ΈΚΘΕΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠ' ΑΚΡΟΑΤΗΡΊΟΥ ΣΥΖΉΤΗΣΗ
στην υπόθεση C-240/89 ( *1 )
Ι — Ιστορικό
1.
Η οδηγία 80/1107/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 27ης Νοεμβρίου 1980, περί προστασίας των εργαζομένων από τους κινδύνους που παρουσιάζονται συνεπεία εκθέσεως τους, κατά τη διάρκεια της εργασίας, σε χημικά, φυσικά ή βιολογικά μέσα ( ΕΕ ειδ. έκδ. 05/004, σ. 42 ), συνιστά οδηγία-πλαίσιο σχετική με την προστασία των εργαζομένων από τους κινδύνους που παρουσιάζονται από την έκθεση στις προαναφερθείσες ουσίες.
2.
Το άρθρο 8 της προαναφερθείσας οδηγίας 80/1107 προβλέπει τη θέσπιση ειδικών οδηγιών, από τις οποίες η οδηγία 83/477/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 19ης Σεπτεμβρίου 1983 ( ΕΕ L 263, σ. 5 ) είναι η δεύτερη οδηγία κατά την έννοια του άρθρου αυτού και αφορά ειδικότερα τους κινδύνους που παρουσιάζονται από την έκθεση στον αμίαντο.
3.
Κατά το άρθρο 18, παράγραφος 1, της προαναφερθείσας οδηγίας 83/477, τα κράτη μέλη θεσπίζουν τις αναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις για να συμμορφωθούν με την παρούσα οδηγία πριν από την 1η Ιανουαρίου 1987 και αμέσως πληροφορούν σχετικώς την Επιτροπή. Πάντως, η ημερομηνία 1η Ιανουαρίου 1987 μετατίθεται για την 1η Ιανουαρίου 1990, όσον αφορά τις εξορυκτικές δραστηριότητες του αμιάντου. Κατά την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου, τα κράτη μέλη ανακοινώνουν στηνΕπιτροπή τις διατάξεις εσωτερικού δικαίου που εκδίδουν στον τομέα που διέπεται από την παρούσα οδηγία.
4.
Επειδή η Επιτροπή δεν έλαβε καμιά πληροφορία σχετικά με τη μεταφορά στο εσωτερικό δίκαιο της προαναφερθείσας οδηγίας 83/477, κίνησε τη διαδικασία του άρθρου 169 της Συνθήκης ΕΟΚ, και στις 16 Νοεμβρίου 1987 απηύθυνε στις ιταλικές αρχές έγγραφο οχλήσεως. Επειδή η από 5 Φεβρουαρίου 1988 απάντηση των ιταλικών αρχών δεν ήταν ικανοποιητική, κατά την Επιτροπή, η τελευταία απηύθυνε στην Ιταλική Δημοκρατία αιτιολογημένη γνώμη στις 18 Ιανουαρίου 1989. Η γνώμη αυτή παρέμεινε αναπάντητη και η Επιτροπή άσκησε την παρούσα προσφυγή.
II — Έγγραφη διαδικασία και αιτήματα των διαδίκων
5.
Η προσφυγή της Επιτροπής πρωτοκολλήθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου τις 31 Ιουλίου 1989.
6.
Η έγγραφη διαδικασία εξελίχθηκε κανονικά. Κατόπιν εκθέσεως του εισηγητή δικαστή και αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα, το Δικαστήριο αποφάσισε να προχωρήσει στην προφορική διαδικασία χωρίς προηγούμενη διεξαγωγή αποδείξεων.
7.
Η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο:
α)
να αναγνωρίσει ότι η Ιταλική Δημοκρατία, μη λαμβάνοντας εντός της ταχθείσας προθεσμίας τα αναγκαία μέτρα, εκτός των μέτρων που αφορούν τις εξορυκτικές δραστηριότητες για τον αμίαντο — τα οποία είναι αναγκαία για τη μεταφορά στην εσωτερική έννομη τάξη της οδηγίας 83/477 του Συμβουλίου, της 19ης Σεπτεμβρίου 1983, για την προστασία των εργαζομένων από τους κινδύνους που οφείλονται στην έκθεση τους στον αμίαντο κατά τη διάρκεια της εργασίας ( ΕΕ L 263, σ. 5 ), παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τη Συνθήκη ΕΟΚ·
β)
να καταδικάσει την καθής στα δικαστικά έξοδα.
8.
Η ΙταΑική Δημοκρατία δεν διατυπώνει αιτήματα ούτε με το υπόμνημα αντικρούσεως ούτε με το υπόμνημα ανταπαντήσεως.
III — Ισχυρισμοί και επιχειρήματα των διαδίκων
9.
Η Επιτροπή υποστηρίζει με την προσφυγή της ότι οι ιταλικές αρχές, με το έγγραφο της 5ης Φεβρουαρίου 1988, αναγνώρισαν ότι η οδηγία για την οποία πρόκειται δεν είχε ακόμη εφαρμοστεί. Υπογραμμίζει ότι η Ιταλική Δημοκρατία δεν ανακοίνωσε τη θέσπιση των αναγκαίων μέτρων εντός της προθεσμίας που προβλέπεται με την οδηγία και που είναι η 1η Ιανουαρίου 1987, εκτός των μέτρων που αφορούν τις εξορυκτικές δραστηριότητες για τον αμίαντο, για τις οποίες δραστηριότητες η οδηγία πρέπει να εφαρμοστεί από 1ης Ιανουαρίου 1990.
