού του ομίλου Alfa Romeo ( 54 ) και δεν προοριζόταν για να χρηματοδοτηθεί η υλοποίηση ενός επενδυτικού προγράμματος.
11.
Πριν διατυπώσω τη γνώμη μου επί της διαφοράς αυτής, θα ήθελα να παραμείνω ακόμη λίγο στο κριτήριο του ιδιώτη επενδυτή, στο οποίο αναφέρονται και οι δύο διάδικοι σε συνάρτηση με τη σταθερή πρακτική της Επιτροπής και τη νομολογία του Δικαστηρίου. Το κριτήριο αυτό στηρίζεται, κατά τη διατύπωση του Δικαστηρίου, στις « δυνατότητες της επιχειρήσεως να εξεύρει τα εν λόγω ποσά στις ιδιωτικές αγορές κεφαλαίων » ( 55 ).
Για τι είδους ιδιώτη επενδυτή πρόκειται; Από τη Νομολογία προκύπτει ότι το Δικαστήριο αναφέρεται πρωτίστως σε έναν « συνήθη » ιδιώτη επενδυτή, δηλαδή επενδυτή που δεν είναι εταιρία που έχει ήδη ή επιδιώκει να αποκτήσει στην επιχείρηση, στην οποία παρέχεται ενίσχυση, συμμετοχή που θα τον καθιστά δυνατό να καθορίζει τη στρατηγική της επιχειρήσεως. Αυτό προκύπτει από τις αποφάσεις του Δικαστηρίου στις οποίες ο « ιδιώτης εταίρος » περιγράφεται ως ένας εταίρος ο οποίος « υπό παρόμοιες περιστάσεις (... ) στηριζόμενος στις προβλέψιμες δυνατότητες αποδοτικότητας, ανεξάρτητα από κάθε άποψη κοινωνικής, περιφερειακής ή κλαδικής πολιτικής θα είχε προβεί σε παρόμοια εισφορά κεφαλαίου » ( 56 ).
Εκτός από αυτή την κατηγορία συνήθων επενδυτών, υφίσταται, εντούτοις, μία άλλη κατηγορία επενδυτών, δηλαδή οι εταιρίες holdings οι οποίες, όπως τόνισα προηγουμένως, έχουν ή επιδιώκουν να αποκτήσουν στην εταιρία που λαμβάνει ενίσχυση συμμετοχή που να τους καθιστά δυνατό να καθορίζουν τη στρατηγική της επιχειρήσεως και οι οποίες συνδέονται, αυτές οι ίδιες ή μέσω της επιχειρήσεως αυτής, στενά με την οικονομική εξέλιξη και την απασχόληση σε μια συγκεκριμένη εταιρία ή σε έναν συγκεκριμένο τομέα. Η δεύτερη κατηγορία επενδυτών περιλαμβάνει τόσο ιδιωτικές όσο και δημόσιες εταιρίες holdings. Ως υπεύθυνοι επενδυτές οφείλουν επίσης να καθοδηγούνται από εκτιμήσεις σχετικά με την αποδοτικότητα, αλλά, στην περίπτωση τους, οι εκτιμήσεις αυτές εντάσσονται σε μια πιο μακροπρόθεσμη προοπτική απ' ό,τι όταν πρόκειται για συνήθεις επενδυτές. Δεδομένου ότι ευθύνονται ευθέως για την παραγωγικότητα της επιχειρήσεως, οι « σταθεροί » αυτοί επενδυτές λαμβάνουν πράγματι — και ορθώς — υπόψη εκτιμήσεις σχετικά με την απασχόληση και την οικονομική εξέλιξη ( 57 ).
12.
Νομίζω ότι ως προς το κριτήριο του « ιδιώτη » επενδυτή πρέπει να λαμβάνονται υπόψη και οι δύο αυτές κατηγορίες επενδυτών και ότι, κατά συνέπεια, πρέπει το κριτήριο αυτό να θεωρείται μάλλον ότι αναφέρεται στον « συνετό » επενδυτή, είτε πρόκειται για επενδυτή ιδιωτικού δικαίου είτε για επενδυτή δημοσίου δικαίου. Κατ' αυτό τον τρόπο το κριτήριο αυτό μπορεί να χρησιμοποιείται τόσο για να εκτιμηθεί η συμπεριφορά ενός επενδυτή ιδιωτικού δικαίου όσο και ενός επενδυτή δημοσίου δικαίου, οπότε δεν ευσταθεί ο λόγος που αντλείται από την άνιση μεταχείριση των ιδιωτικών και των δημοσίων επιχειρήσεων.
Με το να μεταθέτω το βάρος από τον « ιδιώτη » επενδυτή στον « συνετό » επενδυτή δεν προτίθεμαι να επισκιάσω την ανάγκη αποδοτικότητας της επενδύσεως. Στην περίπτωση επίσης ενός επενδυτή που είναι εταιρία (του ιδιωτικού ή του δημοσίου τομέα ) το κριτήριο του συνετού επενδυτή επιβάλλει να εξασφαλίζει η εταιρία, για να δικαιολογείται η συμπεριφορά της, κανονική αποδοτικότητα των μέσων που επενδύει, ακόμη και όταν η επένδυση δυνατόν να εντάσσεται σε ένα πολύ ευρύτερο κοινωνικό ή οικονομικό πλαίσιο και σε μία πλέον μακροπρόθεσμη πολιτική. Στην περίπτωση ακριβώς των δημοσίων εταιριών holdings πρέπει να υπογραμμισθεί η ανάγκη αποδοτικότητας, επειδή οι εταιρίες αυτές ωθούνται λιγότερο απ' ό,τι οι ιδιωτικές εταιρίες holding στην πραγματοποίηση κέρδους από τους εταίρους τους οι οποίοι (άμεσα ή έμμεσα ) είναι « συνήθεις » ιδιώτες επενδυτές, δεδομένου ότι το κεφάλαιο επιχειρηματικού κινδύνου των δημοσίων εταιριών holdings καλύπτεται, άμεσα ή έμμεσα, από δημόσιους πόρους ( 58 ).
13.
Αν εξετάσω λεπτομερέστερα το κριτήριο του ιδιώτη ή, καλύτερα, του συνετού επενδυτή, οφείλεται στο ότι δεν πρέπει να υπάρξουν παρανοήσεις σε σχέση με την άνιση μεταχείριση ιδιωτικών ή δημοσίων επιχειρήσεων. Συγκεκριμένα, η συζήτηση αυτή έχει πάντως σοβαρή σημασία, επειδή το κριτήριο του « συνετού », εφαρμοζόμενο και στις δύο κατηγορίες επενδυτών, συνεπάγεται ότι η εισφορά κεφαλαίου επενδυτικού κινδύνου σε μία επιχείρηση με ζημίες που είναι υπερχρεωμένη και διαθέτει ανεπαρκές cash flow μπορεί να θεωρηθεί ως εύλογη μόνον όταν η επιχείρηση μπορεί να παρουσιάσει ένα γενικό αλλά και επαρκώς λεπτομερές αξιόπιστο και πραγματοποιήσιμο σχέδιο αναδιαρθρώσεως. Μόνο βάσει ενός τέτοιου σχεδίου θα μπορεί ο « συνετός επενδυτής » να έχει την πεποίθηση ότι η επιχείρηση που βρίσκεται σε δυσκολίες θα μπορέσει πράγματι να εξυγιανθεί και ότι είναι χρήσιμη η νέα εισφορά.
Όπως αναφέρθηκε ήδη προηγουμένως, η Ιταλική Κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι η εισφορά του 1986 — μάλιστα δε και του 1985 — πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο ενός τέτοιου σχεδίου, δηλαδή ενός τριετούς προγράμματος επενδύσεων ( 1986—1988 ). Το πρόγραμμα αυτό είχε έναν τριπλό στόχο: μείωση του κόστους παραγωγής, μείωση των γενικών εξόδων και παραγωγή νέων προϊόντων ( 59 ).
Η Επιτροπή, εξάλλου, τονίζει ότι το επενδυτικό αυτό σχέδιο — που αποτελούσε εφαρμογή της αναθεωρήσεως του δεκαετούς σχεδίου του 1980η οποία έγινε το 1983/1984 ( βλ. σημείο 2, ανωτέρω ) — δεν αποσκοπούσε στην επίλυση των θεμελιωδών διαρθρωτικών προβλημάτων της επιχειρήσεως. Τα νέα συγκεντρωθέντα μέσα προορίζονταν πράγματι αποκλειστικά για την εξάλειψη των ζημιών και για τη βελτίωση της οικονομικής θέσεως του ομίλου Alfa Romeo. Θεωρεί επομένως ότι δεν συνέβαλαν στη μείωση του σημαντικού πλεονάσματος της ικανότητας παραγωγής, όπως είχε συμβεί, π.χ., στην περίπτωση της ενισχύσεως τη χορήγηση της οποίας στον όμιλο Renault είχε επιτρέψει η Επιτροπή στη Γαλλική Κυβέρνηση ή αυτής που είχε επιτρέψει στη Βρετανική Κυβέρνηση να χορηγήσει στον όμιλο Rover ( 60 ).
