ΈΚΘΕΣΗ ΑΚΡΟΑΤΗΡΊΟΥ
στην υπόθεση C-313/89 ( *1 )
Ι — Νομικό πλαίσιο και ιστορικό της διαφοράς
Α — Νομικό πλαίσιο
1.
Οι κοινοτικές ρυθμίσεις
α)
Το επάγγελμα της μαίας ρυθμίζεται από δύο οδηγίες του Συμβουλίου, της 21ης Ιανουαρίου 1980: την οδηγία 80/154/ΕΟΚ, περί αμοιβαίας αναγνωρίσεως των διπλωμάτων, πιστοποιητικών και άλλων τίτλων μαίας και περί των μέτρων προς διευκόλυνση της πραγματικής ασκήσεως του δικαιώματος εγκαταστάσεως και του δικαιώματος της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών (ΕΕ ειδ. έκδ. 06/002, σ.75), και την οδηγία 80/155/ΕΟΚ, περί του συντονισμού των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων που αφορούν την ανάληψη και άσκηση των δραστηριοτήτων της μαίας ( ΕΕ ειδ. έκδ. 06/002, σ. 81 ).
β)
Το άρθρο 1 της οδηγίας 80/155, της 21ης Ιανουαρίου 1980, ορίζει τα εξής:
« 1.
Τα κράτη μέλη εξαρτούν την ανάληψη και την άσκηση των δραστηριοτήτων μαίας κατά την έννοια του άρθρου 1 της οδηγίας 80/154 από την κατοχή διπλώματος, πιστοποιητικού ή άλλου τίτλου μαίας, που αναφέρεται στο άρθρο 3 της εν λόγω οδηγίας, που να παρέχει την εγγύηση ότι ο ενδιαφερόμενος έχει αποκτήσει κατά τη συνολική διάρκεια της εκπαιδεύσεως του:
α)
επαρκείς γνώσεις των επιστημών, επί των οποίων βασίζονται οι δραστηριότητες της μαίας, ιδίως της μαιευτικής και της γυναικολογίας·
β)
επαρκείς γνώσεις της επαγγελματικής δεοντολογίας και της νομοθεσίας·
γ)
λεπτομερή γνώση της βιολογικής λειτουργίας, της ανατομίας και της φυσιολογίας στον τομέα της μαιευτικής και του νεογέννητου, καθώς και γνώση των σχέσεων μεταξύ της καταστάσεως της υγείας του ανθρώπου και του φυσικού και κοινωνικού περιβάλλοντος του και της συμπεριφοράς του·
δ)
επαρκή κλινική πείρα υπό την εποπτεία αναγνωρισμένου εξειδικευμένου προσωπικού στη μαιευτική και σε αναγνωρισμένα ιδρύματα·
ε)
επαρκή γνώση σχετικά με την εκπαίδευση του υγειονομικού προσωπικού και εμπειρία συνεργασίας με αυτό το προσωπικό υγείας.
2.
Η εκπαίδευση που αναφέρεται στην παράγραφο 1 περιλαμβάνει:
—
είτε ειδική εκπαίδευση μαίας κατά πλήρη απασχόληση τουλάχιστον τριών ετών θεωρητική και πρακτική, η δε είσοδος στην εκπαίδευση αυτή πρέπει να εξαρτάται από την περάτωση τουλάχιστον των δέκα πρώτων ετών της γενικής σχολικής εκπαιδεύσεως·
—
είτε ειδική εκπαίδευση μαίας κατά πλήρη απασχόληση τουλάχιστον δέκα οκτώ μηνών, στην οποία η είσοδος εξαρτάται από την κατοχή διπλώματος, πιστοποιητικού ή άλλου τίτλου αδελφής νοσοκόμου, υπευθύνου για γενική περίθαλψη που αναφέρεται στο άρθρο 3 της οδηγίας 77/452/ΕΟΚ.
3.
