ΈΚΘΕΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠ' ΑΚΡΟΑΤΗΡΊΟΥ ΣΥΖΉΤΗΣΗ
στην υπόθεση C-1 10/89 ( *1 )
Ι — Το ιστορικό της διαφοράς. Η πριν οπό την άσκηση της προσφυγής διαδικασία και η διαδικασία επί της προσφυγής
Α — Το ιστορικό της διαφοράς
Η διαφορά αφορά τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες οι ελληνικές αρχές, αφενός μεν, περιόρισαν ή απαγόρευσαν τις εξαγωγές αραβοσίτου από ιδιώτες επιχειρηματίες κατά τη διάρκεια του φθινοπώρου του 1985, αφετέρου δε, επέτρεψαν, κατά την ίδια περίοδο, τις εξαγωγές αραβοσίτου από την Κεντρική Υπηρεσία Διαχειρίσεως Εθνικών Προϊόντων (εφεξής: ΚΥΔΕΠ).
α) Οι κοινοτικές διατάξεις
Εφαρμοστέες είναι, όπως ίσχυαν κατά τον χρόνο των επιδίκων περιστατικών (Σεπτέμβριος έως Δεκέμβριος 1985 ), οι διατάξεις του κανονισμού ΕΟΚ 2727/75 του Συμβουλίου, όπως τροποποιήθηκε, της 29ης Οκτωβρίου 1975, περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα των σιτηρών ( ΕΕ ειδ. έκδ. 03/013, σ. 158).
Η Επιτροπή επικαλείται επίσης τις διατάξεις του άρθρου 34 της Συνθήκης ΕΟΚ, οι οποίες απαγορεύουν τους ποσοτικούς περιορισμούς επί των εξαγωγών, καθώς και κάθε μέτρο ισοδυνάμου αποτελέσματος μεταξύ των κρατών μελών.
Πρέπει επίσης να γίνει αναφορά, δεδομένου ότι έγινε επίκλησή του από τους διαδίκους, στον κανονισμό ΕΟΚ 2102/77 του Συμβουλίου, της 20ής Σεπτεμβρίου 1977, περί χρησιμοποιήσεως κοινοτικού εντύπου δηλώσεως εξαγωγής ( JO L 246, σ. 1 ).
Ο κανονισμός αυτός είχε ως σκοπό τη χρησιμοποίηση ενός κοινοτικού εντύπου προς εναρμόνιση των στοιχείων που απαιτούνται από τους εξαγωγείς, αυτό δε « προκειμένου να διευκολυνθούν οι ενδιαφερόμενοι κατά τη συμπλήρωση των διατυπώσεων που υφίστανται στο ενδοκοινοτικό εμπόριο » ( πρώτη αιτιολογική σκέψη).
β) Οι εθνικές διατάξεις
Δυνάμει της αποφάσεως Ε4/10110/1.40, της 4ης Δεκεμβρίου 1980, του Υπουργού Εμπορίου έπαυσαν να ισχύουν από την 1η Ιανουαρίου 1981«όλοι οι ισχύοντες ποσοτικοί περιορισμοί επί των εξαγωγών καθώς και τυχόν υπάρχοντα μέτρα ισοδυνάμου αποτελέσματος ».
Από την απόφαση αυτή, καθώς και από την απόφαση Β3.1871 του Υπουργού Εμπορίου της 12ης Δεκεμβρίου 1980, προκύπτει ότι στο πλαίσιο του ελέγχου συναλλάγματος οι εξαγωγείς όφειλαν εντούτοις να συμπληρώνουν ένα έντυπο « δηλώσεως-τιμολογίου εξαγωγής » και να το θεωρούν από μία τράπεζα.
Όσον αφορά, ειδικότερα, τις εξαγωγές αραβοσίτου, η Τράπεζα της Ελλάδας, με τηλετύπημα της 2ας Σεπτεμβρίου 1985 προς τις εμπορικές τράπεζες, απαίτησε «προηγούμενη θεώρηση τμήματος ελέγχου εξαγωγών» της Τράπεζας της Ελλάδας.
Β — Η πριν από την άσκηση της προσφυγής διαδικασία
Κατόπιν καταγγελιών επιχειρηματιών, η Επιτροπή απηύθυνε, στις 25 Νοεμβρίου 1985, προς την Ελληνική Δημοκρατία έγγραφο οχλήσεως υπό τις προϋποθέσεις που προβλέπονται στο άρθρο 169, πρώτο εδάφιο, της Συνθήκης.
Η όχληση αναφερόταν στις απαγορεύσεις εξαγωγής αραβοσίτου και κριθής που αντιμετώπισαν, στην πράξη, οι επιχειρηματίες μεταξύ Νοεμβρίου 1983 και Ιανουαρίου 1984 και στις υπερβολικές καθυστερήσεις που διαπιστώθηκαν κατά την εξέταση των αιτήσεων θεωρήσεως των « δηλώσεων-τιμολογίων εξαγωγής » κατά την περίοδο μεταξύ ανοίξεως 1984 και Απριλίου 1985. Κατά την Επιτροπή, τόσο η διαδικασία συστηματικού και προηγουμένου ελέγχου των εξαγωγών όσο και οι προϋποθέσεις υπό τις οποίες εφαρμόστηκε από τις ελληνικές αρχές, προκειμένου να απαγορευθούν ή να καθυστερήσουν οι εξαγωγές, συνιστούν παράβαση των άρθρων 34 και 106, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΟΚ σχετικά με την ελευθερία των συναλλαγών, καθώς και των διατάξεων του προαναφερθέντος κανονισμού 2727/75.
Η Επιτροπή, πάντως, παραιτήθηκε από την περαιτέρω διαδικασία περί αναγνωρίσεως της παραβάσεως για τον λόγο ότι τα στοιχεία στα οποία στηριζόταν η όχληση δεν ήταν επαρκώς αποδεδειγμένα (έγγραφο περί θέσεως στο αρχείο της παραβάσεως Α.429/85 ). Με τηλετύπημα της 2ας Δεκεμβρίου 1985, η Επιτροπή πληροφόρησε την Ελληνική Δημοκρατία ότι υφίσταντο νέες καταγγελίες επιχειρηματιών σχετικά με αρνήσεις ή καθυστερήσεις χορηγήσεως των αναγκαίων τραπεζικών θεωρήσεων για την εξαγωγή του αραβοσίτου. Οι καταγγελίες αυτές αναφέρονταν, εξάλλου, σε άρθρα εφημερίδων που περιείχαν δημόσιες δηλώσεις του Υφυπουργού Εμπορίου ότι είχε επιβληθεί απαγόρευση εξαγωγής αραβοσίτου από τις 2 Σεπτεμβρίου 1985. Δεδομένου ότι μόνο αυτή διέφευγε από την απαγόρευση αυτή, η ΚΥΔΕΠ έλαβε στις αρχές του Νοεμβρίου 1985 την άδεια να εξαγάγει 30000 έως 50000 τόνους αραβοσίτου, την επομένη ακριβώς της ημέρας κατά την οποία οι ελληνικές αρχές είχαν ανακαλέσει την άδεια εξαγωγής αντίστοιχης ποσότητας αραβοσίτου ενός ιδιώτη επιχειρηματία.
Στο από 24 Μαρτίου 1986 έγγραφό της η μόνιμη αντιπροσωπεία της Ελληνικής Δημοκρατίας στις Ευρωπαϊκές Κοινότητες ισχυρίστηκε, απαντώντας στο προαναφερθέν τηλετύπημα, ότι δεν είχε επιβληθεί καμία απαγόρευση των εξαγωγών αραβοσίτου. Οι ενδεχόμενες καθυστερήσεις που επισήμαναν οι επιχειρηματίες οφείλονταν στην εφαρμογή της κοινοτικής διαδικασίας δηλώσεως εξαγωγής που προβλέπεται στον προαναφερθέντα κανονισμό 2102/77.
Τέλος, από τις στατιστικές καταφαίνεται ότι οι εξαγωγές θα έπρεπε να φθάσουν κατά τη διάρκεια του έτους 1985 σε υψηλό επίπεδο και ότι, ενόψει του ύψους της εγχώριας παραγωγής και των εισαγωγών, που καθιστούσαν δυνατή την κάλυψη των εγχωρίων αναγκών, δεν υπήρχε κανένας λόγος περιορισμού των εξαγωγών.
