ΕΚΘΕΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠ' ΑΚΡΟΑΤΗΡΊΟΥ ΣΥΖΉΤΗΣΗ
στην υπόθεση C-153/89 ( *1 )
Ι — Πραγματικά περιστατικά και διαδικασία
Σύμφωνα με τους κοινούς κανόνες της Οικονομικής Ενώσεως Βελγίου και Λουξεμβούργου, τόσο στο Λουξεμβούργο όσο και στο Βέλγιο, ο ειδικός φόρος καταναλώσεως επί του ζύθου δεν υπολογίζεται με βάση το τελικό προϊόν αλλά τον θερμό μούστο, χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι απώλειες που προκύπτουν κατά τα μεταγενέστερα στάδια παρασκευής και συσκευασίας.
Στα πλαίσια ενός τέτοιου συστήματος, ο καθορισμός του ποσού του ειδικού φόρου καταναλώσεως που πρέπει να βαρύνει το τελικό προϊόν κατά την εξαγωγή ή την εισαγωγή του προϋποθέτει αναγωγή στη βάση επιβολής του φόρου, ήτοι στον θερμό μούστο από τον οποίο προέρχεται η μπύρα, λαμβανομένων υπόψη των απωλειών που συνεπάγεται η μετατροπή μούστου σε ζύθο.
Κατά την εξαγωγή, η μετατροπή του εξαγομένου προϊόντος σε θερμό μούστο, προκειμένου να καθοριστεί ο επιβλητέος φόρος, πραγματοποιείται σύμφωνα με το άρθρο 96 του βελγικού υπουργικού διατάγματος της 25ης Νοεμβρίου 1968 ( Moniteur belge της 22.12.1968), όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 26 του βελγικού υπουργικού διατάγματος της 28ης Νοεμβρίου 1973 ( Moniteur belge της 30.11.1973 ) επί τη βάσει συντελεστού 10/9, ο οποίος αντιστοιχεί σε ποσοστό απωλείας 10 % θερμού μούστου. Το εν λόγω σύστημα οδηγεί σε αύξηση του επιστρεπτέου ειδικού φόρου καταναλώσεως λόγω εξαγωγής κατά 11,11%.
Κατά την εισαγωγή, ο ειδικός φόρος καταναλώσεως υπολογίζεται βάσει των πράγματι εισαγομένων ποσοτήτων, εκφραζόμενων σε εκατόλιτρα. Προκειμένου να ληφθούν υπόψη οι απώλειες, η υπολογιζόμενη ποσότητα μούστου για κάθε μετατροπή προσαυξάνεται κατά 5 ο/ο, πράγμα που αντιστοιχεί σε ποσοστό απώλειας 4,7619 °/ο θερμού μούστου.
Θεωρώντας ότι τα ποσοστά απωλείας που εφαρμόζονται στο Βέλγιο υπερβαίνουν το πραγματικό επίπεδο απωλειών στο εσωτερικό της χώρας και, κατά συνέπεια, συνιστούν παράβαση των άρθρων 95 και 96 της Συνθήκης ΕΟΚ, η Επιτροπή, με έγγραφο της 16ης Δεκεμβρίου 1983, κάλεσε τις εθνικές αρχές να υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους εντός προθεσμίας ενός μήνα, σύμφωνα με την προβλεπόμενη από το άρθρο 169, πρώτο εδάφιο, της Συνθήκης διαδικασία.
Στο έγγραφο οχλήσεως της η Επιτροπή αναφέρει ότι, κατά τις πληροφορίες που είχε στη διάθεση της, οι απώλειες σε ένα σύγχρονο ζυθοποιείο μπορούσαν να κατέλθουν μέχρι και 2 % και ότι δεν υπήρχε κανένας λόγος να υποτεθεί ότι οι απώλειες των βελγικών ζυθοποιείων υπερέβαιναν το ποσοστό αυτό. Κατά την Επιτροπή, στο πλαίσιο του βελγικού συστήματος φορολογήσεως ζύθου, η επιστροφή λόγω εξαγωγής είναι ανώτερη του ποσού του φόρου που έχει πράγματι επιβληθεί στο τελικό προϊόν, ενώ ο φόρος που βαρύνει το προϊόν κατά την εισαγωγή είναι υψηλότερος από εκείνον που βαρύνει το ομοειδές εγχώριο προϊόν.
