ΈΚΘΕΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠ' ΑΚΡΟΑΤΗΡΊΟΥ ΣΥΖΉΤΗΣΗ
στην υπόθεση C-34/89 ( *1 )
Ι — Πραγματικά περιστατικά και διαδικασία
1. Νομικό πλαίσιο
α) Το σύστημα χρηματοδοτήσεως της κοινής γεωργικής πολιτικής
Ο κανονισμός (ΕΟΚ) 729/70 του Συμβουλίου, της 21ης Απριλίου 1970, αφορά τη χρηματοδότηση της κοινής γεωργικής πολιτικής ( ΕΕ ειδ. έκδ. 03/005, σ. 93 ). Το άρθρο 1 προβλέπει ότι το τμήμα Εγγυήσεων του Ευρωπαϊκού Γεωργικού Ταμείου Προσανατολισμού και Εγγυήσεων (στο εξής: ΕΓΤΠΕ) χρηματοδοτεί τις επιστροφές κατά την εξαγωγή προς τρίτες χώρες και τις παρεμβάσεις για τη ρύθμιση των γεωργικών αγορών. Οι παρεμβάσεις αυτές επιχειρούνται, κατά το άρθρο 3 του κανονισμού, σύμφωνα με τους κοινοτικούς κανόνες στο πλαίσιο της κοινής οργανώσεως των γεωργικών αγορών.
Το άρθρο 4 ορίζει ότι τα κράτη μέλη υποδεικνύουν τις υπηρεσίες και τους οργανισμούς που εξουσιοδοτούν να πληρώνουν τις δαπάνες που προβλέπονται στο άρθρο 3. Οι ετήσιοι λογαριασμοί των υπηρεσιών και των οργανισμών αυτών, που διαβιβάζονται από τα κράτη μέλη στην Επιτροπή, εκκαθαρίζονται από αυτήν κατά το άρθρο 5, παράγραφος 2, στοιχείο β ). Τα κράτη μέλη της διαβιβάζουν επίσης τα αναγκαία για την εκκαθάριση αυτή έγγραφα.
Το άρθρο 8, παράγραφος 1, επιβάλλει στα κράτη την υποχρέωση να λαμβάνουν, σύμφωνα με τις νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές τους διατάξεις, τα αναγκαία μέτρα προκειμένου να εξασφαλίσουν την πραγματοποίηση και την κανονικότητα των χρηματοδοτουμένων από το ταμείο πράξεων, να προλάβουν και να διώξουν πλημμέλειες και να ανακτήσουν τα απολεσθέντα εξαιτίας πλημμελειών ή αμελειών ποσά. Τα κράτη μέλη οφείλουν, εξάλλου, να ενημερώνουν την Επιτροπή για τα ληφθέντα προς τον σκοπό αυτό μέτρα και, ιδίως, για την πορεία των διοικητικών και δικαστικών διαδικασιών. Στην παράγραφο 2 του άρθρου 8 διευκρινίζεται ότι, σε περίπτωση μη πλήρους ανακτήσεως, οι οικονομικές συνέπειες των πλημμελειών ή αμελειών αναλαμβάνονται από την Κοινότητα, εκτός εκείνων που προκύπτουν από πλημμέλειες ή αμέλειες καταλογιστέες στα διοικητικά όργανα ή οργανισμούς των κρατών μελών. Τα ανακτηθέντα ποσά καταβάλλονται στις υπηρεσίες ή οργανισμούς που ενεργούν πληρωμές και οι οποίοι τα εγγράφουν ως απομείωση των χρηματοδοτουμένων από το ΕΓΤΠΕ δαπανών.
