ΈΚΘΕΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠ' ΑΚΡΟΑΤΗΡΊΟΥ ΣΥΖΉΤΗΣΗ
στην υπόθεση C-203/89 ( *1 )
Ι — Η εφαρμοστέα κοινοτική ρύθμιση
1.
0 κανονισμός (ΕΟΚ) 1579/86 του Συμβουλίου, της 23ης Μαΐου 1986, που τροποποιεί τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2727/75 περί κοινής οργανώσεως της αγοράς στον τομέα των σιτηρών ( ΕΕ L 139, σ. 29 ), καθιέρωσε την επιβολή εισφοράς συνυπευθυνότητας επί των προϊόντων που παράγονται εντός της Κοινότητας και χρησιμοποιούνται για ορισμένους σκοπούς, προκειμένου να βελτιωθεί η κατάσταση της κοινοτικής αγοράς σιτηρών, η οποία χαρακτηρίζεται από διαρθρωτικά πλεονάσματα λόγω διαταράξεως της ισορροπίας μεταξύ προσφοράς και ζητήσεως.
Η παράγραφος 5 του άρθρου 4 του κανονισμού 2727/75, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 1579/86, ορίζει τα εξής: «Στην εισφορά συνυπευθυνότητας υπόκεινται τα σιτηρά που υφίστανται μία από τις ακόλουθες ενέργειες:
—
πρώτη μεταποίηση,
—
αγορά στην παρέμβαση,
—
εξαγωγή υπό μορφή σπόρων ».
Η παράγραφος 6 του ίδιου αυτού άρθρου ορίζει ότι «η εισφορά πρέπει να επιβαρύνει τον παραγωγό ».
Ο τρόπος επιβολής της εισφοράς καθορίστηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2040/86 της Επιτροπής, της 30ής Ιουνίου 1986, για τις λεπτομέρειες εφαρμογής της εισφοράς συνυπευθυνότητας στον τομέα των σιτηρών ( ΕΕ L 173, σ. 65), όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2572/86 της Επιτροπής, της 12ης Αυγούστου 1986 ( ΕΕ L 229, σ. 25 ).
Η παράγραφος 2 του άρθρου 1 του κανονισμού 2040/86, όπως τροποποιήθηκε, ορίζει τα εξής: « Κατά την έννοια του παρόντος κανονισμού νοείται ως “ πρώτη μεταποίηση ” κάθε επεξεργασία του σπόρου ώστε το προϊόν που λαμβάνεται να μην μπορεί πλέον να υπαχθεί στο κεφάλαιο 10 του κοινού δασμολογίου. Η μεταποίηση των σιτηρών που παραδίδονται ή διατίθενται σε μια επιχείρηση από έναν παραγωγό με σκοπό τη μεταγενέστερη χρησιμοποίηση στην εκμετάλλευση του θεωρείται ως πρώτη μεταποίηση.
Απαλλάσσονται από την εισφορά συνυπευθυνότητας οι πρώτες μεταποιήσεις που πραγματοποιεί ένας παραγωγός στη γεωργική του εκμετάλλευση, εφόσον το προϊόν που λαμβάνεται από τη μεταποίηση χρησιμοποιείται για τη διατροφή ζώων σ' αυτή τη γεωργική εκμετάλλευση και εφόσον:
—
η εγκατάσταση μεταποίησης αποτελεί μέρος του μόνιμου ή προσωρινού γεωργικού εξοπλισμού της γεωργικής εκμετάλλευσης
και[εφόσον]
—
στην περίπτωση που η γεωργική εκμετάλλευση χωρίζεται σε πολλές μονάδες παραγωγής, η διεύθυνση είναι ενιαία και χρησιμοποιούνται το ίδιο εργατικό δυναμικό και τα ίδια εργαλεία για το σύνολο των μονάδων παραγωγής που αποτελούν τη γεωργική εκμετάλλευση... ».
2.
Επειδή προέκυψαν δυσκολίες κατά την εφαρμογή του συστήματος της εισφοράς συνυπευθυνότητας, το άρθρο 4 του κανονισμού 2727/75 τροποποιήθηκε εκ νέου με την παράγραφο 1 του άρθρου 1 του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 1097/88 του Συμβουλίου, της 25ης Απριλίου 1988, για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΟΚ) 2727/75 (EE L 110, σ. 7). Μετά τη νέα αυτή τροποποίηση το εν λόγω άρθρο 4 προβλέπει, μεταξύ άλλων, ότι η εισφορά συνυπευθυνότητας οφείλεται από τους παραγωγούς για τα σιτηρά τα οποία παράγονται στην Κοινότητα και διατίθενται στην αγορά ή πωλούνται σε οργανισμό παρεμβάσεως, ενώ προβλέπονται και ορισμένες απαλλαγές.
