ΈΚΘΕΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠ' ΑΚΡΟΑΤΗΡΊΟΥ ΣΥΖΉΤΗΣΗ
στην υπόθεση C-305/89 ( *1 )
Ι — Πραγματικά περιστατικά
1.
Η Alfa Romeo, δεύτερη ιταλική βιομηχανία κατασκευής αυτοκινήτων, κατείχε το 1986 μερίδιο 14,6% στην ιταλική αγορά αυτοκινήτων και 1,6% στη αγορά της ΕΟΚ, προςτην οποία προοριζόταν το 32 ο/ο της συνολικής της παραγωγής.
Το 1985-1986, χρόνο των περιστατικών που αφορά η παρούσα προσφυγή, η επιχείρηση Alfa Romeo αποτελούσε μέρος του ιταλικού δημοσίου holding IRI (Istituto per la ricostruzione industriale, εφεξής: IRI) μέσω της Finmeccanica που αποτελούσε ενδιάμεσο holding (εφεξής: Finmeccanica).
2.
Από την εποχή της κρίσεως στην αγορά αυτοκινήτου το 1973-1974η Alfa Romeo κατέγραφε συνεχώς ζημίες, συγκεκριμένα δε 1484,5 δισεκατομμύρια λίρες Ιταλίας (LIT) κατά τα οκτώ έτη πριν από την πώληση της στην εταιρία FIAT (εφεξής: FIAT) το 1986, ουδέποτε δε κατόρθωσε, παρά τις επανειλημμένες ενέσεις κεφαλαίων ύψους 1387,5 δισεκατομμυρίων LIT από τις ιταλικές αρχές κατά τη διάρκεια της ίδιας περιόδου και την εφαρμογή ενός νέου δεκαετούς σχεδίου το 1980 και ενός προγράμματος αναδιαρθρώσεως το 1983-1984, να ανορθωθεί οικονομικώς.
3.
Κατόπιν αιτήσεως παροχής πληροφοριών της Επιτροπής, η Ιταλική Κυβέρνηση επιβεβαίωσε, με έγγραφο της 21ης Νοεμβρίου 1986, ότι το 1985 είχε καταβληθεί ποσό 206,2 δισεκατομμυρίων LIT στην επιχείρηση Alfa Romeo από τη Finmeccanica και το IRI υπό την μορφή εισφοράς κεφαλαίων προοριζομένων να καλύψουν τις ζημίες που υπέστη η εταιρία το 1984 και κατά τη διάρκεια του πρώτου εξαμήνου του 1985.
Τα κεφάλαια προέρχονταν από επιχορηγήσεις από τον προϋπολογισμό που είχαν διατεθεί στους φορείς διαχειρίσεως των κρατικών συμμετοχών, μεταξύ άλλων στην IRI, με τον νόμο περί χρηματοδοτήσεων για το 1985, 887/84, της22ας Δεκεμβρίου 1984, η κατανομή των οποίων καθορίστηκε με απόφαση του Comitato Interministeriale per la Programmazione Economica ( εφεξής: CIPE ), της 3ης Απριλίου 1985 (GURI 1985, αριθ. 163, σ. 4954).
4.
Δεδομένου ότι οι συζητήσεις με την Ιταλική Κυβέρνηση ως προς τις προϋποθέσεις και τις συνθήκες της εισφοράς αυτής κεφαλαίων δεν κατέληξαν σε ικανοποιητικά αποτελέσματα, η Επιτροπή κίνησε στις 29 Ιουλίου 1987 τη βάσει του άρθρου 93, παράγραφος 2, της Συνθήκης ΕΟΚ διαδικασία.
5.
Κατά την διαδικασία αυτή προέκυψε ότι είχε χορηγηθεί πρόσθετη εισφορά κεφαλαίων ύψους 408,9 δισεκατομμυρίων LIT στην Alfa Romeo το 1986 από τη Finmecannica. Τα αναγκαία κεφάλαια προέρχονταν από ομολογιακά δάνεια που είχαν συναφθεί από το IRI βάσει του νομοθετικού διατάγματος 547/85, της 19ης Οκτωβρίου 1985, με το οποίο επιτράπηκε στους δημόσιους οργανισμούς, μεταξύ των οποίων ο IRI, να εκδίδουν ομόλογα οι τόκοι των οποίων βάρυναν το δημόσιο και ως προς το προϊόν των οποίων εκδόθηκε η απόφαση περί κατανομής του CIPE της 28ης Νοεμβρίου 1985 (GURI 1986, αριθ. 6, σ. 40), βάσει του νόμου περί χρηματοδοτήσεων για το 1986, 41/86, της 28ης Φεβρουαρίου 1986 (GURI 1986, αριθ. 49, Suppi. ord. αριθ. 1 )
Η εισφορά αυτή κεφαλαίων συνδεόταν, κατά την Ιταλική Κυβέρνηση, με ένα τριετές πρόγραμμα επενδύσεων και με την ανάγκη να διατηρηθεί η Alfa Romeo σε υγιή οικονομική κατάσταση προκειμένου να αναληφθεί από ιδιώτη επιχειρηματία.
6.
Στις 10 Μαΐου 1988, η Επιτροπή αποφάσισε την επέκταση της διαδικασίας που κίνησε την 29 Ιουλίου 1987 στις ενισχύσεις υπό τη μορφή της δευτέρας αυτής εισφοράς κεφαλαίων.
7.
Τον Νοέμβριο του 1986, συνήφθη σύμβαση πωλήσεως μεταξύ της Finmeccanica και της FIAT με την οποία όλα τα στοιχεία του ενεργητικού της Alfa Romeo μεταβιβάστηκαν στη FIAT αντί συνολικού τιμήματος 1024,6 δισεκατομμυρίων LIT. Μέσω του νέου ομίλου Alfa-Lancia η FIAT ανέλαβε το παθητικό της πρώην επιχειρήσεως της Alfa Romeo κατά 700 εκατομμύρια LIT. Το υπόλοιπο του ενεργητικού και του παθητικού που δεν ανέλαβε η FIAT μεταβιβάστηκε στη Finmeccanica.
8.
Στις 31 Μαΐου 1989, η Επιτροπή εξέδωσε την απόφαση 89/661/ΕΟΚ σχετικά με τις ενισχύσεις που χορηγήθηκαν από την Ιταλική Κυβέρνηση στην επιχείρηση Alfa Romeo ( τομέας αυτοκινήτωνοχημάτων ) ( ΕΕ L 394, σ. 9 ), της οποίας τα δύο πρώτα άρθρα έχουν ως εξής:
« Άρθρο 1
Οι ενισχύσεις που χορήγησε με τη μορφή εισφορών κεφαλαίου συνολικού ύψους 615,1 δισεκατομμυρίων LIT η Ιταλική Κυβέρνηση, μέσω των δημόσιων εταιριών holding IRI και Finmeccanica, στην Alfa Romeo, είναι παράνομες και, συνεπώς, ασυμβίβαστες με την * κοινή αγορά κατά την έννοια του άρθρου 92, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΟΚ, για τον λόγο ότι χορηγήθηκαν κατά παράβαση των κανόνων διαδικασίας του άρθρου 93, παράγραφος 3, της Συνθήκης. Επιπλέον, οι ενισχύσεις είναι επίσης ασυμβίβαστες με την κοινή αγορά, δεδομένου ότι δεν πληρούν τις προϋποθέσεις παρέκκλισης που προβλέπονται από το άρθρο 92, παράγραφος 3, της Συνθήκης.