Η ειδική εκπαίδευση μαίας, που αναφέρεται στην παράγραφο 2, πρώτη περίπτωση, πρέπει να καλύπτει τουλάχιστον την ύλη του προγράμματος εκπαιδεύσεως που εμφαίνεται στο παράρτημα.
Η εκπαίδευση που αναφέρεται στην παράγραφο 2, δεύτερη περίπτωση, πρέπει να καλύπτει τουλάχιστον την ύλη του προγράμματος εκπαιδεύσεως που εμφαίνεται στο παράρτημα, η οποία δεν αποτελεί μέρος ισότιμης διδασκαλίας με την εκπαίδευση της νοσοκόμου.
(...)»
Η παράγραφος 4 της διατάξεως αυτής ορίζει τα της κλινικής εκπαιδεύσεως της μαίας και τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες συντονίζεται η εκπαίδευση αυτή με τη θεωρητική εκπαίδευση.
γ)
Όσον αφορά τις προϋποθέσεις εφαρμογής της ανωτέρω οδηγίας 80/155, της 21ης Ιανουαρίου 1980, από την Ισπανία, το άρθρο 392 της Πράξης για τους όρους προσχώρησης του Βασιλείου της Ισπανίας και της Πορτογαλικής Δημοκρατίας και για' τις προσαρμογές των Συνθηκών (ΕΕ L 302 της 15.11.1985, σ. 23) ορίζει τα εξής:
«Από την προσχώρηση τους, τα νέα κράτη μέλη θεωρούνται ότι είναι αποδέκτες και ότι έχουν λάβει κοινοποίηση των οδηγιών και αποφάσεων κατά την έννοια του άρθρου 189 της Συνθήκης ΕΟΚ και του άρθρου 161 της Συνθήκης ΕΚΑΕ, καθώς και των συστάσεων και αποφάσεων κατά την έννοια του άρθρου 14 της Συνθήκης ΕΚΑΧ, εφόσον οι οδηγίες, συστάσεις και αποφάσεις αυτές έχουν κοινοποιηθεί σε όλα τα παρόντα κράτη μέλη. »
Το άρθρο 395 της ίδιας αυτής πράξης προβλέπει τα εξής:
« Τα νέα κράτη μέλη θέτουν σε ισχύ τα μέτρα που τους είναι αναγκαία για να συμμορφωθούν από την προσχώρηση τους προς τις διατάξεις των οδηγιών και αποφάσεων κατά την έννοια του άρθρου 189 της Συνθήκης ΕΟΚ και του άρθρου 161 της Συνθήκης ΕΚΑΕ, καθώς και των συστάσεων και αποφάσεων κατά την έννοια του άρθρου 14 της Συνθήκης ΕΚΑΧ, εκτός αν προβλέπεται προθεσμία στον πίνακα του παραρτήματος ΧΧΧVΙ ή σε άλλες διατάξεις της παρούσας πράξης. »
δ)
Η οδηγία 89/594/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 30ής Οκτωβρίου 1989, για την τροποποίηση των οδηγιών 75/362/ΕΟΚ, 77/452/ΕΟΚ, 78/686/ΕΟΚ, 78/1026/ΕΟΚ και 80/154, για την αμοιβαία αναγνώριση των διπλωμάτων, πιστοποιητικών και άλλων τίτλων ιατρού, νοσοκόμου υπεύθυνου για τη γενική περίθαλψη, οδοντιάτρου, κτηνιάτρου και μαίας, αντίστοιχα, καθώς και των οδηγιών 75/363/ΕΟΚ, 78/1027/ΕΟΚ και 80/155, για τον συντονισμό των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων που αφορούν τις δραστηριότητες ιατρού, κτηνιάτρου και μαίας, αντίστοιχα ( ΕΕ L 341, σ. 19 ), πρόσθεσε, με το άρθρο 24, μια έκτη παράγραφο στο άρθρο 1 της ανωτέρω οδηγίας 80/155, της 21ης Ιανουαρίου 1980, η οποία ορίζει τα εξής:
« Ως μεταβατικό μέτρο και κατά παρέκκλιση των παραγράφων 1 και 4, η Ισπανία, της οποίας οι νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις προέβλεπαν εκπαίδευση που, κατά τη χρονική στιγμή που αρχίζουν να εφαρμόζονται η οδηγία 80/154 και η παρούσα οδηγία, δεν είχαν καταστεί σύμφωνες προς την παρούσα οδηγία, μπορεί να διατηρεί τις διατάξεις αυτές σε ισχύ για τα άτομα που έχουν αρχίσει ειδική εκπαίδευση μαίας το αργότερο στις 31 Δεκεμβρίου 1985 (... ) »
2.