Στην απάντηση της η Βελγική Κυβέρνηση εξήγησε το σύστημα της φορολογήσεως ζύθου και αμφισβήτησε το ότι τα εφαρμοζόμενα στα σύνορα του Βελγίου ποσοστά συνιστούν παράβαση των άρθρων 95 και 96 της Συνθήκης.
Κατόπιν αυτού, η Επιτροπή ζήτησε από δύο ανεξαρτήτους εμπειρογνώμονες, τους καθηγητές Dalgliesh και Narziss, την εκπόνηση μελέτης και, βάσει των εκθέσεων τους, εξέδωσε, στις 2 Φεβρουαρίου 1987, αιτιολογημένη γνώμη, δεχόμενη, για το Βέλγιο, ποσοστά απωλείας κυμαινόμενα στο κάτω μέρος του περιθωρίου 3,8 έως 5,1 % για τις εξαγόμενες μπύρες και του περιθωρίου 2,7 έως 4 ο/ο για τις διατιθέμενες στο εσωτερικό της χώρας μπύρες.
Με το από 6 Απριλίου 1987 έγγραφο της, η Βελγική Κυβέρνηση απάντησε ότι το μεσαίο μέγεθος της πλειονότητας των βελγικών ζυθοποιείων έχει ως αποτέλεσμα ότι η παραγωγικότητα των εν λόγω μονάδων δεν μπορεί να φθάσει τα επίπεδα παραγωγικότητας των αποδοτικότερων ζυθοποιείων που χρησίμευσαν ως σημείο αναφοράς για τις εκθέσεις των εμπειρογνωμόνων της Επιτροπής.
Η Βελγική Κυβέρνηση πρότεινε, εξάλλου, στην Επιτροπή την πραγματοποίηση συναντήσεως μεταξύ της Επιτροπής και εκπροσώπων της βελγικής διοικήσεως και των βέλγων ζυθοποιών, που έλαβε χώρα στις 9 Ιουλίου 1987. Κατόπιν της συναντήσεως αυτής, η Βελγική Κυβέρνηση απέστειλε στην Επιτροπή σημείωμα συνοδευόμενο από μελέτη εκπονηθείσα από τον Δόκτορα Wittmann κατ' εντολή της Συνομοσπονδίας των βελγικών ζυθοποιείων, όπου εκτιμάται ότι το ποσοστό απωλείας στα βελγικά ζυθοποιεία όσον αφορά τον εξαγόμενο ζύθο ανέρχεται σε 10,25 %.
Εκτιμώντας ότι υπάρχουν βελγικά ζυθοποιεία με ελάχιστες απώλειες και ότι πρέπει να υφίστανται ζυθοποιεία εντός της Κοινότητας που πραγματοποιούν εξαγωγές προς το Βέλγιο και έχουν χαμηλότερα ποσοστά απωλείας, η Επιτροπή άσκησε την παρούσα προσφυγή, βάσει του δευτέρου εδαφίου του άρθρου 169 της Συνθήκης.
Η προσφυγή κατατέθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 27 Απριλίου 1989.
Κατόπιν εκθέσεως του εισηγητή δικαστή και κατόπιν ακροάσεως του γενικού εισαγγελέα, το Δικαστήριο αποφάσισε να προχωρήσει στην προφορική διαδικασία χωρίς προηγούμενη διεξαγωγή αποδείξεων.
II — Αιτήματα των διαδίκων
Η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο:
—
να αναγνωρίσει ότι το Βασίλειο του Βελγίου, καθορίζοντας για την επιβολή της εξισωτικής εισφοράς κατά την εισαγωγή και την επιστροφή λόγω εξαγωγής του ειδικού φόρου καταναλώσεως επί του ζύθου το ποσοστό απώλειας που χαρακτηρίζει το τελικό προϊόν έναντι του μούστου σε ύψος υπερβαίνον το κατά μέσον όρον ισχύον για τη βιομηχανία παρασκευής ζύθου του Βελγίου και υπερβαίνον, εν πάση περιπτώσει, το ποσοστό που ισχύει για ορισμένες βελγικές επιχειρήσεις ζυθοποιίας, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τα άρθρα 95 και 96 της Συνθήκης ΕΟΚ.