Άρθρο 2
Η Ιταλική Κυβέρνηση καλείται να καταργήσει τις ενισχύσεις που αναφέρονται στο άρθρο 1 και να ζητήσει την επιστροφή των προαναφερόμενων ενισχύσεων από τη Finmeccanica μέσα σε δύο μήνες από την κοινοποίηση της παρούσας απόφασης.
Η επιστροφή θα πραγματοποιηθεί σύμφωνα με τις διαδικασίες και τις διατάξεις της εθνικής νομοθεσίας, συμπεριλαμβανομένων και αυτών που αναφέρονται στους τόκους υπερημερίας για χρέη προς το δημόσιο, στην περίπτωση που η εξόφληση πραγματοποιηθεί μετά την πάροδο της δίμηνης προθεσμίας που αναφέρεται στην παράγραφο 1. »
II — Έγγραφη διαδικασία και αιτήματα των διαδίκων
1.
Η προσφυγή της Ιταλικής Δημοκρατίας πρωτοκολλήθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 5 Οκτωβρίου 1989.
2.
Η Ιταλική Δημοκρατία, προσφεύγουσα, ζητεί από το Δικαστήριο:
—
προκαταρκτικώς, να αναγνωρίσει την απόλυτη έλλειψη συμφέροντος της Επιτροπής για την έκδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως της 31ης Μαΐου 1989·
—
κυρίως, να ακυρώσει την προσβαλλομένη απόφαση της 31ης Μαΐου 1989·
—
επικουρικώς, να ακυρώσει τη διάταξη του άρθρου 2 της αποφάσεως της 31ης Μαΐου 1989 που αφορά την εντολή επιστροφής του ποσού της ενισχύσεως από τη Finmeccanica·
—
να καταδικάσει την καθής στα δικαστικά έξοδα.
3.
Η Επιτροπή, καθής, ζητεί από το Δικαστήριο:
—
να απορρίψει ως αβάσιμη την προσφυγή που άσκησε η Κυβέρνηση της Ιταλικής Δημοκρατίας κατά της αποφάσεως που εξέδωσε η Επιτροπή στις 31 Μαΐου 1989, σύμφωνα με το άρθρο 93, παράγραφος 2, της Συνθήκης ΕΟΚ, σχετικά με τις ενισχύσεις που χορηγήθηκαν στην επιχείρηση Alfa Romeo (615,1 δισεκατομμύρια LIT)·
—
να καταδικάσει την Ιταλική Δημοκρατία στα δικαστικά έξοδα.
4.
Το Δικαστήριο, κατόπιν εκθέσεως του εισηγητή δικαστή και αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα, αποφάσισε να προχωρήσει στην προφορική διαδικασία χωρίς προηγούμενη διεξαγωγή αποδείξεων.
III — Ισχυρισμοί και επιχειρήματα των διαδίκων
Α —
Η Ιταλική Δημοκρατία προβάλλει τέσσερις λόγους, αντλούμενους από την παράβαση των άρθρων 92, 93 και 222 της Συνθήκης ΕΟΚ και την παραβίαση ορισμένων γενικών αρχών δικαίου, καθώς και από υπέρβαση εξουσίας.
Η Επιτροπή αμφισβητεί το βάσιμο όλων αυτών των λόγων.
Επί νου λόγου που αντλείται από την έλλειψη οημοοίου χαρακτήρα της ενισχύσεως
1.
Η Ιταλική Δημοκρατία υποστηρίζει ότι η Επιτροπή παρέβη το άρθρο 92, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΟΚ, επειδή στην προσβαλλόμενη απόφαση παρέλειψε να θεμελιώσει τον δημόσιο χαρακτήρα των υποτιθεμένων ενισχύσεων. Η προϋπόθεση ότι η εν λόγω ενίσχυση αποτελεί το αποτέλεσμα πράξεως αποδιδόμενης στο κράτος απορρέει από το ίδιο το γράμμα του άρθρου 92, παράγραφος 1, και τη λογική των άρθρων 92 και 93 της Συνθήκης, που προβλέπουν υποχρεώσεις σε βάρος των κρατών μελών, και έχει καθιερωθεί με πάγια νομολογία ( βλ. αποφάσεις της 22ας Μαρτίου 1977, 78/76, Steinike & Weinlig, Race. 1977, σ. 595, και της 30ής Ιανουαρίου 1985, 290/83, Επιτροπή κατά Γαλλίας, Συλλογή 1985 σ. 439' απόφαση της 2ας Φεβρουαρίου 1988, 67/85, 68/85 και 70/85, Van der Kooy, Συλλογή 1988, σ. 219).
Ακόμη και αν η έννοια του κράτους, όπως γίνεται δεκτή στην κοινοτική έννομη τάξη, υπερβαίνει τα όρια του κατά κυριολεξία νομικού προσώπου του « κράτους », δεν μπορεί να επεκτείνεται μέχρι του σημείου να καλύπτει δημόσιες επιχειρήσεις που λειτουργούν με κανόνες του ιδιωτικού δικαίου από το γεγονός και μόνο ότι το κράτος συμμετέχει οικονομικώς έστω και κατά το μεγαλύτερο μέρος.
Η Επιτροπή περιορίστηκε να προσδιορίσει τα νόμιμα ερείσματα των χρηματοδοτικών εισφορών του κράτους στο IRI, χωρίς να αποδείξει ότι οι αυξήσεις κεφαλαίου απορρέουν από απόφαση της δημόσιας αρχής και όχι από οικονομική επιλογή της Finmeccanica. Ο νόμος περί χρηματοδοτήσεων για το 1985 δεν περιέχει κανένα στοιχείο με το οποίο να μπορεί να προσδιοριστεί ιδιαίτερη σχέση ως προς τον προορισμό ενός μέρους των χορηγηθέντων στο IRI κεφαλαίων προς μια συγκεκριμένη εταιρία και δεν καταφαίνεται αν η εν λόγω εισφορά κεφαλαίου συνιστά το αποτέλεσμα προθέσεως ενισχύσεως εκ μέρους της δημόσιας αρχής ή πράξη που θέσπισε η δημόσια αρχή υπό την ιδιότητα της ως μετόχου του IRI στο πλαίσιο μιας καθαρά επιχειρηματικής λογικής. Οι παρατηρήσεις αυτές ισχύουν πολύ περισσότερο ως προς τις νομοθετικές πράξεις με τις οποίες επιτράπηκε στο IRI να συνάψει ομολογιακά δάνεια.
Δεδομένου ότι η προσβαλλόμενη απόφαση αφορά αποκλειστικά τις εισφορές κεφαλαίων κατά το 1985 και 1986, η Επιτροπή δεν μπορεί να την αιτιολογήσει, επικαλούμενη περιστατικά που συνέβησαν πριν από αυτά τα χρονικά σημεία.