Επαναλαμβάνοντας τα επιχειρήματα που περιέχονται στο τηλετύπημά της, η Επιτροπή απηύθυνε στις 11 Νοεμβρίου 1986 έγγραφο οχλήσεως προς την Ελληνική Δημοκρατία. Κατά την Επιτροπή, ο κανονισμός 2102/77, που αποσκοπούσε στον περιορισμό των διατυπώσεων που υφίσταντο στο πλαίσιο του ενδοκοινοτικού εμπορίου, δεν μπορεί κατά κανένα τρόπο να αποτελέσει αντικείμενο επικλήσεως για να δικαιολογηθεί περιορισμός του εμπορίου αυτού. Τα εμπόδια που τέθηκαν στις εξαγωγές αραβοσίτου που πραγματοποιούν ιδιώτες επιχειρηματίες εντάσσονται στο πλαίσιο μιας πολιτικής που αποβλέπει στη διοχέτευση των εξαγωγών αραβοσίτου σε ημιδημοσίους οργανισμούς όπως η ΚΥΔΕΠ. Εν προκειμένω, δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις του κανονισμού 2727/75, ούτε η αρχή της « ανοικτής αγοράς », όπως έχει διαμορφωθεί με τη νομολογία του Δικαστηρίου.
Με την από 13 Ιανουαρίου 1987 απάντηση της η Ελληνική Δημοκρατία διερωτάται ως προς τον σύνδεσμο που υφίσταται μεταξύ της οχλήσεως αυτής και της οχλήσεως της 25ης Νοεμβρίου 1985. Επιπλέον, ισχυρίζεται ότι κατά τη διάρκεια του τετάρτου τριμήνου του 1985 είχαν εξαχθεί 69102 τόνοι αραβοσίτου από διαφόρους επιχειρηματίες και όχι μόνο από την ΚΥΔΕΠ. Ο ισχυρισμός ότι ευνοούνταν οι κρατικοί οργανισμοί είναι ανακριβής: αφενός μεν, οι οργανισμοί αυτοί είναι οργανισμοί του κοινού δικαίου και, επομένως, υπόκεινταν στις εθνικές διαδικασίες που εφαρμόζονται στις εξαγωγές σιτηρών, αφετέρου δε, οι αιτήσεως θεωρήσεως που υποβάλλονταν από τους άλλους επιχειρηματίες εξετάζονταν προσηκόντως. Τέλος, καμία θεώρηση εξαγωγής δεν ανακλήθηκε κατά τη διάρκεια του τελευταίου τριμήνου του 1985.
Η Επιτροπή, θεωρώντας ότι η επιχειρηματολογία αυτή δεν μπορούσε να γίνει δεκτή λόγω ελλείψεως, ιδίως, λεπτομερών στοιχείων σχετικά με τις ημερομηνίες των αιτήσεων θεωρήσεως και της αποδοχής τους, διατύπωσε, στις 10 Δεκεμβρίου 1987, αιτιολογημένη γνώμη στην οποία η Ελληνική Δημοκρατία απάντησε αρνητικά στις 2 Φεβρουαρίου 1988.
Υπ' αυτές ακριβώς τις συνθήκες, η Επιτροπή άσκησε την παρούσα προσφυγή η οποία πρωτοκολλήθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 6 Απριλίου 1989.
Γ — Η διαδικασία επί της προοφυγής
Μετά την κατάθεση, στις 20 Σεπτεμβρίου 1989, του υπομνήματος ανταπαντήσεως της Ελληνικής Δημοκρατίας, η Επιτροπή ζήτησε, με την από 28 Μαρτίου 1990 αίτηση της λόγω παρεμπίπτοντος ζητήματος, κατ' εφαρμογή του άρθρου 91 του Κανονισμού Διαδικασίας, την άδεια να καταθέσει συμπληρωματικά έγγραφα.
Η Ελληνική Δημοκρατία, με υπόμνημα που κατέθεσε στις 14 Μαΐου 1990, ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως αυτής.
Με Διάταξη της 21ης Νοεμβρίου 1990, το Δικαστήριο δέχθηκε εν μέρει την εν λόγω αίτηση, επιτρέποντας στην προσφεύγουσα να προσθέσει στη δικογραφία δύο έγγραφα της 12ης Δεκεμβρίου 1985 και της 14ης Ιανουαρίου 1986 της εταιρίας Cargill προς την Τράπεζα της Ελλάδας, έταξε δε στην Ελληνική Δημοκρατία προθεσμία δεκαπέντε ημερών για να καταθέσει γραπτές παρατηρήσεις επί του περιεχομένου των εγγράφων αυτών.
Με υπόμνημα που κατέθεσε στις 10 Ιανουαρίου 1991, η Ελληνική Δημοκρατία διατύπωσε τις παρατηρήσεις της επί των δύο αυτών εγγράφων.
Κατόπιν εκθέσεως του εισηγητή δικαστή και αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα, το Δικαστήριο αποφάσισε να προχωρήσει στην προφορική διαδικασία χωρίς προηγούμενη διεξαγωγή αποδείξεων. Κάλεσε, πάντως, την Επιτροπή και την Ελληνική Δημοκρατία να απαντήσουν σε ορισμένες ερωτήσεις πριν από την προφορική διαδικασία.
II — Αιτήματα των διαδίκων
Η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο:
—
να αναγνωριστεί ότι η Ελληνική Δημοκρατία, περιορίζοντας και απαγορεύοντας τις εξαγωγές αραβοσίτου από ιδιώτες το φθινόπωρο του 1985 (μεταξύ Σεπτεμβρίου και Δεκεμβρίου 1985 ), ενώ την ίδια εποχή επιτράπηκαν εξαγωγές αραβοσίτου από την ΚΥΔΕΠ ( Κεντρική Υπηρεσία Διαχειρίσεως Εθνικών Προϊόντων), παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το κοινοτικό δίκαιο, ειδικότερα δε από τον κανονισμό ΕΟΚ 2727/75, περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα των σιτηρών — αναπόσπαστο μέρος της οποίας αποτελεί το άρθρο 34 της Συνθήκης —, και τους σχετικούς εκτελεστικούς κανονισμούς·
—
να καταδικάσει την καθής στα δικαστικά έξοδα.
Η Ελληνική Δημοκρατία ζητεί να απορριφθεί η προσφυγή και να καταδικαστεί η προσφεύγουσα στα δικαστικά έξοδα.
III — Σύνοψη των ισχυρισμών και επιχειρημάτων των διαδίκων
Α — Επί του αντικειμένου της διαφοράς
Η Επιτροπή διευκρινίζει ότι η προσφυγή περί αναγνωρίσεως της παραβάσεως αφορά αποκλειστικά τα περιστατικά που αναφέρονται στο έγγραφο οχλήσεως της 11ης Νοεμβρίου 1986.
Επιπλέον, υπογραμμίζει ότι η παρούσα προσφυγή δεν αφορά τις διατάξεις της ελληνικής κανονιστικής ρυθμίσεως που ισχύει για τις εξαγωγές αραβοσίτου, αλλά τις προϋποθέσεις εφαρμογής αυτών των διατάξεων από τις ελληνικές αρχές.
Β — Τα επίδικα περιστατικά
α) Επί της αλληλουχίας τους
Η Επιτροπή, αναφερόμενη σε άλλες υποθέσεις που υποβλήθηκαν στην κρίση του Δικαστηρίου (απόφαση της 29ης Νοεμβρίου 1989, 281/87, Επιτροπή κατά Ελλάδας, Συλλογή 1989, σ. 4015· απόφαση της 12ης Ιουλίου 1990, C-35/88, Επιτροπή κατά Ελλάδας, Συλλογή 1990, σ. I-3125 και απόφαση της 19ης Μαρτίου 1991, C-32/89, Ελλάδα κατά Επιτροπής, Συλλογή 1991, σ. I-1321 ) υποστηρίζει ότι η ΚΥΔΕΠ ήταν ο οργανισμός με τον οποίο επενέβαιναν οι ελληνικές αρχές στην αγορά σιτηρών, ειδικότερα δε στην αγορά ζωοτροφών. Το έλλειμμα που προέκυπτε από την πώληση με ζημία, που επέβαλαν οι αρχές αυτές στην ΚΥΔΕΠ, εβάρυνε, όπως προκύπτει ιδίως από την έκθεση της Τράπεζας της Ελλάδας για το 1985, τον κρατικό προϋπολογισμό.
