ΈΚΘΕΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠ' ΑΚΡΟΑΤΗΡΊΟΥ ΣΥΖΉΤΗΣΗ
στην υπόθεση C-32/89 ( *1 )
Ι — Πραγματικά περιστατικά και διαδικασία
1.
Ο κανονισμός (ΕΟΚ) 729/70 του Συμβουλίου, της 21ης Απριλίου 1970, περί χρηματοδοτήσεως της κοινής γεωργικής πολιτικής ( ΕΕ ειδ. έκδ. 03/005, σ. 93 ), ορίζει ότι η Κοινότητα, και συγκεκριμένα το τμήμα Εγγυήσεων του Ευρωπαϊκού Γεωργικού Ταμείου Προσανατολισμού και Εγγυήσεων (στο εξής: ΕΓΤΠΕ), χρηματοδοτεί απευθείας τις επιστροφές κατά την εξαγωγή προς τρίτες χώρες και τις παρεμβάσεις που γίνονται με σκοπό την εξομάλυνση των γεωργικών αγορών, οι οποίες αντιστοίχως χορηγούνται ή επιχειρούνται σύμφωνα με τους κοινοτικούς κανόνες στο πλαίσιο της κοινής οργανώσεως των γεωργικών αγορών.
Δυνάμει του άρθρου 4 του κανονισμού 729/70, η Επιτροπή θέτει στη διάθεση των κρατών μελών τις αναγκαίες πιστώσεις προκειμένου οι αρμόδιες εθνικές υπηρεσίες και οργανισμοί να προβαίνουν, σύμφωνα με τους κοινοτικούς κανόνες και τις εθνικές νομοθεσίες, στην πληρωμή των ποσών των εν λόγω επιστροφών και παρεμβάσεων. Κατά το άρθρο 5, παράγραφος 2, στοιχείο β, του κανονισμού αυτού, η Επιτροπή, κατόπιν διαβουλεύσεως με την επιτροπή του ΕΓΤΠΕ, εκκαθαρίζει προ του τέλους του επομένου έτους, βάσει των ετήσιων λογαριασμών, συνοδευόμενων από τα αναγκαία για την εκκαθάριση τους έγγραφα, τους λογαριασμούς των υπηρεσιών και οργανισμών που είναι εξουσιοδοτημένοι να πληρώνουν τις επιστροφές λόγω εξαγωγής προς τρίτες χώρες και τις παρεμβάσεις προς εξομάλυνση των γεωργικών αγορών, στο πλαίσιο της κοινής οργανώσεως των γεωργικών αγορών. Σύμφωνα με το άρθρο 9 του ως άνω κανονισμού 729/70, τα κράτη μέλη θέτουν στη διάθεση της Επιτροπής κάθε πληροφορία αναγκαία για την καλή λειτουργία του ΕΓΤΠΕ. Επί πλέον, οι υπάλληλοι της Επιτροπής έχουν το δικαίωμα να διενεργούν επιτόπιους ελέγχους, κατά τους οποίους έχουν πρόσβαση σε όλα τα έγγραφα που έχουν σχέση με τις χρηματοδοτούμενες από το ΕΓΤΠΕ δαπάνες.
Κατά το άρθρο 8, στοιχείο α, του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 1723/72 της Επιτροπής, της 26ης Ιουλίου 1972, περί εκκαθαρίσεως λογαριασμών για το Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο Προσανατολισμού και Εγγυήσεων, τμήμα Εγγυήσεων ( ΕΕ ειδ. έκδ. 03/008, σ. 115 ), η απόφαση περί εκκαθαρίσεως περιέχει καθορισμό του ποσού των δαπανών που πραγματοποιούνται σε κάθε κράτος μέλος κατά τη διάρκεια του σχετικού έτους και αναγνωρίζονται ως επιβαρύνουσες το ΕΓΤΠΕ, τμήμα Εγγυήσεων.
2.
Με την απόφαση 88/630/ΕΟΚ, της 29ης Νοεμβρίου 1988, η Επιτροπή προέβη στην εκκαθάριση των λογαριασμών των κρατών μελών για τις δαπάνες που είχαν χρηματοδοτηθεί από το Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο Προσανατολισμού και Εγγυήσεων (ΕΓΤΠΕ), τμήμα Εγγυήσεων, για το οικονομικό έτος 1986 (ΕΕ 1988, L 353, σ. 30) και καθόρισε το ποσό των δαπανών που αναγνώρισε ως επιβαρύνουσες το ΕΓΤΠΕ.
3.
Υπό το φως των ελέγχων που διενήργησε, η Επιτροπή έκρινε ότι ορισμένα ποσά, τα οποία είχε δηλώσει η Ελληνική Δημοκρατία για το υπό κρίσιν οικονομικό έτος, δεν πληρούσαν τις προϋποθέσεις που απορρέουν από τους κοινοτικούς κανόνες και δεν μπορούσαν να αναγνωριστούν ως βαρύνοντα το ΕΓΤΠΕ, τμήμα Εγγυήσεων. Η προσβαλλόμενη απόφαση αναφέρει ότι τα κράτη μέλη ενημερώθηκαν λεπτομερώς για τις διορθώσεις που επήλθαν στους λογαριασμούς τους και ότι τους δόθηκε η δυνατότητα να διατυπώσουν τη γνώμη τους επί του θέματος.
4.
Από τη δικογραφία προκύπτει ότι, κατά την άποψη της Επιτροπής, οι πράξεις που προκάλεσαν τις δαπάνες αυτές δεν ήσαν σύμφωνες προς τις διατάξεις που διέπουν τα οικεία μέτρα παρεμβάσεως. Η Επιτροπή, κατά τη διάρκεια των διμερών επαφών που προηγήθηκαν της εκδόσεως της αποφάσεως περί εκκαθαρίσεως των λογαριασμών, διευκρίνισε στην Ελληνική Δημοκρατία τους συγκεκριμένους λόγους για τους οποίους θεωρούσε αντικανονική καθεμία από τις πράξεις αυτές. Οι λόγοι αυτοί εκτέθηκαν στη Συνοπτική Έκθεση σχετικά με τα αποτελέσματα των ελέγχων για την εκκαθάριση των λογαριασμών του ΕΓΤΠΕ, τμήμα Εγγυήσεων, για το οικονομικό έτος 1986 (στο εξής: Συνοπτική Έκθεση), η οποία διαβιβάστηκε στην Ελληνική Δημοκρατία.
Με την υπό κρίση προσφυγή ζητείται η ακύρωση της αποφάσεως 88/630 στο σύνολο της, ειδικότερα δε η ακύρωση της καθόσον δεν αναγνωρίζονται σε βάρος του ΕΓΤΠΕ, τμήμα Εγγυήσεων, τα εξής ποσά:
1)
6840546 δραχμές, για επιστροφές και νομισματικά εξισωτικά ποσά, κατόπιν ερευνών που διενεργήθηκαν στην Ελλάδα στον τομέα των σιτηρών (σημείο 3.1.3.4.1, στοιχεία Α, Β και Γ, της προσθήκης στη Συνοπτική Έκθεση)·
2)
26358604 δραχμές, κατόπιν ερευνών στον τομέα των σιτηρών και για ποσότητα 65000 τόννων « σκληρού σίτου » ( σημείο 3.2.1.10.2, « σκληρός σίτος » της προσθήκης στη Συνοπτική Έκθεση )'
3)
406029 δραχμές, για την εκπρόθεσμη σύναψη σύμβασης αποθεματοποίησης προς λήψη ενισχύσεως δυνάμει του κανονισμού (ΕΟΚ) 1082/85 της Επιτροπής, της 26ης Απριλίου 1985, περί θεσπίσεως ενισχύσεως στην ιδιωτική αποθεματοποίηση των τυριών κεφαλοτύρι και κασέρι ( ΕΕ 1985, L 114, σ. 29) (σημείο 3.3.6.1.4 της προσθήκης στη Συνοπτική Έκθεση )·
4)
50762546 δραχμές, για την απευθείας υποβολή αιτήσεων για ενίσχυση στον οργανισμό πληρωμών από ορισμένες επιχειρήσεις συσκευασίας στην Ελλάδα (σημείο 3.4.1.2.1 της Συνοπτικής Έκθεσης)·
5)
6173884 δραχμές, για πωλήσεις, σε καθορισμένες τιμές, δυνάμει του κανονισμού (ΕΟΚ) 3444/84 της Επιτροπής, της 5ης Δεκεμβρίου 1984, για την πώληση, σε τιμή που καθορίζεται εκ των προτέρων, των σταφίδων συγκομιδής 1983 που κατέχουν οι ελληνικοί οργανισμοί αποθεματοποίησης ( ΕΕ 1984, L 318, σ. 33 ) (.σημείο 3.7.3.2 της Συνοπτικής Έκθεσης ).
