ΈΚΘΕΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠ' ΑΚΡΟΑΤΗΡΊΟΥ ΣΥΖΉΤΗΣΗ
στην υπόθεση C-230/89 ( *1 )
Ι — Πραγματικά περιστατικά και έγγραφη διαδικασία
1.
Το άρθρο 1, παράγραφος 1, του νόμου 1676 του 1986 (ΦΕΚ, τεύχος Α, αριθ. 125 της 29.12.1986), που συμπληρώνει και τροποποιεί τον νόμο 1642 του 1986 ( ΦΕΚ, τεύχος Α, αριθ. 204 της 21.8.1986), με τον οποίο η Ελληνική Δημοκρατία θέσπισε το σύστημα φόρου προστιθεμένης αξίας, ορίζει ότι για τις παραδόσεις αγαθών, παροχές υπηρεσιών και εισαγωγές αγαθών ο εφαρμοστέος συντελεστής είναι 18 %. Ο συντελεστής αυτός μειώθηκε σε 16 % με τη διοικητική εγκύκλιο Ρ 8499/4941 της 28ης Δεκεμβρίου 1987.
Η παράγραφος 2 του ίδιου άρθρου του νόμου 1676 προβλέπει αυξημένο συντελεστή 36 % για τα αγαθά και τις υπηρεσίες που απαριθμούνται στο παράρτημα III του νόμου 1642.
Μεταξύ των προϊόντων που απαριθμούνται στο παράρτημα αυτό περιλαμβάνονται και ορισμένα οινοπνευματώδη ποτά, ήτοι το ουίσκυ, το τζιν, η βότκα, το ρούμι, η τεκίλα, το αράκ και η τάφια, τα οποία δεν παράγει η Ελλάδα, ενώ στα οινοπνευματώδη ποτά τα οποία παράγονται κυρίως στην Ελλάδα, όπως το ούζο, το μπράντυ, τα λικέρ, κ.λπ., εφαρμόζεται ο γενικός συντελεστής 16 %.
2.
Η Επιτροπή, θεωρώντας ότι η φορολόγηση των οινοπνευματωδών ποτών με διαφορετικούς συντελεστές αποβαίνει σε βάρος των εισαγομένων ποτών τα οποία δεν παράγει η Ελλάδα, απηύθυνε στην Ελληνική Δημοκρατία, στις 23 Ιουλίου 1983, έγγραφο οχλήσεως κατά το άρθρο 169 της Συνθήκης, με το οποίο κάλεσε τις ελληνικές αρχές να διατυπώσουν τις παρατηρήσεις τους εντός προθεσμίας δύο μηνών.
Με το έγγραφο οχλήσεως, η Επιτροπή επισήμανε ότι, δεδομένου ότι όλα τα οινοπνευματώδη ποτά είναι ομοειδή ή ανταγωνιστικά, απαγορεύεται η επιβολή στα εισαγόμενα προϊόντα, των οποίων δεν υπάρχει παραγωγή στην Ελλάδα, υψηλότερης φορολογίας από εκείνη που επιβάλλεται στα ομοειδή προϊόντα εγχώριας παραγωγής.
Με την απάντηση της, η Ελληνική Κυβέρνηση αρνήθηκε ότι το καθεστώς φορολογήσεως των οινοπνευματωδών ποτών εισάγει διακρίσεις και αμφισβήτησε την ύπαρξη παραβάσεως του άρθρου 95.
Η Επιτροπή, κρίνοντας ότι οι εξηγήσεις που παρασχέθηκαν από τις ελληνικές αρχές δεν ήταν ικανοποιητικές, εξέδωσε την αιτιολογημένη γνώμη που προβλέπεται στο άρθρο 169 της Συνθήκης ΕΟΚ.
Επειδή η προθεσμία που έταξε η Επιτροπή εξέπνευσε χωρίς να δοθεί καμία απάντηση εκ μέρους της Ελληνικής Δημοκρατίας, η Επιτροπή άσκησε προσφυγή, η οποία πρωτοκολλήθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 19 Ιουλίου 1989.
Το Δικαστήριο, κατόπιν εκθέσεως του εισηγητή δικαστή και αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα, αποφάσισε να προχωρήσει στην προφορική διαδικασία χωρίς προηγούμενη διεξαγωγή αποδείξεων.
II — Αιτήματα των διαδίκων
3.
Η Επιτροηή ζητεί από το Δικαστήριο:
—
να αναγνωρίσει ότι η Ελληνική Δημοκρατία, εφαρμόζοντας σε ορισμένα εισαγόμενα οινοπνευματώδη ποτά (ουίσκυ, τζιν, βότκα, ρούμι, τεκίλα, αράκ, τάφια), τα οποία δεν παράγονται στην Ελλάδα, αυξημένο ( 36 % ) συντελεστή φόρου προστιθεμένης αξίας, σε αντίθεση προς άλλα οινοπνευματώδη ποτά (ούζο, μπράντυ, λικέρ) που παράγονται κυρίως στην Ελλάδα και στα οποία εφαρμόζεται μειωμένος (16%) συντελεστής, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 95 της Συνθήκης ΕΟΚ
—
να καταδικάσει την Ελληνική Δημοκρατία στα δικαστικά έξοδα.
