ΈΚΘΕΣΗ ΑΚΡΟΑΤΗΡΊΟΥ
στην υπόθεση C-246/89 ( *1 )
Ι — Η επίμαχη εθνική νομοθεσία και η διαδικασία πριν από την άσκηση της προσφυγής
α) Η νομοθεσία που διείπε τη νηολόγηση των αλιευτικών σκαφών μέχρι τις 30 Νοεμβρίου 1988
1.
Κατά τον Merchant Shipping Act 1894 (νόμο περί εμπορικής ναυτιλίας του 1894, στο εξής: νόμος του 1894), τα αλιευτικά σκάφη και τα άλλα σκάφη μπορούσαν να νηολογούνται ως βρετανικά σκάφη, αν ανήκαν κατά 100 % είτε σε Βρετανούς είτε σε εταιρίες βρετανικού δικαίου που να έχουν το κέντρο των δραστηριοτήτων τους εντός των κτήσεων του βρετανικού στέμματος. Οι υπήκοοι άλλων κρατών μπορούσαν να ιδρύουν τέτοιες εταιρίες. Το καθεστώς αυτό εξακολουθεί να ισχύει για τα εμπορικά πλοία, παρά ορισμένες τροποποιήσεις που δεν ενδιαφέρουν εν προκειμένω.
β) Η νομοθεσία που διέπει τη νηολόγηση των αλιευτικών σκαφών μετά την 1η Δεκεμβρίου 1988
2.
Το νομικό καθεστώς της νηολογήσεως των βρετανικών αλιευτικών πλοίων τροποποιήθηκε με το μέρος II του Merchant Shipping Act 1988 (νόμου περί εμπορικής ναυτιλίας του 1988, στο εξής: νόμος του 1988) και με την Merchant Shipping (Registration of Fishing Vessels) Regulations 1988 ( κανονιστική απόφαση του 1988 σχετικά με τη νηολόγηση αλιευτικών πλοίων, στο εξής: κανονιστική απόφαση του 1988· S. Ι. 1988, αριθ. 1926). Δεν αμφισβητείται ότι το Ηνωμένο Βασίλειο προέβη στην τροποποίηση αυτή προκειμένου να θέσει τέρμα στην πρακτική που είναι γνωστή ως «quota hopping», δηλαδή την πρακτική η οποία, κατά το Ηνωμένο Βασίλειο, συνίσταται στη « λεηλασία » των βρετανικών ποσοστώσεων αλιείας από πλοία φέροντα τη βρετανική σημαία τα οποία όμως δεν είναι, στην πραγματικότητα, βρετανικά.
3.
Το άρθρο 13 του νόμου του 1988 προέβλεψε τη θέσπιση νέου νηολογίου, στο οποίο πρέπει να είναι εγγεγραμμένα στο εξής όλα τα βρετανικά αλιευτικά πλοία, περιλαμβανομένων και αυτών που ήταν ήδη εγγεγραμμένα στο παλαιό νηολόγιο βάσει του νόμου περί εμπορικής ναυτιλίας του 1894. Ωστόσο, μόνο τα αλιευτικά πλοία που πληρούν τις προϋποθέσεις του άρθρου 14 του νόμου του 1988 μπορούν να εγγράφονται στο νέο νηολόγιο.
4.
Οι δύο πρώτες παράγραφοι του άρθρου 14 έχουν ως εξής:
« 1)
Υπό την επιφύλαξη των παραγράφων 3 και 4, ένα αλιευτικό σκάφος δεν μπορεί να εγγραφεί στα νηολόγια ως βρετανικό αλιευτικό σκάφος, παρά μόνο:
α)
εάν ο κύριος του σκάφους είναι Βρετανός,
β)
εάν η εκμετάλλευση του σκάφους και η χρησιμοποίηση του διευθύνονται και ελέγχονται με βάση το Ηνωμένο Βασίλειο, και
γ)
εάν ο ναυλωτής, ο πλοιοκτήτης ή ο εφοπλιστής είναι φυσικό πρόσωπο η εταιρία που συγκεντρώνει τις απαιτούμενες προϋποθέσεις.
2)
Ένα αλιευτικό σκάφος ανήκει σε Βρετανό, κατά την έννοια της παραγράφου 1, στοιχείο α, εφόσον:
α)
ανήκει κατά κυριότητα (legal ownership) και εξ ολοκλήρου σε ένα ή περισσότερα πρόσωπα ή εταιρίες που συγκεντρώνουν τις απαιτούμενες προϋποθέσεις και
β)
τα εκ της επί του σκάφους κυριότητας οφέλη ( beneficial ownership ) αντλούν:
i)
τουλάχιστον κατά το κρίσιμο για την κυριότητα επί του σκάφους ποσοστό ένα ή περισσότερα πρόσωπα που συγκεντρώνουν τις απαιτούμενες προϋποθέσεις, ή
ii)
κατά εκατό τοις εκατό μία ή περισσότερες εταιρίες που συγκεντρώνουν τις απαιτούμενες προϋποθέσεις ή
iii)
μία ή περισσότερες εταιρίες που συγκεντρώνουν τις απαιτούμενες προϋποθέσεις και, τουλάχιστον κατά το κρίσιμο ποσοστό του υπολοίπου της κυριότητας επί του σκάφους, ένα ή περισσότερα πρόσωπα που συγκεντρώνουν τις απαιτούμενες προϋποθέσεις. »
5.
Η παράγραφος 7 του άρθρου 14 ορίζει τα εξής:
« 7)
Κατά την έννοια του παρόντος άρθρου
ως “ εταιρία που συγκεντρώνει τις απαιτούμενες προϋποθέσεις” νοείται η εταιρία που συγκεντρώνει τις εξής προϋποθέσεις:
α)
έχει συσταθεί στο Ηνωμένο Βασίλειο, όπου και έχει το κέντρο των δραστηριοτήτων της ( principal place of buisiness ),
β)
το κρίσιμο τουλάχιστον ποσοστό του συνόλου των μετοχών της και κάθε κατηγορίας των μετοχών ή των εταιρικών μεριδίων της ανήκει, από την άποψη τόσο της legal ownership όσο και της beneficial ownership, σε ένα ή περισσότερα πρόσωπα ή εταιρίες που συγκεντρώνουν τις απαιτούμενες προϋποθέσεις, και
γ)
το κρίσιμο τουλάχιστον ποσοστό των διευθυνόντων συμβούλων ή διαχειριστών της είναι πρόσωπα που συγκεντρώνουν τις απαιτούμενες προϋποθέσεις·
ως “ πρόσωπα που συγκεντρώνουν τις απαιτούμενες προϋποθέσεις ” νοούνται
α)
τα πρόσωπα που έχουν τη βρετανική ιθαγένεια και διαμένουν και κατοικούν στο Ηνωμένο Βασίλειο, ή
β)
οι οργανισμοί τοπικής αυτοδιοικήσεως του Ηνωμένου Βασιλείου, και
ως “ κρίσιμο ποσοστό ” νοείται το 75 ο/ο ή το μεγαλύτερο εκείνο ποσοστό (που μπορεί να φθάνει το 100 ο/ο ) που ισχύει εκάστοτε. »
6.
Ο νόμος και η κανονιστική απόφαση του 1988 άρχισαν να ισχύουν την 1η Δεκεμβρίου 1988. Ωστόσο, δυνάμει του άρθρου 13, παράγραφος 3, στοιχείο β, και του άρθρου 58 του νόμου, σε συνδυασμό με το άρθρο 66 της κανονιστικής αποφάσεως του 1988, η ισχύς των νηολογήσεων που είχαν γίνει υπό το καθεστώς του προγενέστερου συστήματος παρατάθηκε, για μια μεταβατική περίοδο, μέχρι τις 31 Μαρτίου 1989.
γ) Η διαδικασία πριν από την άσκηση της προσφυγής
7.
Η Επιτροπή, κρίνοντας ότι οι προϋποθέσεις περί ιθαγένειας τις οποίες προβλέπουν τα άρθρα 13 και 14 του νόμου του 1988 αντιβαίνουν προς τα άρθρα 7, 52 και 221 της Συνθήκης ΕΟΚ, κάλεσε, με έγγραφο της 16ης Μαρτίου 1989, την Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου να της υποβάλει τις παρατηρήσεις της, σύμφωνα με το άρθρο 169, πρώτο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΟΚ, εντός μηνός από τη λήψη του εν λόγω εγγράφου. Η Επιτροπή ζήτησε επίσης από το Ηνωμένο Βασίλειο να αναστείλει την εφαρμογή του νόμου του 1988, και συγκεκριμένα να παύσει να παράγει αποτελέσματα η καθιέρωση του νέου νηολογίου αλιευτικών πλοίων, μέχρις ότου το πρόβλημα επιλυθεί σύμφωνα με το κοινοτικό δίκαιο.
8.
Το Ηνωμένο Βασίλειο απάντησε με έγγραφο της 21ης Απριλίου 1989, με το οποίο αμφισβητούσε την ορθότητα της απόψεως της Επιτροπής και αρνήθηκε να αναστείλει την εφαρμογή των επίμαχων διατάξεων του νόμου.
9.
Στις 29 Μαΐου 1989 η Επιτροπή εξέδωσε αιτιολογημένη γνώμη, με την οποία καλούσε το Ηνωμένο Βασίλειο να λάβει τα αναγκαία μέτρα για να θέσει τέρμα στην παράβαση για την οποία το κατηγορούσε, εντός τριών εβδομάδων από την κοινοποίηση της αιτιολογημένης αυτής γνώμης.
10.
Το Ηνωμένο Βασίλειο απάντησε με έγγραφο της 19ης Ιουνίου 1989, με το οποίο αντέιφουε και πάλι την άποψη της Επιτροπής.
11.
Κατόπιν αυτών η Επιτροπή άσκησε την παρούσα προσφυγή λόγω παραβάσεως.
II — Έγγραφη διαδικασία και αιτήματα των διαδίκων
12.
Το δικόγραφο της προσφυγής της Επιτροπής πρωτοκολλήθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 4 Αυγούστου 1989.
13.
Με χωριστό δικόγραφο, που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου επίσης στις 4 Αυγούστου 1989, η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων υπέβαλε, δυνάμει των άρθρων 186 της Συνθήκης ΕΟΚ και 83 του Κανονισμού Διαδικασίας, αίτηση με την οποία ζήτησε, όπως διευκρινίστηκε κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, να υποχρεωθεί το Ηνωμένο Βασίλειο να αναστείλει την εφαρμογή των προϋποθέσεων ιθαγενείας, οι οποίες προβλέπονται στο άρθρο 14, παράγραφος 1, στοιχεία α και γ, του νόμου του 1988, σε συνδυασμό με τις παραγράφους 2 και 7 του ίδιου άρθρου, όσον αφορά τους υπηκόους των άλλων κρατών μελών και τα αλιευτικά σκάφη που αλίευαν μέχρι την 31η Μαρτίου 1989 υπό βρετανική σημαία με βρετανική άδεια αλιείας. Με Διάταξη της 10ης Οκτωβρίου 1989 ο Πρόεδρος του Δικαστηρίου δέχθηκε το αίτημα αυτό. Κατ' εκτέλεση της Διατάξεως αυτής και εν αναμονή της αποφάσεως επί της κυρίας υποθέσεως, το Ηνωμένο Βασίλειο εξέδωσε βασιλικό διάταγμα περί τροποποιήσεως του άρθρου 14 του νόμου του 1988 από τις 2 Νοεμβρίου 1989.
14.
Με δύο Διατάξεις της 4ης Οκτωβρίου 1989 το Δικαστήριο επέτρεψε στο Βασίλειο της Ισπανίας να παρέμβει υπέρ της προσφεύγουσας και στην Ιρλανδία να παρέμβει υπέρ του καθού.
15.
