Σημαντική ανακοίνωση νομικού περιεχομένου
Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Jacobs της 8/04/1992. - EXTRAMET INDUSTRIE SA ΚΑΤΑ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΙΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ. - ΝΤΑΜΠΙΝΓΚ - ΟΡΙΣΤΙΚΟΣ ΔΑΣΜΟΣ - ΜΕΤΑΛΛΙΚΟ ΑΣΒΕΣΤΙΟ. - ΥΠΟΘΕΣΗ C-358/89.
Συλλογή της Νομολογίας του Δικαστηρίου 1992 σελίδα I-03813
Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
++++
Κύριε Πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
1. Yπενθυμίζω ότι στην υπό κρίση υπόθεση, η προσφεύγουσα, μια γαλλική εταιρία, ζητεί την ακύρωση του κανονισμού (ΕΟΚ) 2808/89 του Συμβουλίου (ΕΕ 1989, L 271, σ. 1), για την επιβολή οριστικού δασμού αντιντάμπινγκ στις εισαγωγές μεταλλικού ασβεστίου καταγωγής Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας και Σοβιετικής 'Ενωσης και την οριστική είσπραξη του προσωρινού δασμού αντιντάμπινγκ που επιβάλλεται στις εισαγωγές αυτές από τον κανονισμό (ΕΟΚ) 707/89 της Επιτροπής (ΕΕ 1989, L 78, σ. 10). Επικουρικώς, η προσφεύγουσα ζητεί την ακύρωση της 24ης αιτιολογικής σκέψεως του αμφισβητουμένου κανονισμού, στην οποία μνημονεύεται η άρνηση του Συμβουλίου να της χορηγήσει ειδική εξαίρεση από τον δασμό που επιβάλλεται από το περιλαμβάνον νομοθετικές διατάξεις τμήμα του κανονισμού αυτού.
2. O αμφισβητούμενος κανονισμός καθορίζει τον συντελεστή του οριστικού δασμού στο 21,8 % της καθαρής τιμής πωλήσεως ελεύθερο στα σύνορα του μη εκτελωνισθέντος προϊόντος, όσον αφορά το μεταλλικό ασβέστιο καταγωγής Κίνας, και στο 22 % της τιμής αυτής, όσον αφορά το μεταλλικό ασβέστιο καταγωγής Σοβιετικής Ενώσεως. Αυτό σημαίνει αισθητή αύξηση του προσωρινού δασμού, ο οποίος είχε καθορισθεί στο 10,7 % της καθαρής τιμής πωλήσεως ελεύθερο στα κοινοτικά σύνορα των μη εκτελωνισθέντων προϊόντων καταγωγής των δύο ανωτέρω χωρών.
3. Η αίτηση προσωρινής αναστολής εφαρμογής του αμφισβητουμένου κανονισμού, για όσο διάστημα θα εκκρεμεί η κύρια δίκη, απορρίφθηκε από τον Πρόεδρο του Δικαστηρίου με Διάταξη της 14ης Φεβρουαρίου 1990. Η ένσταση απαραδέκτου που προέτεινε το Συμβούλιο απορρίφθηκε από την ολομέλεια του Δικαστηρίου στις 16 Μαΐου 1991.
Το ιστορικό της διαφοράς
4. Το αποτελούν αντικείμενο του αμφισβητουμένου κανονισμού προϊόν είναι το μεταλλικό ασβέστιο το οποίο χρησιμοποιείται κυρίως στη βιομηχανία σιδήρου και χάλυβα. Συγκεκριμένα, η προσφεύγουσα το χρησιμοποιεί για την παραγωγή κόκκων ασβεστίου οι οποίοι χρησιμεύουν για την τελειοποίηση των μετάλλων και την κατασκευή μιας νέας γενεάς μαγνητών υψηλής αποδόσεως προοριζομένων για τον εξοπλισμό διαφόρων οικιακών και βιομηχανικών συσκευών. Για τον σκοπό αυτό, η προσφεύγουσα έχει ανάγκη ασβεστίου υψηλού βαθμού καθαρότητας.
5. Τέτοιου τύπου ασβέστιο, που δεν βρίσκεται σε φυσική κατάσταση, παράγεται σε πέντε μόνο χώρες, συγκεκριμένα στην πρώην Σοβιετική 'Ενωση, την Κίνα, τις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής, τον Καναδά και τη Γαλλία. Αφότου άρχισε να ασχολείται με την παραγωγή κόκκων ασβεστίου, η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι προσπάθησε να προμηθευτεί ασβέστιο από τον μόνο γάλλο παραγωγό, μια εταιρία καλουμένη Pechiney Electrometallurgie SA, πλην όμως, όπως ισχυρίζεται, η Pechiney ουδέποτε εδυνήθη ή θέλησε να ικανοποιήσει τις ανάγκες της. Σύμφωνα με την προσφεύγουσα, η απροθυμία της Pechiney να την εφοδιάσει οφείλεται στο γεγονός ότι η τελευταία έχει τελειοποιήσει μια δική της μέθοδο παραγωγής κόκκων ασβεστίου. Η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι η άρνηση της Pechiney να την εφοδιάσει αποτελεί καταχρηστική εκμετάλλευση δεσπόζουσας θέσεως κατά την έννοια του άρθρου 86 της Συνθήκης ΕΟΚ και ότι η ίδια έχει υποβάλει σχετική καταγγελία ενώπιον του γαλλικού Conseil de la concurrence, το οποίο αποτελεί την αρμόδια γαλλική αρχή επί θεμάτων ανταγωνισμού, ενώπιον του οποίου η υπόθεση εξακολουθεί να είναι εκκρεμής. Μόνο όταν διαπίστωσε ότι δεν ήταν σε θέση να προμηθευτεί ασβέστιο από την Pechiney, η προσφεύγουσα αποφάσισε να στραφεί προς εκτός της Κοινότητας προμηθευτές, και, κυρίως, προς την Κίνα και τη Σοβιετική 'Ενωση.
6. Το Ιούλιο του 1987 υποβλήθηκε στην Επιτροπή καταγγελία από την association professionnelle communautaire de l' electrometallurgie et de l' electrochimie, την chambre syndicale de l' electrometallurgie et de l' electrochimie, εξ ονόματος της Pechiney, καταγγελία σύμφωνα με την οποία το μεταλλικό ασβέστιο που προερχόταν από την Κίνα και τη Σοβιετική 'Ενωση εισαγόταν υπό καθεστώς ντάμπινγκ εντός της Κοινότητας και προκαλούσε ζημία. Η Επιτροπή κίνησε σχετική διαδικασία έρευνας (ΕΕ 1988, C 20, σ. 3) αναφορικά με την περίοδο από 1ης Ιανουαρίου 1987 μέχρι 31ης Δεκεμβρίου 1987, διαδικασία η οποία κατέληξε στη θέσπιση του αμφισβητουμένου κανονισμού.
Οι επικρίσεις της προσφεύγουσας κατά του αμφισβητουμένου κανονισμού
7. Η προσφεύγουσα αμφισβητεί το κύρος του προσβαλλομένου κανονισμού για τέσσερις κυρίως λόγους τους οποίους και πρόκειται να εξετάσω κατά σειρά. Προηγουμένως όμως, θα ήθελα να καταστήσω σαφές ότι η εκ μέρους της πφοσφεύγουσας αμφισβήτηση της 24ης αιτιολογικής σκέψεως του προσβαλλομένου κανονισμού πρέπει, κατά τη γνώμη μου, να θεωρηθεί ως αμφισβήτηση όχι αυτής ταύτης της αιτιολογικής σκέψεως αλλά του κανονισμού, κατά το μέτρο που με αυτόν δεν έγινε δεκτή η ζητηθείσα εξαίρεση. Ως τέτοιας φύσεως, η εν λόγω αμφισβήτηση θα πρέπει να έχει την ίδια τύχη με αυτήν της αμφισβητήσεως από την προσφεύγουσα του κανονισμού στο σύνολό του. Δεν θεωρώ ότι το Συμβούλιο έχει την εξουσία, υπό περιστάσεις όπως οι προκείμενες, να εξαιρέσει έναν συγκεκριμένο εισαγωγέα από έναν κανονισμό με τον οποίο θεσπίζεται δασμός αντιντάμπινγκ. Πράγματι, σύμφωνα με την ίδια την 24η αιτιολογική σκέψη του αμφισβητουμένου κανονισμού, μια εξαίρεση όπως αυτή που ζητείται από την προσφεύγουσα θα ήταν αντίθετη προς το αντικείμενο του κανονισμού αυτού. Αν η επιβολή δασμού είναι εν προκειμένω, δικαιολογημένη, ουδείς λόγος υφίσταται ώστε η προσφεύγουσα να πρέπει να εξαιρεθεί απ' αυτόν, δοθέντος ότι αυτή δεν έχει έννομο συμφέρον να συνεχίσει να εισάγει ασβέστιο σε τιμές ντάμπινγκ.