4.
Η ΕΑλψική Αί]μοκρατίχΚ$\τύ από το Δικαστήριο:
—
να απορρίψει την προσφυγή-
—
να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.
III — Ισχυρισμοί και επιχειρήματα των διαδίκων
5.
Η Επιτροπή υποστηρίζει κατ' ουσίαν ότι, σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου, όλα τα οινοπνευματώδη ποτά πρέπει να θεωρούνται ως ομοειδή προϊόντα κατά την έννοια του πρώτου εδαφίου του άρθρου 95, δεδομένου ότι παρουσιάζουν ένα σύνολο αναλόγων αντικειμενικών χαρακτηριστικών και ικανοποιούν τις ίδιες ανάγκες των καταναλωτών ( απόφαση της 17ης Φεβρουαρίου 1976, 45/75, Rewę, Rec. 1976, σ. 181), ή, τουλάχιστον, υπάρχει μεταξύ τους μερική ή δυνητική ανταγωνιστική σχέση, κατά την έννοια του δευτέρου εδαφίου του άρθρου 95 ( αποφάσεις της 27ης Φεβρουαρίου 1980, 168/78, Επιτροπή κατά Γαλλίας, Rec. 1980, σ. 347 169/78, Επιτροπή κατά Ιταλίας, Rec. 1980, σ. 385* 170/78, Επιτροπή κατά Ηνωμένου Βασιλείου, Rec. 1980, σ. 417' 171/78, Επιτροπή κατά Δανίας, Rec. 1980, σ. 447· 55/79, Επιτροπή κατά Ιρλανδίας, Rec. 1980, σ. 481). Προκειμένου περί προϊόντων τα οποία είτε είναι ομοειδή είτε βρίσκονται σε σχέση ανταγωνισμού, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι συμβιβάζεται με την απαγόρευση δυσμενών διακρίσεων, την οποία θεσπίζει η εν λόγω διάταξη, ένα κριτήριο επιβολής αυξημένης φορολογίας που αφορά μόνο την κατηγορία ορισμένων εισαγομένων προϊόντων, λαμβανομένης υπόψη της μη υπάρξεως εγχώριας παραγωγής των προϊόντων αυτών, όταν τα οινοπνευματώδη ποτά για τα οποία υπάρχει εγχώρια παραγωγή υπάγονται σε ευνοϊκό χαμηλότερο συντελεστή ΦΠΑ.
6.
Η Ελληνική Δημοκρατία υποστηρίζει ότι οι συντελεστές του ΦΠΑ για τα οινοπνευματώδη ποτά καθορίστηκαν βάσει αντικειμενικών κριτηρίων, όπως οι καταναλωτικές συνήθειες και οι ιδιαίτερες ιδιότητες των ποτών, χωρίς να γίνεται διάκριση μεταξύ εγχωρίων και εισαγομένων προϊόντων. Κατά την άποψη της Ελληνικής Δημοκρατίας, τα οινοπνευματώδη ποτά δεν μπορούν να θεωρηθούν ως ομοειδή. Η καθής παρατηρεί, ειδικότερα, ότι το ούζο είναι το παραδοσιακό ελληνικό ποτό, ευρείας λαϊκής καταναλώσεως, ενώ το ουίσκυ θεωρείται από τους καταναλωτές ως είδος πολυτελείας. Είναι, συνεπώς, λογικό, ο καταναλωτής που έχει τη δυνατότητα να αγοράσει το ποτό αυτό να επιβαρύνεται με υψηλότερο συντελεστή ΦΠΑ. Η Ελληνική Δημοκρατία προσθέτει ότι η μικρή διαφοροποίηση των συντελεστών του ΦΠΑ δεν επιδρά στην επιλογή του καταναλωτή, δεδομένης της διαφοράς μεταξύ των τιμών των προϊόντων πριν από την επιβολή του φόρου.
Η Ελληνική Δημοκρατία παρατηρεί επίσης ότι το ούζο παρασκευάζεται κυρίως από μικρές βιοτεχνικές επιχειρήσεις, οι οποίες δεν θα μπορούσαν να ανθέξουν μεγαλύτερη φορολογική επιβάρυνση. Κατά την Ελληνική Δημοκρατία, το Δικαστήριο έχει αναγνωρίσει τη δυνατότητα διαφοροποιήσεως των φορολογικών συντελεστών για σκοπούς προστασίας των μικρών εκμεταλλεύσεων που παράγουν μικρές ποσότητες ή για σκοπούς προστασίας των προϊόντων που έχουν γενικώς παραδεδεγμένο παραδοσιακό ή ποιοτικό χαρακτήρα (απόφαση της 10ης Οκτωβρίου 1978, 148/77, Hansen, Rec. 1978, σ. 1787 αποφάσεις της 27ης Φεβρουαρίου 1980, 168/78, Επιτροπή κατά Γαλλικής Δημοκρατίας, Rec. 1980, σ. 347, και 169/78, Επιτροπή κατά Ιταλικής Δημοκρατίας, Rec. 1980, σ. 385).
