ΈΚΘΕΣΗ ΑΚΡΟΑΤΗΡΊΟΥ
στην υπόθεση C-261/89 ( *1 )
Ι — Πραγματικά περιστατικά και διαδικασία
1.
Κατά τη χρονική περίοδο 1983-1988, οι ιταλικές αρχές εξεπόνησαν και διεβίβασαν στην Επιτροπή πρόγραμμα αναδιοργάνωσης και εξυγίανσης της βιομηχανίας αλουμινίου κρατικής συμμετοχής. Με έγγραφα της 14ης Δεκεμβρίου 1984 και της 25ης Νοεμβρίου 1985, η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων κίνησε τη διαδικασία του άρθρου 93, παράγραφος 2, της Συνθήκης, για τις χρηματοοικονομικές παρεμβάσεις που προβλέπονταν με το πρόγραμμα αυτό.
Η Ιταλική Κυβέρνηση υπέβαλε τις παρατηρήσεις της, στη διαδικασία αυτή, με έγγραφα της 12ης Μαρτίου, 12ης Νοεμβρίου και 21ης Νοεμβρίου 1986. Με το τελευταίο, η Ιταλική Κυβέρνηση δεσμεύτηκε να μειώσει τις χρηματοδοτήσεις που προέβλεπε για τις ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις κατά το ποσό των 200 δισεκατομμυρίων ιταλικών λιρών ( LIT ).
Με απόφαση της 17ης Δεκεμβρίου 1986, η Επιτροπή διαπίστωσε ότι οι τροποποιήσεις που είχε επιφέρει η Ιταλική Κυβέρνηση αφορούσαν στοιχεία ως προς τα οποία είχε διατυπώσει επιφυλάξεις και ότι οι εισφορές κεφαλαίου από δημοσίους πόρους είχαν μειωθεί κατά 200 δισεκατομμύρια LIT· έτσι, το σύνολο των εισφορών κεφαλαίων που πραγματοποιήθηκαν από το 1983 μέχρι το 1986 μειώθηκαν σε 989 δισεκατομμύρια LIT. Γι' αυτό η Επιτροπή αποφάσισε να θέσει στο αρχείο τις δύο διαδικασίες που είχε κινήσει. Κάλεσε πάντως την Ιταλική Κυβέρνηση να απόσχει από τη χορήγηση άλλων ενισχύσεων, υπό οποιαδήποτε μορφή, στον κρατικής συμμετοχής όμιλο του τομέα του αλουμινίου μέχρι το τέλος του 1988 * ζήτησε δε από την κυβέρνηση να την ενημερώνει κατ' έτος σχετικά με την πληρωμή των ενισχύσεων, τις επενδύσεις και την αποκατάσταση της χρηματοοικονομικής αποτελεσματικότητας.
2.
Στις 18 Σεπτεμβρίου 1987, οι ιταλικές αρχές αποφάσισαν να επιτρέψουν στον EFIM (οργανισμό συμμετοχής στη χρηματοδότηση των μεταποιητικών βιομηχανιών) να εκδώσει στην εσωτερική αγορά ομολογιακό δάνειο, βαρύνον το Δημόσιο· από αυτό το ομολογιακό δάνειο, 100 δισεκατομμύρια προορίζονταν για τη χρηματοδότηση των επενδύσεων στις εταιρίες Alumínia ( 70 δισεκατομμύρια LIT) και Compagnia Sarda Alluminio (στο εξής: Comsal) (30 δισεκατομμύρια LIT).
Η Επιτροπή, πληροφορηθείσα περί αυτού, απηύθυνε στην Ιταλική Κυβέρνηση έγγραφο της 27ης Οκτωβρίου 1987, με το οποίο ζητούσε να της γνωστοποιηθούν οι χρηματοοικονομικές αυτές παρεμβάσεις σύμφωνα με το άρθρο 93, παράγραφος 3, της Συνθήκης.