Ως προς τις εξαγωγές αραβοσίτου, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι οι εξαγωγές αυτές είχαν πλήρως απαγορευθεί από τις ελληνικές αρχές μέχρι την άνοιξη του 1985. Ισχυρίζεται ότι η ΚΥΔΕΠ αντιμετώπισε σοβαρές δυσκολίες, αφότου ελευθερώθηκαν οι εξαγωγές τον Ιούνιο του 1985.
Οι δυσκολίες αυτές οφείλονταν στις υψηλές τιμές που προσέφεραν στους παραγωγούς αραβοσίτου οι ιδιώτες εξαγωγείς, οι οποίοι επωφελούνταν από τις ευνοϊκές τιμές αραβοσίτου στις αλλοδαπές αγορές, από την υποτίμηση της δραχμής και από τη συγχρόνως επιβαλλόμενη στην ΚΥΔΕΠ υποχρέωση, από τις ελληνικές αρχές, να καλύπτει τις ανάγκες της εγχώριας αγοράς. Η κατάσταση αυτή ήταν ακόμη σοβαρότερη, καθόσον διαπιστώθηκε πτώση της εγχώριας παραγωγής αραβοσίτου για το 1985.
Οι ελληνικές αρχές αποφάσισαν, κατά συνέπεια, να περιορίσουν, προς όφελος αποκλειστικά της ΚΥΔΕΠ, τις εξαγωγές κατά το τέταρτο τρίμηνο του 1985, δεδομένου ότι ο περιορισμός αυτός παρουσίαζε ιδίως το πλεονέκτημα της δυνατότητας για το κράτος να μειώσει το οικονομικό βάρος που αντιστοιχούσε στη στήριξη της ΚΥΔΕΠ.
Η Ελληνική Δημοκρατία αναγνωρίζει ότι υπήρξε πτώση της εγχώριας παραγωγής αραβοσίτου το 1985 ( 1907954 τόνοι αντί 2161560 τόνοι το 1984). Η κατάσταση αυτή δεν δικαιολογούσε, εντούτοις, κανένα περιορισμό των εξαγωγών.
Αντίθετα απ' ό,τι υποστηρίζει η Επιτροπή, η καθής δεν προέβη σε καμία δυσμενή διάκριση προς όφελος της ΚΥΔΕΠ και δεν διευκόλυνε το εμπόριο σιτηρών μέσω του οργανισμού αυτού.
β) Επί των περιστατικών στα οποία αναφέρεται η προσφυγή
Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι οι ελληνικές αρχές περιόρισαν ή απαγόρευσαν τις εξαγωγές αραβοσίτου των ιδιωτών επιχειρηματιών κατά το τέταρτο τρίμηνο του 1985, ενώ επέτρεψαν στην ΚΥΔΕΠ, κατά τη διάρκεια της ίδιας περιόδου, να εξάγει αραβόσιτο.
Οι περιορισμοί αυτοί εφαρμόστηκαν ως προς τους επιχειρηματίες σε διάφορες φάσεις της διαδικασίας εξαγωγής. Εν προκειμένω, η διατύπωση της χορηγήσεως θεωρήσεως από την Τράπεζα της Ελλάδας αποτελεί ένα πλαίσιο στο οποίο εύκολα μπορούσαν να παρέμβουν οι ελληνικές αρχές. Η θεώρηση δεν εχορηγείτο ή καθυστερούσε υπερβολικά, όταν την αίτηση υπέβαλαν ιδιώτες επιχειρηματίες, ενώ η θεώρηση, αντιθέτως, εχορηγείτο, όταν την αίτηση υπέβαλε η ΚΥΔΕΠ.
'Ετσι, η ΚΥΔΕΠ εξήγαγε, κατά την πρώτη εβδομάδα του Νοεμβρίου του 1985, 30000 έως 50000 τόνους αραβοσίτου την επομένη ήδη της ανακλήσεως μιας θεωρήσεως με την οποία είχε επιτραπεί σε έναν ιδιώτη επιχειρηματία να εξαγάγει αντίστοιχη ποσότητα αραβοσίτου.
Στο υπόμνημά της απαντήσεως η Επιτροπή διευκρινίζει ότι το γεγονός και μόνο ότι ιδιώτες επιχειρηματίες μπόρεσαν να εξαγάγουν αραβόσιτο κατά την ίδια αυτή περίοδο δεν αποκλείει, εν πάση περιπτώσει, το ότι ενδεχομένως οι επιχειρηματίες αυτοί υπέστησαν δυσμενείς διακρίσεις, εκ μέρους των ελληνικών αρχών, σε ορισμένη ή ορισμένες περιπτώσεις.
Κατά την Ελληνική Δημοκρατία, δεν υπήρξε καμία απαγόρευση εξαγωγής αραβοσίτου κατά την υπό κρίση περίοδο. Κατά τη διάρκεια της πρώτης εβδομάδας του Νοεμβρίου του 1985, δεν χορηγήθηκε καμία θεώρηση για την εξαγωγή ποσότητας 30000 έως 50000 τόνων αραβοσίτου. Η ΚΥΔΕΠ, από κοινού με άλλους εξαγωγείς, πραγματοποίησε κατά την εβδομάδα αυτή εξαγωγές βάσει θεωρήσεων που είχαν χορηγηθεί τον Αύγουστο του 1985.
Από την 1η Σεπτεμβρίου 1985 έως τις 31 Δεκεμβρίου 1985, οι ιδιώτες επιχειρηματίες εξήγαγαν όχι ασήμαντες ποσότητες αραβοσίτου.
Έτσι, σύμφωνα με τα στοιχεία των τελωνειακών αρχών, η εταιρία Καδινόπουλος ΑΕ εξήγαγε 20000 τόνους αραβοσίτου προς την Ιταλία, η δε εταιρία Cargill ΕΠΕ εξήγαγε 11000 τόνους προς τις Κάτω Χώρες.
Ο ισχυρισμός της Επιτροπής, ότι ανακλήθηκε τον Νοέμβριο του 1985η έγκριση εξαγωγής 30000 έως 50000 τόνων αραβοσίτου που είχε χορηγηθεί σε ιδιώτη επιχειρηματία, είναι ανακριβής. Ο επιχειρηματίας αυτός χρησιμοποίησε, πράγματι, το περιεχόμενο των άρθρων του τύπου, ισχυριζόμενος ότι υπήρχε απαγόρευση των εξαγωγών για να δικαιολογήσει, με δική του πρωτοβουλία, υπαναχώρηση από τις συμβατικές του υποχρεώσεις.
Η Ελληνική Δημοκρατία θεωρεί ότι η Επιτροπή επανήλθε, με το υπόμνημά της απαντήσεως, στον κύριο ισχυρισμό στον οποίο στηρίζεται η προσφυγή της και κατά τον οποίο επιβλήθηκε απαγόρευση εξαγωγής αραβοσίτου στους ιδιώτες επιχειρηματίες. Κατά το μέτρο που η Επιτροπή επιδιώκει αποκλειστικά να προσάψει στην Ελληνική Δημοκρατία ότι προέβη σε δυσμενή διάκριση σε βάρος ενός ή περισσοτέρων ιδιωτών επιχειρηματιών σε ορισμένες περιπτώσεις, η αιτίαση αυτή μπορεί να προβληθεί μόνο στο πλαίσιο μιας άλλης διαδικασίας περί αναγνωρίσεως παραβάσεως.
γ) Επί των αποδεικτικών στοιχείων
Η Επιτροπή προβάλλει, πρωτίστως, ότι η Ελληνική Δημοκρατία ουδέποτε παρέσχε τα συγκεκριμένα και ακριβή στοιχεία που της είχαν ζητηθεί κατ' επανάληψη, όσον αφορά τον αριθμό των αιτήσεων θεωρήσεως που υποβλήθηκαν κατά τη διάρκεια της επίδικης περιόδου για την εξαγωγή αραβοσίτου και τη συνέχεια που δόθηκε σ' αυτές τις αιτήσεις. Η Ελληνική Δημοκρατία προσκόμισε απλώς γενικά στοιχεία για το 1985 και έναν πίνακα για το τελευταίο τρίμηνο του 1986. Παρά τις αναληφθείσες δεσμεύσεις στο πλαίσιο μιας αποστολής των υπηρεσιών της Επιτροπής τον Μάρτιο του 1988, δεν παρέσχε ακριβή στοιχεία ως προς το τελευταίο τρίμηνο του 1985. Τα στοιχεία αυτά πρέπει να είναι γνωστά στις τελωνειακές υπηρεσίες, χωρίς να χρειάζεται να προβεί η καθής σε συμπληρωματικές έρευνες.