Η έννοια της « διαθέσεως στην αγορά » ορίστηκε με το άρθρο 1, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1432/88 της Επιτροπής, της 26ης Μαΐου 1988, για λεπτομέρειες εφαρμογής της εισφοράς συνυπευθυνότητας στον τομέα των σιτηρών ( ΕΕ L 131, σ. 37 ). Κατά τη διάταξη αυτή, «... ως “ διάθεση στην αγορά ” νοούνται οι πωλήσεις ( συμπεριλαμβανομένων των ανταλλαγών) των παραγωγών προς τις επιχειρήσεις που συλλέγουν, εμπορεύονται και μεταποιούν, προς άλλους παραγωγούς καθώς και προς τον οργανισμό παρεμβάσεως.
Εξομοιώνονται με διάθεση στην αγορά:
—
η μεταποίηση σιτηρών που έχουν παραδοθεί ή τεθεί στη διάθεση μιας επιχείρησης από έναν παραγωγό (εργασία φασόν) [βάσει συμβάσεως έργου] με σκοπό είτε μεταγενέστερη χρησιμοποίηση στην εκμετάλλευση του είτε πώληση...,
—
... ».
Το πρώτο εδάφιο της πρώτης παραγράφου του άρθρου 4 του κανονισμού 1432/88 ορίζει ότι « οι εισφορές... εισπράττονται από τους αγοραστές και τις επιχειρήσεις μεταποιήσεως Εντούτοις, στην περίπτωση αποστολής σιτηρών ενός παραγωγού προς άλλο κράτος μέλος, εξαγωγής σιτηρών από έναν παραγωγό προς τρίτη χώρα ή παράδοσης από έναν παραγωγό σε αναγνωρισμένες αποθήκες στα πλαίσια της αγοράς υπό προθεσμία, οι εισφορές οφείλονται από αυτόν ».
Το άρθρο 10 του κανονισμού 1432/88 κατάργησε τον κανονισμό 2040/86, της 30ής Ιουνίου 1986.
3.
Με απόφαση της 29ης Ιουνίου.1988 (Van Landschoot, 300/86, Συλλογή 1988, σ. 3443 ), το Δικαστήριο αποφάνθηκε ως εξής επί προδικαστικού ερωτήματος του Vredegerecht van het kanton Brasschaat: «Το άρθρο 1, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού 2040/86 της Επιτροπής, της 30ής Ιουνίου 1986, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 2572/86 της Επιτροπής, της 12ης Αυγούστου 1986, είναι ανίσχυρο στο μέτρο που απαλλάσσει από την εισφορά συνυπευθυνότητας τις πρώτες μεταποιήσεις σιτηρών που πραγματοποιούνται στην εκμετάλλευση του παραγωγού, μέσω εγκαταστάσεων της εν λόγω εκμεταλλεύσεως, εφόσον το προϊόν της μεταποιήσεως χρησιμοποιείται στην ίδια αυτή εκμετάλλευση, ενώ δεν προβλέπει την απαλλαγή αυτή για τις πρώτες μεταποιήσεις που πραγματοποιούνται εκτός της εκμεταλλεύσεως του παραγωγού ή μέσω εγκαταστάσεων που δεν αποτελούν μέρος του γεωργικού εξοπλισμού αυτής της εκμεταλλεύσεως, όταν το προϊόν της μεταποιήσεως χρησιμοποιείται στην εκμετάλλευση αυτή.»
Το Δικαστήριο πρόσθεσε ότι στον κοινοτικό νομοθέτη εναπόκειται να συναγάγει τις συνέπειες της αποφάσεως και να λάβει τα κατάλληλα μέτρα για την κατοχύρωση της ισότητας των επιχειρηματιών όσον αφορά το επίδικο καθεστώς απαλλαγής και ότι εν τω μεταξύ οι αρμόδιες αρχές έπρεπε να εξακολουθήσουν να εφαρμόζουν την απαλλαγή που προβλεπόταν από τις επίμαχες διατάξεις, επεκτείνοντας το ευεργέτημα της απαλλαγής αυτής στους επιχειρηματίες που υφίσταντο τη διαπιστωθείσα δυσμενή διάκριση.
4.
Η Επιτροπή συνήγαγε τις συνέπειες της αποφάσεως αυτής θεσπίζοντας δύο δέσμες μέτρων.
Πρώτον, η Επιτροπή έκρινε ότι ο κανονισμός 1432/88 ήταν εξίσου παράνομος με τον κανονισμό 2040/86, του οποίου την έλλειψη νομιμότητας είχε αναγνωρίσει το Δικαστήριο. Κατόπιν αυτού τροποποίησε τον κανονισμό 1432/88, εκδίδοντας τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2324/88, της 26ης Ιουλίου 1988 ( ΕΕ L 202, σ. 39 ), ο οποίος άρχισε να ισχύει την ημέρα της δημοσιεύσεως του στην Επίσημη Εφημερίοα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, δηλαδή στις 27 Ιουλίου 1988.
