Σημαντική ανακοίνωση νομικού περιεχομένου
Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Gulmann της 17ης Μαρτίου 1992. - ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΚΑΤΑ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΙΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ. - ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΗ ΤΩΝ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΩΝ ΕΓΤΠΕ - ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟ ΕΤΟΣ 1987. - ΥΠΟΘΕΣΗ C-385/89.
Συλλογή της Νομολογίας του Δικαστηρίου 1992 σελίδα I-03225
Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
++++
Κύριε Πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
1. Στην παρούσα υπόθεση η Ελληνική Δημοκρατία ζητεί τη μερική ακύρωση της αποφάσεως της Επιτροπής σχετικά με την εκκαθάριση των λογαριασμών των κρατών μελών που αφορούν τις δαπάνες που έχουν χρηματοδοτηθεί από το Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο Προσανατολισμού και Εγγυήσεων (1) (εφεξής: ΕΓΤΠΕ).
2. Δεδομένου ότι το Δικαστήριο αποφάνθηκε ήδη σε άλλες υποθέσεις επί ορισμένων από τους λόγους προσφυγής, οι οποίοι προβάλλονται επίσης στην παρούσα υπόθεση (2), η Ελληνική Δημοκρατία περιόρισε το αίτημά της στην ακύρωση της αποφάσεως της Επιτροπής, καθόσον η Επιτροπή προέβη με την απόφασή της στις ακόλουθες ταμιακές διορθώσεις:
- 213 801 319 δρχ για επιστροφές λόγω εξαγωγής 6 400 τόνων σιμιγδαλιού σκληρού σίτου,
- 258 108 000 δρχ για την εισφορά συνυπευθυνότητας στον τομέα των σιτηρών περιόδου εμπορίας 1986/87,
- 1 391 025 367 δρχ για τις δαπάνες αποθεματοποιήσεως καπνών.
3. Στην έκθεση ακροατηρίου εκτίθενται διεξοδικώς τα περιστατικά της υποθέσεως και οι διατυπωθείσες νομικές απόψεις. Στη συνέχεια θα αναφερθώ στους ισχυρισμούς των διαδίκων μόνο καθόσον αυτό απαιτείται για τη θεμελίωση της γνώμης μου επί του αιτήματος της Ελληνικής Δημοκρατίας.
Δαπάνες για επιστροφές λόγω εξαγωγής 6 400 τόνων σιμιγδαλιού σκληρού σίτου (3)
4. Κατά την εκκαθάριση των λογαριασμών του 1986 η Επιτροπή αρνήθηκε να επιβαρύνει το ΕΓΤΠΕ με τις χρηματικές δαπάνες τις οποίες είχε δηλώσει η Ελληνική Δημοκρατία σχετικά με επιστροφές λόγω εξαγωγής 40 000 τόνων σιμιγδαλιού. Για τεχνικούς λόγους, στους λογαριασμούς του 1986 έγινε διόρθωση μόνο για τους 33 600 τόνους. Διόρθωση για την υπόλοιπη ποσότητα των 6 400 τόνων διενεργήθηκε μόλις με τους λογαριασμούς του 1987. Η τελευταία αυτή διόρθωση αποτελεί το αντικείμενο της παρούσας υποθέσεως.
5. Η Επιτροπή αιτιολόγησε την άρνησή της λόγω του ότι η Ελληνική Κυβέρνηση είχε συνάψει, σε αντίθεση προς την κοινή οργάνωση αγοράς στον τομέα των σιτηρών, μία, όπως αποκαλείται, προγραμματική συμφωνία με την ΚΥΔΕΠ (κρατική υπηρεσία διαχειρίσεως εγχωρίων προϊόντων) σχετικά με την εξαγωγή 40 000 τόνων σιμιγδαλιού. Η Ελληνική Κυβέρνηση αναγνώρισε την ύπαρξη αυτής της προγραμματικής συμφωνίας, αλλά αμφισβήτησε ότι η συμφωνία είχε ποτέ
εκτελεστεί, εννοώντας ότι βάσει της συμφωνίας θα έπρεπε να είχαν διενεργηθεί εξαγωγές.
6. Στην απόφαση της 19ης Μαρτίου 1991 επί της υποθέσεως C-32/89 (4) το Δικαστήριο αποφάνθηκε ως προς το ζήτημα αν η Επιτροπή εδικαιούτο, σε σχέση με εκκαθαρίσεις των λογαριασμών για το 1986, να αρνηθεί την κοινοτική χρηματοδότηση, επικαλούμενη την προγραμματική συμφωνία. Το Δικαστήριο δέχθηκε ότι
"(...) πρέπει να γίνει δεκτό ότι η Επιτροπή δεν υπέπεσε σε πλάνη όταν υποστήριξε ότι υπάρχει και τέταρτη προγραμματική συμφωνία, αφορώσα το σιμιγδάλι σκληρού σίτου." (σκέψη 12).
"Ενόψει των προεκτεθέντων, πρέπει να γίνει δεκτό ότι, κατά το υπό κρίση στην παρούσα υπόθεση χρονικό διάστημα, οι ελληνικές αρχές είχαν τον έλεγχο των συναλλαγών της ΚΥΔΕΠ και κάλυπταν τα ελλείμματά της.
Νομίμως, άρα, η Επιτροπή αρνήθηκε την ανάληψη από το ΕΓΤΠΕ των αμφισβητουμένων ποσών, για τον λόγο ότι οι ελληνικές αρχές έλαβαν μέτρα που έπληξαν την κοινοτική πολιτική στον τομέα των σιτηρών (...)" (σκέψεις 17 και 18).
7. Η Ελληνική Κυβέρνηση δεν προσκόμισε στην παρούσα υπόθεση κανένα στοιχείο ούτε προέβαλε επιχειρήματα που να μπορούν να μεταβάλουν τα δεδομένα στα οποία στηρίζεται το συμπέρασμα του Δικαστηρίου. Κατά συνέπεια, προτείνω στο Δικαστήριο να απορρίψει το αίτημα ως προς το σημείο αυτό (5).
Επιβολή της εισφοράς συνυπευθυνότητας στον τομέα των σιτηρών για την περίοδο εμπορίας 1986/87 (6)
8. Στην εκκαθάρισή της λογαριασμών για το 1987, η Επιτροπή προέβη σε μία ταμιακή διόρθωση συνεπεία της οποίας η Ελληνική Δημοκρατία επιβαρύνθηκε με την καταβολή ποσού 258 108 000 δρχ (7), το οποίο, κατά την Επιτροπή, παρέλειψε να εισπράξει ως εισφορά συνυπευθυνότητας για 411 000 τόνους σιτηρών περιόδου εμπορίας 1986/87.
9. Η Ελληνική Δημοκρατία στηρίζει το αίτημά της ακυρώσεως της αποφάσεως της Επιτροπής στο σημείο αυτό, ισχυριζόμενη ότι ο υπολογισμός της εισφοράς συνυπευθυνότητας από την Επιτροπή, την οποία όφειλε να εισπράξει η Ελληνική Δημοκρατία, στηρίζεται σε εσφαλμένα στατιστικά στοιχεία.
Επιτρέψτε μου να παρουσιάσω συνοπτικά τα πραγματικά και νομικά στοιχεία στα οποία στηρίζεται το αίτημα αυτό.
10. Η εισφορά συνυπευθυνότητας στον τομέα των σιτηρών θεσπίστηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1579/86 του Συμβουλίου, της 23ης Μαΐου 1986, περί τροποποιήσεως του κανονισμού (ΕΟΚ) 2727/75, περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα των σιτηρών (8). Οι εισφορές επιβάλλονται για τα σιτηρά που παράγονται στην Κοινότητα και τα οποία είτε υφίστανται μία πρώτη μεταποίηση είτε αγοράζονται στο πλαίσιο παρεμβάσεως είτε εξάγονται υπό μορφή σπόρων (9). Ο σκοπός που επιδιώκεται με την εισφορά συνυπευθυνότητας συνίσταται στο να συνειδητοποιήσουν οι παραγωγοί τις πραγματικές συνθήκες της αγοράς, ώστε έτσι να αποφεύγεται υπερπαραγωγή. Οι εισφορές συνυπευθυνότητας αποτελούν έσοδο για το ΕΓΤΠΕ. Η εισφορά εισπράττεται από εθνικούς οργανισμούς, που ορίζονται από τα κράτη μέλη, και καταβάλλεται στη συνέχεια στο ΕΓΤΠΕ.
11. Η Επιτροπή διευκρίνισε κατά τη διαδικασία ότι κατά τους ελέγχους αν τα κράτη μέλη επιβάλλουν ορθώς την εισφορά συνυπευθυνότητας δεν αρκεί να λαμβάνονται ως βάση οι λογαριασμοί του κράτους μέλους που αφορούν την εισφορά η οποία εισπράττεται. Η Επιτροπή πρέπει κατ' ανάγκη να διαμορφώσει μία μέθοδο υπολογισμού με την οποία να καθίσταται δυνατή η επαλήθευση αν τα κράτη μέλη εισπράττουν την εισφορά συνυπευθυνότητας κατά ορθή εφαρμογή των κανόνων του κοινοτικού δικαίου. Αυτό δεν είναι εύκολο έργο, μεταξύ άλλων
επειδή, όπως ελέγχθη, μπορεί να επιβάλλονται εισφορές μόνο σε ορισμένες περιπτώσεις καταναλώσεως των παραγομένων σιτηρών. Ο υπολογισμός επαληθεύσεως προϋποθέτει, επομένως, όχι μόνο γνώση της συνολικής παραγωγής σιτηρών αλλά ιδίως των ποσοτήτων που χρησιμοποιούνται για διάφορους σκοπούς (υποκείμενες ποσότητες και απαλλασσόμενες ποσότητες).