2.
Η Επιτροπή παρατηρεί προκαταρκτικά ότι η Ιταλική Δημοκρατία αποσιωπά, στον χαρακτηρισμό που προβαίνει ως προς τις εισφορές κεφαλαίων, τρία σημαντικά γεγονότα, δηλαδή τις σημαντικές ετήσιες ζημίες που κατέγραψε η Alfa Romeo από πλέον των δεκατεσσάρων ετών, τις επανειλημμένες ενέσεις κεφαλαίων, αντιστοίχων, γενικά, προς τις συσσωρευθείσες ζημίες, και την έλλειψη μέτρων αναδιαρθρώσεως καταλλήλων να μειώσουν το κόστος παραγωγής.
Το να υποστηρίζεται ότι ο δημόσιος χαρακτήρας των ενισχύσεων εξαρτάται από την ύπαρξη ρητής και σαφούς διοικητικής πράξεως θα αποτελούσε εμπόδιο για την Επιτροπή να επεμβαίνει όταν πρόκειται για έμμεσες ενισχύσεις. Η Ιταλική Κυβέρνηση δεν μπορεί να μεταβάλλει την ουσιώδη σχέση οικονομικής φύσεως, στην οποία θεμελιώνεται το σύστημα του άρθρου 92, παράγραφοι 1 επ., της Συνθήκης ΕΟΚ, σε μία τυπική νομική σχέση. Το αποφασιστικό γεγονός είναι ότι η Alfa Romeo έλαβε επιδοτήσεις, την καταβολή των οποίων ανέλαβε το κράτος μέσω νομοθετικών πράξεων, αυτό δε μέσω του IRI και της Finmeccanica οι οποίες, καίτοι διακρίνονται νομικώς από το δημόσιο, οφείλουν να συμμορφώνονται προς τις οικονομικές επιλογές στις οποίες προβαίνει το τελευταίο. Πράγματι, τα διευθυντικά όργανα του IRI και της Finmeccanica καθορίζονται από τις κυβερνητικές αρχές. Πρόκειται για οργανισμούς που δρουν στο πλαίσιο των οδηγιών του CIPE, το δε κεφάλαιο των δύο δημοσίων holdings ελέγχεται πλήρως από το ιταλικό κράτος. Στις αποφάσεις της 30ής Ιανουαρίου 1985, Επιτροπή κατά Γαλλίας, προαναφερθείσα και της 2ας Φεβρουαρίου 1988, Van der Kooy, προαναφερθείσα, το Δικαστήριο δέχθηκε ότι η ύπαρξη των δύο αυτών στοιχείων αποτελεί απόδειξη ότι οι ενισχύσεις που προέρχονται από οργανισμούς αυτού του είδους συνιστούν κρατικές ενισχύσεις κατά την έννοια του άρθρου 92, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΟΚ.
Επί του λόγου που αντλείται από τη αυνήθη ουμπεριφορά ενός ιδιώτη επενδυτή
1.
Κατά την Ιταλική Δημοκρατία, η Επιτροπή παρέλειψε, αντίθετα από ό,τι ισχυρίζεται, να αποδείξει γιατί οι εν λόγω εισφορές κεφαλαίων δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτές σε σχέση με έναν ιδιώτη επενδυτή που ασκεί τις δραστηριότητες του υπό κανονικές συνθήκες αγοράς. Η Επιτροπή θα όφειλε να λάβει υπόψη στην ανάλυση της τις ιδιομορφίες του τομέα σε σχέση με τη σημασία των απαιτούμενων επενδύσεων, το χρονικό διάστημα που περιλαμβάνεται μεταξύ της αποφάσεως για την επένδυση και του χρονικού σημείου κατά το οποίο αρχίζουν να διαφαίνονται τα αποτελέσματα της, τις χαρακτηριστικές ιδιότητες των προσώπων που εργάζονται στον τομέα, καθώς και την επίπτωση των στοιχείων κινδύνου που συνδέονται με συγκεκριμένη δραστηριότητα. Όμως, ο τομέας της βιομηχανίας αυτοκινήτων απαιτεί σημαντικές επενδύσεις που χαρακτηρίζονται από μακροπρόθεσμες προοπτικές αποδοτικότητας. Σε σχέση με τις ιδιομορφίες του τομέα αυτού η Επιτροπή παρέλειψε να αποδείξει γιατί ένας ιδιώτης επιχειρηματίας, συγκρίσιμου μεγέθους και οικονομικής δυνατότητας προς το IRI και τη Finmeccanica, δεν θα είχε προβεί στις εν λόγω επενδύσεις. Εξάλλου, οι ιδιωτικές επιχειρήσεις, όπως η Ford και η FIAT, υποψήφιες για την ανάληψη της Alfa Romeo, είχαν προγραμματίσει επενδύσεις αισθητώς μεγαλύτερων ποσών. Ο ισχυρισμός ότι οι εισφορές κεφαλαίου προορίζονταν για να καλύψουν ζημίες χρήσεως δεν αρκεί για να χαρακτηριστούν ως ενισχύσεις.
Η Επιτροπή παρέλειψε επίσης να αναλύσει το συνολικό αποτέλεσμα της συμμετοχής της Finmeccanica στην Alfa Romeo και να λάβει υπόψη το γεγονός ότι τα καθαρά έσοδα της Finmeccanica από την πώληση της Alfa Romeo στη FIAT υπερβαίνουν κατά πολύ το ύψος των αυξήσεων κεφαλαίου που πραγματοποιήθηκαν. Η επιλογή για την εκκαθάριση της Alfa Romeo ήδη από το 1985 είχε ως συνέπεια σοβαρές ζημίες για τη Finmeccanica και δεν ανταποκρίνεται προς τη συνήθη συμπεριφορά ενός καλού επιχειρηματία. Πράγματι, ως μέτοχος πλέον του 99 % της Alfa Romeo θα μπορούσε να της ζητηθεί να εγγυηθεί για το σύνολο των ποσών της εκκαθαρισθείσας εταιρίας. Η εκκαθάριση αυτή είχε αρνητικές συνέπειες για το ίδιο της το « credit rating » και προκάλεσε, σε βάρος της, σημαντικό κόστος για την απόλυση των μισθωτών της Alfa Romeo.
2.
Η Επιτροπή υπενθυμίζει ότι το IRI και η Finmeccanica δεν αποτελούν οργανισμούς προικισμένους με διαχειριστική αυτονομία. Ο αποκλεισμός της εφαρμογής του άρθρου 92, παράγραφος 1, της Συνθήκης -ΕΟΚ σε σχέση με χρηματικές επενδύσεις που προέρχονται από τέτοιους οργανισμούς θα προκαλούσε ρήγμα στο σύστημα εφαρμογής της Συνθήκης, δεδομένου ότι θα στοιχειοθετούσε παράβαση των κανόνων του άρθρου 90 καθώς και της οδηγίας 80/723/ΕΟΚ της Επιτροπής, της 25 Ιουνίου 1980, περί της διαφάνειας των οικονομικών σχέσεων μεταξύ των κρατών μελών και των δημοσίων επιχειρήσεων (ΕΕ ειδ. έκδ. 08/001, σ. 235).
