ΈΚΘΕΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠ' ΑΚΡΟΑΤΗΡΊΟΥ ΣΥΖΉΤΗΣΗ
στην υπόθεση C-62/89 ( *1 )
Ι — Νομοθετικό πλαίσιο και εξέλιξη της προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασίας
1.
Με τα άρθρα 2, 3, 4 και 11 του κανονισμού (ΕΟΚ) 170/83 του Συμβουλίου, της 25ης Ιανουαρίου 1983, περί θεσπίσεως κοινοτικού καθεστώτος διατηρήσεως και διαχειρίσεως των αλιευτικών πόρων ( ΕΕ L 24, σ. 1 ), παρέχεται στο Συμβούλιο η δυνατότητα να περιορίζει την αλιευτική δραστηριότητα για τα διάφορα είδη ή ομάδες ειδών ιχθύων η διατιθέμενη για την Κοινότητα ποσότητα αλιευμάτων κατανέμεται μεταξύ των κρατών μελών υπό μορφή ποσοστώσεων.
2.
Για το έτος 1985, ο κανονισμός (ΕΟΚ) 6/85 του Συμβουλίου, της 19ης Δεκεμβρίου 1984, για την κατανομή μεταξύ των κρατών μελών των ποσοστώσεων αλιείας για τα σκάφη που αλιεύουν στα ύδατα των Νήσων Φερόες (ΕΕ L 1, σ. 62), του οποίου η ισχύς παρατάθηκε μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 1985 με τον κανονισμό ( ΕΟΚ) 97/85 του Συμβουλίου, της 14ης Ιανουαρίου 1985, για την παράταση, μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 1985, της ισχύος των κανονισμών (ΕΟΚ) αριθ. 1/85, 2/85, 3/85, 4/85, 5/85, 6/85, 7/85 και 8/85, που αφορούν τον τομέα της αλιείας ( ΕΕ L 13, σ. 5 ), καθόρισε τις ποσοστώσεις αλιείας για τη Γαλλία σε 450 τόνους για τους σεβαστούς και 160 τόνους για τα πλατόψαρα.
3.
Κατά το άρθρο 5, παράγραφος 2, του κανονισμού 170/83,
«τα κράτη μέλη καθορίζουν, τηρώντας τις ισχύουσες κοινοτικές διατάξεις, τις λεπτομέρειες για τη χρησιμοποίηση των ποσοστώσεων που τους έχουν παραχωρηθεί ».
4.
Οι λεπτομέρειες αυτές καθορίζονται ιδίως στον κανονισμό (ΕΟΚ) 2057/82 του Συμβουλίου, της 29ης Ιουνίου 1982, περί θεσπίσεως ορισμένων μέτρων ελέγχου των αλιευτικών δραστηριοτήτων που ασκούνται από σκάφη των κρατών μελών ( ΕΕ L 220, σ. 1 ).
Κατά την παράγραφο 1 του άρθρου 1 του εν λόγω κανονισμού, κάθε κράτος μέλος οφείλει να επιθεωρεί, στα ύδατά του, τα αλιευτικά σκάφη όλων των άλλων κρατών μελών, προκειμένου να διασφαλίζει την τήρηση κάθε ρυθμίσεως που έχει σχέση με τα μέτρα διατηρήσεως και ελέγχου. Κατά την παράγραφο 2 του ιδίου άρθρου, οι αρμόδιες αρχές των κρατών μελών οφείλουν, αν διαπιστώσουν παράβαση των κειμένων διατάξεων, να κινήσουν την ποινική ή διοικητική διαδικασία κατά του πλοιάρχου του σκάφους.
Στα άρθρα 6 έως 9 του κανονισμού 2057/82 καθορίζονται οι υποχρεώσεις των κρατών μελών σχετικά με τον έλεγχο και την καταγραφή των αλιεύσεων.
Συγκεκριμένα, το άρθρο 6, παράγραφος 2, του εν λόγω κανονισμού επιβάλλει στα κράτη μέλη την υποχρέωση να λαμβάνουν τα μέτρα που είναι αναγκαία για να ελέγχουν την ακρίβεια των δηλώσεων των πλοιάρχων ως προς τις εκφορτούμενες ποσότητες και τον τόπο αλιείας για κάθε ιχθυαπόθεμα ή ομάδα ιχθυαπο-θεμάτων για το οποίο προβλέπεται σύνολο επιτρεπομένων αλιευμάτων ( στο εξής: TAC ).
Το άρθρο 9, παράγραφος Ι, του ιδίου κανονισμού ορίζει ότι τα κράτη μέλη φροντίζουν ώστε να καταγράφονται όλες οι εκφορτώσεις ιχθυαποθεμάτων ή ομάδων ιχθυαποθεμάτων που υπόκεινται σε TAC. Κατά την παράγραφο 2 του εν λόγω άρθρου, κάθε κράτος μέλος κοινοποιεί στην Επιτροπή, το πρώτο δεκαπενθήμερο κάθε μήνα, τις ποσότητες κάθε ιχθυαπο-θέματος ή ομάδος ιχθυαποθεμάτων που υπόκεινται σε TAC και οι οποίες εκφορτώθηκαν κατά τον προηγούμενο μήνα, αναφέροντας τον τόπο αλιεύσεως καθώς και την εθνικότητα των αλιευτικών για τα οποία πρόκειται. Επίσης, κοινοποιεί στην Επιτροπή κάθε πληροφορία προερχόμενη από τους πλοιάρχους σχετικά με τις ποσότητες των υποκειμένων σε TAC αλιευμάτων που μεταφορτώνονται σε άλλα σκάφη ή εκφορτώνονται απευθείας εκτός του κοινοτικού εδάφους.
Κατά το άρθρο 10, παράγραφος 1, του κανονισμού 2057/82,
« όλα τα αλιεύματα ιχθυαποθέματος ή ομάδας ιχθυαποθεμάτων για τα οποία έχει καθορισθεί ποσόστωση και τα οποία αλιεύονται από αλιευτικά σκάφη που φέρουν σημαία κράτους μέλους ή που είναι νηολογημένα σε κράτος μέλος υπολογίζονται, ανεξάρτητα από τον τόπο εκφορτώσεως, στην ποσόστωση αυτού του κράτους για το εν λόγω ιχθυαπόθεμα ή ομάδα ιχθυαποθεμάτων ».
Κατά την παράγραφο 2 του ιδίου άρθρου, κάθε κράτος μέλος καθορίζει την ημερομηνία κατά την οποία οι αλιεύσεις που υπόκεινται σε ποσόστωση και οι οποίες πραγματοποιήθηκαν από αλιευτικά σκάφη που φέρουν τη σημαία του ή είναι νηολογημένα στο έδαφός του θεωρούνται ότι έχουν εξαντλήσει την οικεία ποσόστωση. Από την ημερομηνία αυτή, το κράτος μέλος απαγορεύει προσωρινά την αλιεία ιχθύων του εν λόγω αποθέματος ή ομάδας αποθεμάτων. Το μέτρο αυτό κοινοποιείται χωρίς καθυστέρηση στην Επιτροπή, η οποία ενημερώνει σχετικά τα άλλα κράτη μέλη. Τέλος, κατά την παράγραρο 3 του εν λόγω άρθρου, η Επιτροπή, είτε μετά από κοινοποίηση των κρατών μελών, κατά την παράγραφο 2, είτε με δική της πρωτοβουλία, καθορίζει, με βάση τα υπάρχοντα στοιχεία, την ημερομηνία κατά την οποία, για ένα ιχθυαπόθεμα ή ομάδα ιχθυαποθεμάτων, οι αλιεύσεις που υπόκεινται σε ποσόστωση και οι οποίες πραγματοποιούνται από αλιευτικά σκάφη κράτους μέλους θεωρούνται ότι έχουν εξαντλήσει τη χορηγηθείσα ποσόστωση. Από την ημερομηνία αυτή, τα εν λόγω σκάφη παύουν να αλιεύουν, να μεταφορτώνουν ή να εκφορτώνουν τέτοιου είδους αλιεύματα.