8. Πρέπει να σημειωθεί ότι τα επιχειρήματα που η προσφεύγουσα επικαλείται προκειμένου να αμφισβητήσει το κύρος του προσβαλλομένου κανονισμού έχουν, κατά το μεγαλύτερο μέρος προβληθεί ενώπιον της Επιτροπής και του Συμβουλίου πριν από την έκδοση του κανονισμού αυτού. Οι αιτιολογικές σκέψεις του προσβαλλομένου κανονισμού καθώς και αυτές του κανονισμού 707/89 μνημονεύουν, κατά τρόπο αρκετά λεπτομερή, τις απαντήσεις της Επιτροπής και του Συμβουλίου στα περισσότερα από τα επιχειρήματα αυτά. Στις παρατηρήσεις του, το Συμβούλιο περιορίζεται κυρίως στο να επαναλάβει τις απαντήσεις αυτές. Επομένως, δεν παρίσταται ανάγκη να εκθέσω κατά τρόπο λεπτομερή όλα τα επιχειρήματα των διαδίκων.
i) Το ομοειδές των προϊόντων
9. Σύμφωνα με το άρθρο 2, παράγραφος 1, του βασικού κανονισμού, δηλαδή του κανονισμού (ΕΟΚ) 2423/88 για την άμυνα κατά των εισαγωγών που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ ή επιδοτήσεων εκ μέρους χωρών ή μελών της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας (ΕΕ 1988, L 209, σ. 1), "(δασμός αντιντάμπινγκ μπορεί να επιβάλλεται σε κάθε προϊόν που αποτελεί αντικείμενο ντάμπινγκ όταν η θέση του σε ελεύθερη κυκλοφορία εντός της Κοινότητας προκαλεί ζημία". Προκειμένου να διαπιστωθεί, για τον σκοπό αυτό, η ύπαρξη ζημίας, πρέπει να αποδειχθεί ότι οι εισαγωγές που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ "προκαλούν (...) ή υπάρχει κίνδυνος να προκαλέσουν, (...) σημαντική ζημία σε υφιστάμενο κλάδο παραγωγής της Κοινότητας ή καθυστερούν αισθητά τη δημιουργία αυτής της παραγωγής" (βλ. άρθρο 4, παράγραφος 1). Δυνάμει του άρθρου 4, παράγραφος 5, με την έκφραση "κλάδος παραγωγής της Κοινότητας" νοείται κυρίως "το σύνολο των παραγωγών ομοειδών προϊόντων μέσα στην Κοινότητα ή εκείνων μεταξύ αυτών των οποίων η συνολική παραγωγή αποτελεί σημαντική μερίδα του συνόλου της κοινοτικής παραγωγής των προϊόντων αυτών (...)". Η έκφραση "ομοειδές προϊόν" ορίζεται ως εξής στο άρθρο 2, παράγραφος 12: "(...) πανομοιότυπο προϊόν, δηλαδή όμοιο από κάθε άποψη με το εξεταζόμενο προϊόν ή, ελλείψει τούτου, ένα άλλο προϊόν του οποίου τα χαρακτηριστικά παρουσιάζουν στενή ομοιότητα προς εκείνα του υπό εξέταση προϊόντος".
10. Στην έβδομη αιτιολογική σκέψη του αμφισβητουμένου κανονισμού, το Συμβούλιο συμπεραίνει "ότι οι κινεζικές και σοβιετικές εισαγωγές αποτελούν παρόμοια [ομοειδή] προϊόντα με το μεταλλικό ασβέστιο που παράγεται στην Κοινότητα, κατά την έννοια του άρθρου 2, παράγραφος 12, του κανονισμού (ΕΟΚ) 2423/88". Το συμπέρασμα αυτό αμφισβητείται από την προσφεύγουσα η οποία ισχυρίζεται ότι το παραγόμενο από την Pechiney ασβέστιο είναι κατωτέρας ποιότητας από το κινεζικό και σοβιετικό καθώς και περισσότερο δύσχρηστο. Κατά την προσφεύγουσα τούτο συμβαίνει επειδή οι κινέζοι και σοβιετικοί παραγωγοί χρησιμοποιούν διαφορετική μέθοδο παραγωγής, μέθοδο βάσει της οποίας παράγεται μέταλλο περιέχον άνω του 99 % ασβέστιο, ενώ η ακολουθούμενη από την Pechiney μέθοδος προσφέρει μέταλλο περιέχον 96 έως 97 % ασβέστιο. 'Οπως προέκυψε από την επ' ακροατηρίου συζήτηση, η μέθοδος παραγωγής που χρησιμοποιούν οι κινέζοι και οι σοβιετικοί συνεπάγεται την κατανάλωση τεραστίων ποσοτήτων ηλεκτρικής ενεργείας με συνέπεια να είναι αντιοικονομικό για τους δυτικούς παραγωγούς να χρησιμοποιούν την ίδια μέθοδο. Η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι, όπως προκύπτει εν προκειμένω, το μεταλλικό ασβέστιο που προσφέρει η Pechiney πρέπει να υποστεί συμπληρωματική επεξεργασία προκειμένου να φθάσει τον βαθμό καθαρότητας του σοβιετικού και κινέζικου μεταλλικού ασβεστίου και αυτό, όπως είναι προφανές, αυξάνει το κόστος χρησιμοποιήσεώς του.
11. Η Pechiney και η chambre syndicale άσκησαν από κοινού παρέμβαση υπέρ του Συμβουλίου. Στη συνέχεια των προτάσεών μου, θα περιοριστώ, για λόγους συντομίας, στο να μνημονεύω μόνο την πρώτη παρεμβαίνουσα. Η Pechiney δεν αρνείται ότι το σοβιετικό και κινέζικο μεταλλικό ασβέστιο είναι υψηλοτέρου βαθμού καθαρότητας από το δικό της, πλην όμως δεν δέχεται ότι τα δύο προϊόντα δεν μπορούν να θεωρηθούν ως "ομοειδή προϊόντα" για την εφαρμογή του βασικού κανονισμού. Σύμφωνα με την Pechiney, τα δύο προϊόντα είναι υποκατάστατα το ένα του άλλου όσον αφορά το μεγαλύτερο μέρος των χρήσεών τους και αν η Extramet έχει ανάγκη μεταλλικού ασβεστίου ιδιαίτερα υψηλού βαθμού καθαρότητας τούτο οφείλεται αποκλειστικώς στα ειδικά χαρακτηριστικά της μεθόδου παραγωγής της. Φυσικά, η Extramet διατείνεται ότι με τη μέθοδο αυτή παράγεται ένα τελικό προϊόν που παρέχει αποτελέσματα καλύτερα απ' ό,τι τα άλλα διαθέσιμα τελικά προϊόντα, έστω και αν τα τελευταία μπορούν να παράγονται διά της χρησιμοποιήσεως μεταλλικού ασβεστίου χαμηλότερου βαθμού καθαρότητας.
12. Σύμφωνα με την έκτη αιτιολογική σκέψη του προσβαλλομένου κανονισμού, "η Επιτροπή κατέληξε στο συμπέρασμα ότι, παρά το γεγονός ότι το μεταλλικό ασβέστιο κοινοτικής παραγωγής παρουσιάζει ελαφρώς χαμηλότερο βαθμό καθαρότητας σε σχέση με το κινεζικό και σοβιετικό εισαγόμενο προϊόν, το μεταλλικό ασβέστιο της Κοινότητας και τα εισαγόμενα προϊόντα από τη Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας και τη Σοβιετική 'Ενωση έχουν αρκετά παρεμφερή φυσικά και τεχνικά χαρακτηριστικά, τους ίδιους τελικούς χρήστες και τις ίδιες αγορές, ώστε να θεωρούνται παρόμοια [ομοειδή] προϊόντα." Η προσφεύγουσα αμφισβητεί τη δήλωση του Συμβουλίου ότι η διαφορά καθαρότητας μεταξύ του κοινοτικού, αφενός, και του κινεζικού και σοβιετικού, αφετέρου, ασβεστίου είναι ασήμαντη, υποστηρίζοντας ότι μία κάτω του 1 % διαφορά μπορεί να είναι καθοριστική όσον αφορά την καταλληλότητα του προϊόντος για τη χρήση για την οποία προορίζεται. Επαναλαμβάνει το αίτημά της, αίτημα που υπέβαλε για πρώτη φορά ανεπιτυχώς ενώπιον της Επιτροπής, για τον διορισμό εμπειρογνώμονα επιφορτισμένου να εξετάσει το ζήτημα του ομοειδούς χαρακτήρα.