Όσον αφορά τα ποτά των οποίων ο φορολογικός συντελεστής ανέρχεται σε 16 %, η Ελληνική Δημοκρατία υποστηρίζει ότι κακώς η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι τα ποτά αυτά αποτελούν κυρίως εγχώρια προϊόντα, καθόσον τόσο το μπράντυ όσο και τα λικέρ εισάγονται σε σημαντικές ποσότητες από το εξωτερικό. Τα προϊόντα αυτά αποτελούν οινοπνευματώδη ποτά ευρείας καταναλώσεως και δεν έχουν τον χαρακτήρα είδους πολυτελείας.
Η Ελληνική Δημοκρατία θεωρεί, τέλος, ότι το Δικαστήριο έχει αναγνωρίσει ότι η εφαρμογή συστήματος διαφοροποιημένης φορολογίας δεν μπορεί να θεωρηθεί ως αποτελούσα έμμεση προστασία της εγχώριας παραγωγής κατά την έννοια της παραγράφου 2 του άρθρου 95 απλώς και μόνον λόγω του ότι το προϊόν που φορολογείται βαρύτερα είναι στην πραγματικότητα προϊόν που εισάγεται αποκλειστικά από τα άλλα κράτη μέλη ( αποφάσεις της 14ης Ιανουαρίου 1981, 140/79, Chemial, Συλλογή 1981, σ. 10, και 46/80, Vinal, Συλλογή 1981, σ. 89).
7.
Απαντώντας στα επιχειρήματα της Ελληνικής Δημοκρατίας, η Επιτροπή υποστηρίζει, όσον αφορά τον παραδοσιακό χαρακτήρα του ούζου, ότι ένας ισχυρισμός που δεν χρησιμοποιεί ως μέτρο αναφοράς την Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα στο σύνολο της, αλλά μόνο την ενδιαφερόμενη χώρα, δεν είναι δυνατόν να οδηγήσει στην εκτίμηση ότι η διαφοροποίηση των συντελεστών ΦΠΑ στη χώρα αυτή είναι αντικειμενική. Όσον αφορά τον χαρακτηρισμό του ουίσκυ ως είδους πολυτελείας, η Επιτροπή θεωρεί ότι η άποψη αυτή αποτελεί υπεραπλούστευση που παραγνωρίζει τις ποιοτικές κατηγορίες κάθε προϊόντος. Κατά την άποψη της Επιτροπής, μεταξύ των ποτών που φορολογούνται με συντελεστή 36 % περιλαμβάνονται και ποτά τα οποία δύσκολα μπορούν να θεωρηθούν ως προϊόντα πολυτελείας, όπως π.χ. η βότκα, ενώ μεταξύ των ποτών που φορολογούνται με συντελεστή 16 % απαντώνται ποτά τα οποία, αναλόγως της ποιότητάς τους, μπορούν να θεωρηθούν ως προϊόντα πολυτελείας, όπως π.χ. ορισμένα μπράντυ.
Όσον αφορά την προστασία των μικρών ποτο-ποιείων-οινοπνευματοποιείων, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η λειτουργία τους δεν επηρεάζεται από τον ΦΠΑ, δεδομένου ότι η επίδικη φορολογία δεν βαρύνει την επιχείρηση αλλά τον τελικό καταναλωτή. Η Επιτροπή υπενθυμίζει ότι ναι μεν είναι ακριβές ότι, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου (μεταξύ άλλων, προαναφερθείσα απόφαση της 27ης Φεβρουαρίου 1980, 168/78), το κοινοτικό δίκαιο, κατά το παρόν στάδιο εξελίξεώς του και ελλείψει ενοποιήσεως ή εναρμονίσεως των σχετικών διατάξεων, δεν απαγορεύει στα κράτη μέλη να χορηγούν φορολογικά πλεονε κτήματα σε ορισμένους τύπους οινοπνευματωδών ή σε ορισμένες κατηγορίες παραγωγών επιδιώκοντας θεμιτούς οικονομικούς ή κοινωνικούς σκοπούς, η νομιμότητα, όμως, αυτών των πλεονεκτημάτων εξαρτάται από το αν τα κράτη μέλη που κάνουν χρήση' της δυνατότητας αυτής επεκτείνουν τις διευκολύνσεις κατά τρόπο μη εισάγοντα δυσμενείς διακρίσεις και στα εισαγόμενα προϊόντα. Η Επιτροπή φρονεί ότι οι ελληνικές αρχές δεν τήρησαν την ανωτέρω προϋπόθεση.
G. C. Rodríguez Iglesias
εισηγητής δικαστής
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η ελληνική.
Top