Το άρθρο 1, παράγραφος 2, ορίζει μετά την τροποποίηση ότι « ως “ διάθεση στην αγορά ” νοούνται οι πωλήσεις ( συμπεριλαμβανομένων των ανταλλαγών) εκ μέρους των παραγωγών προϊόντων... είτε ως έχουν είτε υπό μορφή μεταποιημένων προϊόντων... στις επιχειρήσεις που συλλέγουν, εμπορεύονται και μεταποιούν, σε άλλους παραγωγούς καθώς και στον οργανισμό παρεμβάσεως... ». Επομένως καταργήθηκε η εξομοίωση προς « διάθεση στην αγορά» των μεταποιήσεων σιτηρών βάσει συμβάσεως έργου.
Εξάλλου, δυνάμει του πρώτου εδαφίου της πρώτης παραγράφου του άρθρου 4, όπως τροποποιήθηκε, « οι εισφορές... εισπράττονται από τους αγοραστές. Ωστόσο, οι εισφορές οφείλονται από τους παραγωγούς σε περίπτωση πώλησης μεταποιημένων προϊόντων που αναφέρονται στο άρθρο 1, παράγραφος 2, σε περίπτωση αποστολής σιτηρών από έναν παραγωγό προς άλλο κράτος μέλος, εξαγωγής σιτηρών από παραγωγό προς μια τρίτη χώρα ή παράδοσης από έναν παραγωγό σε εγκεκριμένες αποθήκες στα πλαίσια της προθεσμιακής αγοράς ».
Δεύτερον, η Επιτροπή αποφάσισε να επιστρέψει τις εισφορές που είχαν καταβάλει βάσει είτε του κανονισμού 2040/86 είτε του κανονισμού 1432/88 πριν από την τροποποίηση του με τον κανονισμό 2324/88 οι επιχειρηματίες που είχαν υποστεί τη δυσμενή διάκριση που είχε διαπιστώσει το Δικαστήριο.
Αυτός είναι ο σκοπός του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 3779/88 της Επιτροπής, της 2ας Δεκεμβρίου 1988, για την απόδοση της εισφοράς συνυπευθυνότητας στον τομέα των σιτηρών που προβλέπεται από τους κανονισμούς (ΕΟΚ) 2040/86 και (ΕΟΚ) 1432/88 όσον αφορά τις πρώτες μεταποιήσεις που πραγματοποιούνται για λογαριασμό παραγωγού (ΕΕ L 332, σ. 17). Το άρθρο 1, παράγραφος 1, του κανονισμού αυτού ορίζει τα εξής: « Οι αρμόδιοι οργανισμοί που έχουν ορισθεί από τα κράτη μέλη αποδίδουν, πριν από τις 30 Ιουνίου 1989, στους παραγωγούς, μετά από αίτηση των τελευταίων, τα ποσά των εισφορών συνυπευθυνότητας που έχουν εισπραχθεί:
—
επί των εργασιών μεταποιήσεως για λογαριασμό του παραγωγού, που αναφέρονται στο άρθρο 1, παράγραφος 2, δεύτερη φράση, του κανονισμού (ΕΟΚ) 2040/86, από τις οποίες το προϊόν που έχει ληφθεί (των οποίων το προϊόν) χρησιμοποιείται στην εκμετάλλευση του παραγωγού για τη διατροφή των ζώων,
—
επί των εργασιών μεταποιήσεως των σιτηρών που παραδόθηκαν ή τέθηκαν στη διάθεση επιχειρήσεως από παραγωγό (εργασία με φασόν) (βάσει συμβάσεως έργου) για μεταγενέστερη χρησιμοποίηση του στην εκμετάλλευση του, μέχρι τις 26 Ιουλίου 1988, στα πλαίσια του άρθρου 1, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1432/88 ».
II — Περιστατικά και διαδικασία
1.
Ο Van Landschoot, ενάγων της κύριας δίκης, πώλησε στις 16 Σεπτεμβρίου 1986, 4925 χιλιόγραμμα σίτου στην εναγομένη, την εταιρία NV Mera, η οποία παράγει σύνθετες ζωοτροφές. Κατά την καταβολή του τιμήματος η εταιρία NV Mera παρακράτησε 1242 βελγικά φράγκα (BFR) (4925 x 0,2522) ως εισφορά συνυπευθυνότητας.
Ο Van Landschoot άσκησε ενώπιον του Vredegerecht van het kanton Brasschaat αγωγή με την οποία ζητεί να υποχρεωθεί η εταιρία NV Mera να του καταβάλει το ποσό αυτό των 1242 BFR, ισχυριζόμενος ότι η εισφορά συνυπευθυνότητας ήταν αντίθετη, μεταξύ άλλων, προς τη γενική αρχή της ισότητας και προς το άρθρο 40, παράγραφος 3, της Συνθήκης ΕΟΚ.
Το Vredegerecht υπέβαλε στο Δικαστήριο αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως ως προς το ζήτημα αν « είναι έγκυρη η εισφορά συνυπευθυνότητας, οι λεπτομέρειες' εφαρμογής της οποίας καθορίζονται με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2040/86, της 30ής Ιουνίου 1986».