II — Η ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασία
5.
Η προσφυγή πρωτοκολλήθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 6 Φεβρουαρίου 1989.
6.
Κατόπιν εκθέσεως του εισηγητή δικαστή και μετά από ακρόαση του γενικού εισαγγελέα, το Δικαστήριο αποφάσισε να προχωρήσει στην προφορική διαδικασία χωρίς προηγούμενη διεξαγωγή αποδείξεων.
7.
Η Ελληνική Δημοκρατία, προσφεύγουσα, ζητεί από το Δικαστήριο:
1)
να ακυρώσει την απόφαση 88/630/ΕΟΚ της Επιτροπής, της 29ης Νοεμβρίου 1988, σχετικά με την εκκαθάριση των λογαριασμών των κρατών μελών που αφορούν τις δαπάνες που έχουν χρηματοδοτηθεί από το Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο Προσανατολισμού και Εγγυήσεων, τμήμα Εγγυήσεων, για το οικονομικό έτος 1986, κατά τους τομείς ή τα σημεία που προσβάλλονται με την παρούσα προσφυγή·
2)
να καταδικάσει την Επιτροπή στην καταβολή της δικαστικής δαπάνης.
8.
Η Επιτροπή, καθής, ζητεί από το Δικαστήριο:
1)
να απορρίψει ως αβάσιμη την αίτηση ακυρώσεως της Ελληνικής Δημοκρατίας κατά της αποφάσεως 88/630/ΕΟΚ της Επιτροπής της 29ης Νοεμβρίου 1988·
2)
να καταδικάσει την αιτούσα στην καταβολή της δικαστικής δαπάνης.
9.
Με έγγραφο της 13ης Ιουλίου 1990, το Δικαστήριο κάλεσε την Ελληνική Δημοκρατία να γνωστοποιήσει αν, εν όψει των λύσεων που δέχτηκε το Δικαστήριο με τις εν τω μεταξύ εκδοθείσες αποφάσεις του της 10ης Ιουλίου 1990, υποθ. C-259/87, C-334/87, C-335/87, Ελληνική Δημοκρατία κατά Επιτροπής (Συλλογή 1990, σ. I-2845, I-2849, I-2875, αντιστοίχως), και της 12ης Ιουλίου 1990, υποθ. C-35/88, Επιτροπή κατά Ελληνικής Δημοκρατίας (Συλλογή 1990, σ. I-3125), εμμένει σε όλους τους λόγους ακυρώσεως και τις αιτιάσεις που προέβαλε με την υπό κρίση προσφυγή.
Με έγγραφο της 11ης Σεπτεμβρίου 1990, η Ελληνική Δημοκρατία δήλωσε ότι παραιτείται από ορισμένους λόγους ακυρώσεως και ορισμένα αιτήματα, μεταξύ των οποίων και εκείνο που αφορά τον τομέα της « απευθείας υποβολής αιτήσεων για ενίσχυση στον οργανισμό πληρωμών από ορισμένες επιχειρήσεις συσκευασίας στην Ελλάδα» (σημείο 3.4.1.2.1 της Συνοπτικής Έκθεσης). Οι λόγοι ακυρώσεως στους οποίους η Ελληνική Δημοκρατία δεν εμμένει προς στήριξη της προσφυγής της δεν εκτίθενται στη συνέχεια.
III — Λόγοι ακυρώσεως και επιχειρήματα των διαδίκων
Α — Περί των δαπανών για επιστροφές και νομισματικά εξισωτικά ποσά, που δεν αναγνωρίστηκαν κατόπιν ερευνών που διενεργήθηκαν στην Ελλάδα στον τομέα των σιτηρών (σημείο 3.1.3.4.1, στοιχεία Α, Β και Γ, της προσθήκης στη Συνοπτική Έκθεση)
10.
Κατά τη Συνοπτική Έκθεση, η Ελληνική Δημοκρατία έλαβε σειρά μέτρων δυναμένων να ανατρέψουν την κοινοτική πολιτική που ακολουθείται στον τομέα των σιτηρών και να πλήξουν τις αρχές της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων και της ίσης μεταχείρισης των συναλλασσομένων.
Η Επιτροπή αποφάσισε γι' αυτό να προβεί στη διενέργεια έρευνας, δυνάμει του άρθρου 9 του κανονισμού 729/70, για τα έτη 1982 και επόμενα. Η έρευνα περιέλαβε όλες τις εθνικές υπηρεσίες που έχουν σχέση με τη διαχείριση της αγοράς (σιτηρών και ζωοτροφών), και ιδίως την Κεντρική Υπηρεσία Διαχειρίσεως Εγχωρίων Προϊόντων ( στο εξής: ΚΥΔΕΠ ). Σκοπός της έρευνας ήταν να εξακριβωθεί σε ποιο βαθμό γίνονται μεταβιβαστικές πληρωμές προς την ΚΥΔΕΠ από τις εθνικές αρχές ή για λογαριασμό τους. Όσον αφορά τους οικονομικούς δεσμούς μεταξύ ΚΥΔΕΠ και Ελληνικού Δημοσίου, η Επιτροπή τονίζει, στη Συνοπτική Έκθεση, ότι, όπως προκύπτει από τις εκθέσεις πεπραγμένων της Τράπεζας της Ελλάδος, και ειδικότερα τις επισκοπήσεις των δημοσιονομικών αναγκών της χώρας, η ΚΥΔΕΠ ανήκει στον δημόσιο τομέα και πιο συγκεκριμένα στον τομέα της κεντρικής διοίκησης. Σύμφωνα με τις εκθέσεις πεπραγμένων της Τράπεζας της Ελλάδος, οι δραστηριότητες της ΚΥΔΕΠ έχουν άμεση επίδραση στους λογαριασμούς διαχειρίσεως των γεωργικών προϊόντων οι λογαριασμοί αυτοί απεικονίζουν έτσι την οικονομική κατάσταση της ΚΥΔΕΠ. Οι αγοραπωλησίες της ΚΥΔΕΠ χρηματοδοτούνται κυρίως από την Αγροτική Τράπεζα. Τα ελλείμματα αυτών των δραστηριοτήτων αντανακλώνται έτσι στους λογαριασμούς διαχειρίσεως των γεωργικών προϊόντων, οι οποίοι αποτελούν τη βάση του λογαριασμού καταναλωτικών αγαθών. Το έλλειμμα του λογαριασμού χρηματοδοτείται μέσω κρατικού δανεισμού από την Τράπεζα της Ελλάδος. Οι αγοραπωλησίες της ΚΥΔΕΠ αποτελούν αναπόσπαστο τμήμα του κρατικού προϋπολογισμού, τα δε ελλείμματα της ΚΥΔΕΠ αντανακλώνται στις χρηματοδοτικές δραστηριότητες της Τράπεζας της Ελλάδος. Στην έκθεση της για το έτος 1983, η τράπεζα ανέφερε ότι το επίπεδο τιμών των σιτηρών δεν εξαρτώνταν αποκλειστικά από το αντίστοιχο κοινοτικό και την πράσινη ισοτιμία της δραχμής, αλλά, σε τελική ανάλυση, και από την εθνική πολιτική. 'Ετσι, το 1982, όταν οι τιμές κυμαίνονταν σε επίπεδο κατώτερο του κοινοτικού, η διαφορά καταβλήθηκε στους παραγωγούς που παρέδιδαν στην ΚΥΔΕΠ από την Αγροτική Τράπεζα.