Η Ιταλική Κυβέρνηση απάντησε με έγγραφο της 29ης Μαρτίου 1988, με το οποίο έδωσε στοιχεία σχετικά με τις παρεμβάσεις αυτές. Λαμβάνοντας υπόψη το έγγραφο αυτό, η Επιτροπή έκρινε ότι η χορήγηση 100 δισεκατομμυρίων LIT στις επιχειρήσεις Alumínia και Comsal έπρεπε να θεωρηθεί ως κρατική ενίσχυση κατά την έννοια του άρθρου 92, παράγραφος 1, της Συνθήκης και κίνησε τη διαδικασία του άρθρου 93, παράγραφος 2, της Συνθήκης, με το από 28 Σεπτεμβρίου 1988 έγγραφό της, καλώντας την Ιταλική Κυβέρνηση να υποβάλει τις παρατηρήσεις της. Αυτές υποβλήθηκαν με έγγραφα της 31ης Ιανουαρίου και της 7ης Μαρτίου 1989.
Τέλος, στις 24 Μαΐου 1989, η Επιτροπή έλαβε απόφαση με την οποία περάτωσε τη διαδικασία· το άρθρο 1 αυτής ορίζει:
« Οι δύο ενισχύσεις με τη μορφή ατόκων δανείων μετατρέψιμων σε ίδια κεφάλαια και ανερχόμενων σε 70 και 30 δισεκατομμύρια λίρες Ιταλίας, τα οποία η Ιταλική Κυβέρνηση χορήγησε προς τις επιχειρήσεις Alumínia και Comsal, είναι ασυμβίβαστες με την κοινή αγορά κατά την έννοια του άρθρου 92, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΟΚ, δεδομένου ότι οι ενισχύσεις αυτές εχορηγήθησαν κατά παράβαση του άρθρου 93, παράγραφος 3, της Συνθήκης ΕΟΚ και των όρων που τίθενται στην απόφαση της Επιτροπής της 17ης Δεκεμβρίου 1986. »
Κατά της αποφάσεως αυτής η Ιταλική Δημοκρατία άσκησε την υπό κρίση προσφυγή.
3.
Η προσφυγή πρωτοκολλήθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 17 Αυγούστου 1989.
Κατόπιν εκθέσεως του εισηγητή δικαστή και μετά από ακρόαση του γενικού εισαγγελέα, το Δικαστήριο αποφάσισε να προχωρήσει στην προφορική διαδικασία χωρίς προηγούμενη διεξαγωγή αποδείξεων.
II — Αιτήματα των διαδίκων
4.
Η Ιταλική Κυβέρνηση ζητεί από το Δικαστήριο:
—
να ακυρώσει την προσβαλλομένη απόφαση της Επιτροπής της 24ης Μαΐου 1989·
—
να καταδικάσει την καθής στα δικαστικά έξοδα.
Η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο:
—
να απορρίψει ως αβάσιμη την προσφυγή που άσκησε η Ιταλική Κυβέρνηση κατά της αποφάσεως που εξέδωσε η Επιτροπή στις 24 Μαΐου 1989 σύμφωνα με το άρθρο 93, παράγραφος 2, της Συνθήκης ΕΟΚ·
—
να καταδικάσει την Ιταλική Δημοκρατία στα δικαστικά έξοδα.
III — Λόγοι ακυρώσεως και επιχειρήματα των διαδίκων
5.
Οι λόγοι ακυρώσεως και τα επιχειρήματα των διαδίκων περιστρέφονται περί τα εξής τρία ζητήματα:
α)
αν οι επίδικες χρηματοοικονομικές παρεμβάσεις έγιναν εντός του ανωτάτου ορίου των 989 δισεκατομμυρίων LIT που είχε επιτρέψει η Επιτροπή·
β)
αν οι επίδικες χρηματοοικονομικές παρεμβάσεις μπορούν να χαρακτηριστούν ως ενισχύσεις·
γ)
αν η Επιτροπή παρέλειψε να εκτιμήσει αν οι χρηματοοικονομικές παρεμβάσεις συμβιβάζονται με την κοινή αγορά, στο πλαίσιο των παρεκκλίσεων που προβλέπονται στο άρθρο 92, παράγραφος 3, στοιχείο γ.
α) Η τήρηση, για τις επίδικες χρηματοδοτικές παρεμβάσεις, rov ανωτάτου ορίου των 989 δισεκατομμυρίων LIT που είχε επιτρέψει η Επιτροπή
6.
Η Ιταλική Κυβέρνηση φρονεί ότι ετήρησε το ανώτατο όριο των 989 δισεκατομμυρίων LIT · υποστηρίζει συγκεκριμένα ότι, με την απόφαση της 17ης Δεκεμβρίου 1986, εγκρίθηκαν οι παρεμβάσεις που είχαν καταβληθεί υπέρ του τομέα του αλουμινίου μέχρι το τέλος του έτους 1985, καθώς και χρηματοδοτήσεις για το 1986 για τον ίδιο τομέα ύψους 200 δισεκατομμυρίων LIT.