14.
Συμμερίζομαι τη γνώμη της Επιτροπής ότι η Ιταλική Κυβέρνηση δεν απέδειξε κατά ποιο τρόπο εντάσσονταν τα χρηματικά μέσα που είχαν τεθεί στη διάθεση της εταιρίας το 1985 και 1986 στο πλαίσιο ενός νέου γενικού σχεδίου αναδιαρθρώσεως. Μετά την αποτυχία του δεκαετούς σχεδίου του 1980, και παρά την αναθεώρηση του το 1983/1984, κατέστη απολύτως σαφής η ανάγκη μιας νέας πολιτικής επενδύσεων για την εκ θεμελίων εξυγίανση της επιχειρήσεως. Δεν εννοώ με αυτό ότι οι προηγούμενες προσπάθειες δεν είχαν κανένα αποτέλεσμα, αλιά επιθυμώ να πω ότι ήταν ήδη φανερό το 1985 και το 1986 ότι τα προηγούμενα σχέδια ήταν ανεπαρκή. Οι εκτιμήσεις στις οποίες προέβη το 1985 και 1986η Finmeccanica, το IRI και οι αρμόδιοι δημόσιοι οργανισμοί κατέδειξαν, πράγματι, ότι η αποδοτικότητα της Alfa Romeo δεν μπορούσε να διασφαλιστεί χωρίς την ανάληψη και τη μαζική υποστήριξη από μία μεγάλη αυτοκινητοβιομηχανία (βλ. σημείο 3, ανωτέρω). Η εν λόγω εισφορά οικονομικών μέσων αποδεικνύεται, ως η χιλιοστή προσπάθεια διασώσεως της υπάρξεως του ομίλου. Βεβαίως, χρηματική εισφορά προοριζόμενη για την εξάλειψη των σωρευθεισών ζημιών και την ελάφρυνση του χρέους αποτελεί ουσιώδες στοιχείο κάθε σχεδίου αναδιαρθρώσεως. Η εισφορά αυτή δεν αρκεί, εν τούτοις, αν άλλα στοιχεία του σχεδίου δεν προβλέπουν συγχρόνως δραστική μείωση του κόστους και σημαντικές επενδύσεις για την ορθολογική χρησιμοποίηση της ικανότητας παραγωγής και τη βελτίωση της παραγωγικότητας του εργατικού δυναμικού. Αυτό ισχύει απολύτως σε έναν τομέα που αντιμετωπίζει πρόβλημα πλεονάζουσας ικανότητας παραγωγής.
Εν προκειμένω, η παρούσα υπόθεση διαφέρει, κατά τη γνώμη μου, από τις υποθέσεις Renault και Rover στις οποίες αναφέρθηκε η Επιτροπή. Στην περίπτωση της Renault το σχέδιο αναδιαρθρώσεως προέβλεπε, μεταξύ άλλων μέτρων, τη μείωση κατά ένα σημαντικό μέρος της πλεονάζουσας ικανότητας παραγωγής, ιδίως, όπως προκύπτει από την απόφαση της 19ης Μαρτίου 1988 ( 61 ), μέσω δραστικής μειώσεως του προσωπικού, κλείσιμο των παραγωγικών μονάδων και θέση εκτός λειτουργίας πολλών τμημάτων συναρμολογήσεως, συγκρατήσεως της πολιτικής επενδύσεων, πωλήσεως στοιχείων του ενεργητικού κ.λπ. Επίσης, στην περίπτωση της Rover το σχέδιο αναδιαρθρώσεως που είχε υποβληθεί στην Επιτροπή προέβλεπε, όπως αναφέρεται στην απόφαση της 13ης Ιουλίου 1988 ( 62 ) εκτός από σημαντικές επενδύσεις και δαπάνες αναδιαρθρώσεως, πραγματικό περιορισμό των ικανοτήτων συναρμολογήσεως και παραγωγής εξαρτημάτων, προκειμένου να αυξηθεί η παραγωγικότητα και ο βαθμός χρησιμοποιήσεως του υφισταμένου δυναμικού ( 63 ). Εντούτοις, και στις υποθέσεις αυτές η Επιτροπή κατέληξε στο συμπέρασμα ότι υφίστατο ενίσχυση ασυμβίβαστη προς το άρθρο 92, ως προς την οποία πάντως είχε δοθεί μερική έγκριση βάσει του άρθρου 92, παράγραφος 3, στοιχείο γ (βλ. σημείο 18, κατωτέρω). Καταλήγω επομένως στο συμπέρασμα ότι ορθώς η Επιτροπή έκρινε ότι ένας ιδιώτης επενδυτής δεν θα είχε προβεί στις εισφορές κεφαλαίων που πραγματοποιήθηκαν το 1985 και 1986 και ότι οι εισφορές αυτές αποτελούν, επομένως, ενίσχυση κατά την έννοια του άρθρου 92, παράγραφος 1, της Συνθήκης.
Ενίσχυση χορηγούμενη με την προοπτική αναλήψεως της επιχειρήσεως
15.
Κατά την έγγραφη διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου, η Ιταλική Κυβέρνηση προέβαλε ότι τα επίμαχα μέτρα ενισχύσεως ήταν δικαιολογημένα, επειδή αποσκοπούσαν στην προστασία της επιχειρήσεως από ενδεχόμενη εκκαθάριση εν αναμονή ενδεχόμενης πωλήσεως ( όεύτερος λόγος ) ή ευοδώσεως ενός σχεδίου αναδιαρθρώσεως (πεμπτος λόγος).
Δεδομένου ότι, όπως είδαμε προηγουμένως, δεν υφίστατο το 1985 και 1986 κανένα αξιόπιστο σχέδιο αναδιαρθρώσεως, το επιχείρημα αυτό δεν μπορεί να γίνει δεκτό, στο μέτρο που αφορά την επιτυχία ενός τέτοιου σχεδίου αναδιαρθρώσεως. Δεν είνα δε πειστικό ούτε καθόσον αναφέρεται στην κατάρτιση ενός τέτοιου σχεδίου. Ορθώς η Επιτροπή παρατηρεί στην προσβαλλόμενη απόφαση ( 64 ) ότι τέτοιου είδους « ενισχύσεις διασώσεως ή παράπλευρου χαρακτήρα» επιτρέπονται μόνο υπό εξαιρετικά περιοριστικούς όρους, δηλαδή κατά τη (σύντομη) περίοδο π.χ. έξι μηνών, κατά τη διάρκεια της οποίας καταρτίζεται πράγματι ένα σχέδιο αναδιαρθρώσεως. Οι όροι αυτοί δεν πληρούνται εν προκειμένω.
Καθόσον το επιχείρημα αναφέρεται στη μεταγενέστερη ανάληψη από τη FIAT και στη σε βάθος αναδιάρθρωση που προέβη αυτή, κάθε άλλο παρά σαφές είναι αν μπορούν τα εν λόγω μέτρα στηρίξεως να συνδεθούν με αυτές τις ενέργειες. Πράγματι, δεν αρκεί γενική επίκληση της ανάγκης διατηρήσεως ορισμένων στοιχείων του ενεργητικού της επιχειρήσεως — με αυτή τη διατύπωση, το επιχείρημα μπορεί να προβληθεί σε κάθε περίσταση — αν δεν καταφαίνεται καμία συγκεκριμένη προοπτική πωλήσεως από την οποία να καταφαίνεται αυτή η ανάγκη. Όμως, δεν μπορεί να συναχθεί από την αιτιολογία της αποφάσεως, η δε Ιταλική Κυβέρνηση συμφωνεί επίσης ως προς το σημείο αυτό, ότι δεν υφίστατο κανένας συγκεκριμένος σύνδεσμος μεταξύ της εισφοράς κεφαλαίων που πραγματοποιήθηκε το 1986 ( και επομένως ούτε ασφαλώς με την εισφορά που πραγματοποιήθηκε το 1985 ) και της μεταγενέστερης αποφάσεως για την πώληση της Alfa Romeo, παρόλο που η Ιταλική Κυβέρνηση ισχυρίστηκε ότι η εισφορά πραγματοποιήθηκε, προκειμένου να ετοιμασθεί μία « δραστική λύση » για τη διαρθρωτική κρίση στην οποία βρισκόταν η Alfa Romeo ( 65 ).
Επί πλέον, ακόμη και αν η εισφορά πραγματοποιήθηκε με την προοπτική αναλήψεως και διαρθρώσεως από συγκεκριμένο αγοραστή, πρέπει να εξετασθεί αν ένας συνετός επενδυτής θα ήταν διατεθειμένος να προβεί υπό τις περιστάσεις αυτές σε πρόσθετη εισφορά. Νομίζω ότι αυτό μπορεί να συμβεί μόνο όταν ο υποψήφιος αγοραστής διατυπώνει σαφείς και συγκεκριμένες προτάσεις που έχουν ως όρο ότι οι τωρινοί μέτοχοι συναινούν στην καταβολή πρόσθετης προσπάθειας. Μόνο υπό τις περιστάσεις αυτές μπορούν οι μέτοχοι να υπολογίσουν, λαμβάνοντας υπόψη την τιμή που τους προσφέρεται, καθώς και τους άλλους όρους της αναλήψεως ( ιδίως την ανάληψη του παθητικού ), αν είναι επωφελέστερο γι' αυτούς να προβούν στην πρόσθετη επένδυση που τους ζητείται ή να αναλάβουν τον κίνδυνο πτώσεως της αξίας των μετοχών τους συνεπεία της αναπόφευκτης εκκαθαρίσεως σε περίπτωση μη αναλήψεως.