Οι διατάξεις του εθνικού δικαίου
α)
Η απόφαση του Υπουργού Εθνικής Παιδείας, της 18ης Ιανουαρίου 1957 [ΒΟΕ (Εφημερίδα της Κυβερνήσεως της Ισπανίας) της 12ης Φεβρουαρίου 1957 ], πρόβλεψε στο πρώτο άρθρο τη δημιουργία μιας ειδικεύσεως βοηθού μαιευτικής ( μαίας ) για τους θήλεις τεχνικούς βοηθούς του υγειονομικού κλάδου.
Το άρθρο 2 της αποφάσεως αυτής προβλέπει ότι προϋπόθεση για την πραγματοποίηση εξειδικευμένων σπουδών μαίας είναι η κατοχή του τίτλου του τεχνικού βοηθού του υγειονομικού κλάδου.
Το άρθρο 5 της αποφάσεως καθορίζει το σύστημα των σπουδών και προβλέπει τα εξής:
« Τις σπουδές μαίας πραγματοποιούν οι ενδιαφερόμενες ως εσωτερικές στα μαιευτήρια, στα οποία οργανώνονται αυτοί οι κύκλοι σπουδών. Κάθε κύκλος σπουδών διαρκεί ένα έτος και αρχίζει την 1η Οκτωβρίου, περατώνεται δε στις 30 Σεπτεμβρίου του επομένου έτους. Από το διάστημα αυτό οι οκτώ μήνες αφιερώνονται σε θεωρητικές και πρακτικές σπουδές και οι τέσσερις λοιποί μήνες αφιερώνονται αποκλειστικά και μόνο στην πρακτική εκπαίδευση. »
β)
Μια απόφαση του Υπουργού Εθνικής Παιδείας, της 28ης Φεβρουαρίου 1963 (ΒΟΕ της 9ης Μαρτίου 1963), επέτρεψε στους κατόχους του διπλώματος νοσοκόμου να αποκτούν την ειδικότητα της μαίας, την οποία προβλέπει ή ανωτέρω απόφαση της 18ης Ιανουαρίου 1957.
Για να τους επιτραπεί να παρακολουθήσουν τον σχετικό κύκλο μαθημάτων, οι νοσοκόμες πρέπει προηγουμένως, κατά το άρθρο 2 της αποφάσεως της 28ης Φεβρουαρίου 1963, « να επιτύχουν σε εισαγωγικές εξετάσεις στα εξής μαθήματα:
μαθηματικά, φυσική, χημεία, βακτηριολογία, υγιεινή, σε περίπτωση δε αποτυχίας τους πρέπει να περατώσουν επιτυχώς ένα προπαρασκευαστικό εξάμηνο τμήμα, στο οποίο διδάσκονται τα βασικά μαθήματα της ειδικότητας, τα οποία περιλαμβάνονται στο πρόγραμμα σπουδών των τεχνικών βοηθών του υγειονομικού κλάδου ».
γ)
Το βασιλικό διάταγμα 992/1987, της 3ης Ιουλίου 1987, για τη ρύθμιση της αποκτήσεως του διπλώματος του ειδικευμένου νοσοκόμου ( ΒΟΕ της 1ης Αυγούστου 1987, αριθ. φύλλου 183, σ. 23642 ), προέβλεψε τη θέσπιση διπλώματος ειδικευμένου νοσοκόμου, για επτά ειδικότητες, μεταξύ των οποίων η ειδικότητα της « νοσοκόμου μαιευτικής-γυναικολογίας (μαίας)».