Ο κανονισμός ( ΕΟΚ ) 1723/72 της Επιτροπής, της 26ης Ιουλίου 1972, περί της εκκαθαρίσεως των λογαριασμών του τμήματος εγγυήσεων του ΕΓΤΠΕ (JO L 186, σ. 1), καθορίζει τις λεπτομέρειες σχετικά με τους ετήσιους λογαριασμούς που πρέπει να διαβιβάζονται στην Επιτροπή, ώστε να μπορέσει αυτή να εκδώσει την απόφαση περί εκκαθαρίσεως κατά το άρθρο 5, παράγραφος 2, στοιχείο β), του κανονισμού 729/70. Το άρθρο 8, στοιχείο α ), του κανονισμού 1723/72 διευκρινίζει ότι η απόφαση αυτή πρέπει να περιέχει καθορισμό του ύψους των δαπανών που πραγματοποιήθηκαν σε κάθε κράτος μέλος κατά τη διάρκεια του οικείου έτους και οι οποίες επιβαρύνουν το ΕΓΤΠΕ, τμήμα εγγυήσεων.
β) Οι ενισχύσεις για την παραγωγή ελαιολάδου
Ο κανονισμός (ΕΟΚ) 1562/78 του Συμβουλίου, της 29ης Ιουνίου 1978, περί τροποποιήσεως του κανονισμού 136/66/ΕΟΚ περί δημιουργίας κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα των λιπαρών ουσιών ( ΕΕ ειδ. έκδ. 03/021, σ. 248 ), θεσπίζει νέο σύστημα ενισχύσεων για την παραγωγή και την κατανάλωση ελαιολάδου εντός της Κοινότητας. Το άρθρο 5 του κανονισμού 136/66/ΕΟΚ αφορά την ενίσχυση για την παραγωγή. Κατά την παράγραφο 1 του άρθρου αυτού η ενίσχυση καθορίζεται κάθε έτος προ της 1ης Αυγούστου για την περίοδο εμπορίας που αρχίζει το επόμενο έτος. Η παράγραφος 4 ορίζει ότι το Συμβούλιο καθορίζει τους γενικούς κανόνες εφαρμογής του άρθρου 5.
Ο κανονισμός (ΕΟΚ) 2753/78 του Συμβουλίου, της 23ης Νοεμβρίου 1978, θεσπίζει τους γενικούς κανόνες σχετικά με την ενίσχυση για την παραγωγή ελαιολάδου για την περίοδο 1978/1979. Κατά το άρθρο 12 του κανονισμού 2753/78, τα κράτη μέλη μπορούν να καταβάλλουν, από της υποβολής της αιτήσεως ενισχύσεως, προκαταβολή στις οργανώσεις παραγωγών η προκαταβολή αυτή δεν μπορεί να υπερβαίνει το 70 ο/ο του ύψους της ζητούμενης ενισχύσεως. Ανάλογες διατάξεις περιέχονται στους κανονισμούς που εφαρμόστηκαν στις περιόδους 1979/1980, 1980/1981, 1981/1982, 1982/1983 και 1983/1984 [βλέπε, αντίστοιχα, τους κανονισμούς ( ΕΟΚ ) 2378/79 (JO L 274, σ. 3), (ΕΟΚ) 2529/80 ( JO L 259, σ. 3 ), ( ΕΟΚ ) 2990/81 ( ΕΕ L 299, σ. 17 ), ( ΕΟΚ ) 2959/82 ( ΕΕ L 309, σ.30 ) και ( ΕΟΚ ) 2893/83 ( ΕΕ L 285, σ.13 ) ].
2. Τα πραγματικά περιονατικά
Ο ιταλικός οργανισμός παρεμβάσεως ΑΙΜΑ κατέβαλε προκαταβολές επί της ενισχύσεως για την παραγωγή ελαιολάδου για τις περιόδους 1978/1979 μέχρι 1983/1984. Αποδείχθηκε ότι, για τις περιόδους αυτές, οι προκαταβολές ήταν ανώτερες από τις πράγματι οφειλόμενες ενισχύσεις, συνεπεία μειώσεως των ποσοτήτων λαδιού που μπορούσαν να τύχουν ενισχύσεως. Το ποσό που καταβλήθηκε αχρεωστήτως ανερχόταν σε 10410055894 ιταλικές λίρες (LIT) και αφορούσε μεγάλο αριθμό αιτήσεων (94094), πολλές από τις οποίες αφορούσαν ασήμαντα ποσά. Λόγω του πλήθους των αιτήσεων, ο ΑΙΜΑ αντιμετώπισε δυσκολίες κατά την αναζήτηση του εν λόγω ποσού, έτσι ώστε να καθυστερήσει η κίνηση των διαδικασιών αναζητήσεως.