13. Το Συμβούλιο εφιστά την προσοχή σε ορισμένους παράγοντες που δεν είναι όλοι, αυτοί καθαυτοί, αποφασιστικής σημασίας αλλά που, κατά τη γνώμη μου, κλονίζουν το επιχείρημα της προσφεύγουσας ότι το μεταλλικό ασβέστιο που παράγεται εντός της Κοινότητας και το μεταλλικό ασβέστιο που προέρχεται από την Κίνα και τη Σοβιετική 'Ενωση δεν μπορούν να θεωρηθούν ως ομοειδή προϊόντα. Πρώτον, καίτοι η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι το προερχόμενο από την Pechiney μεταλλικό ασβέστιο πληροί τις απαιτήσεις της μόνο εφόσον υποβάλλεται σε συμπληρωματική επεξεργασία, δεν αμφισβητεί ότι είναι σε θέση, απο τεχνικής απόψεως, να χρησιμοποιήσει αυτό το μεταλλικό ασβέστιο. Δεύτερον, ο σοβιετικός εξαγωγέας ναι μεν ισχυρίστηκε, κατά τη διάρκεια της έρευνας, ότι το δικό του προϊόν δεν είναι ομοειδές προς αυτό της Pechiney, πλην όμως η διαφορά έγκειται στο γεγονός ότι το δικό του προϊόν είναι κατωτέρας ποιότητας. Τρίτον, κανένας τελικός χρήστης μεταλλικού ασβεστίου δεν παρενέβη σε κανένα στάδιο της διαδικασίας για να αμφισβητήσει τις διαπιστώσεις της Επιτροπής. Τέταρτον, και αυτό είναι ίσως το αποφασιστικό σημείο, η προσφεύγουσα, ισχυριζόμενη ότι απευθύνθηκε στους κινέζους και σοβιετικούς προμηθευτές μόνο όταν προέκυψε ότι η Pechiney δεν ήταν διατεθειμένη να την εφοδιάσει και ότι η εταιρία αυτή υπήρξε, ως εκ τούτου, ένοχος καταχρηστικής εκμεταλλεύσεως δεσπόζουσας θέσεως κατά την έννοια του άρθρου 86 της Συνθήκης, ομολογεί σιωπηρώς ότι το προϊόν της Pechiney θα μπορούσε να είναι κατάλληλο για τους σκοπούς που το προόριζε εφόσον θα μπορούσε να το αποκτήσει. Αν η προβαλλομένη κατώτερη ποιότητα του προϊόντος καθιστούσε το προϊόν της Pechiney ακατάλληλο για τις χρήσεις που η προσφεύγουσα το προόριζε, δεν αντιλαμβάνομαι για ποιο λόγο η προσφεύγουσα κατέβαλε τόσες προσπάθειες για να το προμηθευτεί από την πηγή αυτή. Πράγματι, στην αίτηση που υπέβαλε στο Conseil de la concurrence, αίτηση που είναι συνημμένη στο δικόγραφο της προσφυγής στην υπό κρίση υπόθεση, η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι η Pechiney δεν αντιμετώπιζε καμία δυσχέρεια προκειμένου να την εφοδιάσει με μεταλλικό ασβέστιο, στην ποιότητα και ποσότητα που χρειαζόταν. Εξάλλου, κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση παραδέχτηκε ότι το παραγόμενο από την Pechiney ασβέστιο είναι κατάλληλο για ορισμένες χρήσεις.
14. Κατόπιν των ανωτέρω, φρονώ ότι η Επιτροπή και το Συμβούλιο ορθώς κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι το παραγόμενο εντός της Κοινότητας μεταλλικό ασβέστιο έχει χαρακτηριστικά που ομοιάζουν πολύ, κατά την έννοια του άρθρου 2, παράγραφος 12, με τα προϊόντα του μεταλλικού ασβεστίου που παράγεται στην Κίνα και τη Σοβιετική 'Ενωση, έστω και αν τα δύο αυτά προϊόντα δεν είναι πανομοιότυπα. Σε ορισμένες από τις υποθέσεις σχετικά με τους φωτοαντιγραφείς που χρησιμοποιούν συνηθισμένο χαρτί, υποθέσεις ως προς τις οποίες το Δικαστήριο αποφάνθηκε στις 10 Μαρτίου 1992 (C-171/87, C-174/87, C-175/87, C-176/87, C-177/87 και C-179/87), έγινε δεκτό ότι προϊόντα μπορούν να θεωρηθούν ομοειδή, για τους σκοπούς μιας διαδικασίας αντιντάμπινγκ, όταν ανταγωνίζονται το ένα το άλλο. Είναι σαφές ότι, για πολλές εφαρμογές (καίτοι ο ακριβής τους αριθμός αμφισβητείται), δεν είναι ανάγκη το ασβέστιο να έχει τον βαθμό καθαρότητας του παραγομένου στην Κίνα και τη Σοβιετική 'Ενωση ασβεστίου. Επομένως, όσον αφορά τις εφαρμογές αυτές, το παραγόμενο στις χώρες αυτές ασβέστιο πρέπει να θεωρηθεί ως ανταγωνιστικό του ασβεστίου που παράγεται από την Pechiney. Επομένως, ορθώς κατ' εμέ η Επιτροπή κατέληξε στο συμπέρασμα ότι τα δύο προϊόντα είναι ομοειδή. Κατά τη γνώμη μου, δεν ήταν αναγκαίος, πριν η Επιτροπή καταλήξει στο συμπέρασμα αυτό, ο ορισμός εμπειρογνώμονα προς εξέταση του σχετικού ζητήματος.
ii) Ο υπολογισμός της κανονικής αξίας
15. Η έννατη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 707/89 περιλαμβάνει το ακόλουθο χωρίο:
"Για να διαπιστώσει την ύπαρξη πρακτικής ντάμπινγκ σχετικά με τις εισαγωγές καταγωγής Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας και Σοβιετικής 'Ενωσης, η Επιτροπή έλαβε υπόψη της το γεγονός ότι οι χώρες αυτές δεν έχουν οικονομία αγοράς κατά την έννοια της παραγράφου 5 του άρθρου 2 του κανονισμού (ΕΟΚ) 2423/88 και στηρίχθηκε σε μια από τις μεθόδους υπολογισμού της κανονικής αξίας που προβλέπεται στο εν λόγω άρθρο."
16. Κατά συνέπεια, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 2, παράγραφος 5, στοιχείο α, του βασικού κανονισμού, η Επιτροπή εξέτασε την τιμή στην οποία το ομοειδές προϊόν πράγματι πωλούνταν στην κατανάλωση στην εσωτερική αγορά των Ηνωμένων Πολιτειών από μια εταιρία ονομαζόμενη Ouigley-Pfizer. Η προσφεύγουσα επικρίνει την Επιτροπή διότι επέλεξε για την εξέταση αυτή τις Ηνωμένες Πολιτείες ως τρίτη χώρα με οικονομία αγοράς, δοθέντος ότι η Pfizer είναι ο μόνος παραγωγός στις Ηνωμένες Πολιτείες, χώρα όπου δεν υφίσταται αρκετός εγχώριος ανταγωνισμός. Εξάλλου, ισχυρίζεται ότι οι περισσότερες από τις πωλήσεις της Pfizer συνάπτονται όχι στο πλαίσιο συνήθων εμπορικών συναλλαγών (βλ. άρθρο 2, παράγραφος 7, του βασικού κανονισμού), αλλά με συνδεόμενες προς αυτήν εταιρίες και ότι, επομένως, η Pfizer είναι σε θέση να πραγματοποιεί υπερβολικά κέρδη. Υποστηρίζει ότι η κανονική αξία έπρεπε να προσδιορισθεί σύμφωνα με το άρθρο 2, παράγραφος 5, στοιχείο β, του βασικού κανονισμού.
17. Το Συμβούλιο ισχυρίζεται ότι η Επιτροπή έλαβε υπόψη μόνο τις πωλήσεις της Pfizer προς ανεξάρτητους τελικούς χρήστες και ότι οι τιμές που είχε ορίσει η εταιρία αυτή κατά την περίοδο αναφοράς επέτρεπαν την επίτευξη εύλογου, αλλά όχι υπερβολικού, κέρδους: βλ. την όγδοη αιτιολογική σκέψη του προσβαλλομένου κανονισμού. Πράγματι, σύμφωνα με το Συμβούλιο, η Pfizer δήλωσε ότι δεν είχε πραγματοποιήσει, κατά τη διάρκεια της περιόδου αναφοράς, εσωτερικές πωλήσεις προς τις θυγατρικές της χημικές ή φαρμακευτικές εταιρίες. Επομένως, το Συμβούλιο υποστηρίζει ότι ορθώς επιβεβαίωσε τις διαπιστώσεις της Επιτροπής σχετικά με τον καθορισμό της κανονικής αξίας. Επιπλέον, το Συμβούλιο, στο υπόμνημά του αντικρούσεως, επαναλαμβάνει ότι, σύμφωνα με την 11η αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 707/89, η Επιτροπή βεβαιώθηκε ότι η Pfizer υφίστατο στην εσωτερική της αγορά, τον ανταγωνισμό των εισαγομένων προϊόντων.
18. 'Οπως το Δικαστήριο έχει διευκρινίσει με την απόφασή του της 22ας Οκτωβρίου 1991, στην υπόθεση C-16/90 Noelle κατά Hauptzollamt Bremen-Friehafen, καίτοι η επιλογή, για τον σκοπό αυτό, της τρίτης χώρας εμπίπτει στην εξουσία εκτιμήσεως που τα κοινοτικά όργανα διαθέτουν κατά την ανάλυση περιπλόκων οικονομικών καταστάσεων, η άσκηση της εξουσίας αυτής υπόκειται στην αρχή του δικαστικού ελέγχου. Το Δικαστήριο παρεμβαίνει εκεί όπου έχει καταδειχθεί ότι δεν τηρήθηκαν οι εφαρμοστέοι διαδικαστικοί κανόνες ή ότι τα όργανα υπέπεσαν σε πραγματική πλάνη ή διέπραξαν κατάχρηση εξουσίας. Εξάλλου, το Δικαστήριο υπεγράμμισε, στη σκέψη 13 της αποφάσεώς του στην υπόθεση Noelle, ότι ήταν ανάγκη να ελεγχθεί αν τα κοινοτικά όργανα έλαβαν υπόψη όλα τα ουσιώδη στοιχεία προκειμένου να βεβαιωθούν για την καταλληλότητα της επιλεγείσας χώρας καθώς και αν τα στοιχεία του φακέλου εξετάστηκαν με την απαιτούμενη επιμέλεια ώστε να μπορεί να θεωρηθεί ότι η κανονική αξία καθορίστηκε με τρόπο κατάλληλο και σύμφωνο με τους κανόνες της λογικής.