12. Η Επιτροπή έχει επεξεργαστεί μία μέθοδο υπολογισμού την οποία και εκθέτει στη συνοπτική της έκθεση (10).
Από την έκθεση αυτή προκύπτει ότι η μέθοδος υπολογισμού στηρίζεται, μεταξύ άλλων, στα στατιστικά στοιχεία που διαβιβάζονται με ευθύνη των κρατών μελών και δημοσιεύονται από τη Στατιστική Υπηρεσία των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, την Eurostat. Τελείως γενικά μπορεί, επομένως, να λεχθεί ότι η βάση του υπολογισμού είναι ο αριθμός της συνολικής εγχώριας καταναλώσεως, από τον οποίο αφαιρούνται οι αριθμοί των σιτηρών που χρησιμοποιούνται για διάφορες χρήσεις που απαλλάσσονται από την εισφορά, π.χ., πώληση μεταξύ παραγωγών, και στον οποίο προστίθενται οι αριθμοί των σιτηρών που πωλούνται στην παρέμβαση ή εξάγονται.
13. Στην Ελληνική Δημοκρατία γνωστοποιήθηκε το αποτέλεσμα των υπολογισμών της Επιτροπής σχετικά με την εισφορά συνυπευθυνότητας με έγγραφο της 10ης Φεβρουαρίου 1989 (11). Οι υπολογισμοί αυτοί διενεργήθηκαν με βάση τα στοιχεία που είχαν αποστείλει οι ελληνικές αρχές στην Eurostat και τα οποία δημοσιεύθηκαν από την Eurostat στις 12 Ιουλίου 1988. Με τηλετύπημα της 17ης Απριλίου 1989 προς την Επιτροπή, οι ελληνικές αρχές ανακοίνωσαν ότι είχε προκύψει μια σειρά νέων στατιστικών στοιχείων συνεπεία των οποίων η
Επιτροπή θα έπρεπε να τροποποιήσει τον πραγματοποιηθέντα υπολογισμό της εισφοράς συνυπευθυνότητας. Οι ελληνικές αρχές απαριθμούν στο τηλετύπημά τους τον συνολικό αριθμό των νέων στοιχείων και προβαίνουν σε υπολογισμό της εισφοράς συνυπευθυνότητας βάσει αυτού του αριθμού. Περαιτέρω, οι ελληνικές αρχές διευκρινίζουν ότι ο νέος αριθμός θα διαβιβαστεί στην Eurostat (12). Παρά ταύτα, η Επιτροπή προτίμησε με την απόφασή της της 15ης Νοεμβρίου 1989 να λάβει ως βάση τα στατιστικά στοιχεία τα οποία η Ελληνική Κυβέρνηση είχε ανακοινώσει αρχικά στην Eurostat. Στις 6 Δεκεμβρίου 1989, η Eurostat δημοσίευσε τα τροποποιηθέντα στατιστικά στοιχεία που είχε λάβει από την Ελληνική Κυβέρνηση.
14. Η Ελληνική Κυβέρνηση προβάλλει ότι η Επιτροπή κακώς στηρίχθηκε στο ότι η συνολική εγχώρια κατανάλωση σιτηρών ανερχόταν σε 5 141 000 τόνους, οι οποίοι αποτελούσαν την ποσότητα την οποία η Ελληνική Κυβέρνηση είχε αρχικά ανακοινώσει στην Eurostat. Κατά την Ελληνική Κυβέρνηση, η Επιτροπή όφειλε να στηρίξει την απόφασή της στον αριθμό που ανακοινώθηκε μεταγενέστερα, δηλαδή τους 4 489 000 τόνους.
15. Το πραγματικό πρόβλημα της υποθέσεως είναι, κατά τη γνώμη μου, πράγματι το σχετικά απλό ζήτημα αν η Επιτροπή θεμιτώς μπορούσε υπό τις συγκεκριμένες συνθήκες να εμμείνει στον αρχικά ανακοινωθέντα αριθμό κατά τον υπολογισμό της εισφοράς συνυπευθυνότητας ή αν θα έπρεπε να στηριχθεί στον αριθμό που ανακοινώθηκε μεταγενέστερα.
16. Η Επιτροπή στηρίζει κυρίως την επιχειρηματολογία της, ως προς το ότι έλαβε υπόψη τον αρχικώς ανακοινωθέντα αριθμό, στο ότι μεταβολή του υπολογισμού βάσει του αριθμού που ανακοινώθηκε μεταγενέστερα, σχετικά με τη συνολική εγχώρια κατανάλωση των σιτηρών, θα συνεπήγετο το απροσδόκητο αποτέλεσμα να έχει εισπραχθεί υπερβολικά υψηλή εισφορά συνυπευθυνότητας στην Ελλάδα. Το επιχείρημα αυτό φαίνεται να είναι ορθό. Πράγματι, σύμφωνα με τον
υπολογισμό, στον οποίο στήριξε η Επιτροπή την απόφασή της, στην Ελλάδα δεν εισπράχθηκε εισφορά συνυπευθυνότητας "μόνο" για 411 000 τόνους σιτηρών, ενώ θα πρέπει, αν ληφθεί υπόψη ο αριθμός που αναφέρεται στο δικόγραφο της προσφυγής της Ελληνικής Δημοκρατίας, να γίνει διόρθωση σε 652 000 τόνους σιτηρών (13). Η τροποποίηση αυτή, θεωρούμενη καθαυτή, θα έχει ως συνέπεια ότι στην Ελλάδα θα πρέπει να έχει εισπραχθεί επιπλέον εισφορά συνυπευθυνότητας για 241 000 τόνους σιτηρών. Η Επιτροπή διευκρίνισε ότι δεν έχει νόημα από πρακτική άποψη να γίνεται λόγος για επιπλέον εισπραχθείσα εισφορά συνυπευθυνότητας και θεωρεί, επομένως, ότι από το προαναφερθέν αποτέλεσμα επιβεβαιώνεται ότι ο αριθμός που ανακοινώθηκε μεταγενέστερα για τη συνολική εγχώρια κατανάλωση σιτηρών είναι εσφαλμένος.
17. Κατά τη γνώμη μου, εντούτοις, το επιχείρημα αυτό στερείται αποφασιστικής σημασίας. Πράγματι, δεν λαμβάνει υπόψη ότι η Ελληνική Δημοκρατία ήδη με τον διορθωμένο αριθμό, τον οποίο ανακοίνωσε στην Επιτροπή με το προαναφερθέν τηλετύπημα της 17ης Απριλίου 1989, καθώς και αργότερα με την απάντησή της στις ερωτήσεις του Δικαστηρίου στο πλαίσιο της παρούσας υποθέσεως, είχε διορθώσει όχι μόνο τους αριθμούς που αφορούν τη συνολική εγχώρια κατανάλωση σιτηρών αλλά και μια σειρά από τους άλλους αριθμούς που περιελήφθησαν στους υπολογισμούς της Επιτροπής και ότι κατ' αυτόν τον τρόπο το αποτέλεσμα ήταν ότι εισπράχθηκε ακριβώς το ορθό ποσό εισφοράς συνυπευθυνότητας στην Ελλάδα. Επομένως, φαίνεται ότι το επιχείρημα της Επιτροπής στηρίζεται στην όχι τόσο προσεκτική διατύπωση των δικογράφων της Ελληνικής Δημοκρατίας στα οποία η Ελληνική Δημοκρατία δεν αμφισβητεί τα άλλα αριθμητικά στοιχεία της Επιτροπής.
18. Η Επιτροπή προβάλλει κατά του αιτήματος της Ελληνικής Δημοκρατίας, μεταξύ άλλων, την αντίρρηση ότι δεν ήταν υποχρεωμένη να στηριχθεί στον νέο αριθμό σχετικά με τη συνολική εγχώρια κατανάλωση σιτηρών, εφόσον η Eurostat είχε ήδη δημοσιεύσει τον αριθμό αυτόν μόλις ένα μήνα πριν η Επιτροπή εκδώσει την απόφασή της.
19. Η αντίρρηση αυτή πρέπει, κατά τη γνώμη μου, να απορριφθεί. Από το προαναφερθέν τηλετύπημα της 17ης Απριλίου 1989 και από τη συνοπτική έκθεση της Επιτροπής προκύπτει ότι η Επιτροπή γνώριζε τον νέο αριθμό, πριν εκδώσει την απόφασή της και είχε πληροφορηθεί ότι ο αριθμός αυτός θα έπρεπε να είχε διαβιβαστεί στην Eurostat. Η ίδια η Επιτροπή διευκρίνισε ότι η Eurostat δημοσιεύει τα αριθμητικά στοιχεία που λαμβάνει με ευθύνη των κρατών μελών, δηλαδή χωρίς να προβεί σε επαλήθευσή τους, στο γεγονός δε αυτό, ότι οι δημοσιεύσεις γίνονται αργότερα, κατά τη γνώμη μου, δεν πρέπει επομένως να δοθεί σημασία.
