ΈΚΘΕΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠ' ΑΚΡΟΑΤΗΡΊΟΥ ΣΥΖΉΤΗΣΗ
στην υπόθεση C-200/89 ( *1 )
Νομικό πλαίσιο της διαφοράς
Το άρθρο 1, παράγραφος 2, της αποφάσεως 83/516/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 17ης Οκτωβρίου 1983 ( 1 ), για την αποστολή του Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Ταμείου, ορίζει, μεταξύ άλλων, ότι το Ταμείο συμμετέχει στη χρηματοδότηση ενεργειών επαγγελματικής καταρτίσεως και επαγγελματικού προσανατολισμού.
Το άρθρο 3 της εν λόγω αποφάσεως ορίζει τα εξής:
« 1.
Η συνδρομή του Ταμείου μπορεί να παρέχεται για ενέργειες που πραγματοποιούνται στα κράτη μέλη στο πλαίσιο της πολιτικής που ασκούν στην αγορά εργασίας. Οι ενέργειες αυτές περιλαμβάνουν ιδιαίτερα τις ενέργειες που προορίζονται να βελτιώσουν τις δυνατότητες των νέων για απασχόληση, ιδίως με μέτρα επαγγελματικής κατάρτισης μετά την περάτωση της πλήρους υποχρεωτικής σχολικής τους εκπαίδευσης.
2.
Η συνδρομή του Ταμείου μπορεί να χορηγηθεί επίσης για ειδικές ενέργειες που πραγματοποιούνται με σκοπό:
—
να ευνοηθεί η πραγματοποίηση σχεδίων που έχουν τα χαρακτηριστικά της καινοτομίας, κατά κανόνα στα πλαίσια κοινοτικού προγράμματος δράσης το οποίο αποφασίζει το Συμβούλιο, ...
... »
Το άρθρο 5 του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 2950/83 του Συμβουλίου, της 17ης Οκτωβρίου 1983 ( 2 ), περί εφαρμογής της προαναφερθείσης αποφάσεως, προβλέπει τα εξής:
«...
2.
Η έγκριση αίτησης συνδρομής που υποβάλλεται βάσει του άρθρου 3, παράγραφος 2, της απόφασης 83/516/ΕΟΚ, ακόμα και αν αφορά πολυετείς ενέργειες, συνεπάγεται την καταβολή μιας πρώτης προκαταβολής ποσού ίσου με το 30 ο/ο της χορηγούμενης συνδρομής. Μια δεύτερη προκαταβολή ύψους μέχρι 30 ο/ο μπορεί να καταβληθεί μόλις το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος βεβαιώσει ότι το ήμισυ της ενέργειας έχει πραγματοποιηθεί σύμφωνα με τους όρους που προβλέπονται στην εγκριτική απόφαση.
...
4.
Οι αιτήσεις για την προκαταβολή του υπολοίπου περιέχουν λεπτομερή έκθεση για το περιεχόμενο, τα αποτελέσματα και τις χρηματοδοτικές πλευρές της σχετικής ενέργειας. Το κράτος μέλος βεβαιώνει την πραγματική και λογιστική ακρίβεια των στοιχείων που περιέχονται στις αιτήσεις πληρωμής.
... »
Τέλος, κατά το άρθρο 6 του εν λόγω κανονισμού:
« 1.
Όταν η συνδρομή του Ταμείου δεν χρησιμοποιείται σύμφωνα με τους όρους που καθορίζονται από την εγκριτική απόφαση, η Επιτροπή μπορεί να αναστείλει, να μειώσει ή να καταργήσει τη συνδρομή αυτή, αφού δώσει στο ενδιαφερόμενο κράτος μέλος την ευκαιρία να υποβάλει τις παρατηρήσεις του.
2.
Τα καταβληθέντα ποσά που δεν χρησιμοποιήθηκαν σύμφωνα με τους όρους που καθορίζονται από την απόφαση έγκρισης αναζητούνται ... »
Πραγματικά περιστατικά και έγγραφη διαδικασία
Τον Σεπτέμβριο του 1983η FUNOC, σωματείο που έχει σκοπό την ανάπτυξη συλλογικής εκπαιδευτικής δράσεως για το ανοικτό πανεπιστήμιο στο Charleroi, υπέβαλε στο Ταμείο αίτηση συνδρομής για σχέδιο με χαρακτήρα καινοτομίας κατά την έννοια του άρθρου 3, παράγραφος 2, της προαναφερθείσης αποφάσεως 83/516, κατανεμημένο σε τρία έτη ( 1984, 1985 και 1986) και με αντικείμενο την εκπαίδευση νέων περιορισμένης ειδικεύσεως της περιοχής του Charleroi στις νέες τεχνολογίες επεξεργασίας των πληροφοριών.
Κατά την περιγραφή του προτεινομένου εκπαιδευτικού προγράμματος και των βασικών νεωτεριστικών στοιχείων η FUNOC προέβλεπε:
« Δημιουργία συλλογικού φορέα επιστημονικής παραγωγής με έργο την πραγματοποίηση ερευνών και μελετών γενικής χρησιμότητας: ενός παρατηρητηρίου των οικονομικών, κοινωνικών και εκπαιδευτικών γεγονότων της περιοχής, ικανού να απαντά σε ερωτήματα και εντολές των μελών της κοινωνικής ομάδας (εργαστηρίου λαϊκής έρευνας). Με αυτή την προοπτική, 90 νέοι περιορισμένης ειδικεύσεως θα εκπαιδευτούν κατάλληλα στις μεθόδους και τεχνικές της έρευνας με εντατική χρησιμοποίηση της πληροφορικής ( 1000 ώρες κατ' άτομο). Η δυνατότητα χρησιμοποιήσεως μέσων μικροπληροφορικής καθιστά από τώρα δυνατή την ενημέρωση ατόμων περιορισμένης ειδικεύσεως σχετικά με τις μεθοδολογίες έρευνας, καταγραφής δεδομένων, στατιστικής παραγωγής και επεξεργασίας ... κλπ. ... όλα στοιχειώδη μέσα της επιστημονικής έρευνας.