Επισημαίνει ότι η MCS, εταιρία holding του τομέα του αλουμινίου, είχε λάβει χρηματοδοτήσεις, κατά την περίοδο 1986-1988, ύψους 290,9 δισεκατομμυρίων LIT, αλλ' είχε καταβάλει το 1988 προς εξόφληση δανείων 100 δισεκατομμύρια LIT' άρα, έλαβε καθαρά 190,9 δισεκατομμύρια LIT.
Προς απόκρουση του ισχυρισμού της Επιτροπής ότι, κατά τον χρόνο εκδόσεως της αποφάσεως, οι παρεμβάσεις από δημόσιους πόρους υπό μορφή κεφαλαίων, ύψους 989 δισεκατομμυρίων, είχαν ήδη καταβληθεί καθ' ολοκληρίαν, η Ιταλική Κυβέρνηση παρατηρεί ότι:
1)
ο ισχυρισμός αυτός αντιφάσκει προς την προσβαλλομένη απόφαση, στην οποία λέγεται ότι η Επιτροπή αποφάσισε να θέσει στο αρχείο τις διαδικασίες που είχε κινήσει σχετικά με τις ενισχύσεις τις οποίες η Ιταλική Κυβέρνηση «είχε ήδη χορηγήσει ή σκόπευε να χορηγήσει»·
2)
το τεχνικό σημείωμα της 25ης Ιουνίου 1986, στο οποίο στηρίζεται η Επιτροπή, ουδεμία μνεία περιέχει περί ήδη καταβεβλημένων χρηματοδοτήσεων·
3)
αν, βάσει των στοιχείων που η ίδια προσκομίζει, η Επιτροπή καταφέρνει να στοιχειοθετήσει — μέχρι τέλους του 1986 — την καταβολή ποσού ίσου προς 974,6 δισεκατομμύρια LIT, παραμένει μια διαφορά 15 δισεκατομμυρίων από το συνολικό εγκριθέν ποσό, πράγμα που θα έπρεπε να υποχρεώσει την Επιτροπή να περιορίσει την καταδίκη σε 85 δισεκατομμύρια LIT από το όλο αμφισβητούμενο ποσό.
Η Επιτροπή επισημαίνει, κατ' αρχάς, ότι ο ισχυρισμός της Ιταλικής Κυβερνήσεως ότι δεν υπερέβη το ανώτατο όριο των 989 δισεκατομμυρίων LIT είναι όλως αβάσιμος, διότι:
1)
δεν προσκομίζει κανένα στοιχείο προς επιβεβαίωση του ισχυρισμού της·
2)
η Επιτροπή ουδέποτε επέτρεψε στην Ιταλία να χορηγήσει, κατά την περίοδο 1986-1988, χρηματοδοτήσεις κεφαλαίων ύψους 200 δισεκατομμυρίων LIT, πέρα από τα 989 δισεκατομμύρια LIT που διαλαμβάνονται στην απόφαση της 17ης Δεκεμβρίου 1986 για την περίοδο 1983-1986, η οποία προέβλεπε ότι καμμία άλλη ενίσχυση δεν μπορούσε να χορηγηθεί μέχρι τέλους του 1988·
3)
οι επίδικες ενισχύσεις δεν αποτελούν μέρος του συνολικού ποσού των ενισχύσεων τις οποίες επέτρεψε η Επιτροπή, εφόσον αυτό το συνολικό ποσό είχε ήδη εξ ολοκλήρου καταβληθεί όταν εκδόθηκε η απόφαση της 17ης Δεκεμβρίου 1986.
Εξ άλλου, η Επιτροπή φρονεί ότι ο υπό της Ιταλικής Κυβερνήσεως χαρακτηρισμός των επιδίκων παρεμβάσεων ως αναπόσπαστου τμήματος του ανωτάτου ορίου των 989 δισεκατομμυρίων LIT, το οποίο επέτρεψε η Επιτροπή, αντιφάσκει προς τους ισχυρισμούς των ίδιων των ιταλικών αρχών, που διατυπώθηκαν, κατά χρονολογική σειρά, ως εξής:
1)
Το τεχνικό σημείωμα που καταρτίστηκε από τον όμιλο EFIM-MCS στις 24 Ιουνίου 1986: στον συνημμένο στο σημείωμα αυτό πίνακα, αναγνωρίζονται χρηματοδοτήσεις από πόρους του Δημοσίου, για την περίοδο 1983-1985, ύψους 828 δισεκατομμυρίων LIT. Αν προστεθούν 146,6 δισεκατομμύρια LIT, που αποτελούν την αύξηση του κεφαλαίου για το έτος 1986, καταλήγει κανείς στα 974,6 δισεκατομμύρια LIT.