Αντιστρόφως, η μεταγενέστερη δημοσίευση δεν μπορεί κατά κανένα τρόπο να θεωρηθεί ότι έχει αποφασιστική σημασία για την ορθότητα των αριθμητικών στοιχείων την οποία υποστηρίζει η Ελληνική Κυβέρνηση.
20. Επιπλέον, από τη συνοπτική έκθεση της Επιτροπής καθώς και από τα δικόγραφά της προκύπτει σαφώς ότι ο πραγματικός λόγος για τον οποίο η Επιτροπή δεν στήριξε την απόφασή της στα νέα αριθμητικά στοιχεία ήταν ότι η ορθότητα των στοιχείων αυτών δεν θεωρούνταν αξιόπιστη. Ακόμη και όταν η Επιτροπή κατά τους προκαταρκτικούς ελέγχους της αποφασίζει να λάβει ως βάση τα στοιχεία που ανακοινώνονται με ευθύνη των κρατών μελών, δεν βλέπω κανένα λόγο για να θεωρηθεί ότι η Επιτροπή οφείλει να στηρίζεται σ' αυτά άνευ ετέρου και όταν επίσης συγκεκριμένες περιστάσεις δικαιολογούν τη δημιουργία αμφιβολιών ως προς την ορθότητά τους.
Επομένως, κατά τη γνώμη μου, το κύριο ζήτημα της υποθέσεως είναι αν η Επιτροπή βασίμως μπορούσε να αμφισβητήσει τα νέα αριθμητικά στοιχεία της Ελληνικής Δημοκρατίας.
21. Προς στήριξη του ισχυρισμού ότι η Επιτροπή όφειλε να στηριχθεί στα μεταγενεστέρως ανακοινωθέντα αριθμητικά στοιχεία σχετικά με τη συνολική εγχώρια κατανάλωση σιτηρών η Ελληνική Κυβέρνηση προβάλλει ιδίως
ότι τα στοιχεία που ανακοινώθηκαν στην Eurostat το 1988 ήταν προσωρινά και στηρίζονταν σε κατ' εκτίμηση υπολογισμό (14), πράγμα που η Ελληνική Κυβέρνηση είχε ρητώς υπογραμμίσει, και
ότι τα τροποποιηθέντα στοιχεία που ανακοινώθηκαν στην Επιτροπή και στην Eurostat το 1989 είχε τύχει επεξεργασίας στο πλαίσιο ενδελεχούς ελέγχου και επομένως απεικόνιζαν επακριβώς τη συνολική εγχώρια κατανάλωση σιτηρών.
22. Η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι ο αριθμός τον οποίο ανακοίνωσε η Ελληνική Κυβέρνηση στην Eurostat το 1988 - έναν χρόνο μετά τη λήξη της περιόδου εμπορίας - μπορεί να θεωρηθεί οριστικός και προβάλλει προς στήριξη του ισχυρισμού της
ότι είναι δύσκολο να θεωρηθεί ότι ο αρχικός αριθμός για τη συνολική εγχώρια κατανάλωση σιτηρών μπορεί να τροποποιηθεί τόσο πολύ μέχρι του ορίου του 13 % δύο χρόνια μετά τη λήξη της περιόδου εμπορίας,
ότι τέτοιες τροποποιήσεις δεν είχαν πραγματοποιηθεί προηγουμένως από τις ελληνικές αρχές, π.χ., για τα έτη 1984/85 και 1985/86,
ότι ο αριθμός που ανακοινώθηκε στην Eurostat το 1988 είναι περίπου ταυτόσημος με τον αριθμό που ανακοίνωσαν οι ελληνικές αρχές στη διεύθυνση σιτηρών της Επιτροπής στο πλαίσιο του ισολογισμού προβλέψεων,
ότι οι ελληνικές αρχές ανέφεραν την εν λόγω τροποποίηση μόνο αφού η Επιτροπή, με έγγραφο της 10ης Φεβρουαρίου 1989, ανακοίνωσε με ποιο τρόπο θα υπολογιζόταν η εισφορά συνυπευθυνότητας, και
ότι οι ελληνικές αρχές δεν ανέφεραν συγκεκριμένες περιστάσεις προς στήριξη του ισχυρισμού ότι τα αρχικώς ανακοινωθέντα στοιχεία περιείχαν σφάλματα.
23. Επιτρέψτε μου να πω αμέσως ότι οι απόψεις που διατυπώνει η Επιτροπή μου φαίνονται ορθές. Κατά τη γνώμη μου, δεν είναι παράλογο να υποστηριχθεί ότι οι υπολογισμοί στους οποίους προέβη μεταγενέστερα η Ελληνική Κυβέρνηση χαρακτηρίζονται από το ότι κατεβλήθη προσπάθεια να τακτοποιηθούν τα αριθμητικά στοιχεία υπό το φως των ελέγχων της Επιτροπής, έτσι ώστε "ο λογαριασμός να συμφωνεί".
24. Θεωρώ εν προκειμένω σημαντικό το ότι η Ελληνική Κυβέρνηση, παρά το ότι της ζητήθηκε αυτό από το Δικαστήριο, δεν προέβη σε συγκεκριμένες διευκρινίσεις ως προς το πως ήταν δυνατό να τροποποιηθούν μέχρι τέτοιου σημείου τα αριθμητικά στοιχεία σχετικά με την εγχώρια κατανάλωση σιτηρών δύο έτη μετά
τη λήξη της περιόδου εμπορίας σε σχέση με τα στοιχεία τα οποία ελήφθησαν ως βάση ένα έτος μετά τη λήξη της περιόδου εμπορίας (15). Επιπλέον, δεν προσκομίστηκαν λεπτομερέστερα στοιχεία ως προς τα αποτελέσματα του ενδελεχούς ελέγχου που οι ελληνικές αρχές ισχυρίζονται ότι διενήργησαν.
25. Εν πάση περιπτώσει, θα πρέπει να μπορεί να ζητηθεί από τις ελληνικές αρχές, όταν τροποποιούν εκ των υστέρων αριθμητικά στοιχεία αποφασιστικής σημασίας για τον υπολογισμό της εισφοράς συνυπευθυνότητας, να δώσουν επαρκώς συγκεκριμένα στοιχεία από τα οποία να διευκρινίζεται γιατί τα αρχικώς ανακοινωθέντα στοιχεία ήταν εσφαλμένα. Η Ελληνική Κυβέρνηση, καθόσον γνωρίζω, δεν ανταποκρίθηκε σ' αυτή την προϋπόθεση και, επομένως, προτείνω στο Δικαστήριο να απορρίψει ως προς το σημείο αυτό το αίτημα της Ελληνικής Δημοκρατίας.
Δαπάνες για την αποθεματοποίηση ακατέργαστου καπνού (16)
26. Η Επιτροπή αρνήθηκε με την απόφασή της να εγκρίνει συνολικό ποσό 1 391 025 367 δρχ που καταβλήθηκε ως δαπάνη για την αποθεματοποίηση 6 736 096 τόνων καπνού, από τους οποίους 6 295 290 τόνοι ήταν καπνός ποικιλίας Burley και 440 806 τόνοι καπνός ανατολικού τύπου. Η Ελληνική Δημοκρατία διευκρίνισε,
με την απάντησή της στις ερωτήσεις του Δικαστηρίου, ότι δεν αναγνωρίζει κανενός είδους ταμιακή διόρθωση ως προς το σημείο αυτό και, έτσι, πρέπει να θεωρηθεί ότι ζητεί την κάλυψη των δαπανών για την αποθεματοποίηση καπνών τόσο της ποικιλίας Burley όσο και ανατολικού τύπου.
27. Η αιτιολογία με την οποία η Επιτροπή αρνήθηκε να εγκρίνει τη χρηματοδότηση από το ΕΓΤΠΕ των δαπανών σχετικά με την αποθεματοποίηση ακατέργαστου καπνού συνίσταται στο ότι ο ακατέργαστος καπνός δεν ανταποκρινόταν στα κριτήρια ελάχιστης ποιότητας που προβλέπονται για την πώληση στην παρέμβαση.
28. Στο άρθρο 5 του κανονισμού (ΕΟΚ) 1467/70 του Συμβουλίου, της 20ής Ιουλίου 1970, περί καθορισμού ορισμένων γενικών κανόνων που διέπουν την παρέμβαση στον τομέα του ακατέργαστου καπνού (17) ορίζεται ότι οι οργανισμοί παρεμβάσεως μπορούν να αγοράζουν μόνο τα καπνά που ανταποκρίνονται στα κριτήρια ελάχιστης ποιότητας τα οποία καθορίζονται βάσει της κατατάξεως κατά ποικιλίες και κατά ποιότητες. Το άρθρο 6 του κανονισμού (ΕΟΚ) 1727/70 της Επιτροπής, της 25ης Αυγούστου 1970, περί των λεπτομερειών της παρεμβάσεως στον τομέα του ακατέργαστου καπνού (18), ορίζει, κατ' επέκταση, ότι ο καπνός ανταποκρίνεται στα ελάχιστα ποιοτικά χαρακτηριστικά εάν δεν παρουσιάζει ένα ή περισσότερα από τα προβλεπόμενα στο παράρτημα ΙΙΙ του κανονισμού χαρακτηριστικά. Αυτά τα χαρακτηριστικά είναι, παραδείγματος χάρη, φύλλα με σοβαρά ελαττώματα ακεραιότητας, φύλλα με ελαττώματα ξηρασίας ή φύλλα με υπερβολική υγρασία.