Η Επιτροπή δεν έχει ασφαλώς καμία αντίρρηση ως προς τις συμμετοχές των δημοσίων αρχών στα κεφάλαια των επιχειρήσεων. Απαιτεί όμως οι συμμετοχές αυτές να ανταποκρίνονται στα κριτήρια που τηρούν οι ιδιώτες επενδυτές που ασκούν τις δραστηριότητες τους υπό κανονικές συνθήκες οικονομίας της αγοράς, έστω και αν η αποδοτικότητα των επενδύσεων μπορεί, σε ορισμένες περιπτώσεις, να είναι διαφορετική από χρονικής απόψεως. Όπως διευκρινίζεται στο υφιστάμενο το 1984 διάγραμμα της Επιτροπής σχετικά με τη « συμμετοχή των δημοσίων αρχών στα κεφάλαια των επιχειρήσεων», συμβιβάζονται με την αγορά μόνο εισφορές κεφαλαίων που αντιστοιχούν στις ανάγκες νέων επενδύσεων, εφόσον ο τομέας στον οποίο η επιχείρηση ασκεί τις δραστηριότητες της δεν χαρακτηρίζεται από πλεονάζουσα διαρθρωτική ικανότητα εντός της κοινής αγοράς, η δε οικονομική κατάσταση της επιχειρήσεως αυτής είναι υγιής.
Επί του λόγου που αντλείται από την παράβαση του άρθρου 222 νης Συνθήκης ΕΟΚ
1.
Η Ιταλική Δημοκρατία υποστηρίζει ότι η επίδικη απόφαση συνιστά παράβαση του άρθρου 222 της Συνθήκης ΕΟΚ που διασφαλίζει ρητώς το καθεστώς της ιδιοκτησίας και, ειδικότερα, την αντίθεση μεταξύ του δημοσίου και ιδιωτικού τομέα, χαρακτηριστικό των αποκαλούμενων συστημάτων μικτής οικονομίας. Το ιταλικό σύστημα της συμμετοχής του κράτους χαρακτηρίζεται από την ύπαρξη δημοσίων οργανισμών συνδεδεμένων με τα υπουργεία, αποστολή των οποίων είναι η υλοποίηση των πολιτικών επιλογών του κοινοβουλίου και της κυβερνήσεως οι οποίοι όμως διαθέτουν αυτονομία, όσον αφορά την οικονομική διαχείριση των ελεγχομένων επιχειρήσεων. Ενώ η διάθεση των επιχορηγήσεων από το κράτος προς τους δημοσίους οργανισμούς αποτελεί επιλογή οικονομικής πολιτικής, που διαφεύγει από τον έλεγχο της δικαστικής εξουσίας, οι επεμβάσεις των δημοσίων οργανισμών διενεργούνται σύμφωνα με τους κανόνες του ιδιωτικού δικαίου και βάσει κριτηρίων αποδοτικότητας. Στην υπό κρίση περίπτωση πρόκειται για πολύπτυχη επέμβαση του δημοσίου υπέρ του IRI, το οποίο είναι επιφορτισμένο με την κατανομή των κεφαλαίων μεταξύ των sub-holdings, στα οποία περιλαμβάνεται η Finmeccanica, βάσει κριτηρίων αποδοτικότητας. Η Finmeccanica, εξάλλου, η οποία ενεργεί όπως κάθε ιδιώτης μέτοχος, πραγματοποίησε τις επεμβάσεις της υπέρ διαφόρων εταιριών που ελέγχει, μεταξύ των οποίων της Alfa Romeo. Υπό τις συνθήκες αυτές δεν μπορεί να γίνει λόγος για εισφορά κεφαλαίου από το κράτος προς την Alfa Romeo ή να καταδειχθεί νομικός σύνδεσμος μεταξύ της κρατικής επεμβάσεως επί της επιχορηγήσεως του IRI Kat της μεταγενέστερης επεμβάσεως της Finmeccanica.
2.
Η Επιτροπή εκθέτει ότι, όσον αφορά την πρόσβαση στις χρηματοδοτικές πηγές, οι κανόνες ανταγωνισμού που περιέχονται στη Συνθήκη απαιτούν την τήρηση απόλυτης ισότητας μεταξύ των δημοσίων και ιδιωτικών επιχειρήσεων. Το άρθρο 222 της Συνθήκης δεν απομακρύνεται από την αρχή αυτή. Στην απόφαση της 6ης Ιουλίου 1982, 188/82, 189/82 και 190/82, Γαλλία κατά Επιτροπής (Συλλογή 1982, σ. 2545 ), το Δικαστήριο απέρριψε ρητά ένα επιχείρημα παρόμοιο προς αυτό που προβάλλει η Ιταλική Κυβέρνηση, αντλούμενο από παράβαση αυτού του άρθρου, υπογραμμίζοντας τη διαφορά μεταξύ της καταστάσεως της ιδιωτικής επιχειρήσεως, η οποία καθορίζει με βάση τις απαιτήσεις της αποδοτικότητας τη βιομηχανική και εμπορική της στρατηγική, και αυτής των δημοσίων επιχειρήσεων, που επηρεάζονται στη διαδικασία λήψεως των αποφάσεων τους από τις δημόσιες αρχές που επιδιώκουν σκοπούς γενικού συμφέροντος.
Στην απόφαση της 10ης Ιουλίου 1986, 234/84, Βέλγιο κατά Επιτροπής (Συλλογή 1986, σ. 2281 ), το Δικαστήριο, προκειμένου να χαρακτηρίσει την εισφορά κεφαλαίου στην οποία είχαν προβεί οι δημόσιες αρχές, εξέτασε αν, υπό παρόμοιες συνθήκες, ένας ιδιώτης εταίρος, ο οποίος στηρίζεται στις προβλεπόμενες δυνατότητες αποδοτικότητας εξαιρουμένης κάθε θεωρήσεως κοινωνικού χαρακτήρα ή περιφερειακής ή κλαδικής πολιτικής, θα είχε προβεί σε μία τέτοια εισφορά κεφαλαίου.
Β —
Στην περίπτωση κατά την οποία το Δικαστήριο δεν θα έκανε δεκτούς τους αμυντικούς ισχυρισμούς με τους οποίους υποστηρίζεται ότι η παρέμβαση δεν είχε τον χαρακτήρα κρατικής ενισχύσεως, η Ιταλική Δημοκρατία προβάλλει ορισμένους επικουρικούς λόγους.
Επί τον λόγου που αντλείται από τψ παρά προς τον νόμο αδράνεια της Επιτροπής
1.