19. Παρ' όλα αυτά, οι σχετικοί ισχυρισμοί του Συμβουλίου, όπως περιλαμβάνονται στις αιτιολογικές σκέψεις του αμφισβητουμένου κανονισμού, δεν έχουν επικριθεί από την προσφεύγουσα. Πράγματι, η προσφεύγουσα παραδέχθηκε με το δικόγραφό της προσφυγής ότι κατά την κρίσιμη περίοδο εισήχθη στις Ηνωμένες Πολιτείες συγκεκριμένα από τον Καναδά σημαντική ποσότητα ασβεστίου. Κατά συνέπεια, θεωρώ ότι η προσφεύγουσα δεν απέδειξε ότι δεν τηρήθηκαν εν προκειμένω οι επιταγές που έχουν τεθεί στην υπόθεση Noelle.
iii) Η ζημία
20. Η προσφεύγουσα αμφισβητεί όσα η Επιτροπή εξέθεσε στις αιτιολογικές σκέψεις του κανονισμού 707/89 και το Συμβούλιο επιβεβαίωσε με τον αμφισβητούμενο κανονισμό του αναφορικά με το ζήτημα της ζημίας. Ειδικότερα, αμφισβητεί ότι κάθε ζημία που υφίσταται η παραγωγή της Κοινότητας πρέπει να καταλογίζεται στην φερόμενη πρακτική ντάμπινγκ, όπως απαιτεί το άρθρο 4, παράγραφος 1, του βασικού κανονισμού, σύμφωνα με το οποίο οι ζημίες που προκαλούνται από άλλους, εκτός από τα αποτελέσματα του ντάμπινγκ, παράγοντες "όπως είναι ο όγκος και οι τιμές εισαγωγών που δεν αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ ή επιδοτήσεων, ή μείωση της ζητήσεως, οι οποίες ζημίες, μόνες τους ή σε συνδυασμό μεταξύ τους, ασκούν ομοίως δυσμενή επίδραση επί του κοινοτικού κλάδου παραγωγής, δεν πρέπει να αποδίδονται στις εισαγωγές που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ ή επιδοτήσεων". Η προσφεύγουσα υπογραμμίζει ότι το άρθρο 4, παράγραφος 2, προβλέπει ότι:
"Η εξέταση της ζημίας πρέπει να περιλαμβάνει τους ακόλουθους παράγοντες, από τους οποίους ούτε ένας μόνος ούτε και περισσότεροι από αυτούς είναι απαραίτητο να αποτελούν αποφασιστική βάση κρίσεως:
α) ο όγκος των εισαγωγών που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ ή επιδοτήσεων, ιδίως για να προσδιοριστεί εάν έχουν αυξηθεί σημαντικά, είτε σε απόλυτη αξία είτε σε σχέση με την παραγωγή ή την κατανάλωση στην Κοινότητα
β) οι τιμές των εισαγωγών που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ ή επιδοτήσεων, ιδίως για να προσδιοριστεί αν υπάρχει προσφορά σημαντική κατώτερης τιμής σε σχέση με την τιμή ενός ομοειδούς προϊόντος μέσα στην Κοινότητα
γ) η δημιουργούμενη επίπτωση επί του εξεταζομένου κλάδου παραγωγής, όπως προκύπτει από τις πραγματικές ή δυνάμει τάσεις των οικονομικών παραγόντων των σχετικών μ' αυτήν (...)"
21. Οι διαπιστώσεις της Επιτροπής αναφορικά με τη ζημία εκτίθενται στις αιτιολογικές σκέψεις 16 έως 22 του κανονισμού 707/89. Κατά την Επιτροπή, οι εισαγωγές μεταλλικού ασβεστίου από την Κίνα από 130 τόνους που ήταν το 1985, μειώθηκαν στους 119 τόνους το 1987, αφού είχαν φθάσει τους 150 συνολικώς τόνους το 1986. Οι εισαγωγές από τη Σοβιετική 'Ενωση αυξήθηκαν, από 60 τόνους που ήταν το 1985 στους 428 τόνους το 1986, για να πέσουν και πάλι στους 145 τόνους το 1987. Η Επιτροπή υπογραμμίζει ότι το άλμα των σοβιετικών εισαγωγών κατά το 1986 είχε ως συνέπεια τη σώρευση πλεοναζόντων αποθεμάτων.
22. Η Επιτροπή διευκρινίζει ότι η τάση αυτή πρέπει να ληφθεί υπόψη υπό το πρίσμα της σταθερής μειώσεως της καταναλώσεως που έχει διαπιστωθεί στην Κοινότητα ύστερα από το 1985. Κατά την προσφεύγουσα, η μείωση αυτή καταναλώσεως οφείλεται, τουλάχιστον εν μέρει, στην τεχνική πρόοδο που έχει ως συνέπεια να χρειάζονται κάθε φορά όλο και μικρότερες ποσότητες ασβεστίου για εργασίες για τις οποίες προηγουμένως απαιτούνταν πολύ μεγαλύτερες ποσότητες. Κατόπιν αυτής της μειώσεως καταναλώσεως, το μερίδιο αγοράς που αναλογούσε στις κινεζικές εισαγωγές αυξήθηκε φθάνοντας από 12 % το 1985 στο 20 % το 1987, ενώ το μερίδιο αγοράς των σοβιετικών εισαγωγών αυξήθηκε φθάνοντας από 6 % το 1985 στο 25 % το 1987.
23. Καθώς φαίνεται η Pechiney προέβη σε σημαντικότατες επενδύσεις κατά το 1985 και 1986 κατόπιν αποφάσεων που ελήφθησαν ύστερα από την επέκταση της αγοράς. Η αύξηση του μεριδίου αγοράς των εισαγωγών είχε δραματικές συνέπειες στη χρησιμοποίηση των παραγωγικών δυνατοτήτων της Pechiney, οι οποίες από 81 % το 1985 έπεσαν στο 52 % το 1987. Μεταξύ των ετών αυτών, η Pechiney αναγκάστηκε να μειώσει κατά το ήμισυ το εργατικό της δυναμικό, το δε 1987, υπέστη σημαντική οικονομική ζημία. Η Επιτροπή, καταλήγοντας στο συμπέρασμα ότι η ζημία που είχε υποστεί η Pechiney οφειλόταν στις εισαγωγές από την Κίνα και τη Σοβιετική 'Ενωση, διαπίστωσε ότι η κάμψη στην κοινοτική κατανάλωση συμβάδιζε σχεδόν απολύτως με την πτώση των εισαγωγών από τρίτες χώρες εκτός της Κίνας και της Σοβιετικής Ενώσεως. Κατόπιν τούτου, η Επιτροπή θεώρησε ότι η ζημία δεν μπορούσε να καταλογιστεί στις εισαγωγές από τέτοιες τρίτες χώρες.
24. Η προσφεύγουσα αμφισβητεί την επιχειρηματολογία που η Επιτροπή και το Συμβούλιο αντλούν από τα αριθμητικά στοιχεία σχετικά με την παραγωγή της Pechiney κατά το 1985 για τον λόγο ότι επρόκειτο τότε για μία κατ' εξαίρεσιν χρονιά. Ισχυρίζεται ότι, βάσει της παραγωγής των προηγουμένων ετών, μπορούσε να προβλεφθεί ότι η παραγωγή της Pechiney θα αυξανόταν κατά περίπου 10 % ετησίως. Υπό τις συνθήκες αυτές, η Pechiney φέρεται ότι παρήγαγε περίπου 660 τόνους το 1985, ενώ, στην πραγματικότητα, η παραγωγή της έφθασε τους 927 τόνους. Η προσφεύγουσα καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η Pechiney υπερεκτίμησε τη δυνητική εντός της Κοινότητας ζήτηση μεταλλικού ασβεστίου. Περαιτέρω υποστηρίζει ότι, εφόσον δεν ληφθούν υπόψη τα κατ' εξαίρεσιν αρνητικά στοιχεία για το 1985, η μείωση της παραγωγής της Pechiney προκύπτει ότι είναι σαφώς μικρότερη και οδηγεί στη σκέψη ότι η εταιρία αυτή εθίγη ελάχιστα από τη μείωση της καταναλώσεως.
Η προσφεύγουσα προσθέτει ότι η απόφαση της Pechiney να προβεί σε σημαντικές επενδύσεις το 1985 και το 1986 ήταν, ενόψει της μειώσεως αυτής, ασύνετη.
25. Η Επιτροπή και το Συμβούλιο θεωρούν ότι το επιχείρημα αυτό δεν ευσταθεί. Το Συμβούλιο ισχυρίζεται ότι η απόφαση για νέες επενδύσεις ελήφθη από την Pechiney το 1984 όταν η χρησιμοποίηση των παραγωγικών της δυνατοτήτων είχε φθάσει το 92 % και η αγορά βρισκόταν σε περίοδο επεκτάσεως. Ο ισχυρισμός αυτός δεν αντικρούστηκε από την προσφεύγουσα και, καθώς φαίνεται, αποτελεί απάντηση στο επιχείρημά της ότι δεν έπρεπε να ληφθεί υπόψη το έτος 1985. Η γνώμη μου είναι ότι δεν μπορεί να απαιτείται από την Επιτροπή και το Συμβούλιο να εξετάζουν την ορθότητα των επιχειρηματικών αποφάσεων που λαμβάνονται από τις εμπλεκόμενες σε διαδικασίες ντάμπινγκ επιχειρήσεις εκτός αν υφίσταται η αδιάσειστη απόδειξη ότι μια συγκεκριμένη απόφαση υπήρξε εντελώς παράλογη. Νομίζω ότι η Επιτροπή και το Συμβούλιο ορθώς θεώρησαν ότι η Pechiney δεν έπρεπε να επικριθεί διότι δεν προέβλεψε τη συρρίκνωση της ζητήσεως και ότι η ζημιά που υπέστη η Pechiney λόγω της αυξήσεως των εισαγωγών από την Κίνα και τη Σοβιετική 'Ενωση δεν μπορεί να αποδοθεί σε καμία εκ μέρους της διευθύνσεως της Pechiney πλάνη εκτιμήσεως.
