ΈΚΘΕΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠ' ΑΚΡΟΑΤΗΡΊΟΥ ΣΥΖΉΤΗΣΗ
στην υπόθεση C-45/89 ( *1 )
Ι — Πραγματικά περιστατικά
Α — Νομικό πλαίσιο
α) Κοινοτικό δίκαιο
1.
Βάσει του άρθρου 75 της Συνθήκης ΕΟΚ, το Συμβούλιο εξέδωσε στις 17 Φεβρουαρίου 1975 την οδηγία 75/130/ΕΟΚ, περί θεσπίσεως κοινών κανόνων για ορισμένες συνδυασμένες οδικές/σιδηροδρομικές μεταφορές εμπορευμάτων μεταξύ κρατών μελών (ΕΕ ειδ. έκδ. 07/001, σ. 244). Η δεύτερη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας δικαιολογεί την έκδοση της ως εξής:
« εκτιμώντας ότι η χρησιμοποίηση της οδικής/σιδηροδρομικής μεθόδου στον τομέα των διεθνών οδικών μεταφορών εμπορευμάτων είναι οικονομικά πλεονεκτική προκειμένου περί μεγάλων αποστάσεων ότι η μέθοδος αυτή συντείνει στην αποσυμφόρηση της οδικής κυκλοφορίας προς όφελος της οδικής ασφαλείας' ότι παράλληλα συμβάλλει στην προστασία του περιβάλλοντος. ότι η ανάπτυξη της μεθόδου αυτής ευνοείται από την άρση όλων των ποσοτικών περιορισμών και από την κατάργηση των διαφόρων διοικητικών εμποδίων που ακόμη υφίστανται. ότι, για να αποφευχθούν οι καταχρήσεις, πρέπει να προβλεφθούν διάφορα μέτρα ελέγχου ».
Στο άρθρο 1, παράγραφος 1, περιέχεται ο εξής ορισμός:
« Κατά την έννοια της παρούσης οδηγίας νοείται ως:
—
συνδυασμένη οδική/σιδηροδρομική μεταφορά, η οδική μεταφορά εμπορευμάτων μεταξύ των κρατών μελών, κατά την οποία ο ελκυστήρας, το φορτηγό, το ρυμουλκούμενο, το ημιρυμουλκούμενο ή τα κινητά αμαξώματα τους μεταφέρονται διά σιδηροδρόμου από τον πλησιέστερο προς το σημείο φορτώσεως των εμπορευμάτων κατάλληλο σιδηροδρομικό σταθμό φορτώσεως έως τον πλησιέστερο προς το σημείο εκφορτώσεως των εμπορευμάτων κατάλληλο σιδηροδρομικό σταθμό εκφορτώσεως·
—
κινητό αμάξωμα, το μέρος του οχήματος, το οποίο προορίζεται να φέρει το φορτίο, διαθέτει στηρίγματα και μέσω μηχανισμού ο οποίος αποτελεί μέρος του οχήματος δύναται να αποσπάται από το όχημα και να επανασυνδέεται πάλι με αυτό. »
Με την οδηγία 79/5/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 19ης Δεκεμβρίου 1978 ( ΕΕ ειδ. έκδ. 07/002, σ. 94), η οποία τροποποίησε την οδηγία 75/130, το κείμενο του άρθρου 1, παράγραφος 1, αντικαταστάθηκε με το ακόλουθο κείμενο:
« Κατά την έννοια της παρούσας οδηγίας νοούνται ως:
—
συνδυασμένες σιδηροδρομικές/οδικές μεταφορές, οι οδικές μεταφορές εμπορευμάτων μεταξύ κρατών μελών στις οποίες το φορτηγό, το ρυμουλκούμενο, το ημιρυμουλκούμενο ( με ή χωρίς τον ελκυστήρα ), το κινητό αμάξωμα και το κοντέινερ μήκους 20 ποδών και άνω μεταφέρονται διά σιδηροδρόμου από τον πλησιέστερο προς το σημείο φορτώσεως των εμπορευμάτων κατάλληλο σιδηροδρομικό σταθμό φορτώσεως έως τον πλησιέστερο προς το σημείο εκφορτώσεως των εμπορευμάτων κατάλληλο σιδηροδρομικό σταθμό εκφορτώσεως·