Για να απαντήσει στο προδικαστικό αυτό ερώτημα, το Δικαστήριο εξέδωσε την απόφαση της 29ης Ιουνίου 1988, της οποίας το διατακτικό παρατίθεται ανωτέρω.
2.
Κατόπιν της εκδόσεως της αποφάσεως αυτής το Vredegerecht κλήθηκε και πάλι να επιλύσει τη διαφορά μεταξύ του Van Landschoot και της εταιρίας NV Mera.
Ο ενάγων ισχυρίστηκε ότι όχι μόνο πώλησε 4925 χιλιόγραμμα σίτου στην εταιρία αυτή, αλλά και αγόρασε από την εταιρία αυτή 13072 χιλιόγραμμα σύνθετων ζωοτροφών για ωοτόκες όρνιθες, το 35 % των οποίων, δηλαδή 4575 χιλιόγραμμα, συνίστατο σε σιτάρι και οι οποίες προορίζονταν για την εκτροφή των ορνίθων της εκμεταλλεύσεως του. Επομένως, η εισφορά συνυπευθυνότητας που παρακράτησε αχρεωστήτως η εταιρία NV Mera επί του τιμήματος που έπρεπε να καταβάλει στον ενάγοντα έπρεπε να μειωθεί σε 1154 BFR (4575 x 0,2522).
Κατά τον Van Landschoot, δεν επιτρεπόταν να του επιβληθεί η εισφορά αυτή, διότι τα σιτηρά που πωλεί ο παραγωγός σε ένα μεταποιητή για να τα αγοράσει στη συνέχεια υπό μορφή ζωοτροφών· και να τα χρησιμοποιήσει υπό τη μορφή αυτή στην εκμετάλλευση του απαλλάσσονται, σύμφωνα με την απόφαση του Δικαστηρίου της 29ης Ιουνίου 1988, από την εισφορά συνυπευθυνότητας.
Στη Διάταξη περί παραπομπής το Vredegerecht εκθέτει τους ισχυρισμούς που αναπτύχθηκαν ενώπιον του και κατά τους οποίους το κριτήριο της απαλλαγής το οποίο έθεσε το Δικαστήριο είναι η χρησιμοποίηση στη γεωργική εκμετάλλευση του παραγωγού του προϊόντος της μεταποιήσεως των δημητριακών που παρέδωσε ο παραγωγός αυτός, δεν έχει δε σημασία αν τα σιτηρά παραδόθηκαν γιανα μεταποιηθούν βάσει συμβάσεως έργου ή πωλήθηκαν στον μεταποιητή για να αγοραστούν στη συνέχεια υπό μορφή ζωοτροφών.
Το Vredegerecht παρατηρεί όμως ότι ο κανονισμός 3779/88 της Επιτροπής, της 2ας Δεκεμβρίου 1988, ο οποίος εκδόθηκε κατόπιν της αποφάσεως του Δικαστηρίου, περιορίζει τη δυνατότητα επιστροφής της εισφοράς στην περίπτωση των δημητριακών μόνο που παραδόθηκαν ή τέθηκαν στη διάθεση μιας επιχειρήσεως από τον παραγωγό (βάσει συμβάσεως έργου) και όχι αυτών που πωλήθηκαν με σκοπό τη μεταγενέστερη χρησιμοποίηση τους στη γεωργική εκμετάλλευση του παραγωγού. Κατά συνέπεια, ο κανονισμός αυτός περιορίζει την έκταση της απαλλαγής την οποία προσδιόρισε το Δικαστήριο.
3.
Υπό τις συνθήκες αυτές τό Vredegerecht van het kanton Brasschaat ανέστειλε, με Διάταξη της 21ης Ιουνίου 1989, τη διαδικασία και υπέβαλε στο Δικαστήριο το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:
« Είναι ο κανονισμός ( ΕΟΚ ) 3779/88 της Επιτροπής, της 2ας Δεκεμβρίου 1988, έγκυρος, καθόσον περιορίζει την επιστροφή της εισφοράς συνυπευθυνότητας στην περίπτωση μόνο της πρώτης μεταποιήσεως των σιτηρών που παραδίδονται στις επιχειρήσεις μεταποιήσεως ή τίθενται στη διάθεση τους από τον παραγωγό ( βάσει συμβάσεως έργου ), εξαιρώντας τα σιτηρά που πωλούνται στις επιχειρήσεις αυτές, ακόμη και αν στη συνέχεια αγοράζονται εκ νέου από τον παραγωγό υπό μορφή ζωοτροφών, προκειμένου να χρησιμοποιηθούν στη γεωργική του εκμετάλλευση; »
Η Διάταξη του Vredegerecht van het kanton Brąsschaat πρωτοκολλήθηκε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 30 Ιουνίου 1989.
4.