Αυτή η άρνηση παροχής επακριβών στοιχείων, εκτός του ότι συνιστά παράβαση του καθήκοντος συνεργασίας που προβλέπει το άρθρο 5 της Συνθήκης, πρέπει να θεωρηθεί ως επιβεβαίωση του περιεχομένου των άρθρων του τύπου και των καταγγελιών των ιδιωτών επιχειρηματιών, οι οποίες έδωσαν αφορμή για την κίνηση της παρούσας διαδικασίας.
Χαρακτηριστική είναι επίσης και η επίμονη άρνηση των ελληνικών αρχών να επιτρέψουν στις υπηρεσίες της Επιτροπής να προβούν σε ελέγχους σχετικά με τη δραστηριότητα της ΚΥΔΕΠ.
Μεταξύ των άλλων αποδεικτικών στοιχείων η Επιτροπή επικαλείται επίσης:
—
τα πρακτικά της 36ης γενικής συνελεύσεως της ΚΥΔΕΠ, της 12ης και 13ης Δεκεμβρίου 1986, τα οποία περιγράφουν τη γενική θέση της ΚΥΔΕΠ στην αγορά αραβοσίτου και τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες ελήφθη η απόφαση να περιοριστούν οι εξαγωγές αραβοσίτου στα τέλη του 1985 και να επιτραπούν μόνο οι εξαγωγές που πραγματοποιεί η ΚΥΔΕΠ·
—
τα μη διαψευσθέντα άρθρα του τύπου προερχόμενα από τέσσερις εφημερίδες διαφορετικών τάσεων στα οποία αναφερόταν η εν λόγω κρατική παρέμβαση στις εξαγωγές αραβοσίτου, καθώς και οι δημόσιες δηλώσεις του Υφυπουργού Εμπορίου με τις οποίες ανεγνώρισε την ύπαρξη απαγορεύσεως εξαγωγής αραβοσίτου στα τέλη του 1985·
—
το τηλετύπημα της Τράπεζας της Ελλάδας, της 2ας Σεπτεμβρίου 1985, προς όλες τις εμπορικές τράπεζες, το οποίο εξαρτούσε τις εξαγωγές αραβοσίτου από προηγούμενη θεώρηση των κεντρικών υπηρεσιών της Τράπεζας της Ελλάδας. Η διαδικασία αυτή είχε, εξάλλου, ήδη χρησιμοποιηθεί στο παρελθόν για τον περιορισμό ή την απαγόρευση των εξαγωγών, όπως παραδέχθηκαν ανώτεροι Έλληνες υπάλληλοι κατά τη διάρκεια αποστολής των υπηρεσιών της Επιτροπής στην Ελληνική Δημοκρατία τον Μάρτιο του 1988. Η Επιτροπή αμφιβάλλει ότι το τηλετύπημα αυτό είχε, όπως υποστηρίζει η Ελληνική Δημοκρατία, αποκλειστικά ως σκοπό να καταστεί δυνατή μία καλύτερη στατιστική παρακολούθηση των εξαγωγών. Πράγματι, δύσκολα γίνονται αντιληπτοί, στην περίπτωση αυτή, οι λόγοι για τους οποίους η διαδικασία αυτή περιορίστηκε μόνο στις εξαγωγές αραβοσίτου. Εξάλλου, πρέπει να υπογραμμιστεί ότι το τηλετύπημα αυτό εστάλη εντός μιας χρονικής περιόδου κατά την οποία η κατάσταση στην αγορά ήταν δυσμενής για την ΚΥΔΕΠ. Κατά τη διάρκεια της ίδιας αυτής περιόδου, οι ιδιώτες επιχειρηματίες είχαν υποβάλει καταγγελίες περί υπάρξεως απαγορεύσεως εξαγωγής αραβοσίτου. Τέλος, το γεγονός ότι η διαδικασία αυτή εξυπηρετούσε στατιστικές ανάγκες δεν αποκλείει, εν πάση περιπτώσει, τη δυνατότητα χρησιμοποιήσεως της κατά τρόπο που συνιστά δυσμενή διάκριση σε βάρος των ιδιωτών επιχειρηματιών·
—
το τηλετύπημα της 7ης Νοεμβρίου 1985 της ΚΥΔΕΠ με το οποίο ζητούσε από τους ιδιώτες επιχειρηματίες να της υποβάλουν προσφορές για την άμεση εξαγωγή 30000 τόνων αραβοσίτου. Η Ελληνική Δημοκρατία δεν έδωσε καμία διευκρίνιση ως προς τους λόγους αυτού του τηλετυπήματος.
Η Ελληνική Δημοκρατία αμφισβητεί τα αποδεικτικά στοιχεία που προσκομίζει η Επιτροπή:
—
τα ακριβή στοιχεία σχετικά με τις εξαγωγές αραβοσίτου κατά τη διάρκεια του τελευταίου τριμήνου του 1985 δεν κατέστη δυνατό να αποσταλούν λόγω της αδυναμίας λήψεως από τις τελωνειακές υπηρεσίες εξειδικευμένων στατιστικών στοιχείων για κάθε μήνα. Ο στατιστικός πίνακας που αφορά τους τελευταίους μήνες του 1986 απεστάλη στην Επιτροπή εκ παραδρομής. Τέλος, μία έρευνα που διενεργήθηκε στις νομαρχίες θα καταστήσει δυνατό τον καθορισμό του συνολικού ύψους των εξαγωγών που πραγματοποίησαν οι ιδιώτες εξαγωγείς από την 1η Σεπτεμβρίου μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 1985·
—
οι φερόμενες ως δηλώσεις του Υφυπουργού Οικονομικών αποτελούν δημοσιογραφικές πληροφορίες που στερούνται κάθε αποδεικτικής ισχύος. Τα άρθρα των εφημερίδων στα οποία αναφέρονται οι δηλώσεις αυτές δεν περιέχουν καμία ακριβή πληροφορία ως προς τις αντίστοιχες αρμοδιότητες του Υπουργού Γεωργίας και του Υπουργού Εμπορίου στον τομέα των εξαγωγών·
—
το τηλετύπημα της Τράπεζας της Ελλάδας, της 2ας Σεπτεμβρίου 1985, προς τις εμπορικές τράπεζες είχε ως αποκλειστικό σκοπό να καταστήσει δυνατή μία καλύτερη στατιστική παρακολούθηση των εξαγωγών αραβοσίτου.
Προς στήριξη των ισχυρισμών της, με τους οποίους επιχειρείται να αποδειχθεί η ύπαρξη εξαγωγών που πραγματοποίησαν οι ιδιώτες επιχειρηματίες κατά τη διάρκεια του τελευταίου τριμήνου του 1985, η Ελληνική Δημοκρατία προσκομίζει διοικητικά έγγραφα που αφορούν τις εξαγωγές που πραγματοποίησαν οι εταιρίες Καδινόπουλος ΑΕ και Cargill ΕΠΕ και για τις οποίες έγινε λόγος προηγουμένως.
Γ — Η παράβαοη των κοινοτικών διατάξεων
Κατά την Επιτροπή, η αρχή της ανοικτής αγοράς, όπως καθορίζεται στη νομολογία του Δικαστηρίου, στην οποία στηρίζεται η κοινή οργάνωση αγοράς στον τομέα των σιτηρών, αποκλείει κάθε κρατική παρέμβαση που θίγει την ελευθερία του εμπορίου εντός της Κοινότητας ή έχει ως αποτέλεσμα τη δημιουργία στρεβλώσεων στο ενδοκοινοτικό εμπόριο. Αποκλείεται επίσης κάθε παρέμβαση κράτους μέλους ή περιφερειακών υφισταμένων αρχών που θα μπορούσε να έχει ως αποτέλεσμα τη χορήγηση αδικαιολογήτων προνομίων σε ορισμένες κατηγορίες παραγωγών ή καταναλωτών σε βάρος της οικονομίας των άλλων κρατών μελών ή άλλων οικονομικών κατηγοριών εντός της Κοινότητας. Τέλος, σε έναν τομέα στον οποίο έχει εγκαθιδρυθεί κοινή οργάνωση αγοράς η Κοινότητα είναι η μόνη αρμόδια αρχή για να αποφασίζει ως προς τη διατήρηση οποιασδήποτε εθνικής παρεμβάσεως [βλέπε, ειδικότερα, τις αποφάσεις της 21ης Μαρτίου 1972, Società Agricola Industria Latte SpA, 82/71, Συλλογή (μόνο σε ξενόγλωσσες εκδόσεις) 1972, σ. 119 της 18ης Μαΐου 1977, 111/76, Beert van den Hazel, Συλλογή (μόνο σε ξενόγλωσσες εκδόσεις) 1977, σ. 901 της 29ης Ιουνίου 1978, 154/77, Dechmann, Συλλογή ( μόνο σε ξενόγλωσσες εκδόσεις) 1978, σ. 1573 της 29ης Νοεμβρίου 1978, Pigs Marketing Board, 83/78, Συλλογή (μόνο σε ξενόγλωσσες εκδόσεις) 1978, σ. 2347 της 26ης Ιουνίου 1979, 177/78, Pigs & Bacon Commission, Συλλογή ( μόνο σε ξενόγλωσσες εκδόσεις) 1979, σ. 2161 ].
Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η παρέμβαση των ελληνικών αρχών στις εξαγωγές αραβοσίτου κατά τη διάρκεια του τελευταίου τριμήνου του 1985 αντιβαίνει προς αυτές τις αρχές. Τα ληφθέντα μέτρα, που αποσκοπούσαν στη διοχέτευση των εξαγωγών προς ένα και μόνο οργανισμό τον οποίο ευνοούσαν οι δημόσιες αρχές, ήταν, πράγματι, αντίθετα προς την αρχή της ανοικτής αγοράς. Εξάλλου, τα μέτρα αυτά, καθόσον προσπόριζαν οφέλη στην ΚΥΔΕΠ κατά το χρονικό σημείο κατά το οποίο οι ιδιώτες επιχειρηματίες είχαν αποκλειστεί από τις εξαγωγές ή αντιμετώπιζαν ιδιαίτερα αυστηρή μεταχείριση εκ μέρους των ελληνικών αρχών, μπορούσαν, λόγω του γενεσιουργού δυσμενών διακρίσεων χαρακτήρα τους, να διαταράξουν ή να υπονομεύσουν τη λειτουργία της κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα των σιτηρών.
Η Ελληνική Δημοκρατία δεν αμφισβητεί ότι η παρέμβαση που της προσάπτεται θα αντέβαινε, αν είχε αποδειχθεί, προς τις διατάξεις της κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα των σιτηρών. Αντιθέτως, αμφισβητεί, για τους λόγους που προεκτέθηκαν, την ίδια την ύπαρξη αυτής της παρεμβάσεως.
IV — Παρατηρήσεις της Ελληνικής Δημοκρατίας επί των εγγράφων των οποίων η προσκόμιση επιτράπηκε με τη Διάταξη του Δικαστηρίου της 21ης Νοεμβρίου 1990
Η Ελληνική Δημοκρατία υποστηρίζει ότι:
1)
Οι δύο επιστολές της 12ης Δεκεμβρίου 1985 και της 14ης Ιανουαρίου 1986 κατά περιεχόμενο εκφράζουν και διατυπώνουν τις προσωπικές απόψεις και θέσεις της εταιρίας αυτής.
2)
Το τότε και σήμερα ισχύον « σύστημα » για τις εξαγωγές έχει ως εξής:
α)
Αντίθετα προς τα υποστηριζόμενα από τον καταγγέλλοντα ενδιαφερόμενο, για κάθε εξαγωγή, οι πληροφορίες για τις τρέχουσες διεθνείς τιμές με τη μορφή σημειώματος κανονικότητας της τιμής παρέχονται από το Εμπορικό και Βιομηχανικό Επιμελητήριο της έδρας της επιχειρήσεως. Επισημαίνεται ο σημαντικότατος ρόλος του σημειώματος για την αποφυγή τυχόν υποτι-μολογήσεων.
β)
Η κατάθεση της « δηλώσεως-τιμολογίου εξαγωγής » έχει κυρίως ως σκοπούς:
i)
τη στατιστική παρακολούθηση των εξαγωγών,
ii)
τη συναλλαγματική τακτοποίηση των εξαγωγών.
γ)
Στη συγκεκριμένη περίπτωση για την αμεσότερη παρακολούθηση και ταχύτατη συγκέντρωση των στοιχείων και των τάσεων των εξαγωγών του υπό κρίση προϊόντος, η κατάθεση των δηλώσεων-τιμολογίων εξαγωγής διενεργείται μέσω της Τράπεζας της Ελλάδας και των είκοσι επτά υποκαταστημάτων της σε όλη την επικράτεια.
Η Ελληνική Δημοκρατία εκτιμά ότι οι υπό κρίση επιστολές δεν έρχονται να προσθέσουν ή ν' αφαιρέσουν οτιδήποτε, καθόσον κατά το επίμαχο χρονικό διάστημα δεν ίσχυσε, ούτε εν τοις πράγμασι εφαρμόσθηκε, απαγόρευση εξαγωγών αραβοσίτου.
V — Απαντήσεις των διαδίκων στις ερωτήσεις του Δικαστηρίου
Α — Απαντησείς της Ελληνικής Δημοκρατίας
Πρώτη ερώτηση
Από την Ελληνική Δημοκρατία ζητείται να αναφέρει αν οι εξαγωγές αραβοσίτου εξηρ-τώντο, από τον Σεπτέμβριο μέχρι τον Δεκέμβριο του 1985, από διοικητικές ή τραπεζικές άδειες, άλλες πλην της θεωρήσεως του εντύπου «δήλωση-τιμολόγιο εξαγωγής» εκ μέρους της Τράπεζας της Ελλάδας.
Απάντηση
Σύμφωνα με την απόφαση του Υπουργού Εμπορίου Ε4/10110/80, ο αραβόσιτος εξάγεται ελεύθερα εντός της Ευρωπαϊκής Κοινότητας βάσει δηλώσεων-τιμολογίων εξαγωγής υποκειμένων σε θεώρηση οποιοδήποτε υποκατάστημα εμπορικής τράπεζας μπορεί να μεσολαβήσει.
Δεύτερη ερώτηση
Ζητείται από την Ελληνική Δημοκρατία να αναφέρει για την περίοδο από 1 Σεπτεμβρίου μέχρι 31 Δεκεμβρίου 1985:
α)
τις πραγματοποιηθείσες εξαγωγές αραβοσίτου, συμπεριλαμβανομένων αυτών που πραγματοποιήθηκαν από την ΚΥΔΕΠ, διευκρινίζοντας για κάθε μία από αυτές το όνομα του επιχειρηματία, τις οικείες ποσότητες αραβοσίτου και τον προορισμό τους, την ημερομηνία κατά την οποία ο επιχειρηματίας ζήτησε τη θεώρηση της Τράπεζας της Ελλάδας, την ημερομηνία κατά την οποία η θεώρηση κοινοποιήθηκε στον επιχειρηματία·
β)
καθόσον δεν αναφέρθηκαν ήδη με την απάντηση στην προηγούμενη ερώτηση α), τις αιτήσεις για θεώρηση εξαγωγής αραβοσίτου που υποβλήθηκαν στην Τράπεζα της Ελλάδας κατά την περίοδο αυτή, διευκρινίζοντας για κάθε μία από αυτές το όνομα του επιχειρηματία, τις οικείες ποσότητες αραβοσίτου και τον προορισμό τους, την ημερομηνία κατά την οποία ο επιχειρηματίας ζήτησε τη θεώρηση, το περιεχόμενο της αποφάσεως της Τράπεζας της Ελλάδας, την ημερομηνία κατά την οποία η απόφαση αυτή κοινοποιήθηκε στον επιχειρηματία και, ενδεχομένως, τους λόγους για τους οποίους δεν χορηγήθηκε θεώρηση·
γ)
στην περίπτωση κατά την οποία οι εξαγωγές και, ιδίως, οι πραγματικές εξαγωγές αραβοσίτου εξαρτήθηκαν από διοικητικές άδειες άλλες πλην της θεωρήσεως της Τράπεζας της Ελλάδας, για κάθε μία των πράξεων των οποίων έγινε μνεία στις απαντήσεις επί των ερωτήσεων α ) και β ), τις ημερομηνίες κατά τις οποίες οι αιτήσεις αδείας υποβλήθηκαν από τον εξαγωγέα, τις ημερομηνίες κατά τις οποίες κοινοποιήθηκαν στον εξαγωγέα οι αποφάσεις επί των αιτήσεων αυτών και, ενδεχομένως, τους λόγους για τους οποίους δεν δόθηκε η άδεια·
δ)
τους ακριβείς λόγους που δικαιολογούν το χρονικό διάστημα μεταξύ της ημερομηνίας κατά την οποία οι αιτήσεις για θεώρηση και, ενδεχομένως, για άδεια, των οποίων γίνεται μνεία στις απαντήσεις στις τρεις προηγούμενες ερωτήσεις α), β) και γ), υποβλήθηκαν στην αρμόδια αρχή και της ημερομηνίας κατά την οποία ελήφθη απόφαση επί των αιτήσεων αυτών.