Η έγγραφη διαδικασία διεξήχθη κανονικά. Το Δικαστήριο, κατόπιν εκθέσεως του εισηγητή δικαστή και αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα, αποφάσισε να προχωρήσει στην προφορική διαδικασία χωρίς προηγούμενη διεξαγωγή αποδείξεων.
16.
Η Επιτροπή, προσφεύγουσα, ζητεί από το Δικαστήριο:
—
να αναγνωρίσει ότι το Ηνωμένο Βασίλειο, επιβάλλοντας τις προϋποθέσεις περί ιθαγένειας τις οποίες προβλέπουν τα άρθρα 13 και 14 του Merchant Shipping Act του 1988, παρέβη τα άρθρα 7, 52 και 221 της Συνθήκης ΕΟΚ,
—
να καταδικάσει το Ηνωμένο Βασίλειο στα δικαστικά έξοδα.
17.
Το Βασίλειο της Ισπανίας, παρεμβαίνον, ζητεί από το Δικαστήριο:
—
να αναγνωρίσει την παράβαση του Ηνωμένου Βασιλείου,
—
να καταδικάσει το Ηνωμένο Βασίλειο στα δικαστικά έξοδα, περιλαμβανομένων και των εξόδων που θα υποστεί λόγω της παρεμβάσεως το Βασίλειο της Ισπανίας.
18.
Το Ηνωμένο Βασίλειο, καθού, ζητεί από το Δικαστήριο:
—
να απορρίψει την προσφυγή της Επιτροπής,
—
να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.
19.
Η Ιρλανδία, παρεμβαίνουσα, ζητεί από το Δικαστήριο:
—
να απορρίψει την προσφυγή,
—
να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα, περιλαμβανομένων και των εξόδων που θα υποστεί λόγω της παρεμβάσεως η Ιρλανδία.
III — Ισχυρισμοί και επιχειρήματα των διαδίκων
20.
Κατά την Επιτροπή, οι προϋποθέσεις που θέτει ο νόμος του 1988 ως προς την ιθαγένεια των πλοιοκτητών, κυρίων και εφοπλιστών των βρετανικών αλιευτικών σκαφών, καθώς και των μετόχων, διευθυνόντων συμβούλων ή διαχειριστών των εταιριών που έχουν την κυριότητα ή εκμετάλλευση τέτοιων σκαφών, συνιστούν διακρίσεις λόγω ιθαγένειας. Επομένως, είναι αντίθετες προς τη γενική διάταξη του άρθρου 7, καθώς και προς τις ειδικότερες διατάξεις των άρθρων 52 και 221 της Συνθήκης ΕΟΚ.
21.
Όσον αφορά το άρθρο 52, η άρνηση εγγραφής στα βρετανικά νηολόγια των αλιευτικών σκαφών των οποίων πλοιοκτήτες, κύριοι, εφοπλιστές ή ναυλωτές είναι υπήκοοι άλλων κρατών μελών, ανεξάρτητα από το αν πρόκειται για φυσικά ή νομικά πρόσωπα, στερεί τους υπηκόους αυτούς από το δικαίωμά τους να εγκαθίστανται στο Ηνωμένο Βασίλειο και να επιδίδονται εκεί στην αλιεία υπό τις ίδιες προϋποθέσεις με τους υπηκόους του Ηνωμένου Βασιλείου. Επιπλέον, οι προϋποθέσεις περί ιθαγένειας που ισχύουν για τους μετόχους και διευθύνοντες συμβούλους των εταιριών στερούν τους υπηκόους αυτούς από το δικαίωμά τους να ιδρύουν και να διευθύνουν στο Ηνωμένο Βασίλειο εταιρίες που να δρουν στον τομέα της αλιείας. Τέλος, οι ίδιες αυτές προϋποθέσεις περιορίζουν τη δυνατότητα των εταιριών άλλων κρατών μελών, κατά την έννοια του άρθρου 58, να επιδίδονται, μέσω πρακτορείων, υποκαταστημάτων ή θυγατρικών εταιριών τους, σε θαλάσσια αλιεία με βάση το Ηνωμένο Βασίλειο.
22.
Όσον αφορά το άρθρο 221 της Συνθήκης, οι βρετανικές διατάξεις σχετικά με τον έλεγχο των εταιριών που συγκεντρώνουν τις απαιτούμενες προϋποθέσεις δημιουργούν διακρίσεις εις βάρος των υπηκόων των άλλων κρατών μελών που επιθυμούν να αποκτήσουν μετοχές ή εταιρικά μερίδια εταιριών που έχουν την ιδιοκτησία ή την κυριότητα ή την εκμετάλλευση βρετανικών αλιευτικών σκαφών.
23.
Οι γενικές και ειδικές απαγορεύσεις όλων των διακρίσεων λόγω ιθαγένειας ισχύουν πλήρως στον τομέα της αλιείας και του εμπορίου των προϊόντων της αλιείας, αφού τα εν λόγω άρθρα της Συνθήκης δεν προβλέπουν καμία παρέκκλιση από τη θεμελιώδη αυτή αρχή.
24.
Στη συνέχεια η Επιτροπή απαντά σε ορισμένα επιχειρήματα που ανέπτυξε το Ηνωμένο Βασίλειο κατά τη διάρκεια της διαδικασίας πριν από την άσκηση της προσφυγής. Δεδομένου ότι τα επιχειρήματα αυτά επαναλαμβάνονται στο υπόμνημα αντικρούσεως του Ηνωμένου Βασιλείου, οι απαντήσεις της Επιτροπής θα παρατεθούν κατωτέρω, μετά την παράθεση της επιχειρηματολογίας του Ηνωμένου Βασιλείου.
25.
Με το υπόμνημα αντικρούσεως, η Κνβέρνηση του Ηνωμένου Βαοιλείου προβαίνει καταρχάς σε ιστορική αναδρομή της κοινής πολιτικής αλιείας και εκθέτει τα μέτρα που έχει θεσπίσει το Ηνωμένο Βασίλειο από το 1983 για να αντιμετωπίσει τις εγγραφές ισπανικών αλιευτικών σκαφών στα βρετανικά νηολόγια. Η κυβέρνηση αυτή επισημαίνει ότι ο British Fishing Boats Act (νόμος περί βρετανικών αλιευτικών σκαφών) του 1983 και το British Fishing Boats Order (διάταγμα περί βρετανικών αλιευτικών σκαφών) του 1983, κατά τα οποία τουλάχιστον το 75 ο/ο του πληρώματος ενός βρετανικού αλιευτικού σκάφους έπρεπε να έχουν τη βρετανική ιθαγένεια ή την ιθαγένεια άλλης χώρας της Κοινότητας, αφορούσαν μόνο τα σκάφη που αλίευαν στη βρετανική ζώνη αλιείας, καθόσον η εφαρμογή τους εκτός της ζώνης δικαιοδοσίας του Ηνωμένου Βασιλείου προσέκρουε σε πλείστες δυσχέρειες. Η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου τονίζει ότι πληροφόρησε, με έγγραφο της 1ης Μαρτίου 1983, την Επιτροπή για το πρόβλημα που δημιουργούσαν οι νηολογήσεις αυτές και για τις δικές της προθέσεις και την κάλεσε να προτείνει μέτρα που θα μπορούσαν να οδηγήσουν στη λύση του προβλήματος αυτού. Η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου επανέλαβε το αίτημά της αυτό την 1η Μαρτίου 1984, αλλά η Επιτροπή παρέμεινε αδρανής. Το Ηνωμένο Βασίλειο πληροφόρησε την Επιτροπή για τα μέτρα που επρόκειτο να αρχίσει να εφαρμόζει την 1η Ιανουαρίου 1986 σε σχέση με τη χορήγηση αδειών αλιείας (τα μέτρα αυτά ήσαν το αντικείμενο των υποθέσεων 3/87, Agegate Συλλογή 1989, σ. 4459, και 216/87, Jaderow, Συλλογή 1989, σ. 4509). Τέλος, ενόψει της συνεχιζόμενης αδράνειας της Επιτροπής και της ζημίας που είχε υποστεί η βρετανική αλιεία λόγω των σκαφών που ανήκαν σε ισπανικά συμφέροντα, το Ηνωμένο Βασίλειο αναγκάστηκε να θεσπίσει τον νόμο του 1988.
26.
Όσον αφορά το τελευταίο αυτό σημείο, το Ηνωμένο Βασίλειο θεωρεί ότι η υπέρβαση ορισμένων βρετανικών ποσοστώσεων ( όπως π.χ. των ποσοστώσεων για τους μερλούκιους και τις λεπιδωτές γλώσσες) κατά την περίοδο μεταξύ 1985 και 1988 οφείλεται κυρίως ή μόνο στα « αγγλοϊσπανικά » σκάφη και στη δυσχέρεια επιτηρήσεως ή ελέγχου των δραστηριοτήτων τους. Οι ποσότητες που εκφόρτωσαν τα σκάφη αυτά στην Ισπανία κατά την ίδια περίοδο αντιπροσωπεύουν σημαντικότατο ποσοστό ορισμένων ποσοστώσεων που έχουν παραχωρηθεί στο Ηνωμένο Βασίλειο στις οικείες ζώνες CIEM (ζώνες του Διεθνούς Συμβουλίου για την Εξερεύνηση της Θάλασσας) (43-81 % της βρετανικής ποσοστώσεως για τον μερλούκιο και 25-60 ο/ο για τη λεπιδωτή γλώσσα ). Οι δραστηριότητες των σκαφών αυτών προκάλεσαν ζημία κυρίως στις ευαίσθητες περιοχές της νοτιοδυτικής Αγγλίας και της νοτιοδυτικής Ουαλίας. Τέλος, τα περιοριστικά μέτρα (μηνιαίοι περιορισμοί, καθορισμός « ιχθυαποθεμάτων υποκειμένων σε πιέσεις», τέλος της περιόδου αλιείας κ.λπ.) για τη διαχείριση των ποσοστώσεων τις οποίες αφορούσαν μέχρι τότε οι δραστηριότητες των « αγγλοϊσπανικών » σκαφών, περιοριστικά μέτρα που προέβλεπε ο νόμος του 1988, έχουν ήδη χαλαρώσει, σε μερικές δε περιπτώσεις έχουν καταργηθεί πλήρως.
27.
Όσον αφορά τις νομικές πλευρές της υποθέσεως, η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου υποστηρίζει τα εξής: α ) η Συνθήκη ΕΟΚ δεν έχει την έννοια ότι στερεί από τα κράτη μέλη την αρμοδιότητα που τους απονέμει το διεθνές δίκαιο να προσδιορίζουν την εθνικότητα των πλοίων τους, με κριτήριο ενδεχομένως την ιθαγένεια του κυρίου ή πλοιοκτήτη, και β ) εν πάση περιπτώσει, οι διατάξεις του νόμου του 1988 δικαιολογούνται βάσει της κοινής πολιτικής αλιείας, η οποία περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων το σύστημα των ποσοστώσεων αλιείας, καθώς και ενόψει της ανάγκης εξασφαλίσεως της αποτελεσματικής εφαρμογής της πολιτικής αυτής. Προκειμένου να αποδείξει την ορθότητα της απόψεως της, η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου προβάλλει τα εξής επιχειρήματα.
28.
Κατά την Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, η χορήγηση εθνικότητας σε ένα σκάφος αποτελεί διεθνές ζήτημα, το οποίο βαίνει πέραν των ορίων της Κοινότητας. Η χορήγηση της εθνικότητας έχει πολλές έννομες συνέπειες (καθορισμός της εφαρμοστέας νομοθεσίας, ιδίως σε σχέση με την αστική ή την ποινική ευθύνη, την ασφάλεια, την αλιεία, τις εργασιακές σχέσεις και την κοινωνική ασφάλιση ) και επιβάλλει μεγάλες υποχρεώσεις στα κράτη (διοικητικούς, τεχνικούς και εργασιακούς ελέγχους ).