Γραπτές παρατηρήσεις σύμφωνα με το άρθρο 20 του πρωτοκόλλου περί του οργανισμού του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων κατέθεσαν η εταιρία NV Mera και οι παρεμβαίνοντες υπέρ αυτής, εκπροσωπούμενοι από τους Ivo Van Bael και Jean-François Bellis, δικηγόρους Βρυξελλών, η Ιταλική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον Ivo Μ. Braguglia, avvocato dello Stato, και η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον Robert Caspar Fischer, νομικό σύμβουλο.
5.
Κατόπιν εκθέσεως του εισηγητή δικαστή και αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα, το Δικαστήριο αποφάσισε να προχωρήσει στην προφορική διαδικασία χωρίς προηγούμενη διεξαγωγή αποδείξεων.
III — Περίληψη των γραπτών παρατηρήσεων που κατατέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου
1.
Ή εταιρία ΝV Mera και οι παρεμβαίνοντες υπέρ αυτής (στο εξής: Mera) υποστηρίζουν ότι το βασικό ζήτημα είναι αν η Επιτροπή, με την έκδοση του επίδικου κανονισμού 3779/88, συνήγαγε ορθώς τις συνέπειες της αποφάσεως του Δικαστηρίου της 29ης Ιουνίου 1988 ( 1 ).
Η Mera υποστηρίζει όμως ότι ο κανονισμός αυτός έχει ως αποτέλεσμα τη διατήρηση της δυσμενούς διακρίσεως που απαγορεύεται από το άρθρο 40, παράγραφος 3, της Συνθήκης.
Στην απόφαση της 29ης Ιουνίου 1988 δεν απαντά κανένα στοιχείο που να επιτρέπει τον περιορισμό της εκτάσεως της απαλλαγής στην περίπτωση μόνο της βάσει συμβάσεως έργου μεταποιήσεως ή την επιβολή της εισφοράς επί όλων των πωλήσεων σιτηρών χωρίς να γίνεται καμία διάκριση μεταξύ, αφενός, των σιτηρών που πωλεί ο παραγωγός και στη συνέχεια αγοράζει με σκοπό να χρησιμοποιήσει το προϊόν της μεταποιήσεως στην εκμετάλλευση του και, αφετέρου, των δημητριακών που πωλεί ο παραγωγός χωρίς στη συνέχεια να τα αγοράζει υπό οιαδήποτε μορφή.
Κατά τη Mera, στον κανονισμό 3779/88, όπως και στον κανονισμό 2040/86, δεν λαμβάνεται υπόψη ο ίδιος ο σκοπός του συστήματος της εισφοράς συνυπευθυνότητας, δηλαδή ο περιορισμός των διαρθρωτικών πλεονασμάτων σιτηρών στην αγορά. Δεν λαμβάνεται υπόψη ούτε η συλλογιστική του Δικαστηρίου στην απόφαση της 29ης Ιουνίου 1988, η οποία επανελήφθη στην απόφαση της 11ης Ιουλίου 1989, Schräder (265/87, Συλλογή 1989, σ. 2237). Το μόνο κριτήριο που εφαρμόζει το Δικαστήριο για την απαλλαγή από την υποχρέωση καταβολής εισφοράς είναι η χρησιμοποίηση των προϊόντων της μεταποιήσεως εντός της εκμεταλλεύσεως του παραγωγού, ανεξαρτήτως του αν τα προϊόντα μεταποιήθηκαν στο αγρόκτημα ή από βιομήχανο μεταποιητή. Πολύ μικρή σημασία έχει το αν τα σιτηρά παραδόθηκαν στον μεταποιητή βάσει συμβάσεως έργου ή πωλήθηκαν προς τον μεταποιητή αυτόν και στη συνέχεια αγοράστηκαν υπό μορφή ζωοτροφών. Εξάλλου, ο παραγωγός που πωλεί σιτηρά σ' έναν μεταποιητή και στη συνέχεια αγοράζει σύνθετες ζωοτροφές που περιέχουν την ίδια ποσότητα σιτηρών με την πωληθείσα δεν συμβάλλει στη δημιουργία ή στη διατήρηση διαρθρωτικών πλεονασμάτων σιτηρών στην αγορά περισσότερο από τον παραγωγό σιτηρών που παρέχει τα σιτηρά στον μεταποιητή προς μεταποίηση βάσει συμβάσεως έργου.
Η Mera προσθέτει ότι η διάκριση μεταξύ, αφενός, της εκτελέσεως του έργου και, αφετέρου, της πωλήσεως που ακολουθείται από πώληση προς την αντίστροφη κατεύθυνση δίνει τελικά στη νομική μορφή το προβάδισμα σε σχέση με την οικονομική πραγματικότητα, πράγμα που είναι ασυμβίβαστο με τη νομολογία του Δικαστηρίου, κατά την οποία, όταν πρόκειται για την εφαρμογή κανόνων δικαίου με τους οποίους επιδιώκονται οικονομικοί σκοποί, η οικονομική πραγματικότητα πρέπει να έχει το προβάδισμα έναντι των νομικών τύπων (αποφάσεις της 12ης Ιουλίου 1984, Hydrotherm Gerätebau, 170/83, Συλλογή 1984, σ. 2999, και της 25ης Απριλίου 1985, Επιτροπή κατά Ηνωμένου Βασιλείου, 207/83, Συλλογή 1985, σ. 1201 ).