26. Περαιτέρω η προσφεύγουσα διατείνεται ότι η ίδια υπήρξε υπεύθυνη για μεγάλο μέρος των εισαγωγών μεταλλικού ασβεστίου από την Κίνα και τη Σοβιετική 'Ενωση κατά την εξεταζομένη περίοδο και ότι δεν προσέφυγε σ' αυτές τις πηγές εφοδιασμού παρά μόνο λόγω της παράνομης αρνήσεως της Pechiney να την εφοδιάσει, επιχείρημα στο οποίο έχω ήδη αναφερθεί (βλ. ανωτέρω παράγραφο 5). Κατά την προσφεύγουσα, αν η Pechiney ήταν πρόθυμη να ικανοποιήσει τις ανάγκες της, οι εισαγωγές από την Κίνα και τη Σοβιετική 'Ενωση θα ήταν σαφώς μικρότερες και η εκ μέρους της Pechiney χρησιμοποίηση των παραγωγικών της δυνατοτήτων θα ήταν αισθητώς μεγαλύτερη. Με δύο λόγια, η προσφεύγουσα ισχυρίζεται ότι οποιαδήποτε ζημιά και αν υπέστη η Pechiney, τούτο οφείλεται στην ίδια την εν λόγω εταιρία και, επομένως, δεν είναι δυνατό να ληφθεί υπόψη.
27. Δεν νομίζω ότι η απάντηση της Επιτροπής στον ισχυρισμό αυτό, απάντηση που επιβεβαιώθηκε και από το Συμβούλιο, είναι απολύτως πειστική. Η 15η αιτιολογική σκέψη του αμφισβητουμένου κανονισμού έχει ως εξής:
"Το τρίτο επιχείρημα αφορά ένα αίτημα κατά το οποίο ο κοινοτικός παραγωγός υπέστη ζημία που προκλήθηκε με ιδία ευθύνη, επειδή αρνήθηκε να προσφέρει ασβέστιο στον εισαγωγέα, ο οποίος προσέφυγε στο Δικαστήριο σε ένα κράτος μέλος κατά του κοινοτικού παραγωγού ισχυριζόμενος ότι έγινε κατάχρηση της δεσπόζουσας θέσης.
Η Επιτροπή παρατηρεί ότι ο κοινοτικός παραγωγός αρνήθηκε τους ισχυρισμούς αυτούς και ότι το Δικαστήριο δεν έχει λάβει ακόμη οριστική απόφαση στο εν λόγω κράτος μέλος.
Η Επιτροπή υποστηρίζει την άποψη κατά την οποία ο σκοπός της διαδικασίας αντιντάμπινγκ δεν είναι, και δεν μπορεί να είναι, να παραβλέπει ή να ενθαρρύνει περιοριστικές πρακτικές των επιχειρήσεων, και ότι η έναρξη παρόμοιας διαδικασίας δεν στερεί κατά συνέπεια μια επιχείρηση από το δικαίωμα να κινήσει διαδικασία σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 85 ή 86 της Συνθήκης, το αποτέλσμα της οποίας δεν θίγεται από μια έρευνα αντιντάμπινγκ. Επιπλέον, εάν και όταν αποκαλυφθεί παράβαση των άρθρων 85 και 86 και ληφθεί απόφαση σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 17, η Επιτροπή μπορεί να αναθεωρήσει την παρούσα διαδικασία αντιντάμπινγκ, σύμφωνα με το άρθρο 14, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΟΚ) 2423/88."
28. 'Οσον αφορά το πρώτο μέρος της απαντήσεως της Επιτροπής στο προαναφερθέν επιχείρημα, είναι σαφές ότι, για την επίλυση του ζητήματος, δεν αρκούσε η δήλωση απλώς ότι ο κοινοτικός εισαγωγέας είχε αμφισβητήσει όλους τους εν λόγω ισχυρισμούς. Επιπλέον, αν το ζήτημα ήταν ουσιώδες, η έλλειψη οριστικής αποφάσεως στο πλαίσιο της εθνικής διαδικασίας δεν απαλλάσσει την Επιτροπή από την υποχρέωσή της να προβεί στην εξέτασή της.
29. 'Οσον αφορά το δεύτερο σημείο που έθιξε η Επιτροπή, το εν λόγω κοινοτικό όργανο είχε προβάλει πανομοιότυπα επιχειρήματα και σε άλλες υποθέσεις ντάμπινγκ προκειμένου να δικαιολογήσει το γεγονός ότι δεν έλαβε υπόψη επιχειρήματα ερειδόμενα στους κανόνες της Συνθήκης που διέπουν τον ανταγωνισμό (1). Κατά συνέπεια, είναι προφανές ότι η παράγραφος αυτή δεν αποτελεί παρά μια στερεότυπη έκφραση. Τούτο υπήρξε όλως απρόσφορο εν προκειμένω, εφόσον η διαδικασία σχετικά με το άρθρο 86 της Συνθήκης κινήθηκε όχι βάσει του κανονισμού 17 (ΕΕ ειδ. έκδ., 08/001, σ. 25) αλλά, κατά τρόπο απολύτως νόμιμο, ενώπιον των αρμοδίων εθνικών αρχών. Εν πάση περίπτωσει, το να υφίσταται απλώς η δυνατότητα να μπορεί μια διαδικασία ντάμπινγκ να εξεταστεί σε περίπτωση μεταγενέστερης διαπιστώσεως παραβάσεως των κανόνων περί ανταγωνισμού δεν αποτελεί προφανώς, την κατάλληλη αντίδραση, διότι είναι δυνατόν ο διάδικος που επικαλείται τους κανόνες αυτούς να έχει, τότε, υποστεί ανεπανόρθωτη ζημία. Μια τέτοια προσέγγιση δεν παρέχει, κατά τη γνώμη μου, επαρκή προστασία από τη χρησιμοποίηση μιας διαδικασίας αντιντάμπινγκ αποσκοπούσας στην ανατροπή των σχετικών με τον ανταγωνισμό κανόνων της Συνθήκης.
30. Η δυσχέρεια να συμβιβαστεί η προσφυγή σε μέτρα αντιντάμπινγκ με θεωρήσεις περί πολιτικής ανταγωνισμού, ή περί πολιτικής "antitrust", έχει γενικώς αναγνωριστεί (2) και έχει προσφάτως εξεταστεί από τον γενικό εισαγγελέα Van Gerven στην προαναφερθείσα απόφαση Noelle: βλ., ειδικότερα, την παράγραφο 11 των προτάσεών του. 'Οπως έχει παρατηρήσει ένας σχολιαστής "η νομοθεσία περί antitrust (...) αποσκοπεί στην προστασία του ανταγωνισμού, πράγμα που, γενικώς, σημαίνει τη διατήρηση χαμηλών τιμών τα μέτρα αντιντάμπινγκ σκοπούν στην παρεμπόδιση του αθέμιτου ανταγωνισμού και, κατά συνέπεια, σε ορισμένες περιπτώσεις, στην ώθηση των τιμών προς τα άνω. Οποιαδήποτε νομοθεσία περί αντιντάμπινγκ, εφόσον δεν εφαρμόζεται προσεκτικώς, μπορεί να έχει την τάση να αποθαρρύνει τον ανταγωνισμό (...)" (βλ. προαναφερθέντα Temple Lang, σ. 7-2).
31. Το ειδικό καθεστώς που διέπει την πολιτική ανταγωνισμού σύμφωνα με τη Συνθήκη ΕΟΚ αντικατοπτρίζεται στο άρθρο 3, στοιχείο στ, κατά το οποίο η δράση της Κοινότητας περιλαμβάνει "την εγκαθίδρυση καθεστώτος που να εξασφαλίζει ανόθευτο ανταγωνισμό εντός της κοινής αγοράς". Η θεμελιώδης σημασία του σκοπού αυτού υπογραμμίστηκε από το Δικαστήριο στην υπόθεση 6/72 Europemballage και Continental Can κατά Επιτροπής (Εcr. 1973, σ. 215, βλ. τη σκέψη 24 της αποφάσεως).
32. Είναι αληθές ότι δυνάμει του άρθρου 3, στοιχείο β, η δράση της Κοινότητας περιλαμβάνει και "τη θέσπιση κοινού δασμολογίου και κοινής εμπορικής πολιτικής έναντι των τρίτων χωρών" και ότι στο πλαίσιο ακριβώς της πολιτικής αυτής λαμβάνονται μέτρα αντιντάμπινγκ: βλ. άρθρο 113 της Συνθήκης. Παρ' όλα αυτά, καίτοι η Συνθήκη θεωρεί την ανάγκη για προστασία από το ντάμπινγκ ως αναγκαίο κακό, η ανάγκη αυτή δεν πρέπει να ικανοποιείται χωρίς να λαμβάνεται υπόψη ο σκοπός που μνημονεύεται στο άρθρο 3, στοιχείο στ.