Έτσι, π.χ., από την αιτιολογία της αποφάσεως της Επιτροπής της 13ης Ιουλίου 1986 ( 66 ) συνάγεται ότι έγινε ένας τέτοιος υπολογισμός σε σχέση με την ενίσχυση που χορηγήθηκε από τη Βρετανική Κυβέρνηση στον όμιλο Rover υπό τη μορφή εισφοράς κεφαλαίων, όταν επρόκειτο να πωληθούν στην British Aerospace τα τμήματα αυτοκινήτου και jeep που ανήκαν ακόμη στον όμιλο Rover. Η χορήγηση της ενισχύσεως αυτής αποτελούσε εξάλλου μέρος της σε βάθος αναδιαρθρώσεως του ομίλου Rover από τον νέο μέτοχο. Στην παρούσα υπόθεση η FIAT προέβη επίσης σε σημαντική αναδιάρθρωση της Alfa Romeo αφού την απέκτησε, με ορισμένη εξάλλου κρατική ενίσχυση ( 67 ), αλλά τίποτε δεν καταδεικνύει ότι οι εισφορές κεφαλαίων που πραγματοποιήθηκαν το 1985 και 1986, για τις οποίες πρόκειται στην παρούσα υπόθεση, αποτελούσαν μέρος ενός τέτοιου γενικού σχεδίου επενδύσεων και αναδιαρθρώσεως που συνομολογήθηκε με τον υποψήφιο αγοραστή. Υπό τις περιστάσεις αυτές οι εν λόγω εισφορές — θεωρούμενες κατά το χρονικό σημείο που πραγματοποιήθηκαν — δεν μπορούν να θεωρηθούν παρά ως μέτρα ενισχύσεως που αποσκοπούσαν στην περαιτέρω διατήρηση των επιχειρήσεων του ομίλου Alfa Romeo και τα οποία δεν θα είχε λάβει κανένας συνετός επενδυτής.
Οι λόγοι που προβάλλονται προς δικαιολόγηση της ενισχύσεως και η υποχρέωση αιτιολογίας
16.
Η Ιταλική Κυβέρνηση διατυπώνει ορισμένους λόγους σχετικά με ορισμένα στοιχεία που ενδεχομένως δικαιολογούν τη χορηγηθείσα ενίσχυση. Αναφερόμενη στο άρθρο 92, παράγραφος 3, στοιχεία α και γ, της Συνθήκης ΕΟΚ, τονίζει ότι η ενίσχυση προοριζόταν για τη διατήρηση της απασχολήσεως στις περιοχές του Mezzogiorno ( óyâooç λόγος ) και ότι αποσκοπούσε στην προώθηση της αναπτύξεως ορισμένων μορφών οικονομικής δραστηριότητας ή ορισμένων οικονομιών σε επίπεδο περιφέρειας υπό τις προϋποθέσεις που είχε διευκρινίσει η Επιτροπή στην ήδη αναφερθείσα απόφαση που εξέδωσε στην υπόθεση Rover ( 68 ) ( ενδέκατος λόγος ). Επισημαίνει ακόμη ότι η χορήγηση της ενισχύσεως είναι επίσης δυνατόν να δικαιολογείται στο πλαίσιο της Συνθήκης ΕΚΑΧ, δεδομένου ότι αποτελεί ενίσχυση για μετατροπή στις περιοχές στις οποίες η ανεργία είναι υψηλή συνεπεία της κρίσεως στον τομέα της χαλυβουργίας ( ένατος λόγος ). Κατά τη στάθμιση των συμφερόντων η Επιτροπή δεν έλαβε, εξάλλου, υπόψη τα θετικά συμψηφιστικά αποτελέσματα της ενισχύσεως επί της αναπτύξεως ορισμένων περιφερειών ή ορισμένων δραστηριοτήτων ( έβοομος λόγος ). Εν πάση περιπτώσει, η Επιτροπή υιοθέτησε στην παρούσα υπόθεση μία διαφορετική, λιγότερο συμβιβαστική στάση απ' ό,τι σε άλλες υποθέσεις, όπως π.χ. στην υπόθεση Daimler Benz ( 69 ) ή στην υπόθεση Renault ( 70 ){δέκατος λόγος ). Η προσβαλλόμενη απόφαση δεν είναι προσηκόντως αιτιολογημένη, κυρίως όσον αφορά τον σύνδεσμο μεταξύ της ενισχύσεως και της αναδιαρθρώσεως της Alfa Romeo στην πραγματοποίηση της οποίας απέβλεπε η εν λόγω ενίσχυση ( Οωοεκατος λόγος ).
Απαντώντας στους λόγους αυτούς, η Επιτροπή τονίζει ότι η επίμαχη ενίσχυση αποτελεί ενίσχυση απλώς διασώσεως και όχι επενδυτική ενίσχυση συνδεόμενη με ένα γενικό αξιόπιστο σχέδιο αναδιαρθρώσεως. Επί πλέον, υποστηρίζει ότι τα μέτρα ενισχύσεως δεν ήταν κατά συνέπεια κατάλληλα για να συμβάλουν κατά μόνιμο τρόπο στην ανάπτυξη ορισμένων δραστηριοτήτων ή ορισμένων περιφερειών, αλλά ούτε και στη διατήρηση της απασχολήσεως. Κατ' αυτό' διακρίνεται η παρούσα περίπτωση από άλλες ενισχύσεις που χορηγήθηκαν στον τομέα του αυτοκινήτου και τις οποίες είχε αποδεχθεί η Επιτροπή. Στην παρούσα περίπτωση επρόκειτο για ενίσχυση που αποσκοπούσε στην τεχνητή διατήρηση μιας μη αποδοτικής επιχειρήσεως, πράγμα που είχε ως συνέπεια στρεβλώσεις του ανταγωνισμού και του ενδοκοινοτικού εμπορίου. Κατά την Επιτροπή, η επίμαχη ενίσχυση δεν ανταποκρίνεται ούτε στις προϋποθέσεις που έχει καθορίσει ως προς τις περιφερειακές ενισχύσεις και ασφαλώς δεν χορηγήθηκε σε συμφωνία με τους ισχύοντες διαδικαστικούς κανόνες που αφορούν τις ενισχύσεις μετατροπής ΕΚΑΧ.
17.
Όσον αφορά τον λόγο που αναφέρεται στις διατάξεις της Συνθήκης ΕΚΑΧ, συμμερίζομαι την άποψη της Επιτροπής η οποία υποστηρίζει ότι από τίποτε δεν προκύπτει ότι η εν λόγω ενίσχυση χορηγήθηκε σύμφωνα με τις εν προκειμένω εφαρμοστέες διατάξεις (βλ. το άρθρο 56 της Συνθήκης ΕΚΑΧ ). Όλοι οι άλλοι λόγοι αφορούν σε τελευταία ανάλυση το ζήτημα αν οι δύο εισφορές κεφαλαίων αποτελούσαν μέρος ενός σχεδίου αναδιαρθρώσεως που αποσκοπούσε στην εκ θεμέλιων εξυγίανση της Alfa Romeo, σχέδιο αναδιαρθρώσεως το οποίο, σε περίπτωση επιτυχίας, θα συνέβαλε στη δημιουργία διαρκούς ευημερίας και σταθερής απασχολήσεως στον εν λόγω τομέα και την εν λόγω περιφέρεια. Πράγματι, μόνο στην περίπτωση αυτή θα επρόκειτο για « ενισχύσεις για την προώθηση της οικονομικής αναπτύξεως περιοχών, στις οποίες το βιοτικό επίπεδο είναι ασυνήθως χαμηλό ή στις οποίες επικρατεί σοβαρή υποαπασχόληση » ( άρθρο 92, παράγραφος 3, στοχείο α ) ή για « ενισχύσεις για την προώθηση της αναπτύξεως ορισμένων οικονομικών δραστηριοτήτων ή οικονομικών περιοχών» (άρθρο 92, παράγραφος 3, στοιχείο γ). Ενίσχυση που δεν έχει ως στόχο τη διαρκή ανάπτυξη δεν εμπίπτει σ' αυτές τις διατάξεις και μπορεί απλώς, σε τομείς με εντατικό ενδοκοινοτικό εμπόριο, να επηρεάσει τους όρους των συναλλαγών κατά τρόπο που να βλάπτει τα κοινοτικά συμφέροντα.