Η Mera ομολογεί πάντως ότι, στην περίπτωση κατά την οποία ο παραγωγός πωλεί τα σιτηρά στο βιομήχανο μεταποιητή, από τον οποίο και τα αγοράζει στη συνέχεια, οι σπόροι των σιτηρών τους οποίους αγοράζει στη συνέχεια υπό μορφή ζωοτροφών ενδέχεται να μην είναι οι ίδιοι με τους σπόρους τους οποίους πώλησε προηγουμένως στο μεταποιητή. Το γεγονός όμως αυτό δεν έχει σημασία: πρώτον, κατά την απόφαση του Δικαστηρίου της 29ης Ιουνίου 1988 το γεγονός αυτό δεν είναι κρίσιμο και, δεύτερον, η Επιτροπή έχει δεχθεί, με μία δήλωση στην οποία έχει προβεί προς την « επιτροπή διαχειρίσεως δημητριακών », ότι, αφού τα σιτηρά είναι αναλώσιμα πράγματα, η εισφορά συνυπευθυνότητας δεν επιβάλλεται στην περίπτωση μεταποιήσεως βάσει συμβάσεως έργου, ακόμη και αν τα μεταποιούμενα σιτηρά δεν προέρχονται από την ποσότητα που έχει παραγάγει ο παραγωγός, αλλά από άλλη ποσότητα του ίδιου δημητριακού και της ίδιας ποιότητας.
Η Mera προτείνει κατόπιν αυτών να δοθεί στο προδικαστικό ερώτημα η απάντηση ότι ο κανονισμός 3779/88 της Επιτροπής, της 2ας Δεκεμβρίου 1988, είναι ανίσχυρος, « καθόσον περιορίζει την επιστροφή της εισφοράς συνυπευθυνότητας στην πρώτη μεταποίηση των σιτηρών που παραδίδονται στις επιχειρήσεις μεταποιήσεως ή τίθενται στη διάθεση τους από έναν παραγωγό (βάσει συμβάσεως έργου), εξαιρώντας τα σιτηρά που πωλούνται τις επιχειρήσεις αυτές, ακόμη και αν στη συνέχεια αγοράζονται εκ νέου από τον παραγωγό υπό μορφή ζωοτροφών, προκειμένου να χρησιμοποιηθούν στη δική του γεωργική εκμετάλλευση ».
2.
Η Ιταλική Δημοκρατία τονίζει ότι, κατά τη σκέψη 11 της αποφάσεως του Δικαστηρίου της 29ης Ιουνίου 1988, ο σκοπός της εισφοράς συνυπευθυνότητας δικαιολογεί την επιβολή της εισφοράς αυτής μόνο στις μεταποιήσεις δημητριακών που διατίθενται στην αγορά.
Από θεωρητική άποψη θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι, εφόσον τα σιτηρά πωλούνται από τον παραγωγό στην επιχείρηση μεταποιήσεως, διατίθενται άρα στην αγορά και δεν υπάρχει λόγος να ληφθεί υπόψη η μεταγενέστερη αγορά των σιτηρών αυτών υπό μορφή ζωοτροφών από τον παραγωγό και επομένως το άρθρο 1 του επίδικου κανονισμού δεν μπορεί να θεωρηθεί ανίσχυρο.
Εντούτοις, η θεωρητική αυτή άποψη δεν επαρκεί και θα έπρεπε αντίθετα να εξεταστούν η πραγματική ουσία της σχέσης μεταξύ παραγωγού και καταναλωτή και οι συνέπειες της επί της αγοράς. Από την εξέταση αυτή θα αποδεικνυόταν πλήρως, κατά την Ιταλική Κυβέρνηση, η κρίσιμη σημασία του γεγονότος ότι ο παραγωγός των πωληθέντων σιτηρών τα αγοράζει για να τα χρησιμοποιήσει στην εκμετάλλευση του υπό μορφή ζωοτροφών, πράγμα που σημαίνει ότι τα σιτηρά δεν διατίθενται στην αγορά και επομένως δεν υπόκεινται στην καταβολή εισφοράς συνυπευθυνότητας.
Βασιζόμενη στην πραγματικότητα της αγοράς μάλλον παρά στις θεωρητικές πλευρές των σχέσεων μεταξύ των επιχειρηματιών, η Ιταλική Κυβέρνηση καταλήγει στο συμπέρασμα ότι ο κανονισμός 3779/88 της Επιτροπής, της 2ας Δεκεμβρίου 1988, είναι ανίσχυρος, « καθόσον δεν προβλέπει την επιστροφή της εισφοράς συνυπευθυνότητας σε περιπτώσεις όπως αυτή που αποτελεί το αντικείμενο της κύριας δίκης ».