—
κινητό αμάξωμα, το μέρος του οδικού οχήματος που προορίζεται να φέρει το φορτίο και το οποίο δύναται να αποσπάται και να επανασυνδέεται στο όχημα. »
Το άρθρο 2 της οδηγίας 75/130 ορίζει τα εξής:
« Κάθε κράτος μέλος πρέπει, το αργότερο πριν την 1η Οκτωβρίου 1975, να ελευθερώσει τις συνδυασμένες μεταφορές που αναφέρονται στο άρθρο 1 από κάθε καθεστώς ποσοστώσεων και αδειών. »
Κατά το άρθρο 6 της οδηγίας:
« Η παρούσα οδηγία δεν τροποποιεί τους όρους που ισχύουν σε κάθε κράτος μέλος για τη χορήγηση αδείας ασκήσεως του επαγγέλματος του οδικού μεταφορέα και την πρόσβαση στην αγορά των μεταφορών. »
Στα πρακτικά της συνεδριάσεως του Συμβουλίου κατά την οποία υιοθετήθηκε η οδηγία 75/130 περιλαμβάνεται δήλωση σχετικά με την τελευταία αυτή διάταξη. Η δήλωση αυτή έχει ως εξής:
« Το Συμβούλιο και η Επιτροπή δήλωσαν ότι η χρήση ελκυστήρα για τη μετακίνηση, εντός του εδάφους κράτους μέλους, ενός οχήματος που μεταφέρεται με συνδυασμένη σιδηροδρομική/οδική μεταφορά ή ενός κινητού αμαξώματος διέπεται από τους κανόνες που ισχύουν στο εν λόγω κράτος, χωρίς ωστόσο να μπορεί να προκύψει από τους κανόνες αυτούς ποσοτικός περιορισμός και υπό την επιφύλαξη της εφαρμογής των ευνοϊκοτέρων διατάξεων που ενδεχομένως ισχύουν μεταξύ κρατών μελών. »
β) Εθνικό δίκαιο
2.
Με το άρθρο 7 του διατάγματος που εξέδωσε η Ιταλική Κυβέρνηση στις 4 Ιουλίου 1985 (GURI αριθ. 197 της 22.8.1985), καθορίστηκε για το έτος 1985η ποσόστωση των ειδικών αδειών για τους μεμονωμένους ελκυστήρες που χρησιμεύουν αποκλειστικά για τη μεταφορά ρυμουλκουμένων ή ημιρυμουλκουμένων που χρησιμοποιούνται στις διεθνείς συνδυασμένες μεταφορές.
Το προοίμιο άλλου διατάγματος της 16ης Σεπτεμβρίου 1986 (GURI αριθ. 219 της 20.9.1986) ανέφερε ότι, ενόψει της οδηγίας 75/130, η οποία επιβάλλει στα κράτη μέλη της Κοινότητας να ελευθερώσουν το αργότερο έως την 1η Οκτωβρίου 1975 τις συνδυασμένες μεταφορές από κάθε καθεστώς ποσοστώσεων ή αδειών, και λαμβανομένου υπόψη του διατάγματος της 4ης Ιουλίου 1985, το άρθρο 7 του οποίου προέβλεπε την προαναφερθείσα ποσόστωση, έπρεπε να υιοθετηθούν πάραυτα οι διατάξεις της οδηγίας. Το μόνο άρθρο του εν λόγω διατάγματος διευκρίνιζε, κατά συνέπεια, ότι η ποσόστωση που προβλέπεται στο άρθρο 7, του διατάγματος της 4ης Ιουλίου 1985, δεν ίσχυε για τις μεταφορές μεταξύ κρατών μελών της ΕΟΚ, πρόσθετε δε ότι οι συνδυασμένες μεταφορές μεταξύ κρατών μελών δεν υπόκεινταν σε κανενός είδους ποσόστωση.
Λίγο αργότερα, με νέο διάταγμα της 24ης Οκτωβρίου 1986 (GURI αριθ. 263 της 12.11.1986, σ. 8 ), ανακλήθηκε το διάταγμα της 16ης Σεπτεμβρίου 1986.
Β — Ιστορικό της διαφοράς
3.