Επομένως, θα πρόκειται εξαρχής για παραγωγική εκπαίδευση, κατά την οποία οι νέοι θα εργάζονται σε πραγματικές επιστημονικές έρευνες, των οποίων τα αποτελέσματα θα ενσωματώνονται απευθείας στη δυναμική της περιφερειακής αναπτύξεως.
Κατ' αυτόν τον τρόπο, ορισμένα περιφερειακά προβλήματα σχολικής εκπαιδεύσεως, απασχολήσεως, περιβάλλοντος, ναρκωτικών, συνθηκών διαβιώσεως κλπ θα εντοπίζονται και θα ερευνώνται από τους περιορισμένης ειδικεύσεως νέους αυτούς, υπό την καθοδήγηση εκπαιδευτικών και ερευνητών.
Εντός της τριετίας η FUNOC θα έχει δημιουργήσει έναν συλλογικό φορέα επιστημονικής παραγωγής, που θα λειτουργεί ως μόνιμο παρατηρητήριο των περιφερειακών κοινωνικών και εκπαιδευτικών γεγονότων.
Η ριζική καινοτομία έγκειται στην εκμετάλλευση των δυνατοτήτων που προσφέρει η μικροπληροφορική για να τεθούν οι βάσεις ενός αληθινού εργαστηρίου λαϊκών ερευνών και επομένως στο γεγονός ότι η έρευνα προσεγγίζει τα πρόσωπα που αφορά πράγματι· πολύ συχνά οι έρευνες διεξάγονται εκτός της κοινωνικής ομάδας και για τον λόγο αυτό δεν ενσωματώνονται σε καμία δυναμική περιφερειακής αναπτύξεως.
Η πλήρης ένταξη των νέων περιορισμένης ειδικεύσεως στο σχέδιο θα επιτρέψει τη δημιουργία διαλεκτικού συνδέσμου μεταξύ έρευνας και κοινωνικού συνόλου »
Το σχέδιο που παρουσίασε η προσφεύγουσα περιελάμβανε τρεις φάσεις:
«—
1984: οι εκπαιδευόμενοι διδάσκονται την αναγκαία τεχνογνωσία προς συλλογή, εισαγωγή και στοιχειώδη προεπεξεργασία των δεδομένων — βασικά μέσα της έρευνας. Παράλληλα, εκπαιδεύονται εντατικά στη χρησιμοποίηση της μικροπληροφορικής. Διάρκεια εκπαιδεύσεως: 600 ώρες·
—
1985: ενώ εκπαιδεύονται εκ περιτροπής ατομικώς ώστε να αποκτήσουν τα απαραίτητα συμπληρωματικά εφόδια, οι εκπαιδευόμενοι καθίστανται παραγωγικοί διά της πρακτικής εφαρμογής των μεθόδων και τεχνικών που έμαθαν. Οι έρευνες που τους ανατίθενται εντοπίζονται σε προβλήματα του κοινωνικού συνόλου. Διάρκεια εκπαιδεύσως: 200 ώρες. Εξάλλου, για τις ερευνητικές εργασίες εξασφαλίζεται επιστημονική υποστήριξη·
—
1986: οι εκπαιδευόμενοι πραγματοποιούν έρευνες και μελέτες γενικής χρησιμότητας και είναι σε θέση να απαντούν στα ερωτήματα των μελών της κοινωνικής ομάδας θα οργανώνονται ειδικές ομάδες σε συνάρτηση με τα ανακόπτοντα προβλήματα. Διάρκεια εκπαιδεύσεως: 200 ώρες. Η επιστημονική υποστήριξη θα διατηρηθεί' εξάλλου οι ασκούμενοι θα έχουν παιδαγωγική υποστήριξη για το ξεκίνημα του φορέα παραγωγής ή κατά την αναζήτηση θέσεως εργασίας. »
Στις 12 Ιουνίου 1984, ύστερα από συνάντηση με τον φορέα που ανέλαβε την εκτέλεση του σχεδίου, η οποία έλαβε χώρα τις 15 Ιουνίου 1984 στα γραφεία του Ταμείου, η Επιτροπή έλαβε υπόμνημα της FUNOC που εξηγούσε το υποβληθέν σχέδιο προς συμπλήρωση της αρχικής αιτήσεως.
Το σχέδιο, με αριθμό 84 3246 Β5, εγκρίθηκε με την απόφαση C(84) 1076 της Επιτροπής, της 23ης Ιουλίου 1984, για το αιτούμενο ποσό, δηλαδή 16500000 βελγικά φράγκα ( BFR ).
Μια πρώτη « προκαταβολή »4950000 BFR (30% του εγκριθέντος ποσού) καταβλήθηκε τον Δεκέμβριο του 1984 και μια δεύτερη του ιδίου ύψους τον Μάιο του 1987.
Τον Μάιο του 1987 υποβλήθηκε, μέσω του Υπουργείου Απασχολήσεως και Εργασίας, αίτηση για καταβολή του υπολοίπου, δηλαδή 6600000 BFR, μαζί με όλα τα σχετικά δικαιολογητικά και την έκθεση εκτελέσεως.
Στις 6 Ιουνίου 1988 η FUNOC έλαβε με συστημένη επιστολή έγγραφο με το οποίο το Υπουργείο Απασχολήσεως και Εργασίας τής διαβίβασε υπόμνημα της Επιτροπής συνοδευόμενο από επεξηγηματικά έγγραφα. Η Επιτροπή ζητούσε την επιστροφή του προκαταβληθέντος ποσού των 9900000 BFR με την αιτιολογία ότι, κατά την έκθεση εκτελέσεως, ο φορέας που είχε αναλάβει την εκτέλεση του σχεδίου είχε αποφασίσει ήδη από τον Ιανουάριο του 1984 να το τροποποιήσει χωρίς να ειδοποιήσει σχετικώς το Ταμείο και ότι ο νέος αυτός προγραμματισμός ήταν αντίθετος προς την αρχική διάρθρωση του σχεδίου.
Στις 10 Ιουνίου 1988 η FUNOC ζήτησε από το Υπουργείο Απασχολήσεως και Εργασίας να μεριμνήσει για την επανεξέταση του φακέλου και την αναθεώρηση της αποφάσεως της Επιτροπής.