33. Δέχομαι ότι, καταρχήν, οι διαδικασίες έρευνας σχετικά με καταγγελίες για ντάμπινγκ και σχετικά με φερόμενες παραβάσεις των κανόνων περί ανταγωνισμού είναι διαφορετικές, όπως το Συμβούλιο υπογραμμίζει στις αιτιολογικές σκέψεις του αμφισβητουμένου κανονισμού. Εντούτοις, είναι δυνατόν να υπάρξουν περιπτώσεις όπου η παράλειψη της υποχρεώσεως να ληφθούν υπόψη θεωρήσεις πολιτικής ανταγωνισμού μπορεί να οδηγήσει στη λήψη μέτρων αντιντάμπινγκ τα οποία να έχουν αποτελέσματα ασυμβίβαστα με την πολιτική αυτή. Επομένως, είναι κατά τη γνώμη μου ουσιώδες να λαμβάνονται ιδεόντως υπόψη θεωρήσεις περί πολιτικής ανταγωνισμού όταν σχεδιάζεται η θέσπιση δασμών αντιντάμπινγκ. Μπορεί επίσης να είναι μερικές φορές αναγκαίο σε υποθέσεις ανταγωνισμού να λαμβάνονται υπόψη θεωρήσεις περί εμπορικής πολιτικής πλην όμως στην παρούσα διαδικασία δεν συντρέχει λόγος να ληφθεί απόφαση επί του σημείου αυτού.
34. Γενικώς, πρέπει τα κοινοτικά όργανα να λαμβάνουν υπόψη τους ασκούντες επιρροή παράγοντες της πολιτικής ανταγωνισμού όταν εξετάζουν αν "το συμφέρον της Κοινότητας" καθιστά αναγκαία κάποια παρέμβαση (βλ. άρθρο 11, παράγραφος 1, του βασικού κανονισμού, όσον αφορά τους προσωρινούς δασμούς, και το άρθρο 12, παράγραφος 1, του ίδιου κανονισμού, όσον αφορά τους οριστικούς δασμούς). Αυτό είναι ένα θέμα στο οποίο πρόκειται να επανέλθω. Εντούτοις, ζητήματα ανταγωνισμού είναι δυνατόν, επίσης, να τίθενται σε άλλες αλληλουχίες, ιδίως όσον αφορά το θέμα της ζημίας, όπως καταφαίνεται και από την υπό κρίση υπόθεση. Πράγματι, πρέπει να σημειωθεί ότι σ' έναν από τους κανονισμούς που προηγήθηκαν του βασικού κανονισμού ο μεταξύ των παραγωγών της Κοινότητας ανταγωνισμός ρητώς μνημονεύθηκε ως ένας από τους παράγοντες που πρέπει να εξετάζονται προκειμένου να διαπιστωθεί αν οι εισαγωγές υπό καθεστώς ντάμπινγκ προξενούν ζημία: βλ. το άρθρο 4, παράγραφος 3, του κανονισμού (ΕΟΚ) 459/68 ((OJ. English Special Edition 1968 (1) σ. 80)).
35. 'Οσον αφορά την υπό κρίση υπόθεση, η προσφεύγουσα υποστήριξε ότι η αιτία για τη ζημία που η Pechiney ισχυρίζεται ότι έχει υποστεί, είναι η ίδια η Pechiney εφόσον η ζημία προκύπτει από την εκ μέρους της εταιρίας αυτής παράβαση του άρθρου 86. Είναι σαφές ότι το ζήτημα αυτό δεν ετέθη επιπολαίως ή καταχρηστικώς: απετέλεσε το αντικείμενο καταγγελίας που υποβλήθηκε από την προσφεύγουσα στις αρμόδιες επί του ανταγωνισμού γαλλικές αρχές και, κατά τη διάρκεια της έρευνας, προσκομίστηκαν στην Επιτροπή γραπτές αποδείξεις προκειμένου να καταδειχτεί ότι η Pechiney είχε την πρόθεση να βλάψει τις δραστηριότητες της προσφεύγουσας. Αν η προσφεύγουσα έχει δίκιο, τότε οι προϋποθέσεις για την επιβολή δασμού δεν συνέτρεχαν.
36. Το Συμβούλιο δεν ασχολείται, ούτε στις αιτιολογικές σκέψεις του αμφισβητουμένου κανονισμού ούτε στις παρατηρήσεις του, με την ουσία του προαναφερθέντος επιχειρήματος. Ούτε όμως η Επιτροπή, η οποία έχει παρέμβη υπέρ του Συμβουλίου, προσπαθεί να επεκταθεί στο θέμα του επιπόλαιου τρόπου με τον οποίο η φερόμενη παράβαση του άρθρου 86 θίγεται στις αιτιολογικές σκέψεις του αμφισβητουμένου κανονισμού. Στις παρατηρήσεις της, η Επιτροπή ισχυρίζεται, για πρώτη φορά, ότι ναι μεν εξέτασε την αιτίαση της προσφεύγουσας, πλην όμως κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η Pechiney δεν κατείχε δεσπόζουσα θέση λόγω του ανοικτού χαρακτήρα της κοινοτικής αγοράς μεταλλικού ασβεστίου. Προσθέτει ότι η διαφορά μεταξύ της προσφεύγουσας και της Pechiney φαίνεται να αφορά μάλλον την ποιότητα του προϊόντος παρά το ζήτημα αν η Pechiney ήταν ή όχι πρόθυμη να την εφοδιάσει. Κατά την άποψη της Επιτροπής, διαφορές τέτοιας φύσεως εμπίπτουν μάλλον στο πεδίο του δικαίου περί ενοχών εκ συμβάσεως και όχι σ' αυτό του δικαίου περί ανταγωνισμού.
37. Δεν νομίζω ότι τα προβαλλόμενα από την Επιτροπή επιχειρήματα αρκούν για την επίλυση του προβλήματος. Η Επιτροπή φαίνεται να παραδέχεται ότι ούτε η ίδια ούτε το Συμβούλιο ήταν σε θέση να αποφανθούν επί του ζητήματος αν η ζημία που υπέστη η Pechiney προκλήθηκε από την ίδια την Pechiney, χωρίς να έχουν σχηματίσει γνώμη ως προς την ουσία του επιχειρήματος της προσφεύγουσας ότι είχε γίνει παράβαση του άρθρου 86 της Συνθήκης. Ωστόσο, στις αιτιολογικές σκέψεις του αμφισβητουμένου κανονισμού δεν μνημονεύεται κανένα στοιχείο που να οδηγεί στη σκέψη ότι η ουσία του επιχειρήματος αυτού εξετάστηκε σοβαρώς από την Επιτροπή ή το Συμβούλιο πριν από τη λήψη της αποφάσεως περί επιβολής δασμού. Γεγονός όμως είναι ότι η παράλειψη του Συμβουλίου να εξετάσει την ουσία του ζητήματος στις αιτιολογικές σκέψεις του αμφισβητουμένου κανονισμού πρέπει να θεωρηθεί ως ασυμβίβαστη με τις επιταγές του άρθρου 190 της Συνθήκης, το οποίο προβλέπει ότι οι κανονισμοί πρέπει να είναι αιτιολογημένοι.
38. Ο νόμιμος χαρακτήρας της φερομένης αρνήσεως της Pechiney να εφοδιάσει την προσφεύγουσα δεν είναι το μόνο πρόβλημα σχετικά με τον ανταγωνισμό που η Επιτροπή και το Συμβούλιο παρέλειψαν να επιλύσουν. Η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι, μέχρι το 1986, οι τιμές της Pechiney ήταν χαμηλότερες των τιμών των κινέζων και σοβιετικών παραγωγών πράγμα που είχε ως αποτέλεσμα το ότι οι τελευταίοι υποχρεώθηκαν να μειώσουν τις τιμές τους προκειμένου να εισδύσουν στην κοινοτική αγορά. Το Συμβούλιο απαντά αναφέροντας ότι η Επιτροπή διαπίστωσε την προσφορά χαμηλοτέρων τιμών από τους κινέζους και σοβιετικούς παραγωγούς κατά την περίοδο αναφοράς, δηλαδή κατά το ημερολογιακό έτος 1987. Και συνεχίζει ως εξής (βλ. τη δέκατη όγδοη αιτιολογική σκέψη του αμφισβητουμένου κανονισμού):
"Είναι δύσκολο αν όχι απίθανο να διευκρινιστεί το επιχείρημα για το ποιος άρχισε να πωλεί σε τιμές χαμηλότερες πριν από το 1985, και σε κάθε περίπτωση το εάν οι εν λόγω εξαγωγείς, καταρχήν, είχαν την πρόθεση απλά και μόνο να ευθυγραμμίσουν τις τιμές τους με τις τιμές του κοινοτικού παραγωγού, δεν θεωρείται σημαντικό για το θέμα της πώλησης σε τιμές χαμηλότερες κατά την περίοδο κατά την οποία εξετάστηκε η ζημία. Με τον νέο υπολογισμό των πωλήσεων σε τιμές χαμηλότερες επιβεβαιώθηκε η απόδειξη ότι οι κινεζικές και σοβιετικές εξαγωγές γίνονταν σε τιμές χαμηλότερες από τις τιμές του κοινοτικού παραγωγού."