Οι υπηρεσίες της Επιτροπής, όταν έλαβαν την καταγγελία της θυγατρικής εταιρίας στο Μιλάνο της γερμανικής επιχειρήσεως Emons, η οποία απευθύνθηκε στην Επιτροπή για να αναφέρει ότι οι Ιταλικές Αρχές αρνούνταν να της χορηγήσουν οποιαδήποτε νέα άδεια μεταφοράς για τους ελκυστήρες που χρησιμοποιούνται στις συνδυασμένες μεταφορές, ζήτησαν από τις Ιταλικές Αρχές, με έγγραφο της 2ας Ιουνίου 1986, να τους αναφέρουν τις διατάξεις που ίσχυαν στην Ιταλία ως προς την εφαρμογή της οδηγίας 75/130.
Στο έγγραφο αυτό, καθώς και σε υπενθυμιστικό τηλετύπημα της 1ης Σεπτεμβρίου 1986, δεν δόθηκε καμία απάντηση.
4.
Κατά συνέπεια, η Επιτροπή, θεωρώντας ότι η ιταλική ρύθμιση περί συνδυασμένων μεταφορών αντέβαινε άμεσα στους κοινοτικούς κανόνες, κίνησε τη διαδικασία του άρθρου 169 της Συνθήκης ΕΟΚ. Με έγγραφο της 25ης Μαΐου 1987, η Επιτροπή επέστησε την προσοχή των Ιταλικών Αρχών στις υποχρεώσεις που απορρέουν τόσο από το άρθρο 5 της Συνθήκης ΕΟΚ όσο και από την οδηγία 75/130. Επειδή δεν δόθηκε καμία συνέχεια στο έγγραφο αυτό, η Επιτροπή εξέδωσε αιτιολογημένη γνώμη στις 4 Ιουλίου 1988.
Επειδή οι Ιταλικές Αρχές δεν αντέδρασαν καθόλου στην εν λόγω αιτιολογημένη γνώμη, η Επιτροπή αποφάσισε να ασκήσει την υπό κρίση προσφυγή.
II — Έγγραφη διαδικασία και αιτήματα των διαδίκων
5.
Η προσφυγή της Επιτροπής πρωτοκολλήθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 20 Φεβρουαρίου 1989.
Με Διάταξη της 4ης Οκτωβρίου 1989, το Δικαστήριο επέτρεψε στο Βασίλειο των Κάτω Χωρών να παρέμβει υπέρ των αιτημάτων της Επιτροπής.
Το Δικαστήριο, κατόπιν εκθέσεως του εισηγητή δικαστή και αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα, αποφάσισε να προχωρήσει στην προφορική διαδικασία χωρίς προηγούμενη διεξαγωγή αποδείξεων.
Η Επιτροπή, υποστηριζόμενη από το παρεμβαίνον, ζητεί από το Δικαστήριο:
—
να αναγνωρίσει ότι η Ιταλική Δημοκρατία, διατηρώντας σε ισχύ καθεστώς ποσοστώσεων και αδειών όσον αφορά τις συνδυασμένες σιδηροδρομικές/οδικές μεταφορές μεταξύ κρατών μελών και αρνούμενη να χορηγήσει άδειες στους ιδιώτες που προτίθενται να διενεργήσουν τέτοιες μεταφορές, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από την οδηγία 75/130/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 17ης Φεβρουαρίου 1975, περί θεσπίσεως κοινών κανόνων για ορισμένες συνδυασμένες οδικές/σιδηροδρομικές μεταφορές εμπορευμάτων μεταξύ των κρατών μελών, και ειδικότερα από το άρθρο 2 της εν λόγω οδηγίας
—
να καταδικάσει την Ιταλική Δημοκρατία στα δικαστικά έξοδα.
6.
Η Ιταλική Δημοκρατία ζητεί από το Δικαστήριο:
—
να απορρίψει την προσφυγή ως αβάσιμη.
III — Ισχυρισμοί και επιχειρήματα των διαδίκων
7.
Η Επιτροπή, υποστηριζόμενη από την Κυβέρνηση των Κάτω Χωρών, θεωρεί ότι η Ιταλική Δημοκρατία παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από την οδηγία 75/130 και, ειδικότερα, από το άρθρο 2 της οδηγίας αυτής.