Η Ιταλική Κυβέρνηση προσθέτει ότι η λύση αυτή έχει το πλεονέκτημα ότι για την εφαρμογή της δεν είναι αναγκαίο να είναι τα σιτηρά που πωλεί ο παραγωγός τα ίδια ακριβώς με τα σιτηρά που περιέχονται στις ζωοτροφές που αγοράζει στη συνέχεια και χρησιμοποιεί ο ίδιος αυτός παραγωγός, αφού αυτή η προϋπόθεση δεν απαιτείται στην περίπτωση της συμβάσεως προς κατασκευή έργου στην οποία την απαιτούμενη ύλη χορηγεί ο εργοδότης. Αντίθετα, είναι αναγκαίο να καθοριστούν ορισμένοι τεχνικοί συντελεστές αποδόσεως, βάσει των οποίων να προκύπτει το ποσοστό σιτηρών που περιέχουν οι ζωοτροφές που αγοράζει ο παραγωγός.
3.
Η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων εκθέτει καταρχάς την εφαρμοστέα κοινοτική ρύθμιση. Η Επιτροπή σημειώνει εξάλλου ότι, επειδή ορισμένα πραγματικά στοιχεία δεν αναφέρονται στη Διάταξη περί παραπομπής, πρέπει να θεωρηθεί ότι στην κύρια δίκη η πώληση των σιτηρών και η πώληση των σύνθετων ζωοτροφών ήταν δύο νομικά και χρονολογικά αυτοτελείς δικαιοπραξίες και δεν αφορούσαν κατ' ανάγκη τα ίδια σιτηρά.
Η Επιτροπή τονίζει ότι το άρθρο 1, παράγραφος 1, πρώτη περίπτωση, του κανονισμού 3779/88 προβλέπει την επιστροφή των ποσών που εισπράχθηκαν βάσει του κανονισμού 2040/86 « επί των εργασιών μεταποιήσεως για λογαριασμό του παραγωγού... των οποίων το προϊόν χρησιμοποιείται στην εκμετάλλευση του παραγωγού για τη διατροφή των ζώων ». Στο προδικαστικό ερώτημα το εθνικό δικαστήριο δεν κάνει λόγο για « εργασίες μεταποιήσεως για λογαριασμό του παραγωγού », αλλά για « σιτηρά που παραδίδονται σε επιχειρήσεις μεταποιήσεως ή τίθενται στη διάθεση τους από τον παραγωγό ( βάσει συμβάσεως έργου ) ». Η ορολογία αυτή είναι η ίδια με τη χρησιμοποιούμενη στις διατάξεις της δεύτερης περιπτώσεως της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του κανονισμού 3779/88, οι οποίες αφορούν την απόδοση των εισφορών που οφείλονταν βάσει του κανονισμού 1432/88. Μολονότι η εισφορά συνυπευθυνότητας την οποία αφορά η κύρια δίκη οφειλόταν βάσει του προϊσχύσαντος κανονισμού 2040/86, το ερώτημα αναφέρεται στο σύστημα της εισφοράς που προβλέπει ο νέος κανονισμός 1432/88. Δεδομένου δηλαδή ότι το εθνικό δικαστήριο διερωτάται αν είναι έγκυρος όλος ο κανονισμός 3779/88, πρέπει να θεωρηθεί ότι το ερώτημα αφορά και τις δύο περιπτώσεις τις οποίες διέπει το σύστημα εισφοράς που καθιέρωσε ο κανονισμός αυτός.
Κατά την Επιτροπή, η αντίληψη ότι η απαλλαγή θα έπρεπε να ισχύει και για τα σιτηρά που πωλούνται στους μεταποιητές από τους παραγωγούς και στη συνέχεια αγοράζονται μετά τη μεταποίηση τους από τους ίδιους παραγωγούς εμπεριέχει πραγματική πλάνη και αντιβαίνει προς τον λόγο υπάρξεως της απαλλαγής και το σκοπό της εισφοράς συνυπευθυνότητας.
Η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι ο παραγωγός, όταν πωλεί σιτηρά σ' έναν μεταποιητή, διαθέτει τα σιτηρά αυτά στην αγορά και επομένως συμβάλλει στην αύξηση της προσφοράς και στη διαμόρφωση των τιμών. Το αποτέλεσμα αυτό δεν αναιρείται από το γεγονός ότι ο μεταποιητής των σιτηρών πωλεί μια ανάλογη ποσότητα σιτηρών, υπό μορφή μεταποιημένων προϊόντων, στον ίδιο αυτόν παραγωγό, ο οποίος χρησιμοποιεί το προϊόν αυτό για την εκτροφή ζώων, καθόσον άλλωστε και η συναλλαγή αυτή πραγματοποιείται υπό τους όρους της αγοράς και επομένως επηρεάζει την προσφορά και τη διαμόρφωση των τιμών στις οποίες πωλούνται στην αγορά τα προϊόντα της μεταποιήσεως. Επομένως, και οι δύο δικαιοπραξίες συνάπτονται υπό τους όρους της αγοράς, άρα η μεταποίηση και η κατανάλωση των σιτηρών αυτών δεν πραγματοποιούνται εντός κλειστού κυκλώματος.