29. Το άρθρο 8 του κανονισμού (ΕΟΚ) 729/70 του Συμβουλίου, της 21ης Απριλίου 1970, περί χρηματοδοτήσεως της κοινής γεωργικής πολιτικής (19), επιβάλλει
στα κράτη μέλη γενική υποχρέωση να λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα για να εξασφαλιστεί, μεταξύ άλλων, ότι διενεργούνται πράγματι και κανονικά οι χρηματοδοτούμενες από το ΕΓΤΠΕ πράξεις. Το άρθρο 9 του κανονισμού ορίζει ότι τα κράτη μέλη θέτουν στη διάθεση της Επιτροπής όλα τα στοιχεία που είναι αναγκαία για την καλή λειτουργία του Ταμείου και λαμβάνουν κάθε μέτρο που μπορεί να διευκολύνει τους οικονομικούς ελέγχους που η Επιτροπή θεωρεί σκόπιμους.
30. Η Επιτροπή στηρίζει την αξιολόγησή της ως προς την ποιότητα του ελληνικού καπνού στα αποτελέσματα μιας έρευνας που διενεργήθηκε τον Δεκέμβριο του 1987. Η έρευνα αυτή αποφασίστηκε, επειδή η υπηρεσία του ΕΓΤΠΕ είχε λάβει ορισμένες πληροφορίες οι οποίες έδιναν λαβή για αμφιβολίες ως προς την ποιότητα του καπνού που είχε αποθεματοποιηθεί στις ελληνικές αποθήκες παρεμβάσεως. Η Επιτροπή ανέφερε ότι είχε σημειωθεί σημαντική αύξηση των αποθεμάτων παρεμβάσεως καπνού και ότι οι τιμές που επιτυγχάνονταν κατά τις δημοπρασίες για την πώληση καπνού παρεμβάσεως ήταν ασυνήθιστα χαμηλές.
31. Η έρευνα διενεργήθηκε από τις υπηρεσίες της Επιτροπής σε συνεργασία με έναν Γερμανό εμπειρογνώμονα. Η έρευνα συνίστατο εν μέρει σε κατ' επιλογήν υλικούς ελέγχους δεματοποιημένου καπνού, εν μέρει σε επιλογή ορισμένων δειγμάτων που αποστάλθηκαν για έλεγχο στο γαλλικό εργαστήριο της SEITA στο Bergerac.
Από την έρευνα προέκυψε ότι ένα μικρό μέρος του ελεγχθέντος καπνού ανατολικού τύπου δεν ανταποκρινόταν στις ελάχιστες προϋποθέσεις, ενώ κατά μέσο όρο 47 % του ελεγχθέντος καπνού Burley δεν ανταποκρινόταν προς τις προϋποθέσεις αυτές. Με βάση αυτά τα δεδομένα η Επιτροπή αποφάσισε να αποκλείσει όλη την παραγωγή καπνού Burley από την κοινοτική χρηματοδότηση,
ενώ, όσον αφορά τον καπνό ανατολικού τύπου, έγιναν ταμιακές διορθώσεις μόνο για τις παρτίδες που είχαν ελεγχθεί.
32. Η Ελληνική Δημοκρατία προέβαλε μια σειρά αντιρρήσεων ως προς τη νομιμότητα της αποφάσεως της Επιτροπής, δηλαδή ότι κατά τον δειγματοληπτικό έλεγχο δεν τηρήθηκαν οι προϋποθέσεις που επιβάλλονται για τέτοιου είδους ελέγχους, ότι η Επιτροπή δεν έχει δικαίωμα να διενεργεί η ίδια δειγματοληπτικούς ελέγχους και ότι εν πάση περιπτώσει η Επιτροπή δεν μπορεί να συναγάγει θεμιτώς τόσο ευρέα αποτελέσματα από τον δειγματοληπτικό έλεγχο.
33. Οι αντιρρήσεις σχετικά με τον δειγματοληπτικό έλεγχο, αυτόν καθαυτό, στρέφονται εν μέρει μεν κατά των μεθόδων δειγματοληψίας, αυτών καθαυτών, εν μέρει δε κατά του αριθμού των ληφθέντων δειγμάτων, τα οποία η Ελληνική Δημοκρατία υποστηρίζει ότι ήταν ανεπαρκή, δεδομένου ότι οι δειγματοληψίες αποτελούν ποσοστό μόνο μεταξύ 0,013 και 0,033 % κάθε παρτίδας.
34. Δεν είναι καθόλου εύκολο να διατυπωθεί κρίση επί της αντιρρήσεως αυτής. Στο κοινοτικό δίκαιο δεν ανευρίσκονται κανόνες ως προς το πως πρέπει να διενεργούνται τέτοιου είδους δειγματοληπτικοί έλεγχοι.
35. Από τη νομολογία του Δικαστηρίου μπορεί ενδεχομένως να συναχθεί ότι η Επιτροπή ελλείψει συγκεκριμένων κανόνων έχει τη δυνατότητα να εφαρμόζει τις κατά την κρίση της πλέον ενδεδειγμένες μεθόδους ελέγχου, αλλά ως αντιστάθμισμα ισχύει ο γενικός όρος ότι οι επιλεγόμενες μέθοδοι είναι αξιόπιστες (20).
36. Κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου (21) σε υποθέσεις όπως η παρούσα εναπόκειται στο προσφεύγον κράτος μέλος να αποδείξει ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις για να τύχει της κοινοτικής χρηματοδοτήσεως. Επομένως, πρέπει να εξεταστεί αν η Ελληνική Δημοκρατία απέδειξε ότι ο δειγματοληπτικός έλεγχος που διενήργησε η Επιτροπή δεν έγινε κατά επαρκώς αξιόπιστο τρόπο.
37. Η Ελληνική Δημοκρατία υποστηρίζει ότι η Επιτροπή δεν ακολούθησε την εν προκειμένω διεθνή πρακτική και απαριθμεί μια σειρά συγκεκριμένων περιστάσεων κατά τον δειγματοληπτικό έλεγχο, οι οποίες, κατά τη γνώμη της, αποδεικνύουν το γεγονός αυτό. Η Ελληνική Δημοκρατία δεν τεκμηρίωσε εντούτοις τον ισχυρισμό της ούτε και ανέφερε καμία πηγή σε σχέση με το ποια είναι η εν προκειμένω διεθνής πρακτική στην οποία αναφέρθηκε.
38. Η Επιτροπή εκθέτει ότι είναι δύσκολο να δοθεί μια επακριβής περιγραφή μιας μεθόδου ελέγχου η οποία εφαρμόζεται σταθερά σε διεθνές επίπεδο, αλλά κατά τα λοιπά φρονεί ότι ο δειγματοληπτικός έλεγχος διενεργήθηκε σύμφωνα με επιστημονικές μεθόδους και σε αντιστοιχία με τη διεθνή πρακτική. Η Επιτροπή περιέγραψε την εφαρμοσθείσα μέθοδο στη συνοπτική της έκθεση και αναφέρθηκε κατά τη διαδικασία σε μία σειρά συμπληρωματικών στοιχείων σχετικά με το ζήτημα αυτό. 'Ετσι, η Επιτροπή προσκόμισε, μεταξύ άλλων, αντίγραφο της εκθέσεως που καταρτίστηκε από τον εμπειρογνώμονα, ο οποίος προέβη στη διενέργεια του δειγματοληπτικού ελέγχου επικουρούμενος από υπαλλήλους της Επιτροπής.
39. Αν υφίστατο σταθερή εν προκειμένω διεθνής πρακτική, θα ήταν εύλογο να ληφθεί αυτή ως βάση κατά την εκτίμηση του ζητήματος τι πρέπει να θεωρηθεί ως βάσιμη και εύλογη μέθοδος για τη διενέργεια δειγματοληπτικών ελέγχων. Πάντως, κανείς από τους διαδίκους δεν ήταν σε θέση να καθορίσει το περιεχόμενο μιας τέτοιας διεθνούς πρακτικής.
40. Επομένως, εφόσον δεν υφίσταται ένα σταθερό κριτήριο βάσει του οποίου να μπορεί να κριθεί ο δειγματοληπτικός έλεγχος της Επιτροπής, πρέπει να εξεταστεί αν η Ελληνική Δημοκρατία κατέδειξε με άλλο τρόπο ότι οι δειγματοληπτικοί έλεγχοι δεν διενεργήθηκαν αξιοπίστως, π.χ., καταδεικνύοντας συγκεκριμένα ότι τα αποτελέσματα του δειγματοληπτικού ελέγχου ήταν εσφαλμένα.