2)
Τα πρακτικά της συνεδριάσεως που διεξήχθη στη Ρώμη, στις 30 Ιουλίου 1986, κατά την οποία οι Ιταλοί εκπρόσωποι εδήλωσαν ότι, από το συνολικό ποσό των προβλεπομένων εισφορών κεφαλαίων, μόνο το ποσό των 200 περίπου δισεκατομμυρίων LIT δεν καταβλήθηκε στον EFIM.
3)
Με τις παρατηρήσεις της της 31ης Ιανουαρίου 1989, που υπέβαλε στο πλαίσιο της διαδικασίας του άρθρου 93, παράγραφος 3, αναγνωρίζεται ότι ο όμιλος EFIM-MSC έλαβε, ως εισφορά κεφαλαίου, μετά τις εισφορές που είχαν υλοποιηθεί μέχρι το 1985 ( 829 δισ. ), συνολικό ποσό 284 δισεκατομμυρίων LIT.
4)
Το υπηρεσιακό σημείωμα του Ministero delle partecipazioni statali, της 27ης Μαρτίου 1990, επιβεβαιώνει πλήρως τα ποσά των 828 δισεκατομμυρίων LIT που ελήφθησαν κατά την περίοδο 1983-1985 (υπό τον τίτλο « Χρηματοοικονομικές εισφορές πράγματι ληφθείσες από τον τομέα του αλουμινίου » ), 284 δισεκατομμυρίων LIT για τα έτη 1986-1988, και 1112 δισεκατομμυρίων LIT συνολικώς για την περίοδο 1983-1988.
Η Επιτροπή αμφισβητεί, στη συνέχεια, τα επιχειρήματα που αντέταξε η Ιταλική Κυβέρνηση κατά του ισχυρισμού της ότι το συνολικό ποσό των 989 δισεκατομμυρίων LIT είχε ήδη καταβληθεί όταν εκδόθηκε η απόφασή της της 17ης Δεκεμβρίου 1986' συγκεκριμένα:
1)
Οι ενισχύσεις που η Ιταλική Κυβέρνηση « σκόπευε να χορηγήσει », στις οποίες αναφέρεται η προσβαλλομένη απόφαση, δεν είναι οι εισφορές κεφαλαίων «που η Ιταλική Κυβέρνηση είχε ήδη χορηγήσει», αλλά οι άλλες ενισχύσεις που είχε εγκρίνει η Επιτροπή και που μνημονεύονται στην προσβαλλομένη απόφαση.
2)
Η προσπάθεια να μειωθεί το ύψος των ασυμβιβάστων και γι' αυτό επιστρεπτέων ενισχύσεων σε 85 δισεκατομμύρια LIT είναι αστήρικτη και αντιφάσκει προς τις προφορικές και έγγραφες διαβεβαιώσεις των ιταλικών αρχών.
β) Ο χαρακτηρισμός των επιδίκων χρ?)ματοοι-κονομικών παρεμβάσεων ως ενισχύσεων
7.
Κατά την Ιταλική Κυβέρνηση, η Επιτροπή δεν εφάρμοσε ορθά το κριτήριο εκτιμήσεως για να στοιχειοθετήσει την ύπαρξη ενισχύσεως· το κριτήριο αυτό στηρίζεται στη σύγκριση μεταξύ της συμπεριφοράς του κράτους και της συμπεριφοράς την οποία, στις υπό κρίση περιστάσεις, θα τηρούσε κατά τεκμήριο ένας ιδιώτης μέτοχος της επιχειρήσεως.