39. Παραδέχομαι ότι είναι δυσχερές να καθοριστεί ποιος άρχισε τις προσφορές χαμηλοτέρων τιμών. Εντούτοις, εφόσον έχω ήδη καταλήξει στο συμπέρασμα ότι οι διαπιστώσεις της Επιτροπής και του Συμβουλίου αναφορικά με τη ζημία υπήρξαν αστήρικτες, θεωρώ περιττή την περαιτέρω εξέταση του ζητήματος αυτού.
iv) Το συμφέρον της Κοινότητας
40. 'Εχω ήδη αναφέρει ότι σύμφωνα με το άρθρο 12, παράγραφος 1, του βασικού κανονισμού, οριστικός δασμός αντιντάμπινγκ επιβάλλεται μόνο "όταν από την οριστική διαπίστωση των γεγονότων προκύπτει ότι υπάρχει ντάμπινγκ (...) καθώς και ζημία απορρέουσα απ' αυτά και ότι το συμφέρον της Κοινότητας επιβάλλει κοινοτική ενέργεια (...)". Η προσφεύγουσα υπστηρίζει ότι το συμφέρον της Κοινότητας στην υπό κρίση υπόθεση, όχι μόνο απαγορεύει οποιαδήποτε παρέμβαση, αλλά και όντως επιβάλλει να της επιτραπεί να συνεχίσει τις δραστηριότητές της, οι οποίες, κατ' αυτήν, συντελούν σημαντικότατα στην ανάπτυξη μιας ανταγωνιστικής ευρωπαϊκής βιομηχανίας. Κατά την προσφεύγουσα, ουδείς στρατηγικής φύσεως λόγος υφίσταται για τη διατήρηση της παραγωγής μεταλλικού ασβεστίου στην Κοινότητα. Ισχυρίζεται επίσης ότι η επιβολή δασμού αντιντάμπινγκ συνεπάγεται αισθητή αύξηση κόστους και απειλεί τη βιωσιμότητά της. Υποστηρίζει ότι κάτι τέτοιο θα έθετε τέρμα στη σημαντική της συμβολή στην ανάπτυξη νέου τύπου μαγνητών.
41. Τα ανωτέρω επιχείρηματα απορρίπτονται από το Συμβούλιο και την Επιτροπή, που φρονούν ότι "η απουσία κάθε προστασίας έναντι των επιζήμιων επιπτώσεων των κινεζικών και σοβιετικών εισαγωγών που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ, θέτει σε κίνδυνο την επιβίωση του μοναδικού κοινοτικού παραγωγού με αποτέλεσμα η Κοινότητα να εξαρτάται καθ' ολοκληρίαν από εξωτερικές πηγές για το μεταλλικό ασβέστιο που χρησιμοποιείται στη μεταλλουργία" (εικοστή αιτιολογική σκέψη του αμφισβητουμένου κανονισμού). Επιπλέον, η Επιτροπή και το Συμβούλιο διατείνονται ότι, κατά τον υπολογισμό του αποτελέσματος του δασμού στις δραστηριότητες της προσφεύγουσας, ελήφθησαν υπόψη όχι μόνο ο ίδιος ο δασμός αλλά και οι λοιπές αυξήσεις του κόστους παραγωγής καθώς και οι διακυμάνσεις των τιμών συναλλάγματος κατά το 1988 και 1989. Η εξέταση της Επιτροπής στηρίχτηκε κατ' ανάγκην, στα γεγονότα που είχαν διαπιστωθεί κατά την περίοδο έρευνας και κατέδειξε ότι τα σχεδιασθέντα μέτρα θα είχαν περιορισμένο αποτέλεσμα στο συνολικό κόστος της προσφεύγουσας και αμελητέες συνέπειες στους τελικούς χρήστες μεταλλικού ασβεστίου εντός της Κοινότητας. Κατά τη διάρκεια της παρούσας διαδικασίας προβλήθηκε επίσης ο ισχυρισμός ότι το μεγαλύτερο μέρος του μεταλλικού ασβεστίου που προμηθεύεται η προσφεύγουσα από εκτός της Κοινότητας πηγές εισάγεται υπό καθεστώς ενεργητικής τελειοποιήσεως και επανεξάγεται αφού προηγουμένως επεξεργαστεί. Κατά συνέπεια, το μεταλλικό αυτό ασβέστιο δεν τίθεται σε ελεύθερη κυκλοφορία εντός της Κοινότητας και δεν καταβάλλεται γι' αυτό κανένας δασμός. Το Συμβούλιο επισημαίνει ότι κανένας τελικός χρήστης από την Κοινότητα δεν ζήτησε να ακουστεί ούτε υπέβαλε οποιαδήποτε γραπτή παρατήρηση μετά την επιβολή του προσωρινού δασμού (εικοστή τέταρτη αιτιολογική σκέψη του αμφισβητούμενου κανονισμού).
42. Το Δικαστήριο έχει προσφάτως επαναβεβαιώσει, στο πλαίσιο ορισμένων υποθέσεων σχετικών με φωτοαντιγραφείς που χρησιμοποιούν συνηθισμένο χαρτί, ότι το ζήτημα αν το συμφέρον της Κοινότητας καθιστά αναγκαία μια κοινοτική ενέργεια προϋποθέτει την εκτίμηση περίπλοκων οικονομικών καταστάσεων και ότι ο δικαστικός έλεγχος αυτής της εκτιμήσεως πρέπει να περιορίζεται στον έλεγχο ότι τηρήθηκαν οι κανόνες διαδικασίας, ότι συνέβησαν πράγματι τα περιστατικά επί των οποίων στηρίχθηκε η επίμαχη επιλογή και ότι δεν χώρησε ούτε πρόδηλη πλάνη κατά την εκτίμηση των περιστατικών αυτών ούτε ενέργεια κατά κατάχρηση εξουσίας: βλ. αιτιολογική σκέψη 68 της αποφάσεως της 10ης Μαρτίου 1992 στην υπόθεση C-174/87. 'Οσον αφορά την υπό κρίση υπόθεση, δεν νομίζω ότι η προσφεύγουσα προσκόμισε επαρκείς αποδείξεις σχετικά με την αμφισβήτησή της όσον αφορά το συμπέρασμα της Επιτροπής και του Συμβουλίου κατά το οποίο η ανάγκη εξαρτήσεως της Κοινότητας από εξωτερικές πηγές εφοδιασμού της σε μεταλλικό ασβέστιο είναι σημαντικότερη από το συμφέρον των χρηστών για διαρκή πρόσβαση στις πηγές εφοδιασμού σε μεταλλικό ασβέστιο στις χαμηλότερες δυνατές τιμές.
43. Παρ' όλα αυτά, το ανωτέρω συμπέρασμα δεν ήταν, κατά τη γνώμη μου, αρκετό για να διαπιστωθεί ότι το συμφέρον της Κοινότητας απαιτούσε ορισμένη ενέργεια, διότι έπρεπε επίσης να ληφθεί υπόψη το ζήτημα αν η επιβολή δασμού συμβιβαζόταν με την κοινοτική πολιτική επί του ανταγωνισμού. Το γεγονός ότι τα κοινοτικά όργανα οφείλουν, στις υποθέσεις ντάμπινγκ, να λαμβάνουν υπόψη κατάλληλα στοιχεία σχετικά με την πολιτική ανταγωνισμού όταν εξετάζουν αν το συμφέρον της Κοινότητας απαιτεί κάποια ενέργεια έχει αναγνωριστεί από τον γενικό εισαγγελέα Van Gerven στις προτάσεις του στην προαναφερθείσα υπόθεση Noelle και από την ίδια την Επιτροπή στον "οδηγό κοινοτικής νομοθεσίας κατά των πρακτικών ντάμπινγκ και των ενισχύσεων" (που περιλαμβάνεται στο έργο των Bael και Bellis, Anti-Dumping and other Trade Protection Laws of the EEC (δεύτερη έκδοση, 1990, σ. 594 έως 600), του οποίου η παράγραφος 12 έχει ως εξής: "Η έκφραση 'συμφέρον της Κοινότητας' μπορεί να καλύπτει μια ευρεία κλίμακα παραγόντων. Εντούτοις, ο σημαντικότερος παράγων είναι το συμφέρον των καταναλωτών και των μεταποιητών του εισαγομένου προϊόντος και η ανάγκη συντηρήσεως του ανταγωνισμού εντός της κοινής αγοράς."
44. Το ζήτημα όσον αφορά το αποτέλεσμα που έχει η επιβολή δασμού στον ανταγωνισμό εντός της κοινής αγοράς θα έπρεπε να έχει εξεταστεί σε συνάφεια με το συμφέρον της Κοινότητας, διότι έστω και αν η Pechiney δεν κατείχε δεσπόζουσα θέση πριν από την επιβολή του δασμού, ο αμφισβητούμενος κανονισμός θα μπορούσε να έχει ως αποτέλεσμα να καταλάβει αυτή τέτοια θέση. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι, σύμφωνα με το άρθρο 2, παράγραφος 3, του κανονισμού 4064/89, για τον έλεγχο των συγκεντρώσεων μεταξύ επιχειρήσεων (ΕΕ 1989, L 395, σ. 1), συγκεντρώσεις που δημιουργούν δεσπόζουσα θέση με αποτέλεσμα να παρακωλύεται ο ουσιαστικός ανταγωνισμός πρέπει να κηρύσσονται ασυμβίβαστες με την κοινή αγορά. Η γνώμη μου είναι ότι τα κοινοτικά όργανα έχουν επίσης το καθήκον να εξετάζουν κατά πόσον θα έπρεπε να επιβληθούν δασμοί αντιντάμπινγκ εκεί όπου αυτοί θα είχαν το ανωτέρω αποτέλεσμα.