29.
Κατά το διεθνές δίκαιο, κάθε κράτος είναι ελεύθερο να καθορίζει τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες χορηγεί την εθνικότητά του στα πλοία, υπό τον όρο ότι υπάρχει ουσιαστική σχέση μεταξύ του κράτους της σημαίας και του σκάφους. Η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου αναφέρεται συναφώς στο άρθρο 5, παράγραφος 1, της Συμβάσεως της Γενεύης του 1958 για την ανοικτή θάλασσα (στο εξής: Σύμβαση του 1958 ), το οποίο έχει ως εξής:
« Κάθε κράτος καθορίζει τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες χορηγεί την εθνικότητά του στα σκάφη, καθώς και τις προϋποθέσεις νηολογήσεως και παροχής στα πλοία του δικαιώματος να πλέουν υπό τη σημαία του. Τα σκάφη έχουν την εθνικότητα του κράτους που τους έχει επιτρέψει να πλέουν υπό τη σημαία του. Μεταξύ του κράτους και του σκάφους πρέπει να υφίσταται ουσιαστική σχέση: το κράτος πρέπει, μεταξύ άλλων, να ασκεί πράγματι επί των πλοίων που πλέουν υπό τη σημαία του τη δικαιοδοσία του και τον, έλεγχό του στον τεχνικό, διοικητικό και εργασιακό τομέα. »
30.
Η διάταξη αυτή αποτελεί, κατά την Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, τμήμα της διεθνούς δημόσιας τάξης και ισχύει για όλα τα πλοία που πλέουν στις θάλασσες. Ανάλογη διάταξη απαντά και στη Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών του 1982 για το δίκαιο της θάλασσας (στο εξής: Σύμβαση του 1982), το άρθρο 91, παράγραφος 1.
31.
Ο όρος «ουσιαστική σχέση», ο οποίος απαντά στην παράγραφο 1, χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά στην απόφαση Nottebohm του Διεθνούς Δικαστηρίου [ICJ Reports ( Νομολογία του Διεθνούς Δικαστηρίου) 1955, σ. 4 ]. Από την απόφαση αυτή προκύπτει ότι το Λιχτενστάιν δεν είχε την εξουσία να προστατεύσει τον Γερμανό, στον οποίο είχε χορηγηθεί νομότυπα η ιθαγένεια του Λιχτενστάιν κατόπιν σύντομης διαμονής του στη χώρα αυτή και ο οποίος προέβαλε τη νέα ιθαγένειά του έναντι της Γουατεμάλας, στην οποία είχε ζήσει επί πολλά έτη.
32.
Η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου παρατηρεί ότι η ιθαγένεια του κυρίου ή πλοιοκτήτη του πλοίου αναγνωρίζεται γενικά τόσο στο διεθνές δίκαιο, όσο και στην πρακτική των κρατών, ως το κυριότερο κριτήριο για την ύπαρξη του αναγκαίου συνδέσμου μεταξύ του κράτους της σημαίας και του πλοίου. Το συμπέρασμα αυτό συνάγεται από τα σχόλια της Επιτροπής Διεθνούς Δικαίου για το κείμενο που αποτέλεσε στη συνέχεια το άρθρο 5 της Συμβάσεως του 1958. Το συμπέρασμα αυτό συνάγεται επίσης από το άρθρο 8 της «Συμβάσεως των Ηνωμένων Εθνών για τις προϋποθέσεις νηολογήσεως των σκαφών», η οποία υπογράφηκε στη Γενεύη το 1986 και δεν έχει τεθεί ακόμη σε εφαρμογή (στο εξής: Σύμβαση του 1986)· το άρθρο αυτό επιβάλλει σε κάθε συμβαλλόμενο κράτος την υποχρέωση να θεσπίζει τις «κατάλληλες διατάξεις σε σχέση με τη συμμετοχή του κράτους αυτού ή των υπηκόων του στην κυριότητα των πλοίων που πλέουν υπό τη σημαία του και σε σχέση με το ύψος της συμμετοχής αυτής ». Η ιθαγένεια του κυρίου ή πλοιοκτήτη είναι το κριτήριο που εφαρμόζουν όλα τα κράτη μέλη της Κοινότητας.
33.
Η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου τονίζει ότι, αν το δικαίωμα πλεύσεως υπό ορισμένη σημαία δεν χορηγηθεί σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο, ορισμένες τρίτες χώρες μπορούν να μη δεχθούν ότι το πλοίο έχει την εθνικότητα του κράτους της σημαίας υπό την οποία θεωρητικά πλέει ( μειοψηφήσασα άποψη του δικαστή Jessup στην υπόθεση Barcelona Traction, Light and Power Co Ltd, ICJ Reports 1970, σ. 3, ειδικότερα σ. 189).
34.
Υπό τις συνθήκες αυτές, το κοινοτικό δίκαιο δεν μπορεί να στερήσει από τα κράτη μέλη την εξουσία καθορισμού των προϋποθέσεων χορηγήσεως στα πλοία του δικαιώματος πλεύσεως υπό τη σημαία τους.
35.
Η αρχή αυτή αναγνωρίστηκε από το Δικαστήριο με την απόφαση της 19ης Ιανουαρίου 1988, 223/86, Pesca Valentia (Συλλογή 1988, σ. 83, σκέψη 13 ). Την ίδια άποψη υποστήριξε και ο γενικός εισαγγελέας Mischo με τις προτάσεις που ανέπτυξε στην υπόθεση 216/87, Jaderow ( σημείο 7 των προτάσεων ). Την ίδια αντίληψη αντανακλά και η τρίτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού (ΕΟΚ) 101/76 του Συμβουλίου, της 19ης Ιανουαρίου 1976, περί θεσπίσεως κοινής διαβρωτικής πολιτικής στον τομέα της αλιείας ( ΕΕ ειδ. έκδ. 04/001, σ. 61 ), κατά την οποία οι αλιείς της Κοινότητας πρέπει να έχουν ίσα δικαιώματα προσβάσεως στον αλιευτικό πλούτο και την εκμετάλλευση του στα θαλάσσια ύδατα που υπάγονται στην κυριαρχία ή τη δικαιοδοσία των κρατών μελών, «υπό ορισμένους σαφείς όρους σημαίας ή νηολογήσεως του σκάφους τους ».
36.
Κατά την Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, τα άρθρα 7, 52 και 221 της Συνθήκης δεν μπορούν να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι καταργούν αυτοδικαίως το βασικό κριτήριο που εφαρμόζεται στο διεθνές δίκαιο και από όλα τα κράτη μέλη σε σχέση με την παροχή του δικαιώματος πλεύσεως υπό ορισμένη σημαία. Συναφώς δε προβάλλει τα ακόλουθα επιχειρήματα:
α)
η αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων προϋποθέτει την ύπαρξη εθνικότητας ή ιθαγένειας, αλλά το άρθρο 7 δεν εμποδίζει τα κράτη μέλη να ορίζουν ποιος συγκεντρώνει τις προϋποθέσεις για να έχει την ιθαγένειά τους ή ποια σκάφη έχουν το δικαίωμα να πλέουν υπό τη σημαία τους'
β)
λόγω των διαφόρων συνεπειών που έχει σε εθνικό και διεθνές επίπεδο η παροχή του δικαιώματος σημαίας, η περίπτωση αυτή διαφέρει από τη συνήθη περίπτωση « εγκαταστάσεως» και συνεπώς δεν μπορεί να γίνει λόγος για παράβαση των άρθρων 52 και 221 της Συνθήκης'
γ)
υπάρχει και ένας άλλος λόγος για να θεωρηθεί ότι δεν συντρέχει παράβαση του άρθρου 52: το κριτήριο της ιθαγένειας του κυρίου δεν εμποδίζει τους υπηκόους των άλλων κρατών μελών να εγκαθίστανται στο Ηνωμένο Βασίλειο προς εκμετάλλευση αλιευτικών σκαφών, αλλά απλώς τους εμποδίζει να εκμεταλλεύονται τέτοια σκάφη υπό βρετανική σημαία
δ)
η επιβολή στα κράτη μέλη της υποχρεώσεως να μην εφαρμόζουν το γενικώς παραδεδεγμένο κριτήριο της ιθαγένειας του κυρίου θα δημιουργούσε σύγκρουση του κοινοτικού δικαίου προς το διεθνές δίκαιο, πράγμα που πρέπει να αποφεύγεται· αντίθετα, κατ' εφαρμογή μιας γενικής αρχής, η Συνθήκη ΕΟΚ πρέπει να ερμηνεύεται κατά τρόπο σύμφωνο με το διεθνές δίκαιο·
ε)
όποιο κράτος μέλος έχει θεσπίσει προϋποθέσεις περί ιθαγένειας σύμφωνες με το διεθνές δίκαιο έχει παραβεί το κοινοτικό δίκαιο, προφανώς από το τέλος των μεταβατικών περιόδων που προβλέπουν η Συνθήκη ΕΟΚ ή οι πράξεις προσχωρήσεως· το ενδεχόμενο μιας τέτοιας συγκρούσεως θα πρέπει επίσης να αποφευχθεί ·
στ)
αν θεωρηθεί παράνομο το κριτήριο της ιθαγένειας του κυρίου, το οποίο είναι σήμερα το γενικώς χρησιμοποιούμενο, θα δημιουργηθεί πλήρης αβεβαιότητα ως προς το κριτήριο με το οποίο θα πρέπει να το αντικαταστήσουν τα κράτη μέλη.
37.
Τέλος, η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου παρατηρεί ότι τα προβλήματα σχετικά με τη σημαία μπορούν να επιλυθούν με την εναρμόνιση των νομοθεσιών και των διεθνών συμφωνιών ή ακόμη με τη δημιουργία μιας κοινοτικής σημαίας και όχι με την αυτόματη και ξηρή εφαρμογή των άρθρων 7, 52 και 221 της Συνθήκης.
38.
Στη συνέχεια η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου ισχυρίζεται ότι, αν παρ' ελπίδα τα άρθρα 7, 52 και 221 της Συνθήκης εφαρμόζονται για τη χορήγηση της σημαίας, τότε οι διατάξεις της κοινής πολιτικής αλιείας, και ιδιαίτερα το σύστημα των ποσοστώσεων, αποτελούν παρέκκλιση από τα άρθρα αυτά, ο νόμος δε του 1988 καλύπτεται από την παρέκκλιση αυτή. Επ' αυτού η Βρετανική Κυβέρνηση προβάλλει τα εξής επιχειρήματα.
39.
Το σύστημα των εθνικών ποσοστώσεων αλιείας συνεπάγεται εξ ορισμού την παρέκκλιση, σε κάποιο βαθμό, από τις αρχές της ελεύθερης κυκλοφορίας και της ισότητας στην πρόσβαση στα ιχθυαποθέματα. Κατά τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2057/82 του Συμβουλίου, περί θεσπίσεως ορισμένων μέτρων ελέγχου των αλιευτικών δραστηριοτήτων [ ΕΕ L 220, σ. 1· ο κανονισμός αυτός κωδικοποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2241/87 του Συμβουλίου, ο οποίος τροποποιήθηκε στη συνέχεια με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 3483/88 του Συμβουλίου], τα αλιεύματα που υπόκεινται σε ποσοστώσεις καταλογίζονται στην ποσόστωση του κράτους του οποίου τη σημαία φέρει το σκάφος που τα αλίευσε. Αν όμως τα πλοία που είναι νηολογημένα σε ένα κράτος μέλος ήσαν ελεύθερα να λαμβάνουν τη σημαία άλλου κράτους μέλους και συνεπώς να αποκτούν πρόσβαση στις ποσοστώσεις του τελευταίου αυτού κράτους, θα διακυβευόταν ο σκοπός του συστήματος των ποσοστώσεων, δηλαδή η δίκαιη κατανομή των διαθέσιμων αλιευτικών πόρων μεταξύ των κρατών μελών υπέρ των περιοχών που εξαρτώνται από την αλιεία και τις συναφείς βιομηχανίες. Αντίθετα από πολλές άλλες οικονομικές δραστηριότητες, η αλιεία πραγματοποιείται στη θάλασσα, εκτός του εδάφους των κρατών μελών, και το αλιευτικό σκάφος είναι ελεύθερο να μετακινείται από τη μία επικράτεια στην άλλη. Η νηολόγηση ενός σκάφους σε ένα κράτος μέλος δεν σημαίνει κατ' ανάγκη ότι το σκάφος αυτό έχει όντως πραγματικό οικονομικό σύνδεσμο με την κοινότητα των αλιέων του κράτους μέλους αυτού.