5.
Διαπιστώσασα υπέρβαση των ποσοστώσεων που είχαν χορηγηθεί στη Γαλλία για το έτος 1985, αφενός, ως προς τους σεβαστούς (ποσόστωση 450 τόνων, αυξηθείσα σε 970 τόνους κατόπιν ανταλλαγών ποσοστώσεων στις οποίες προέβησαν οι γαλλικές αρχές βάσει του άρθρου 5, παράγραφος 1, του κανονισμού 170/83·ποσότητα δηλωθέντων αλιευμάτων: 984,7 τόνοι ) και, αφετέρου, ως προς τα πλατύ-ψαρα (ποσόστωση 160 τόνων ποσότητα δηλωθέντων αλιευμάτων: 708,4 τόνοι) στα ύδατα των Νήσων Φερόες, η Επιτροπή συνήγαγε ότι η Γαλλική Δημοκρατία δεν είχε συμμορφωθεί προς τις σχετικές διατάξεις των κανονισμών· 1/85, 6/85, 170/83 και 2057/82.
Κατόπιν αυτού, η Επιτροπή όχλησε, με το από 5ης Μαΐου 1987 έγγραφό της, σύμφωνα με το άρθρο 169 της Συνθήκης ΕΟΚ, την κυβέρνηση της Γαλλικής Δημοκρατίας, καλώντας την να υποβάλει, εντός προθεσμίας ενός μηνός, τις παρατηρήσεις της σχετικά με την παράβαση που της προσήπτετο και ζήτησε από την εν λόγω κυβέρνηση να την ενημερώσει περί των ποινικών ή διοικητικών διαδικασιών που κινήθηκαν κατά των ευθυνόμενων πλοιάρχων.
6.
Στην από 4ης Δεκεμβρίου 1987 απάντηση της, η κυβέρνηση της Γαλλικής Δημοκρατίας, τονίζοντας την περιορισμένη έκταση της υπερβάσεως των ποσοστώσεων ως προς τους σεβαστούς και επικαλούμενη δυσχέρειες στον υπολογισμό των αλιεύσεων οφειλόμενες στην έλλειψη ακριβούς οριοθετήσεως μεταξύ των κοινοτικών υδάτων και των υδάτων των Νήσων Φερόες, υποστήριξε ότι, για το συγκεκριμένο αυτό είδος, έλαβε εγκαίρως τα αναγκαία μέτρα προκειμένου να φθάσει η ποσόστωση, κατόπιν ανταλλαγής, στο ύψος στο οποίο προβλεπόταν ότι θα ανέλθουν οι αλιεύσεις των γαλλικών σκαφών και να ειδοποιηθούν οι αλιείς της ότι θα έπρεπε να σταματήσουν κάθε δραστηριότητα. Ως προς την υπέρβαση δε της ποσοστώσεως για τα πλατύ-ψαρα ( στην προκειμένη περίπτωση τον ιππόγλωσσο τον μέλανα), η κυβέρνηση της Γαλλικής Δημοκρατίας παρατήρησε ότι η Επιτροπή επέβαλε παύση της αλιείας μόλις της παρεσχέθησαν οι σχετικές πληροφορίες και ότι οι καθ' υπέρβαση του τεθέντος ορίου γαλλικές αλιεύσεις δεν δημιούργησαν κανένα πρόβλημα ούτε στους άλλους αλιείς της Κοινότητας ούτε στις σχέσεις με τις Νήσους Φερόες, αναφορικά με την αλιεία.
7.
Με συμπληρωματικό έγγραφό της της 20ής Ιανουαρίου 1988, η Επιτροπή διευκρίνισε ότι οι δύο ποσοστώσεις εξαντλήθηκαν τον Ιούνιο και τον Ιούλιο του 1985, αντίστοιχα, χωρίς να έχουν ληφθεί εγκαίρως από τις γαλλικές αρχές τα υποχρεωτικής εφαρμογής μέτρα που προβλέπονται στο άρθρο 10, παράγραφος 2, του κανονισμού 2057/82. Ειδικότερα, μόλις τον Νοέμβριο, και κατόπιν των ενεργειών της Επιτροπής προς τις γαλλικές αρχές, δόθηκαν απλώς οδηγίες, νομικώς μη δεσμευτικές, για την παύση της αλιείας.
8.
Στην από 1ης Απριλίου 1988 απάντηση της, η γαλλική κυβέρνηση επεσήμανε τις δυσκολίες που υφίσταντο κατά την υπό κρίση περίοδο ως προς την παρακολούθηση του ρυθμού χρησιμοποιήσεως των ποσοστώσεων ενόψει της θέσεως σε ισχύ, από 1ης Απριλίου 1985, των διατάξεων του κανονισμού 2807/83 της Επιτροπής, της 22ας Σεπτεμβρίου 1983, για τον καθορισμό των ειδικών λεπτομερειών που αφορούν την καταγραφή πληροφοριών σχετικά με τα αλιεύματα των κρατών μελών ( ΕΕ L 276, σ. 1). Άλλωστε, κατά την κρίσιμη περίοδο, φαινόταν ότι η κοινοτική ποσόστωση δεν θα εξαντλούνταν τελείως και, ενόψει των ανταλλαγών ποσοστώσεων στις οποίες είχαν προβεί, οι γαλλικές αρχές ήλπιζαν ότι οι αλιεύσεις θα εξελίσσονταν με κανονικό ρυθμό, χωρίς να χρειασθεί να επιβληθεί παύση της αλιείας.
9.
Στις 29 Σεπτεμβρίου 1988, η Επιτροπή διατύπωσε, βάσει του άρθρου 169, πρώτο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΟΚ, αιτιολογημένη γνώμη, σύμφωνα με την οποία, όσον αφορά τις χορηγηθείσες στη Γαλλία ποσοστώσεις για το έτος 1985 για τα αλιευόμενα στα ύδατα των Νήσων Φερόες πλατύψαρα και τους σεβαστούς, η Γαλλική Δημοκρατία παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τις σχετικές διατάξεις του κανονισμού 170/83, άρθρο 5, παράγραφος 2, και του κανονισμού 2057/82, άρθρα 1, 6 έως 9 και 10, παράγραφοι 1 και 2, σε συνδυασμό με τα άρθρα 1, 2 και 3 του κανονισμού 1/85 και 1 του κανονισμού 6/85.
Η Επιτροπή κάλεσε τη Γαλλική Δημοκρατία, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 169, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΟΚ, να λάβει τα απαραίτητα μέτρα, ώστε να συμμορφωθεί με τη γνώμη αυτή εντός προθεσμίας ενός μηνός.
Στην αιτιολογημένη γνώμη της, η Επιτροπή, αναφερόμενη στην υπέρβαση της ποσοστώσεως για τους σεβαστούς, υπενθύμιζε ότι η χορηγηθείσα στη Γαλλία ποσόστωση είχε εξαντληθεί από τα μέσα Ιουλίου 1985 και οι γαλλικές αρχές, δεδομένου ότι δεν ενήργησαν εγκαίρως για να αποτρέψουν την εν λόγω υπέρβαση, περιορίστηκαν στο να αυξήσουν, μέσω ανταλλαγών που πραγματοποίησαν τον Νοέμβριο 1985, την ποσόστωση σε υψηλότερο επίπεδο που επίσης υπερκαλύφθηκε. Περαιτέρω, η γαλλική κυβέρνηση δεν αντέκρουσε το επιχείρημα της Επιτροπής που αναφερόταν στον μη υποχρεωτικό χαρακτήρα της ειδοποιήσεως που απηύθυνε στους γάλλους αλιείς στις 8 Νοεμβρίου 1985 για διακοπή των αλιευτικών δραστηριοτήτων τους ως προς το εν λόγω ιχθυαπόθεμα.