Κατά τη Συνοπτική Έκθεση, η έκθεση που καταρτίστηκε για την 36η Γενική Συνέλευση της ΚΥΔΕΠ, που συνήλθε στις 12 Δεκεμβρίου 1986 στην Αθήνα, και η έκθεση της Διεθνούς Ενώσεως Αλευροβιομηχάνων, που εγκρίθηκε κατά τη Γενική Συνέλευση της 29ης Μαΐου 1984, δείχνουν ότι η ΚΥΔΕΠ ανέλαβε για λογαριασμό του Δημοσίου να εκποιήσει τα αποθέματα μαλακού σίτου που είχε στην κατοχή της. Η υποχρέωση αυτή υλοποιήθηκε με τη σύναψη προγραμματικών συμφωνιών. Η Τράπεζα της Ελλάδος βεβαιώνει, στην έκθεση της για το οικονομικό έτος 1986, ότι, αν η κυβέρνηση κρίνει αναγκαία την επιχορήγηση της πίστης βάσει οικονομικών ή κοινωνικών θεωρήσεων, η επιχορήγηση αυτή πρέπει να προέλθει από τον κρατικό προϋπολογισμό. Η έκθεση της Τράπεζας για το έτος 1985 επιβεβαιώνει άλλωστε έμμεσα την ύπαρξη προγραμματικών συμφωνιών για τον μαλακό σίτο. Κατά τη Συνοπτική Έκθεση πάντα, η Επιτροπή διαθέτει ένα σημείωμα της 6ης Ιουνίου 1985, που έχει συνταχθεί και υπογράφεται από τη γενική διεύθυνση της ΚΥΔΕΠ και απευθύνεται στο Διοικητικό της Συμβούλιο' από το σημείωμα αυτό προκύπτει ότι το 1985 υπήρχαν δύο προγραμματικές συμφωνίες που συνή-φθησαν με το Υπουργείο Εθνικής Οικονομίας. Οι συμφωνίες αυτές αφορούσαν την εξαγωγή 40000 τόννων σιμιγδαλιού σκληρού σίτου και ποσότητας ζυμαρικών ισοδύναμης προς 15000 τόννους σκληρού σίτου.
Όσον αφορά την αγορά ζωοτροφών, από την προαναφερθείσα έκθεση πεπραγμένων της ΚΥΔΕΠ προκύπτει ότι αυτή ενεργεί αποκλειστικά ως εκπρόσωπος του Ελληνικού Δημοσίου. Το έλλειμμα που προέρχεται από τη δραστηριότητα αυτή καλύπτεται πλήρως από τον κρατικό προϋπολογισμό. Τα στοιχεία αυτά επιβεβαιώνονται από την από 4 Νοεμβρίου 1985 έκθεση της Νομικής Υπηρεσίας της ΚΥΔΕΠ για τη διαχείριση της αγοράς των κτηνοτροφικών σιτηρών, καθώς και από το υπ' αριθ. 189 πρακτικό της 14ης Φεβρουαρίου 1984 της κοινής επιτροπής των Υπουργείων Εμπορίου και Γεωργίας.
Από τα στοιχεία αυτά αντλούνται τα εξής συμπεράσματα:
—
η διαχείριση της αγοράς των κτηνοτροφικών σιτηρών και ζωοτροφών γενικότερα από την ΚΥΔΕΠ αποτελεί κρατικό μονοπώλιο·
—
η συνολική κάλυψη των εξόδων της ΚΥΔΕΠ για τη διαχείριση αυτή αποδεικνύει ότι τα προϊόντα πωλούνται σε τιμή κατώτερη της τιμής κόστους.
Η τεχνητή μείωση του κόστους των πρώτων υλών με την ανάληψη της κάλυψης των ελλειμμάτων αποτελεί τελικά παροχή χρηματοοικονομικού πλεονεκτήματος συμπληρωματικού ως προς τις επιστροφές λόγω εξαγωγής, που καταβάλλονται σε περίπτωση πώλησης στη διεθνή αγορά. Στη Συνοπτική Έκθεση, η Επιτροπή εκφράζει την άποψη ότι, για τα κτηνοτροφικά σιτηρά, που χαρακτηρίζονται από ελαστικότητα της ζήτησης λόγω της πολύ υψηλής τιμής τους, η επίπτωση της πολύ σημαντικής αυτής μείωσης της τιμής κόστους των ζωοτροφών είναι τέτοια, που, σε μια κανονική κατάσταση, χωρίς καμμιά εθνική ενίσχυση, δηλαδή σε μία τιμή σαφώς πιο υψηλή, τα προϊόντα αυτά δεν θα μπορούσαν να εξαχθούν. Από τις δηλώσεις δαπανών, όμως, τις οποίες υπέβαλε η Ελλάδα, προκύπτει ότι το κράτος μέλος αυτό είναι σημαντικός εξαγωγέας συνθέτων ζωοτροφών. Δεδομένου δε ότι η οικονομική επιβάρυνση που δημιουργείται από τις εξαγωγές αυτές είναι αποτέλεσμα αποκλειστικά της παρέμβασης αυτής επί του κόστους του προϊόντος, το ΕΓΤΠΕ δεν μπορεί να αναδεχθεί τις επιστροφές που χορηγήθηκαν κατά τα έτη 1982 έως 1986 για τις εν λόγω ζωοτροφές.
11.
Η ΕΑΑψική Δημοκρατία διατείνεται, κατ' αρχάς, ότι η Επιτροπή δεν ήταν αρμόδια προς έκδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως, διότι το άρθρο 5, παράγραφος 2, του κανονισμού 729/70 χρησιμοποιεί το ρήμα « αποφασίζει » στο στοιχείο α, που αναφέρεται στην προκαταβολή υπέρ των εθνικών υπηρεσιών και οργανισμών, ενώ χρησιμοποιεί το ρήμα « εκκαθαρίζει » στο στοιχείο β, στο πλαίσιο της εκκαθάρισης των λογαριασμών των υπηρεσιών και οργανισμών. Η Επιτροπή, επομένως, δεν έχει την εξουσία να εκδίδει « απόφαση », κατά την έννοια των διατάξεων του άρθρου 189 της Συνθήκης ΕΟΚ, όταν πρόκειται για την εκκαθάριση λογαριασμών.
12.
Η Ελληνική Δημοκρατία, θεωρεί ειδικότερα ότι, όσον αφορά τις αιτιάσεις τις σχετικές με τις «προγραμματικές συμφωνίες» (σημείο 3.1.3.4.1, στοιχεία Β και Α, της προσθήκης στη Συνοπτική Έκθεση), η απόφαση της Επιτροπής πάσχει από πλάνη περί τα πράγματα και εσφαλμένο των πραγμάτων χαρακτηρισμό.
Συναφώς, η Ελληνική Δημοκρατία διατείνεται ότι τρεις μόνο προγραμματικές συμφωνίες, και όχι τέσσερις, όπως υποστηρίζει η Επιτροπή, έχουν συναφθεί μεταξύ ΚΥΔΕΠ και αλευροβιομηχάνων (όσον αφορά το αλεύρι από μαλακό σίτο — δύο συμφωνίες), καθώς και μεταξύ ΚΥΔΕΠ και βιομηχανιών ζυμαρικών ( όσον αφορά τα ζυμαρικά — μία συμφωνία ). Αντιθέτως προς ό,τι ισχυρίζεται η Επιτροπή, καμμία προγραμματική συμφωνία δεν έχει συναφθεί για το «σιμιγδάλι σκληρού σίτου » μεταξύ ΚΥΔΕΠ και Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας.
Η Ελληνική Δημοκρατία αποκρούει, εξ άλλου, τον ισχυρισμό της Επιτροπής ότι τα ελλείμματα της ΚΥΔΕΠ, τα προερχόμενα από τις εν λόγω προγραμματικές συμφωνίες, καλύφθηκαν από το Δημόσιο. Κατά την Ελληνική Δημοκρατία, αφενός, η ΚΥΔΕΠ αποτελεί τριτοβάθμια συνεταιριστική οργάνωση, η οποία ενεργεί, πράγματι και όχι απλώς τυπικά, για λογαριασμό των μελών της, τα οποία, από κοινού με την ΚΥΔΕΠ, καλύπτουν τα ανοίγματα του ισολογισμού της· αφετέρου, η χρηματοδότηση της ΚΥΔΕΠ από το Δημόσιο αποσκοπεί στην κάλυψη των αυξημένων χρηματοδοτικών « αναγκών » της ΚΥΔΕΠ, που οφείλονται στη μεγαλύτερη αποθεματοποίηση γεωργικών προϊόντων, και όχι σε κάλυψη των ελλειμμάτων της. Το ότι η ΚΥΔΕΠ ενεργεί για λογαριασμό των μελών της αποδεικνύεται από την ετήσια έκθεση της Τράπεζας της Ελλάδος, για το 1987, η οποία περιλαμβάνει την ΚΥΔΕΠ στον ιδιωτικό τομέα. Το 1986, η Τράπεζα της Ελλάδος είχε περιλάβει την ΚΥΔΕΠ στον δημόσιο τομέα για λόγους στατιστικής παρακολούθησης και μόνο.
13.