40.
Όταν εκδόθηκαν ο κανονισμός 2057/82 και ο κανονισμός (ΕΟΚ) 170/83 του Συμβουλίου, της 25ης Ιανουαρίου 1983, περί θεσπίσεως κοινοτικού καθεστώτος διατηρήσεως και διαχειρίσεως των αλιευτικών πόρων ( ΕΕ L 24, σ. 1 ), όλα τα κράτη μέλη προέβλεπαν για τη νηολόγηση προϋποθέσεις ιθαγένειας παρόμοιες με τις προβλεπόμενες από τον νόμο του 1988. Δεν είναι δυνατόν να συμφώνησαν τα κράτη μέλη, μετά από μακροχρόνιες διαπραγματεύσεις, να εφαρμόσουν κοινή πολιτική αλιείας βασιζόμενη σε κανόνες νηολογήσεως αντίθετους προς το κοινοτικό δίκαιο. Δύσκολα θα πραγματοποιούνταν η συμφωνία μεταξύ των κρατών μελών, αν τα κράτη αυτά γνώριζαν ότι οι βασικοί κανόνες στους οποίους στηριζόταν το σύστημα των ποσοστώσεων θα μπορούσαν να καταστρατηγηθούν. Επιπλέον, με την προαναφερθείσα απόφαση Pesca Valentia το Δικαστήριο δέχθηκε ότι τα κράτη μέλη έχουν αρμοδιότητα να νομοθετούν σε σχέση με τη χορήγηση της σημαίας.
41.
Κατά το Ηνωμένο Βασίλειο, η άποψη ότι το σύστημα των ποσοστώσεων αποτελεί καθαυτό παρέκκλιση από ορισμένους κανόνες του κοινοτικού δικαίου, και συγκεκριμένα από την αρχή της ελεύθερης προσβάσεως, υποστηρίχθηκε από τον γενικό εισαγγελέα Mischo με τις προτάσεις που ανέπτυξε στην υπόθεση 3/87, Agegate ( σημεία 73-83 των προτάσεων ).
42.
Η αντίθετη άποψη, την οποία υποστηρίζει η Επιτροπή, είναι αβάσιμη. Πρώτον, δεν είναι ορθό να θεωρηθεί το σύστημα των ποσοστώσεων ως παράγωγη νομοθεσία, η οποία συνεπώς δεν μπορεί να παρεκκλίνει από τη Συνθήκη. Ο κανονισμός 170/83, ο οποίος καθιέρωσε το σύστημα αυτό, αποτελεί τροποποίηση του άρθρου 100 της Πράξεως Προσχωρήσεως του 1972 και αποτελεί σημαντικό τμήμα της Πράξεως Προσχωρήσεως του 1985.
43.
Δεύτερον, από την απόφαση της 29ης Νοεμβρίου 1978, 83/78, Pigs Marketing Board ( ECR 1978, σ. 2347 ), προκύπτει ότι, όταν πρόκειται για την πραγματοποίηση των σκοπών της κοινής γεωργικής πολιτικής, οι διατάξεις της Συνθήκης περί γεωργίας υπερισχύουν των άλλων διατάξεων.
44.
Εν πάση περιπτώσει, με την απόφαση της 20ής Απριλίου 1978, 80/77 και 81/77, Ramel (ECR 1978, σ. 927), το Δικαστήριο αναγνώρισε ρητά τη δυνατότητα παρεκκλίσεων ή εξαιρέσεων από τις διατάξεις της Συνθήκης, εφόσον προβλέπονται ή συνάγονται από το παράγωγο δίκαιο. Τέτοιες παρεκκλίσεις έχουν γίνει δεκτές από τη νομολογία ( π.χ. απόφαση της 14ης Ιουλίου 1976, 3/76, 4/76 και 6/76, Kramer, ECR 1976, σ. 1279· απόφαση της 4ης Δεκεμβρίου 1986, 205/84, Επιτροπή κατά Γερμανίας, «Ασφαλίσεις», Συλλογή 1986, σ. 3755· απόφαση της 2ας Φεβρουαρίου 1988, 61/86, Ηνωμένο Βασίλειο κατά Επιτροπής, Συλλογή 1988, σ. 431· απόφαση της 27ης Σεπτεμβρίου 1988, 51/87, Επιτροπή κατά Συμβουλίου, Συλλογή 1988, σ. 5459 ).
45.
Η ανακοίνωση της Επιτροπής, της 19ης Ιουλίου 1989, σχετικά με ένα κοινοτικό πλαίσιο για την πρόσβαση στις ποσοστώσεις αλιείας ( ΕΕ C 224, σ. 3 ), αποτελεί, κατά το Ηνωμένο Βασίλειο, αλλαγή της τακτικής που ακολουθούσε προηγουμένως η Επιτροπή. 'Ετσι, στο σημείο 2.6 της ανακοινώσεως αυτής, η Επιτροπή εκτιμά ότι «η σημερινή και η προβλεπόμενη κατάσταση των αλιευτικών πόρων στην Κοινότητα και το επίπεδο αναδιάρθρωσης των αλιευτικών στόλων που έχει επιτευχθεί μέχρι σήμερα δεν επιτρέπουν, προς το παρόν, να πραγματοποιηθεί μια πλήρης απελευθέρωση της δράσης των επιχειρήσεων ».
46.
Η έκθεση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου που φέρει τον τίτλο « Η γαλάζια Ευρώπη » (αριθ. εγγράφου Α 2-0319/88) έχει το ίδιο περιεχόμενο εφόσον διαπιστώνεται με την έκθεση αυτή ότι, « αν εφαρμοστεί πλήρως η ελευθερία εγκαταστάσεως στον τομέα της αλιείας, θα προκληθεί σοβαρή οικονομική, κοινωνική και πολιτική αναταραχή στις παράκτιες περιοχές της Κοινότητας ».
47.
Κατά το Ηνωμένο Βασίλειο, ο σκοπός ακριβώς του νόμου του 1988 είναι να εξασφαλιστεί ότι οι ποσοστώσεις αλιείας που έχουν χορηγηθεί στο Ηνωμένο Βασίλειο αποβαίνουν όντως προς όφελος των προσώπων για τα οποία προορίζονται. Στον τομέα της αλιείας υπάρχει σαφής σύνδεσμος μεταξύ ιδιοκτησίας και αλιευτικών δραστηριοτήτων. Επομένως δεν χρειάζεται να γίνεται διάκριση μεταξύ των « κυρίων » ή « πλοιοκτητών » αφενός και των « αλιέων » αφετέρου. Εξάλλου, είναι θεμιτό να θεωρούνται οι κύριοι των αλιευτικών σκαφών ως μέλη της κοινότητας αλιέων, στην ενίσχυση της οποίας αποβλέπει η κοινή πολιτική αλιείας.
48.
Με την απόφαση της 16ης Ιουνίου 1987, 46/86, Romkes (Συλλογή 1987, σ. 2671), το Δικαστήριο έκρινε ότι το σύστημα εθνικών ποσοστώσεων δεν αντιβαίνει προς το άρθρο 7 της Συνθήκης. Κατά συνέπεια, δεν οδηγούν σε διακρίσεις ούτε οι προϋποθέσεις που καθιέρωσε ο νόμος του 1988, του οποίου ο μόνος σκοπός και το μόνο αποτέλεσμα είναι η υποβοήθηση της κοινής πολιτικής αλιείας.
49.
Τέλος, η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου ισχυρίζεται ότι, αν οποιοσδήποτε υπήκοος κράτους μέλους μπορούσε να εγκαθίσταται σε άλλο κράτος μέλος και να έχει αυτόματα το ίδιο δικαίωμα αλιείας με τους υπηκόους του τελευταίου αυτού κράτους μέλους, δεν θα διακυβευόταν μόνο το σύστημα των ποσοστώσεων, αλλά και το σύστημα που ισχύει για ορισμένες περιοχές που εξαρτώνται ιδιαίτερα από την αλιεία και από τις συναφείς βιομηχανίες, στις οποίες αναφέρεται το παράρτημα VII του ψηφίσματος της Χάγης του 1976 ( « προτιμήσεις της Χάγης » ), ο αποκλειστικός χαρακτήρας της παράκτιας ζώνης, οι προσεκτικά εξισορροπημένοι μηχανισμοί που προβλέπονται στα άρθρα 156-166 και 346-353 της Πράξεως Προσχωρήσεως του 1985, καθώς και η προσπάθεια που καταβάλλουν τα κράτη μέλη για την αναδιάρθρωση των αλιευτικών στόλων τους στο πλαίσιο των πολυετών προγραμμάτων της Κοινότητας.
50.
Η Επινροπή επισημαίνει καταρχάς ότι το 1983, όταν η Ισπανία δεν ήταν ακόμα μέλος της Κοινότητας, το Ηνωμένο Βασίλειο δεν έλαβε τα κατάλληλα μέτρα για να αποκλείσει από τον αλιευτικό του στόλο τα « αγγλοισπανικά » σκάφη, προφανώς επειδή τα σκάφη αυτά αλίευαν κυρίως στις θαλάσσιες ζώνες δυτικά από την Ιρλανδία και αλίευαν κυρίως είδη ψαριών για τα οποία το ενδιαφέρον στην ισπανική αγορά ήταν πολύ μεγαλύτερο απ' ό,τι στη βρετανική, όπως είναι π.χ. οι μερλούκιοι. Φαίνεται επίσης ότι ο παραδοσιακός βρετανικός στόλος δεν αλίευε τα είδη αυτά και την εποχή εκείνη ήταν ακόμη ανίκανος να τα εκμεταλλεύεται πλήρως. Επομένως, το Ηνωμένο Βασίλειο δεν μπορεί να κατηγορήσει επ' αυτού την Επιτροπή.
51.
Λόγω ορισμένων σοβαρών προβλημάτων που δημιουργούνται κατά τη λειτουργία του συστήματος των ποσοστώσεων και τα οποία οφείλονται ειδικότερα στη λεγόμενη «λεηλασία ποσοστώσεων », η Επιτροπή κατέληξε να υποβάλει στο Συμβούλιο πρόταση για ορισμένα μέτρα ελέγχου των αλιευμάτων, κατόπιν δε της προτάσεως αυτής εκδόθηκε ο κανονισμός 3483/88, της 7ης Νοεμβρίου 1988 ( ΕΕ L 306, σ. 2 ) · επιπλέον, με την προαναφερθείσα ανακοίνωση της 19ης Ιουλίου 1989, σχετικά με ένα κοινοτικό πλαίσιο για την πρόσβαση στις ποσοστώσεις αλιείας, η Επιτροπή υπέδειξε στα κράτη μέλη ορισμένα μέτρα που θα μπορούσαν νομίμως να λάβουν στο πλαίσιο του συστήματος των ποσοστώσεων.
52.