Η ύπαρξη γενικού και αξιόπιστου σχεδίου αναδιαρθρώσεως δεν έχει, επομένως, μόνο αποφασιστική σημασία για τον χρακτηρισμό μιας εισφοράς κεφαλαίων ως μέτρου ενισχύσεως κατά την έννοια του άρθρου 92, παράγραφος 1, δηλαδή όταν πρόκειται να προσδιορισθεί αν ένας συνετός επενδυτής θα ήταν ακόμα διατεθειμένος να προβεί σε μία τέτοια εισφορά κεφαλαίων ( βλ. σημείο 14 ανωτέρω ). Η ύπαρξη ενός τέτοιου σχεδίου αναδιαρθρώσεως είναι επίσης αποφασιστικής σημασίας για την κρίση ως προς το αν ενδεχομένως δικαιολογείται ένα μέτρο που πρέπει καταρχήν να θεωρηθεί ως μέτρο ενισχύσεως όταν πρόκειται για μεγάλη επιχείρηση η οποία, λόγω των διαστάσεων της, μπορεί να επηρεάσει την ανάπτυξη του τομέα ή της περιφέρειας ( 71 ). Στην περίπτωση επιχειρήσεως τέτοιου μεγέθους η αναδιάρθρωση και η εξυγίανση της επιχειρήσεως θα έχουν επίσης ως αποτέλεσμα την επί μονίμου βάσεως προώθηση της οικονομικής αναπτύξεως και της απασχολήσεως στον τομέα ή την περιφέρεια.
18.
Κατά την εκτίμηση των προϋποθέσεων υπό τις οποίες μπορεί να εγκριθεί κατ' εξαίρεση ένα μέτρο ενισχύσεως βάσει του άρθρου 92, παράγραφος 3, η Επιτροπή διαθέτει ευρεία εξουσία εκτιμήσεως. Ακριβώς κατά την άσκηση αυτής της εξουσίας εκθέτει λεπτομερώς στο τμήμα Χ της προσβαλλομένης αποφάσεως τους λόγους για τους οποίους τα μέτρα που εξέτασε δεν βρίσκονται σε αρμονία με την πολιτική που ακολουθεί. Συναφώς, αποδίδει μεγάλη σημασία στην έλλειψη ενός σχεδίου αναδιαρθρώσεως που θα περιείχε μέτρα αποσκοπούντα στη μείωση της μη χρησιμοποιούμενης ικανότητας παραγωγής. Τονίζει ότι σ' έναν τομέα, ο οποίος το 1985 και 1986 παρουσίαζε σημαντικό πλεόνασμα ικανότητας παραγωγής εντός της Κοινότητας, μόνο μέτρα εξυγιάνσεως που θα μπορούσαν να συμβάλλουν στην επίλυση αυτού του προβλήματος θα ήταν δυνατόν να θεωρηθούν ότι συμβάλλουν στην ανόρθωση του οικείου τομέα ( 72 ). Υπογραμμίζει ότι υιοθέτησε με συνέπεια αυτή τη στάση σε παρόμοιες υποθέσεις, όπως π.χ. όταν επρόκειτο για τις ενισχύσεις που χορηγήθηκαν στη Renault και τη Rover ( 73 ).
Επισήμανα ήδη προηγουμένως ότι ορθώς, κατ' εμέ, η Επιτροπή συνήγαγε το συμπέρασμα ότι οι εισφορές κεφαλαίων που πραγματοποιήθηκαν το 1985 και το 1986 δεν αποτελούσαν μέρος ενός σχεδίου αναδιαρθρώσεως και επενδύσεων αποσκοπούντος στη σε βάθος εξυγίανση του ομίλου Alfa Romeo και ότι, επί πλέον, δεν αποδείχθηκε ότι οι εισφορές αυτές είχαν τεθεί από τον υποψήφιο αγοραστή ως όρος για την ανάληψη (βλ. ανωτέρω τα σημεία 14 και 15). Επομένως, όσον αφορά τα τελευταία αυτά σημεία, δεν αποδείχθηκε, όπως απαιτείται βάσει της νομολογίας του Δικαστηρίου ( 74 ), ότι αυτός που προβαίνει στην ανάληψη δεν θα πραγματοποιούσε τις προβλεπόμενες επενδύσεις, χωρίς να έχουν ληφθεί αυτά τα μέτρα ενισχύσεως. Δεδομένου ότι επί πλέον καταδείχθηκε ότι η ενίσχυση μπορεί να επηρεάσει το ενδοκοινοτικό εμπόριο ( βλ. ανωτέρω' σημείο 7), θεωρώ κατά συνέπεια ότι η Επιτροπή δεν υπερέβη τα όρια της εξουσίας της εκτιμήσεως.
19.
Επιθυμώ να κάνω ακόμη μία γενική παρατήρηση ως προς την αιτιολογία της αποφάσεως. Από την ανάγνωση των αποφάσεων που έχουν εκδοθεί σε παρόμοιες περιπτώσεις, όπως στις υποθέσεις ενισχύσεων προς τη Renault και τη Rover, και από τη σύγκριση τους με την υπό κρίσιν απόφαση καταφαίνεται ότι η αιτιολογία είναι ακριβέστερη και λεπτομερέστερη απ' ό,τι στις προηγούμενες. Στις περιπτώσεις εκείνες, τα μέτρα ενισχύσεως είχαν ήδη προηγουμένως κοινοποιηθεί στην Επιτροπή και/ή είχαν αποτελέσει το αντικείμενο συζητήσεων με αυτή κατά τη διαδικασία του « άρθρου 93, παράγραφος 2 », βάσει λεπτομερών στοιχείων. Καθόσον η γνωστοποίηση μέτρων ενισχύσεως εκ μέρους κράτους μέλους και η ανεπάρκεια των στοιχείων που παρέχει παρεμποδίζουν τη διοικητική έρευνα και επηρεάζουν την αιτιολογία της αποφάσεως που λαμβάνεται, την ευθύνη γι' αυτό φέρει μόνο το συγκεκριμένο κράτος μέλος. Εξάλλου, μπορεί να συναχθεί από τη νομολογία του Δικαστηρίου ότι η νομιμότητα μιας προσβαλλομένης αποφάσεως πρέπει να εκτιμάται βάσει των στοιχείων τα οποία είχε τη δυνατότητα να διαθέτει η Επιτροπή κατά το χρονικό σημείο που εξέδωσε την απόφαση της ( 75 ).
Η αξίωση επιστροφής της ενισχύσεως
20.
Το άρθρο 2 της προσβαλλόμενης αποφάσεως ορίζει ότι η Ιταλική Κυβέρνηση υποχρεούται να ζητήσει από την εταιρία Finmeccanica την επιστροφή εντός δύο μηνών των ενισχύσεων που αναφέρονται στο άρθρο 1. Η Ιταλική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι δεν δικαιολογείται η υποχρέωση αυτή επιστροφής ( δέκατος τέταρτος λόγος ). Τονίζει κατ' αρχάς ότι η Συνθήκη ΕΟΚ προβλέπει μόνο «την κατάργηση ή την τροποποίηση » των μέτρων ενισχύσεως και όχι την επιστροφή των καταβληθέντων χρημάτων. Επί πλέον προβάλλει ότι η υποχρέωση επιστροφής, ακόμη και να θεωρηθεί ότι μπορεί εν τούτοις να επιβληθεί, δεν απορρέει αυτομάτως από την έλλειψη νομιμότητας της ενισχύσεως. Δεν μπορεί να επιβληθεί από την Επιτροπή παρά μόνο όταν αυτό είναι αναγκαίο για να τεθεί τέλος στη διαταραχή του ανταγωνισμού που προκλήθηκε από την ενίσχυση. Μια τέτοια απόφαση θα πρέπει να είναι ρητώς αιτιολογημένη, πράγμα που η Επιτροπή δεν έχει κάνει. Εξάλλου, η επιστροφή της ενισχύσεως από τη Finmeccanica δεν μπορεί να θέσει τέλος στη διατάραξη του ανταγωνισμού στον τομέα του αυτοκινήτου — αν υποτεθεί ότι υφίσταται ακόμη η ελάχιστη διαταραχή μετά την πώληση των κυριοτέρων στοιχείων του ενεργητικού στη FIAT — επειδή η Finmeccanica δεν ασκεί αυτή η ίδια καμία δραστηριότητα στον τομέα αυτό. Η επιστροφή της ενισχύσεως από τη Finmeccanica πρέπει, επομένως, μάλλον να θεωρηθεί ως κύρωση που δεν προβλέπεται από τη Συνθήκη. Επί πλέον, η Finmeccanica δεν μπορεί να ευθύνεται παρά μόνο για παλαιές οφειλές και κεκαλυμμένα στοιχεία του παθητικού της Alfa Romeo και επομένως δεν πρέπει να επιβληθούν σ' αυτήν ενδεχόμενες κυρώσεις.
21.