Το άρθρο 3 του ανωτέρω βασιλικού διατάγματος ορίζει τα εξής:
« 1 —
Ο Υπουργός Παιδείας και Επιστημών εκδίδει, κατόπιν εκθέσεως του Συντονιστικού Συμβουλίου των Πανεπιστημίων και του Υπουργείου Υγείας και Καταναλώσεως, τις γενικές οδηγίες για την κατάρτιση των εκπαιδευτικών προγραμμάτων των ειδικοτήτων του νοσοκόμου, τα οποία, εν πάση περιπτώσει, πρέπει να είναι σύμφωνα με τις διατάξεις της οδηγίας 80/155 της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας, της 21ης Ιανουαρίου 1980, και των διατάξεων που θα θεσπιστούν μεταγενέστερα.
2
Τα προγράμματα αυτά πρέπει να καθορίζουν τους ποσοτικούς και ποιοτικούς στόχους τους οποίους πρέπει να επιτύχει ο ενδιαφερόμενος κατά τη διάρκεια των προβλεπομένων εκπαιδευτικών περιόδων.
3
Τα προγράμματα προτείνει το εθνικό συμβούλιο των ειδικοτήτων νοσοκόμου και εγκρίνει ο Υπουργός Παιδείας και Επιστημών κατόπιν εκθέσεως του Υπουργείου Υγείας και Καταναλώσεως. »
Το διάταγμα αυτό κατάργησε τις αντίθετες διατάξεις της αποφάσεως της 18ης Ιανουαρίου 1957.
δ)
Εξάλλου, το προαναφερθέν βασιλικό διάταγμα 992/1987, της 3ης Ιουλίου 1987, θέσπισε τις ακόλουθες μεταβατικές διατάξεις:
«Πρώτη διάταξη
Μετά την έναρξη της ισχύος του παρόντος βασιλικού διατάγματος και παρά τις αντίθετες διατάξεις του άρθρου 1, επιτρέπεται να αποκτήσουν εφάπαξ έναν μόνο τίτλο ειδικευμένου νοσοκόμου αντίστοιχο προς την εμπειρία τους οι κάτοχοι του διπλώματος νοσοκόμου και οι τεχνικοί βοηθοί του υγειονομικού κλάδου που έχουν απασχοληθεί επαγγελματικά στην οικεία ειδικότητα επί τέσσερα έτη κατά τη διάρκεια της τελευταίας δεκαετίας, υπό την προϋπόθεση ότι θα υποβάλουν επιτυχώς ερευνητική εργασία επί της ειδικότητας αυτής ή θα επιτύχουν σε εξετάσεις που θα αφορούν εκπαιδευτικά προγράμματα της οικείας ειδικότητας· το είδος και ο χρόνος των εξετάσεων αυτών θα καθοριστούν με κανονιστική απόφαση. Στους υποψηφίους θα επιτραπεί να μετάσχουν στις εξετάσεις σε δύο εξεταστικές περιόδους.
Δεύτερη διάταξη
Στους καθηγητές των πανεπιστημιακών σχολών οι οποίοι, κατά την έναρξη της ισχύος του παρόντος βασιλικού διατάγματος, θα έχουν ασκήσει επί τρία έτη αδιαλείπτως τα διδακτικά τους καθήκοντα θα επιτραπεί να αποκτήσουν δίπλωμα ειδικότητας στον συγκεκριμένο τομέα των γνώσεων τους ή δίπλωμα παρεμφερούς ειδικότητας, εφόσον επιτύχουν σε εξετάσεις ή υποβάλουν επιτυχώς ερευνητική εργασία επί ζητημάτων διδασκαλίας και πρακτικής νοσοκόμου σε σχέση με την οικεία ειδικότητα και εφόσον έχουν την αναγκαία επαγγελματική πείρα στην εν λόγω ειδικότητα· οι σχετικές λεπτομέρειες θα καθοριστούν με κανονιστική απόφαση.