Η υπέρβαση ορισμένων βρετανικών ποσοστώσεων λόγω της δραστηριότητας των « αγγλοϊσπανικών » σκαφών αποδεικνύει την ύπαρξη κενών στην επιτήρηση και τον έλεγχο των σκαφών αυτών εκ μέρους των αρμοδίων αρχών του Ηνωμένου Βασιλείου. Ο κανονισμός 2241/87 του Συμβουλίου (ΕΕ L 207, σ. 1 ), όπως τροποποιήθηκε με τον προαναφερθέντα κανονισμό 3483/88, προβλέπει επ' αυτού τα κατάλληλα μέτρα ελέγχου· επιπλέον, σε περίπτωση σοβαρών παραβάσεων των κανόνων περί διαχειρίσεως των ποσοστώσεων, το κοινοτικό δίκαιο δεν απαγορεύει καθόλου την αφαίρεση από τα οικεία σκάφη της ιθαγένειας ή του δικαιώματος πλεύσεως υπό ορισμένη σημαία. Ομοίως, κατά την κατανομή των βρετανικών ποσοστώσεων μεταξύ των βρετανικών αλιευτικών σκαφών, το Ηνωμένο Βασίλειο μπορεί να λαμβάνει πλήρως υπόψη τις ιδιαίτερες ανάγκες των περιοχών της νοτιοδυτικής Αγγλίας και της νοτιοδυτικής Ουαλίας. Τέλος, η παύση της δραστηριότητας των « αγγλοϊσπανικών » σκαφών κατόπιν της ενάρξεως της ισχύος του νόμου του 1988 δεν είχε ως αποτέλεσμα την αύξηση, σε ορισμένες από τις πληττόμενες ζώνες, των ποσοτήτων που αλιεύουν τα «γνησίως» βρετανικά σκάφη. Λόγω μάλιστα των υψηλών τιμών στην ισπανική αγορά, είναι πιθανό ότι ορισμένα είδη ψαριών που αλιεύονται στο πλαίσιο των βρετανικών ποσοστώσεων θα εξακολουθήσουν να εκφορτώνονται στην Ισπανία, ακόμη και αν αλιεύονται από «γνησίως» βρετανικά σκάφη.
53.
Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι, μολονότι επί του παρόντος κάθε κράτος μέλος είναι αρμόδιο να προσδιορίζει κατά πόσον ένα σκάφος δικαιούται να εγγραφεί στα νηολόγιά του, να πλέει υπό τη σημαία του και να έχει την εθνικότητά του, τα κράτη εντούτοις οφείλουν να τηρούν τις γενικές αρχές και τις διατάξεις του κοινοτικού δικαίου, περιλαμβανομένων και των άρθρων 7, 52 και 221 της Συνθήκης ΕΟΚ. Κατά συνέπεια, η Επιτροπή δεν διάκειται εχθρικά προς όλες τις προϋποθέσεις περί ιθαγένειας, όπως ισχυρίζεται το Ηνωμένο Βασίλειο. Θα αρκούσε η επιβολή της προϋποθέσεως να έχει ο πλοιοκτήτης ή κύριος του πλοίου την ιθαγένεια ενός των κρατών μελών.
54.
Επ' αυτού η Επιτροπή υπενθυμίζει ότι με την προαναφερθείσα ανακοίνωση της σχετικά με ένα κοινοτικό πλαίσιο για την πρόσβαση στις ποσοστώσεις αλιείας έχει αναγνωρίσει ότι η ευθύνη του πλοιοκτήτη ή εφοπλιστή του αλιευτικού σκάφους πρέπει να υλοποιείται με τη δημιουργία στην ξηρά, εντός του κράτους μέλους στο οποίο η επιχείρηση έχει το κύριο κέντρο δραστηριοτήτων της, μιας διοικητικής υπηρεσίας της επιχειρήσεως αυτής.
55.
Η ουσιαστική σχέση που πρέπει να υφίσταται, κατά τις διεθνείς συμβάσεις του 1958 και του 1982, μεταξύ του σκάφους και του κράτους της σημαίας δεν παρέχει στα κράτη μέλη την εξουσία να θεσπίζουν νόμους σε σχέση με τη σημαία των σκαφών χωρίς να λαμβάνουν υπόψη το κοινοτικό δίκαιο. Από το γράμμα των συμβάσεων αυτών συνάγεται ότι σκοπός της σχέσης αυτής είναι να δίνεται στο κράτος της σημαίας η δυνατότητα να ασκεί αποτελεσματικά τη δικαιοδοσία του και τον έλεγχό του στον τεχνικό, διοικητικό και εργασιακό τομέα.
56.
Ανεξαρτήτως αυτού, σε περίπτωση συγκρούσεως μεταξύ της Συμβάσεως του 1958 και της Συνθήκης ΕΟΚ ( πράγμα όμως που δεν συμβαίνει), οι συνδυασμένες διατάξεις του άρθρου 5 της Πράξεως Προσχωρήσεως του 1972 και του άρθρου 234 της Συνθήκης επιβάλλουν στο Ηνωμένο Βασίλειο την υποχρέωση να λαμβάνει όλα τα αναγκαία μέτρα για την εξάλειψη οποιουδήποτε ασυμβιβάστου που ενδέχεται να υπάρχει.
57.
Επιπλέον, όσον αφορά τις σχέσεις μεταξύ κρατών μελών, τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις που απορρέουν από τη Σύμβαση του 1958 δεν μπορούν να υπερισχύουν των υποχρεώσεων που επιβάλλει στα κράτη μέλη η Συνθήκη ΕΟΚ. Η αρχή αυτή αναγνωρίζεται εξάλλου ρητά στο άρθρο 30 της Συμβάσεως του 1958, κατά το οποίο « οι διατάξεις της παρούσης συμβάσεως δεν θίγουν τις συμβάσεις ή τις άλλες διεθνείς συμφωνίες που ισχύουν στις σχέσεις μεταξύ των κρατών που τις έχουν συνάψει ».
58.
Τα μέτρα που λαμβάνει ένα κράτος για να εξασφαλίσει ότι υπάρχει ουσιαστική σχέση μεταξύ αυτού και των σκαφών που πλέουν υπό τη σημαία του δεν είναι καθόλου αναγκαίο να προβλέπουν προϋποθέσεις σχετικά με την ιθαγένεια, όπως αυτές που προβλέπει ο νόμος του 1988. Κατά την Επιτροπή, το Ηνωμένο Βασίλειο δεν έχει δικαίωμα να υποστηρίξει το αντίθετο, αφού μέχρι το 1988 το δικαίωμα σημαίας των αλιευτικών σκαφών διεπόταν από τις πολύ λιγότερο αυστηρές διατάξεις του νόμου του 1894, οι οποίες άλλωστε εξακολουθούν να ισχύουν για τα εμπορικά πλοία. Ο πραγματικός έλεγχος του κράτους της σημαίας επί των πλοίων του πρέπει μάλλον να ασκείται με την πραγματοποίηση επιθεωρήσεων εκ μέρους των αρμόδιων αρχών του κράτους της σημαίας, κατά τακτά χρονικά διαστήματα και χωρίς την επιβολή διακρίσεων ως προς την ιθαγένεια του πλοιοκτήτη, κυρίου ή εφοπλιστή του σκάφους.
59.
Η Επιτροπή ομολογεί ότι στη διεθνή πρακτική — καθώς και στην τακτική της Κοινότητας — η συμμετοχή του κράτους της σημαίας ή των υπηκόων του στην κυριότητα επί των πλοίων που πλέουν υπό τη σημαία του κράτους αυτού θεωρείται ευρύτατα ως σημαντικό στοιχείο για την εξασφάλιση της υπάρξεως ουσιαστικής σχέσεως μεταξύ του κράτους αυτού και των σκαφών του.
60.
Εντούτοις, κανείς κανόνας διεθνούς δικαίου δεν υποχρεώνει τα κράτη να επιβάλλουν τέτοιες προϋποθέσεις ως προς την ιθαγένεια. Η ύπαρξη « ουσιαστικής σχέσεως » μπορεί να εξασφαλιστεί και με άλλα μέσα. Επ' αυτού η Επιτροπή παραπέμπει σε ένα απόσπασμα από το έργο The International Law of the Sea του καθηγητή O'Connell, καθώς και σε ένα χωρίο των σχολίων της Επιτροπής Διεθνούς Δικαίου επί του κειμένου που στη συνέχεια αποτέλεσε το άρθρο 5 της Συμβάσεως του 1958.
61.
Απαντώντας στον ισχυρισμό που το Ηνωμένο Βασίλειο στήριξε στην ατομική γνώμη που διατύπωσε ο δικαστής Jessup στην υπόθεση Barcelona Traction (βλ. σημείο 33 ανωτέρω ), η Επιτροπή τονίζει ότι, όταν τα μέσα που χρησιμοποιεί ένα κράτος για να εξασφαλίσει την ύπαρξη «ουσιαστικής σχέσεως» μεταξύ του ίδιου και των σκαφών του συμβιβάζονται με το διεθνές δίκαιο, τα άλλα κράτη δεν μπορούν να αρνηθούν να αναγνωρίσουν τη σημαία του κράτους αυτού.
62.
Η άποψη ότι τα κράτη μέλη δεν μπορούν να παραβαίνουν το κοινοτικό δίκαιο με τη νομοθεσία που θεσπίζουν σε σχέση με τη νηολόγηση των σκαφών έγινε δεκτή κατά τη διαπραγμάτευση της Συμβάσεως του 1986. Τα κράτη μέλη της Κοινότητας που μετείχαν στη διαπραγμάτευση της Συμβάσεως αυτής δήλωσαν ότι μπορούσαν να την υπογράψουν, μόνο εφόσον ήταν σύμφωνη προς τη Συνθήκη ΕΟΚ. Η Επιτροπή απηύθυνε προς το Συμβούλιο ανακοίνωση και του υπέβαλε πρόταση αποφάσεως που περιείχε την ίδια επιφύλαξη. Το Συμβούλιο δεν έχει δώσει ακόμη καμία συνέχεια στην πρόταση αυτή, αφού κανένα κράτος μέλος δεν έχει κυρώσει και ούτε καν υπογράψει την εν λόγω Σύμβαση.
63.
Επιπλέον, παρά τους ισχυρισμούς του Ηνωμένου Βασιλείου, το άρθρο 8 της Συμβάσεως του 1986 δεν αντανακλά το προϋφιστάμενο διεθνές δίκαιο. Αντίθετα από τη Σύμβαση του 1958, σε κανένα σημείο του προοιμίου ή του κειμένου της Συμβάσεως του 1986 δεν αναφέρεται ότι η Σύμβαση ή το άρθρο 8 έχουν καθαρά αναγνωριστικό χαρακτήρα.
64.
Ούτε από τη σκέψη 13 της προαναφερθείσας αποφάσεως Pesca Valentia ούτε από τις παρατηρήσεις που διατύπωσε ο γενικός εισαγγελέας Mischo με τις προτάσεις του στην υπόθεση 216/87, Jaderow (σημείο 7), προκύπτει ότι είναι ορθή η άποψη του Ηνωμένου Βασιλείου σχετικά με την αρμοδιότητα των κρατών μελών ως προς τη χορήγηση στα πλοία του δικαιώματος να πλέουν υπό τη σημαία τους. Η σκέψη 13 αποτελεί σαφή περιγραφή του κανονισμού 101/76, ο οποίος αποτελούσε το αντικείμενο της υποθέσεως Pesca Valentia το σημείο 7 των προτάσεων πρέπει να θεωρηθεί ως παρεμπιπτόντως λεχθέν, καθόσον το δικαίωμα επί της σημαίας δεν αποτελούσε αντικείμενο της υποθέσεως Jaderow.
65.