Η Ιταλική Δημοκρατία υπενθυμίζει τη χρονολογική σειρά των δεδομένων στην παρούσα υπόθεση. Ο νόμος περί χρηματοδοτήσεων για το 1985, ο οποίος υποτίθεται ότι είναι η πρώτη νομοθετική πράξη περί ενισχύσεων, θεσπίστηκε τον Δεκέμβριο 1984· οι πρώτες αιτήσειςπαροχής πληροφοριών εκ μέρους της Επιτροπής σχετικά με την αύξηση κεφαλαίου το 1985 χρονολογούνται από τον Οκτώβριο του 1986. Η επίσημη κίνηση της διαδικασίας κατ' εφαρμογή του άρθρου 93, παράγραφος 2, της Συνθήκης ΕΟΚ έγινε μόλις στις 29 Ιουλίου 1987. Η ίδια η επίδικη απόφαση χρονολογείται από τις 31 Μαΐου 1989. Τα σημαντικά αυτά χρονικά διαστήματα μεταξύ των διαφόρων αυτών ημερομηνιών αποδεικνύουν ότι η Επιτροπή δεν τήρησε την υποχρέωση της να ενεργεί αμελλητί σύμφωνα και με την αρχή της χρηστής διοικήσεως και πρέπει να θεωρηθούν ως ουσιαστικός λόγος απωλείας της δυνατότητας να κινηθεί οψίμως η διαδικασία. Η καθυστέρηση ενεργείας της Επιτροπής δεν μπορεί να καταλογιστεί στην Ιταλική Δημοκρατία. Δεδομένου ότι η εισφορά κεφαλαίων επιδοτήσεως στο IRI δεν αποτελεί κρατική ενίσχυση, όπως αποδεικνύεται εξάλλου από το γεγονός ότι η Επιτροπή διατύπωσε απλώς επικρίσεις κατά της χρησιμοποιήσεως των κεφαλαίων από το IRI, η Ιταλική Δημοκρατία δεν ήταν υποχρεωμένη να προβεί σε προηγούμενη κοινοποίηση κατ' εφαρμογή του άρθρου 93, παράγραφος 3, της Συνθήκης ΕΟΚ. Εξάλλου, η δημοσίευση του νόμου 887/84 δημιουργεί τεκμήριο γνώσεως ως προς όλους τους ενδιαφερομένους, περιλαμβανομένης και της Επιτροπής, η οποία έχει συγκεκριμένη υποχρέωση να παρακολουθεί τη νομοθετική δραστηριότητα των κρατών μελών.
2.
Η Επιτροπή αμυνόμενη υπενθυμίζει ότι η Ιταλική Δημοκρατία δεν γνωστοποίησε τα σχέδια των ενισχύσεων, σύμφωνα με το άρθρο 93, παράγραφος 3, της Συνθήκης ΕΟΚ, και ότι η στάση της κατά τη διαδικασία της διοικητικής εξετάσεως αποτελεί τον ουσιώδη λόγο της καθυστερήσεως που σημειώθηκε στην έκδοση της προσβαλλόμενης αποφάσεως.
Επί του λόγου που αντλείται από την ύπαρξη «παραπλεύρων ενισχύσεων»
1.
Η Ιταλική Δημοκρατία εκθέτει ότι το Δικαστήριο, με τις αποφάσεις της 10ης Ιουλίου 1986, 234/84, Βέλγιο κατά Επιτροπής, προαναφερθείσα, και 40/85, Βέλγιο κατά Επιτροπής (Συλλογή 1986, σ. 2321), δέχθηκε ότι συμβιβάζονται με τη Συνθήκη οι αποκαλούμενες ενισχύσεις «διασώσεως» που συμβάλλουν στην ανόρθωση μιας επιχειρήσεως. Οι επεμβάσεις για τις οποίες πρόκειται στην παρούσα υπόθεση θα έπρεπε να χαρακτηρισθούν ορθώτερα ως « παράπλευρες » ενισχύσεις, όρος που χρησιμοποίησε η Επιτροπή στην έκθεση της για την πολιτική του ανταγωνισμού του 1978, καθόσον αφορούσαν τη διατήρηση μιας επιχειρήσεως για τον χρόνο που ήταν αναγκαίος για να αποδώσει τους καρπούς της η αναδιάρθρωση ή η μετατροπή. Η Επιτροπή δεν μπορεί να αμφιβητεί την ύπαρξη αυτής της αναδιαρθρώσεως, προβάλλοντας την ανυπαρξία άμεσης μειώσεως του εργατικού δυναμικού. Πράγματι μία τέτοια μείωση θα έπρεπε να πραγματοποιηθεί κατά εποικοδομητικό τρόπο ενόψει του πλαισίου και των σταδίων της επιχειρούμενης αναδιαρθρώσεως.
Η πώληση της Alfa Romeo στη FIAT, με την οποία διασφαλίστηκαν οι θέσεις και η δυνατότητα εργασίας, ενώ κατέστη ταυτόχρονα δυνατή η πραγματοποίηση οικονομικού οφέλους υπέρ της Finmeccanica και του IRI, και το γεγονός ότι ο νεοδημιουργηθείς όμιλος ήταν αποδοτικός ήδη από τον πρώτο χρόνο της υπάρξεως του αποδεικνύουν ότι οι βαλλόμενες επεμβάσεις αποσκοπούσαν στην αποκατάσταση της αποδοτικότητας της επιχειρήσεως εντός ευλόγου χρόνου.
2.
Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι οι εν λόγω ειφορές κεφαλαίων αποτελούν ενισχύσεις διασώσεως προοριζόμενες να αντισταθμίσουν τις απώλειες χρήσεως της Alfa Romeo και να αποτρέψουν τη θέση της υπό εκκαθάριση. Για να μπορέσει να τύχει της εξαιρέσεως που προβλέπεται στο άρθρο 92, παράγραφος 3, στοιχείο γ, της Συνθήκης ΕΟΚ, η οικονομική αναδιάρθρωση την οποία αφορούσαν οι εν λόγω επεμβάσεις έπρεπε να συνοδεύεται από κατάλληλη βιομηχανική αναδιάρθρωση σε αντιστοιχία προς το κοινοτικό συμφέρον.
Επί του Ãóyov που αντλείται από την προσβολή του ενδοκοινοτικού ανταγωνισμού
1.
Κατά την Ιταλική Δημοκρατία, βάσει του άρθρου 92, παράγραφος 3, δεν είναι ασυμβίβαστες οι ενισχύσεις που αποβλέπουν στη διευκόλυνση της αναπτύξεως ορισμένων δραστηριοτήτων ή οικονομικών περιοχών, εφόσον δεν αλλοιώνουν τους όρους των συναλλαγών κατά τρόπο που θα αντέκειτο προς το κοινό συμφέρον. Στην απόφαση της 14ης Νοεμβρίου 1984, 232/82, Intermills ( Συλλογή 1984, σ. 3809), το Δικαστήριο αναγνώρισε ότι ο διακανονισμός παλαιών οφειλών, που έχει σκοπό τη διάσωση μιας επιχειρήσεως, δεν έχει οπωσδήποτε ως συνέπεια την αλλοίωση των όρων του εμπορίου, όταν η ενέργεια αυτή συνοδεύεται από σχέδιο αναδιαρθρώσεως. Ομοίως, στην απόφαση 88/454/ΕΟΚ, της 29ης Μαρτίου 1988, σχετικά με τις ενισχύσεις που έχουν χορηγηθεί από τη Γαλλική Κυβέρνηση στον όμιλο Renault, επιχείρηση που κατασκευάζει κατά κύριο λόγο αυτοκίνητα οχήματα ( ΕΕ L 220, σ. 30 ), και στην απόφαση 89/58/ΕΟΚ, της 13ης Ιουλίου 1989, που αφορά την ενίσχυση που έχει χορηγηθεί από την Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου στη Rover groupe, επιχείρηση που παράγει αυτοκίνητα οχήματα (ΕΕ L 25, σ. 92), η Επιτροπή απέδωσε μεγάλη σημασία στην ύπαρξη σχεδίων αναδιαρθρώσεως κατά την εξέταση των ενισχύσεων. 'Ομως, εν προκειμένω, η Alfa Romeo υιοθέτησε ένα δεκαετές σχέδιο ήδη το 1980, υιοθέτησε νέες δομές οργανώσεως το 1983—1984 και κατέληξε σε ένα νέο πρόγραμμα αναδιαρθρώσεως το 1984-1986.