Η Επιτροπή παρατηρεί ότι η οδηγία 75/130 εντάσσεται στο πλαίσιο της βαθμιαίας ελευθερώσεως των υπηρεσιών μεταξύ των κρατών μελών στον τομέα των μεταφορών.
Η οδηγία αυτή (βλ. άρθρα 1 και 2) διευκρινίζει ότι τα κράτη μέλη ελευθερώνουν από κάθε καθεστώς ποσοστώσεων και αδειών τις μεταφορές εμπορευμάτων μεταξύ κρατών μελών που διενεργούνται:
α)
οδικώς από το σημείο φορτώσεως του εμπορεύματος έως τον πλησιέστερο προς το σημείο φορτώσεως σιδηροδρομικό σταθμό·
β)
σιδηροδρομικώς από τον σταθμό αυτό έως την πλησιέστερο προς το σημείο εκφορτώσεως του εμπορεύματος σιδηροδρομικό σταθμό·
γ)
εκ νέου οδικώς από τον τελευταίο αυτό σταθμό έως το σημείο εκφορτώσεως του εμπορεύματος.
Κατά την Επιτροπή, κάθε καθεστώς ποσοστώσεων, ή έστω αδειών, στις συνδυασμένες μεταφορές εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 2 της οδηγίας 75/130, το οποίο απαγορεύει τα συστήματα αυτά.
Η Επιτροπή αναφέρει ότι δεν είναι απαραίτητη η σιδηροδρομική μεταφορά του ελκυστήρα προκειμένου να γίνει λόγος για συνδυασμένη μεταφορά. Κατά την Επιτροπή, η ερμηνεία αυτή βρίσκει έρεισμα στο ίδιο το γράμμα του άρθρου 1, παράγραφος 1, της οδηγίας, ιδίως μετά την τροποποίηση του αρχικού κειμένου της διατάξεως αυτής από την οδηγία 79/5. Συγκεκριμένα, ο ελκυστήρας δεν αναφέρεται πλέον μεταξύ των οχημάτων που απαριθμούνται στο άρθρο αυτό: μνημονεύεται δίπλα στον όρο « ημιρυμουλκούμενο », ακριβώς για να γίνει σαφές ότι δεν έχει σημασία η σιδηροδρομική μεταφορά του ( « με ή χωρίς τον ελκυστήρα » ).
Η Επιτροπή προσθέτει ότι η ίδια ερμηνεία επιβάλλεται και ενόψει των σκοπών που επιδιώκονται με την ελευθέρωση των συνδυασμένων μεταφορών. Εφόσον επιδιώκεται να ενθαρρυνθούν οι επιχειρήσεις να χρησιμοποιούν αυτόν τον τρόπο μεταφοράς, είναι αδιανόητο να τους επιβάλλεται η — όλως παράλογη από οικονομικής απόψεως — επιβάρυνση της σιδηροδρομικής μεταφοράς του ελκυστήρα, πράγμα το οποίο συνεπάγεται αύξηση του κόστους συνιστάμενη τόσο σε αύξηση των εξόδων σιδηροδρομικής μεταφοράς όσο και στην αντιπαραγωγική ακινητοποίηση του ελκυστήρα. Στην πράξη, στη μεγάλη πλειονότητα των συνδυασμένων μεταφορών ο ελκυστήρας δεν μεταφέρεται σιδηροδρομικώς.
Η Επιτροπή υποστηρίζει επίσης ότι τα ανωτέρω συμπεράσματα δεν επηρεάζονται από το άρθρο 6 της οδηγίας 75/130, όπως επιβεβαιώνεται από τη σχετική με τη διάταξη αυτή δήλωση, η οποία περιέχεται στα πρακτικά της συνεδριάσεως του Συμβουλίου κατά την οποία υιοθετήθηκε η οδηγία. Πράγματι, η δήλωση αυτή αποκλείει τη δυνατότητα επιβολής ποσοτικών περιορισμών στη χρησιμοποίηση ελκυστήρων για την αρχική και την τελική διαδρομή μιας συνδυασμένης μεταφοράς.