Όσον αφορά τις παρατηρήσεις που διατυπώθηκαν σχετικά με τη δυνατότητα αξιώσεως επιστροφής της ενισχύσεως και με την απαιτούμενη αιτιολογία, αρκεί να αναφερθεί η νομολογία του Δικαστηρίου. Στην απόφαση που εξέδωσε στις 12 Ιουλίου 1973, επί της υποθέσεως 70/72, το Δικαστήριο δέχθηκε ότι, για να έχει πρακτική αποτελεσματικότητα, η κατάργηση ή η τροποποίηση της ενισχύσεως ( όπως προβλέπεται στο άρθρο 93, παράγραφος 2) μπορεί να συνεπάγεται την υποχρέωση αξιώσεως επιστροφής των ενισχύσεων που χορηγήθηκαν κατά παράβαση της Συνθήκης ( 76 ). Στην απόφαση που εξέδωσε στις 21 Μαρτίου 1990, επί της υποθέσεως C-142/87, το Δικαστήριο πρόσθεσε ότι η επιστροφή της ενισχύσεως αποτελεί τη « λογική συνέπεια » της αναγνωρίσεως της ως ασυμβίβαστης με την κοινή αγορά ( 77 ). Βάσει της νομολογίας αυτής συνάγω ότι η λογική αυτή συνέπεια δεν συνεπάγεται ειδική αιτιολογία.
Εντούτοις, με την προσβαλλόμενη απόφαση η * Επιτροπή επιβάλλει στην Ιταλική Κυβέρνηση την υποχρέωση να απαιτήσει την επιστροφή της ενισχύσεως όχι από την επιχείρηση που την έλαβε, δηλαδή τον « ομίλο » Alfa Romeo, αλλά από τη Finmeccanica. Νομίζω ότι το σημείο αυτό απαιτεί οπωσδήποτε ειδική αιτιολογία εκ μέρους της Επιτροπής, αιτιολογία η οποία περιέχεται, εξάλλου, στην προσβαλλόμενη απόφαση. Η Επιτροπή επισημαίνει πράγματι τις ιδιαίτερες συνθήκες της υποθέσεως. Πράγματι, είναι γεγονός ότι, συνεπεία της μη γνωστοποιήσεως της ενισχύσεως από την Ιταλική Κυβέρνηση, η Επιτροπή δεν μπόρεσε να κινήσει τη διαδικασία του « άρθρου 93, παράγραφος 2 » παρά μόνο με καθυστέρηση, δηλαδή μετά την πώληση των στοιχείων του ενεργητικού της Alfa Romeo. Εξάλλου, είναι γεγονός ότι η FIAT, η οποία απέκτησε το μεγαλύτερο μέρος των στοιχείων του ενεργητικού και κατέβαλε γι' αυτό εύλογο τίμημα, περιόρισε την από χρηματικής απόψεως ευθύνη της για τα χρέη της Alfa Romeo σε 700 δισεκατομμύρια LIT ( 78 ). Η Επιτροπή θεωρεί βάσει αυτών των δεδομένων ότι η Finmeccanica υποχρεούται να επιστρέψει τα ποσά της ενισχύσεως, αυτό δε λόγω του ότι ευθύνεται για το υπόλοιπο του παθητικού της Alfa Romeo, που δεν ανελήφθη από τη FIAT και λόγω του ότι είναι η μόνη που απεκόμισε όφελος από το προϊόν της πωλήσεως των στοιχείων του ενεργητικού της Alfa Romeo ( 79 ).
22.
Νομίζω ότι είναι δίκαιο να μην επιβαρυνθεί σε καμία περίπτωση η FIAT με την επιστροφή της ενισχύσεως, εφόσον ανέλαβε ένα συγκεκριμένο μόνο μέρος των στοιχείων του ενεργητικού της Alfa Romeo σε μία τιμή που κρίθηκε εύλογη από την Επιτροπή και εφόσον περιόρισε κατά το χρονικό σημείο της αναλήψεως σε 700 δισεκατομμύρια την ευθύνη της έναντι του χρέους της Alfa Romeo — πράγμα προς το οποίο κανονικά δεν υποχρεούται ως δικαιοδόχος βάσει ειδικού τίτλου. Εξάλλου, από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι όλα τα στοιχεία του παθητικού που δεν ανελήφθησαν από τη FIAT — όπως επίσης το υπόλοιπο του ενεργητικού, εκτός ορισμένων πιστώσεων — μεταβιβάστηκαν στη Finmeccanica ( 80 ) (βλ. ανωτέρω το σημείο 3, στο τέλος). Η Ιταλική Κυβέρνηση δεν αμφισβητεί εξάλλου ( 81 ) ότι η Finmeccanica ευθύνεται για το υπόλοιπο του παθητικού της Alfa Romeo ( ισχυρίζεται όμως ότι δεν υποχρεούται να επιστρέψει την καταβληθείσα ενίσχυση, επειδή αντιλαμβάνεται την επιστροφή αυτή ως κύρωση σε σχέση με την οποία δεν μπορεί να υπάρχει αντίστοιχη υποχρέωση ).
Υπό τις περιστάσεις αυτές θεωρώ ότι η Επιτροπή μπορεί να επιβάλει στη Finmeccanica την υποχρέωση επιστροφής της ενισχύσεως. Ήδη κατά τη διοικητική διαδικασία, αλλά και αργότερα με τις γραπτές παρατηρήσεις που κατέθεσε το Δικαστήριο, η Ιταλική Κυβέρνηση θεώρησε πράγματι την υποχρέωση της Finmeccanica ως αναμφισβήτητο κατά το εθνικό δίκαιο δεδομένο ( 82 ). Όμως, νομίζω ότι η Επιτροπή μπορεί κατά την αιτιολόγηση της απαιτήσεως της επιστροφής να λάβει υπόψη τις εφαρμοστέες διατάξεις του εθνικού δικαίου, καθώς επίσης ότι μπορεί να λάβει υπόψη τις συμβάσεις που είχαν προηγουμένως συναφθεί βάσει του εθνικού δικαίου.
Θα παρατηρήσω εν προκειμένω ότι η επιστροφή της ενισχύσεως που χορηγήθηκε παρανόμως δεν αποτελεί για μένα κύρωση, αλλά σαφώς οφειλή αστικού δικαίου που πηγάζει από τη μη νόμιμη και, επομένως, αχρεωστήτως διενεργηθείσα αναβολή της ενισχύσεως ( στην Alfa Romeo) και κατά συνέπεια η οφειλή αυτή μπορεί να μεταβιβασθεί ( στη Finmeccanica ). Για τον λόγο αυτό θεωρώ επίσης ότι, σε αντίθεση προς ό,τι ισχυρίζεται η Ιταλική Κυβέρνηση, δεν έχει σημασία το ότι η στρέβλωση του ανταγωνισμού του ενδοκοινοτικού εμπορίου που προκλήθηκε με τη χορήγηση της ενισχύσεως δεν μπορεί να επανορθωθεί με την επιστροφή των καταβληθέντων ποσών ή ότι η χορηγηθείσα ενίσχυση δεν μπορεί πλέον να συνεπάγεται αποτελέσματα στον τομέα του αυτοκινήτου. Όπως έχει δεχθεί το Δικαστήριο, η επιστροφή της ενισχύσεως αποτελεί την αναγκαία συνέπεια από τη διαπίστωση του παράνομου χαρακτήρα της ( 83 ), αυτό δε, όπως φαίνεται, ανεξάρτητα από τις συνέπειες που θα μπορούσε ακόμη να έχει η επιστροφή ή μη της ενισχύσεως. Εντούτοις, αν το Δικαστήριο έχει την πρόθεση να λάβει υπόψη τις συνέπειες αυτές, θα πρέπει εξάλλου να λάβει υπόψη το γεγονός ότι σε περίπτωση μη επιστροφής η παρανόμως χορηγηθείσα ενίσχυση μπορεί να ( συμβάλλει σε ) προκαλέσει στρεβλώσεις σε άλλα τμήματα του τομέα του αυτοκινήτου στα οποία η Finmeccanica έχει συμφέροντα.
23.
Από τα προεκτεθέντα μπορεί να συναχθεί ότι ισχύει ως γενικός κανόνας, όσον αφορά την επιστροφή των παρανόμως καταβληθεισών ενισχύσεων, ότι η επιστροφή βαρύνει τον λήπτη της ενισχύσεως ή το πρόσωπο που ανέλαβε την υποχρέωση επιστροφή την οποία υπέχει ο λήπτης της ενισχύσεως. Στην παρούσα περίπτωση πρόκειται για τη Finmeccanica η οποία πράγματι ανέλαβε το υπόλοιπο του παθητικού ( και του ενεργητικού της Alfa Romeo). Αν δεν είχε γίνει αυτή η ανάληψη, την υποχρέωση επιστροφής θα υπείχαν οι αρχικές εταιρίες Alfa Romeo, δηλαδή αυτές που έλαβαν την ενίσχυση, ακόμη και αν οι μετοχές τους περιήλθαν στο μεταξύ σε άλλα χέρα. Αν, στην περίπτωση αυτή, οι εν λόγω εταιρίες θα έπρεπε να τεθούν υπό εκκαθάριση, θα εναπέκειτο στους εκκαθαριστές να λάβουν τα απαραίτητα μέτρα, με προσωπική τους ευθύνη, για την επιστροφή της ενισχύσεως.
Εν όψει των προηγουμένων παρατηρήσεων, θεωρώ ότι υπό τις συγκεκριμένες περιστάστεις της υποθέσεως η Επιτροπή αιτιολόγησε επαρκώς την αξίωση επιστροφής της ενισχύσεως από τη Finmeccanica.