Ως προς την υπέρβαση της ποσοστώσεως για τα πλατύψαρα, στο τέλος του Ιουνίου 1985, η Επιτροπή ανέφερε ότι οι γαλλικές αρχές δεν έλαβαν κανένα εθνικό μέτρο απαγορεύσεως της αλιείας, η παύση της οποίας αποφασίσθηκε από την Επιτροπή η οποία ενήργησε με ίδια πρωτοβουλία, εκδίδοντας τον κανονισμό (ΕΟΚ) 3448/85 της Επιτροπής, της 6ης Δεκεμβρίου 1985, περί παύσεως της αλιείας πλατυψάρων από πλοία με σημαία της Γαλλίας ( ΕΕ L 328, σ. 20 ).
Τέλος, η Επιτροπή υπογράμμισε γενικότερα ότι η γαλλική κυβέρνηση δεν έδωσε απάντηση σχετικά με το θέμα της κινήσεως ποινικών ή διοικητικών διαδικασιών κατά των ευθυνόμενων πλοιάρχων των σκαφών τα οποία αφορούσαν οι παραβάσεις.
10.
Στην από 12ης Δεκεμβρίου 1988 απάντηση της, η γαλλική κυβέρνηση επανέλαβε ότι ενήργησε εγκαίρως, αφενός μεν, προβαίνοντας σε ανταλλαγές ποσοστώσεων για τους σεβαστούς, αφετέρου δε, λαμβάνοντας μέτρα για την παύση της αλιείας, πληροφορώντας την Επιτροπή ότι η τελευταία εκφόρτωση πραγματοποιήθηκε στις 30 Οκτωβρίου και ειδοποιώντας τους γάλλους αλιείς, στις 8 Νοεμβρίου, να σταματήσουν κάθε δραστηριότητα. 'Αλλωστε, η υπέρβαση της ποσοστώσεως για τους σεβαστούς δεν είναι αποδεδειγμένη, ενόψει της αβεβαιότητας που υφίσταται λόγω του συντελεστή μετατροπής ο οποίος χρησιμοπιείται για τον υπολογισμό των αλιευομένων ποσοτήτων.
Εξάλλου, οι εκφορτώσεις πλατυψάρων σταμάτησαν επίσης στο τέλος του Οκτωβρίου 1985, άρα προτού η Επιτροπή επιβάλει παύση της αλιείας. Όπως και στην περίπτωση των σεβαστών και δεδομένου ότι δεν υπάρχουν σαφή όρια μεταξύ των κοινοτικών υδάτων και των υδάτων των Νήσων Φερόες, είναι δύσκολο να αποδειχθεί με βεβαιότητα ότι υπήρξε πράγματι υπέρβαση καθώς και ποια ήταν η έκταση της. Η γαλλική κυβέρνηση προσέθεσε ότι, παρά την προβαλλόμενη υπέρβαση των ποσοστώσεων από τα γαλλικά αλιευτικά, η ποσόστωση της Κοινότητας για το 1985 δεν εξαντλήθηκε.
II — Έγγραφη διαδικασία και αιτήματα των διαδίκων
1.
Η προσφυγή της Επιτροπής πρωτοκολλήθηκε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 3 Μαρτίου 1989.
2.
Το Δικαστήριο, κατόπιν εκθέσεως του εισηγητή δικαστή και αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα, αποφάσισε να προχωρήσει στην προφορική διαδικασία χωρίς προηγούμενη διεξαγωγή αποδείξεων.
3.
Η Επιτροπή, προσφεύγουσα, ζητεί από το Δικαστήριο:
—
να αναγνωρίσει, σύμφωνα με το άρθρο 169, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΟΚ, ότι η Γαλλική Δημοκρατία, παραλείποντας να εξαντλήσει την τήρηση των ποσοστώσεων που της είχαν χορηγηθεί για το έτος 1985 για τις αλιεύσεις σεβαστών και πλατυ-ψάρων στα ύδατα των Νήσων Φερόες, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τις διατάξεις του άρθρου 5, παράγραφος 2, του κανονισμού 170/83 και από τα άρθρα 1, παράγραφοι 1 και 2, 6 έως 9 και 10, παράγραφοι 1 και 2, του κανονισμού 2057/82, σε συνδυασμό με το άρθρο 1 του κανονισμού 6/85·
—
να καταδικάσει τη Γαλλική Δημοκρατία στα δικαστικά έξοδα.
4.
Η κυβέρνηση της Γαλλικής Δημοκρατίας, καθής, ζητεί από το Δικαστήριο:
—
να απορρίψει την προσφυγή της Επιτροπής·
—
να την καταδικάσει στα δικαστικά έξοδα.
III — Ισχυρισμοί και επιχειρήματα των διαδίκων
1.
α)
Η Επιτροπή εκθέτει καταρχάς, με γενικό τρόπο, ότι, παρά το γεγονός ότι οι ποσοστώσεις αλιείας που ίσχυαν για τη Γαλλία το 1985 ως προς τα δυο είδη ιχθύων, για τα οποία πρόκειται, είχαν εξαντληθεί από το τέλος Ιουνίου και τα μέσα Ιουλίου 1985, αντίστοιχα, οι γαλλικές αρχές παρέλειψαν να λάβουν εγκαίρως τα αναγκαία μέτρα για την προσωρινή απαγόρευση των δραστηριοτήτων των γαλλικών αλιευτικών στα ύδατα των Νήσων Φερόες.
Όμως, κατά το άρθρο 10, παράγραφος 2, του κανονισμού 2057/82, κάθε κράτος μέλος υποχρεούται να προλαμβάνει κάθε υπέρβαση ποσοστώσεων, καθορίζοντας εκ των προτέρων την προβλεπόμενη ημερομηνία εξαντλήσεως τους, η οποία και αποτελεί το χρονικό σημείο ενάρξεως της προσωρινής απαγορεύσεως αλιείας για τα αλιευτικά του σκάφη.
Η Επιτροπή τονίζει ότι, προς τον σκοπό της εκπληρώσεως της υποχρεώσεως αυτής, τα κράτη μέλη έχουν στη διάθεση τους τις πληροφορίες που προβλέπονται στα άρθρα 6 έως 9 του κανονισμού 2057/82, οφείλουν δε να εφαρμόζουν τα μέτρα ελέγχου στα οποία αναφέρεται το άρθρο 1 του εν λόγω κανονισμού.
Επομένως, σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές, θεωρούμενες στο σύνολό τους, η Γαλλία θα έπρεπε να καθορίσει, όπως προβλέπει το άρθρο 5, παράγραφος 2, του κανονισμού 170/83, τις λεπτομέρειες για τη χρησιμοποίηση των ποσοστώσεων που της είχαν χορηγηθεί.
Η Επιτροπή καταλήγει στο συμπέρασμα ότι, στην προκειμένη περίπτωση, είναι προφανής η παράλειψη των γαλλικών αρχών και ότι η συνεπεία αυτής υπέρβαση ποσοστώσεων συνιστούν παράβαση της υποχρεώσεως που επιβάλλει το άρθρο 10, παράγραφος 2, του κανονισμού 2057/82. Η Επιτροπή αναφέρει στη συνέχεια ότι οι υπερβάσεις αυτές μπορεί επίσης να οφείλονται σε παράβαση των υποχρεώσεων ελέγχου και καταγραφής των αλιεύ-σεων, που προβλέπονται στα άρθρα 6 έως 9 του κανονισμού 2057/82, επιθεωρήσεως και επιβολής κυρώσεων, που προβλέπονται στο άρθρο 1, παράγραφοι 1 και 2, του ίδιου κανονισμού, ή, ακόμη, της υποχρεώσεως υπολογισμού στις οικείες ποσοστώσεις όλων των αλι-εύσεων των γαλλικών σκαφών, σύμφωνα με το άρθρο 10, παράγραφος 1, του εν λόγω κανονισμού. Τέλος, οι υπερβάσεις αυτές θα μπορούσαν να οφείλονται στο γεγονός ότι οι γαλλικές αρχές παρέλειψαν να λάβουν τα αναγκαία μέτρα για τον καθορισμό των λεπτομερειών χρησιμοποιήσεως των ποσοστώσεων αλιείας κατά τα προβλεπόμενα στο άρθρο 5, παράγραφος 2, του κανονισμού 170/83.