Στις 30 Ιουνίου 1988 το Υπουργείο Απασχολήσεως και Εργασίας ζήτησε από το Ταμείο εξηγήσεις και διατύπωσε επιφυλάξεις σχετικά με την εκδοθείσα απόφαση.
Με έγγραφο της 16ης Σεπτεμβρίου 1988 η Επιτροπή επιβεβαίωσε ότι, πριν αρχίσει ο πρώτος κύκλος εκπαιδεύσεως τον Μάρτιο του 1984, η FUNOC είχε προβεί σε σημαντική τροποποίηση του σχεδίου της, προβλέποντας επανάληψη των κύκλων εκπαιδεύσεως, χωρίς να υποβάλει σχετική αίτηση.
Εν τω μεταξύ, τις παρατηρήσεις τους υπέβαλαν και τα Υπουργεία Κοινωνικών Υποθέσεων και Οικονομικών του Βελγίου, με έγγραφα της 16ης Αυγούστου 1988 και της 2ας Φεβρουαρίου 1989.
Με έγγραφο της 21ης Απριλίου 1989 προς το Υπουργείο Απασχολήσεως και Εργασίας το Ταμείο μείωσε σε 6579334 BFR το ποσό που ζητούσε να του επιστραφεί από τις προκαταβολές ύψους 9900000 BFR προς τη FUNOC.
Στο έγγραφο αυτό το Ταμείο αναφέρει τα εξής:
« Οι βελτιώσεις και προσαρμογές που επήλθαν διαδοχικά σε κάθε κύκλο εκπαιδεύσεως ουδόλως προβλέπονταν στην αρχική αίτηση ούτε εγκρίθηκαν με την απόφαση C( 84) 1076 της Επιτροπής, της 23ης Ιουλίου 1984. Αντιθέτως, από τον συνημμένο πίνακα ασκουμένων προκύπτει σαφέστατα ότι πρόκειται για 3 κύκλους εκπαιδεύσεως (από 2 ομάδες 15 ατόμων), καθένας από τους οποίους περιλαμβάνει 30 ασκούμενους.
Στο πλαίσιο των ειδικών προγραμμάτων, ο πρώτος κύκλος είναι το μόνο μέρος του προγράμματος που είναι σύμφωνο προς τα κριτήρια της μη επαναλήψεως.
Δεδομένου ότι πρόκειται για πειραματικό εγχείρημα, οι υπηρεσίες του ΕΚΤ θα μπορούσαν, όλως εξαιρετικώς, να λάβουν υπόψη το πρώτο αυτό έτος, το οποίο, αν είχαμε λάβει γνώση σχετικώς εντός των προβλεπομένων προθεσμιών, θα μας είχε επιτρέψει την έγκριση αυτού του μέρους του προγράμματος.
Προκειμένου να τερματισθεί ταχέως η υπόθεση αυτή, προέβημεν στον ακόλουθο, κατόπιν διορθώσεως, υπολογισμό:
Αιτηθέν ποσό το οποίο εγκρίθηκε για το πρώτο έτος:
1984: 6641331, του οποίου το 50 ο/ο καταβάλλει το ΕΚΤ: 3320666
Καταβληθείσες προκαταβολές
9 900 000
Ποσό ΕΚΤ
-3 320 666
Επιστρεπτέο ποσό
6 579 334.»
Το έγγραφο αυτό διαβιβάστηκε στη FUNOC με έγγραφο του Υπουργείου Απασχολήσεως και Εργασίας της 2ας Μαΐου 1989.
Με δικόγραφο που πρωτοκολλήθηκε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 26 Ιουνίου 1989 η προσφεύγουσα άσκησε προσφυγή ακυρώσεως της αποφάσεως αυτής δυνάμει του άρθρου 173 της Συνθήκης ΕΟΚ, καθώς και αγωγή αποζημιώσεως βάσει του άρθρου 178 της Συνθήκης.
Κατόπιν εκθέσεως του εισηγητή δικαστή και αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα, το Δικαστήριο, με απόφαση της 21ης Φεβρουαρίου 1990, ανέθεσε την υπόθεση στο δεύτερο τμήμα, σύμφωνα με το άρθρο 95 του κανονισμού διαδικασίας, και προχώρησε στην προφορική διαδικασία χωρίς προηγούμενη διεξαγωγή αποδείξεων.
Αιτήματα των διαδίκων
Η προσφευγουσα-ενάγουσα ζητεί από το Δικαστήριο:
—
να κρίνει την προσφυγή παραδεκτή και βάσιμη·
—
κατά συνέπεια, να ακυρώσει την απόφαση της 21ης Απριλίου 1989 με την οποία η Επιτροπή τής ζητεί να επιστρέψει ποσό 6579334 BFR και αρνείται να της καταβάλει το υπόλοιπο (6600000 BFR) στο πλαίσιο της εκτελέσεως του υπ' αριθ. 84 3246 Β5 σχεδίου του Ταμείου·
—
να υποχρεώσει την καθής-εναγομένη αφενός μεν, προς αποκατάσταση της περιουσιακής ζημίας, να της καταβάλει ποσό 10730173 BFR, καθώς και τόκους προς 8 ο/ο επί των ποσών που αναφέρονται στους φακέλους του 1987 από τις 27 Ιουλίου 1989, μέχρι τον χρόνο εκδόσεως της αποφάσεως ή της πραγματοποιήσεως της δαπάνης, αφετέρου δε, προς ανόρθωση της ηθικής βλάβης που υπέστη, να της καταβάλει ποσό 5000000 BFR·
—
να καταδικάσει την καθής-εναγομένη στο σύνολο των δικαστικών εξόδων.
Η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο:
—
να απορρίψει την προσφυγήαγωγή ως αβάσιμη
—
να καταδικάσει την προσφεύγουσα στα δικαστικά έξοδα.
Αόγοι ακυρώσεως και ισχυρισμοί των διαδίκων
Α — Προσφυγή ακυρώσεως
1. Αναρμοδιότητα
Η προσφενγουσα-ενάγουαα ισχυρίζεται ότι την προσβαλλομένη απόφαση εξέδωσε προϊστάμένος τμήματος της Γενικής Διευθύνσεως V (Απασχόληση, Κοινωνικές Υποθέσεις και Εκπαίδευση ), ο E. L. Vermelho, ενώ έπρεπε να την εκδώσει η υπεύθυνη αρχή, δηλαδή η ίδια η Επιτροπή, πράγμα που προκύπτει από το άρθρο 6, παράγραφος 1, του προαναφερθέντος κανονισμού 2950/83.