Συμπέρασμα
24.
Προτείνω στο Δικαστήριο να απορρίψει την προσφυγή ακυρώσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως και να καταδικάσει την Ιταλική Κυβέρνηση στα δικαστικά έξοδα.
( *1 ) Γλώσσα tou πρωτοτύπου: η ολλανδική.
( 1 ) ΕΕ 1989,1394, σ.9.
( 2 ) Η διάρθρωση tou ομίλου Alfa Romeo μετά την εισφορά κεφαλαίων την οποία αφορά η προσβαλλόμενη απόφαση περιγράφεται στο τμήμα VI, πρώτο εδάφιο, της αποφάσεως.
( 3 ) Προσβαλλόμενη απόφαση, τμήμα VI, τρίτο εδάφιο. Το 1985 ανερχόταν η καθαρή χρηματική οφειλή της Alfa Romeo σε 1427,7 δισεκατομμύρια LIT.
( 4 ) Προσβαλλόμενη απόφαση, τμήμα VI, πρώτο εδάφιο.
( 5 ) Προσβαλλόμενη απόφαση, τμήμα V, πρώτο εδάφιο.
( 6 ) Προσβαλλόμενη απόφαση, τμήμα VII, δεύτερο εδάφιο.
( 7 ) Το νέο σχέδιο παραγωγής με το οποίο επιδιωκόταν η επίτευξη ενός ορίου αποδοτικότητας περίπου 300000 οχημάτων ετησίως χαρακτηριζόταν ουσιαστικά από: 1 ) την ανανέωση της σειράς των μοντέλων και τη μείωση του χρόνου παραγωγής' 2) τη σύναψη συμβάσεως με τον όμιλο FIAT για την παραγωγή κοινών εξαρτημάτων 3) τη δημιουργία μιας κοινής επιχειρήσεως με την ιαπωνική εταιρία Nissan για την κατασκευή ενός νέου οχήματος ( Arna ) για το οποίο ειδικότερα η Alfa Romeo θα προμήθευε τους Ιδιους κινητήρες όπως αυτοί που χρησιμοποιούνται για το Alfasud ( προσβαλλόμενη απόφαση, τμήμα V, τρίτο εδάφιο ).
( 8 ) Προσβαλλόμενη απόφαση, τμήμα V, τρίτο εδάφιο.
( 9 ) Προσβαλλόμενη απόφαση, τμήμα V, τέταρτο εδάφιο.
( 10 ) Προσβαλλόμενη απόφαση, τμήμα V, πέμπτο εδάφιο.
( 11 ) Προσβαλλόμενη απόφαση, τμήμα Χ, πέμπτο εδάφιο, και προσφυγή, σ. 6, τρίτη παράγραφος. Η Επιτροπή ισχυρίζεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι το σχέδιο επενδύσεων ( 1986—1988) αποσκοπούσε επίσης στη δημιουργία νέων αγορών, το τελευταίο αυτό σημείο αμφισβητήθηκε όμως από την Ιταλική Κυβέρνηση κατά τη διάρκεια της έγγραφης διαδικασίας (προσφυγή, σ. 49, πρώτη παράγραφος ).
( 12 ) Προσβαλλόμενη απόφαση, τμήμα Χ, πέμπτο εδάφιο.
( 13 ) Όσον αφορά την εισφορά κεφαλαίων το 1986, βλ. την προσβαλλόμενη απόφαση, τμήμα Χ, πέμπτο εδάφιο. Όσον αφορά την εισφορά κεφαλαίων του 1985, βλ. προσφυγή, σ. 6, τρίτο εδάφιο.
( 14 ) Το 1986η ικανότητα παραγωγής εξακολουθούσε να είναι 400000 οχήματα ετησίως με συντελεστή χρησιμοποιήσεως της ικανότητας παραγωγής 42ο/ο (προσβαλλόμενη απόφαση, τμήμα VI, δεύτερο εδάφιο.
( 15 ) Προσβαλλόμενη απόφαση, τμήμα V, έκτο εδάφιο, και τμήμα VI, δεύτερο εδάφιο.
( 16 ) Προσβαλλόμενη απόφαση, τμήμα VII, δεύτερο εδάφιο.
( 17 ) Προσβαλλόμενη απόφαση, τμήμα V, έβδομο εδάφιο. Στην προσβαλλόμενη απόφαση η Επιτροπή δεν εξετάζει λεπτομερώς τα συμπεράσματα αυτών των εκτιμήσεων λόγω του «απολύτου χαρακτήρα τους». Η Επιτροπή δήλωσε εντούτοις, κατά το πλαίσιο της έγγραφης διαδικασίας ότι από μία γνωμάτευση που έγινε από τη First Boslon Corporation συνάγεται ιδίως ότι η Alfa Romeo θα κατέγραψε ζημίες χρήσεως μέχρι το 1996 και ότι θα χρειαζόταν τεράστιες επενδύσεις (εκτιμούμενες σε 4000 δισεκατομμύρια LIT από τη Ford και σε 5000 δισεκατομμύρια LIT από τη FIAT) οι οποίες, λόγω του περιορισμένου επιπέδου παραγωγής, δεν μπορούσαν να έχουν ικανοποιητική αποδοτικότητα ( ROI ).
( 18 ) Προσβαλλόμενη απόφαση, τμήμα V, όγδοο εδάφιο.
( 19 ) Προσβαλλόμενη απόφαση, τμήμα V, δωδέκατο εδάφιο.
( 20 ) Προσβαλλόμενη απόφαση, τμήμα V, δέκατο τρίτο και δέκατο τέταρτο εδάφιο. Η FIAT ανέλαβε επίσης 700 δισεκατομμύρια καθαρών χρηματικών οφειλών του ομίλου Alfa Romeo ( προσβαλλόμενη απόφαση, τμήμα V, δέκατο τέταρτο εδάφιο ).
( 21 ) Προσβαλλόμενη απόφαση, τμήμα V, δέκατο πέμπτο εδάφιο. Η Finmilano και η Sofinpar διατήρησαν τις φορολογικές πιστώσεις που είχαν συσσωρευΟεΙ συνεπεία των ζημιών του ομίλου Alfa Romeo, γεγονός που αποτέλεσε τον κύριο λόγο της αναλήψεως από τις εν λόγω τράπεζες.
( 22 ) Προσβαλλόμενη απόφαση, τμήμα XI, δεύτερο εδάφιο. Στην απόφαση αναφέρεται η θέση της « Alfa Romeo SpA » υπό εκκαθάριση, η οποία όμως είχε μεταβάλει την επωνυμία της σε « Finmilano » ήδη από τον Μάιο του 1987.
( 23 ) Προσβαλλόμενη απόφαση, τμήμα Ι, δεύτερο εδάφιο. Τα ακριβή στοιχεία που αφορούν την εισφορά αυτή κεφαλαίου είναι εξαιρετικά περιορισμένα. Από την απόφαση προκύπτει ότι πρόκειται για εισφορά σε χρήμα από δύο νομικά πρόσωπα, δηλαδή τη Finmeccanica και το IRI, δεν διευκρινίζεται όμως το αντίστοιχο μερίδιο καθενός από αυτά. Επιπλέον προκύπτει ότι βάσει αυτής της αυξήσεως κεφαλαίου η Alfa Romeo SpA ήταν στα χέρια της Finmeccanica κατ' αναλογία προς 84 o/ο και στα χέρια του IRI κατ' αναλογία προς 16%. Τα εισφερθέντα χρήματα προέρχονταν από το ιταλικό δημόσιο ( βλ. σημείωση 35 κατωτέρω ). Η Alfa Romeo χρησιμοποίησε τα χρήματα αυτά για να καλυφθούν οι ζημίες που υπέστη κατά τη χρήση του 1984 και κατά το πρώτο εξάμηνο του 1985 ( ζημίες που ανέρχονταν αντιστοίχως σε 98 και 111 δισεκατομμύρια LIT). Από αυτό συνάγω ότι επήλθε μείωση του κεφαλαίου κατά 209 δισεκατομμύρια LIT αμέσως μετά την αύξηση του κεφαλαίου.
( 24 ) Δικόγραφο της προσφυγής, σ. 6, τρίτη παράγραφος, και σ. 22, δεύτερη παράγραφος.
( 25 ) Προσβαλλόμενη απόφαση, τμήμα Ι, τρίτο, τέταρτο, πέμπτο, έκτο και έβδομο εδάφιο.