Κατά την Επιτροπή, το επιχείρημα της γαλλικής κυβερνήσεως, ότι οι γαλλικές αρχές ενήργησαν στην προκειμένη περίπτωση εγκαίρως και έκαναν χρήση όλων των μέσων που είχαν στη διάθεση τους πρέπει να απορριφθεί. Από τη χρονολογική σειρά των πραγματικών περιστατικών προκύπτει ότι τόσο η απαλλαγή ποσοστώσεων για τους σεβαστούς όσο και οι ειδοποιήσεις προς τους γάλλους αλιείς να σταματήσουν κάθε δραστηριότητα — ειδοποιήσεις που, άλλωστε, δεν έχουν, νομικώς, δεσμευτικό χαρακτήρα και οι οποίες, όπως αναγνωρίζει η Γαλλία, επήλθαν αφού είχαν σταματήσει οι εκφορτώσεις ιχθύων ήδη από τις 30 Οκτωβρίου 1985 — ήταν καθυστερημένες. Επίσης, από τους κανονισμούς περί παύσεως της αλιείας, που εκδόθηκαν τον Νοέμβριο και τον Δεκέμβριο του 1985 με πρωτοβουλία της Επιτροπής [κανονισμός (ΕΟΚ) 3220/85 της Επιτροπής, της 15ης Νοεμβρίου 1985, περί παύσεως της αλιείας σεβαστού από πλοία με σημαία της Γαλλίας ( ΕΕ L 303, σ. 43 ), και, για την παύση της αλιείας πλατυψάρων, κανονισμός 3448/85, της 6ης Δεκεμβρίου 1985, όπ. π. ], με βάση τα στοιχεία που ανακοινώθηκαν από τις αρχές των Νήσων Φερόες, γίνεται σαφές το περιεχόμενο της αρχικής υποχρεώσεως των κρατών μελών να απαγορεύσουν προσωρινά την αλιεία. Η Επιτροπή προσθέτει ότι, στην προκειμένη περίπτωση, χάρη στη συχνότητα των εκφορτώσεων, οι γαλλικές αρχές μπορούσαν να παρακολουθούν τακτικά την εξέλιξη των αλιεύ-σεων, να προβλέψουν την υπέρβαση των ποσοστώσεων ήδη από τα μέσα Ιουνίου και αρχές Ιουλίου και, κατά συνέπεια, να λάβουν εγκαίρως τα επιβαλλόμενα από το άρθροι 10, παράγραφος 2, του κανονισμού 2057/82 μέτρα.
Απαντώντας στο επιχείρημα της κυβερνήσεως της Γαλλικής Δημοκρατίας, σύμφωνα με το οποίο, για την εκτίμηση της διαχειρίσεως των ποσοστώσεων, πρέπει να ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι το 1985 ήταν το έτος θέσεως σε εφαρμογή της κοινής πολιτικής στον τομέα της αλιείας, η Επιτροπή παρατηρεί ότι, κατά το άρθρο 16, παράγραφος 2, του κανονισμού 2057/82, τα προβλεπόμενα στον κανονισμό αυτόν μέτρα ελέγχου έπρεπε να αρχίσουν να εφαρμόζονται το αργότερο από την 1η Ιανουαρίου 1983. Η Επιτροπή προσθέτει ότι η εφαρμογή των μέτρων αυτών δεν εξηρτάτο από τη θέση σε ισχύ, την 1η Απριλίου 1985, του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 2807/83, ο οποίος περιορίζεται στον ακριβή καθορισμό της φύσεως και της μορφής του κοινοτικού υποδείγματος του ημερολογίου καταστρώματος και των δηλώσεων μεταφορτώσεως και εκφορτώσεως. Τέλος, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου ( βλέπε αποφάσεις της 7ης Φεβρουαρίου 1979, Επιτροπή κατά Ηνωμένου Βασιλείου, 128/78, Rec. 1979, σ. 419, και της 2ας Φεβρουαρίου 1989, Κάτω Χώρες κατά Επιτροπής, 262/87, Συλλογή 1989, σ. 225 ), τα κράτη μέλη δεν μπορούν να επικαλούνται δυσχέρειες τις οποίες παρουσιάζει η εφαρμογή μιας κοινοτικής ρυθμίσεως για να δικαιολογήσουν την παράβαση των κανόνων τους οποίους θέτει η εν λόγω ρύθμιση.
Η Επιτροπή αντικρούει επίσης το επιχείρημα της κυβερνήσεως της Γαλλικής Δημοκρατίας το οποίο στηρίζεται στην αδυναμία ακριβούς καθορισμού των αλιευθεισών ποσοτήτων πλατυψάρων και σεβαστών που οφείλεται στα υφιστάμενα προβλήματα ως προς την οριοθέτηση των κοινοτικών υδάτων και των υδάτων των Νήσων Φερόες, ενόψει του γεγονότος ότι οι αλιεύσεις των ειδών για τα οποία πρόκειται πραγματοποιήθηκαν κατά μεγάλο μέρος εντός της θαλασσιας ζώνης που αποτελεί αντικείμενο αμφισβητήσεως μεταξύ του Ηνωμένου Βασιλείου και των Νήσων Φερόες. Η Επιτροπή υποστηρίζει συναφώς ότι, για τη διαπίστωση των υπερβάσεων, στηρίχθηκε στα στοιχεία που της ανακοίνωσαν οι ίδιες οι γαλλικές αρχές, με το από 6ης Φεβρουαρίου 1986 έγγραφό τους, όπου γινόταν λόγος για τις « ποσότητες σεβαστού και ιππόγλωσσου που αλιεύθηκαν από τα γαλλικά αλιευτικά στα ύδατα των Νήσων Φερόες». Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 2, στοιχείο β ), της συμφωνίας για την αλιεία μεταξύ της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας και της κυβερνήσεως της Δανίας και της τοπικής κυβερνήσεως των Νήσων Φερόες, που προσαρτήθηκε στον κανονισμό (ΕΟΚ) 2211/80 του Συμβουλίου, της 27ης Ιουνίου 1980, περί συνάψεως της εν λόγω συμφωνίας (ΕΕ ειδ. έκδ. 011/021, σ. 121 ), οι αρχές των Νήσων Φερόες απέστειλαν στην Επιτροπή, όπως κάθε χρόνο, τον κατάλογο των ζωνών αλιείας των Νήσων Φερόες για το έτος 1985, ο κατάλογος δε αυτός κοινοποιήθηκε από την Επιτροπή στις γαλλικές αρχές, προκειμένου αυτές να ενημερώσουν σχετικώς τους γάλλους αλιείς. Κατά συνέπεια, αφού η κυβέρνηση της Γαλλικής Δημοκρατίας δεν μπορεί να αμφισβητήσει βασίμως την αξιοπιστία των στοιχείων στα οποία στηρίχθηκε η ίδια και αφού δεν αμφισβήτησε ότι της κοινοποιήθηκε ο κατάλογος των ζωνών αλιείας των Νήσων Φερόες για το έτος 1985, οι αλιεύσεις που πραγματοποιήθηκαν από τα γαλλικά σκάφη εντός της οριοθετηθείσας με τον τρόπο αυτό ζώνης έπρεπε να υπολογισθούν στην ποσόστωση που είχε χορηγηθεί στη Γαλλία. Η Επιτροπή προσθέτει ότι η οριοθέτηση των κοινοτικών ζωνών αλιείας και αυτών των Νήσων Φερόες ανήκει στην αποκλειστική αρμοδιότητα των κρατών μελών στα οποία και εναπόκειται η αντιμετώπιση ενδεχομένων συναφών προβλημάτων καθώς και η εν τω μεταξύ τήρηση, με βάση τις υπάρχουσες οριοθετήσεις, των κοινοτικών κανόνων περί περιορισμού των αλιεύσεων στα ύδατα των Νήσων Φερόες.