45. Ενώ σε σχέση με το θέμα της ζημίας έπρεπε, όπως έχω διευκρινίσει, να εξετασθούν τα σχετικά με τον ανταγωνισμό ζητήματα προκειμένου να διαπιστωθεί αν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις για την επιβολή δασμού, σε σχέση με το συμφέρον της Κοινότητας το ζήτημα επί του οποίου έπρεπε να ληφθεί απόφαση ήταν, κατ' ουσίαν, ζήτημα τρόπου ενεργείας. Νομίζω ότι, σε περιπτώσεις ντάμπινγκ, τα κοινοτικά όργανα έχουν καθήκον να σταθμίζουν την ανάγκη προστασίας της κοινοτικής βιομηχανίας από οποιαδήποτε ζημία με την ανάγκη να διασφαλίζεται ότι δεν στρεβλώνεται ο ανταγωνισμός εντός της κοινής αγοράς. Επιπλέον, προκειμένου να τηρούνται οι επιταγές του άρθρου 190 της Συνθήκης, τα κοινοτικά όργανα οφείλουν να διευκρινίζουν, στους κανονισμούς με τους οποίους επιβάλλονται δασμοί αντιντάμπινγκ, τον τρόπο κατά τον οποίο αποφασίζουν σχετικά με τη σημασία που θα πρέπει να δίδεται στους διάφορους σχετικούς παράγοντες.
46. Παραδέχομαι ότι δεν μπορεί να αναμένεται από τα κοινοτικά όργανα να εξετάζουν, στο πλαίσιο υποθέσεων ντάμπινγκ, ζητήματα κοινοτικής πολιτικής σχετικά με τον ανταγωνισμό κατά τρόπο τόσο εμπεριστατωμένο όπως θα συνέβαινε στο πλαίσιο διαδικασιών βάσει του κανονισμού 17. Σύμφωνα με το άρθρο 7, παράγραφος 9, στοιχείο α, του βασικού κανονισμού, η αντιντάμπινγκ έρευνα περατώνεται κανονικώς εντός προθεσμίας ενός έτους μετά την έναρξη της διαδικασίας. Τούτο θα ήταν σε πολλές περιπτώσεις αδύνατο αν τα κοινοτικά όργανα ήταν υποχρεωμένα να προβαίνουν σε ενδελεχείς έρευνες όσον αφορά κάθε σχετικό με ανταγωνισμό ζήτημα που θα μπορούσε να ανακύψει κατά τη διάρκεια της έρευνας. Ωστόσο, εξ αυτού δεν έπεται ότι η Επιτροπή μπορεί, στο πλαίσιο υποθέσεων ντάμπινγκ, να λαμβάνει καθόλου υπόψη θεωρήσεις σχετικές με την πολιτική ανταγωνισμού.
47. Πρέπει ίσως να σημειωθεί ότι η Επιτροπή είναι σε θέση να εξετάζει, στο πλαίσιο ερευνών για ντάμπινγκ, τις διάφορες πτυχές του ανταγωνισμού αποτελεσματικότερα απ' ό,τι οι αρχές ορισμένων κρατών, όπου υπεύθυνοι για την εφαρμογή της νομοθεσίας περί ανταγωνισμού και τη διενέργεια ερευνών, κατόπιν καταγγελιών σχετικών με ντάμπινγκ είναι οι διάφοροι οργανισμοί. Είναι αληθές ότι το άρθρο 8, παράγραφος 1, του βασικού κανονισμού και το άρθρο 20, παράγραφος 1, του κανονισμού 17 ναι μεν περιορίζουν την έκταση κατά την οποία επιτρέπεται στην Επιτροπή να κάνει χρήση ορισμένων στοιχείων που έχει συλλέξει στο πλαίσιο άλλων στόχων διαφορετικών από αυτόν για τον οποίον της εδόθησαν, πλην όμως οι διατάξεις αυτές δεν εμποδίζουν τους υπαλλήλους των αρμοδίων γενικών διευθύνσεων να συνεννοούνται μεταξύ τους, εφόσον παρίσταται ανάγκη, πριν ενεργήσουν.
48. Κατά συνέπεια, θεωρώ ότι τα κοινοτικά όργανα οφείλουν, εφόσον το επιβάλλουν οι περιστάσεις, να λαμβάνουν δεόντως υπόψη τις επιπλοκές που δημιουργεί στην κοινοτική πολιτική ανταγωνισμού η επιβολή δασμών αντιντάμπινγκ. Εφόσον τούτο συμβαίνει, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι σπανίως το Δικαστήριο θα αναμιγνύεται στη στάθμιση που θα έχει γίνει από την Επιτροπή και το Συμβούλιο. Παρ' όλα αυτά, καίτοι η Επιτροπή ισχυρίστηκε, κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, ότι είχε πράγματι γίνει διαβούλευση μεταξύ των αρμοδίων γενικών διευθύνσεων πριν από την έκδοση του αμφισβητουμένου κανονισμού, δεν αποδείχθηκε ότι τα κοινοτικά όργανα έκαναν σοβαρές προσπάθειες ώστε να προβούν στην αναγκαία στάθμιση. Κατά συνέπεια, έχω τη γνώμη ότι το Δικαστήριο δεν έχει άλλη επιλογή παρά να παρέμβη.
49. Το συμπέρασμά μου όσον αφορά το σημείο αυτό δεν πρόκειται να επηρεαστεί έστω και αν η καταγγελία της προσφεύγουσας απορριφθεί από το Conseil de la concurrence. Το εν λόγω εθνικό όργανο δεν είναι σε θέση να εξετάσει το αποτέλεσμα της επιβολής ενός δασμού αντιντάμπινγκ στον ανταγωνισμό εντός της κοινής αγοράς Η κατάλληλη ισορροπία που πρέπει να επιτυγχάνεται μεταξύ της πολιτικής της Κοινότητας σχετικά με τον ανταγωνισμό και της εμπορικής της πολιτικής αποτελεί, όπως είναι προφανές, ζήτημα που δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται κατά τρόπο ικανοποιητικό παρά μόνο από τα κοινοτικά όργανα. Πράγματι, ακόμα και μια σύμφωνα με τον κανονισμό 17 απόφαση της Επιτροπής με την οποία θα διαπιστωνόταν ότι η συμπεριφορά της Pechiney συμβιβαζόταν με το άρθρο 86 δεν θα αρκούσε, κατά τη γνώμη μου, για την επίλυση του προβλήματος, διότι θα έπρεπε, επιπλέον, να ληφθεί υπόψη και το αποτέλεσμα που θα είχε η επιβολή δασμού στον ανταγωνισμό εντός της κοινής αγοράς.
Συμπέρασμα
50. Περατώνοντας τις προτάσεις μου, φρονώ ότι το Συμβούλιο δεν εξέτασε με τη δέουσα προσοχή την καταγγελία της προσφεύγουσας ότι η ζημία που προέβαλε η Pechiney προκλήθηκε από την ίδια την Pechiney. Φρονώ επίσης ότι το Συμβούλιο παρέβη την υποχρέωσή του να εξετάσει δεόντως το ζήτημα αν η επιβολή δασμού συμβιβαζόταν με την ανάγκη αποφυγής στρεβλώσεων στον ανταγωνισμό εντός της κοινής αγοράς. Κατά το μέτρο που τα θέματα αυτά δεν εθίγησαν, οι αιτιολογικές σκέψεις του αμφισβητουμένου κανονισμού δεν πληρούν οπωσδήποτε τις επιταγές του άρθρου 190 της Συνθήκης.
51. Επομένως η γνώμη μου είναι ότι:
- ο αμφισβητούμενος κανονισμός πρέπει να κηρυχθεί άκυρος και χωρίς έννομα αποτελέσματα
- το Συμβούλιο πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα, συμπεριλαμβανομένων και των εξόδων της αιτήσεως λήψεως προσωρινών μέτρων και της προτάσεως της ενστάσεως περί απαραδέκτου, με εξαίρεση τα έξοδα των παρεμβαινουσών οι οποίες πρέπει να φέρουν τα δικά τους δικαστικά έξοδα.
CNS/k
(*) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η αγγλική.
(1) Βλ., π.χ., τον κανονισμό (ΕΟΚ) 3687/87 του Συμβουλίου, για την επιβολή οριστικού δασμού αντιντάμπινγκ στις εισαγωγές υδραργύρου καταγωγής Σοβιετικής 'Ενωσης (ΕΕ 1987, L 346, σ. 27) τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1361/87 της Επιτροπής, για την επιβολή προσωρινού δασμού αντιντάμπινγκ στις εισαγωγές σιδηροπυριτίου-ασβεστίου/πυριτιούχου ασβεστίου καταγωγής Βραζιλίας (ΕΕ 1987, L 129, σ. 5). Βλ. τον κανονισμό (ΕΟΚ) 3365/87 του Συμβουλίου (ΕΕ 1987, L 322, σ. 1), σχετικά με το ίδιο προϊόν.
(2) 'Οσον αφορά ορισμένη συμβολή στο σχετικό πρόβλημα υπό το πρίσμα μιας ευρωπαϊκής προοπτικής βλ. Vandoren, "The interface between antidumping and competition law and policy in the European Community", 1986, 2 LIEI 1 Temple Lang, "Reconciling European Community antitrust and antidumping, transport and trade safeguard policies - practical problems" στο Hawk, Annual Proceedings of the Fordham Corporate Law Institute (1988), στο κεφάλαιο 7 Kulms, "Competition, trade policy and competition policy in the EEC: the example of antidumping" (1990) 27 CMLRev 285 Mendes, Antitrust in a World of Interrelated Economies (1991).
Top