Πέρα από την παράβαση της διατάξεως αυτής, δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι επιτρέπεται να ανατεθεί η έκδοση μιας τόσο σημαντικής αποφάσεως σε προϊστάμενο τμήματος, ο οποίος θα είχε έτσι και εξουσία να καθορίσει το ύψος των επιστρεπτέων ποσών.
Ο εν λόγω υπάλληλος δεν ενήργησε κατόπιν εξουσιοδοτήσεως, περαιτέρω δε η απόφαση αυτή δεν εγκρίθηκε, κατά τον ένα ή τον άλλο τρόπο, από τον γενικό διευθυντή του, ο οποίος, αντίθετα, θα είχε προσανατολισθεί προς λιγότερο ριζοσπαστική λύση.
Κατά την Επιτροπή, την εν λόγω απόφαση εξέδωσε η Επιτροπή, κατά το άρθρο 6, παράγραφος 1, του προαναφερθέντος κανονισμού 2950/83 και σύμφωνα με τον εσωτερικό κανονισμό της και την απόφαση της 75/461/ΕΟΚ, της 23ης Ιουλίου 1975 ( 3 ), περί τροποποιήσεως του προσωρινού κανονισμού της Επιτροπής της 6ης Ιουλίου 1967. Το άρθρο 27 του κανονισμού αυτού προβλέπει τα εξής:
« Η Επιτροπή δύναται, με την προϋπόθεση ότι η αρχή της συλλογικής της ευθύνης θα παραμείνει άθικτη, να εξουσιοδοτεί τα μέλη της να λαμβάνουν εξ ονόματος της και υπό τον έλεγχό της μέτρα διαχειρίσεως ή διοικήσεως σαφώς περιορισμένα.
Δύνανται επίσης να εξουσιοδοτηθούν υπάλληλοι να λαμβάνουν τέτοιου είδους μέτρα, αν αυτό κρίνεται απαραίτητο, για να επιτραπεί στην Επιτροπή να εκπληρώσει, όπως αρμόζει, τα καθήκοντα που της ανατίθενται.
... »
Εν προκειμένω η απόφαση ελήφθη στο πλαίσιο της διαχειρίσεως του Ταμείου, για την οποία αρμόδια είναι η Γενική Διεύθυνση V, σε συνεργασία με τον οικονομικό έλεγχο, κατά τους εσωτερικούς κανόνες περί εκτελέσεως του γενικού προϋπολογισμού των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων.
Επομένως, η απόφαση εκδόθηκε από την Επιτροπή, καθόσον ελήφθη από τις αρμόδιες υπηρεσίες διαχειρίσεως.
Το έγγραφο της 21ης Απριλίου 1989, που υπογράφεται από τον E. L. Vermelho, αποτελεί απλώς την επίδοση της αποφάσεως η οποία ελήφθη από τις αρμόδιες υπηρεσίες σύμφωνα με τους ισχύοντες εσωτερικούς κανόνες.
Εξάλλου, η κατανομή των αρμοδιοτήτων μεταξύ των υπηρεσιών της Επιτροπής είναι εσωτερικό της πρόβλημα. Αν μία από τις υπηρεσίες αυτές υπερβεί τις αρμοδιότητές της, μπορεί να ανακύψει ζήτημα πειθαρχικής ευθύνης του οικείου υπαλλήλου.
Εν πάση περιπτώσει, το έγγραφο που υπέγραψε ο E. L. Vermelho, ως υπάλληλος της Επιτροπής, δεσμεύει το εν λόγω κοινοτικό όργανο.
2. Παράβαση της σχετικής με το Ταμείο νομοθεσίας
Η προσφευγουσα-ενάγουσα υποστηρίζει ότι η Επιτροπή απλώς και μόνον απέστειλε στις αρμόδιες επί θεμάτων απασχολήσεως βελγικές αρχές ειδοποίηση περί οφειλής — δηλαδή μέτρο εκτελέσεως κατόπιν ήδη ειλημμένης αποφάσεως — για την επιστροφή 9900000 BFR, χωρίς να τους ζητήσει, καθ' οιονδήποτε τρόπο, να υποβάλουν σχετικώς παρατηρήσεις, κατά παράβαση του άρθρου 6, παράγραφος 1, του προαναφερθέντος κανονισμού 2950/83. Το υπόμνημα που συνόδευε το « τιμολόγιο » αυτό δεν ζητούσε τη γνώμη του Βελγικού Δημοσίου, αλλά περιοριζόταν στη συνοπτική αιτιολόγηση της ληφθείσης αποφάσεως.
Αν στη συνέχεια ορισμένα βελγικά υπουργεία αντέδρασαν, αυτό δεν έγινε στο πλαίσιο της διαδικασίας που προβλέπει ο κανονισμός 2950/83, η οποία απαιτεί προηγουμένη διαβούλευση, αλλ' αποκλειστικώς και μόνον κατόπιν των διαμαρτυριών της καθής. Η Επιτροπή έφερε, έτσι, το Βελγικό Δημόσιο — και επομένως και την προσφεύγουσα-ενάγουσα — προ τετελεσμένου γεγονότος. Η πράξη αυτή της Επιτροπής είναι ιδιαίτερα σοβαρή, καθόσον το Βελγικό Δημόσιο, ζητώντας από την Επιτροπή να καταβάλει τη δεύτερη « προκαταβολή », επιβεβαίωσε ρητώς το σύμφωνο του προγράμματος προς τους όρους της εγκριτικής αποφάσεως, όπως προβλέπει το άρθρο 5, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, του προαναφερθέντος κανονισμού 2950/83.
Η Επιτροπή απαντά ότι της εκδόσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως προηγήθηκε ανταλλαγή αλληλογραφίας μεταξύ της ιδίας και των βελγικών αρχών, που είχαν έτσι την ευκαιρία να υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους, σύμφωνα με το άρθρο 6, παράγραφος 1, του προαναφερθέντος κανονισμού 2950/83.