Κατά την Επιτροπή, δεν υφίσταται καμία αναλογία μεταξύ της ιθαγένειας των φυσικών προσώπων και της εθνικότητας των αλιευτικών σκαφών. Το γεγονός ότι στο άρθρο 5, παράγραφος 1, της Συμβάσεως του 1958 χρησιμοποιείται ο όρος « εθνικότητα » δεν αναιρεί το προηγούμενο συμπέρασμα. Επ' αυτού η Επιτροπή παραπέμπει στην άποψη που αναπτύσσει ο καθηγητής Ο' Connell στο έργο του The International Law of the Sea ( τόμος II, 1983-1984, σ. 752).
66.
Κατόπιν της διαπιστώσεως αυτής είναι προφανές ότι η απαγόρευση του άρθρου 7 της Συνθήκης ισχύει και για την παραχώρηση στα αλιευτικά σκάφη του δικαιώματος πλεύσεως υπό ορισμένη σημαία. Η αναλογία προς τις εταιρίες αποδεικνύει ότι η αντίθετη άποψη, την οποία υποστηρίζει το Ηνωμένο Βασίλειο, είναι εσφαλμένη. Πράγματι, οι απαγορεύσεις που προβλέπουν τα άρθρα 7, 52 και 221 της Συνθήκης ισχύουν και για τις εθνικές διατάξεις που διέπουν την ίδρυση των εταιριών.
67.
Το ίδιο ισχύει και για το δικαίωμα εγκαταστάσεως. Το άρθρο 52 της Συνθήκης εφαρμόζεται στην παραχώρηση της σημαίας στα αλιευτικά σκάφη, καθόσον τα σκάφη αυτά αποτελούν απλώς τα μέσα που χρησιμοποιούν οι υπήκοοι των άλλων κρατών μελών για να ασκήσουν το δικαίωμά τους προς εγκατάσταση, ανεξάρτητα από το αν πρόκειται για φυσικά ή νομικά πρόσωπα. Με άλλα λόγια, αν οι υπήκοοι των άλλων κρατών μελών που είναι εγκατεστημένοι στο Ηνωμένο Βασίλειο δεν είχαν δικαίωμα να εγγράφουν τα σκάφη τους στα βρετανικά νηολόγια αλιευτικών σκαφών και να τα εκμεταλλεύονται ως βρετανικά αλιευτικά σκάφη, δεν θα μπορούσαν, παρά το δικαίωμα που τους απονέμει το άρθρο 52, να ασκήσουν αλιευτικές δραστηριότητες χωρίς να υφίστανται διακρίσεις.
68.
Στις περισσότερες περιπτώσεις είναι αδύνατο στην πράξη να εκμεταλλεύονται οι υπήκοοι των άλλων κρατών μελών που είναι εγκατεστημένοι στο Ηνωμένο Βασίλειο τα αλιευτικά σκάφη τους με βάση το Ηνωμένο Βασίλειο, αλλά υπό τη σημαία άλλου κράτους μέλους.
69.
Προκειμένου να ανασκευάσει την άποψη του Ηνωμένου Βασιλείου σχετικά με τον χαρακτήρα της κοινής πολιτικής αλιείας, και συγκεκριμένα του συστήματος των ποσοστώσεων, ως εξαιρέσεων, η Επιτροπή προέβαλε, ήδη με το δικόγραφο της προσφυγής της, διάφορα επιχειρήματα. Τα επιχειρήματα αυτά συμπληρώθηκαν, στο υπόμνημα απαντήσεως, με μια ανάλυση των αποφάσεων Agegate και Jaderow, οι οποίες είχαν εκδοθεί εν τω μεταξύ.
70.
Επ' αυτού η Επιτροπή υποστηρίζει ότι ούτε η κοινή πολιτική αλιείας ούτε το σύστημα των ποσοστώσεων αποτελούν παρεκκλίσεις από τα άρθρα 7, 52 και 221 της Συνθήκης.
71.
Πρώτον, δεν υφίσταται καμία διάταξη της Συνθήκης από την οποία να προκύπτει ότι η κοινή πολιτική αλιείας αποτελεί παρέκκλιση από τα ανωτέρω άρθρα. Αντίθετα, η κοινή πολιτική αλιείας, όπως ακριβώς και η κοινή γεωργική πολιτική, βασίζεται στο άρθρο 43 της Συνθήκης.
72.
Αντίθετα απ' ό,τι ισχυρίζεται το Ηνωμένο Βασίλειο, στις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Mischo στις υποθέσεις Agegate και Jaderow δεν απαντά κανένα στοιχείο από το οποίο να μπορεί να συναχθεί ότι, βάσει παρεκκλίσεως που περιέχεται σιωπηρά στη Συνθήκη ΕΟΚ σε σχέση με το σύστημα των ποσοστώσεων, τα κράτη μέλη μπορούν να καθιερώνουν διακρίσεις σε βάρος των υπηκόων των άλλων κρατών μελών.
73.
Ομοίως, η Πράξη Προσχωρήσεως του 1985, μολονότι επιβεβαιώνει την ύπαρξη της κοινής πολιτικής αλιείας, καθώς και του συστήματος των ποσοστώσεων, δεν προβλέπει ούτε ρητά ούτε έμμεσα καμία παρέκκλιση από τις θεμελιώδεις αρχές της Συνθήκης ΕΟΚ που αποτελούν το αντικείμενο της προκειμένης υποθέσεως.
74.
Κατά την Επιτροπή, το σύστημα των ποσοστώσεων, το οποίο καθιερώθηκε με πράξη του παράγωγου κοινοτικού δικαίου (τον κανονισμό 170/83), δεν μπορεί να επιτρέπει παρεκκλίσεις από τη Συνθήκη. Το συμπέρασμα αυτό προκύπτει από τις αποφάσεις της 20ής Απριλίου 1978, Ramel (όπ. π.), και της 13ης Δεκεμβρίου 1983, 218/82, Επιτροπή κατά Συμβουλίου ( τη λεγόμενη απόφαση « Ρούμι », Συλλογή 1983, σ. 4063). Από καμία από τις αποφάσεις που επικαλείται το Ηνωμένο Βασίλειο δεν προκύπτει ότι είναι ορθή η άποψή του σχετικά με τη δυνατότητα να « συναχθεί κατ' ανάγκη » ότι το σύστημα των ποσοστώσεων αποτελεί παρέκκλιση, όπως έχει ήδη γίνει δεκτό νομολογιακά σε άλλους τομείς του παράγωγου κοινοτικού δικαίου.
75.
Αντίθετα, από την προαναφερθείσα απόφαση της 16ης Ιουνίου 1987, Romkes, προκύπτει ότι το σύστημα κατανομής των ποσοστώσεων συμβιβάζεται με το άρθρο 7 της Συνθήκης ΕΟΚ.
76.
Επιπλέον, το άρθρο 5, παράγραφος 2, του κανονισμού 170/83, κατά το οποίο τα κράτη μέλη καθορίζουν τους τρόπους χρησιμοποιήσεως των ποσοστώσεων που τους έχουν παραχωρηθεί, ορίζει ότι ο καθορισμός αυτός πραγματοποιείται « σύμφωνα με τις εφαρμοστέες κοινοτικές διατάξεις». Ειδικότερα, τα κράτη μέλη πρέπει να τηρούν τις γενικές αρχές της ισότητας και της απαγορεύσεως των διακρίσεων μεταξύ παραγωγών (άρθρο 40, παράγραφος 3, της Συνθήκης). Το συμπέρασμα αυτό προκύπτει από τις αποφάσεις της 25ης Νοεμβρίου 1986, 201/85 και 202/85, Klensch ( Συλλογή 1986, σ. 3477 ), και της 26ης Απριλίου 1988, 207/86, Apesco (Συλλογή 1988, σ. 2151 ).
77.
Ο ισχυρισμός του Ηνωμένου Βασιλείου ότι το σύστημα των ποσοστώσεων ενέχει εκ φύσεως παρέκκλιση από τις γενικές αρχές της Συνθήκης, και συγκεκριμένα από την αρχή της ελευθερίας εγκαταστάσεως, ειδάλλως θα διακυβευόταν ο σκοπός του συστήματος αυτού, είναι τελείως αστήρικτος. Κατά το παρόν στάδιο της εξελίξεως του κοινοτικού δικαίου, τα κράτη μέλη έχουν πλήρη αρμοδιότητα σχετικά με τη δυναμικότητα του αλιευτικού στόλου τους. Επομένως, είναι ελεύθερα να περιορίζουν ή να μειώνουν την αλιευτική δυναμικότητα του στόλου τους, εφόσον τα λαμβανόμενα μέτρα δεν οδηγούν σε διακρίσεις· μάλιστα, η διαρθρωτική πολιτική της Κοινότητας τα ενθαρρύνει να λαμβάνουν τέτοια μέτρα. Αντίστροφα, το κράτος μέλος που επιτρέπει μονομερώς την αύξηση της δυναμικότητας του στόλου του δεν μπορεί να αξιώσει για τον λόγο αυτό αύξηση των ποσοστώσεών του, πράγμα που επιβεβαίωσε το Δικαστήριο με την προαναφερθείσα απόφαση Romkes.
78.
Ομοίως, δεν είναι βάσιμο ούτε το επιχείρημα που αντλεί το Ηνωμένο Βασίλειο από την προαναφερθείσα ανακοίνωση της Επιτροπής σχετικά με ένα κοινοτικό πλαίσιο για την πρόσβαση στις ποσοστώσεις αλιείας. Το χωρίο που παραθέτει το Ηνωμένο Βασίλειο δεν αφορά τους περιορισμούς του δικαιώματος εγκαταστάσεως, αλλά την ελευθέρωση των δραστηριοτήτων των επιχειρήσεων που δρουν στον τομέα της αλιείας, ελευθέρωση που πρέπει να ελέγχεται ή να περιορίζεται με μέτρα που να είναι αντικειμενικά δικαιολογημένα και να μην οδηγούν σε διακρίσεις.
79.
Τέλος, κατά την Επιτροπή, από τις αποφάσεις της 14ης Δεκεμβρίου 1989, Agegate και Jaderow, ουδόλως συνάγεται το συμπέρασμα ότι το σύστημα των ποσοστώσεων απαλλάσσει τα κράτη μέλη από την υποχρέωση τηρήσεως των απαγορεύσεων που διακηρύσσει η Συνθήκη. Ειδικότερα, μολονότι με την απόφαση Jaderow το Δικαστήριο δέχθηκε ότι το κράτος μέλος μπορεί να επιβάλλει προϋποθέσεις που να εξασφαλίζουν την ύπαρξη πραγματικού οικονομικού δεσμού μεταξύ του ιδίου και των πλοίων που εκμεταλλεύονται τις ποσοστώσεις του, το Δικαστήριο εντούτοις όρισε στενά τον δεσμό αυτό. Επιπλέον, με την απόφαση Agegate, το Δικαστήριο έκρινε ότι η προϋπόθεση ως προς την κατοικία των μελών των πληρωμάτων των αλιευτικών σκαφών ήταν ασυμβίβαστη με το κοινοτικό δίκαιο. Το ίδιο πρέπει να γίνει δεκτό, κατά μείζονα λόγο, για την προϋπόθεση ως προς την ιθαγένεια των προσώπων που καλύπτει το άρθρο 14 του νόμου του 1988.
80.
Εν πάση περιπτώσει, οι αποφάσεις Agegate και Jaderow αφορούν τα μέτρα που μπορούν να λαμβάνουν τα κράτη μέλη εντός του πλαισίου του συστήματος των ποσοστώσεων. Οι επίμαχες όμως προϋποθέσεις περί ιθαγένειας διέπουν τη δυνατότητα νηολογήσεως και, συνεπώς, τη δυνατότητα ασκήσεως όλων των αλιευτικών δραστηριοτήτων, περιλαμβανομένης και της αλιείας των ειδών που δεν υπόκεινται σε ποσοστώσεις. Το να επιτραπεί επομένως στα κράτη μέλη να επιβάλλουν τέτοιες προϋποθέσεις και να περιορίζουν τις νηολογήσεις των αλιευτικών πλοίων θα έβαινε πέραν των ορίων του συστήματος των ποσοστώσεων. Επιπλέον, αντίθετα απ' ό,τι συμβαίνει με τις προϋποθέσεις που διέπουν τη χορήγηση αδειών κατά το σημερινό σύστημα, οι περιορισμοί της νηολογήσεως των πλοίων θα μπορούσαν να εξακολουθήσουν να υφίστανται, ακόμη και αν το σημερινό σύστημα των ποσοστώσεων αντικαθίστατο από ένα περισσότερο ολοκληρωμένο σύστημα.