Η Ελληνική Δημοκρατία ζητεί ακόμη την ακύρωση της προσβαλλομένης αποφάσεως κατά το μέτρο που αφορά την «αγορά των ζωοτροφών » ( σημείο 3.1.3.4.1, στοιχείο Γ, της προσθήκης στη Συνοπτική Έκθεση), αφενός λόγω πλάνης περί τα πράγματα και εσφαλμένο των πραγμάτων χαρακτηρισμό και αφετέρου λόγω ελλείψεως αιτιολογίας ή πλημμελούς αιτιολογίας.
Στο πλαίσιο της πρώτης από τις δύο αυτές αιτιάσεις, η Ελληνική Δημοκρατία αμφισβητεί ότι η διαχείριση της αγοράς σιτηρών από την ΚΥΔΕΠ αποτελεί κρατικό μονοπώλιο, ότι η πώληση των προϊόντων της ΚΥΔΕΠ γίνεται σε τιμή κατώτερη της τιμής κόστους χάρη στη συνολική κάλυψη των εξόδων της ΚΥΔΕΠ από το Δημόσιο και ότι, χωρίς το χρηματοοικονομικό αυτό πλεονέκτημα ( 3200 δρχ/τόννο σιτηρών ), που είναι συμπληρωματικό ως προς τις επιστροφές λόγω εξαγωγής σε περίπτωση πώλησης στη διεθνή αγορά, τα προϊόντα αυτά δεν θα μπορούσαν να εξαχθούν, διότι η ζήτηση τους είναι πολύ ελαστική.
Η ΚΥΔΕΠ δεν κατέχει μονοπώλιο, αλλά είναι τριτοβάθμια συνεταιριστική οργάνωση, της οποίας μέλη είναι οι πρωτοβάθμιες και δευτεροβάθμιες αγροτικές συνεταιριστικές οργανώσεις, των οποίων μέλη είναι οι παραγωγοί δημητριακών. Επομένως, μέσω της ΚΥΔΕΠ διακινείται το σύνολο σχεδόν της παραγωγής των κτηνοτροφικών σιτηρών. Αυτή πραγματοποιεί τις εισαγωγές δημητριακών που είναι απαραίτητες στα μέλη της. Το Δημόσιο δεν επιβάλλει, ωστόσο, την κυριαρχία του με ισχυρή και προνομιακή πολιτική, διότι κανένα νομοθετικό ή τεχνικό εμπόδω δεν υφίσταται που θα μπορούσε να εμποδίσει την είσοδο άλλων επιχειρήσεων στον κλάδο.
Εξ άλλου, η χορήγηση κρατικών οικονομικών ενισχύσεων στην ΚΥΔΕΠ δεν αποτελεί απόδειξη ότι η ΚΥΔΕΠ πωλεί τα προϊόντα της σε τιμές κάτω του κόστους. Πράγματι, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της 36ης Γενικής Συνέλευσης της ΚΥΔΕΠ, αυτή μπορεί να δανειοδοτείται από την ΑΤΕ με τους όρους που προβλέπει η Τράπεζα της Ελλάδος, οι καταβαλλόμενες στους παραγωγούς τιμές καθορίζονται από την ΚΥΔΕΠ σύμφωνα με τους βέλτιστους για τα μέλη της όρους, τέλος δε, το άνοιγμα του ισολογισμού της ΚΥΔΕΠ καλύπτεται κατά το ήμισυ από το αποθεματικό της και κατά το έτερο ήμισυ από τα αποθεματικά των μελών της.
Τέλος, για ζωοτεχνικούς και οικονομικούς λόγους, η ζήτηση των κτηνοτροφικών σιτηρών είναι ανελαστική. Συγκεκριμένα, αφενός η διατροφή των γαλακτοφόρων αγελάδων που περιλαμβάνει χλωρά νομή και σύνθετες ζωοτροφές, που περιέχουν, π.χ., συγκεκριμένες μονάδες αμύλου, αζώτου ή ινωδών ουσιών, δυσχερώς μπορεί να υποκατασταθεί με χονδροειδείς ζωοτροφές· αυτό θα οδηγούσε σε ανεπιθύμητη μείωση της απόδοσης γάλακτος των αγελάδων. Αφετέρου, για τους ίδιους λόγους, η ποσοστιαία μεταβολή της ζήτησης είναι μικρότερη από την ποσοστιαία μεταβολή της τιμής, πράγμα που σημαίνει ότι η ζήτηση ζωοτροφών για ενσταυλισμένα ζώα είναι ανελαστική.
Προς στήριξη της δεύτερης αιτίασης, περί ελλείψεως αιτιολογίας, η Ελληνική Δημοκρατία διατείνεται ότι η Επιτροπή θα έπρεπε, στην απόφαση της, να αναφέρεται: α) στα τιμολόγια αγοράς πρώτων υλών από τις βιομηχανίες παραγωγής και επιχειρήσεις εμπορίας συνθέτων ζωοτροφών στην Ελλάδα· β) στις τιμές στις οποίες προσφέρονται, στις αγορές των τρίτων χωρών, οι σύνθετες ζωοτροφές τόσο της Ελλάδας όσο και άλλων κρατών μελών γ) στο κεφάλαιο των πρακτικών της 36ης Γενικής Συνέλευσης της ΚΥΔΕΠ, το οποίο αναφέρεται στη συγκέντρωση και εμπορία προϊόντων για λογαριασμό των παραγωγών.
Κατά τις διμερείς συζητήσεις, η Ελληνική Διοίκηση έθεσε υπόψη της Επιτροπής τιμολόγια της μεγαλύτερης ελληνικής επιχείρησης παραγωγής και εμπορίας συνθέτων ζωοτροφών, από τα οποία προκύπτει ότι καμμία ενίσχυση για την εξαγωγή των προϊόντων αυτών δεν χορηγήθηκε.
Το γεγονός αυτό αποδεικνύεται και από στοιχεία σχετικά με τη διενέργεια διεθνών διαγωνισμών. 'Ετσι, το κράτος της Λιβύης, ένας από τους μεγαλύτερους αγοραστές ζωοτροφών στη διεθνή αγορά, διενεργεί κατ' έτος διεθνείς διαγωνισμούς, στους οποίους έλαβε τις εξής προσφορές:
—
στον διαγωνισμό της 24ης Φεβρουαρίου 1984, για την αγορά τροφής αγελάδων, μετέσχαν ελληνικές επιχειρήσεις, προσφέροντας τιμή 263 δολλαρίων ΗΠΑ (US)$ ανά τόννο, γερμανικές επιχειρήσεις, που προσέφεραν τιμή 223 US$Aowo, και ιταλικές επιχειρήσεις, που προσέφεραν τιμή 223,5 US$Aówo·
—
στον διαγωνισμό της 23ης Ιανουαρίου 1985, για την αγορά τροφής αγελάδων, μετέσχαν ελληνικές επιχειρήσεις, που προσέφεραν τιμή 175 US$/towo, και ιταλικές επιχειρήσεις, που προσέφεραν τιμή 176 US$Aówo· για την αγορά τροφής προβάτων, ελληνικές επιχειρήσεις προσέφεραν τιμή 173 US$Aówo και ιταλικές επιχειρήσεις 170 US$Aówo· για την αγορά πτηνοτροφών ωοτοκίας ( μείγματα ), ελληνικές επιχειρήσεις προσέφεραν τιμή 212 ϋ8/$τόννο και ιταλικές επιχειρήσεις 204 US/$tóvvo· για την αγορά πτηνοτροφών για πάχυνση, ελληνικές επιχειρήσεις προσέφεραν τιμή 232 US$Aówo και ιταλικές επιχειρήσεις τιμή 212 US$Aówo·
—
στον διαγωνισμό του Φεβρουαρίου 1986 μετέσχαν ελληνικές επιχειρήσεις, προσφέροντας τιμή 175,5 USS/τόννο, και ιταλικές, προσφέροντας τιμή 175,5 USS/τόννο·
—
στον διαγωνισμό του Αυγούστου 1986, για την αγορά πτηνοτροφών ωοτοκίας, μετέσχαν ελληνικές επιχειρήσεις, προσφέροντας τιμή 224 USS/τόννο και ιταλικές, προσφέροντας τιμή 203 USS/τόννο· για την αγορά πτηνοτροφών για πάχυνση, ελληνικές επιχειρήσεις προσέφεραν τιμή 237 USS/τόννο και γερμανικές τιμή 224 USS/τόννο·
—
στον διαγωνισμό του Δεκεμβρίου 1986, για την αγορά πτηνοτροφών για πάχυνση, μετέσχαν γερμανικές επιχειρήσεις, προσφέροντας τιμή 214,5 USS/τόννο.