Εν πάση περιπτώσει, οι ενδιαφερόμενοι πρέπει να είναι κάτοχοι τουλάχιστον του διπλώματος νοσοκόμου.
Τρίτη διάταξη
1.
Οι σπουδαστές οι οποίοι, κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος βασιλικού διατάγματος, έχουν αρχίσει σπουδές για την απόκτηση μιας των ειδικοτήτων του τεχνικού βοηθού του υγειονομικού κλάδου ή του νοσοκόμου, οι οποίες προβλέπονται από την ισχύουσα νομοθεσία, θα εξακολουθήσουν τις σπουδές τους σύμφωνα με τα προγράμματα και το καθεστώς που ίσχυαν κατά τον χρόνο της εγγραφής τους.
2.
Υπό την επιφύλαξη της πρώτης μεταβατικής διατάξεως, οι σπουδαστές που περατώνουν τις σπουδές τους υπό τις περιστάσεις που περιγράφονται στην προηγούμενη παράγραφο αποκτούν το δίπλωμα της ειδικότητας σύμφωνα με την προϊσχύουσα νομοθεσία.
3.
Εν πάση περιπτώσει, από τη δημοσίευση του παρόντος βασιλικού διατάγματος δεν επιτρέπεται καμία νέα εγγραφή για τις ειδικότητες που προέβλεπε η προϊσχύουσα ρύθμιση.
Τέταρτη διάταξη
Μέχρι να συγκροτηθεί το εθνικό συμβούλιο των ειδικοτήτων νοσοκόμου, όπως προβλέπει το άρθρο 9 του παρόντος βασιλικού διατάγματος, ο Υπουργός Παιδείας και Επιστημών εξουσιοδοτείται να καταρτίσει προσωρινά, κατόπιν συμφώνου εκθέσεως του Υπουργείου Υγείας και Καταναλώσεως, τα εκπαιδευτικά προγράμματα για τις ειδικότητες νοσοκόμου που προβλέπει το παρόν διάταγμα, καθώς και να λάβει τα αναγκαία μέτρα για την εφαρμογή τους κατά τη διάρκεια του έτους 1987. »
Β — Ιοτορικύ της διαφοράς
Με έγγραφο της 3ης Μαΐου 1988 η Επιτροπή επέστησε την προσοχή του Βασιλείου της Ισπανίας στην υποχρέωση του να μεταφέρει στο ισπανικό δίκαιο την προαναφερθείσα οδηγία 80/155, της 21ης Ιανουαρίου 1980 ( στο εξής: οδηγία).
Με το έγγραφο αυτό η Επιτροπή ισχυρίστηκε ότι η Ισπανία εξακολούθησε, μετά την προσχώρηση της στις Ευρωπαϊκές Κοινότητες, να εφαρμόζει σχετικά με τη χορήγηση του διπλώματος της μαίας τις διατάξεις της προαναφερθείσας αποφάσεως της 18ης Ιανουαρίου 1957, οι οποίες δεν πληρούν τις προϋποθέσεις της οδηγίας.
Όσον αφορά το προαναφερθέν βασιλικό διάταγμα 992/1987, της 3ης Ιουλίου 1987, η Επιτροπή έκρινε ότι το διάταγμα αυτό δεν καθόριζε ούτε τη διάρκεια ούτε το περιεχόμενο της εκπαιδεύσεως των μαιών και ότι επομένως δεν μπορούσε να θεωρήσει ότι οι ισπανικές αρχές είχαν λάβει τα αναγκαία μέτρα για τη μεταφορά της οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο.
Η Επιτροπή ισχυρίστηκε επίσης ότι το βασιλικό διάταγμα δεν καθόριζε τον τρόπο με τον οποίο οι ισπανικές αρχές θα καθιστούσαν σύμφωνα προς την οδηγία τα διπλώματα μαίας που εκδόθηκαν μετά την προσχώρηση της Ισπανίας.