Με την προσβαλλομένη απόφαση, η Επιτροπή λαμβάνει υπόψη μόνο τις ζημίες και το συνολικό χρέος της Alumínia και της Comsal κατά τα έτη 1985 έως 1987, ουδεμία όμως σημασία αποδίδει στο γεγονός ότι, το 1988, η Alumínia έκλεισε τον ισολογισμό της με καθαρό κέρδος, ότι η Comsal μείωσε σταδιακά τις ζημίες της, ώστε, κατά το 1988, να μειωθούν σε λιγότερο του 50 % των ζημιών που είχε υποστεί το 1987, και ότι οι επίδικες παρεμβάσεις προορίζονταν για την υλοποίηση ειδικών προγραμμάτων παραγωγικών επενδύσεων.
Η Ιταλική Κυβέρνηση, αντιθέτως, φρονεί ότι το κριτήριο εκτιμήσεως που συνίσταται στη σύγκριση του Δημοσίου ως μετόχου με τον ιδιώτη επιχειρηματία, κριτήριο αφ' εαυτού γενικό και αφηρημένο, μπορεί να οδηγήσει σε χρήσιμα συμπεράσματα μόνον αν εφαρμοστεί χωρίς προσήλωση στους τύπους, αν ληφθεί υπόψη το σύνολο των περιστάσεων που συμβάλλουν στον προσδιορισμό της επιλογής της προσφορότερης συμπεριφοράς, και ειδικότερα οι διαχειριστικές προοπτικές των δύο εταιριών και η τοποθέτηση των χρησιμοποιουμένων κεφαλαίων.
Η Ιταλική Κυβέρνηση θεωρεί εσφαλμένο τον ισχυρισμό της Επιτροπής ότι η εκτίμηση των ενισχύσεων πρέπει να στηρίζεται στα στοιχεία που είναι γνωστά κατά τον χρόνο της χορηγήσεως των ενισχύσεων. Φρονεί ότι πρέπει να λαμβάνονται υπόψη τα στοιχεία προβλέψεως της μελλοντικής εξελίξεως της επιχειρήσεως. Τα στοιχεία αυτά ουδόλως τα παραγνωρίζει ένας ιδιώτης επενδυτής όταν προβαίνει στην οικονομική επιλογή του· εξ άλλου, συγκαταλέγονται μεταξύ των γενικών κριτηρίων που χρησιμοποιεί η Επιτροπή για την εκτίμηση των ενισχύσεων, όταν αυτή αναφέρεται στην προβλεπόμενη απόδοση της επενδύσεως εντός ευλόγου χρόνου.
Η Ιταλική Κυβέρνηση αποκρούει επίσης το κριτήριο της δυνατότητας εξευρέσεως στην κεφαλαιαγορά των χρηματοοικονομικών πόρων προς πραγματοποίηση νέων επενδύσεων, διότι το κριτήριο αυτό δεν εξασφαλίζει την ορθή εφαρμογή της αρχής της ισότητας μεταξύ δημοσίων και ιδιωτικών επιχειρήσεων. Και τούτο διότι μια ιδιωτική επιχείρηση που ανήκει σε όμιλο μεγάλων διαστάσεων μπορεί να στηρίζεται στη χρηματοδοτική ικανότητα του ομίλου, χωρίς να καταφύγει στην κεφαλαιαγορά.
8.
Η Επιτροπή αμφισβητεί, κατ' αρχάς, ότι ο προορισμός των χρηματοοικονομικών παρεμβάσεων μπορεί να χρησιμεύσει ως κριτήριο για να αποκλειστεί να χαρακτηριστεί ως ενίσχυση μια χρηματοοικονομική παρέμβαση, όπως φρονεί η Ιταλική Κυβέρνηση. Επισημαίνει ότι, σύμφωνα με τους γενικούς προσανατολισμούς που είχε δημοσιεύσει η ίδια το 1984, πρέπει να αποδίδεται στις εισφορές κεφαλαίου ο χαρακτήρας κρατικής ενισχύσεως, όταν η οικονομική κατάσταση της επιχειρήσεως δεν επιτρέπει να αναμένεται μια κανονική απόδοση των επενδυόμενων κεφαλαίων εντός ευλόγου προθεσμίας ή όταν η επιχείρηση δεν είναι σε θέση να εξεύρει στην κεφαλαιαγορά τους αναγκαίους οικονομικούς πόρους.
Ο ειδικός προορισμός μιας ενισχύσεως συνιστά, επομένως, απλό τυπικό στοιχείο, στο οποίο το Δικαστήριο δεν έχει αποδώσει καμία σημασία ( βλ. απόφαση της 14ης Νοεμβρίου 1984, στην υπόθεση 323/82, Intermills, Συλλογή 1984, σ. 3809).