Απάντηση
Σημείο α) — Πρόκειται για τα στοιχεία « EX-EL » που αποτελούν τα συνημμένα του υπομνήματος αντικρούσεως ( παράρτημα III ).
Σύμφωνα με τα στοιχεία αυτά οι άδειες χορηγήθηκαν τον Αύγουστο του 1985 και, κατά τη συνήθη διαδικασία, χορηγήθηκαν αμέσως στους αιτούντες. Οι τρεις εξαγωγές πραγματοποιήθηκαν αργότερα: η δεύτερη τον Νοέμβριο (στις 11 Νοεμβρίου 1985) και η πρώτη και τρίτη τον Δεκέμβριο (στις 12 και 16 Δεκεμβρίου 1985 αντίστοιχα).
Επίσης, κατά το υπό κρίση χρονικό διάστημα πραγματοποιήθηκαν από το Δ' Τελωνείο Θεσσαλονίκης οι εξής εξαγωγές ιδιωτών:
i)
διασάφηση εξαγωγής 20385 της 27ης Σεπτεμβρίου 1985: Εξαγωγέας: η εταιρία Π. Καδινόπουλος ΑΕ, χώρα προορισμού: η Ιταλία, ποσότητα: 20000 τόνοι.
ii)
Διασάφηση εξαγωγής 21810 της 14ης Οκτωβρίου 1985: Εξαγωγέας: η εταιρία Cargill ΕΠΕ, χώρα προορισμού: οι Κάτω Χώρες, ποσότητα: 5500 τόνοι.
iii)
Διασάφηση εξαγωγής 21811 της 14ης Οκτωβρίου 1985: Εξαγωγή επίσης της Cargill ΕΠΕ για την ίδια χώρα προορισμού και την ίδια ποσότητα 5500 τόνων.
Σημείο β) — Οι σχετικές αιτήσεις για θεωρήσεις της περιόδου δεν υπάρχουν στην Τράπεζα της Ελλάδας, διότι κατά το ισχύον σύστημα προωθούντο από τις μεσολαβούσες τράπεζες.
Σημείο γ) — Οι εξαγωγές δεν εξηρτώντο από καμία άλλη διοικητική άδεια εκτός της θεωρήσεως της δηλώσεως-τιμολογίου εξαγωγής.
Σημείο ô) — Δεν υφίσταται διάκριση μεταξύ θεωρήσεως και αδείας.
Η θεώρηση της δηλώσεως-τιμολογίου εξαγωγής είναι η ισχύουσα διαδικασία. Χρονικές καθυστερήσεις ενδεχομένως να παρουσιάζονται μεταξύ της κατά κανόνα άμεσης και απρόσκοπτης θεώρησης των δηλώσεων-τιμολογίων εξαγωγών και της πραγματοποίησης της εξαγωγής. Το τελευταίο αυτό σημείο αποτελεί, κατά κανόνα, ζήτημα που συνδέεται με τις διαδικασίες ενώπιον των τελωνειακών αρχών.
Τρίτη ερώτηση
Από την Ελληνική Δημοκρατία ζητείται να αναφέρει αν ευσταθεί, όπως αναφέρεται στα άρθρα εφημερίδων που προσκόμισε η Επιτροπή, ότι η επιχείρηση Καδινόπουλος έλαβε στις 27 Σεπτεμβρίου 1985 άδεια εξαγωγής αραβοσίτου και, σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως, αν ευσταθεί ότι η επιχείρηση αυτή επιδίωξε ανεπιτυχώς να της δοθεί από τις τελωνειακές υπηρεσίες και τις υπηρεσίες του Υπουργείου Εμπορίου η δυνατότητα να εξαγάγει πράγματι τις ποσότητες αραβοσίτου που αποτελούσαν το αντικείμενο της εν λόγω θεωρήσεως.
Απάντηση
Γίνεται παραπομπή στην απάντηση επί του δευτέρου ερωτήματος, σημείο α ), υπό i ), περί των εξαγωγών που πραγματοποιήθηκαν από το Δ' Τελωνείο Θεσσαλονίκης, όπου αναφέρεται ότι η εταιρία Π. Καδινόπουλος φέρεται ως εξαγωγέας 20000 τόνων αραβοσίτου προς την Ιταλία. Από τα συνημμένα στο υπόμνημα απαντήσεως της Επιτροπής δημοσιεύματα του τύπου δεν προκύπτει ότι πρόκειται για την ίδια ή άλλη περίπτωση.
Τέταρτη ερώτηση
Από την Ελληνική Δημοκρατία ζητείται να αναφέρει επακριβώς τους λόγους για τους οποίους η εταιρία Cargill δεν μπόρεσε να λάβει, υπό τις συνθήκες που περιγράφει στις από 12 Δεκεμβρίου 1985 και 14 Ιανουαρίου 1986 επιστολές της που προσκόμισε η Επιτροπή, άδεια εξαγωγής αραβοσίτου.
Απάντηση
Γίνεται παραπομπή στις γραπτές παρατηρήσεις που κατέθεσε η καθής ως προς το περιεχόμενο αυτών των εγγράφων, η προσκόμιση των οποίων επιτράπηκε με τη Διάταξη του Δικαστηρίου της 21ης Νοεμβρίου 1990.
Β — Απαντήσεις της Επιτροπής
Πρώτη ερώτηση
Από την Επιτροπή ζητείται να αναφέρει, επακριβώς, αν, κατ' αυτήν, οι ελληνικές αρχές απαγόρευσαν ή περιόρισαν τις εξαγωγές αραβοσίτου για την περίοδο μεταξύ 1ης Σεπτεμβρίου και 31ης Δεκεμβρίου 1985, χρησιμοποιώντας άλλα μέσα από αυτά που διαθέτουν στο πλαίσιο της διαδικασίας της θεωρήσεως του εντύπου « δήλωση-τιμολόγιο εξαγωγής » από την Τράπεζα της Ελλάδας.
Απάντηση
1)
Οι ισχύουσες διαδικασίες εξαγωγής είναι αυτές που θεσπίστηκαν με τις υπουργικές αποφάσεις Ε4/10110 της 4ης Δεκεμβρίου 1980 και Β3.1871 της 12ης Δεκεμβρίου 1980. Οι διαδικασίες αυτές είναι ενιαίες για όλα τα προϊόντα.
Δυνάμει της παραγράφου 4 της αποφάσεως Ε4/10110, της 4ης Δεκεμβρίου 1980, όταν πρόκειται για εξαγωγή προϊόντων εγχωρίου παραγωγής ή αλλοδαπής προελεύσεως, πρέπει να υποβάλλεται στις τελωνειακές αρχές δήλωση-τιμολόγιο εξαγωγής ( εφεξής: ΔΤΕ ). Η ΔΤΕ πρέπει να θεωρείται (δηλαδή να εγκρίνεται) από τη μεσολαβούσα εμπορική τράπεζα με σκοπό την παρακολούθηση της εκπληρώσεως των συναλλαγματικών υποχρεώσεων του εξαγωγέα. Κατ' εξαίρεση, η ίδια παράγραφος προβλέπει την προηγούμενη θεώρηση της ΔΤΕ και από την Τράπεζα της Ελλάδας σε συγκεκριμένες περιπτώσεις, οι οποίες απαριθμούνται περιοριστικώς στην εν λόγω απόφαση, υπό τις προϋποθέσεις που προβλέπονται στις ειδικές οδηγίες του Υπουργείου Εμπορίου.
Η εξαγωγή αραβοσίτου δεν φαίνεται να εμπίπτει σ' αυτές τις διατάξεις εξαιρέσεως-εξάλλου, ούτε η Ελληνική Δημοκρατία υποστήριξε ποτέ ότι ot διατάξεις αυτές είναι εφαρμοστέες. Επομένως, οι εξαγωγές αραβοσίτου θα πρέπει κανονικά να υπόκεινται μόνο στη διαδικασία θεωρήσεως της ΔΤΕ από μία εμπορική τράπεζα.