Τέλος, η Επιτροπή διαπίστωνε ότι ο τρόπος χορηγήσεως των διπλωμάτων τον οποίο προέβλεπαν η πρώτη και η δεύτερη μεταβατική διάταξη του βασιλικού διατάγματος δεν ήταν σύμφωνος προς την οδηγία.
Η Ισπανική Κυβέρνηση δεν απάντησε στο ανωτέρω έγγραφο.
Στις 19 Απριλίου 1989 η Επιτροπή, κατ' εφαρμογή του πρώτου εδαφίου του άρθρου 169 της Συνθήκης ΕΟΚ, εξέδωσε αιτιολογημένη γνώμη, με την οποία επαναλάμβανε την επιχειρηματολογία που είχε αναπτύξει με το έγγραφο της 3ης Μαΐου-1988.
Δεδομένου ότι στην αιτιολογημένη αυτή γνώμη δεν δόθηκε καμία απάντηση και καμία συνέχεια, η Επιτροπή άσκησε την παρούσα προσφυγή λόγω παραβάσεως, η οποία πρωτοκολλήθηκε στο Δικαστήριο στις 11 Οκτωβρίου 1989.
Κατόπιν εκθέσεως του εισηγητή δικαστή και αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα, το Δικαστήριο αποφάσισε να προχωρήσει στην προφορική διαδικασία χωρίς προηγούμενη διεξαγωγή αποδείξεων.
ΙΙ — Αιτήματα των διαδίκων
Η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο:
—
να αναγνωρίσει ότι το Βασίλειο της Ισπανίας, μη θεσπίζοντας εμπροθέσμως τις αναγκαίες διατάξεις προκειμένου να συμμορφωθεί με την οδηγία 80/155 του Συμβουλίου, της 21ης Ιανουαρίου 1980, περί του συντονισμού των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων που αφορούν την ανάληψη και άσκηση των δραστηριοτήτων της μαίας, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τη Συνθήκη ΕΟΚ·
—
να καταδικάσει το καθού στα δικαστικά έξοδα.
Το Βασίλειο της Ισπανίας ζητεί από το Δικαστήριο:
—
να απορρίψει την προσφυγή·
—
να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.
III — Περίληψη των ισχυρισμών και επιχειρημάτων των διαδίκων
Α — Επί των υποχρεώσεων του Βασιλείου της Ισπανίας
1)
Όσον αφορά την ημερομηνία κατά την οποία έπρεπε να έχει μεταφερθεί η οδηγία στο ισπανικό δίκαιο
Η Επιτροπή υπενθυμίζει τις ανωτέρω διατάξεις των άρθρων 392 και 395 της Πράξεως προσχωρήσεως. Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι, αφού η οδηγία δεν μνημονεύεται στον πίνακα του παραρτήματος ΧΧΧVΙ της πράξης αυτής, οι ισπανικές αρχές είχαν την υποχρέωση να λάβουν όλα τα αναγκαία μέτρα για τη μεταφορά της μέχρι την 1η Ιανουαρίου 1986.
Τα κράτη μέλη οφείλουν να τηρούν τις προθεσμίες που προβλέπονται για τη μεταφορά των οδηγιών στο εθνικό δίκαιο [ απόφαση της 6ης Μαΐου 1980, 102/79, Επιτροπή κατά Βελγίου, Συλλογή (μόνο σε ξενόγλωσσες εκδόσεις) 1980, σ. 1473 ], λαμβάνοντας πριν από τη λήξη των προθεσμιών αυτών όλα τα αναγκαία μέτρα για την ορθή μεταφορά τους (αποφάσεις της 29ης Ιανουαρίου 1987, 361/85, Επιτροπή κατά Ιταλίας, Συλλογή 1987, σ. 479· της 24ης Νοεμβρίου 1987, 124/86, Επιτροπή κατά Ιταλίας, Συλλογή 1987, σ. 4661· της 24ης Νοεμβρίου 1987, 125/86, Επιτροπή κατά Ιταλίας, Συλλογή 1987, σ. 4669 ).