Αντιθέτως, κατά την Επιτροπή, πρέπει να θεωρηθεί ότι τα κράτη μέλη μπορούν νομίμως να καθιερώνουν, όσον αφορά τη χρησιμοποίηση ελκυστήρων για τις διαδρομές αυτές, σύστημα αυτομάτως χορηγουμένων αδειών. Η καθιέρωση ενός τέτοιου συστήματος είναι στην πράξη αναπόφευκτη, διότι όλες οι άλλες μορφές μεταφοράς υπόκεινται σε συστήματα αδειών: η άδεια, η οποία χορηγείται αυτομάτως κατόπιν αιτήσεως, καθιστά δυνατή, κατά τη διενέργεια των απαραιτήτων ελέγχων, τη διάκριση μεταξύ των ελευθερωμένων μεταφορών και των λοιπών μεταφορών. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο όλα τα κράτη μέλη εφαρμόζουν σύστημα αυτομάτως χορηγουμένων αδειών. Μόνη η Ιταλία, καταλήγει η Επιτροπή, υποβάλλει τα εν λόγω τμήματα των μεταφορών σε πραγματικό ποσοτικό περιορισμό, πράγμα το οποίο αντιβαίνει στο άρθρο 2 της οδηγίας 75/130.
Από την πλευρά της, η Κυβέρνηση των Κάτω Χωρών υποστηρίζει ότι με τον ορισμό των συνδυασμένων μεταφορών που περιέχεται στο άρθρο. 1, παράγραφος 1, της οδηγίας 75/130 είναι δυνατόν να νοηθούν οι ακόλουθες μορφές μεταφοράς ( όσον αφορά τις μεταφορτωνόμενες μονάδες):
α)
η σιδηροδρομική μεταφορά δενεργείται με το ημιρυμουλκούμενο συνοδευόμενο από τον ελκυστήρα (συνοδευόμενη συνδυασμένη μεταφορά) ·
β)
η σιδηροδρομική μεταφορά διενεργείται με το ημιρυμουλκούμενο χωρίς τον ελκυστήρα (μη συνοδευόμενη συνδυασμένη μεταφορά) ·
γ)
η σιδηροδρομική μεταφορά διενεργείται αποκλειστικά με το κινητό αμάξωμα (μη συνοδευόμενη συνδυασμένη μεταφορά ).
Ο ορισμός που περιέχεται στο άρθρο 1, παράγραφος 1, της οδηγίας 75/130 καλύπτει όχι μόνο τη συνοδευόμενη συνδυασμένη μεταφορά ( περίπτωση α ) αλλά και τις μη συνοδευόμενες συνδυασμένες μεταφορές ( ανωτέρω υπό β και γ αναφερόμενες μορφές μεταφοράς ).
Κατά την άποψη της Κυβερνήσεως των Κάτω Χωρών, το συμπέρασμα αυτό επιβάλλεται για τρεις κυρίως λόγους. Πρώτον, διότι, στην αντίθετη περίπτωση, η χωριστή μνεία του ελκυστήρα και του φορτηγού, αφενός, και του ρυμουλκούμενου, του ημιρυμουλκουμένου ή του κινητού αμαξώματος τους, αφετέρου, δεν θα είχε έννοια. Δεύτερον, διότι οι συνδυασμένες μεταφορές πρέπει να θεωρούνται ως ενιαία ενέργεια από το σημείο αναχωρήσεως, έως το σημείο αφίξεως, όπως επιβεβαίωσε και το Δικαστήριο με την απόφαση της 28ης Μαρτίου 1985, στην υπόθεση 2/84, Επιτροπή κατά Ιταλίας (Συλλογή 1985, σ. 1127, σκέψη 16). Συνεπώς, το γεγονός ότι σε ένα ή περισσότερα τμήματα της διαδρομής η μεταφορά διενεργείται σιδηροδρομικώς ή οδικώς δεν επηρεάζει την ενότητα της ενέργειας αυτής, όπως δεν την επηρεάζει και το γεγονός ότι ο συνδυασμός των μεταφορτωνομένων μονάδων μπορεί να μεταβάλλεται κατά τη διάρκεια της μεταφοράς. Τέλος, τρίτον, διότι η ερμηνεία σύμφωνα με την οποία το άρθρο 2 της οδηγίας 75/130 αναφέρεται μόνο στις συνοδευόμενες συνδυασμένες μεταφορές δεν συμβιβάζεται με τους σκοπούς της οδηγίας, όπως αυτοί περιγράφονται ιδίως στη δεύτερη αιτιολογική σκέψη.