Ερμηνεύοντας την απόφαση της 29ης Ιουνίου 1988, η Επιτροπή τονίζει ότι στο διατακτικό το Δικαστήριο αναγνωρίζει το παράνομο της διακρίσεως, επειδή η απαλλαγή από την εισφορά δεν προβλέπεται « για τις πρώτες μεταποιήσεις που πραγματοποιούνται εκτός της εκμεταλλεύσεως του παραγωγού ή μέσω εγκαταστάσεων που δεν αποτελούν μέρος του γεωργικού εξοπλισμού αυτής της εκμεταλλεύσεως... ». Βάσει ακριβώς μιας εύλογης ερμηνείας της εκφράσεως αυτής η Επιτροπή επεξέτεινε την απαλλαγή στις πρώτες μεταποιήσεις πουπραγματο-ποιούνται « για λογαριασμό του παραγωγού » ή « στην περίπτωση συμβάσεως προς κατασκευή έργου και χορηγήσεως της αναγκαίας ύλης από τον εργοδότη ». Το βάσιμο της ερμηνείας αυτής επιβεβαιώνεται από τις σκέψεις 17 και 18 της αποφάσεως της 29ης Ιουνίου 1988, με τις οποίες το Δικαστήριο έκρινε ότι δεν αποτελεί διάκριση η μη επέκταση της απαλλαγής στην περίπτωση στην οποία οι παραγωγοί αγοράζουν τα σιτηρά από άλλους παραγωγούς με σκοπό να τα μεταποιήσουν στην εκμετάλλευση τους και να τα χρησιμοποιήσουν οι ίδιοι για την εκτροφή ζώων και στην οποία επομένως η μεταποίηση και η χρησιμοποίηση για την εκτροφή ζώων πραγματοποιείται από τον ίδιο παραγωγό, δηλαδή εντός κλειστού κυκλώματος.
Η Επιτροπή υπογραμμίζει τέλος τα μειονεκτήματα που παρουσιάζει η λύση που προτείνουν οι διάδικοι. Πρώτον, η λύση αυτή θα παρείχε ακόμη περισσότερα πλεονεκτήματα, από άποψη ανταγωνισμού, απ' όσα παρέχει σήμερα το σύστημα της εισφοράς στις εκμεταλλεύσεις κτηνοτροφής που παράγουν συγχρόνως και σημαντικές ποσότητες σιτηρών, δεδομένου ότι οι εκμεταλλεύσεις αυτές, αντί να πρέπει να επιλέξουν εκ των προτέρων τη μεταποίηση και την κατανάλωση εντός της ίδιας της εκμεταλλεύσεως, θα μπορούσαν να πωλούν καταρχάς τα δημητριακά τους σε βιομηχάνους μεταποιητές και να αποφασίζουν στη συνέχεια ποιες ζωοτροφές χρειάζονται να αγοράσουν. Δεύτερον, η λύση αυτή θα προκαλούσε σοβαρά προβλήματα ελέγχου. Τέλος, θα μπορούσε να οδηγήσει στην τελική απαλλαγή από την εισφορά σημαντικών ποσοτήτων σιτηρών που διατίθενται πράγματι στην αγορά και συνεπώς επηρεάζουν την προσφορά και τη διαμόρφωση των τιμών, αν για τα πωλούμενα σιτηρά και για τα μεταποιούμενα και στη συνέχεια αγοραζόμενα σιτηρά παρεχόταν εκ των υστέρων κάποιο αντιστάθμισμα: έτσι θα αποφευγόταν η καταβολή εισφοράς για ένα μεγάλο μέρος της παραγωγής ζωοτροφών με βάση τα σιτηρά, πράγμα που θα έθετε σε σοβαρό κίνδυνο την αποτελεσματικότητα του συστήματος της εισφοράς συνυπευθυνότητας.
F. Gravisse
εισηγητής δικαστής
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η ολλανδική.
( 1 ) Η Mera τονίζει ότι, μολονότι το προδικαστικό ερώτημα αφορά μόνο τον κανονισμό 3779/88, το κύρος του κανονισμού αυτού είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με το κύρος του κανονισμού 2324/88. Πράγματι, ο κανονισμός 3779/88 προσδιόρισε τις προϋποθέσεις επιστροφής της εισφοράς στους επιχειρηματίες βάσει του ορισμού που δίνει στην έννοια « διάθεση στην αγορά » ο κανονισμός 2324/88 με σκοπό την αποκατάσταση της ισότητας μεταχειρίσεως των επιχειρηματιών κατόπιν της αποφάσεως του Δικαστηρίου.
Top