41. Αυτό δεν έγινε. Η Ελληνική Δημοκρατία δεν προσκόμισε, π.χ., αποτελέσματα ελέγχου ο οποίος βάσει των κοινοτικών κανόνων προϋποτίθεται ότι ασκείται από τα όργανα παρεμβάσεως σε σχέση με την αγορά καπνού για την παρέμβαση (22), ούτε και αναφέρθηκε καν σε άλλα δεδομένα από τα οποία να συνάγεται ότι ο
καπνός ανταποκρινόταν στην πραγματικότητα στα προβλεπόμενα ελάχιστα κριτήρια ποιότητας.
42. Η Επιτροπή ανέφερε στην απάντησή της επί των ερωτήσεων του Δικαστηρίου ότι θα μπορούσε να είχε ελεγχθεί ένας μεγαλύτερος αριθμός δειγματοληψιών καπνού Burley, πριν εφαρμοστούν τα αποτελέσματα σε όλες τις ελεγχθείσες ποσότητες. Η Επιτροπή επιμένει πάντως ότι δεν μπορεί να τεθεί ερωτηματικό στην ορθότητα των αποτελεσμάτων.
43. Εν προκειμένω μπορούν να αναφερθούν δύο σημεία. Πρώτον, ότι η Επιτροπή διευκρίνισε κατά την προφορική διαδικασία ότι ο δειγματοληπτικός έλεγχος έπρεπε να διενεργηθεί υπό ορισμένη πίεση χρόνου, δεδομένου ότι είχε ακούσει ότι η ελληνική υπηρεσία παρεμβάσεως είχε ήδη αρχίσει να πωλεί καπνά. Δεύτερον, - και αυτό το σημείο νομίζω ότι έχει αποφασιστική σημασία για την παρούσα υπόθεση - ότι η Επιτροπή δήλωσε ότι ο ακατέργαστος καπνός επωλείτο σε 3 % των τιμών της αγοράς, πράγμα που δεν φαίνεται να αμφισβητείται από την Ελληνική Δημοκρατία. Από το τελευταίο αυτό γεγονός καταδεικνύεται σαφώς, με σταθερά όλα τα δεδομένα, ότι ο ελληνικός καπνός ήταν κακής ποιότητας.
44. 'Ετσι, νομίζω ότι η Ελληνική Δημοκρατία δεν προσκόμισε κανένα στοιχείο που να μπορεί να προκαλέσει εύλογες αμφιβολίες ως προς την αξιοπιστία του δειγματοληπτικού ελέγχου που διενήργησε η Επιτροπή.
45. Η Ελληνική Δημοκρατία βάλλει περαιτέρω, όπως αναφέρθηκε, κατά της διαδικασίας που ακολούθησε η Επιτροπή κατά την έρευνά της. Υποστηρίζεται, πρώτον, ότι οι δειγματοληπτικοί έλεγχοι έπρεπε να διενεργηθούν από
εμπειρογνώμονες της Ελληνικής Δημοκρατίας και στη συνέχεια να τεθούν στη διάθεση της Επιτροπής και, δεύτερον, ότι ένας εκπρόσωπος των ελληνικών αρχών προσπάθησε να επηρεάσει τον δειγματοληπτικό έλεγχο, αλλά εμποδίστηκε από εμπειρογνώμονες της Επιτροπής, για τον λόγο δε αυτόν ο έλεγχος διενεργήθηκε χωρίς τη συμμετοχή της Ελληνικής Δημοκρατίας.
46. Οι δύο αυτοί ισχυρισμοί προβλήθηκαν σε ένα όψιμο στάδιο της διαδικασίας, δηλαδή στο πλαίσιο της απαντήσεως επί των ερωτήσεων του Δικαστηρίου καθώς και κατά την προφορική διαδικασία. 'Ηδη για τον λόγο αυτό πρέπει οι ισχυρισμοί αυτοί, κατά τη γνώμη μου, να απορριφθούν, εντούτοις όμως ας μου επιτραπεί να διατυπώσω εν προκειμένω ορισμένες παρατηρήσεις.
47. Η Ελληνική Δημοκρατία επικαλείται εν προκειμένω την απόφαση του Δικαστηρίου, της 9ης Οκτωβρίου 1990, στην υπόθεση 366/88 (23), από την οποία συνάγει ότι ο δειγματοληπτικός έλεγχος που διενεργείται στο πλαίσιο του κανονισμού 729/70 πρέπει να πραγματοποιείται από τις ίδιες τις αρχές των κρατών μελών. Στην υπόθεση αυτή επρόκειτο, ως γνωστό, για το κύρος υπηρεσιακών οδηγιών εσωτερικής χρήσεως που είχε εκδώσει η Επιτροπή και με τις οποίες καθόριζε ορισμένες κατευθυντήριες γραμμές για "υπαλλήλους οι οποίοι έχουν εξουσιοδοτηθεί από την Επιτροπή για τη λήψη δειγμάτων και την ανάλυση των προϊόντων που εμπίπτουν στο πεδίο διαχειρίσεως και ελέγχου του Ευρωπαϊκού Γεωργικού Ταμείου Προσανατολισμού και Εγγυήσεων". Το Δικαστήριο αιτιολόγησε την απόφασή του περί ακυρώσεως των οδηγιών αυτών, μεταξύ άλλων, με το ότι το σύστημα ελέγχου που θεσπίστηκε με τον κανονισμό 729/70 προϋποθέτει ότι δειγματοληπτικοί έλεγχοι, καθόσον αποδεικνύονται αναγκαίοι, πρέπει να διενεργούνται από το οικείο κράτος μέλος και ότι η Επιτροπή δεν μπορεί επομένως να αποκτήσει αρμοδιότητα, μέσω υπηρεσιακών οδηγιών, για τη διενέργεια
δειγματοληψιών ανεξάρτητα από τα κράτη μέλη.
48. Δεν υπάρχει λόγος να υπεισέλθω στην αξιολόγηση της σημασίας που έχει για την παρούσα υπόθεση αυτή η - κάπως, κατά τη γνώμη μου, εκπλήσσουσα ως προς το σημείο αυτό - απόφαση. Αυτό δε επειδή μπορεί να ληφθεί ως δεδομένο ότι ο δειγματοληπτικός έλεγχος διενεργήθηκε, χωρίς οι ελληνικές αρχές να διαμαρτυρηθούν σχετικώς και επειδή ο δειγματοληπτικός έλεγχος διενεργήθηκε σε στενή συνεργασία με τις αρχές αυτές.
Η Επιτροπή ανέφερε ότι ο έλεγχος, ο οποίος διενεργήθηκε σε εγκαταστάσεις που ανήκουν στον Εθνικό Οργανισμό Καπνού (ΕΟΚ), που είναι ο υπεύθυνος εν προκειμένω οργανισμός, πραγματοποιήθηκε μετά από συνεννόηση με υπαλλήλους του Εθνικού Οργανισμού Καπνού, ότι αυτοί παρευρίσκονταν σε όλες τις επιθεωρήσεις της Επιτροπής, και ότι ουδέποτε διατύπωσαν αντιρρήσεις αλλά αντιθέτως υπέγραψαν την έκθεση που συντάχθηκε σε σχέση με τον δειγματοληπτικό έλεγχο. Η έκθεση αυτή επιρρωνύεται από τα στοιχεία που περιέχονται στη συνοπτική έκθεση της Επιτροπής, από στοιχεία που περιέχονται σε ένα έγγραφο της 22ας Φεβρουαρίου 1989 της Επιτροπής προς την ελληνική αντιπροσωπεία, το οποίο προσκομίστηκε στο πλαίσιο της παρούσας υποθέσεως, όπου εκτίθενται τα αποτελέσματα της διενεργηθείσας έρευνας, και από στοιχεία τα οποία περιέχονται στο προσκομισθέν απόσπασμα της εκθέσεως η οποία συντάχθηκε από τον εμπειρογνώμονα ο οποίος προέβη στον δειγματοληπτικό έλεγχο. Στην τελευταία αυτή έκθεση τονίζεται η ιδιαίτερη προθυμία συνεργασίας και παροχής αρωγής υπαλλήλων του Εθνικού Οργανισμού Καπνού. Οι περί του αντιθέτου διευκρινίσεις της Ελληνικής Κυβερνήσεως ως προς το ζήτημα αυτό διατυπώθηκαν το πρώτον κατά την προφορική διαδικασία και εξάλλου δεν στηρίζονται σε κανένα στοιχείο.
49. Βάσει των προεκτιθεμένων φρονώ ότι μπορεί να συναχθεί το συμπέρασμα ότι η Επιτροπή ορθώς στήριξε την απόφασή της σχετικά με την εκκαθάριση των
λογαριασμών στα αποτελέσματα του διενεργηθέντος δειγματοληπτικού ελέγχου.
50. Επομένως, το ερώτημα είναι ποιες οικονομικές συνέπειες μπορεί να συναγάγει η Επιτροπή από τα αποτελέσματα αυτά. Εν προκειμένω υφίστανται δύο προβλήματα.
51. Πρώτον, η Ελληνική Δημοκρατία εξέθεσε ότι οι παρτίδες από τις οποίες ελήφθησαν τα δείγματα δεν ήταν αντιπροσωπευτικές. Από την εν προκειμένω επιχειρηματολογία της Ελληνικής Δημοκρατίας προκύπτει ότι η Ελληνική Δημοκρατία ισχυρίζεται πράγματι ότι η Επιτροπή, καθόσον πρόκειται για καπνά ποικιλίας Burley, δεν μπορούσε βασίμως να θεωρήσει ότι τα αποτελέσματα από τη δειγματοληψία που έγινε σε τρεις μόνο πόλεις ίσχυαν για όλη την ελληνική παραγωγή.