Εν όψει των αποτελεσμάτων των διαγωνισμών αυτών, η Ελληνική Δημοκρατία θεωρεί ότι καμμία διατάραξη των ίσων όρων ανταγωνισμού δεν σημειώθηκε μεταξύ επιχειρήσεων σε κοινοτικό επίπεδο. Προς ενίσχυση του συμπεράσματος αυτού, η προσφεύγουσα παραθέτει και έναν πίνακα εξαγωγών της Eurostat, σε τόννους, για τα έτη 1982, 1983, 1984, 1985 και 1986 των κρατών μελών, αφενός μεν προς την Λιβύη, στην οποία οι ελληνικές επιχειρήσεις εξάγουν είτε ποσότητες συμπληρωματικές προς εκείνες που παραδίδονται από επιχειρήσεις των άλλων κρατών μελών είτε ζωοτροφές ειδικών προδιαγραφών, αφετέρου δε προς τη Βουλγαρία και τη Μάλτα.
Εξαγωγές προς τη Αιβύη
(σε τόννους)
Έτος
Δασμολογική κλάση
Ελλάδα
Ιταλία
Βέλγιο-Λουξεμ-6ούργο
ΟΔ Γερμανίας
1982
2307 40
82993
242 137
31530
—
1983
2307 40
95 516
122 593
—
—
1984
2307 40
74202
129 415
—
46 663
1985
2307 40
45 862
88 028
12 050
—
1986
2307 40
113 345
29 416
12 000
—
Εξαγωγές προς τη Βουλγαρία
(σε τόννους)
Έτος
Δασμολογική κλάση
Ελλάδα
'Αλλες χώρες ΕΟΚ
1982
2307 40
—
—
1983
2307 40
16886
1984
2307 40
25 767
1985
2307 40
11808
1986
2307 40
988
Εξαγωγές προς τη Μάλτα
( σε τόννους )
Έτος
Δασμολογική κλάση
Ελλάδα
Άλλες χώρες ΕΟΚ
1982
2302 21
—
—
1983
2302 21
1200
—
1984
2302 21
—
—
1985
2302 21
2 240
660
1986
2302 21
—
—
Όπως προκύπτει, άλλωστε, από πίνακα των ποσοτήτων κτηνοτροφικών σιτηρών που εξάγονται, οι ποσότητες αυτές ανέρχονται σε ποσοστό που κυμαίνεται μεταξύ 8,7 έως 15 ο/ο της ποσότητας σε τόννους, η οποία απομένει από τη συνολική ετήσια παραγωγή, μετά την αφαίρεση της εγχωρίως καταναλισκομένης ποσότητας:
'Ετος
Σύνολο ελληνικής παραγωγής
Εγχώρια κατανάλωση
Απομένον υπόλοιπο
Σύνολο εξαγωγών σε όλον τον κόσμο
Εξαγόμενο ποσοστό σε σχέχη με το απομένον υπόλοιπο (%)
1981/1982
2422000
1200000
1222000
121063
9,9
1982/1983
2849000
1200000
1649000
234237
14,5
1983/1984
2674000
1200000
1474000
223498
15
1984/1985
2957000
1200000
1757000
153000
8,7
1985/1986
2255000
1200000
1055000
154999
14,5
Οι ελληνικές αρχές, επομένως, δεν διετάραξαν τις συνθήκες ισότητας μεταξύ των επιχειρήσεων κατά τη διαχείριση της κοινής γεωργικής πολιτικής.
14.
Η Επιτροπή θεωρεί ότι είναι αρμόδια να εκδίδει « αποφάσεις », κατά την έννοια του άρθρου 189 της Συνθήκης ΕΟΚ, όσον αφορά την εκκαθάριση λογαριασμών των κρατών μελών για δαπάνες χρηματοδοτούμενες από το ΕΓΤΠΕ. Η αρμοδιότητα αυτή προκύπτει ευθέως από τη διάταξη του άρθρου 5, παράγραφος 2, του κανονισμού 729/70. Η απόφαση του Δικαστηρίου της 27ης Ιανουαρίου 1988, υποθ. 349/85, Δανία κατά Επιτροπής (Συλλογή 1988, σ. 169 ), επιβεβαιώνει την αρμοδιότητα αυτή της Επιτροπής. Εξ άλλου, δεν μπορεί να νοηθεί εκκαθάριση χωρίς την έκδοση αποφάσεως από την Επιτροπή.
15.
Όσον αφορά τα αιτήματα για την ακύρωση των σημείων που αφορούν τις «προγραμματικές συμφωνίες» (σημείο 3.1.2.4.1, στοιχεία Β και Α, της προσθήκης στη Συνοπτική Έκθεση), η Επιτροπή θεωρεί ότι δεν υπέπεσε σε πλάνη περί τα πράγματα ούτε σε εσφαλμένο των πραγμάτων χαρακτηρισμό.
Ειδικότερα, η Επιτροπή αναφέρει στην απόφαση της και στα υπομνήματα της ότι η ΚΥΔΕΠ συνήψε συνολικά τέσσερις προγραμματικές συμφωνίες: δύο για το αλεύρι από μαλακό σιτάρι (μία 500000 τόννων με αντισυμβαλλόμενο τους αλευρόμυλους το 1983, που επιβάρυνε το Δημόσιο με 1,5 δισ. δραχμές, και μία με την Κυβέρνηση 400000 τόννων το 1984, που κόστισε στο Δημόσιο 710 εκατ. δρχ, ) και άλλες δύο για το σιμιγδάλι από σκληρό σίτο και τα ζυμαρικά, με αντισυμβαλλόμενο το Υπουργείο Εθνικής Οικονομίας, που επιβάρυναν τελικά το Δημόσιο με 535,5 εκατ. δραχμές. Όσον αφορά τις δύο τελευταίες αυτές συμφωνίες, ο Γενικός Διευθυντής της ΚΥΔΕΠ απηύθυνε στο Διοικητικό της Συμβούλιο ενημερωτικό σημείωμα της 6 Ιουνίου 1985, στο οποίο ομιλεί περί της συνάψεως, κατά το 1985, από την ΚΥΔΕΠ δύο προγραμματικών συμφωνιών με το Υπουργείο Εθνικής Οικονομίας. Οι συμφωνίες αυτές αφορούσαν την εξαγωγή 40000 τόννων σιμιγδα-λίου από σκληρό σιτάρι και μία ποσότητα ζυμαρικών ισοδύναμη με 15000 τόννους σκληρού σιταριού. Η ποσότητα των ζυμαρικών εκτιμάται σε 8900 περίπου τόννους (συντελεστής 1,67), ενώ τα ανοίγματα που προέκυψαν από τις εξαγωγές αυτές και καλύφθηκαν από το κράτος ήσαν της τάξεως των 535,5 εκατ. δραχμών. Η Επιτροπή φρονεί ότι, ενόψει των στοιχείων αυτών, στην Ελληνική Δημοκρατία εναπόκειται να αποδείξει με συγκεκριμένα στοιχεία ότι η προγραμματική συμφωνία για το σιμιγδάλι από σκληρό σιτάρι δεν υλοποιήθηκε.
Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι οι συμφωνίες αυτές προκάλεσαν στην ΚΥΔΕΠ « άνοιγμα » της τάξεως των 535,5 εκατ. δραχμών, για το οποίο, όπως αναφέρεται στο προαναφερθέν έγγραφο της 6ης Ιουνίου 1985, υπεγράφη από το Υπουργείο Εθνικής Οικονομίας απόφαση για πλήρη χρηματοδοτική κάλυψη της ΚΥΔΕΠ. Αυτή είναι εκπρόσωπος του Ελληνικού Κράτους, έστω και αν τυπικά εμφανίζεται ως τριτοβάθμια συνεταιριστική οργάνωση.