Όσον αφορά το άρθρο 6 της οδηγίας 75/130, η Κυβέρνηση των Κάτω Χωρών υποστηρίζει ότι η διάταξη αυτή δεν εμποδίζει την ανωτέρω φμηνεία σχετικά με το άρθρο 1, παράγραφος Ι, της οδηγίας, καθόσον το άρθρο 6 αφορά μόνο τη μεταφορά και την παραλαβή, εντός του εδάφους κράτους μέλους, των μεταφορτωνομένων μονάδων στο πλαίσιο συνδυασμένης μεταφοράς. Σε περίπτωση διελεύσεως συνόρων, δεν έχει εφαρμογή το άρθρο 6 αλλά μόνο το άρθρο 2 της οδηγίας 75/130.
Η Κυβέρνηση των Κάτω Χωρών προσθέτει ότι το άρθρο 6 της οδηγίας 75/130 συνεπάγεται ότι η άδεια εισόδου ή εξόδου πρέπει να χορηγείται πάντοτε όταν πληρούνται οι ποιοτικοί όροι που επιβάλλονται σε όλους ανεξαιρέτως, χωρίς να γίνεται άμεση ή έμμεση διάκριση λόγω ιθαγενείας.
8.
Η Ιταλική Δημοκρατία διευκρινίζει με το υπόμνημα ανταπαντήσεως ότι συμφωνεί απολύτως ως προς το ότι, κατά την οδηγία 75/130, στις συνδυασμένες μεταφορές περιλαμβάνονται όχι μόνο οι περιπτώσεις στις οποίες ο ελκυστήρας μεταφέρεται σιδηροδρομικώς αλλά και οι περιπτώσεις στις οποίες μεταφέρεται σιδηροδρομικώς μόνον η μονάδα μεταφοράς χωρίς τον ελκυστήρα.
Ωστόσο, κατά την Ιταλική Κυβέρνηση, από τη διαπίστωση αυτή προκύπτει ότι το αποτέλεσμα της ελευθερώσεως, που επιβάλλεται από το άρθρο 2 της οδηγίας όσον αφορά τις συνδυασμένες μεταφορές, ενεργεί διαφορετικά αναλόγως του αν, στην πράξη, η συνδυασμένη μεταφορά διενεργείται υπό τη μία ή την άλλη μορφή (δηλαδή με ή χωρίς σιδηροδρομική μεταφορά του ελκυστήρα ).
Κατά την άποψη της Ιταλικής Κυβερνήσεως, στη δεύτερη περίπτωση, όταν δηλαδή η συνδυασμένη μεταφορά δεν διενεργείται με ίδια μέσα ωθήσεως, η μεταφορά κατά την τελική απόσταση που διανύεται οδικώς στο έδαφος ενός μόνου κράτους μέλους υπόκειται εν μέρει στο σύστημα που ισχύει στην εν λόγω χώρα μέλος, σύμφωνα με το άρθρο 6 της οδηγίας 75/130, δεδομένου ότι πρέπει να χρησιμοποιηθεί ελκυστήρας, μη συμπεριλαμβανόμενος στη συνδυασμένη μεταφορά, και τούτο σύμφωνα με τους κανόνες της αγοράς της χώρας στην οποία διανύεται μόνον η τελευταία οδική διαδρομή.
Η Ιταλική Κυβέρνηση προσθέτει ότι οι οδικές μεταφορές του είδους αυτού, οι οποίες πραγματοποιούνται στο εσωτερικό μιας μόνης χώρας για τη μετακίνηση, στις τελικές διαδρομές, μονάδων οδικών μεταφορών που χρησιμοποιούνται σε συνδυασμένη μεταφορά, δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της διατάξεως του άρθρου 2 της οδηγίας αντιθέτως, οι μεταφορές αυτές αποτελούν εσωτερικές μεταφορές της ενδιαφερόμενης χώρας και, ως τοιαύτες, υπόκεινται αποκλειστικά και μόνο στους κανόνες της χώρας αυτής, κατ' εφαρμογή του άρθρου 6 της οδηγίας. Αν η τελευταία αυτή διάταξη δεν εκληφθεί υπ' αυτήν την έννοια, τότε καθίσταται κενή περιεχομένου.
G. C. Rodríguez Iglesias
εισηγητής δικαστής
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η ιταλική.
Top