( 26 ) Προσβαλλόμενη απόφαση, τμήμα II και τμήμα III. Από την απόφαση του 1986 καταφαίνεται ότι η Alfa Romeo όφειλε να μειώσει το κεφάλαιο της σε 316,4 δισεκατομμύρια LIT προκειμένου να καλύψει τις ζημίες που υπέστη το 1985 και κατά τη διάρκεια του πρώτου τριμήνου του 1986, έτσι ώστε το κεφάλαιο να μην υπερβαίνει πλέον τα 20,2 δισεκατομμύρια. Μετά την εισφορά των 408,9 δισεκατομμυρίων που πραγματοποιήθηκε από τη Finmeccanica και τη θυγατρική της εταιρία Saige, η Alfa Romeo Auto ήταν στα χέρια της Finmeccanica κατ' αναλογία προς 49%, της Alfa Romeo SpA κατ' αναλογία προς 33,4 % και της Saige κατ' αναλογία προς 17,6 % ( όπου το μερίδιο της Alfa Romeo SpA θα ήταν η συνέπεια εισφοράς 200 δισεκατομμυρίων LIT η οποία, αν αντιλαμβάνομαι ορθώς, πραγματοποιήθηκε κατά τον ίδιο χρόνο με την προαναφερθείσα εισφορά: βλ. τμήμα VII, δεύτερο εδάφιο ). Τα 408,9 δισεκατομμύρια που εισφέρθηκαν στην επιχείρηση προέρχονταν από το IRI που είχε χρηματοδοτήσει την εισφορά αυτή μέσω πιστώσεως, τους τόκους της οποίας ανέλαβε το ιταλικό δημόσιο ( βλ. υποσημείωση 35).
( 27 ) Προσβαλλόμενη απόφαση, τμήμα III, πρώτο εδάφιο. Βλ. επίσης προσβαλλόμενη απόφαση, τμήμα VII, ενδέκατο και δωδέκατο εδάφιο.
( 28 ) Προσβαλλόμενη απόφαση, τμήμα VI, δεύτερο εδάφιο.
( 29 ) Καίτοι οι δύο προσφορές δεν ήταν όμοιες και, επομένως, ήταν δύσκολο να συγκριθούν, η Επιτροπή κατέληξε στο συμπέρασμα ότι, παρόλο που η πρόταση της Ford ήταν κατά μέσον όρο περισσότερο ευνοϊκή από οικονομικής απόψεως, εμπεριείχε για τη Finmeccanica μελλοντικούς οικονομικούς κινδύνους, που δεν περιείχε η συμπεριφορά της FIAT. Λυτό ακριβώς το στοιχείο δικαιολόγησε την ειιιλογή της Finmeccanica υπέρ της FIAT. (προσβαλλόμενη αιιόφαση, τμήμα VII, δέκατο έκτο εδάφιο ).
( 30 ) Προσβαλλόμενη απόφαση, τμήμα VII, τελευταία παράγραφος.
( 31 ) 'Αρθρο Ι της προσβαλλόμενης αποφάσεως.
( 32 ) 'Αρθρο 2 της προσβαλλόμενης αποφάσεως.
( 33 ) Προτάσεις που αναπτύχθηκαν στις 11 Οκτωβρίου 1990 στην υπόθεση C-303/88, Ιταλική Δημοκρατία κατά Επιτροπής ( ENI -Lanerossi ), απόφαση της 21ης Matou 1991 ( Συλλογή 1991, σ. Ι-Ι433, I-1451 ).
( 34 ) Απόφαση της 2ας Φεβρουαρίου 1988, στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις 67/85, 68/85 και 70/85, Van der Kooy (Συλλογή 1988, σ. 219, σκέψεις 35 έως38). Βλ. επίσης την απόφαση που εξέδωσε το Δικαστήριο στις 30 Ιανουαρίου 1985, 290/83, Επιτροπή κατά Γαλλικής Δημοκρατίας (CNCA) (Συλλογή 1985, σ. 439, σκέψη 15), καθώς και τις προτάσεις μου που αναφέρθηκαν προηγουμένως στην υποσημείωση 33, σημεία 6 και 7.
( 35 ) Η εισφορά κεφαλαίων που διενεργήθηκε το 1985 πραγματοποιήθηκε με ένα μέρος από την επιχορήγηση που είχε λάβει το IRI, σύμφωνα με το άρθρο 14 του ιταλικού νόμου περί χρηματοδοτήσεων του 1985, για τη διάθεση νέων κεφαλαίων και την εξυγίανση επιχειρήσεων στον τομέα ιδίως του αυτοκινήτου. Ως προς τη Finmeccanica, που δεν διέθετε η ίδια τα αναγκαία ποσά, έλαβε από το IRI το κεφάλαιο το οποίο συνεισέφερε. Όσον αφορά την εισφορά που πραγματοποιήθηκε το 1986, η Finmeccanica, η οποία ούτε το 1986 διέθετε τα απαραίτητα μέσα, έλαβε και πάλι από το IRI το κεφάλαιο το οποίο συνεισέφερε ( μαζί με τη θυγατρική της Saige). Το IRI διέθεσε τα αναγκαία χρηματικά μέσα, κάνοντας χρήση της δυνατότητα που προβλέπεται στο νομοθετικό διάταγμα 547/85, της 19ης Οκτωβρίου 1985, και από τον νόμο περί χρηματοδοτήσεων του 1986, για τη σύναψη δανείων με τους τόκους των οποίων βαρύνεται το δημόσιο.
( 36 ) Ένας τέτοιος άμεσος σύνδεσμος ήταν παντελώς ανύπαρκτος, π.χ., στην υπόθεση Van der Kooy (υποσημείωση 34 ) στην οποία η επίμαχη ενίσχυση δεν βάρυνε κατά κανένα τρόπο το δημόσιο.
( 37 ) Απόφαση του Δικαστηρίου, της 13ης Ιουλίου 1988, 102/87, Γαλλική Δημοκρατία κατά Επιτροπής (SEB) ( Συλλογή 1988, σ. 4067, σκέψη 19 ).
( 38 ) Για περισσότερες λεπτομέρειες εν προκειμένω βλέπε τις προτάσεις που ανέπτυξα στις 11 Οκτωβρίου 1990, στην υπόθεση C-303/88, ENI -Lanerossi, που προαναφέρθηκε στην υποσημείωση 33, σκέψη 19.
( 39 ) Προσβαλλόμενη απόφαση, τμήματα Ι έως III.
( 40 ) Αυτό συνέβαινε ειδικότερα ως προς την εισφορά κεφαλαίων του 1985. Κατά την Ιταλική Κυβέρνηση, η πρόθεση χορηγήσεως «ενισχύσεως» καταφαίνεται ηδη από τον νόμο περί χρηματοδοτήσεων του 1985, δηλαδή τον νόμο 887/84, που αναφέρθηκε ήδη στην υποσημείωση 35, ο οποίος είχε δημοσιευθεί στην ιταλική Επίσημη Εφημερίδα, και επομένως, θεωρείται ότι ήταν γνωστός σε όλους ( άρα και στην Επιτροπή ).
( 41 ) Απόφαση της 14ης Φεβρουαρίου 1990, C-30I/87, Γαλλική Δημοκρατία κατά Επιτροπής (Boussac) (Συλλογή 1990, σ. I-307, σκέψεις 19 έως 24 ).
( 42 ) Βλ., π.χ., την απόφαση της 13ης Μαΐου 1985, στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις 296/82 και 318/82, Βασίλειο των Κάτω Χωρών και Leeuwarder Papierwarenľa-briek κατά Επιτροπής (Συλλογή 1985, σ. 809, σκέψη 20)· απόφαση της 10ης Ιουλίου 1986, 234/84, Βασίλειο του Βελγίου κατά Επιτροπής (Meura) (Συλλογή 1986, σ. 2263, σκέψεις 14 και 15 )· απόφαση της 10ης Ιουλίου 1986, 40/85, Βασίλειο του Βελγίου κατά Επιτροπής [Boch (II)] (Συλλογή 1986, σ. 2321, σκέψεις 13 και 14)· απόφαση, ήδη προαναφερθείσα στην υποσημείωση 41, της 14ης Φεβρουαρίου 1990, Boussac, σκέψεις 39 και 40· και απόφαση της 21ης Μαρτίου 1990, C-142/87, Βασίλειο του Βελγίου κατά Επιτροπής ( Tubemeuse ) ( Συλλογή 1990, σ. I-959, σκέψεις 26 και 29).
( 43 ) Δικόγραφο της προσφυγής, σ. 18.
( 44 ) Δικόγραφο της προσφυγής, σ. 18 και 19.
( 45 ) Δικόγραφο της προσφυγής, σ. 19, σημείο 3.
( 46 ) Δικόγραφο της προσφυγής, σ. 20, σημείο 4. Κατά την προσβαλλόμενη απόφαση η Finmeccanica έλαβε τελικά 1223,5 δισεκατομμύρια LIT για την πώληση της Alfa Romeo ( I 024,6 δισεκατομμύρια LIT από τη FIAT και 198,9 δισεκατομμύρια LIT από την Banco di Roma και το Credito Italiano), πράγμα που κατά την Ιταλική Κυβέρνηση σαφώς υπερβαίνει το ύψος των εισφορών κεφαλαίων που πραγματοποιήθηκαν το 1985 και 1986. Η Επιτροπή τονίζει, εντούτοις, ότι το ποσό που έπρεπε να καταβάλει η FIAT κλιμακωνόταν σε πέντε έτη από τις 2 Ιανουαρίου 1993 και, κατά συνέπεια, με βάση την 1η Ιανουαρίου 1987, δεν αντιπροσώπευε παρά 389,9 δισεκατομμύρια LIT ( προσβαλλόμενη απόφαση, τμήμα VII, δέκατη έβδομη παράγραφος και υποσημείωση ).