Η Επιτροπή στηρίζει τον ισχυρισμό αυτόν παραπέμποντας ενδεικτικά στα πρακτικά της 36ης Γενικής Συνελεύσεως της ΚΥΔΕΠ της 12ης Δεκεμβρίου 1986, στην έκθεση της 4ης Νοεμβρίου 1985 της Νομικής Υπηρεσίας της ΚΥΔΕΠ, στα πρακτικά της 189ης Συνεδριάσεως της 14ης Φεβρουαρίου 1984 της Επιτροπής που συστάθηκε με κοινή απόφαση των Υπουργών Εμπορίου και Γεωργίας, σε πολυάριθμες υπουργικές αποφάσεις και στα πρακτικά συνεδριάσεων του Ελληνικού Κοινοβουλίου, καθώς και στις ετήσιες εκθέσεις της Τράπεζας της Ελλάδος. Η Τράπεζα της Ελλάδος, σε όλες τις ετήσιες εκθέσεις της μέχρι και το 1986, αντιμετωπίζει την ΚΥΔΕΠ ως αποτελούσα τμήμα της Κεντρικής Κυβερνήσεως. 'Ετσι, από την έκθεση της Τράπεζας της Ελλάδος για το 1986 προκύπτουν τα εξής: το εθνικό έλλειμμα συμπεριλαμβάνει το (αρνητικό) αποτέλεσμα των λογαριασμών διαχείρισης των αγροτικών προϊόντων, που ανέρχεται στο ποσό των 22 δισ. δραχμών. Από την έκθεση της ίδιας τράπεζας για το 1985 προκύπτει ότι η ΚΥΔΕΠ αποτελεί τμήμα της Κεντρικής Κυβερνήσεως. Το γεγονός και μόνο ότι μετά το 1987η Τράπεζα της Ελλάδος κατατάσσει την ΚΥΔΕΠ στον ιδιωτικό τομέα σε τίποτε δεν αλλοιώνει τα πράγματα εν προκειμένω. Τούτο δε αφενός διότι η κρινόμενη υπόθεση αφορά εκκαθαρίσεις προηγουμένων του 1987 χρήσεων, αφετέρου δε διότι η Επιτροπή ουδέποτε αμφισβήτησε ότι τυπικά η ΚΥΔΕΠ αποτελεί τριτοβάθμια συνεταιριστική οργάνωση που ενεργεί για λογαριασμό των μελών της. Εξ άλλου, η Ελληνική Κυβέρνηση παραδέχεται expressis verbis την ύπαρξη κρατικής χρηματοδότησης της ΚΥΔΕΠ. Μεταξύ κρατικής χρηματοδότησης με στόχο την κάλυψη « αυξημένων χρηματοδοτικών αναγκών » και εκείνης που αποβλέπει στην κάλυψη των ελλειμμάτων της ΚΥΔΕΠ δεν υπάρχει διαφορά, διότι οι «χρηματοδοτικές ανάγκες» περιλαμβάνουν και τα « ελλείμματα ».
Από τις προεκτεθείσες σκέψεις προκύπτει ότι η σύναψη των τεσσάρων προγραμματικών συμφωνιών αποτελεί παρότρυνση yta την εξαγωγή μεταποιημένων σιτηρών, η οποία προκαλεί δαπάνες για επιστροφές σε βάρος του ΕΓΤΠΕ· επί πλέον, η εκτέλεση των συμφωνιών αυτών εμπεριέχει στοιχεία εθνικής ενίσχυσης, η οποία προστίθεται στην επιστροφή και επιτρέπει έτσι την προσφορά των μεταποιημένων προϊόντων στην παγκόσμια αγορά σε τιμές κατώτερες από τις συνήθεις.
16.
Όσον αφορά το αίτημα της ακυρώσεως που αφορά την « αγορά ζωοτροφών » ( σημείο 3.1.3.4.1, στοιχείο Γ, της προσθήκης στη Συνοπτική Έκθεση), η Επιτροπή, αναφερόμενη στην προσθήκη στη συνοπτική έκθεση, θεωρεί ότι η ΚΥΔΕΠ αποτελεί τμήμα της δημόσιας αρχής, η οποία καλύπτει τα ελλείμματα της και την χρησιμοποιεί συχνά προς επιδίωξη στόχων εθνικής πολιτικής· και τούτο, έστω και αν τυπικά εμφανίζεται τυπικά ως συνεταιριστική οργάνωση που ενεργεί για λογαριασμό των μελών της. Η ΚΥΔΕΠ αναλαμβάνει ρόλο αποκλειστικού ή σχεδόν αποκλειστικού διαχειριστή της αγοράς ζωοτροφών, πράγμα που σημαίνει στην ουσία ότι ασκεί μονοπώλιο.
Εξ άλλου, η Ελληνική Δημοκρατία αναγνωρίζει ότι το σύνολο σχεδόν της παραγωγής των κτηνοτροφικών δημητριακών διακινείται μέσω της ΚΥΔΕΠ και ότι οι τιμές αγοράς ενδέχεται να είναι υψηλότερες από τις τιμές ΕΟΚ. Αυτό άγει στο συμπέρασμα ότι η τιμή που προσφέρει η ΚΥΔΕΠ εμποδίζει τον ελεύθερο ανταγωνισμό με άλλους οικονομικούς φορείς. Η προσφορά δε της υψηλής αυτής τιμής εξηγείται από το γεγονός ότι τα ελλείμματα της ΚΥΔΕΠ καλύπτονται από το Κράτος. Η έμμεση αυτή και συμπληρωματική οικονομική ενίσχυση διαταράσσει την ισότητα μεταξύ επιχειρηματιών, εφόσον, εάν η κρατική αυτή παρέμβαση δεν υπήρχε, οι τιμές πωλήσεως θα ήσαν υψηλότερες από τις τιμές τις οποίες επικαλείται η Ελληνική Δημοκρατία. Η κάλυψη των ελλειμμάτων από την ΚΥΔΕΠ και τα μέλη της δεν είναι δυνατή. Πράγματι, όπως προκύπτει από τους ισολογισμούς της ΚΥΔΕΠ των ετών 1983, 1984 και 1985, τα αποθεματικά της ΚΥΔΕΠ ανέρχονται αντιστοίχως στα ποσά των 1,233, 1,401 και 1,443 δισ. δραχμών. Σύμφωνα, εξ άλλου, με το πρακτικό της 14ης Φεβρουαρίου 1984 της Επιτροπής διαχείρισης ζωοτροφών των Υπουργείων Εμπορίου και Γεωργίας, το άνοιγμα σε βάρος του Δημοσίου από τη διαχείριση ζωοτροφών, μόνο για το έτος 1982, ανήλθε σε 7,9 δισ. δραχμές. Το ότι τα αποθεματικά της ΚΥΔΕΠ αυξάνονται αποδεικνύει ότι η οικονομική διάρθρωση της ΚΥΔΕΠ δεν επηρεάζεται από τα ελλείμματα της.
Χωρίς να αμφισβητεί την ακρίβεια του περιεχομένου των τιμολογίων που προσκομίζει η Ελληνική Δημοκρατία, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι βάση της κρινόμενης δημοσιονομικής διορθώσεως αποτελεί όχι η χορήγηση από την Ελλάδα ευθέως ενισχύσεων κατά την εξαγωγή, αλλά η κρατική χρηματοδότηση ενός συγκεκριμένου τομέα οικονομικής δραστηριότητας, με την κάλυψη των διαχειριστικών ελλειμμάτων της ΚΥΔΕΠ από έσοδα του προϋπολογισμού. Εάν η χρηματοδότηση αυτή δεν υπήρχε, οι πραγματικές τιμές πωλήσεως των κτηνοτροφικών δημητριακών από την ΚΥΔΕΠ θα ήσαν πολύ υψηλότερες από τις τιμολογιακές τιμές, πράγμα που θα είχε ως συνέπεια την αύξηση της τιμής του υπό εμπορία τελικού προϊόντος τόσο στο εσωτερικό όσο και στο εξωτερικό. Η τεχνητή αυτή μείωση της τιμής πωλήσεως της πρώτης ύλης ισοδυναμεί, κατά την Επιτροπή, με έμμεση ενίσχυση στη φάση της εξαγωγής του τελικού προϊόντος. Δεδομένης δε της ύπαρξης αποθεμάτων ζωοτροφών σε μεγάλη κλίμακα, το επίπεδο της τιμής πωλήσεως αποτελεί καθοριστικό παράγοντα για την επιλογή των προμηθευτών από τις τρίτες χώρες. 'Ετσι, η ανελαστικότητα της ζήτησης για τα προϊόντα αυτά και αληθής υποτιθεμένη, εξουδετερώνεται από τη μεγάλη ελαστικότητα σε σχέση με τις τιμές.
Οι παρατιθέμενοι από την προσφεύγουσα στατιστικοί πίνακες αποδεικνύουν εμμέσως την ύπαρξη κατά την περίοδο μεταξύ 1981 και 1986 πολύ σημαντικών αποθεμάτων απώλητων δημητριακών, αποθεμάτων που οδηγούν στην ανάγκη μεγαλύτερης χρηματοδότησης.
17.