β)
Όσον αφορά την υπέρβαση της ποσοστώσεως για τους σεβαστούς, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι, παρά το γεγονός ότι η συνολική υπέρβαση της ποσοστώσεως δεν ξεπερνά τους 14 τόνους περίπου, δεν ανέστειλε τη διαδικασία λόγω παραβάσεως επειδή η επιχειρηματολογία της γαλλικής κυβερνήσεως έθιγε την πρακτική αποτελεσματικότητα των βασικών κανόνων περί διατηρήσεως και διαχειρίσεως των αλιευτικών πόρων.
Συγκεκριμένα, το άρθρο 10, παράγραφος 2, του κανονισμού 2057/82 επιβάλλει στα κράτη μέλη την υποχρέωση να λαμβάνουν μέτρα εγκαίρως και, κατά συνέπεια, να απαγορεύουν προσωρινά την αλιεία μόλις αντιληφθούν ότι επίκειται εξάντληση της ποσοστώσεως.
Όμως, ενώ η αρχική ποσόστωση των 450 τόνων εξαντλήθηκε ήδη από τις 7 Ιουλίου 1985, το μόνο μέτρο που έλαβαν οι γαλλικές αρχές ήταν να διαπραγματευθούν, μετά την εξάντληση της ποσοστώσεως, ανταλλαγές ποσοστώσεων με άλλα κράτη μέλη. Επιπλέον δε, η νέα ποσόστωση που αποκτήθηκε (970 τόνοι ), η οποία κοινοποιήθηκε στην Επιτροπή τον Νοέμβριο του 1985, ήταν και ανεπαρκής και καθυστερημένη, αφού το σύνολο των δηλωθεισών αλιεύσεων υπερέβη τη νέα αυτή ποσόστωση ήδη από το τέλος Οκτωβρίου 1985. Εξάλλου, η απλή ειδοποίηση που απηύθυναν οι γαλλικές αρχές στους αλιείς τους, στις 8 Νοεμβρίου 1985, να σταματήσουν κάθε δραστηριότητα επί του εν λόγω ιχθυαποθέματος, εκτός του ότι δεν ήταν νομικώς δεσμευτική, ήταν και εκπρόθεσμη.
Στη συνέχεια, η Επιτροπή αναφέρει ότι η προσωρινή απαγόρευση της αλιείας, που εξασφαλίζει τη διατήρηση των αλιευτικών πόρων, δεν μπορεί να επιβάλλεται παρά μόνο βάσει αντικειμενικών στοιχείων σχετικά με τις αλιεύσεις που καταγράφονται περιοδικώς από το οικείο κράτος μέλος και συγκρίνονται κατά τακτά διαστήματα με τις χορηγηθείσες ποσοστώσεις, διότι διαφορετικά διακυβεύεται η πρακτική αποτελεσματικότητα των διατάξεων του άρθρου 10, παράγραφος 2, του κανονισμού 2057/82 και θίγεται ο επιτακτικός χαρακτήρας τους. Ειδικότερα, η υποχρέωση προσωρινής απαγορεύσεως της αλιείας ευθύς μόλις φανεί ότι επίκειται η εξάντληση της ποσοστώσεως δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να εξαρτάται από την αβεβαιότητα της απλής προοπτικής ανταλλαγής ποσοστώσεων ούτε, κατά μείζονα λόγο, από τη μονομερή διαπίστωση ενός κράτους μέλους ότι η κοινοτική ποσόστωση δεν θα έχει ενδεχομένως εξαντληθεί. Κατά την Επιτροπή, η ανταλλαγή ποσοστώσεων μεταξύ κρατών μελών πρέπει να γίνεται είτε πριν από την ημερομηνία κατά την οποία θεωρείται ότι εξαντλείται η αρχική ποσόστωση είτε μετά την προσωρινή απαγόρευση της αλιείας που αποφασίζεται από τις εθνικές αρχές. Περαιτέρω, η Γαλλία δεν μπορεί να επικαλείται το γεγονός ότι απαιτείται ορισμένος χρόνος για τη διαπραγμάτευση μιας ανταλλαγής ποσοστώσεων, καθότι, παρά το ότι το ενδεχόμενο υπερβάσεως διαφάνηκε ήδη από το δεύτερο δεκαπενθήμερο του Ιουνίου 1985 και ήταν φανερό ότι υπήρχε υπέρβαση στις αρχές Ιουλίου, η ανταλλαγή πραγματοποιήθηκε μόλις τον Νοέμβριο του 1985 και η νέα ποσόστωση υπερκαλύφθηκε και πάλι στο τέλος του Οκτωβρίου. Εξάλλου, η Γαλλία όφειλε να εκπληρώσει την προβλεπόμενη στο άρθρο 10, παράγραφος 2, του κανονισμού 2057/82 υποχρέωση
σε συνάρτηση με την ποσόστωση που της χορηγήθηκε με τον κανονισμό 6/85 και όχι σε συνάρτηση με τον κατ' εκτίμηση βαθμό εξαντλήσεως του TAC που έχει καθορισθεί για την Κοινότητα.
Η Επιτροπή υπογραμμίζει επίσης το αλυσιτελές του ισχυρισμού περί αβεβαιότητας που προβάλλει η κυβέρνηση της Γαλλικής Δημοκρατίας, αβεβαιότητας οφειλομένης στην έλλειψη εναρμονίσεως σε κοινοτικό επίπεδο του συντελεστή μετατροπής που εφαρμόζεται επί των εκφορτουμένων ποσοτήτων απεντερω-μένων ιχθύων για τον υπολογισμό του ζώντος βάρους τους, προκειμένου να συγκριθούν οι εν λόγω ποσότητες με τις χορηγηθείσες ποσοστώσεις. Πέραν του ότι τέτοιου είδους δυσχέρειες, εφόσον υφίστανται, δεν μπορούν να απαλλάξουν ένα κράτος μέλος από τις υποχρεώσεις που του επιβάλλει το άρθρο 10, παράγραφος 2, του κανονισμού 2057/82, προκαλεί έκπληξη το γεγονός ότι οι γαλλικές αρχές, οι οποίες χρησιμοποίησαν ένα συντελεστή μετατροπής για να προσδιορίσουν τα στοιχεία σχετικά με τις αλιεύσεις που κοινοποίησαν στην Επιτροπή, τώρα αμφισβητούν την εξιοπιστία του, επικαλούμενες την έλλειψη κοινοτικής εναρμονίσεως. Κατά την Επιτροπή, η εν λόγω εναρμόνιση δεν αποτελεί ούτως ή άλλως προϋπόθεση της τηρήσεως των ποσοστώσεων, η έλλειψη δε κοινών κανόνων εν προκειμένω δημιουργεί υποχρέωση των κρατών μελών να λάβουν τα αναγκαία μέτρα για την αντιμετώπιση της, σύμφωνα με το άρθρο 5, παράγραφος 2, του κανονισμού 170/83.