Η Επιτροπή τονίζει ότι το Δικαστήριο έχει κρίνει ορθό το κριτήριο του ιδιώτη επενδυτή ( αποφάσεις της 10ης Ιουλίου 1986, στην υπόθεση 234/84, Βέλγιο κατά Επιτροπής, τη λεγομένη « Meura », Συλλογή 1986, σ. 2263 της 14ης Φεβρουαρίου 1990, C-301/87, στην υπόθεση Γαλλία κατά Επιτροπής, τη λεγομένη «Boussac», Συλλογή 1990, σ. I-307 και της 21ης Μαρτίου 1990, στην υπόθεση C-142/87, Βέλγιο κατά Επιτροπής, τη λεγομένη « Tubemeuse», Συλλογή 1990, σ. I-959) και έχει αναγνωρίσει τη σημασία των στοιχείων που αφορούν την οικονομική ζημία, τα χρέη και τις δυνατότητες αυτοχρηματοδοτήσεως της επιχειρήσεως για την οποία προορίζεται η ενίσχυση ( προαναφερθείσες αποφάσεις της 14ης Φεβρουαρίου 1990, Boussac, και της 21ης Μαρτίου 1990, Tubemeuse).
Συναφώς, η Επιτροπή εμμένει στο ότι, για να εκτιμηθούν οι επίδικες ενισχύσεις, πρέπει να λαμβάνονται ως βάση τα χρηματοοικονομικά στοιχεία που είναι γνωστά κατά τον χρόνο της χορηγήσεως των ενισχύσεων. Κατ' αυτόν τον τρόπο, η Επιτροπή εγγυάται την ίση μεταχείριση μεταξύ των κρατών που συμμορφώνονται με την υποχρέωση προηγουμένης γνωστοποιήσεως των ενισχύσεων και εκείνων που παραβαίνουν την υποχρέωση αυτή. Διαφορετικά, θα ευνοούνταν τα δεύτερα.
Από τα στοιχεία των ετών 1985-1987 προκύπτουν ζημίες και σημαντικών διαστάσεων χρέος.
γ) Η παράλειψη της Επιτροπής να εκτιμήσει αν οι χρηματοοικονομικές παρεμβάσεις συμβιβάζονται με την κοινή αγορά, ιδίως υπό το πρίσμα τον άρθρου 92, παράγραφος J, στοιχείο γ
9.
Η Ιταλική Κυβέρνηση διατείνεται ότι η προσβαλλομένη απόφαση είναι αμφισβητήσιμη διότι η Επιτροπή, αφού εθεώρησε την επίδικη χρηματοοικονομική παρέμβαση ως νέα ενίσχυση, μη επιτρεπομένη από την απόφαση της 17ης Δεκεμβρίου 1986, και ενώ, εν πάση περιπτώσει, είχε υποχρέωση να εξετάσει αν η ενίσχυση αυτή συμβιβάζεται με την κοινή αγορά, στήριξε την απόφαση της σε αξιολογικά κριτήρια εντελώς διαφορετικά από εκείνα που είχε χρησιμοποιήσει για να αποφανθεί για το « πρόγραμμα για το αλουμίνιο ».
Συγκεκριμένα, οι αμφισβητούμενες παρεμβάσεις εντάσσονται στο πλαίσιο της αναδιοργανώσεως και του εξορθολογισμού του οικείου τομέα παραγωγής και προορίζονται να επενδυθούν στην παραγωγή.
Με την απόφαση της 17ης Δεκεμβρίου 1986, η Επιτροπή υποστήριξε ότι η αναδιάρθρωση που προβλεπόταν με το « πρόγραμμα για το αλουμίνιο » ευνοεί τον εξορθολογισμό της όλης βιομηχανίας αλουμινίου και ότι, για τον λόγο αυτό, « είναι σύμφωνη προς τους σκοπούς της κοινοτικής πολιτικής». Έκρινε, κατά συνέπεια, ότι η ενίσχυση έπρεπε να εκτιμηθεί υπό το πρίσμα του άρθρου 92, παράγραφος 3, στοιχείο γ, της Συνθήκης.