—
να καταδικάσει το Βασίλειο του Βελγίου στα δικαστικά έξοδα.
Το Βασίλειο τον Βελγίου ζητεί από το Δικαστήριο:
—
να απορρίψει την προσφυγή ως αβάσιμη.
—
να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.
III — Ισχυρισμοί και επιχειρήματα των διαδίκων
Η Επιτροπή ισχυρίζεται, κυρίως, ότι το σύστημα φορολογήσεως του εισαγομένου ζύθου που εφαρμόζει το Βέλγιο είναι διαφορετικό από εκείνο που ισχύει για την εγχώρια μπύρα και ότι το σύστημα αυτό αντίκειται στα άρθρα 95 και 96 της Συνθήκης.
Όσον αφορά τις εισαγωγές, η Επιτροπή επισημαίνει ότι ένα βελγικό ζυθοποιείο που λειτουργεί οικονομικά απολαμβάνει ορισμένο πλεονέκτημα κατά την επιβολή του ειδικού φόρου καταναλώσεως, ενώ το εισαγόμενο προϊόν φορολογείται πάντοτε ως εάν οι υπολογιζόμενες κατά μέσο όρο απώλειες για το Βέλγιο είχαν πράγματι σημειωθεί σε κάθε βελγικό ζυθοποιείο.
Κατά την Επιτροπή, το Βέλγιο θα πρέπει να αποδείξει ότι τα πλέον αποδοτικά ζυθοποιεία του δεν φθάνουν ποτέ το ποσοστό αντασταθμίσεως των απωλειών 5 % που λαμβάνεται υπόψη κατά την εισαγωγή. Η Επιτροπή υπενθυμίζει σχετικώς την απόφαση της 22ας Ιουνίου 1976, υπόθεση 127/75, Bobie Getränke ( Rec. 1976, σ. 1079 ), σύμφωνα με την οποία υφίσταται παράβαση του άρθρου 95, πρώτο εδάφιο, της Συνθήκης, οσάκις το εγχώριο προϊόν υποβάλλεται, « έστω και σε ορισμένες περιπτώσεις », σε φορολογική επιβάρυνση χαμηλότερη εκείνης που βαρύνει το εισαγόμενο προϊόν.
Όσον αφορά τις εξαγωγές, η Επιτροπή θεωρεί ότι το βελγικό ζυθοποιείο που λειτουργεί οικονομικά και μειώνει τις απώλειες του κάτω του κατ' αποκοπήν υπολογιζόμενου μέσου όρου λαμβάνει επιστροφές φόρου αντιστοιχούσες σε ποσότητες μούστου που δεν απαιτούνται για την παρασκευή της εξαγομένης μπύρας, κατά παράβαση του άρθρου 96 της Συνθήκης.
Η Επιτροπή παρατηρεί σχετικώς ότι το Λουξεμβούργο ουδόλως απέδειξε πως κατά μέσον όρο το ποσοστό απωλειών 10 % είναι δικαιολογημένο, κατά την απόφαση δε της 1ης Δεκεμβρίου 1965, υπόθεση 45/64, Επιτροπή κατά Ιταλίας ( Rec. 1965, σ. 1057 ), σε περίπτωση υπάρξεως κατ' αποκοπήν συστήματος επιστροφών εσωτερικών φόρων, το κράτος μέλος που το εφαρμόζει βαρύνεται με την απόδειξη ότι το εν λόγω σύστημα δεν υπερβαίνει τα όρια του άρθρου 96 της Συνθήκης.
Όσον αφορά την εκ μέρους του Βελγίου αμφισβήτηση της αξιοπιστίας των αποτελεσμάτων των μελετών των καθηγητών Dalgliesh και Narziss, στις οποίες στηρίχθηκε η Επιτροπή, η τελευταία τονίζει ότι στο πλαίσιο των εν λόγω μελετών ελήφθησαν υπόψη όλα τα στοιχεία που δόθηκαν από τη βελγική βιομηχανία ζύθου. Δεδομένου ότι ο καθηγητής Narziss πρότεινε να θεωρηθεί ως κεντρικός συντελεστής το 7,95 ο/ο, με δυνατότητα προσαρμογής προς τα πάνω η προς τα κάτω κατά 1,5 %, η Επιτροπή φρονεί ότι, σε επίπεδο αποδείξεως, δεν μπροεί να ζητηθεί τίποτε περισσότερο.