Τέλος, η Επιτροπή επικρίνει την αδράνεια των ελληνικών αρχών, που αρνήθηκαν να « ανοίξουν » την ΚΥΔΕΠ, και την έλλειψη οιασδήποτε ουσιαστικής ελληνικής συμβολής στην εκ μέρους της Επιτροπής άσκηση του ελέγχου της ακρίβειας των δηλωθεισών δαπανών.
Β — Περί των δαπανών που αναφέρονται στην « έρευνα που διεξήχθη στην Ελλάδα στον τομέα των σιτηρών» yia ποσότητα 65000 τόννων «σκληρού σίτου» (σημείο 3.2.1.10.2 της προσθήκης στη Συνοπτική Έκθεση)
18.
Κατά το άρθρο 4 του κανονισμού ( ΕΟΚ) 1569/77 της Επιτροπής, της 11ης Ιουλίου 1977, περί καθορισμού της διαδικασίας και των όρων αναλήψεως των σιτηρών από τους οργανισμούς παρεμβάσεως (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/018, σ. 203):
« 1.
Η ημερομηνία της αναλήψεως από τον οργανισμό παρεμβάσεως συμφωνείται μεταξύ του πωλητού και του οργανισμού παρεμβάσεως.
2.
Η πραγματική ανάληψη των σιτηρών πραγματοποιείται από τον οργανισμό παρεμβάσεως παρουσία του πωλητού ή των εκπροσώπων του, δεόντως εξουσιοδοτουμένων.
3.
Σε περίπτωση καθ' ην δεν δύναται να επιτευχθεί συμφωνία ως προς την ποιότητα και τα χαρακτηριστικά του προσφερομένου σιτηρού, τα αντιφατικά δείγματα που ελήφθησαν [τα δείγματα που ελήφθησαν παρουσία των συμβαλλομένων ] υποβάλλονται σε ανάλυση σε εργαστήριο εγκεκριμένο από τις αρμόδιες αρχές. Τα αποτελέσματα της αναλύσεως αυτής είναι οριστικά.
4.
Ο πωλητής και ο οργανισμός παρεμβάσεως δύνανται να εκπροσωπηθούν από τους αντιστοίχους εντολοδόχους τους. »
19.
Κατά τη Συνοπτική Έκθεση, από την έκθεση της ΚΥΔΕΠ της 12ης Δεκεμβρίου 1986 προκύπτει ότι, βάσει εθνικής οδηγίας για τον σκληρό σίτο, αποφασίστηκε επίσης να γίνει μεταφορά στην κοινοτική παρέμβαση, πράγμα που συνεπαγόταν έτσι εκποίηση των εθνικών αποθεμάτων. Επρόκειτο κυρίως για ποσότητα 65000 τόννων το 1985. Στην ίδια έκθεση, η γενική διεύθυνση της ΚΥΔΕΠ αναγνωρίζει ότι ο σκληρός σίτος που επιβάρυνε το ΕΓΤΠΕ δεν πληρούσε τα ποιοτικά κριτήρια για την κοινοτική παρέμβαση.
20.
Η Ελληνική Λημοκρατία φρονεί συναφώς ότι ο επίδικος σκληρός σίτος, όταν οδηγήθηκε στην παρέμβαση, πληρούσε τις ποιοτικές προδιαγραφές που απαιτούσαν οι κοινοτικοί κανονισμοί για να εισαχθεί στην παρέμβαση. Επομένως, η προσβαλλόμενη απόφαση είναι ακυρωτέα, πρώτον, για ελλιπή αιτιολογία ή για πλημμελή αιτιολογία, δεύτερον, για μη εφαρμογή του άρθρου 4 του κανονισμού 1569/77, τρίτον, για υπέρβαση της διακριτικής εξουσίας της Επιτροπής και, τέταρτον, για αναρμοδιότητα της Επιτροπής κατά τον χρόνο έκδοσης της προσβαλλόμενης απόφασης.
21.
'Ετσι, η Ελληνική Δημοκρατία διατείνεται, ειδικότερα, ότι ο σίτος ελέγχθηκε κατά την είσοδο του στην παρέμβαση. Τα σχετικά αποδεικτικά στοιχεία επισυνάπτονται στο δικόγραφο της προσφυγής. Εξ άλλου, η Επιτροπή είχε αποδείξεις εκ πρώτης όψεως, θα μπορούσε δε να λάβει υπόψη τα αποδεικτικά αυτά στοιχεία.
Η Ελληνική Δημοκρατία προσθέτει ότι, αν η Επιτροπή ήθελε να ελέγξει την ποσότητα του σκληρού σταριού, θα μπορούσε να ελέγξει τα αποδεικτικά στοιχεία « δελτία εκτιμήσεως σίτου », που συντάσσονταν και τηρούνταν σε κάθε φάκελλο. Η άρνηση ή η παράλειψη της Επιτροπής να το πράξει ( πράγμα που συνιστά ασυγχώρητη έλλειψη προνοητικότητας ή περίσκεψης ) δεν μπορεί να στοιχειοθετήσει ενέργεια καταλογισμού των δαπανών για τον εν λόγω σκληρό σίτο εις βάρος της Ελληνικής Δημοκρατίας, με το αιτιολογικό ότι, σε έκθεση της ΚΥΔΕΠ ( η οποία δεν μπορεί να θεωρηθεί ως αποδεικτικό στοιχείο), αναφέρεται ότι ο επίδικος σκληρός σίτος απέκλινε από τα ισχύοντα κριτήρια.
Στηρίζοντας την εκτίμηση της στα στοιχεία αυτά, η Επιτροπή υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής της εξουσίας, την οποία είχε σχετικά με τους ελέγχους της καλής διαχείρισης του ΕΓΤΠΕ.
22.
Η Επιτροπή φρονεί ότι, εφόσον η ΚΥΔΕΠ αναγνωρίζει ( στα πρακτικά της 36ης Γενικής Συνέλευσης της ΚΥΔΕΠ της 12ης Δεκεμβρίου 1986) ότι οι 65000 τόννοι σκληρού σίτου παραδόθηκαν στην παρέμβαση, επειδή εμφάνιζαν αποκλίσεις από τις κοινοτικές προδιαγραφές, η παραδοχή αυτή αποτελεί ισχυρότατη ένδειξη, αν όχι πλήρη απόδειξη, για την ποιότητα του σίτου. Εξ άλλου, η Ελλάδα ουδέποτε εμφάνισε « δελτία εκτιμήσεως σίτου » για την εν λόγω ποσότητα των 65000 τόννων σκληρού σίτου.
Η Επιτροπή παρατηρεί ότι, στην προσβαλλόμενη απόφαση, ήδη επεσήμανε ότι η άρνηση αναδοχής από το ΕΓΤΠΕ των δαπανών για τον επίδικο σκληρό σίτο οφειλόταν στους οικονομικούς λόγους για τους οποίους οι 65000 τόννοι οδηγήθηκαν στην παρέμβαση. Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, η μεταφορά των 65000 τόννων σκληρού σίτου ήταν καθαρά λογιστική, έγινε δε για να ελαφρυνθούν τα διογκωμένα αποθέματα της ΚΥΔΕΠ και να ανακουφισθεί οικονομικά η ΚΥΔΕΠ από τις οικονομικές υποχρεώσεις οι οποίες την εβάρυναν και ήσαν αποτέλεσμα τραπεζικών δεσμεύσεων, τις οποίες είχε αναλάβει για τις πληρωμές των διαδοχικών καλλιεργειών. Η μεταφορά του σκληρού σίτου στην παρέμβαση έγινε για λόγους εντελώς άσχετους και ξένους προς τους στόχους τους οποίους πρέπει να επιδιώκει η κοινοτική παρέμβαση. Οι θεωρήσεις αυτές αποτελούν εύλογο και επαρκή λόγο για τη μη αναγνώριση των σχετικών δαπανών από το ΕΓΤΠΕ.
Γ — Περί των δαπανών για την εκπρόθεομη σύναψη σύμβασης ιδιωτικής αποθεματοποίησης τυριών (σημείο 3.3.6.1.4 της προσθήκης στη Συνοπτική Έκθεση)
23.
Το άρθρο 2, παράγραφος 2, στοιχείο β, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1082/85 της Επιτροπής, της 26ης Απριλίου 1985, περί θεσπίσεως ενισχύσεως στην ιδιωτική αποθεματοποίηση των τυριών κεφαλοτύρι και κασέρι (ΕΕ 1985, L 114, σ. 29), έχει ως εξής:
« Άρθρο 2
1. (...)