Στο πλαίσιο της εκκαθαρίσεως των λογαριασμών για το οικονομικό έτος 1983 οι υπηρεσίες της Επιτροπής πραγματοποίησαν ελέγχους στον ΑΙΜΑ στα τέλη του 1985. Οι υπηρεσίες αυτές διαπίστωσαν ότι ο υπολογισμός και η αναζήτηση των αχρεωστήτως καταβληθέντων ποσών ενισχύσεων δεν ήταν ικανοποιητικοί. Με τηλέτυπο της 29ης Ιουλίου 1986 η Επιτροπή κάλεσε τις ιταλικές αρχές να της παράσχουν πληροφορίες συναφώς.
Τα υπόλοιπα που έπρεπε να αναζητηθούν αποτέλεσαν επίσης αντικείμενο υπηρεσιακού εγγράφου της Επιτροπής της 15ης Απριλίου 1988 σχετικά με την εκκαθάριση των λογαριασμών του τμήματος Εγγυήσεων του ΕΓΤΠΕ για το οικονομικό έτος 1986. Στο έγγραφο αυτό,που απευθυνόταν προς τις ιταλικές αρχές, οι υπηρεσίες της Επιτροπής διαπιστώνουν ότι οι οικείοι παραγωγοί δεν ειδοποιήθηκαν ακόμη για τα ποσά που πρέπει να επιστρέψουν και γνωστοποιούν ότι επιφυλάσσονται να προτείνουν στην Επιτροπή διόρθωση της εκκαθαρίσεως. Η στάση αυτή αντικατοπτρίζεται στη συνοπτική έκθεση της 15ης Ιουνίου 1988, που αποκλείει την επιβάρυνση του ΕΓΤΠΕ με τα ποσά που πρέπει να αναζητηθούν.
Το Ιταλικό Υπουργείο Γεωργίας απάντησε με έγγραφο της 18ης Ιουνίου 1988 στο έγγραφο της Επιτροπής της 15ης Απριλίου 1988. Στο έγγραφό του αναφέρει ότι οι διαδικασίες αναζητήσεως είχαν εν τω μεταξύ κινηθεί. Από τις 20 μέχρι τις 22 Ιουνίου 1988 οι ιταλικές αρχές άνοιξαν, πράγματι, τρέχοντα λογαριασμό για την αποστολή 94094 συστημένων επιστολών προς τους παραγωγούς. Οι επιστολές αυτές απεστάλησαν πράγματι στο τέλος του εν λόγω μήνα. Το Ιταλικό Υπουργείο Γεωργίας ενημέρωσε την Επιτροπή για την αποστολή αυτή με έγγραφα της 28ης και της 30ής Ιουνίου 1988.
Οι απαντήσεις αυτές δεν οδήγησαν, ωστόσο, την Επιτροπή σε τροποποίηση της συνοπτικής εκθέσεως της 15ης Ιουνίου 1988 προς την επιθυμούμενη από τις ιταλικές αρχές κατεύθυνση. Η απόφαση 88/630/ΕΟΚ της Επιτροπής, της 29ης Νοεμβρίου 1988, σχετικά με την εκκαθάριση των λογαριασμών των κρατών μελών που αφορούν τις δαπάνες που έχουν χρηματοδοτηθεί από το ΕΓΤΠΕ, τμήμα Εγγυήσεων, για το οικονομικό έτος 1986 (ΕΕ L 353, σ. 30) αποκλείει, συνεπώς, την επιβάρυνση του ΕΓΤΠΕ με τις 10410055894 LIT που αντιστοιχούν στα ποσά που πρέπει να αναζητηθούν.
Οι διαδικασίες αναζητήσεως στην Ιταλία κατέληξαν, εν τω μεταξύ, στην επιστροφή 2 δισεκατομμυρίων LIT. Μεγάλος αριθμός δικών εκκρεμεί, ωστόσο, κατόπιν των αμφισβητήσεων που διατυπώθηκαν από πολλούς ενδιαφερομένους.