Το γεγονός ότι είναι δυνατόν, στην περίπτωση πολλών μικρών ζυθοποιείων που παράγουν ειδικούς τύπους μπύρας, οι επιστροφές λόγω εξαγωγής να είναι χαμηλότερες του δέοντος αποτελεί πρόβλημα που αφορά αποκλειστικά το Βέλγιο και δεν μπορεί να προβληθεί, κατά την Επιτροπή, προκειμένου να δικαιολογηθούν παραβάσεις των υποχρεώσεων που απορρέουν από τα άρθρα 95 και 96 της Συνθήκης.
Η Επιτροπή επισημαίνει, τέλος, ότι το άρθρο 97 της Συνθήκης, σύμφωνα με το οποίο επιτρέπεται η εφαρμογή μέσων συντελεστών μόνο σε περίπτωση επιβολής φόρου κατά το σωρευτικό και επαναληπτικό φορολογικό σύστημα, αποτελεί εξαίρεση και δεν καλύπτει την περίπτωση της φορολογήσεως του ζύθου, όπως προκύπτει από την απόφαση της 16ης Ιουνίου 1966, 57/65, Luttike ( Rec. 1966, σ. 293 ). Το Βέλγιο θα μπορούσε, διατηρώντας σε ισχύ το παρόν σύστημα για τα μικρά ζυθοποιεία που δεν πραγματοποιούν εξαγωγές, να εκτιμά με ακρίβεια τις απώλειες των λοιπών ζυθοποιείων. Ωστόσο, εφόσον επέλεξε ένα κατ' αποκοπήν σύστημα, η Βελγική Κυβέρνηση θα έπρεπε να είναι σε θέση να αποδείξει ότι το εν λόγω σύστημα παραμένει εκτός των ορίων των άρθρων 95 και 96 της Συνθήκης.
Η Βελγική Κυβέρνηση παρατηρεί καταρχάς ότι, στα πλαίσια προσφυγής λόγω παραβάσεως, η Επιτροπή που φέρει το βάρος αποδείξεως ουδόλως απέδειξε την ύπαρξη υπερβάσεως εξισώσεως. Τονίζει σχετικώς ότι οι μελέτες των καθηγητών Dalgliesh και Narziss, στις οποίες βασίστηκε η Επιτροπή, παρουσιάζουν κενά και αντιφάσεις. Κατά τη γνώμη της, οι εν λόγω μελέτες στηρίχθηκαν σε στοιχεία αλλοδαπών ζυθοποιείων και δεν έλαβαν υπόψη όλες τις ιδιομορφίες της βελγικής ζυθοποιίας.
Εν συνεχεία, το καθού επικαλείται τη μελέτη που εκπόνησε ο Δόκτωρ Wittmann κατόπιν αιτήσεως της Συνομοσπονδίας ζυθοποιών Βελγίου, όπου το ποσοστό απωλειών εκτιμάται για τις εξαγόμενες μπύρες, εντός των βελγικών ζυθοποιείων, σε 10,25 ο/ο. Φρονεί ότι στην Επιτροπή εναπόκειται να προσκομίσει ενδεχόμενη απόδειξη περί της ανακριβείας της μελέτης αυτής.
Τέλος, η Βελγική Κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι η χρησιμοποίηση ενός κατ' αποκοπήν συστήματος για τον υπολογισμό των αντισταθμιστικών εισφορών κατά την εισαγωγή και των επιστροφών κατά την εξαγωγή, με σκοπό την αποφυγή του κόστους που συνεπάγεται ο υπολογισμός της απωλείας για κάθε ζυθοποιία, δεν αντιβαίνει στους κανόνες της Συνθήκης. Τονίζει συναφώς ότι η νομολογία του Δικαστηρίου (απόφαση της 1ης Δεκεμβρίου 1965, 45/64, Επιτροπή κατά Ιταλίας, Rec. 1965, σ. 1057 ) δεν αποκλείει την προσφυγή σε μια κατ' αποκοπή μέθοδο, ακόμη και όταν δεν έχει εφαρμογή το άρθρο 97 της Συνθήκης.
G. C Rodríguez Iglesias
εισηγητής δικαστής
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η γαλλική.
Top