2)
Ως προς το τηλετύπημα της Τράπεζας της Ελλάδας, της 2ας Σεπτεμβρίου 1985, προς τις εμπορικές τράπεζες, η Επιτροπή προβάλλει τις ακόλουθες παρατηρήσεις επί του επιχειρήματος της Ελληνικής Δημοκρατίας ότι το τηλετύπημα αυτό είχε απλώς ως αντικείμενο να καταστεί δυνατή η στατιστική παρακολούθηση των εξαγωγών αραβοσίτου και όχι να εμποδίσει τις εν λόγω εξαγωγές:
α)
Πρέπει να διατυπωθούν αμφιβολίες ως προς την αρμοδιότητα της Τράπεζας της Ελλάδας να εκδίδει οδηγίες προς τις εμπορικές τράπεζες προκειμένου να εξαρτάται κάθε εξαγωγή αραβοσίτου από προηγούμενη έγκρισή της. Κατά το Ελληνικό Δίκαιο, η Τράπεζα της Ελλάδας χρειάζεται προηγούμενη νομοθετική εξουσιοδότηση ή, μάλλον, ειδική απόφαση του αρμοδίου υπουργού που να της παρέχει την απαραίτητη προς τούτο εξουσία. Αυτό άλλωστε προβλέπει και η παράγραφος 4 της αποφάσεως Ε4/10110 της 4ης Δεκεμβρίου 1980. Επομένως, πρέπει να υπάρχει προηγούμενη ειδική απόφαση ή διοικητική οδηγία του Υπουργείου Εμπορίου ή άλλου αρμοδίου υπουργείου παρέχουσα προς τούτο εξουσία στην Τράπεζα της Ελλάδας. Η Ελληνική Δημοκρατία δεν έχει κοινοποιήσει στην Επιτροπή, μέχρι το παρόν στάδιο της διαδικασίας, μια τέτοια απόφαση ή εσωτερική οδηγία.
β)
Δεδομένου ότι η διαδικασία θεωρήσεως της ΔΤΕ που θεσπίστηκε με την υπουργική απόφαση Ε4/10110 της 4ης Δεκεμβρίου 1980 ίσχυε ήδη κατά την υπό κρίση περίοδο, μπορεί να τεθεί το ερώτημα ποιοι θα μπορούσαν να ήταν οι επιπλέον λόγοι που ώθησαν την Τράπεζα της Ελλάδας να στείλει το τηλετύπημα της 2ας Σεπτεμβρίου 1985 στις εμπορικές τράπεζες. Ο λόγος αυτός δεν μπορεί να έγκειται στον έλεγχο των συναλλαγματικών υποχρεώσεων, επειδή η ΔΤΕ έπρεπε ήδη να θεωρείται προς τον σκοπό αυτόν από τις εμπορικές τράπεζες. Δεν μπορεί επίσης να πρόκειται για λόγους στατιστικής, επειδή η διαδικασία της ΔΤΕ λειτουργούσε χωρίς κανένα εμφανές πρόβλημα από το 1981 έως το 1985. Εξάλλου, πουθενά στο τηλετύπημα της Τράπεζας της Ελλάδας δεν αναφέρεται ότι η προηγούμενη έγκριση απαιτείται για στατιστικούς λόγους. Τέλος, δεν γίνονται αντιληπτοί οι λόγοι για τους οποίους κάθε εξαγωγή αραβοσίτου πρέπει να θεωρείται προηγουμένως από το κεντρικό κατάστημα της Τράπεζας της Ελλάδας.
Αν πρόκειται για καθαρά στατιστικούς λόγους, πρέπει να αρκεί η εκ των υστέρων υποβολή των στοιχείων από τα περιφερειακά υποκαταστήματα των εμπορικών τραπεζών.
Το τηλετύπημα της 2ας Σεπτεμβρίου 1985 δεν αναφέρεται ρητά στη διαδικασία ΔΤΕ, αλλά στην «προηγούμενη θεώρηση του τμήματος ελέγχου εξαγωγών» της Τράπεζας της Ελλάδας για κάθε εξαγωγή αραβοσίτου. Η κατά λέξη ερμηνεία θα οδηγούσε στο να θεωρηθεί ότι το τηλετύπημα αυτό δεν έχει σχέση με τη θεώρηση της ΔΤΕ, αλλά εισάγει ένα σύστημα πρόαθενης προηγούμενης έγκρισης του τμήματος εξαγωγών (και όχι του τμήματος συναλλάγματος) του κεντρικού καταστήματος ( και όχι των περιφερειακών υποκαταστημάτων ) της Τράπεζας της Ελλάδας, ανεξάρτητα από τη διαδικασία ΔΤΕ.
Από το σύνολο των στοιχείων της δικογραφίας προκύπτει ότι γίνεται μία πρώτη θεώρηση της ΔΤΕ από τη μεσολαβούσα εμπορική τράπεζα, η οποία στη συνέχεια τη διαβιβάζει μαζί με την αίτηση εξαγωγής στο κεντρικό κατάστημα της Τράπεζας της Ελλάδας, η οποία είναι αρμόδια να εγκρίνει τόσο τη ΔΤΕ όσο και την εξαγωγή αυτή καθεαυτή. Η έγκριση επιστρέφεται, στη συνέχεια, στη μεσολαβούσα εμπορική τράπεζα, κατόπιν δε από αυτή την τράπεζα στον εξαγωγέα για την πραγματοποίηση της εξαγωγής. Οι τελωνειακές αρχές δεν επιτρέπουν την εξαγωγή αραβοσίτου που δεν συνοδεύεται από δεόντως θεωρημένη ΔΤΕ και από την έγκριση της Τράπεζας της Ελλάδας.
γ)
Το τηλετύπημα της. 2ας Σεπτεμβρίου 1985 έχει εξαιρετικά ευρύ πεδίο εφαρμογής, επειδή εφαρμόζεται για κάθε εξαγωγή, χωρίς να θέτει όρους, κριτήρια ή χρονικά περιθώρια τα οποία πρέπει να τηρεί η Τράπεζα της Ελλάδας κατά την εξέταση των αιτήσεων. Επομένως, η Τράπεζα της Ελλάδας έχει απόλυτη διακριτική εξουσία για την έγκριση των εξαγωγών.
Αυτό προκύπτει καθαρά και από όλα τα έγγραφα που προσκόμισε η Επιτροπή στο Δικαστήριο στο πλαίσιο της αιτήσεως της λόγω παρεμπίπτοντος ζητήματος, ειδικότερα δε από τα δύο έγγραφα, την προσκόμιση των οποίων επέτρεψε το Δικαστήριο με τη Διάταξη του της 21ης Νοεμβρίου 1990.
Το αποτέλεσμα αυτής της διαδικασίας ήταν να παρασχεθεί στην Τράπεζα της Ελλάδας η διακριτική εξουσία να καθυστερεί, μάλιστα δε να απαγορεύει τελείως τις εξαγωγές, αυτό δε κατ' αντίθεση προς τις διατάξεις του κοινοτικού δικαίου (απόφαση της 6ης Μαρτίου 1977, Επιτροπή κατά Γαλλικής Δημοκρατίας, 68/76, Rec. 1977, σ. 515).
3)
Ακόμη και αν υποτεθεί ότι ο σκοπός του τηλετυπήματος της 2ας Σεπτεμβρίου 1985 ήταν να καταστεί δυνατή η στατιστική παρακολούθηση των εξαγωγών, η διαδικασία που θεσπίστηκε ήταν πολύ αυστηρή και απέκλινε από την αρχή της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων. Η Ελληνική Δημοκρατία, η οποία φέρει το βάρος της αποδείξεως, δεν απέδειξε ότι δεν υπήρχαν άλλες διαδικασίες, λιγότερο περιοριστικές απ' ό,τι η επίδικη διαδικασία, με τις οποίες θα ήταν δυνατή η στατιστική παρακολούθηση των εξαγωγών.
4)
Η δημόσια ανακοίνωση του Υφυπουργού Εμπορίου ότι από τις 2 Σεπτεμβρίου 1985 απαγορεύονται οι εξαγωγές αραβοσίτου είχε, αφε-αυτής, ως αποτέλεσμα την παρεμπόδιση των εξαγωγών.