Εξάλλου, κατά τη διάταξη αυτή δεν απαιτείται η απόφαση να λαμβάνεται κατόπιν ακροάσεως του ενδιαφερομένου κράτους μέλους, δεν προβλέπεται δε σχετικώς ειδική διαδικασία. Πρόκειται απλώς για την παροχή στις αρμόδιες αρχές του οικείου κράτους μέλους της δυνατότητας να διατυπώσουν τις παρατηρήσεις τους επί των υφισταμένων αμφισβητήσεων. Αυτό και έγινε εν προκειμένω.
3. Προφανές οφάλμα εκτιμήσεως και εσφαλμένη εφαρμογή κανόνα δικαίου
1.
Η προσφεύγουσα-ενάγουσα αρνείται ότι επέφερε μεταβολή στο αρχικό της σχέδιο, το οποίο τήρησε, καίτοι παρέστη ανάγκη — και μάλιστα χάριν της ολοκληρώσεως της εκτελέσεως του σχεδίου — να τροποποιηθούν ορισμένες από τις λεπτομέρειες εφαρμογής του.
Στην πραγματικότητα, η FUNOC, δεδομένου ότι όφειλε να αρχίσει την εφαρμογή του σχεδίου της το 1984 και καθώς η απόφαση του Ταμείου σχετικά με την έγκριση και, συνεπώς, τις «προκαταβολές» καθυστερούσε, προτίμησε να μην εμπλέξει εξαρχής και τα 90 άτομα σε μια περιπέτεια της οποίας η συνέχιση δεν ήταν εξασφαλισμένη. Αποφάσισε να μειώσει τους κινδύνους — τηρώντας το αρχικό σχέδιο — κατατέμνοντας το εκπαιδευτικό πρόγραμμα σε τρία μέρη, διαρκείας ενός έτους και για 30 νέους το καθένα, οι οποίοι πράγματι παρακολούθησαν 1000 ώρες διδασκαλίας κατ' έτος.
Το εφαρμοσθέν πρόγραμμα πράγματι είναι μία ενιαία ενέργεια, με χαρακτήρα καινοτομίας, μια και αποσκοπούσε στη δοκιμή μιας νέας μεθόδου, που συνίσταται στην « εκμετάλλευση των δυνατοτήτων που προσφέρει η μικροπληροφορική για να τεθούν οι βάσεις ενός αληθινού εργαστηρίου λαϊκής έρευνας », και μιας νέας μεθοδολογίας, που συνίσταται στην εκπαίδευση των νέων στην έρευνα και διά της έρευνας.
Η FUNOC ουδόλως έθιξε τη φύση του σχεδίου, μάλιστα δε επέτυχε, με τη χρησιμοποιηθείσα μεθοδολογία, την ενίσχυση του χαρακτήρα του ως καινοτομίας.
Η ενέργεια της προσφεύγουσας δεν ήταν επαναλαμβανόμενη, δεδομένης της φύσεως, της ουσίας ή της διαρθρώσεως του νεωτεριστικού σχεδίου, το οποίο συνίστατο σε ενιαία εργασία προς επιβεβαίωση μιας υποθέσεως εργασίας και μιας μεθοδολογίας.
Τέτοιου είδους « επαναληπτικότητα » δεν εμφανίζει ούτε η παρεχομένη εκπαίδευση, δεδομένου ότι εντάσσεται σε ενιαίο πειραματικό εγχείρημα, που αποσκοπεί στην προοδευτική επεξεργασία και στον εμπλουτισμό της προτεινομένης μεθόδου. Μόνο οι ομάδες των νέων εμφανίζουν « επαναληπτικότητα », επειδή δημιουργήθηκαν τρεις αντί για μία μόνο.
Θα μπορούσε να γίνει λόγος για μη επιτρεπτό μιας ενεργείας με χαρακτήρα καινοτομίας μόνο αν είχε αλλάξει το θέμα της έρευνας. Αντίθετα, η μεταβολή του πειραματικού προγράμματος προς επιβεβαίωση των υποθέσεων εργασίας έχει από τη φύση της δευτερεύοντα χαρακτήρα. Ναι μεν το θέμα της έρευνας παρέμεινε το ίδιο, κατανεμημένο σε τρία έτη βάσει πειραματικού προγράμματος σε τρεις φάσεις μη προβλεπόμενες αρχικώς, πρόκειται όμως πάντοτε για μία και την αυτή έρευνα, θα έπρεπε δε να ληφθούν υπόψη και τα τρία έτη και όχι μόνο το πρώτο.
2.
Οι κανόνες που ρυθμίζουν τη διαχείριση των ειδικών ενεργειών με χαρακτήρα καινοτομίας δεν αναφέρουν πουθενά το κριτήριο της « μη επαναληπτικότητας ». Σχετικά με την ύπαρξη αυτού του κριτηρίου η FUNOC ειδοποιήθηκε για πρώτη φορά με το από 16 Σεπτεμβρίου 1988 έγγραφο της Επιτροπής, δηλαδή ένα έτος και οκτώ μήνες μετά την ολοκλήρωση της εφαρμογής του σχεδίου.
3.
Η προσφεύγουσα-ενάγουσα είχε ειδοποιήσει προφορικώς ότι είχε αρχίσει με 30 νέους και ότι σκόπευε να προχωρήσει κατά διαδοχικές ομάδες. Τόσο η Επιτροπή όσο και οι εκπρόσωποι της Βελγικής Κυβερνήσεως της απάντησαν ότι ο τρόπος αυτός ενεργείας ήταν συνετός και προνοητικός, ενόψει της αναπόφευκτης καθυστερήσεως των προκαταβολών. Κανείς δεν της είχε κάνει λόγο τότε για το πρόβλημα της επαναληπτικότητας. Όταν δε η FUNOC ρώτησε αν έπρεπε να προβεί σε κάποια ενέργεια, της απάντησαν ότι, αν δεν άλλαξε η φύση του σχεδίου ούτε η έκταση της εκπαιδεύσεως ούτε ο αριθμός των ασκουμένων, μπορούσε να θεωρηθεί ότι δεν θιγόταν ο χαρακτήρας του σχεδίου ως καινοτομίας. Οι εκπρόσωποι της FUNOC, εξάλλου, είχαν ειδοποιηθεί ότι στην έκθεση τους έπρεπε να γίνεται μνεία κάθε μεταβολής και ότι η Επιτροπή θα συνέτασσε σχετικό υπόμνημα.