81.
О ισχυρισμός του Ηνωμένου Βασιλείου ότι τα κράτη μέλη διαπραγματεύθηκαν την κοινή πολιτική αλιείας εν γνώσει του γεγονότος ότι οι κανόνες περί νηολογήσεως όλων των κρατών μελών προέβλεπαν προϋποθέσεις ως προς την ιθαγένεια είναι ανακριβής, διότι συγχέει την εθνικότητα των πλοίων, η οποία αποτελεί πράγματι αναπόσπαστο τμήμα του σημερινού συστήματος εθνικών ποσοστώσεων, με τις προϋποθέσεις περί ιθαγένειας που ισχύουν για τους πλοιοκτήτες, κυρίους και εφοπλιστές των σκαφών αυτών και οι οποίες αποτελούν το αντικείμενο της προκειμένης διαφοράς.
82.
Από το σύστημα των προτιμήσεων της Χάγης, το σύστημα που εφαρμόζεται στην αλιεία στις παράκτιες ζώνες, τους τρόπους ασκήσεως της αλιείας που προβλέπει η Πράξη Προσχωρήσεως του 1985 ή από την κοινοτική πολιτική για την αναδιάρθρωση των αλιευτικών στόλων δεν προκύπτει κανένα στοιχείο που να μπορεί να δικαιολογήσει την εφαρμογή των επίμαχων προϋποθέσεων περί ιθαγένειας. Εν πάση περιπτώσει, καμία ειδική προϋπόθεση, έστω και αν δικαιολογείται ενόψει των σκοπών ενός από τα ανωτέρω συστήματα, δεν θα μπορούσε να επιτραπεί, αν η εφαρμογή της δεν αφορούσε το συγκεκριμένο σύστημα και μόνο.
83.
Η Επιτροπή σημειώνει ότι τα επιχειρήματα της αυτά σχετικά με τις προϋποθέσεις περί ιθαγένειας που προβλέπει ο νόμος του 1988 έγιναν δεκτά, εκ πρώτης έστω όψεως, από τον Πρόεδρο του Δικαστηρίου, όταν εξέδωσε την προαναφερθείσα Διάταξη της 10ης Οκτωβρίου 1989.
84.
Με το υπόμνημα ανταπαντήσεως η Κυβέρνηοη νου Ηνωμένου Βασιλείου τονίζει ότι μέχρι τον Αύγουστο του 1987 το κοινοτικό δίκαιο δεν προέβλεπε καμία μέθοδο που να δίνει σε ένα κράτος μέλος τη δυνατότητα να συλλέγει στοιχεία σχετικά με τις ποσότητες που εκφορτώνουν τα αλιευτικά σκάφη του σε άλλα κράτη μέλη. Με τον κανονισμό 2241/87 επιδιώχθηκε η κάλυψη του κενού αυτού και επιβλήθηκε στα σκάφη η υποχρέωση να ενημερώνουν το κράτος μέλος της σημαίας για τις ποσότητες που εκφορτώνουν, αλλά το πρόβλημα αυτό επιλύθηκε ικανοποιητικά μόνο με τον κανονισμό 3483/88, τον οποίο εξέτασε το Δικαστήριο με την απόφαση της 27ης Μαρτίου 1990, C-9/89, Ισπανία κατά Συμβουλίου (Συλλογή 1990, σ. I-1383). Εντούτοις, ο γνήσια βρετανικός αλιευτικός στόλος εξακολούθησε να υφίσταται ζημία, καθόσον τα μέτρα αυτά δεν είχαν ως αποτέλεσμα την παύση των δραστηριοτήτων των « αγγλοϊσπανικών» πλοίων, αλλά απλώς την επίβλεψη τους.
85.
Ακόμη και αν η έκδοση του νόμου του 1988 και η συνακόλουθη παύση των δραστηριοτήτων των « αγγλοϊσπανικών » πλοίων δεν είχε ως αποτέλεσμα την πλήρη εκμετάλλευση εκ μέρους του γνήσια βρετανικού αλιευτικού στόλου των ποσοστώσεων που εκμεταλλεύονταν μέχρι τότε τα πλοία αυτά, οι ποσοστώσεις αυτές έχουν σημαντική αξία ενόψει της πραγματοποιήσεως ανταλλαγών ποσοστώσεων, σύμφωνα με το άρθρο 5, παράγραφος 1, του κανονισμού 170/83.
86.
Εν πάση περιπτώσει, είναι αδύνατον να τεθεί τέρμα στη « λεηλασία των ποσοστώσεων », η οποία αποτελεί καταχρηστική πρακτική, αν δεν ληφθούν μέτρα που να οδηγούν σε διακρίσεις σε βάρος των υπηκόων των άλλων κρατών μελών που ακολουθούν την πρακτική αυτή.
87.
Στη συνέχεια, η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου εκθέτει τις συνέπειες που θα είχε η αποδοχή της απόψεως της Επιτροπής σχετικά με την αρμοδιότητα που έχουν τα κράτη μέλη σε σχέση με τη χορήγηση της σημαίας τους. Η λύση που θα γίνει δεκτή για τα αλιευτικά σκάφη θα πρέπει να ισχύσει εξίσου για τα σκάφη εμπορικής ναυτιλίας, καθώς και για τα αεροσκάφη. Όσον αφορά ειδικότερα τα σκάφη εμπορικής ναυτιλίας, η λύση την οποία προτείνει η Επιτροπή θα είχε ως αποτέλεσμα να καταστεί κενή περιεχομένου η μεταβατική περίοδος την οποία προβλέπει ο κανονισμός (ΕΟΚ) 4055/86 του Συμβουλίου, της 22ας Δεκεμβρίου 1986, για την εφαρμογή της αρχής της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών στον τομέα των θαλάσσιων μεταφορών μεταξύ κρατών μελών και μεταξύ κρατών μελών και τρίτων χωρών ( ΕΕ L 378, σ. 1 ). Σκοπός του κανονισμού αυτού είναι η κατάργηση των αποκλειστικών δικαιωμάτων των σκαφών που πλέουν υπό τη σημαία κράτους μέλους όσον αφορά τις θαλάσσιες μεταφορές ορισμένων εμπορευμάτων. Ομοίως, η αεροπορική εταιρία κράτους μέλους θα μπορούσε, αν αποκτούσε δικαίωμα να πετά υπό τη σημαία άλλων κρατών μελών, να εκμεταλλεύεται τις εσωτερικές αεροπορικές γραμμές των άλλων αυτών κρατών υπό τους ίδιους όρους που ισχύουν για τις τοπικές εθνικές αεροπορικές εταιρίες.
88.
Κατά την Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, τα « μέσα » που προτείνει η Επιτροπή προς αντικατάσταση του κριτηρίου της ιθαγένειας του πλοιοκτήτη ή του κυρίου δεν είναι ικανοποιητικά. Είναι προφανώς ασυμβίβαστη με το διεθνές δίκαιο η άποψη ότι το γεγονός και μόνο ότι ο πλοιοκτήτης ή κύριος του σκάφους έχει την ιθαγένεια άλλου κράτους μέλους και όχι του κράτους της σημαίας δημιουργεί αυτόματα γνήσιο δεσμό μεταξύ του κράτους της σημαίας και του σκάφους του. Το ίδιο ασυμβίβαστη είναι και η άποψη σχετικά με την εγκατάσταση στην ξηρά μιας μόνιμης διοικητικής υπηρεσίας. Πρόκειται για συμβολική παρουσία, η οποία δίδει τη δυνατότητα καταχρήσεων και υποβιβάζει τις σημαίες των κρατών μελών σε « σημαίες ευκαιρίας ». Επιπλέον, στην πράξη είναι πολύ δύσκολη η διάκριση μεταξύ μιας εταιρίας «γραμματοκιβωτίου » και ενός πραγματικού κέντρου δραστηριοτήτων. Κατά συνέπεια, η πρόταση αυτή δεν μπορεί να θεωρηθεί ως ενδεδειγμένη λύση στο πρόβλημα της καταστρατηγήσεως του συστήματος των ποσοστώσεων με την απόκτηση της σημαίας ενός ή περισσοτέρων κρατών μελών.
89.
Το κριτήριο της ιθαγένειας του πλοιοκτήτη ή κυρίου αποτελεί τμήμα του εθιμικού διεθνούς δικαίου, στο οποίο δεν εφαρμόζεται το άρθρο 234 της Συνθήκης. Όπως δέχθηκε το Δικαστήριο με την απόφαση της 4ης Δεκεμβρίου 1974, 41/74, Van Duyn (ECR 1974, σ. 1337), δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι η Συνθήκη δεν έχει λάβει υπόψη, στις σχέσεις μεταξύ των κρατών μελών, τις αρχές του διεθνούς δικαίου. Η Κοινότητα δεν μπορεί να τροποποιεί μονομερώς το εθιμικό διεθνές δίκαιο.
90.
Ο ισχυρισμός της Επιτροπής ότι τα σκάφη αποτελούν απλώς τα μέσα που χρησιμοποιούν τα πρόσωπα κατά την άσκηση του δικαιώματός τους προς εγκατάσταση δεν λαμβάνει υπόψη τη νομική σημασία της παροχής του δικαιώματος επί της σημαίας. Η ανάγκη υπάρξεως πραγματικού δεσμού δικαιολογείται από το γεγονός ότι η εθνικότητα του πλοίου επηρεάζει το ίδιο το σκάφος, όλους όσους βρίσκονται επ' αυτού, τα άλλα σκάφη και όλες τις χώρες με τις οποίες έρχεται σε επαφή το σκάφος. Για τους λόγους ακριβώς αυτούς τα πλοία διαφέρουν ριζικά από τις εταιρίες. Εξάλλου, μολονότι το άρθρο 58 της Συνθήκης περιλαμβάνει διατάξεις που ρυθμίζουν ρητά τις εταιρίες, στη Συνθήκη δεν απαντά καμία μνεία των σκαφών και αεροσκαφών.
91.
Κατά την Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, λόγω κυρίως των διαφόρων υποχρεώσεων που απορρέουν, τόσο σε εσωτερικό όσο και σε διεθνές επίπεδο, από τη χορήγηση της σημαίας, η Επιτροπή απέρριψε την ιδέα αντικαταστάσεως των διαφόρων νηολογίων των κρατών μελών με ενιαίο κοινοτικό νηολόγιο: βλ. την ανακοίνωση της Επιτροπής προς το Συμβούλιο, της 3ης Αυγούστου 1989, η οποία επιγράφεται «Το μέλλον των θαλάσσιων μεταφορών της Κοινότητας » [ COM( 89 ) 266 τελικό, σημεία 55 επ. ].
92.
Αναφερόμενη στο γενικό πρόγραμμα για την κατάργηση των περιορισμών στην ελευθερία εγκαταστάσεως (ΕΕ ειδ. έκδ. 06/001, σ. 7 ), η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου τονίζει ότι η πρόσβαση στη σημαία κράτους μέλους δεν καταλέγεται μεταξύ των περιορισμών που πρέπει να καταργηθούν, σύμφωνα με το πρόγραμμα αυτό. Συνεπώς, η χορήγηση της σημαίας διαφέρει εξ ορισμού από το δικαίωμα εγκαταστάσεως. Με την ίδια συλλογιστική, το δικαίωμα δευτερεύουσας εγκαταστάσεως, το οποίο αναγνωρίστηκε από το Δικαστήριο με την απόφαση της 12ης Ιουλίου 1984 στην υπόθεση 107/83, Klopp (Συλλογή 1984, σ. 2971 ), δύσκολα συμβιβάζεται με τη χορήγηση της σημαίας.