Ενόψει του μεγάλου επιχειρηματικού κινδύνου, που ενέχουν οι εξαγωγές αραβοσίτου, η δήλωση αυτή αποθάρρυνε τις εταιρίες εξαγωγών.
Επομένως, η εν λόγω ανακοίνωση αποτελεί, αυτή καθεαυτή, μέτρο ισοδυνάμου αποτελέσματος προς ποσοτικό περιορισμό επί των εξαγωγών κατά την έννοια του άρθρου 34 της Συνθήκης ( απόφαση της 24ης Νοεμβρίου 1982, 249/81, Επιτροπή κατά Ιρλανδίας, Συλλογή 1982, σ. 4005).
Δεύτερη ερώτηση
Από την Επιτροπή ζητείται να διευκρινίσει τις συγκεκριμένες περιπτώσεις στις οποίες αναφέρεται όταν, στο υπόμνημα απαντήσεως της 11ης Ιουλίου 1989 (σ. 7 του υπομνήματος και της γαλλικής μεταφράσεως), εκθέτει:
« Εξάλλου, η διακριτική υπέρ της ΚΥΔΕΠ μεταχείριση δεν έλαβε χώρα, κατά την Επιτροπή, αποκλειστικά στη φάση χορηγήσεως των αδειών εξαγωγής, αλλά και στα υπόλοιπα στάδια της διαδικασίας [π.χ. μέσω ποικίλων και υπερβολικών διοικητικών καθυστερήσεων των εξαγωγών των εμπόρων, ανακλήσεως αδειών που είχαν χορηγηθεί, σιωπηρής απορρίψεως αιτήσεων εμπόρων, μη εκκαθαρίσεως των διασαφήσεων εξαγωγής των εμπόρων, μη θεωρήσεως από την Τράπεζα της Ελλάδας, κ.λπ. (...) ]».
Απάντηση
Α —
Ως προς τη διακριτική μεταχείριση που αντιμετώπισαν οι άλλοι εκτός της ΚΥΔΕΠ εξαγωγείς, η Επιτροπή προβάλλει τα εξής:
1)
Οι εξαγωγές των εταιριών Καδινόπουλος και Cargill, στις οποίες αναφέρεται η Ελληνική Δημοκρατία, διενεργήθηκαν, πράγματι, βάσει εγκρίσεων που χορηγήθηκαν πριν από την έναρξη ισχύος της απαγορεύσεως των εξαγωγών.
Αυτό αποδεικνύεται από τα αντίγραφα των ΔΤΕ που έχουν επισυναφθεί στη δικογραφία. 'Ετσι, η εταιρία Cargill ΕΠΕ εξήγαγε, στις 14 Οκτωβρίου 1985, 11000 τόνους αραβοσίτου βάσει αδειών εξαγωγής που χορηγήθηκαν στις 16 Αυγούστου 1985. Η εταιρία Καδινόπουλος προέβη σε εξαγωγές αραβοσίτου, αντιστοίχως στις 2 Οκτωβρίου, 12 Οκτωβρίου και 17 Οκτωβρίου 1985, συνολικού ύψους 22000 τόνων βάσει εγκρίσεων που χορηγήθηκαν την 1η Αυγονσνον 1985.
2)
Από τα έγγραφα που η Επιτροπή προσκόμισε ως παραρτήματα της αιτήσεως της περί παρεμπίπτοντος ζητήματος προκύπτει σαφώς ότι η διαδικασία της προηγουμένης θεωρήσεως από την Τράπεζα της Ελλάδας προκάλεσε σημαντικές καθυστερήσεις, χωρίς να δοθεί καμία εξήγηση στους ενδιαφερομένους εξαγωγείς. Η περίπτωση της εταιρίας Cargill αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα εμπόρου-εξαγωγέα του οποίου η ΔΤΕ ουδέποτε εγκρίθηκε ή δόθηκε καμία εξήγηση για την άρνηση αυτή, δεδομένου ότι οι επιστολές της επιχειρήσεως αυτής παρέμειναν χωρίς απάντηση.
3)
Η περίπτωση της εταιρίας Καδινόπουλος αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα ανακλήσεως αδείας εξαγωγής. Όπως προκύπτει από τα στοιχεία που διαβίβασε στην Επιτροπή η καταγγέλλουσα, φαίνεται ότι η Τράπεζα της Ελλάδας ενέκρινε, από αβλεψία, τη ΔΤΕ της εταιρίας αυτής για την εξαγωγή 20000 τόνων αραβοσίτου στις 27 Σεπτεμβρίου 1985, δηλαδή καθόσον χρόνο διαρκούσε η απαγόρευση. Όταν όμως η Τράπεζα της Ελλάδας αντελήφθη το τεχνικής φύσεως λάθος της, ζήτησε την ανάκληση της εγκρίσεως που είχε ήδη χορηγηθεί. Τέλος, φαίνεται ότι χρειάστηκε η παρέμβαση του ίδιου του Υπουργού Εμπορίου για να αναγκαστεί η εταιρία να μη χρησιμοποιήσει την άδεια εξαγωγής της. Το όλο επεισόδιο περιγράφεται επίσης στο απόσπασμα της εφημερίδας ΤΑ ΝΕΑ της 11ης Νοεμβρίου 1985 (παράρτημα Ι του υπομνήματος απαντήσεως ).
Β —
Η ευνοϊκή μεταχείριση της οποίας έτυχε η ΚΥΔΕΠ οφείλεται στις ιδιαίτερες οικονομικές και διοικητικές σχέσεις που συνδέουν την ΚΥΔΕΠ με τις κρατικές υπηρεσίες ( βλέπε ως προς το σημείο αυτό τις αποφάσεις της 29ης Νοεμβρίου 1989, Επιτροπή κατά Ελληνικής Δημοκρατίας, C-281/87, Συλλογή 1989, σ. 4015 της 12ης Ιουλίου 1990, Επιτροπή κατά Ελληνικής Δημοκρατίας, C-35/88, Συλλογή 1990, σ. I-3125).
Λόγω ακριβώς των προνομιακών αυτών σχέσεων με την Ελληνική Διοίκηση, η ΚΥΔΕΠ είχε ταχέως και εγκύρως πληροφορηθεί την επικείμενη απαγόρευση των εξαγωγών αραβοσίτου. 'Ετσι, η ΚΥΔΕΠ ήταν σε θέση να προγραμματίσει κατάλληλα τις εξαγωγές της όχι μόνο πριν από τη θέση σε ισχύ της απαγορεύσεως, αλλά και πριν από την άρση αυτής της απαγορεύσεως. Οι ελληνικές αρχές είχαν άμεσο οικονομικό συμφέρον να διευκολύνουν την ΚΥΔΕΠ να προβαίνει σε επικερδείς εξαγωγές αραβοσίτου αντί άλλων εμπορικών εταιριών, δεδομένου ότι η Ελληνική Κυβέρνηση κάλυπτε από έσοδα του κρατικού προϋπολογισμού τα ελλείμματα που είχε η ΚΥΔΕΠ από τη διαχείριση αραβοσίτου και ζωοτροφών.
'Ετσι μπορεί να εξηγηθεί το γεγονός ότι η ΚΥΔΕΠ ζήτησε, στις 7 Νοεμβρίου 1985, την υποβολή προσφορών για άμεση εξαγωγή 30000 τόνων αραβοσίτου. Ενώ οι ιδιώτες έμποροι δεν μπορούσαν ούτε να λάβουν την έγκριση της Τράπεζας της Ελλάδας ούτε να εξάγουν χρησιμοποιώντας τις εγκρίσεις που τους είχαν ήδη χορηγηθεί (βλέπε την περίπτωση της εταιρίας Καδινόπουλος ), η ΚΥΔΕΠ ζητούσε την υποβολή προσφορών για την άμεση εξαγωγή αραβοσίτου στις 11 Νοεμβρίου 1985. Η διακριτική αυτή μεταχείριση υπέρ της ΚΥΔΕΠ δεν πέρασε απαρατήρητη από τον Τύπο, όπως προκύπτει από το άρθρο που δημοσιεύθηκε στις 10 Νοεμβρίου 1985 στην εφημερίδα Η ΝΑΥΤΕΜΠΟΡΙΚΗ (παράρτημα VII του υπομνήματος απαντήσεως ).
F. Grévisse
εισηγητής δικαστής
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η ελληνική.
Top