II — Η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου
Με δικόγραφο που κατέθεσε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 9 Φεβρουαρίου 1989 η Ιταλική Κυβέρνηση άσκησε την παρούσα προσφυγή κατά της αποφάσεως 88/630.
Η προσφυγή είχε ως σκοπό, καταρχάς, τη μερική ακύρωση αυτής της αποφάσεως, κατά το μέτρο που αποκλείει την επιβάρυνση του ΕΓΤΠΕ όχι μόνο με το ποσό των 10410055894 LIT, ως προς τα ποσά που έπρεπε να αναζητηθούν στον τομέα του ελαιολάδου, αλλά επίσης και με το ποσό των 54186548420 ιταλικών λιρετών, ως προς ορισμένα αντισταθμίσματα σε οργανώσεις παραγωγών στον τομέα των οπωρολαχανικών. Με έγγραφο της 21ης Δεκεμβρίου 1989 η Ιταλική Κυβέρνηση γνωστοποίησε ότι παραιτείται από το δεύτερο σκέλος της προσφυγής της που αφορά τα αντισταθμίσματα. Κατά τα λοιπά, η διαδικασία διεξήχθη κανονικά.
Κατόπιν εκθέσεως του εισηγητή δικαστή και μετά από ακρόαση του γενικού εισαγγελέα το Δικαστήριο αποφάσισε να προχωρήσει στην προφορική διαδικασία χωρίς προηγούμενη διεξαγωγή αποδείξεων.
Η Ιταλική Κυβέρνηση ζητεί από το Δικαστήριο:
—
να ακυρώσει την απόφαση 88/630 της Επιτροπής, της 29ης Νοεμβρίου 1988, σχετικά με την εκκαθάριση των λογαριασμών των κρατών μελών που αφορούν τις δαπάνες που έχουν χρηματοδοτηθεί από το ΕΓΤΠΕ, τμήμα Εγγυήσεων, για το οικονομικό έτος 1986, κατά το μέτρο που αποκλείει την επιβάρυνση του εν λόγω ταμείου με το ποσό των 10410055894 LIT, κατά την εκκαθάριση των λογαριασμών που διαβιβάστηκαν από την Ιταλική Δημοκρατία για τις δαπάνες του οικονομικού έτους 1986 ή με ποσό κατώτερο θεωρούμενο ως ορθό'
—
να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.
Η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο:
—
να απορρίψει την προσφυγή ως αβάσιμη'
—
να καταδικάσει την Ιταλική Δημοκρατία στα δικαστικά έξοδα.
III — Λόγοι ακυρώσεως και επιχειρήματα των διαδίκων
Η Ιταλική Κυβέρνηοη θεωρεί ότι η συμπεριφορά της Επιτροπής είναι αντίθετη προς το άρθρο 8 του προαναφερθέντος κανονισμού 729/70. Το εν λόγω άρθρο παραπέμπει στις εθνικές διατάξεις για την αναζήτηση των ποσών που απολέσθηκαν συνεπεία πλημμελειών ή αμελειών. Οι ισχύουσες στην Ιταλία εθνικές διατάξεις επιτρέπουν στις ιταλικές αρχές να ενεργήσουν την αναζήτηση των κακώς εισπραχθέντων ποσών εντός της συνήθους δεκαετούς προθεσμίας παραγραφής. Κατά την Ιταλική Κυβέρνηση οι προθεσμίες αυτές ασφαλώς δεν είχαν παρέλθει κατά τον χρόνο συντάξεως της συνοπτικής εκθέσεως και αποστολής των συστημένων επιστολών.