Τέλος, όσον αφορά τον ισχυρισμό περί δυσχερειών ταχείας συγκεντρώσεως αξιόπιστων πληροφοριών σχετικά με τις αλιεύσεις, οφειλομένων στο γεγονός ότι οι διατάξεις περί τυποποιήσεως του ημερολογίου καταστρώματος είχαν μόλις τεθεί σε ισχύ, το εν λόγω δήθεν πρόβλημα δεν απαλλάσσει τη Γαλλία από τις υποχρεώσεις ελέγχου που προβλέπονται στα άρθρα 6 έως 9 του κανονισμού 2057/82, σύμφωνα δε με τη νομολογία του Δικαστηρίου ( προαναφερθείσα απόφαση της 2ας Φεβρουαρίου 1989), εναπόκειται στα κράτη μέλη να λαμβάνουν τα ενδεδειγμένα μέτρα για την αντιμετώπιση τυχόν δυσχερειών πρακτικής φύσεως κατά τη θέση σε εφαρμογή ενός μηχανισμού αποτελεσματικού και ταχέως ελέγχου.
γ)
Όσον αφορά τις καθ' υπέρβαση του επιτρεπομένου ορίου αλιεύσεις πλατυψάρων, η Επιτροπή τονίζει καταρχάς την έκταση της υπερβάσεως της ποσοστώσεως, η οποία αντιστοιχεί στο πενταπλάσιο περίπου της αρχικώς χορηγηθείσας ποσοστώσεως.
Η Επιτροπή προσάπτει στην κυβέρνηση της Γαλλικής Δημοκρατίας ότι καθυστέρησε να επέμβει, ενώ η προσωρινή απαγόρευση της αλιείας, ευθύς μόλις διαφανεί, βάσει των πληροφοριών που οφείλουν να έχουν στη διάθεση τους τα κράτη μέλη, ότι επίκειται η εξάντληση της ποσοστώσεως τους, εμπίπτει στην πρωτο-γεννή ευθύνη των κρατών μελών. Εν προκειμένω, όμως, η χορηγηθείσα ποσόστωση είχε εξαντληθεί από την 21η Ιουνίου 1985. Η παύση της αλιείας που επιβλήθηκε με τον κανονισμό 3448/85 οφείλεται σε πρωτοβουλία της Επιτροπής, η απλή δε διαπίστωση της κυβερνήσεως της Γαλλικής Δημοκρατίας ότι οι εκφορτώσεις σταμάτησαν στο τέλος Οκτωβρίου 1985 δεν αποτελεί επαρκή απόδειξη περί του ότι η Γαλλία εκπλήρωσε τις κοινοτικές της υποχρεώσεις.
Όσον αφορά τη επίκληση δυσχερειών κατά τον υπολογισμό των αλιευτικών ποσοτήτων, που οφείλονται στην έλλειψη εναρμονίσεως των χρησιμοποιουμένων συντελεστών μετατροπής, η Επιτροπή παραπέμπει στα όσα εξέθεσε προς αντίκρουση του εν λόγω επιχειρήματος σχετικά με τον υπολογισμό των αλιευμάτων σεβαστού. Προσθέτει δε ότι, εν πάση περιπτώσει, τυχόν προβλήματα εν προκειμένω δεν μπορούν να δικαιολογήσουν μια τόσο μεγάλη υπέρβαση.
Η Επιτροπή αντικρούει, επίσης, το επιχείρημα της κυβερνήσεως της Γαλλικής Δημοκρατίας σύμφωνα με το οποίο δεν ήταν, πρακτικώς, δυνατόν να επιβληθεί εγκαίρως απαγόρευση της αλιείας, λόγω του ότι, ενόψει των ποσοτήτων πλατυψάρων που εκφορτώθηκαν τον Μάιο, τίποτε δεν προμήνυε την επικείμενη υπέρβαση της ποσοστώσεως, η οποία, ωστόσο, πραγματοποιήθηκε, όπως προκύπτει από τον όγκο των εκφορτώσεων του Ιουνίου και Ιουλίου. Η Επιτροπή υποστηρίζει συναφώς ότι με τη συλλογιστική αυτή δεν λαμβάνονται υπόψη οι υποχρεώσεις των κρατών μελών για εξασφάλιση της διατηρήσεως των αλιευτικών πόρων. Στην πραγματικότητα, τα κράτη μέλη, όχι μόνον δεν δικαιούνται να προβάλλουν ως επιχείρημα τις ενδεχόμενες αυξομειώσεις των εκφορτουμένων ποσοτήτων από μήνα σε μήνα ή τον χρόνο που απαιτείται για τη διαβίβαση των σχετικών πληροφοριών και τη βάσει αυτών λήψη μέτρων, αλλά, αντίθετα, οφείλουν να προλαμβάνουν την εξάντληση των ποσοστώσεων που τους έχουν χορηγηθεί, απαγορεύοντας, προσωρινά και αρκετά νωρίς, τη συνέχιση της αλιευτικής δραστηριότητας. Η Επιτροπή υπενθυμίζει ότι, για τον σκοπό αυτόν, οι εθνικές αρχές έχουν στη διάθεση τους, κυρίως, τα μέσα συγκεντρώσεως πληροφοριών που προβλέπονται στα άρθρα 6 έως 9 του κανονισμού 2057/82 και σ' αυτές εναπόκειται να υιοθετήσουν ταχείς και αποτελεσματικούς τρόπους διαβιβάσεως των στοιχείων περί των πραγματοποιουμένων αλιεύσεων, ούτως ώστε να λαμβάνουν γνώση των ποσοτήτων αλιευομένων ιχθύων το αργότερο δεκαπέντε ημέρες μετά την αλίευση, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 8 του εν λόγω κανονισμού.
Τέλος, τα εκτεθέντα εν αναφορά προς τις καθ' υπέρβαση του επιτρεπομένου ορίου αλιεύσεις σεβαστών μπορούν να προβληθούν και προς αντίκρουση του επιχειρήματος της Γαλλικής Δημοκρατίας το οποίο στηρίζεται στο ότι δεν υπήρχε κίνδυνος υπερβάσεως του TAC ( σύνολο επιτρεπομένων αλιεύσεων ) που ίσχυε για την Κοινότητα, όπως προκύπτει από τη σύγκριση του συνόλου των αλιευθεισών ποσοτήτων και των κοινοτικών TAC για το 1982 και το 1987. Η Επιτροπή τονίζει, συναφώς, ότι οι σημαντικές αυξομειώσεις των αλιευομένων ποσοτήτων πλατυψάρων από χρόνο σε χρόνο αποδεικνύει πόσο επικίνδυνη και ασταθής είναι η συλλογιστική της Γαλλικής Δημοκρατίας και επιβεβαιώνει το ότι είναι ανάγκη να τηρούνται σχολαστικά από κάθε κράτος μέλος οι ποσοστώσεις που του χορηγούνται. Περαιτέρω, οι αυξομειώσεις αυτές των συνολικώς αλιευομένων ποσοτήτων δεν αποδεικνύουν ότι δεν μπορεί να προβλεφθεί η ημερομηνία εξαντλήσεως μιας ποσοστώσεως που έχει χορηγηθεί σε ένα κράτος μέλος, η οποία δεν αποτελεί σε καμία περίπτωση συνάρτηση του βαθμού χρησιμοποιήσεως του κοινοτικού TAC.
2.
α )
Η κυβέρνηση της Γαλλικής Δημοκρατίας ισχυρίζεται καταρχάς, κατά γενικό τρόπο, ότι, όσον αφορά την αλιεία σεβαστών και πλατυψάρων, οι γαλλικές αρχές ενήργησαν εγκαίρως και προσηκόντως, σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου (βλέπε προαναφερθείσα απόφαση της 2ας Φεβρουαρίου 1989), χρησιμοποιώντας όλα τα μέσα που είχαν στη διάθεση τους.