10.
Με το υπόμνημα αντικρούσεως η Ιταλική Δημοκρατία υποστηρίζει ότι η ιταλική νομοθεσία περιλαμβάνει προς το παρόν διάφορες διατάξεις που αποβλέπουν στο να εξασφαλίζουν την προστασία της υγείας των εργαζομένων από τους κινδύνους που προκύπτουν από την έκθεση στον αμίαντο. Βάσει των διατάξεων αυτών εκδόθηκε το διάταγμα του Προέδρου της Δημοκρατίας αριθ. 303, της 19ης Μαρτίου 1956, περί γενικών κανόνων για την υγιεινή της εργασίας [ GURI ( Επίσημη Εφημερίδα της Ιταλικής Δημοκρατίας) αριθ. 105 της 30.4.1956, συμπλήρωμα]. Υπογραμμίζει ότι τα όρια εκθέσεως είναι, μερικές φορές, περισσότερο προστατευτικά από τα προβλεπόμενα με τις οδηγίες ΕΟΚ και καθορίζονται με υπουργικές αποφάσεις. Κατά την Ιταλική Δημοκρατία, εξάλλου, διάφορες προστατευτικές διατάξεις περιλαμβάνονται στις εθνικές συλλογικές συμβάσεις εργασίας.
11.
Η Ιταλική Δημοκρατία αναφέρει ότι, προκειμένου να επιτύχει την ακριβή και πλήρη εφαρμογή της οδηγίας 83/477, η Ιταλική Κυβέρνηση ανέλαβε νομοθετική πρωτοβουλία με την οποία ζήτησε από το Κοινοβούλιο νομοθετική εξουσιοδότηση με σκοπό τη θέσπιση των αναγκαίων κανόνων για τη μεταφορά στο εσωτερικό δίκαιο των διαφόρων οδηγιών σχετικά με την υγεία και την προστασία των εργαζομένων, μεταξύ των οποίων η οδηγία για την οποία γίνεται λόγος. Το σχέδιο νόμου εξετάζεται τώρα από τη Βουλή.
12.
Με το υπόμνημα απαντήσεως η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η Ιταλική Δημοκρατία δεν αμφισβητεί το βάσιμο της προσφυγής και ότι με το υπόμνημα αντικρούσεως η Ιταλική Δημοκρατία αναφέρει ότι υπάρχει ιταλική νομοθεσία σχετική με τους κινδύνους που οφείλονται στην έκθεση στον αμίαντο, αναγνωρίζοντας ρητά την ανάγκη θεσπίσεως μέτρων για την εφαρμογή της οδηγίας 83/477. Πάντως, η Επιτροπή υπογραμμίζει ότι:
α)
η Ιταλική Δημοκρατία δεν ανακοίνωσε τις εσωτερικού δικαίου διατάξεις εφαρμογής κατά την έννοια του άρθρου 18, παράγραφος 2, της οδηγίας·
β)
τα διάφορα διατάγματα δεν διασαφηνίζονται στο υπόμνημα αντικρούσεως της Ιταλικής Δημοκρατίας· εξάλλου, τα διατάγματα αυτά αφορούν τις εξορυκτικές δραστηριότητες για τον αμίαντο που αποκλείονται ρητά από το αντικείμενο της προσφυγής·
γ)
το μόνο διάταγμα που αναφέρεται ρητά, εκείνο του Προέδρου της Δημοκρατίας αριθ. 303 της 19ης Μαρτίου 1956, συνιστά γενικό κείμενο στο οποίο δεν γίνεται καμιά ειδική αναφορά στον αμίαντο, ενώ η οδηγία για την οποία γίνεται λόγος περιλαμβάνει στο άρθρο 8 τις οριακές τιμές συγκεντρώσεως αμιάντου στον αέρα, που αποτελεί τον άξονα περί τον οποίο στρέφεται ολόκληρο το σύστημα της οδηγίας.
Κατά συνέπεια, η Επιτροπή θεωρεί ότι δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι η οδηγία έχει μεταφερθεί στο ιταλικό δίκαιο.
13.
Με το υπόμνημα ανταπαντήσεως η Ιταλική Δημοκρατία παρατηρεί ότι οι αναφορές στην ιταλική νομοθεσία δεν απέβλεπαν στο να αμφισβητηθεί η αναγκαιότητα θεσπίσεως μέτρων για τη μεταφορά της οδηγίας, αναγνωρίζει την παράλειψη και επιβεβαιώνει τη δέσμευση της να φέρει συντόμως εις πέρας τη νομοθετική πρωτοβουλία προκειμένου να επιτευχθεί η πλήρης εφαρμογή της οδηγίας για την οποία γίνεται λόγος.
Κ. Ν. Κακοόρης
εισηγητής δικαστής
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η ιταλική.
Top