Αυτή όμως η θεώρηση αγνοείται πλήρως στην προσβαλλομένη απόφαση, με την οποία η Επιτροπή θα έπρεπε να είχε λύσει προκαταρ-κτικώς το ζήτημα αν στις αμφισβητούμενες παρεμβάσεις έχει εφαρμογή το αξιολογικό κριτήριο το οποίο είχε εφαρμόσει η ίδια σε άλλες αποφάσεις, ομοειδείς ως προς τον σκοπό και τον οικονομικό τομέα.
Η Επιτροπή δεν μπορεί να οχυρωθεί πίσω από το επιχείρημα ότι η υποχρέωση αυτή, η οποία απορρέει από το περιεχόμενο της αποφάσεως της 17ης Δεκεμβρίου 1986, έχει αποδυναμωθεί, εφόσον η ειδική λειτουργία της αποφάσεως την οποία μπορεί να εκδώσει η Επιτροπή σύμφωνα με το άρθρο 93 της Συνθήκης δεν είναι να αναγνωρίσει τη μη τήρηση των υποχρεώσεων που επέβαλλε μια προηγουμένη απόφαση για μια τέτοια αναγνώριση, η Επιτροπή θα έπρεπε να προσφύγει απευθείας στο Δικαστήριο, βάσει του άρθρου 93, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο.
Η Ιταλική Κυβέρνηση παρατηρεί, στη συνέχεια, ότι η απόφαση της 17ης Δεκεμβρίου 1986 περιείχε πρόσκληση και όχι εντολή να μη χορηγηθούν νέες ενισχύσεις.
Κατά την Ιταλική Κυβέρνηση, τέλος, αντικείμενο της αποφάσεως αυτής δεν μπορεί να είναι η επιβολή απολύτου απαγορεύσεως μελλοντικών ενισχύσεων, στηριζομένη σε προηγουμένη και οριστική κρίση περί ασυμβιβάστου των ενισχύσεων αυτών με την κοινή αγορά και τούτο διότι οι ενισχύσεις πρέπει να εκτιμώνται με γνώμονα τον σκοπό τους, καθώς και την κατάσταση της οικονομίας και της αγοράς κατά τον χρόνο κατά τον οποίο αποφασίζονται.
10.
Η Επιτροπή θεωρεί ότι, με τον τρόπο αυτό, οι ιταλικές αρχές επιχειρούν να βάλουν κατά της αποφάσεως της 17ης Δεκεμβρίου 1986, η οποία είναι πλέον απρόσβλητη, εφόσον δεν προσεβλήθη εμπροθέσμως.
Η Επιτροπή, επισημαίνει, κατ' αρχάς, ότι η Ιταλική Κυβέρνηση ουδέποτε εζήτησε ή αξίωσε, κατά το προ της ασκήσεως της προσφυγής στάδιο, να υπαχθούν οι επίδικες ενισχύσεις σε μια από τις παρεκκλίσεις που προβλέπονται στο άρθρο 92, παράγραφος 3, ούτε παρέσχε καμμία χρήσιμη πληροφορία προς τον σκοπό αυτόν. Από αυτό η Επιτροπή μπορεί να συναγάγει ότι μπορούσε ευλόγως να περατώσει τη διαδικασία εξετάσεως των εν λόγω ενισχύσεων και να εκδώσει την τελική αρνητική απόφαση στηριζόμενη αποκλειστικά στα πληροφοριακά στοιχεία τα οποία διέθετε (βλ. αποφάσεις της 10ης Ιουλίου 1986, « Meura », όπ.π., και στην υπόθεση 40/85, Επιτροπή κατά Βελγίου, τη λεγομένη « Boch », Συλλογή 1986, σ. 2321, καθώς και απόφαση της 14ης Φεβρουαρίου 1990, «Boussac», όπ.π. ).
Τέλος, παρατηρεί ότι η απόφαση της 17ης Δεκεμβρίου 1986, εφόσον δεν ήταν απορριπτική, αλλ' απλώς έθετε όρους, δεν ήταν αναγκαίο να περιβάλλεται την τυπική μορφή που αντιστοιχεί στο άρθρο 189 της Συνθήκης, αλλ' αντιθέτως έλαβε τη μορφή επιστολής που συντάχτηκε με τη συνήθη διπλωματική γλώσσα. Σ' αυτό το πλαίσιο, όταν η Επιτροπή καλεί ένα κράτος μέλος να συμμορφωθεί προς τη Συνθήκη, το καλεί, στην ουσία, να συμμορφωθεί προς τις δεσμεύσεις που έχει αναλάβει.