Προς στήριξη του ισχυρισμού αυτού, η κυβέρνηση της Γαλλικής Δημοκρατίας επικαλείται τις ανταλλαγές ποσοστώσεων για τους σεβαστούς τις οποίες πραγματοποίησε, καθώς και το γεγονός ότι δεν πραγματοποιήθηκε καμία εκφόρτωση μετά τις 30 Οκτωβρίου 1985, πράγμα που αποδεικνύει την αποτελεσματικότητα των εθνικών μέτρων που ελήφθησαν με σκοπό τη διακοπή κάθε δραστηριότητας επί των εν λόγω αποθεμάτων από τις αρχές Νοεμβρίου. 'Ετσι, η ειδοποίηση της 8ης Νοεμβρίου 1985 προς τους γάλλους αλιείς περί παύσεως της αλιείας είχε σαφώς πρακτικό αποτέλεσμα, στον βαθμό που απέτρεψε κάθε εκφόρτωση μετά την ημερομηνία αυτή, ενώ, κατά το 1988, παραδείγματος χάριν, η αλιεία των εν λόγω ειδών από τα γαλλικά σκάφη εντός της ζώνης για την οποία πρόκειται συνεχίσθηκε κατά τους μήνες Νοέμβριο και Δεκέμβριο. Άλλωστε, η εν λόγω παύση της αλιευτικής δραστηριότητας το 1985 προηγήθηκε της παύσεως της αλιείας που επέβαλε η Επιτροπή, στις 16 Νοεμβρίου και στις 7 Δεκεμβρίου 1985, αντιστοίχως.
Η κυβέρνηση της Γαλλικής Δημοκρατίας υποστηρίζει, επίσης, ότι, ως προς τη θέση σε λειτουργία ενός τόσο δύσκολου στον χειρισμό του μηχανισμού όπως είναι ο μηχανισμός των ποσοστώσεων, πρέπει να ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι το 1985 ήταν το έτος κατά το οποίο άρχισε να εφαρμόζεται η κοινή πολιτική στον τομέα της αλιείας.
Επιπλέον, η επιχειρηματολογία της Επιτροπής, όσον αφορά τις προϋποθέσεις εφαρμογής των μέτρων ελέγχου που προβλέπονται στον κανονισμό 2057/82, αγνοεί, κατά την κυβέρνηση της Γαλλικής Δημοκρατίας, την πραγματικότητα από απόψεως ορισμένων δεδομένων πρακτικής φύσεως, ιδίως δε τη δυσκολία που παρουσιάζει η έγκαιρη συγκέντρωση αξιόπιστων πληροφοριών βάσει των οποίων θα μπορούσε να επιβληθεί απαγόρευση της αλιείας, λόγω του ότι ελάχιστο χρόνο πριν, την 1η Απριλίου 1985, είχε τεθεί σε εφαρμογή το σύστημα τηρήσεως του κοινοτικού ημερολογίου καταστρώματος που προβλέπεται στον κανονισμό 2807/83. Πράγματι, το εν λόγω κοινοτικό ημερολόγιο καταστρώματος αποτελεί ένα μέσο συλλογής πληροφοριών απαραίτητο για τον προσδιορισμό των συνολικών ποσοτήτων των αλιευμάτων και της προελεύσεως τους.
Τέλος, η κυβέρνηση της Γαλλικής Δημοκρατίας τονίζει το αλυσιτελές, εν προκειμένω, της επικλήσεως από την Επιτροπή της αποφάσεως του Δικαστηρίου της 7ης Φεβρουαρίου 1979 (προαναφερθείσα). Η εν λόγω υπόθεση αφορά την περίπτωση κατά την οποία ένα κράτος μέλος επικαλείται δυσχέρειες κατά την εφαρμογή κοινοτικής ρυθμίσεως για να δικαιολογήσει την παράβαση που του προσάπτεται, ενώ, στην υπό κρίση διαφορά οι γαλλικές αρχές περιορίζονται στο να επισημάνουν τις ασάφειες και τα κενά της κοινοτικής ρυθμίσεως προκειμένου να αμφισβητήσουν την ύπαρξη παραβάσεως. Άλλωστε, η ανωτέρω απόφαση αναφερόταν στην όλως ιδιαίτερη περίπτωση, όπου ένα κράτος μέλος εφάρμοσε πλημμελώς τις διατάξεις ενός κοινοτικού κανονισμού « κατά τρόπο που εξουδετέρωσε ορισμένα στοιχεία της κοινοτικής νομοθεσίας τα οποία θεωρούσε ότι αντέκειντο σε ορισμένα εθνικά συμφέροντα », πράγμα που δεν συμβαίνει εν προκειμένω.
β)
Σχετικώς με τις υπερβάσεις των ποσοστώσεων για τους σεβαστούς, η κυβέρνηση της Γαλλικής Δημοκρατίας τονίζει, καταρχάς, ότι οι πέραν του επιτρεπομένου ορίου αλιεύσεως ανέρχονται μόνο σε 14,7 τόνους, ήτοι 1,5 ο/ο της συνολικής ποσοστώσεως.
Επιπλέον, δεν αποδείχθηκε ότι υπήρξε πράγματι υπέρβαση της ποσοστώσεως, καθότι αφενός η εν λόγω αλιεία πραγματοποιείται κατά μεγάλο μέρος στα ύδατα που αποτελούν αντικείμενο αμφισβητήσεως μεταξύ του Ηνωμένου Βασιλείου και των Νήσων Φερόες ( σχετικώς, η Γαλλία παραπέμπει στα όσα εξέθεσε αναφερόμενη στις καθ' υπέρβαση του επιτρεπομένου ορίου αλιεύσεις πλατυψάρων, όπου υπάρχει ανάλογο πρόβλημα ) και αφετέρου οι συντελεστές μετατροπής μέσω των οποίων υπολογίζεται το ζων βάρος των αλιευθέντων ιχθύων με βάση τα εκφορτωθέντα αλιεύματα ενέχουν ορισμένο περιθώριο αβεβαιότητας και δεν έχουν εναρμονισθεί σε κοινοτικό επίπεδο. Ενόψει της μικρής εκτάσεως των υπερβάσεων ως προς τους σεβαστούς, ο τρόπος εφαρμογής του συντελεστή μετατροπής αρκεί για να εξηγήσει την προφανή υπέρβαση που προβάλλει η Επιτροπή.
Κατά την άποψη της Γαλλικής Δημοκρατίας, ο ισχυρισμός της Επιτροπής ότι η Γαλλία παρέβη το κοινοτικό δίκαιο, επειδή διεξήγαγε διαπραγματεύσεις για ανταλλαγές ποσοστώσεων μόνο μετά την εξάντληση της αρχικής ποσοστώσεως, προβάλλεται χωρίς να λαμβάνεται υπόψη ούτε πόσο δύσκολη ήταν η γρήγορη συλλογή αξιόπιστων πληροφοριών σε μια εποχή κατά την οποία είχε μόλις υιοθετηθεί το ημερολόγιο καταστρώματος ούτε ότι απαιτείται ορισμένος χρόνος για τη διαπραγμάτευση μιας ανταλλαγής.
Εν προκειμένω, ο κίνδυνος υπερβάσεως εμφανίσθηκε μόλις στο τέλος του Ιουνίου και, κατά τη διάρκεια του Ιουλίου και μόνο, εκφορτώθηκαν 357 τόνοι, εκ των οποίων 82 σε μια και μόνη ημέρα, ενώ η ποσόστωση κάλυπτε μόνο 450 τόνους.