Ουδείς κοινοτικός κανόνας υποχρεώνει τις εθνικές αρχές να κινούν διαδικασίες αναζητήσεως σε διάστημα συντομότερο από το προβλεπόμενο στις ισχύουσες εθνικές διατάξεις. Από την απόφαση του Δικαστηρίου της 25ης Νοεμβρίου 1987, Ιταλική Δημοκρατία κατά Επιτροπής (343/85, Συλλογή 1987, σ. 4711) δεν μπορεί να συναχθεί η ύπαρξη τέτοιου κανόνα. Η Ιταλική Κυβέρνηση γνωρίζει ότι κατά την απόφαση αυτή, έλεγχοι που δεν πραγματοποιήθηκαν εμπροθέσμως μπορούν να καταστούν αδύνατοι μετά από ορισμένο χρόνο, λόγω περιστάσεων όπως η παύση της ( επιχειρηματικής ) δραστηριότητας ή η απώλεια λογιστικών εγγράφων. Η διαπίστωση αυτή δεν έχει, ωστόσο, σημασία εν προκειμένω. Τα περιστατικά που έδωσαν αφορμή στην προαναφερθείσα απόφαση αφορούν, πράγματι, κοινοτική ρύθμιση επιβάλλουσα προθεσμία, ενώ, εν προκειμένω, η κοινοτική ρύθμιση παραπέμπει ακριβώς στις εθνικές διατάξεις.
Η παραπομπή στο άρθρο 190 της κανονιστικής αποφάσεως περί διαχειρίσεως της περιουσίας και περί γενικού λογιστηρίου του κράτους ( regolamento per Ι' amministrazione del patrimonio e per la contabilità generale dello Stato RD 827 της 23ης Μαΐου 1924, Suppi. GU 129 της 3.6.1924) στερείται επίσης σημασίας εν προκειμένω. Η διάταξη αυτή, που επιβάλλει στους εφόρους την τήρηση μηνιαίας προθεσμίας από την πάροδο της προθεσμίας εξοφλήσεως του χρέους αφορά την ευθύνη των δημοσίων υπαλλήλων. Δεν υφίσταται, επομένως, καμμιά σχέση μεταξύ του άρθρου 190 της ανωτέρω κανονιστικής αποφάσεως και της παρούσας υποθέσεως.
Η Ιταλική Κυβέρνηση παρατηρεί, τέλος, ότι, εν πάση περιπτώσει, τήρησε την προθεσμία της 30ής Ιουνίου 1988 που όρισε η Επιτροπή για την κοινοποίηση της αποδείξεως περί της πραγματικής αποστολής των συστημένων επιστολών. Η Επιτροπή δεν έλαβε υπόψη τα έγγραφα που της διαβιβάστηκαν πριν από την πάροδο της προθεσμίας αυτής.
Η Επιτροπή θεωρεί ότι η καθυστέρηση επί τέσσερα ώς δέκα έτη της κινήσεως των διαδικασιών αναζητήσεως των αχρεωστήτως καταβληθέντων ποσών κατά τις περιόδους 1978/1979 μέχρι 1983/1984 συνιστούν αμέλεια της οποίας οι χρηματοοικονομικές συνέπειες επιβαρύνουν το κράτος. Η πραγματική αναζήτηση των ποσών αυτών κατέστη περίπλοκη ή αδύνατη μετά τη σώρευση των καθυστερήσεων αυτών. Το Δικαστήριο αποφάνθηκε συναφώς στην προαναφερθείσα απόφαση της 25ης Νοεμβρίου 1987.
Η Ιταλική Κυβέρνηση δεν μπορεί, εξάλλου, να δικαιολογήσει την αμέλεια της, επικαλούμενη τις προθεσμίες παραγραφής που ισχύουν στην Ιταλία. Το άρθρο 190 της ανωτέρω κανονιστικής αποφάσεως RD 827 της.23ης Μαΐου 1924, ακόμη και αν δεν εφαρμόζεται άμεσα εν προκειμένω, δείχνει ότι στην ιταλική έννομη τάξη ισχύουν προθεσμίες συντομότερες από τις προθεσμίες παραγραφής.
Η Επιτροπή θεωρεί, εξάλλου, ότι η έννοια της αμέλειας που περιέχεται στο άρθρο 8 του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 729/70 πρέπει να καθορίζεται ανεξάρτητα από την παράβαση συγκεκριμένου νομικού κανόνα. Η έννοια αυτή πρέπει να εκτιμηθεί σε σχέση με τη συμπεριφορά του « συνετού οικογενειάρχη ». Ο επιμελής δανειστής δεν περιμένει, όμως, την τελευταία ημέρα της προθεσμίας παραγραφής για να ζητήσει την εξόφληση του χρέους.
Ρ. J. G. Kapteyn
εισηγητής δικαστής
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η ιταλική.
Top