Οι εισφορές κεφαλαίων στην Alfa Romeo δεν αφαίρεσαν μερίδια της αγοράς από τους ανταγωνιστές, αλλά κατέστησαν το πολύ δυνατή τη διατήρηση της θέσεως της, εξάλλου τελείως περιθωριακή, στην κοινοτική αγορά. Εν πάση περιπτώσει, ακόμη και σε περίπτωη εκκαθαρίσεως της Alfa Romeo, η επιχείρηση βρήκε κάποιον που την απέκτησε με τον σκοπό να αναλάβει το μερίδιο της στην αγορά.
2.
Η Επιτροπή υπογραμμίζει ότι, στις περιπτώσεις της Renault και της Rover, οι κρατικές ενισχύσεις υπό τη μορφή ενέσεων κεφαλαίου, που προορίζονταν σε οικονομικές και βιομηχανικές αναδιαρθρώσεις, τις οποίες ενέκρινε η Επιτροπή, συνοδεύτηκαν από ουσιαστικές μειώσεις της ικανότητας παραγωγής, πράγμα που δεν συνέβη ως προς την Alfa Romeo.
Οι διαδοχικές επεμβάσεις της Ιταλικής Δημοκρατίας για την εξάλειψη των ζημιών της Alfa Romeo κατέστησαν δυνατό στην εταιρία αυτή να ξεφύγει από τους νόμους της αγοράς και να διαθέσει τα προϊόντα της σε τιμές κατώτερες από το πραγματικό κόστος. Διευκολύνοντας, μέσω των επίμαχων ενισχύσεων, την Alfa Romeo να συνεχίσει να κατέχει τεχνητά ένα μέρος της αγοράς, η Ιταλική Δημοκρατία προκάλεσε στρεβλώσεις στον ανταγωνισμό και επηρέασε το ενδοκοινοτικό εμπόριο.
Επί τον Αόγου που αντλείται από την ύπαρξη δικαιολογήοεως της κρατικής παρεμβάσεως ως αντισταθμιστικής φύσεως
1.
Κατά την Ιταλική Δημοκρατία, οι επεμβάσεις στο κεφάλαιο της Alfa Romeo πληρούν τις προϋποθέσεις που προβλέπονται στην παράγραφο 3, στοιχείο γ, του άρθρου 92 της Συνθήκης ΕΟΚ, κατά την οποία συμβιβάζονται με την αγορά οι ενισχύσεις για την προώθηση της αναπτύξεως ορισμένων οικονομικών δραστηριοτήτων ή οικονομικών περιοχών, εφόσον δεν αλλοιώνουν τους όρους των συναλλαγών κατά τρόπο που θα αντέκειτο προς το κοινό συμφέρον. Αν θεωρηθεί ότι κάθε ενίσχυση προκαλεί στρεβλώσεις του ανταγωνισμού έστω και ασήμαντες, οι στρεβλώσεις αυτές θα πρέπει να μπορούν να αντισταθμίζονται με τα επιδιωκόμενα θετικά αποτελέσματα, εν προκειμένω την ανάπτυξη των περιοχών η ορισμένων δραστηριοτήτων. Η αρχή αυτή, την οποία το Δικαστήριο χαρακτήρισε ως αιτιολόγηση αντισταθμιστικής φύσεως στην απόφαση της 17ης Σεπτεμβρίου 1980, 730/79, Philipp Moris ( Rec. 1980, σ. 2671 ), εφαρμόζεται από την Επιτροπή κατά τρόπο που συνιστά διάκριση στα πλαίσια της εξετάσεως όλων των ενισχύσεων που τις υποβάλλονται. Εν προκειμένω, η Επιτροπή αρνήθηκε να λάβει υπόψη τα πλεονεκτήματα που προκύπτουν για τον τομέα παραγωγής και τα πρόσωπα που απασχολούνται στην παραγωγή, ιδίως δε να αποδείξει ότι οι ενισχύσεις συνεπάγονται αλλοίωση των συνθηκών του εμπορίου, όπως ότι η εξαφάνιση της επιχειρήσεως θα ήταν προτιμότερη από την εξυγίανση της.
2.
Η Επιτροπή υπενθυμίζει ότι βρίσκεται προ ενισχύσεων διασώσεως που προορίζονται να διατηρήσουν σε λειτουργία μια επιχείρηση που δεν είναι αποδοτική.
Επί τον Αόγον πον αντλείται από το ότι δεν ελήφθησαν υπόψη οι κοινωνικές παράμετροι
1.
Η Ιταλική Δημοκρατία υποστηρίζει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν λαμβάνει υπόψη τη σημασία που αποδίδει η Συνθήκη ΕΟΚ, ιδίως δε το άρθρο 92, παράγραφος 3, στοιχείο α, στις επεμβάσεις που έχουν κοινωνικούς σκοπούς. Οι εν λόγω επεμβάσεις αφορούν τη διασφάλιση της απασχολήσεως στις περιφέρειες του Mezzogiorno, ιδιαίτερα υποβαθμισμένες, και συνάδουν προς τους στόχους κοινωνικής πολιτικής της Κοινότητας. Υπενθυμίζοντας την αρχή της αιτιολογήσεως αντισταθμιστικής φύσεως που εμπεριέχεται στο άρθρο 92, παράγραφος 3, στοιχείο γ, η Ιταλική Δημοκρατία υπογραμμίζει το ασήμαντο μερίδιο που κατέχει η Alfa Romeo στην αγορά της Κοινότητας, το οποίο εξάλλου δεν αυξήθηκε κατόπιν της επίδικης εισφοράς κεφαλαίων, και εκθέτει ότι η εκκαθάριση της Alfa Romeo το 1986 θα είχε ως συνέπεια απώλεια πλέον των 30000 θέσεων εργασίας στον νότο της Ιταλίας.
2.
Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι οι εν λόγω εισφορές κεφαλαίου συνιστούν ενισχύσεις διασώσεως και όχι ενισχύσεις επενδυτικής φύσεως, σύμφωνα με την ιταλική νομοθεσία για την προώθηση της αναπτύξεως του Mezzogiorno, ως προς την οποία οι ιταλικές αρχές δεν αναφέρουν, εξάλλου, κανένα νόμο. Όπως προκύπτει από μια ανακοίνωση της Επιτροπής σχετικά με τη μέθοδο για την εφαρμογή του άρθρου 92, παράγραφος 3, στοιχεία α και γ, της Συνθήκης ΕΟΚ στις περιφερειακές ενισχύσεις ( ΕΕ 1988, C 212, σ. 2 ), οι εξαιρέσεις που προβλέπονται στη Συνθήκη υπέρ της περιφερειακής αναπτύξεως δεν επιτρέπουν με κανένα τρόπο ενισχύσεις διασώσεως όπως αυτές που χορηγήθηκαν στην Alfa Romeo.
Erti τον Aóyov που αντλείται από την αντίφαση με τα μέτρα στον τομέα της ΕΚΑΧ
1.
Η Ιταλική Δημοκρατία εκθέτει ότι η Επιτροπή, στο πλαίσιο της Συνθήκης ΕΚΑΧ παραχώρησε τόσο στην περιφέρεια της Νεαπόλεως όσο και στην επαρχία του Μιλάνου το καθεστώς της ανθρακοφόρου λεκάνης μετατροπής ΕΚΑΧ ή της ζώνης που χαρακτηρίζεται από ανεργία προκληθείσα από την κρίση στον τομέα της χαλυβουργίας. Στο πλαίσιο αυτό κατέβαλε εισφορές υπό την μορφή επιδοτουμένων δανείων ΕΚΑΧ χωρίς να κάνει διάκριση μεταξύ των τομέων που τα έλαβαν. Υπό τις περιστάσεις αυτές, η Επιτροπή δεν μπορεί να αμφισβητήσει το εύλογο των ενισχύσεων από περιφερειακής απόψεως για τον λόγο ότι δεν δημιουργούν σοβαρές προοπτικές αναπτύξεως μακροχρονίως, δεδομένου ότι σε διαφορετική περίπτωση η προοπτική θα ισοδυναμούσε μακροπροθέσμως προς υπανάπτυξη με σημαντική ανεργία.
2.
Κατά την Επιτροπή, η επιχειρηματολογία που αντλείται από τη Συνθήκη ΕΚΑΧ είναι άσχετη. Τα μέτρα υπέρ των ανθρακοφόρων λεκανών μετατροπής ΕΚΑΧ διέπονται από επακριβείς διαδικαστικούς κανόνες στους οποίους, δεν αναφέρθηκε, εξάλλου, η Ιταλική Κυβέρνηση.
Επί του λόγου πον αντλείται από την ανισότητα μεταχειρίσεως
1.
Η Ιταλική Δημοκρατία υποστηρίζει ότι η Επιτροπή υιοθέτησε στην παρούσα υπόθεση διαφορετική στάση από ό,τι σε μία παρόμοια υπόθεση περιφερειακών ενισχύσεων υπέρ της εταιρίας Daimler Benz στη Βρέμη στο πλαίσιο της οποίας είχε χορηγήσει το ευεργέτημα των εξαιρέσεων που αναφέρεται το άρθρο 92, παράγραφος 3, στοιχεία α και γ, της Συνθήκης ΕΟΚ. Στην υπόθεση αυτή η Επιτροπή είχε κρίνει ότι τα οφέλη που απορρέουν από τις ενισχύσεις σχετικά με την απασχόληση υπερτερούσαν της στρεβλώσεως του ανταγωνισμού. Η Επιτροπή υιοθέτησε την ίδια άποψη στην προαναφερθείσα απόφαση της « Renault », στην οποία υπογράμμισε, σε σχέση με την ενδεχόμενη εφαρμογή του άρθρου 92, παράγραφος 3, στοιχείο γ, ότι οι ενισχύσεις υπέρ της Renault δεν είχαν ως συνέπεια κατάργηση θέσεων εργασίας στα άλλα κράτη μέλη.
2.
Η Επιτροπή αρνείται ότι προέβη σε άνιση μεταχείριση μεταξύ των διαφόρων περιπτώσεων κρατικών ενισχύσεων στον τομέα του αυτοκινήτου. Όσον αφορά ειδικότερα τις εγκριθείσες ενισχύσεις προς την Daimler Benz στη Βρέμη και τη Ford στο Setúbal ( Πορτογαλία), η Επιτροπή υπογραμμίζει ότι οι ενισχύσεις αυτές συνδέονταν με παραγωγικές επενδύσεις που εκτελούσαν υγιείς επιχειρήσεις, με αναμφισβήτητη αποτελεσματικότητα από οικονομικής απόψεως, και οι οποίες, επομένως, μπορούσαν να συμβάλλουν στην οικονομική ανάπτυξη των εν λόγω περιοχών.
Επί του λόγου που αντλείται από την παράβαση νων κριτηρίων εφαρμογής του άρθρου 92, παράγραφος 3, της Συνθήκης ΕΟΚ
1.
Η Ιταλική δημοκρατία υπενθυμίζει τα κριτήρια εφαρμογής του άρθρου 92, παράγραφος 3, όπως διευκρινίστηκαν ιδίως από την Επιτροπή στην προαναφερθείσα απόφαση της « Rover ». Οι ενισχύσεις πρέπει να διευκολύνουν μακροπροθέσμως την αποκατάσταση της βιωσιμότητας της επιχειρήσεως και όχι να επιδιώκεται με αυτές η διατήρηση του status quo. Πρέπει να χορηγούνται για περιόδους σχετικά βραχείες και να συνδέονται με την αναδιάρθρωση του οικείου τομέα. Η δραστικότητα της ενισχύσεως πρέπει να είναι ανάλογη προς τα προς επίλυση προβλήματα. Οι επεμβάσεις υπέρ της επιχειρήσεως δεν πρέπει να έχουν αρνητική επίδραση στο μέγεθος χρησιμοποιήσεως των ικανοτήτων των άλλων κατασκευαστών αυτοκινήτων της Κοινότητας, ιδίως δε να μη μεταφέρουν το πρόβλημα της ανεργίας σέ άλλο κράτος μέλος. Όμως, όλα αυτά τα κριτήρια συντρέχουν ως προς τις ενισχύσεις που χορηγήθηκαν στην Alfa Romeo.
2.
Η Επιτροπή απαντά ότι οι επίμαχες ενισχύσεις κατέστησαν δυνατό στην Alfa Romeo να ξεφύγει από τους νόμους της αγοράς και να κατασκευάζει σε τιμές κατώτερες από το πραγματικό κόστος. Οι ενισχύσεις κατέστησαν δυνατό στην Alfa Romeo να κατέχει τεχνητώς, κατά τη διάρκεια μακράς περιόδου, ένα τμήμα της αγοράς και να προκαλέσει έτσι στρεβλώσεις του ανταγωνισμού και επηρεασμό του ενδοκοινοτικού εμπορίου.
Επί του λόγου που αντλείται από την έλλειψη αιτιολογίας
1.