( 47 ) Δικόγραφο της προσφυγής, σ. 6 και 22 έως 23.
( 48 ) Δικόγραφο της προσφυγής, σ. 20 έως 23.
( 49 ) Δικόγραφο της προσφυγής, σ. 24.
( 50 ) Δικόγραφο της προσφυγής, σ. 24.
( 51 ) Δικόγραφο της προσφυγής, σ. 25.
( 52 ) Προσβαλλόμενη απόφαση, τμήμα VII, ένατη παράγραφος.
( 53 ) Βλ. ανωτέρω τις υποσημειώσεις 23 και 26.
( 54 ) Βλ. το σημείο 4, ανωτέρω, καθώς και τις εκεί αναφερόμενες παραπομπές στην προσβαλλόμενη απόφαση.
( 55 ) Βλ. τις ήδη αναφερθείσες αποφάσεις στις υποσημειώσεις 41 και 42, απόφαση Meura, σκέψη 14, απόφαση Boch II, σκέψη 13, απόφαση Boussac, σκέψη 29, απόφαση Tubemeuse, σκέψη 26.
( 56 ) Βλ. τις ήδη αναφερθείσες στην υποσημείωση 42 αποφάσεις, Meura, σκέψη 14, και Boch II, σκέψη 13.
( 57 ) Βλ. σχετικά το σημείο 14 των προτάσεων μου που αναφέρθηκαν ήδη στην υποσημείωση 33.
( 58 ) 0 εκπρόσωπος της Ιταλικής ΚυΡερνήσεως αναφέρθηκε κατά τη συνεδρίαση σε έναν αριθμό ομίλων ιδιωτικού χαρακτήρα, ορισμένα από τα μέλη των οποίων είχαν υποστεί ζημίες μερικές φορές επί μακρό χρόνο. Τέτοιες συγκρίσεις πρέπει να αντιμετωπίζονται με προσοχή. Συχνά επρόκειτο για μεμονωμένα μέλη ή θυγατρικές εταιρίες ενός ομίλου που στο σύνολο του ήταν κερδοφόρος. Ο ελλειμματικός χαρακτήρας μιας εταιρίας που αποτελεί μέρος του ομίλου επηρεάζεται από πάρα πολλούς παράγοντες, φορολογικής ιδίως φύσεως, που έχουν ως συνέπεια ότι, μέσω «transfer pricing» ή άλλων μορφών μεταφοράς εσόδων, κέρδη ή ζημίες συγκεντρώνονται σε διαφορετικά μέρη του ομίλου. Δεν υπάρχει καμία ένδειξη ότι τέτοιου είδους μεταφορές εντός του IRI ή της Finmeccanica συνέβαλαν στο έλλειμμα της Alfa Romeo, αλλά όλως αντιθέτως.
( 59 ) Βλ. τις παραπομπές στην προσβαλλόμενη απόφαση που περιέχονται στις υποσημειώσεις 24,28 και 13.
( 60 ) Προσβαλλόμενη απόφαση, τμήμα Χ, έβδομη παράγραφος.
( 61 ) Απόφαση 88/454/ΕΟΚ της Επιτροπής, της 29ης Μαρτίου 1988, σχετικά με τις ενισχύσεις που έχουν χορηγηθεί από τη Γαλλική Κυβέρνηση στον όμιλο Renault επιχείρηση που κατασκευάζει κατά κύριο λόγο αυτοκίνητα οχήματα ( ΕΕ 1988, L 220, σ. 30 ).
( 62 ) Απόφαση 89/58/ΕΟΚ της Επιτροπής, της 13ης Ιουλίου 1988, που αφορά την ενίσχυση που έχει χορηγηθεί από την Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου στη Rover groupe, επιχείρηση που παράγει αυτοκίνητα οχήματα (ΕΕ 1989, L 25,0.92).
( 63 ) Η Ιταλία αναφέρεται επίσης στην περίπτωση της Daimler Benz στην οποία η Επιτροπή περάτωσε τη διαδικασία του άρθρου 93 [ έκθεση επί του ανταγωνισμού του 1986 (XVI), αριθ. 230], Κατά την Επιτροπή, και στην περίπτωση αυτή επρόκειτο επίσης για παραγωγικές επενδύσεις.
( 64 ) Προσβαλλόμενη απόφαση, τμήμα Χ, πρώτη παράγραφος.
( 65 ) Προσβαλλόμενη απόφαση, τμήμα IV, δεύτερη παράγραφος.
( 66 ) Αναφέρεται ανωτέρω στην υποσημείωση 62.
( 67 ) Προσραλλόμενη απόφαση, τμήμα V, δέκατη έκτη παράγραφος.
( 68 ) Αναφέρεται ανωτέρω στην υποσημείωση 62.
( 69 ) Βλ. υποσημείωση 63.
( 70 ) Αναφέρεται ανωτέρω στην υποσημείωση 61.
( 71 ) Βλ. την ήδη αναφερθείσα στην υποσημείωση 41 απόφαση Boussac, σκέψη 54.
( 72 ) ΠροσΡαλλόμενη απόφαση, τμήμα Χ, έκτη παράγραφος.
( 73 ) ΠροσΡαλλόμενη απόφαση, τμήμα Χ, έβδομη παράγραφος.
( 74 ) Απόφαση της 17ης Σεπτεμβρίου 1980, 730/79, Philip Morris κατά Επιτροπής (Jurispr. 1980, σ. 2671, σκέψεις 16 και 17).
( 75 ) Βλ. την ήδη αναφερθείσα στην υποσημείωση 42 απόφαση Mcura, σκέψη 16.
( 76 ) Απόφαση της 12ης Ιουλίου 1973, 70/72, Επιτροπή κατά Γερμανίας (Jurispr. 1973, σ. 813 και επ., σκέψη 13 ).
( 77 ) Βλ. την προαναφερθείσα στην υποσημείωση 42 απόφαση Tebemeuse καθώς και την απόφαση της 24ης Φεβρουαρίου 1987, 310/85, Deufil (Συλλογή 1987, σ. 901 και επ., σκέψη 24).
( 78 ) Προσβαλλόμενη απόφαση, τμήμα XI, δεύτερη και τρίτη παράγραφος.
( 79 ) Προσβαλλόμενη απόφαση, τμήμα XI, τέταρτη παράγραφος.
( 80 ) Προσβαλλόμενη απόφαση, τμήμα V, δέκατη πέμπτη παράγραφος.
( 81 ) Στο δικόγραφο της προσφυγής της Ιταλικής Κυβερνήσεως αναφέρεται στη σελίδα 54: « En outre, Finmeccanica n'assumé en fait que les dettes antérieures et le passif impévu d'Alfa Romeo» (επί πλέον, η Finmeccanica ανέλαβε πράγματι μόνο τις προηγούμενες οφειλές και το παθητικό της Alfa Romeo που δεν μπορούσε να προβλεφθεί) (με εξαίρεση, συνεχίζει, τις όπως αποκαλούνται, κυρώσεις). Για να δικαιολογήσει την αξίωση επιστροφής της ενισχύσεως από τη Finmeccanica, η Επιτροπή αναφέρεται στη σελίδα 20 του υπομνήματος της αντικρούσεως, στην « l'obligation de la Finmeccanica (actionnaire à plus de 99% du capital d'Alfa Romeo) [υποχρέωση της Finmeccanica (μέτοχο πλέον του 99 % του κεφαλαίου της Alfa Romeo ] να αναλάβει την ευθύνη, σύμφωνα με το άρθρο 2362 του ιταλικού αστικού κώδικα, για το σύνολο των οφειλών της Alfa Romeo ) ». Στην απάντηση της η Ιταλική Κυβέρνηση δεν αμφισβητεί αυτή την υποχρέωση. Ισχυρίζεται απλώς ότι « De fait, il n'est pas pertienent de soutenir que, selon le droit italien, Finmeccanica répondrait des dettes d'Alfa Romeo (... ) » ( Πράγματι, δεν μπορεί να υποστηριχθεί ότι, κατά το ιταλικό δίκαιο, η Finmeccanica ευθύνεται για τις οφειλές της Alfa Romeo ).
( 82 ) Δεν είναι σαφές αν η υποχρέωση αυτή στηρίζεται στο άρθρο 2362 του Codice civile, όπως ισχυρίζεται η Επιτροπή στο υπόμνημα της αντικρούσεως, που αναφέρεται στην προηγουμένη υποσημείωση 81, ή αν στηρίζεται σε μία δέσμευση που η Finmeccanica ανέλαβε οικειοθελώς ή άλλως της είχε επιβληθεί, εντός ή όχι του πλαισίου της εκκαθαρίσεως ή συνεπεία αυτής των εταιριών της Alfa Romeo (βλ. προσβαλλόμενη απόφαση τμήμα XI, δεύτερο εδάφιο ).
( 83 ) Βλ. την προαναφερθείσα στην υποσημείωση 42 απόφαση Tubemeuse, σκέψη 66.
Top