Από το υπόμνημα αυτό, το οποίο η Επιτροπή συνέταξε στις 23 Απριλίου 1985, προκύπτει ότι, και κατά την άποψη της ίδιας της Επιτροπής, αν μία ενέργεια με χαρακτήρα καινοτομίας είναι κατ' ουσίαν έρευνα, η υποχρέωση που μπορεί να επιβληθεί σχετικώς δεν μπορεί να αφορά το αποτέλεσμα αλλά μόνο τα μέσα. Περαιτέρω, η χρησιμοποίηση αυτών των μέσων δεν είναι κατ' ανάγκην υποχρεωτική, ενόψει του ότι, αν αποδεικνύονται ανεπαρκή ή ακατάλληλα για την επιχειρούμενη έρευνα, επιτρέπεται ο υπεύθυνος να χρησιμοποιήσει άλλα μέσα που του φαίνονται προσφορότερα για την επίτευξη του σκοπουμένου αποτελέσματος.
Εξάλλου, στην έκθεσή της για τα αποτελέσματα των σχεδίων που έχουν χαρακτήρα καινοτομίας η ίδια η Επιτροπή αναγνωρίζει ότι κατά την εκτέλεση τους χρειάζεται μια κάποια ευκαμψία και ότι πρέπει να συνεκτιμάται η ανάγκη προσαρμογής του σχεδίου στις συναντώμενες δυσχέρειες. Με αυτό τον γνώμονα εξετέλεσε το σχέδιό της η FUNOC και έλαβε, για τους λόγους που περιγράφονται στην τελική της έκθεση, τα απαραίτητα μέτρα για την ολοκλήρωση του, τηρώντας παράλληλα τις δεσμεύσεις που είχε αναλάβει έναντι του Ταμείου.
1.
Η Επιτροπή απαντά ότι ο ισχυρισμός της προσφεύγουσας κατά τον οποίο οι σκοποί του σχεδίου παρέμειναν οι ίδιοι, ενώ οι λεπτομέρειες εφαρμογής του υπήρξαν τελικώς διαφορετικές από τις προβλεπόμενες στην αίτηση περί της συνδρομής, δεν μπορεί να γίνει δεκτός ούτε από ουσιαστική ούτε από νομική άποψη.
Η προσφεύουσα-ενάγουσα δεσμεύτηκε να παράσχει σε 90 νέους εκπαίδευση 1000 ωρών κατανεμημένη σε τρία έτη και ναι μεν παρέσχε εκπαίδευση 1000 ωρών σε 90 νέους, το σχετικό πρόγραμμα όμως συμπτύχθηκε σε ένα μόνο έτος. Η προσφεύγουσα-ενάγουσα κατήρτισε τρεις ομάδες 30 ατόμων: μία για κάθε έτος, που παρακολούθησε σε ένα μόνο έτος και τις τρεις φάσεις της εκπαιδεύσεως, η οποία επαναλήφθηκε έτσι τρεις φορές, δηλαδή πρώτα το 1984 και ύστερα το 1985 και το 1986.
Η συγκέντρωση της έρευνας επί ενός θέματος και των εν μέρει εικονικών ερευνητικών δραστηριοτήτων σε ένα έτος στερεί από το πρόγραμμα ένα από τα πιο νεωτεριστικά του στοιχεία: την ένταξη νέων περιορισμένης ειδικεύσεως σε πραγματικά ερευνητικά προγράμματα υλοποιούμενα στο πλαίσιο ομάδας συγκροτουμενης προς επίλυση προβλημάτων « in vivo » μάλλον παρά « in vitro » ή στο εργαστήριο.
Οι τρεις αυτές εκπαιδευτικές ενέργειες εξέφυγαν του πλαισίου που καθόριζε η εγκριτική απόφαση, η οποία αναφερόταν σε ένα μόνο, τριετές, πρόγραμμα εκπαιδεύσεως 1000 ωρών. Αν το Ταμείο γνώριζε ότι επρόκειτο για ενέργεια επαναλαμβανόμενη επί τρία έτη, δεν θα μπορούσε να εγκρίνει το σχέδιο και να το χρηματοδοτήσει βάσει του άρθρου 3, παράγραφος 2, της αποφάσεως 83/516 του Συμβουλίου.
Η Επιτροπή δεν αντιλαμβάνεται γιατί η προσφεύγουσα-ενάγουσα, ενώ ήταν πεπεισμένη ότι οι μεταβολές που επέφερε στο αρχικό σχέδιο ήταν δικαιολογημένες και δεν το μετέβαλλαν κατά την ουσία του, παρά ταύτα στη συνάντηση της 12ης Ιουνίου 1984 παρουσίασε το αρχικό σχέδιο. Κατά την ημερομηνία αυτή θα ήταν απόλυτα λογικό να θέσει υπόψη των υπηρεσιών του Ταμείου τις τροποποιήσεις αυτές.
Οι αρχές δικαίου τις οποίες έχει διατυπώσει το Δικαστήριο ( 4 ) σχετικά με την ανάκληση των διοικητικών πράξεων έχουν ευρύτατο πεδίο εφαρμογής και εφαρμόζονται και επί των εγκριτικών αποφάσεων του Κοινωνικού Ταμείου, υπό την επιφύλαξη ορισμένων ειδικών κανόνων τους οποίους θέτει το προαναφερθέν άρθρο 6.
Όταν ένας λήπτης της συνδρομής του Ταμείου έχει παράσχει στην Επιτροπή ψευδείς πληροφορίες κατά την υποβολή της αιτήσεως ή έχει τροποποιήσει το αρχικό σχέδιο, το σφάλμα πρέπει αν καταλογισθεί εξ ολοκλήρου στον λήπτη αυτό, ο οποίος, κατά συνέπεια, δεν μπορεί να επικαλεσθεί την προστασία οιασδήποτε δικαιολογημενης εμπιστοσύνης του στη νομιμότητα της αποφάσεως.