52. Δεύτερον, ανακύπτει εμμέσως το ερώτημα κατά πόσον η Επιτροπή εδικαιούτο να προβεί σε ταμιακές διορθώσεις όχι μόνο ως προς το κατά μέσο όρο ποσοστό του 47 % των καπνών ποικιλίας Burley, το οποίο δεν ανταποκρινόταν στα ελάχιστα κριτήρια ποιότητας, αλλά και ως προς τη συνολική ποσότητα του αγορασθέντος καπνού ποικιλίας Burley.
53. Και τα δύο αυτά προβλήματα μπορούν να θεωρηθούν ως ένα ζήτημα που αφορά το κατά πόσον η Επιτροπή μπορεί να αποδώσει ευρύτερες έννομες συνέπειες στη διαπίστωση ότι δεν συντρέχουν εν πάση περιπτώσει οι απαιτούμενες προϋποθέσεις για να εγκριθεί, σε ορισμένη ειδικότερα προσδιορισμένη έκταση, η κάλυψη των δαπανών από την κοινοτική χρηματοδότηση.
54. Το Δικαστήριο δέχεται με τη νομολογία του, καθόσον γνωρίζω, ότι η Επιτροπή μπορεί να στηρίξει την άρνησή της περί χρηματοδοτήσεως ως προς μία σειρά παρτίδων που δεν έχουν ελεγχθεί, αποδεικνύοντας ότι άλλες παρτίδες δεν ανταποκρίνονται στις απαιτούμενες ποιοτικές προϋποθέσεις. Βάσει αυτής της νομολογίας, φαίνεται ότι επιτρέπεται σε παρόμοιες περιπτώσεις να λαμβάνει
η Επιτροπή ως δεδομένο το γεγονός ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την έγκριση της κοινοτικής χρηματοδοτήσεως ως προς καμία από τις οικείες παρτίδες εκτός αν το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος αποδεικνύει ότι οι μη ελεγχθείσες παρτίδες πράγματι ανταποκρίνονται στις απαιτούμενες προϋποθέσεις (24).
55. Με βάση αυτή τη νομολογία μπορεί χωρίς δυσκολία να απορριφθεί ο ισχυρισμός ότι η απόφαση της Επιτροπής είναι παράνομη, επειδή τα ληφθέντα δείγματα δεν ήταν αντιπροσωπευτικά. Η Επιτροπή τόνισε - χωρίς αυτό να αμφισβητηθεί από την Ελληνική Κυβέρνηση - ότι οι δειγματοληψίες διενεργήθηκαν σε τρία κέντρα τα οποία είναι τα σημαντικότερα για την ελληνική παραγωγή καπνού και ότι η Ελληνική Κυβέρνηση δεν ανέφερε τίποτε από το οποίο να αποδεικνύεται ότι τα αποτελέσματα των δειγματοληψιών καπνού που είναι αποθηκευμένος εκτός αυτών των κέντρων θα ήταν διαφορετικά.
56. Αποτελεί ένα δύσκολο ζήτημα το αν δικαιολογημένα η Επιτροπή απέρριψε πλήρως το αίτημα για την έγκριση κοινοτικής χρηματοδοτήσεως βάσει ενός
ελέγχου, από τον οποίο αποδείχθηκε ότι κατά μέσον όρο 47 % του αποθεματοποιημένου καπνού δεν ανταποκρινόταν στις ποιοτικές απαιτήσεις. Η απόφαση της Επιτροπής σημαίνει ότι τα αποτελέσματα των δειγματοληπτικών ελέγχων αποτελούν απόδειξη για το ότι τα κράτη μέλη δεν τηρούν τις υποχρεώσεις τους ελέγχου ως προς το ότι οι δαπάνες που χρηματοδοτούνται από το ΕΓΤΠΕ πραγματοποιήθηκαν σύμφωνα με τους προαναφερόμενους κανόνες. Αυτό "κολάζεται" με την άρνηση χρηματοδοτήσεως, η οποία εν προκειμένω είναι ανεξάρτητη από τις πραγματικές συνέπειες του ελαττωματικού αυτού ελέγχου. Αν διατυπωθεί άρνηση με αυτή την αιτιολογία, δεν είναι αναγκαίο να γίνεται διάκριση μεταξύ ελεγχομένων και μη ελεγχομένων παρτίδων.
Κατά τη γνώμη μου, το συμπέρασμα αυτό βρίσκει νόμιμο έρεισμα στη νομολογία του Δικαστηρίου.
57. Μπορεί να αναφερθεί η απόφαση του Δικαστηρίου της 12ης Ιουνίου 1990 στην υπόθεση 8/88 (25), που αφορούσε το κύρος αποφάσεως της Επιτροπής σχετικά με την άρνηση χορηγήσεως κοινοτικής χρηματοδοτήσεως για ποσά που είχε καταβάλει η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας ως πριμοδότηση σε παραγωγούς πρόβειου κρέατος και για τη διατήρηση του κεφαλαίου γαλακτοφόρων αγελάδων. Η Επιτροπή θεμελίωσε την απόφασή της στο ότι δεν υφίστατο κανένα αποδεκτό σύστημα ελέγχου και ότι δεν είχε αποδειχθεί ότι πράγματι είχε διενεργηθεί ικανοποιητικός έλεγχος. Το Δικαστήριο αποφάνθηκε, μεταξύ άλλων, ως εξής:
"Η Επιτροπή, προς στήριξη των συμπερασμάτων της σχετικά με την ανυπαρξία μιας πραγματικής γενικής οργανώσεως ελέγχων στα οικεία ομόσπονδα κράτη, αναφέρει ορισμένες ατομικές περιπτώσεις κατά τις οποίες διαπίστωσε ότι οι εν λόγω πριμοδοτήσεις είχαν χορηγηθεί κατά τρόπο αδικαιολόγητο. Κατά τη γνώμη της προσφεύγουσας, οι ατομικές αυτές περιπτώσεις, έστω και αν υποτεθεί ότι έχουν διαπιστωθεί, δεν μπορούν να δικαιολογήσουν τη γενική άρνηση καταβολής, από το ΕΓΤΠΕ, που αποφάσισε
η Επιτροπή, αλλά, το πολύ-πολύ, τη μη αναγνώριση των δαπανών που αντιστοιχούν στις εν λόγω ατομικές περιπτώσεις.
Η άποψη αυτή δεν μπορεί να γίνει δεκτή. Πράγματι, αυτές οι ατομικές περιπτώσεις αδικαιολόγητης χορηγήσεως πριμοδοτήσεως δεν αποτελούν παρά ένα πρόσθετο στοιχείο για τη δικαιολόγηση της αιτιάσεως της Επιτροπής κατά την οποία, στα δύο προαναφερθέντα ομόσπονδα κράτη, δεν υφίσταντο αποτελεσματικά μέτρα εποπτείας και ελέγχου της τηρήσεως των προϋποθέσεων χορηγήσεως των πριμοδοτήσεων." (σκέψεις 41 και 42).
Ο γενικός εισαγγελέας Van Gerven διατύπωσε την ίδια άποψη στις προτάσεις του επί της υποθέσεως αυτής ως εξής:
"(...) Η Επιτροπή μπορεί και οφείλει να αρνείται την κοινοτική χρηματοδότηση όχι μόνο όταν σε μια περιοχή δεν υφίσταται κανένα στοιχείο σχετικά με την ύπαρξη ενός ελαχίστου ελέγχου επί του προορισμού των χορηγουμένων επ' ονόματι της Κοινότητας ποσών (...) αλλά και όταν ορισμένες σημαντικές σχετικά με τον έλεγχο υποχρεώσεις δεν τηρούνται σε μια περιοχή, πράγμα που θα μπορεί να προκύψει από ένα σημαντικό ποσοστό ανακριβών φακέλων. Στα κράτη μέλη εναπόκειται να δημιουργήσουν κάποια αμφιβολία ως προς την ορθότητα της κρίσεως της Επιτροπής - που στηρίζεται αναπόφευκτα σε υποθέσεις και επαγωγές - ισχυριζόμενα ότι η κρίση αυτή δεν ερείδεται επί συγκεκριμένων γεγονότων συνδεομένων με τη σχετική όσον αφορά τους ελέγχους κατάσταση." (σκέψη 30).
58. Είναι χρήσιμο επίσης να αναφερθούν δύο αποφάσεις με τις οποίες το Δικαστήριο αποφάνθηκε ως προς το κύρος αποφάσεων της Επιτροπής περί αρνήσεως χορηγήσεως της κοινοτικής χρηματοδοτήσεως σε σχέση με ορισμένες δαπάνες ενισχύσεως για το αποκορυφωμένο γάλα. Το Δικαστήριο έκρινε με την απόφαση της 25ης Φεβρουαρίου 1988 στην υπόθεση 327/85 (26) ότι
"(...) στις περιπτώσεις κατά τις οποίες οι κοινοτικοί κανόνες δεν επιτρέπουν την καταβολή ενισχύσεων παρά μόνο με την προϋπόθεση ότι τηρήθηκαν ορισμένες διατυπώσεις αποδείξεως ή ελέγχου, μια ενίσχυση
που χορηγήθηκε χωρίς να τηρηθεί αυτή η προϋπόθεση δεν είναι σύμφωνη με το κοινοτικό δίκαιο και, συνεπώς, η σχετική δαπάνη δεν είναι δυνατόν, καταρχήν, να αναγνωριστεί ότι βαρύνει το ΕΓΤΠΕ, ακόμη και αν είναι βέβαιο ότι δεν έχει διαπραχθεί καμία ουσιαστική πλημμέλεια." (σκέψη 25).