Επιπλέον, πρέπει να τονιστεί ότι οι ισπανικές αρχές, οι οποίες συμμετείχαν στις διαπραγματεύσεις ενόψει της προσχωρήσεως, ήσαν σε θέση να εκπονήσουν εμπροθέσμως τις αναγκαίες διατάξεις για την εκτέλεση των οδηγιών (αποφάσεις της 12ης Οκτωβρίου 1982, 136/81, Επιτροπή κατά Ιταλίας, Συλλογή 1982, σ. 3547, σκέψη 5· 148/81, Επιτροπή κατά Βελγίου, Συλλογή 1982, σ. 3555, σκέψη 5· 151/81, Επιτροπή κατά Ιρλανδίας, Συλλογή 1982, σ. 3573, σκέψη 5 ).
Τέλος, σύμφωνα με πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, δεν επιτρέπεται η επίκληση των δυσχερειών εσωτερικής φύσεως για να δικαιολογηθεί η μη εκπλήρωση των υποχρεώσεων που απορρέουν από τις κοινοτικές οδηγίες [απόφαση της 11ης Απριλίου 1978, 100/77, Επιτροπή κατά Ιταλίας, Συλλογή (μόνο σε ξενόγλωσσες εκδόσεις) 1978, σ. 879, σκέψη 21].
Το Βαοίλειο της Ισπανίας δεν αμφισβητεί την ύπαρξη της υποχρεώσεως μεταφοράς της οδηγίας στο ισπανικό δίκαιο μέχρι την ημερομηνία της προσχωρήσεως.
Εντούτοις ισχυρίζεται ότι η απαίτηση αυτή δεν ήταν ούτε εύλογη ούτε ιδιαίτερα δίκαιη.
Δεν ήταν εύλογη ενόψει του ιδιαίτερα περίπλοκου περιεχομένου της οδηγίας, η οποία αφορά διαφόρους επαγγελματικούς, επιστημονικούς και ακαδημαϊκούς τομείς, καθώς και διάφορα διοικητικά όργανα. Εξάλλου, τα κράτη μέλη που είχαν μετάσχει στην εκπόνηση της οδηγίας είχαν προβλέψει τριετή προθεσμία, από την κοινοποίηση της οδηγίας, για την εκτέλεση της οδηγίας αυτής.
Η απαίτηση αυτή δεν ήταν ιδιαίτερα δίκαιη, καθόσον δεν παρείχε σε όσους είχαν ήδη αρχίσει πριν από την προσχώρηση της Ισπανίας σπουδές μαίας την εγγύηση ότι θα αποκτούσαν το δίπλωμα τους υπό τις προϋποθέσεις που προέβλεπε η νομοθεσία που ίσχυε κατά την εγγραφή τους. Επομένως, συνέτρεχε παραβίαση της αρχής της ασφάλειας του δικαίου και της αρχής του σεβασμού των δικαιωμάτων και της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης των πολιτών, δηλαδή αρχών τις οποίες αναγνωρίζει και προστατεύει η έννομη τάξη όλων των κρατών μελών.
Αυτός ήταν άλλωστε ο δικαιολογητικός λόγος για την τροποποίηση του άρθρου 1 της οδηγίας 80/155 με την οδηγία 89/594, της 30ής Οκτωβρίου 1989 (όπ.π. ), σκοπός της οποίας ήταν η προστασία σε κοινοτικό επίπεδο των κεκτημένων δικαιωμάτων των κατόχων των διπλωμάτων και τίτλων που χορηγήθηκαν πριν από την έναρξη ισχύος της οδηγίας.