Σε μια τέτοια περίπτωση, η Επιτροπή μπορεί είτε να καταργήσει την απόφαση περί συνδρομής, αντικαθιστώντας την με νέα απόφαση που να προβλέπει όμως μειωμένη συνδρομή του Ταμείου, είτε να περιορισθεί στην απλή ανάκληση της πρώτης αποφάσεως με ολική κατάργηση της συνδρομής σύμφωνα με το άρθρο 6, παράγραφος 2, του κανονισμού 2950/83 του Συμβουλίου.
Εφόσον υπάρχει δόλος ή βαρεία αμέλεια του λήπτου, η Επιτροπή πρέπει να διαθέτει αρκετά μακρό χρονικό διάστημα για να προασπίσει, μέσω της ανακλήσεως της εσφαλμένης αποφάσεως, το κοινοτικό δημόσιο συμφέρον προς προστασία της νομιμότητας και της χρηστής οικονομικής διαχειρίσεως ( 5 ).
Καίτοι δεν μπορεί θεωρητικώς να αποκλεισθεί το ότι η έλλειψη δικαιολογημένης εμπιστοσύνης του λήπτου αναιρεί επ' αόριστον το δικαίωμα του προς λήψη και διατήρηση της συνδρομής του Ταμείου, η Επιτροπή εκτιμά ότι στην πράξη η καταβολή του ποσού, η οποία πάντοτε λαμβάνει χώρα πολλούς μήνες και ενίοτε πολλά έτη μετά την ολοκλήρωση των ενεργειών που χρηματοδοτεί το Ταμείο, καθορίζει το χρονικό σημείο κατά το οποίο η Επιτροπή μπορεί να τροποποιήσει την αρχική απόφαση.
Λαμβάνοντας υπόψη το δημόσιο συμφέρον προς τήρηση της νομιμότητας και της χρηστής διαχειρίσεως του δημοσίου χρήματος, αφενός, και το ιδιωτικό συμφέρον του φορέα που ανέλαβε την εκτέλεση του προγράμματος, αφετέρου, η Επιτροπή, για λόγους επιεικείας, σχετικούς με τον νεωτεριστικό πάντως χαρακτήρα της ενεργείας που πραγματοποίησε η προσφεύγουσα-ενάγουσα και τις δαπάνες στις οποίες προέβη, δεν ανακάλεσε την εγκριτική της απόφαση καταργώντας πλήρως τη συνδρομή, αλλά την αντικατέστησε με νέα εγκριτική απόφαση προβλέπουσα μειωμένη συνδρομή του Ταμείου, και συγκεκριμένα για το πρώτο έτος του προγράμματος.
2.
Κατά την Επιτροπή, καίτοι δεν αναφέρεται πουθενά στις σχετικές διατάξεις το κριτήριο της μη επαναληπτικότητας, συνάγεται από την έννοια του « χαρακτήρα καινοτομίας ». Αν ένα νεωτεριστικό πρόγραμμα επαναλαμβάνεται, είναι φυσικό να χάνει τον χαρακτήρα του αυτό.
3.
Η Επιτροπή πληροφορήθηκε την επανάληψη του εκπαιδευτικού προγράμματος μόνον όταν η προσφεύγουσα υπέβαλε, τον Ιούνιο του 1987, την έκθεση εκτελέσεως, από την οποία η Επιτροπή έμαθε για πρώτη φορά ότι είχε παραστεί « ανάγκη σημαντικής τροποποιήσεως της διαρθρώσεως του προγράμματος ». Επομένως, η Επιτροπή δεν μπορεί να αναγνωρίσει ότι η προσφεύγουσα ανακοίνωσε προφορικώς ότι είχε αρχίσει με 30 νέους και ότι σκόπευε να συνεχίσει κατά διαδοχικές φάσεις.
Η Επιτροπή υπενθυμίζει, σχετικώς, ότι στις 12 Ιουνίου 1984, κατά την προαναφερθείσα συνάντηση, η προσφεύγουσα-ενάγουσα επιβεβαίωσε ρητώς το αρχικό σχέδιο. Κατά την ημερομηνία αυτή η προσφεύγουσα-ενάγουσα είχε ήδη αρχίσει την πρώτη φάση της εκπαιδεύσεως, για 30 άτομα.
Η προσφεύγουσα-ενάγουσα δεν προσδιορίζει ποιοι υπάλληλοι του Ταμείου τής απάντησαν ότι σε περίπτωση μεταβολής του αρχικού σχεδίου, αν δεν αλλάξει η φύση του, η έκταση της εκπαιδεύσεως και ο αριθμός των ασκουμένων, μπορεί να θεωρηθεί ότι δεν θίγεται ο χαρακτήρας του ως καινοτομίας. Η Επιτροπή δεν γνωρίζει ούτε η ίδια τους υπαλλήλους αυτούς και ως εκ τούτου δεν δέχεται τον ισχυρισμό της προσφεύγουσας-ενάγουσας.
Ακόμα και αν η προσφεύγουσα-ενάγουσα είχε ειδοποιήσει προφορικώς τους υπαλλήλους του Ταμείου ( πράγμα που δεν έγινε ), όλες οι τροποποιήσεις της αρχικής αιτήσεως έπρεπε να γίνουν γραπτώς.
4. Παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας
Επικουρικώς, η προσφεύγονσα-ενάγονσα ισχυρίζεται ότι η επιστροφή του μεγαλυτέρου μέρους των προκαταβολών και η μη καταβολή του υπολοίπου είναι μέτρα δυσαναλόγος επαχθή ενόψει της εργασίας της στο πλαίσιο της εκτελέσεως του σχεδίου.
Το μόνο ίσως που μπορεί να της προσαφθεί είναι μια διαδικαστικής φύσεως παράλειψη ανακοινώσεως. Κανονικά η Επιτροπή όφειλε να διορθώσει μια τέτοια «τυπική πλημμέλεια» όχι καταργώντς τη συνδρομή του Ταμείου αλλά ειδοποιώντας την προσφεύγουσα ότι στο εξής θα έπρεπε, προκειμένου περί σχεδίου με χαρακτήρα καινοτομίας, να την ενημερώνει εξαρχής σχετικά με τις τροποποιήσεις που επιφέρει στο σχέδιο.