59. Στην απόφαση της 8ης Ιανουαρίου 1992 επί της υποθέσεως C-197/90 (27) το Δικαστήριο επανέλαβε την αμέσως προαναφερθείσα σκέψη και προσέθεσε:
"Or, etant donne qu' il resulte de ce que precede que les controles effectues par les autorites italiennes ne constituent pas des controles approfondis au sens de l' article 10, paragraphe 2, sous d), du reglement n 1725/79, precite, la Commission aurait pu exclure de l' imputation au FEOGA l' integralite des sommes en question. Par consequent, le gouvernement italien ne saurait faire grief a la Commission de s' etre bornee a effectuer un abattement forfaitaire de 10 %." (σκέψη 39).
60. Τα κράτη μέλη έχουν αναμφισβήτητα υποχρέωση να διενεργούν ελέγχους, τηρώντας τις ποιοτικές προϋποθέσεις κατά την πώληση καπνών στην παρέμβαση, βλ., μεταξύ άλλων, τον κανονισμό 729/70, ο οποίος επιβάλλει στα κράτη μέλη τη γενική υποχρέωση να διασφαλίζουν ότι οι χρηματοδοτούμενες από το ΕΓΤΠΕ πράξεις διενεργούνται σε συμφωνία με τους κοινοτικούς κανόνες και δεν βλέπω γιατί το Δικαστήριο δεν θα πρέπει να εφαρμόσει επίσης την προαναφερθείσα νομολογία του στα μέτρα ελέγχου που εφαρμόζονται σε σχέση με την πώληση προς την παρέμβαση.
61. Από τον δειγματοληπτικό έλεγχο που διενήργησε η Επιτροπή κατεδείχθη επαρκώς, κατά τη γνώμη μου, ότι ο διενεργηθείς έλεγχος κατά την πώληση προς την παρέμβαση ήταν ελλιπής και ότι, κατά συνέπεια, δικαιολογημένα η Επιτροπή αποφάσισε να μην εγκρίνει την κοινοτική χρηματοδότηση σε σχέση με τα αποθέματα παρεμβάσεως ακατέργαστου καπνού.
62. Χάρη πληρότητας πρέπει τέλος να μνημονεύσω ότι η Ελληνική Δημοκρατία προέβαλε ότι η απόφαση της Επιτροπής είναι άκυρη επειδή στηρίζεται σε εσφαλμένη εφαρμογή του άρθρου 4 του κανονισμού (ΕΟΚ) 1883/78 του Συμβουλίου, της 2ας Αυγούστου 1978, περί των γενικών κανόνων χρηματοδοτήσεως των παρεμβάσεων από το Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο Προσανατολισμού και Εγγυήσεων, τμήμα Εγγυήσεων (28). Ως προς τον ισχυρισμό αυτό μπορώ να περιοριστώ στη διαπίστωση ότι η Ελληνική Δημοκρατία δεν κατόρθωσε να προσκομίσει κανένα στοιχείο από το οποίο να μπορέσω να σχηματίσω την πεποίθηση ότι η Επιτροπή δεν προέβη ορθώς στον συγκεκριμένο υπολογισμό των ταμιακών διορθώσεων. Μπορώ εν προκειμένω να αναφερθώ στο εσωτερικό σημείωμα της 17ης Ιουλίου 1990 το οποίο προσκόμισε η Επιτροπή και από το οποίο προκύπτουν οι αρχές υπολογισμού που εφαρμόστηκαν.
63. Ενόψει των προαναφερθέντων λόγων νομίζω ότι σε κανένα σημείο δεν μπορεί να γίνει δεκτό το αίτημα ακυρώσεως της Ελληνικής Δημοκρατίας που αφορά το μέρος αυτό της αποφάσεως της Επιτροπής.
Συμπέρασμα
Κατά συνέπεια, προτείνω στο Δικαστήριο να απορρίψει την προσφυγή και να καταδικάσει την Ελληνική Δημοκρατία στα δικαστικά έξοδα.
(*) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η δανική.
(1) Απόφαση 89/627/ΕΟΚ, της 15ης Νοεμβρίου 1989 (ΕΕ L 359, σ. 23).
(2) Αποφάσεις της 10ης Ιουλίου 1990, 259/87, Ελληνική Δημοκρατία κατά Επιτροπής (Συλλογή 1990, σ. 2845), 334/87 (Συλλογή 1990, σ. 2849), 335/87 (Συλλογή 1990, σ. 2875) απόφαση της 12ης Ιουλίου 1990, 35/88, Επιτροπή κατά Ελληνικής Δημοκρατίας (Συλλογή 1990, σ. 3125) και απόφαση της 19ης Μαρτίου 1991, C-32/89, Ελληνική Δημοκρατία κατά Επιτροπής (Συλλογή 1991, σ. Ι-1321).
(3) Βλ. σημείο 4.1.4.1 της συνοπτικής εκθέσεως της Επιτροπής σχετικά με τα αποτελέσματα των ελέγχων για την εκκαθάριση των λογαριασμών του ΕΓΤΠΕ, τμήμα Εγγυήσεων, για το οικονομικό έτος 1987 (εφεξής: η συνοπτική έκθεση), που προσκομίζεται ως παράρτημα ΙΙΙ του υπομνήματος αντικρούσεως.
(4) Βλ. υποσημείωση 2.
(5) Η εν λόγω προγραμματική συμφωνία αποτελεί επίσης αντικείμενο μιας υποθέσεως, δηλαδή της υποθέσεως C-61/90, που εκκρεμεί ενώπιον του Δικαστηρίου κατόπιν ασκήσεως προσφυγής της Επιτροπής κατά της Ελληνικής Δημοκρατίας βάσει του άρθρου 169 της Συνθήκης ΕΟΚ επί της οποίας ανέπτυξα τις προτάσεις μου στις 12 Φεβρουαρίου 1992.
(6) Βλ. το σημείο 4.2.2.2.3, περίπτωση 1), της συνοπτικής εκθέσεως, που προσκομίζεται ως παράρτημα Χ του υπομνήματος αντικρούσεως, και το σημείο 4.2.2.2.3, περίπτωση 1), καθώς και το σημείο 4.2.2.2.5 της Προσθήκης 2, τροπ. 1, στη συνοπτική έκθεση, η οποία προσκομίζεται ως παράρτημα Ι στην απάντηση της Επιτροπής επί του ερωτήματος του Δικαστηρίου.
(7) Η Ελληνική Δημοκρατία προβάλλει με το δικόγραφό της προσφυγής ότι η Επιτροπή επέβαλε καθ' υπέρβαση 409 456 000 δρχ επιπλέον, ανεξάρτητα από το ότι δεν προκύπτει από κανένα από τα στοιχεία που προσκομίστηκαν εν προκειμένω ότι η Επιτροπή προέβη ποτέ σε διόρθωση ως προς το ποσό αυτό. Ο ισχυρισμός αυτός εγκαταλείφθηκε, όπως φαίνεται σε σχέση με την απάντηση της Ελληνικής Δημοκρατίας στις ερωτήσεις του Δικαστηρίου, όπου η Ελληνική Δημοκρατία διευκρινίζει ότι, αν ληφθούν υπόψη οι υπολογισμοί της Επιτροπής, πρέπει να γίνει διόρθωση για ποσό ύψους 256 464 000 δρχ που αντιστοιχεί σε εισφορά συνυπευθυνότητας για 411 000 τόνους και όχι για ποσό 409 456 000 δρχ. Το ότι η Ελληνική Δημοκρατία θεωρεί ότι η ταμιακή διόρθωση για 411 000 τόνους σιτηρών ανέρχεται σε 256 464 000 δρχ και όχι σε 258 108 000 δρχ, το οποίο αποτελεί το ποσό που πράγματι διόρθωσε η Επιτροπή, οφείλεται στο ότι η Ελληνική Δημοκρατία υπολογίζει την τιμή μετατροπής 5,38 ECU ανά τόνο σε 624 δρχ ανά τόνο, ενώ η Επιτροπή υπολογίζει 628 δρχ ανά τόνο. Η Ελληνική Δημοκρατία δεν βάλλει εντούτοις κατά της τιμής μετατροπής που εφάρμοσε η Επιτροπή.
(8) ΕΕ ειδ. έκδ. 03/013, σ. 158.
(9) Με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2040/86 της Επιτροπής, της 30ής Ιουνίου 1986 (ΕΕ L 173, σ. 65), όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2572/86 της Επιτροπής, της 12ης Αυγούστου 1986 (ΕΕ L 229, σ. 25) θεσπίστηκαν λεπτομερείς εκτελεστικές διατάξεις για την εισφορά συνυπευθυνότητας στον τομέα των σιτηρών.