93.
Η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου εμμένει στην άποψη της ότι ο νόμος του 1988 δεν αντιβαίνει προς το άρθρο 52 της Συνθήκης, καθόσον δεν εμποδίζει τους υπηκόους των άλλων κρατών μελών να εγκαθίστανται στο Ηνωμένο Βασίλειο και να εκμεταλλεύονται με βάση τη χώρα αυτή τα αλιευτικά σκάφη τους, εφόσον η εκμετάλλευση αυτή πραγματοποιείται υπό τη σημαία άλλου κράτους μέλους. Επ' αυτού η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου τονίζει ότι αυτό συμβαίνει τόσο στον τομέα της εμπορικής ναυτιλίας, υπό την επιφύλαξη των άρθρων 61 και 75 της Συνθήκης, όσο και στον τομέα των εναέριων μεταφορών.
94.
Εν πάση περιπτώσει, το γεγονός ότι η ασκούμενη δραστηριότητα, δηλαδή εν προκειμένω η πρόσβαση στις ποσοστώσεις των άλλων κρατών μελών, συνιστά κατάχρηση δεν αποτελεί θεμιτό λόγο που να αποδεικνύει « εγκατάσταση » κατά την έννοια της Συνθήκης. Το συμπέρασμα αυτό προκύπτει από την απόφαση της 27ης Σεπτεμβρίου 1988 στην υπόθεση 81/87, Daily Mail (Συλλογή 1988, σ. 5483 ).
95.
Όσον αφορά την επιχειρηματολογία σχετικά με την κοινή πολιτική αλιείας, η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου τονίζει ότι το Δικαστήριο, με την προαναφερθείσα απόφαση της 14ης Δεκεμβρίου 1989, Jaderow, δέχθηκε ότι το σύστημα των ποσοστώσεων ενέχει παρέκκλιση από την αρχή της ελεύθερης προσβάσεως.
96.
Τέλος, ενόψει αφενός του συστήματος των ποσοστώσεων, το οποίο καθιέρωσε ο κανονισμός 170/83, και αφετέρου των περιορισμών της αλιείας που προβλέπει η Πράξη Προσχωρήσεως του 1985, πρέπει να προστατευτεί η δικαιολογημένη εμπιστοσύνη που είχαν τα κράτη μέλη ότι οι όροι « πλέει υπό τη σημαία » ή « νηολογημένο σε κράτος μέλος », οι οποίοι χρησιμοποιούνται στην κοινοτική κανονιστική ρύθμιση και παραπέμπουν, όσον αφορά τον καθορισμό του περιεχομένου τους, στο εθνικό δίκαιο, δεν θα επηρεάζονταν από τις διατάξεις της Συνθήκης.
97.
Η Ισπανική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι, ακόμη και αν ο ορισμός του αλιευτικού πλοίου που πλέει υπό σημαία κράτους μέλους και είναι νηολογημένο στο κράτος αυτό εναπόκειται στη νομοθεσία κάθε κράτους μέλους, όπως δέχθηκε το Δικαστήριο με την προαναφερθείσα απόφαση της 19ης Ιανουαρίου 1988, Pesca Valentia, αυτό δεν σημαίνει ότι τα κράτη μέλη μπορούν, με τα μέτρα που λαμβάνουν στον τομέα αυτό, να παραβιάζουν τις διατάξεις της Συνθήκης, και συγκεκριμένα την απαγόρευση των διακρίσεων λόγω ιθαγένειας. Επ' αυτού η Ισπανική Κυβέρνηση παραπέμπει στην προαναφερθείσα απόφαση της 25ης Νοεμβρίου 1986, Klensch.
98.
Οι προϋποθέσεις περί ιθαγένειας που θέτει ο νόμος του 1988 αντιβαίνουν προς τα άρθρα 7, 52 και 221 της Συνθήκης. Οι θεμελιώδεις αρχές που απορρέουν από τις διατάξεις αυτές, και ειδικότερα από το άρθρο 52, επιβάλλουν την κατάργηση όχι μόνο των περιορισμών και των διακρίσεων που αφορούν την άσκηση των επαγγελματικών δραστηριοτήτων, αλλά και όλων των εμποδίων στην πραγματική ελευθερία ασκήσεως των δραστηριοτήτων αυτών. Το συμπέρασμα αυτό συνάγεται από τα γενικά προγράμματα που θέσπισε το Συμβούλιο στις 18 Δεκεμβρίου 1961. Πράγματι, δεν εξυπηρετεί σε τίποτα η δυνατότητα εγκαταστάσεως σ' ένα κράτος μέλος, αν στη συνέχεια δεν υπάρχει η δυνατότητα ασκήσεως της δραστηριότητας για την οποία πραγματοποιήθηκε η εγκατάσταση.
99.
Οποιαδήποτε απόκλιση από τους κανόνες της Συνθήκης περί ελευθερίας της εγκαταστάσεως πρέπει να εμπίπτει σε μία από τις περιπτώσεις που απαριθμούνται στα άρθρα 55 και 56. Οι διατάξεις αυτές πρέπει να ερμηνεύονται στενά.
100.
Όσον αφορά τον ισχυρισμό ότι η κοινή πολιτική αλιείας αποτελεί παρέκκλιση από τους γενικούς κανόνες, η Ισπανική Κυβέρνηση τονίζει ότι οι Συνθήκες δεν περιλαμβάνουν καμία διάταξη που να επιτρέπει να θεωρηθεί ότι η πολιτική αυτή αποτελεί ειδική περίπτωση. Κατά συνέπεια, οι κανόνες της Συνθήκης εφαρμόζονται και στην κοινή πολιτική αλιείας. Τούτο προκύπτει από τις αποφάσεις της 20ής Απριλίου 1978, Ramel (όπ.π. ), και της 29ης Μαρτίου 1979, 231/78, Επιτροπή κατά Ηνωμένου Βασιλείου (ECR 1978, σ. 1447).
101.
Εξάλλου, οι ίδιες οι διατάξεις του παράγωγου δικαίου περί αλιείας επιβάλλουν στα κράτη μέλη την υποχρέωση να μεριμνούν ώστε οι κανόνες που θεσπίζουν να είναι σύμφωνοι προς τις « εφαρμοστέες κοινοτικές διατάξεις » (άρθρο 5, παράγραφος 2, του κανονισμού 170/83 ) και να μη δημιουργούν διακρίσεις σε βάρος των άλλων κρατών μελών, καθόσον πρέπει, μεταξύ άλλων, να εξασφαλίζουν σε όλα τα αλιευτικά σκάφη των άλλων κρατών μελών την « ισότητα των όρων προσβάσεως και εκμεταλλεύσεως των αποθεμάτων που ευρίσκονται στα ύδατα » τα οποία υπάγονται στην κυριαρχία ή τη δικαιοδοσία του οικείου κράτους ( άρθρο 2, παράγραφος 1, του κανονισμού 101/76).
102.
Ειδικότερα, το σύστημα των ποσοστώσεων που καθιερώθηκε με τον κανονισμό 170/83 δεν είναι παρά μέτρο διατηρήσεως των αλιευτικών πόρων και δεν αποτελεί μορφή στεγανοποιήσεως των αγορών και δημιουργίας προσκομμάτων στην ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων και στην ελευθερία εγκαταστάσεως εντός της Κοινότητας. Κατά συνέπεια, το σύστημα των ποσοστώσεων δεν επιτρέπει στα κράτη μέλη να θεσπίζουν μέτρα ασυμβίβαστα με τη Συνθήκη, προκειμένου να εξασφαλίσουν, με τη θέσπιση περιοριστικών διατάξεων, ότι τα οικονομικά οφέλη από τις ποσοστώσεις τους θα καρπούται μόνο η εθνική οικονομία τους, και ειδικότερα ο κλάδος της αλιείας, καθώς και οι συναφείς οικονομικοί κλάδοι.
103.
Τέλος, κατά την Ισπανική Κυβέρνηση, οι προϋποθέσεις περί ιθαγένειας που προβλέπει ο νόμος του 1988 αντιβαίνουν προς την αρχή της αναλογικότητας και την αρχή της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης.
104.
Η Ιρλανδική Κυβέρηση υποστηρίζει ότι το κοινοτικό δίκαιο δεν έχει θίξει ακόμη το δικαίωμα που έχει καταρχήν το κράτος μέλος να θέτει τις προϋποθέσεις εγγραφής των πλοίων στα νηολόγιά του και να καθορίζει προς τούτο κριτήρια βασιζόμενα στην ιθαγένεια, όπως τα κριτήρια που θέτει ο νόμος του 1988.
105.
Τα άρθρα 7, 52 και 221 της Συνθήκης προϋποθέτουν ότι οι υπήκοοι των κρατών μελών που κάνουν χρήση των διατάξεων αυτών διατηρούν, κατά την άσκηση των δικαιωμάτων τους ως προς την ελεύθερη κυκλοφορία, την ιθαγένειά τους. Η Συνθήκη δεν περιέχει καμία διάταξη που να επιτρέπει την αλλαγή ιθαγένειας. Ανάλογη είναι και η κατάσταση που επικρατεί όσον αφορά την « εθνικότητα » των σκαφών, περιλαμβανομένων και των αλιευτικών.
106.
Εν πάση περιπτώσει, ενόψει των καταστρατηγήσεων εκ μέρους των ισπανικών επιχειρηματικών κύκλων που δρουν στον τομέα της αλιείας, τα κατάλληλα μέτρα που έλαβε το ζημιούμενο κράτος μέλος, προκειμένου να θέσει τέρμα στις καταστρατηγήσεις αυτές, αφενός δικαιολογούνται αντικειμενικά και αφετέρου δεν οδηγούν σε διακρίσεις. Αν ο ισχυρισμός αυτός ευσταθεί, δεν συντρέχει παράβαση των άρθρων 7, 52 και 221 της Συνθήκης.
107.
Αν το Δικαστήριο κρίνει ότι οι επίμαχες προϋποθέσεις περί ιθαγένειας αντιβαίνουν προς το άρθρο 52 της Συνθήκης, η Ιρλανδική Κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι οι προϋποθέσεις αυτές δικαιολογούνται βάσει του άρθρου 56. Στην περίπτωση αυτή θα ήταν επίσης αβάσιμοι οι ισχυρισμοί που βασίζει η Επιτροπή στα άρθρα 7 και 221 της Συνθήκης.
108.
Η Ιρλανδική Κυβέρνηση υποστηρίζει επίσης ότι η ενδεχόμενη αποδοχή της απόψεως της Επιτροπής ως προς τη νηολόγηση των αλιευτικών σκαφών θα έθετε σε κίνδυνο την εφαρμογή της διαρθρωτικής πολιτικής της Κοινότητας στον τομέα της αλιείας.
109.
Οι προαναφερθείσες αποφάσεις της 14ης Δεκεμβρίου 1989 στις υποθέσεις Agegate και Jaderow δεν ασκούν καμία επιρροή επί της επιλύσεως της παρούσας διαφοράς, καθόσον αφορούσαν το ζήτημα αν συμβιβάζονται με το κοινοτικό δίκαιο ορισμένες προϋποθέσεις για τη χορήγηση αδειών αλιείας, ενώ αντικείμενο της παρούσας διαφοράς είναι το ζήτημα αν τα κράτη μέλη έχουν εξουσία καθορισμού των προϋποθέσεων εγγραφής των αλιευτικών πλοίων στα νηολόγια τους.
Κ. Ν. Κακούρης
εισηγητής δικαστής
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η αγγλική.
Top