Η Ιταλική Δημοκρατία υπενθυμίζει τη σημασία που αποδίδει το Δικαστήριο στην αιτιολογία των αποφάσεων της Επιτροπής στον τομέα των ενισχύσεων ( βλ. απόφαση της 14ης Νοεμβρίου 1984, Intermills, προαναφερθείσα· απόφαση της 13ης Μαρτίου 1985, 296/82 και 318/82, Κάτω Χώρες κατά Επιτροπής, Συλλογή 1985, σ. 809 ). Όμως, από την απόφαση της Επιτροπής καταφαίνεται συγχρόνως ο άστοχος και αντιφατικός χαρακτήρας της αιτιολογίας, ιδίως όσον αφορά τη σχέση μεταξύ των ενισχύσεων και των σχεδίων αναδιοργανώσεως, καθώς- και την προβαλλόμενη ζημία που προκλήθηκε στον ανταγωνισμό.
2.
Η Επιτροπή αμφισβητεί την αιτίαση περί ελλείψεως αιτιολογίας και παραπέμπει στην ανάλυση για την κατάσταση της Alfa Romeo στην οποία προέβη με την επίδικη απόφαση.
Επί του λόγου που αντλείται από την παράβαση του άρθρον 93, παράγραφος 3, της Συνθήκης ΕΟΚ
1.
Όσον αφορά την αιτίαση σχετικά με την έλλειψη προηγούμενης κοινοποιήσεως των ενισχύσεων, ^Ιταλική Δημοκρατία εκθέτει ότι η Επιτροπή, λόγω της δημοσιεύσεως των ιταλικών νόμων και των αποφάσεων του CIPE, ήταν πληροφορημένη για τις επεμβάσεις στο κεφάλαιο της Alfa Romeo. Στην προαναφερθείσα απόφαση « Renault », η Επιτροπή δέχθηκε ότι οι ενισχύσεις ήταν θεμιτές παρά την έλλειψη κοινοποιήσεως. Το Δικαστήριο στην απόφαση της 13ης Μαρτίου 1985, Κάτω Χώρες κατά Επιτροπής, προαναφερθείσα, δεν θεώρησε ως παράνομες τις ενισχύσεις λόγω του γεγονότος και μόνο ότι οι πληροφορίες παρασχέθηκαν κατόπιν αιτήσεως της Επιτροπής. Σε μια πρόσφατη απόφαση της 14ης Φεβρουαρίου 1990, C-301/87, Γαλλία κατά Επιτροπής ( Συλλογή 1990, σ. I-307 ), το Δικαστήριο απέκλεισε το να είναι παράνομες οι ενισχύσεις συνεπεία του γεγονότος και μόνο ότι δεν κοινοποιήθηκαν.
2.
Η Επιτροπή εκθέτει ότι, καίτοι κατά την πρόσφατη νομολογία η παράβαση απλώς του άρθρου 93, παράγραφος 3, δεν αρκεί αυτή καθεαυτή για να καθοριστεί αν η ενίσχυση είναι ασυμβίβαστη, δεδομένου ότι επί κοινοτικού επιπέδου στην κρίση αυτή οφείλει να προβαίνει η Επιτροπή, εν τούτοις, επί εθνικού επιπέδου, τα δικαστήρια πρέπει να λαμβάνουν υπόψη την παράβαση αυτή για να εκτιμούν τη ζημία που υπέστησαν ενδεχομένως οι ανταγωνιστές του λήπτη της ενισχύσεως.
Επί του λόγου που αντλείται από την επιστροφή των ενιαχύσεων από τη Finmeccanica
1.
Η Ιταλική δημοκρατία υπενθυμίζει ότι το άρθρο 93, παράγραφος 2, της Συνθήκης ΕΟΚ προβλέπει απλώς την κατάργηση ή την τροποποίηση της ενισχύσεως. Η επιστροφή των καταβληθέντων ποσών καθορίζεται κατά διακριτική εκτίμηση της Επιτροπής. Η άσκηση αυτής της διακριτικής εξουσίας πρέπει εντούτοις να είναι αιτιολογημένη και δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να αποτελεί αυτόματη κύρωση για τη συμπεριφορά των κρατών. Η επιστροφή πρέπει να αποσκοπεί στην αποκατάσταση της καταστάσεως της αγοράς, όπως θα υφίστατο αν δεν υπήρχε η ενίσχυση, πράγμα που συνεπάγεται ότι αυτός που υπέχει την υποχρέωση επιστροφής είναι ο λήπτης της ενισχύσεως, εν προκειμένω η Alfa Romeo. Εν προκειμένω, η Alfa Romeo μεταβιβάστηκε σε επιχειρηματία του ιδιωτικού τομέα, το να υποχρεωθεί δε η Finmeccanica να επιστρέψει την ενίσχυση στο δημόσιο θα ισοδυναμούσε με επιβολή βαρείας χρηματικής κυρώσεως στη δημοσία αυτή επιχείρηση, χωρίς να μπορεί το μέτρο αυτό να αποκαταστήσει την ισορροπία της αγοράς για την οποία προφανώς πρόκειται.
2.
Η Επιτροπή υπενθυμίζει ότι από δέκα έτη απαιτεί, σε περίπτωση παραβάσεως των θεμελιωδών κανόνων του άρθρου 92 και των επιτακτικών διαδικαστικών κανόνων του άρθρου 93, παράγραφος 3, την ανάκτηση των ενισχύσεων που καταβάλλονται παρανόμως. Ήδη στην απόφαση της 12ης Ιουλίου 1973, 70/72, Επιτροπή κατά Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας (Race. 1973, σ. 813), το Δικαστήριο έκρινε ότι η κατάργηση μπορεί να λάβει τη μορφή ανακτήσεως. Στην απόφαση της 21ης Μαρτίου 1990, C-142/87, Βέλγιο κατά Επιτροπής (Συλλογή 1990, σ. I-959), το Δικαστήριο έκρινε ότι η ανάκτηση αποτελεί τη λογική συνέπεια της διαπιστώσεως του παράνομου χαρακτήρα της ενισχύσεως. Η ανάκτηση αποτελεί, εξάλλου, το κατάλληλο μέσο για να διασφαλισθεί η ισότητα μεταχειρίσεως μεταξύ των επιχειρήσεων που είναι εγκατεστημένες στο έδαφος των κρατών που τηρούν τις κοινοτικές διαδικασίες και των άλλων.
Όσον αφορά τον αποδέκτη της εντολής περί ανακτήσεως, η Επιτροπή υπογραμμίζει την αδυναμία στην οποία βρέθηκε να επιβαρύνει τη FIAT με το οφειλόμενο λόγω των ενισχύσεων χρέος, δεδομένου ότι η επιχείρηση αυτή είχε περιορίσει την οικονομική της ευθύνη κατά την ανάληψη της Alfa Romeo. Αντιθέτως, η Finmeccanica ευθύνεται ως εγγυητής, σύμφωνα με τις διατάξεις του ιταλικού αστικού δικαίου, για το σύνολο των οφειλών της Alfa Romeo. Η μη αναζήτηση των ποσών απο τη Finmeccanica θα κατέληγε, εξάλλου, σε αδικαιολόγητο πλουτισμό της.
F. Α. Schockweiler
εισηγητής δικαστής
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η ιταλική.
Top