2. Η σύμβαση αποθεματοποιήσεως συνάπτεται:
α)
(...),
β)
μετά τη λήξη των εργασιών θέσεως σε αποθεματοποίηση της παρτίδας τυρού που αποτελεί αντικείμενο της συμβάσεως και το αργότερο 40ημέρες μετά την ημερομηνία ενάρξεως της υπό σύμβαση αποθεματοποιήσεως. »
Ποσότητα 20 τόννων αποθεματοποιήθηκε στις 7 Οκτωβρίου 1985, η δε σύμβαση αποθεματοποιήσεως συνήφθη στις 9 Ιανουαρίου 1986, ήτοι 94ημέρες αργότερα. Για τον λόγο αυτό, επακολούθησε άρνηση επιβαρύνσεως του ΕΓΤΠΕ κατά το ποσό 406029 δραχμών.
24.
Η Ελληνική Δημοκρατία φρονεί ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι ακυρωτέα ως προς το σημείο αυτό, λόγω εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής της έννοιας της ανωτέρας βίας.
Προς στήριξη του αιτήματος αυτού, η Ελληνική Κυβέρνηση διατείνεται ότι ο Νικόλαος Τζαφέτας, αφού έθεσε τα τυριά του σε αποθεματοποίηση, ταχυδρόμησε, κατά την περίοδο που προηγείται των Χριστουγέννων, τα δικαιολογητικά από τα οποία προέκυπτε ότι τα τυριά είχαν τεθεί σε αποθεματοποίηση. Ο φόρτος εργασίας των ταχυδρομείων κατά την εποχή εκείνη του έτους καθυστέρησε τη διακίνηση της αλληλογραφίας. Όπως όμως προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλλου, τα τυριά τέθηκαν σε αποθεματοποίηση στις 7 Οκτωβρίου 1985. Η καθυστέρηση παραλαβής των δικαιολογητικών οφειλόταν σε ανωτέρα βία, την οποία η Επιτροπή όφειλε να αναγνωρίσει. Στην απόφαση της περί εκκαθαρίσεως, η Επιτροπή όφειλε να αναγνωρίσει, για την εν λόγω σύμβαση αποθεματοποίησης, ότι το ποσό των 406029 δραχμών εβάρυνε το ΕΓΤΠΕ.
25.
Η Επιτροπή θεωρεί ότι η έννοια της ανωτέρας βίας είναι έννοια εξαιρετική και ερμηνεύεται στενά· δεν μπορεί να περιλάβει την καθυστέρηση της αλληλογραφίας κατά τις παραμονές Χριστουγέννων. Εξ άλλου, η Ελληνική Δημοκρατία κανένα στοιχείο δεν προσκομίζει που να αποδεικνύει τους ισχυρισμούς της και, επομένως, αυτός ο λόγος ακυρώσεως είναι απορριπτέος.
Δ — Περί των δαπανών για πωλήσεις, σε καθορισμένες τιμές (κανονισμός 3444/84), σταφίδων συγκομιδής 1983 στην Ελλάδα (σημείο 3.7.3.2 της Ėv-νοπτικής Εκθεσης)
26.
Ο κανονισμός (ΕΟΚ) 3444/84 της Επιτροπής, της 5ης Δεκεμβρίου 1984, για την πώληση, σε τιμή που καθορίζεται εκ των προτέρων, των σταφίδων συγκομιδής 1983 που κατέχουν οι ελληνικοί οργανισμοί αποθεματοποίησης (ΕΕ 1984, L 318, σ. 33), τέθηκε σε ισχύ στις 10 Δεκεμβρίου 1984. Η περίοδος εφαρμογής του έληξε στις 31 Ιανουαρίου 1985.
Οι ελληνικές αρχές απαγόρευσαν τις εξαγωγές σταφίδων συγκομιδής 1983 από 1ης Δεκεμβρίου 1984 μέχρι τις 9 Ιανουαρίου 1985. Το μέτρο αυτό εμπόδισε την ομαλή λειτουργία του καθεστώτος που θεσπίστηκε με τον κανονισμό 3444/84 και προκάλεσε αισθητή μείωση των ποσοτήτων που πωλήθηκαν τόσο κατά την πρώτη περίοδο που καλύπτεται από τον εν λόγω κανονισμό, από 10 Δεκεμβρίου 1984 έως 9 Ιανουαρίου 1985, κατά την οποία οι εξαγωγές απαγορεύονταν, όσο και κατά την δεύτερη περίοδο, από 10 έως 31 Ιανουαρίου 1985, εφόσον οι δυνητικοί αγοραστές δεν διέθεταν αρκετά χρονικά περιθώρια για να εξαγάγουν τα προϊόντα τους. Αυτό επέφερε αντίστοιχη διόγκωση των δαπανών του ΕΓΤΠΕ για αποθεματοποίηση και οικονομικές δαπάνες. Εν όψει των στοιχείων αυτών και δεδομένου ότι το ληφθέν από τις ελληνικές αρχές μέτρο είχε επίσης επίπτωση στα ποσά που δηλώθηκαν στο ΕΓΤΠΕ το 1986, η Επιτροπή επέφερε στις δηλωθείσες από την Ελληνική Κυβέρνηση δαπάνες διόρθωση ύψους 6173884 δραχμών.
27.
Ως προς το σημείο αυτό, η Ελληνική Δημοκρατία ζητεί την ακύρωση της προσβαλλόμενης απόφασης για πλάνη περί τα πράγματα, για πλάνη περί τον νομικό των πραγμάτων χαρακτηρισμό και για πλάνη περί την αντικειμενική ακρίβεια της αιτιολογίας της απόφασης.
Επ' αυτού, η Ελληνική Δημοκρατία διατείνεται, προσκομίζοντας μηνιαίους πίνακες της Εθνικής Στατιστικής Υπηρεσίας, από τους οποίους φαίνονται οι ποσότητες σταφίδων που εξήχθησαν κατά το πρώτο εξάμηνο 1986, ότι, από 1ης Ιανουαρίου 1981 και εντεύθεν, οι ελληνικές αρχές ουδέποτε παρενέβαλαν εμπόδια στην εξαγωγή σταφίδας. Τα προεδρικά διατάγματα, άλλωστε, τα οποία επικαλείται η Επιτροπή, καταργήθηκαν με το προεδρικό διάταγμα 215/86. Η Ελληνική Δημοκρατία είναι χώρα που κατ' εξοχήν παράγει και εξάγει σταφίδα. Η θέσπιση εμποδίων στην εξαγωγή του προϊόντος αυτού είναι εντελώς αντίθετη προς τους προσανατολισμούς της εξαγωγικής πολιτικής της Ελληνικής Δημοκρατίας. Την ανυπαρξία εμποδίων επιβεβαιώνει η συνεχής εξαγωγική ροή του προϊόντος καθ' όλο το έτος 1986.
28.
Η Επιτροπή παραπέμπει σχετικώς στα υπομνήματα της στην προαναφερθείσα υπόθεση 335/87, όπου θεωρεί ότι η εξαγωγή σταφίδας ήταν απαγορευμένη κατά το υπό κρίση χρονικό διάστημα. Και αν ακόμη η απαγόρευση ήρθη στη συνέχεια αναδρομικώς, αυτή η άρση δεν ανέτρεψε τις αρνητικές της συνέπειες, διότι οι έμποροι δεν εξεδήλωσαν κανένα ενδιαφέρον για ένα προϊόν που πίστευαν ότι δεν μπορούσαν να εξαγάγουν. Δεδομένου δε ότι η αναδρομική αυτή κατάργηση μεσολάβησε τρεις μόλις εβδομάδες πριν από τη λήξη της ισχύος του κανονισμού 3444/84, οι έμποροι δεν είχαν κανένα περιθώριο να αγοράσουν και να εξαγάγουν τις ποσότητες σταφίδας που θα μπορούσαν να είχαν εξαχθεί, αν είχαν στη διάθεση τους ολόκληρη τη χρονική περίοδο ισχύος του κοινοτικού κανονισμού.
Το αμφισβητούμενο μέτρο δεν αποσκοπούσε στην τυποποίηση των εξαγωγών με την αποφυγή της ανάμιξης σταφίδων από διαφορετικές εσοδείες, διότι, σύμφωνα με την κοινοτική ρύθμιση, οι ελληνικές αρχές όφειλαν να λάβουν όλα τα αναγκαία μέτρα, ώστε να εφαρμοστεί πλήρως ο κανονισμός περί των πωλήσεων.
G. F. Mancini
εισηγητής δικαστής
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η ελληνική.
Top