Εν προκειμένω, η πρώτη από τις δεσμεύσεις αυτές ήταν η αναληφθείσα από την Ιταλική Κυβέρνηση να μη χορηγήσει ποσό 200 δισεκατομμυρίων. Μόνον αφού έλαβε και αξιολόγησε τη δέσμευση αυτή, η Επιτροπή εξέδωσε την απόφαση με την οποία επέτρεπε τις ενισχύσεις μέχρι ποσού 989 δισεκατομμυρίων LIT.
Η Επιτροπή τονίζει ότι, από την άλλη πλευρά, η κατάσταση των επιχειρήσεων που λαμβάνουν τις επίδικες ενισχύσεις δεν συνιστά νέο στοιχείο σε σχέση προς το πρόγραμμα που προβλεπόταν με την απόφαση της 17ης Δεκεμβρίου 1986, εφόσον οι δύο επιχειρήσεις ανήκαν ήδη στον όμιλο EFIM κατά τον χρόνο της υλοποιήσεως του προγράμματος αυτού. Οι οικονομικές τους ανάγκες ήσαν, επομένως, ασφαλώς γνωστές στις ιταλικές αρχές και έπρεπε να ικανοποιηθούν εντός των ορίων του ανωτάτου ποσού το οποίο είχε επιτρέψει η Επιτροπή και το οποίο οι ιταλικές αρχές δεν μπορούσαν να τροποποιήσουν μονομερώς.
Αν οι ιταλικές αρχές διέκριναν νέα στοιχεία, ικανά να μεταβάλουν τους όρους που είχε επιβάλει η Επιτροπή, όφειλαν να τα γνωστοποιήσουν στην Επιτροπή, σύμφωνα με το άρθρο 93, παράγραφοι 2 και 3, και τούτο σύμφωνα με την ερμηνεία της αποφάσεως της 15ης Ιανουαρίου 1986, στην υπόθεση 52/84, Επιτροπή κατά Βελγίου, τη λεγομένη « Boch » ( Συλλογή 1986, σ. 89).
Τούτο δεν σημαίνει ότι η απόφαση της 17ης Δεκεμβρίου 1986 αποκλείει παντελώς κάθε μελλοντική ενίσχυση, αλλ' ότι, για να μεταβληθούν οι όροι της εν λόγω αποφάσεως, πρέπει να τηρηθούν οι κανονικές διαδικασίες και οι διατάξεις της Συνθήκης.
Αν δεν συντρέχει καμμία δικαιολογία για να μεταβληθούν οι όροι της αποφάσεως της 17ης Δεκεμβρίου 1986, η χορήγηση περαιτέρω ενισχύσεων, πέρα από εκείνες που επετράπησαν με την απόφαση αυτή, η οποία παράγει άμεσα αποτελέσματα ( βλ. απόφαση της 19ης Ιουνίου 1973, στην υπόθεση 77/72, Capolongo, Συλλογή 1973, σ. 613 ), άγει στο ασυμβίβαστο των επιδίκων ενισχύσεων προς την κοινή αγορά, η έννοια της οποίας εμπεριέχει και τις πράξεις του παραγώγου δικαίου, όπως είναι η απόφαση της 17ης Δεκεμβρίου 1986 (βλ. αποφάσεις της 25ης Ιουνίου 1970, στην υπόθεση 47/69, Γαλλία κατά Επιτροπής, Race. 1970, σ. 487, και της 22ας Μαρτίου 1977, στην υπόθεση 74/76, Ianelli κατά Volpi, Racc. 1977, σ. 576).
Η μη τήρηση των όρων από τους οποίους η Επιτροπή εξαρτά την παροχή αδείας για τις ενισχύσεις άγει σε αναίρεση της ίδιας της αδείας, η οποία παρίσταται πλέον αδικαιολόγητη, και συνιστά αφ' εαυτής επαρκή λόγο για να κριθεί ότι κάθε ενίσχυση που χορηγείται κατά παράβαση τους είναι, επί της ουσίας, ασυμβίβαστη προς την κοινή αγορά, εκτός αν διαπιστωθεί εγκαίρως η ύπαρξη στοιχείων ικανών να μεταβάλουν τους τεθέντες όρους.
G. C. Rodríguez Iglesias
εισηγητής δικαστής
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η ιταλική.
Top