Με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1584/86 του Συμβουλίου, της 23ης Μαΐου 1986 (ΕΕ L 139, σ. 41) η εισφορά συνυπευθυνότητας καθορίστηκε σε 5,38 ECU ανά τόνο για την περίοδο εμπορίας 1986/87.
(10) Βλ. σημεία 4.2.2.2.1 και 4.2.2.2.2 της συνοπτικής εκθέσεως, βλ. αντιστοίχως παράρτημα Χ του υπομνήματος αντικρούσεως.
(11) Το έγγραφο προσκομίζεται ως παράρτημα XIV του υπομνήματος αντικρούσεως.
(12) Το έγγραφο προσκομίζεται ως παράρτημα ΧΙΙ του υπομνήματος αντικρούσεως.
(13) Η ποσότητα αυτή προκύπτει από το ότι η Ελληνική Δημοκρατία ισχυρίζεται στο δικόγραφο της προσφυγής της ότι η Επιτροπή αθεμίτως ζητεί το καθ' υπέρβαση ποσό των 409 456 000 δρχ ως εισφορά συνυπευθυνότητας. Το ποσό αυτό μπορεί να υπολογιστεί ως εξής: 5 141 000 τόνοι - 4 489 000 τόνοι = 652 000 τόνοι x 628 δρχ ανά τόνο = 409 456 000 δρχ.
(14) Η Ελληνική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι είχε ρητώς ανακοινώσει ότι επρόκειτο για προσωρινό αριθμό, "εφόσον ορισμένα στοιχεία θα πρέπει να επιβεβαιωθούν πριν καταστεί δυνατό να θεωρηθεί ως οριστικός ο αριθμός", δεν προβαίνει όμως σε κανενός είδους τεκμηρίωση εν προκειμένω. Στην απάντησή της στις ερωτήσεις του Δικαστηρίου η Ελληνική Δημοκρατία ανέφερε ότι επρόκειτο για κατ' εκτίμηση υπολογισμό που αφορούσε την επόμενη εσοδεία, πράγμα που δεν έχει ιδιαίτερη σημασία, επειδή τα αριθμητικά στοιχεία έπρεπε να τύχουν επεξεργασίας έναν χρόνο μετά τη λήξη της συγκεκριμένης περιόδου εμπορίας. Κατά την προφορική διαδικασία η Ελληνική Δημοκρατία διευκρίνισε ότι επρόκειτο για ατυχή διατύπωση.
(15) Η Ελληνική Δημοκρατία ανέφερε με την απάντησή της επί των ερωτήσεων του Δικαστηρίου ότι ο κατ' εκτίμηση υπολογισμός, τον οποίο αφορούν τα αριθμητικά στοιχεία που ανακοινώθηκαν αρχικά υπήρξε εξαιρετικά δύσκολος λόγω του ατομικού δυστυχήματος του Tchernobyl. Το δυστύχημα είχε ως συνέπεια ότι η Επιτροπή απαγόρευσε τη διάθεση σιτηρών στο εμπόριο που ήταν προσβεβλημένα με ραδιενέργεια, για τον λόγο δε αυτό τα σιτηρά παρέμειναν πέραν της διετίας στις αποθήκες παραγωγών και εμπόρων. Η Ελληνική Δημοκρατία δεν διευκρίνισε με πειστικό τρόπο τη στενότερη συνάφεια μεταξύ της αποθηκεύσεως αυτής και της μειώσεως της συνολικής εγχώριας καταναλώσεως σιτηρών.
(16) Βλ. σημείο 4.9.1 της συνοπτικής εκθέσεως που προσκομίζεται ως παράρτημα XVI του υπομνήματος αντικρούσεως.
(17) ΕΕ ειδ. έκδ. 03/033, σ. 28.
(18) ΕΕ ειδ. έκδ. 03/005, σ. 183.
(19) ΕΕ ειδ. έκδ. 03/005, σ. 93.
(20) Στην απόφασή του της 10ης Οκτωβρίου 1991, συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-161/90 και C-162/90, Carmela Petruzzi (Συλλογή 1991, σ. Ι-4845), η οποία αφορούσε δειγματοληπτικούς ελέγχους ως προς τα οργανοληπτικά χαρακτηριστικά του ελαιολάδου, το Δικαστήριο αποφάνθηκε:
"(...) l' effectivite meme des controles posteriori du classement initial de l' huile implique la faculte, pour la Commission, d' appliquer tout systeme d' analyse permettant d' elucider en toute certitude si le classement de l' huile, lors de sa presentation a l' intervention, a respecte les criteres d' appellation vises dans la reglementation communautaire applicable.
(...) le droit communautaire habilite la Commission, aux fins de verifier, selon des conditions rigoureuses de fiabilite, la regularite des operations d' intervention, a proceder a un controle qui ne consiste pas en une simple repetion des analyses effectuees lors de la presentation de l' huile a l' intervention." (Δικές μου οι υπογραμμίσεις, σκέψεις 17 και 18).
(21) Βλ., μεταξύ άλλων, την απόφαση της 12ης Ιουλίου 1984, 49/83, Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου κατά Επιτροπής (Συλλογή 1984, σ. 2931, σκέψεις 29 και 30) απόφαση της 24ης Μαρτίου 1988, 347/85, Ηνωμένο Βασίλειο της Μεγάλης Βρετανίας και Βόρειας Ιρλανδίας κατά Επιτροπής (Συλλογή 1988, σ. 1749, σκέψη 14) απόφαση της 12ης Ιουνίου 1990, 8/88, Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας κατά Επιτροπής (Συλλογή 1990, σ. 2321, σκέψεις 27 και 28), καθώς και την απόφαση της 8ης Ιανουαρίου 1992, C-197/90, Ιταλική Δημοκρατία κατά Επιτροπής (Συλλογή 1992, σ. Ι-1, σκέψη 15).
(22) Η Ελληνική Δημοκρατία περιορίστηκε εν προκειμένω να αναφέρει απαντώντας στις ερωτήσεις του Δικαστηρίου ότι "οι ελληνικές αρχές δεν μπορούν να δεχθούν ότι μπορούν να υπάρξουν αποκλίσεις, πέραν των ελληνικών εκτιμήσεων, σε ποσοστό μεγαλύτερο του 1,3 %".
(23) Υπόθεση 366/88, Γαλλική Δημοκρατία κατά Επιτροπής (Συλλογή 1990, σ. 3571).
(24) Απόφαση του Δικαστηρίου, της 21ης Φεβρουαρίου 1989, 214/86, Ελληνική Δημοκρατία κατά Επιτροπής (Συλλογή 1989, σ. 367, συνοπτική δημοσίευση) αφορούσε, μεταξύ άλλων, το κύρος μιας αποφάσεως με την οποία η Επιτροπή, κατόπιν λεπτομερέστερης αναλύσεως μιας δειγματοληψίας που είχε διενεργηθεί από την Ελληνική Δημοκρατία δέχθηκε ότι μόνο 10 % από τις παρτίδες σκληρού σίτου, από τις οποίες είχε ληφθεί το δείγμα, είχε νομίμως πωληθεί στην κοινοτική παρέμβαση. Ως προς τις εναπομένουσες παρτίδες σκληρού σίτου το αίτημα για την έγκριση κοινοτικής χρηματοδοτήσεως απορρίφθηκε στο σύνολό του. Το Δικαστήριο τόνισε ως προς τις εν λόγω εναπομένουσες παρτίδες απλώς ότι, καθόσον η Επιτροπή αρνείται να καλύψει μέσω του ΕΓΤΠΕ μία σειρά δαπανών για τον λόγο ότι οι δαπάνες διενεργήθηκαν, χωρίς το κράτος μέλος να τηρήσει τους κοινοτικούς έννομους κανόνες, οφείλει το ίδιο το κράτος μέλος να αποδείξει ότι τηρούνται οι απαιτούμενες προϋποθέσεις για την έγκριση της κοινοτικής χρηματοδοτήσεως. 'Οπως τόνισε ο γενικός εισαγγελέας Van Gerven στις προτάσεις του επί της υποθέσεως 8/88, βλ. υποσημείωση 21, το Δικαστήριο φαίνεται ότι δέχθηκε την αρχή της κατ' επέκταση εφαρμογής.
(25) Βλ. υποσημείωση 21.
(26) Υπόθεση 327/85, Βασίλειο των Κάτω Χωρών κατά Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (Συλλογή 1988, σ. 1065).
(27) Βλ. υποσημείωση 21.
(28) ΕΕ ειδ. έκδ. 03/022, σ. 91.
Το άρθρο 4 του κανονισμού 1883/78 ορίζει τα ακόλουθα:
"1. 'Οταν το μέτρο παρεμβάσεως προβλέπεται στο άρθρο 3 συνεπάγεται την αγορά και την αποθεματοποίηση προϊόντων, το χρηματοδοτούμενο ποσό καθορίζεται από τους ετήσιους λογαριασμούς οι οποίοι τηρούνται από τις υπηρεσίες ή οργανισμούς πληρωμής και στους οποίους χρεώνονται και πιστώνονται αντιστοίχως τα διάφορα στοιχεία εξόδων και εσόδων (...)"
Top