Η τελική απόφαση της Επιτροπής βρίσκεται σε καταφανή αντίθεση προς το πνεύμα κατανοήσεως το οποίο είχε δείξει η Επιτροπή κατά τις προηγηθείσες συζητήσεις με τις βελγικές αρχές.
Εξάλλου, η εφαρμογή της αρχής της αναλογικότητας πρέπει να εκτιμάται και σε σχέση με τις δυσμενείς συνέπειες που μπορεί να έχει μια απόφαση για την κατάσταση του αποδέκτη της. Στην παρούσα υπόθεση κινδυνεύει η ίδια η επιβίωση της FUNOC.
Η Επιτροπή απαντά ότι εν προκειμένω το άρθρο 6, παράγραφος 1, του προαναφερθέντος κανονισμού 2950/83 επέβαλλε την ανάκληση της εγκριτικής αποφάσεως, η οποία εστερείτο νομιμότητος λόγω ουσιώδους μεταβολής του αρχικού σχεδίου και όχι λόγω απλής « τυπικής πλημμελείας ». Η ανάκληση δεν υπερέβαινε το πρόσφορο μέτρο για την προστασία του δημοσίου συμφέροντος προς τήρηση της νομιμότητας και χρηστή διαχείριση του δημοσίου χρήματος.
Εντούτοις, λαμβάνοντας υπόψη τα ιδιωτικά συμφέροντα της προσφεύγουσας-ενάγουσας, η Επιτροπή αποφάσισε να αντικαταστήσει την παράνομη απόφαση με νέα απόφαση περί μερικής εγκρίσεως, του πρώτου μέρους δηλαδή του προγράμματος εκπαιδεύσεως, κατ' εξαίρεση και για λόγους επιεικείας.
Β — Αγωγή αποζημιώσεως
Κατά την ενάγουσα, η Επιτροπή συμπεριφέρθηκε παρανόμως, καθόσον δεν αντέδρασε στις πληροφορίες που της παρέσχε προφορικώς η ενάγουσα σχετικά με τη διάρθρωση του σχεδίου σε τρεις διαδοχικές φάσεις και δεν αναγνώρισε τον νεωτεριστικό του χαρακτήρα, ενώ το σχέδιο ανταποκρινόταν πλήρως στη νέα αυτή μεθοδολογία και αφορούσε πράγματι τον αριθμό ωρών διδασκαλίας και εκπαιδευτικών δραστηριοτήτων που προβλεπόταν στην αίτηση περί συνδρομής του Ταμείου.
Η ενάγουσα εκτιμά την περιουσιακή της ζημία σε 10730173 BFR.
Περαιτέρω, στο υπόμνημα απαντήσεως της η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι η Επιτροπή παρέλειψε να καταβάλει τα υπόλοιπα ποσά σχετικά με άλλες εκκρεμείς ενώπιον του Ταμείου αιτήσεις (δηλαδή 5753257 + 1942150 = 7695407 BFR ), με συνέπεια να στερηθεί η προσφεύγουσα-ενάγουσα τους τόκους του ποσού αυτού από τις 27 Ιουλίου 1989. Επομένως, στην περιουσιακή ζημία πρέπει να προστεθούν τόκοι προς 8 % επί του ποσού αυτού, οι οποίοι πρέπει να υπολογιστούν από τον χρόνο εκδόσεως της αποφάσεως ή της πραγματοποιήσεως της δαπάνης.
Πέραν της ζημίας την οποία υπέστη, η ενάγουσα βρίσκεται, εξαιτίας της προσβαλλομένης αποφάσεως, σε κρίσιμη οικονομική κατάσταση, σε σημείο μάλιστα που να τίθεται εν αμφιβόλω το ίδιο της το μέλλον.
Εξάλλου, η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι, εξαιτίας της δημοσιότητας που έδωσε ο Τύπος, των συνεπειών της για το σωματείο και τους υπευθύνους του και των πιθανών επιπτώσεων για το μέλλον του, υπέστη ηθική βλάβη η οποία μπορεί κατά δικαία κρίση να αποτιμηθεί σε 5000000 BFR.
Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι ενήργησε εντός του τότε ισχύοντος νομικού πλαισίου και ότι συνεπώς η συμπεριφορά της δεν υπήρξε παράνομη.
Η νέα αγωγή αποζημιώσεως λόγω της προκληθείσης, κατά την ενάγουσα, περιουσιακής ζημίας στο πλαίσιο των άλλων εκκρεμών υποθέσεων εκφεύγει των ορίων του αντικειμένου της παρούσης δίκης.
Η Επιτροπή προσθέτει ότι το ύψος της προβαλλομένης ζημίας δεν αποδείχθηκε επαρκώς. Σχετικώς, η Επιτροπή υπενθυμίζει ότι η δραστηριότητα της ενάγουσας δεν περιορίστηκε στο περί ου ο λόγος πρόγραμμα. Στην πραγματικότητα, η υποστήριξη του Ταμείου παρασχέθηκε και για άλλα προγράμματα, πράγμα που σημαίνει ότι η ενάγουσα ουδέποτε διέκοψε τη δραστηριότητα της.
Τ. F. O'Higgins
εισηγητής δικαστής
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η γαλλική.
( 1 ) ΕΕ L 289, σ. 38.
( 2 ) EE L 289, σ. 1.
( 3 ) ΕΕ ειδ. έκδ. 01/002, σ. 5.
( 4 ) Αποφάσεις της 12ης Ιουλίου 1957, Algera (7/56 και 3/57 έως 7/57, Rec. 1957, σ. 83 ), της 22ας Μαρτίου 1961, Snupat κατά Ανωτάτης Αρχής (42/59 και 49/59, Rec. 1961, σ. 99), και της 26ης Φεβρουαρίου 1987, Consorzio cooperative d' Abruzzo ( 15/85, Συλλογή 1987, σ. 1005 ).
( 5 ) Λπόφαση της 12ης Ιουλίου 1962, Koninklijke Nederlandsche Hoogovens κατά Ανωτάτης Αρχής ( 14/61, Rec. 1962, σ. 485 ).
Top