Περαιτέρω, κατά τα έτη 1982 έως 1987, δεν σημειώθηκε καμία υπέρβαση των ποσοστώσεων που είχαν χορηγηθεί στους αλιείς της ΕΟΚ για την αλιεία σεβαστών στα ύδατα των Νήσων Φερόες. Κατά το έτος 1985, πάνω από 1000 τόνοι διαθεσίμων αλιευμάτων δεν αλιεύθηκαν και, συνεπώς, δεν υπήρξε κίνδυνος υπερβάσεως της κοινοτικής ποσοστώσεως ούτε παραβιάσεως της συμφωνίας μεταξύ της ΕΟΚ και των Νήσων Φερόες. Η κυβέρνηση της Γαλλικής Δημοκρατίας προσθέτει ότι η ανταλλαγή ποσοστώσεων επιτρέπει την καλύτερη χρησιμοποίηση των διαθεσίμων πόρων προς το αμοιβαίο συμφέρον των κρατών μελών.
Τέλος, η Γαλλική Δημοκρατία υπογραμμίζει το παράδοξο των αιτιάσεων της Επιτροπής: ενώ αντικείμενο της προσφυγής είναι να αναγνωρισθεί η υπέρβαση της ποσοστώσεως για τους σεβαστούς, η επιχειρηματολογία της Επιτροπής αναφέρεται στις συνθήκες υπό τις οποίες η Γαλλία πέτυχε, το 1985, την αύξηση της ποσοστώσεως αλιείας της μέσω ανταλλαγής. Επομένως, υπάρχει αντίφαση μεταξύ του προβαλλομένου ισχυρισμού και των επιχειρημάτων που χρησιμοποιούνται προς στήριξη της προσφυγής, ενώ η Επιτροπή, η οποία αδυνατεί να αποδείξει ότι υπήρξε πράγματι υπέρβαση της ποσοστώσεως, στηρίζει τις αιτιάσεις της σε επιχείρημα άσχετα προς το αντικείμενο της προσφυγής.
γ)
Όσον αφορά τις καθ' υπέρβαση του επιτρεπομένου ορίου αλιεύσεις πλατυψάρων, η κυβέρνηση της Γαλλικής Δημοκρατίας, χωρίς να αμφισβητεί την έκταση της προβαλλόμένης υπερβάσεως, προσάπτει στην Επιτροπή ότι δεν λαμβάνει υπόψη τις δυσχέρειες υπολογισμού των αλιευθεισών ποσοτήτων οι οποίες ανάγονται στο ζήτημα της εγκυρότητας των χρησιμοποιηθέντων συντελεστών μετατροπής (στο σημείο αυτό, παραπέμπει στα όσα εξέθεσε επί του θέματος αναφερόμενη στις καθ' υπέρβαση του ορίου αλιεύσεις σεβαστών ) και, κυρίως, στην αμφισβήτηση σχετικά με την οριοθέτηση των υδάτων της Μεγάλης Βρετανίας και των Νήσων Φερόες.
Κατά τη Γαλλία, το δεύτερο αυτό θέμα έχει ιδιαίτερη σημασία εν προκειμένω, διότι οι αλιεύσεις πλατυψάρων είναι παρεπόμενες των αλιεύσεων πεντικιών, οι οποίες πραγματοποιούνται κυρίως στη ζώνη που αποτελεί αντικείμενο αμφισβητήσεων μεταξύ του Ηνωμένου Βασιλείου και της Δανίας (Νήσοι Φερόες).
Όμως, ούτε η συμφωνία για την αλιεία ΕΟΚ-Δανίας-Νήσων Φερόες το άρθρο 8 της οποίας ορίζει, άλλωστε, ότι «καμία διάταξη της παρούσης συμφωνίας δεν επηρεάζει ούτε προδικάζει καθ' οιονδήποτε τρόπο τις απόψεις κάθε μέρους όσον αφορά τα θέματα τα σχετικά με το δίκαιο της θαλάσσης », ούτε καμία άλλη απόφαση της Επιτροπής, η οποία, εξάλλου, θα ήταν αναρμόδια εν προκειμένω, επιτρέπουν τον προσδιορισμό, από απόψεως διεθνούς δικαίου, των ορίων μεταξύ των υδάτων που υπάγονται στη βρετανική κυριαρχία και εκείνων που υπάγονται στη δικαιοδοσία των Νήσων Φερόες. Κατά συνέπεια, εφόσον δεν έχει ρυθμισθεί το ζήτημα της οριοθετήσεως της αμφισβητούμενης ζώνης, είναι αδύνατο να καθοριστεί αν υπάρχει, εν προκειμένω, υπέρβαση ποσοστώσεων. Η κυβέρνηση της Γαλλικής Δημοκρατίας υπογραμμίζει το παράλογο της απόψεως της Επιτροπής, η οποία επικαλείται το γεγονός ότι κοινοποιήθηκε στη Γαλλία ο καταρτισθείς από τις αρχές των Νήσων Φερόες κατάλογος των ζωνών αλιείας των εν λόγω νήσων για το 1985 και συνάγει ότι οι πραγματοποιηθείσες εντός της ζώνης αυτής αλιεύσεις από τα γαλλικά σκάφη πρέπει να προσυπολογισθούν στην ποσόστωση της Γαλλίας, καθόσον, η άποψη αυτή ισοδυναμεί με αναγνώριση του ότι κάθε ζώνη που γνωστοποιείται από τις Νήσους Φερόες, σύμφωνα με το άρθρο 2, στοιχείο β ), της συμφωνίας για την αλιεία, υπάγεται στη δικαιοδοσία τους. Όμως, κατά τη Γαλλία, η γνωστοποίηση των ζωνών αλιείας στη Γαλλική Δημοκρατία δεν μπορεί να της αντιταχθεί σε επίπεδο διεθνούς δικαίου, ο δε πίνακας που απέστειλε η Γαλλία στην Επιτροπή, στον οποίο καταγράφονται οι γαλλικές αλιεύσεις εντός των ζωνών αυτών δεν μπορεί να θεωρηθεί ως αναγνώριση των δικαιωμάτων αλιείας των Νήσων Φερόες στις εν λόγω ζώνες.
Τέλος, η Γαλλία υποστηρίζει ότι οι απρόβλεπτες αυξομειώσεις του όγκου των δηλουμένων αλιεύσεως πλατυψάρων από έτος σε έτος και, εντός της αυτής περιόδου, από μήνα σε μήνα οδηγούν στο συμπέρασμα ότι δεν ήταν δυνατό να προβλεφθεί η ημερομηνία εξαντλήσεως της χορηγηθείσας ποσοστώσεως. Πράγματι, στα τέλη Μαΐου 1985, η Γαλλία δεν είχε κανένα λόγο να θεωρήσει ότι η ποσόστωση θα εξαντλούνταν σύντομα (είχαν εκφορτωθεί 8,2 τόνοι ), παρά ταύτα, όμως, η εν λόγω ποσόστωση υπερκαλύφθηκε ήδη από τις 21 Ιουνίου, καθότι εκφορτώθηκαν, τον μεν Ιούνιο, 280,5 τόνοι, τον δε Ιούλιο, 264,7 τόνοι. Κατά συνέπεια, ενόψει του πολύ σύντομου χρονικού διαστήματος κατά το οποίο πραγματοποιήθηκαν οι εν λόγω εκφορτώσεις και του χρόνου που ήταν οπωσδήποτε απαραίτητος για τη διαβίβαση της πληροφορίας και τη λήψη των βάσει αυτής συνακόλουθων μέτρων, η Γαλλία θεωρεί ότι ενήργησε εγκαίρως.
Άλλωστε, ουδέποτε διαπιστώθηκε, κατά τα έτη 1982 έως 1987, υπέρβαση της συνολικής κοινοτικής ποσοστώσεως από τους αλιείς της Κοινότητας, δεδομένου δε ότι, το 1985, η κοινοτική ποσόστωση χρησιμοποιήθηκε μόνο κατά 85 %, οι γαλλικές αλιεύσεις δεν μπορούσαν να θίξουν ούτε τα συμφέροντα άλλου κράτους μέλους ούτε τη συμφωνία για την αλιεία με τις Νήσους Φερόες.
F.Α. Schockweiler
εισηγητής δικαστής
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η γαλλική.
Top