2)
Όσον αφορά το περιεχόμενο των υποχρεώσεων που απορρέουν από την οδηγία
Η Επιτροπή, επικαλούμενη την πρώτη αιτιολογική σκέψη του προοιμίου της οδηγίας, υποστηρίζει ότι σκοπός της οδηγίας είναι η θέσπιση ορισμένων ελάχιστων κανόνων για την εκπαίδευση των μαιών, ενώ παράλληλα αφίνεται στα κράτη μέλη η μεγίστη δυνατή ελευθερία για την οργάνωση της εκπαιδεύσεως αυτής. Ο επιδιωκόμενος δηλαδή από την οδηγία σκοπός είναι ο κοινός προσδιορισμός, εντός της Κοινότητας, του πεδίου δραστηριότητας των μαιών και της καταρτίσεως τους.
Οι ελάχιστοι κανόνες που θέτει η οδηγία είναι οι εξής:
—
Η ανάληψη των δραστηριοτήτων της μαίας πρέπει να εξαρτάται από την κατοχή διπλώματος μαίας που να έχει εκδοθεί σύμφωνα με τις διατάξεις της οδηγίας·
—
το δίπλωμα αυτό πρέπει να παρέχει την εγγύηση ότι ο ενδιαφερόμενος έχει καταρτιστεί ειδικά για το επάγγελμα αυτό'
—
η εκπαίδευση αυτή πρέπει να είναι σύμφωνη, από άποψη διάρκειας, περιεχομένου και οργανώσεως, με τις διατάξεις των παραγράφων 2, 3 και 4 του άρθρου 1 της οδηγίας·
—
η εκπαίδευση αυτή πρέπει να παρέχει την εγγύηση ότι ο ενδιαφερόμενος έχει αποκτήσει τις γνώσεις, την πείρα και τις ικανότητες που προβλέπουν οι διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 1 της οδηγίας.
Κατά συνέπεια, παραβαίνει τις διατάξεις της οδηγίας το κράτος μέλος το οποίο, επειδή δεν έχει λάβει τα αναγκαία μέτρα εφαρμογής, χορηγεί διπλώματα μαίας σε άτομα που δεν έχουν αποκτήσει την ελάχιστη κατάρτιση που απαιτείται κατά τις διατάξεις αυτές.
Το Βασίλειο της Ισπανίας δεν αμφισβητεί την ορθότητα της ανωτέρω αναλύσεως των υποχρεώσεων που υπέχει.
Β — Επί της μη εμπροθέσμου μεταφοράς της οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο
1)
Όσον αφορά τη μη πραγματοποίηση της μεταφοράς της οδηγίας στο ισπανικό δίκαιο πριν από την ημερομηνία προσχωρήσεως
Η Επιτροπή τονίζει ότι το Βασίλειο της Ισπανίας δεν αμφισβητεί ότι δεν είχε λάβει μέτρα μεταφοράς της οδηγίας κατά την ημερομηνία προσχωρήσεως. Το γεγονός αυτό και μόνο αρκεί για να αποδείξει το βάσιμο της προσφυγής.
Η Επιτροπή υπενθυμίζει ότι η οδηγία επιβάλλει ειδική εκπαίδευση μαίας τουλάχιστον δεκαοκτώ μηνών, η οποία πρέπει να καλύπτει τουλάχιστον την ύλη του προγράμματος εκπαιδεύσεως που εμφαίνεται στο παράρτημα της οδηγίας, εφόσον δεν αποτελεί μέρος ισότιμης διδασκαλίας που να έχει παρασχεθεί προηγουμένως κατά την εκπαίδευση του ενδιαφερομένου ως νοσοκόμου.
Η εκπαίδευση των μαιών, η οποία διεπόταν κατά τον χρόνο της προσχωρήσεως από τις προαναφερθείσες διατάξεις της αποφάσεως της 18ης Ιανουαρίου 1957, δεν πληρούσε τις προϋποθέσεις αυτές. Το δίπλωμα δηλαδή της μαίας χορηγούνταν στους κατόχους του τίτλου του τεχνικού βοηθού του υγειονομικού κλάδου μετά από ένα μόνο έτος σπουδών στη μαιευτική.
Το γεγονός που επικαλείται το καθού, ότι δηλαδή κατά την απόφαση της 28ης Φεβρουαρίου 1963 οι κάτοχοι διπλώματος νοσοκόμου έπρεπε, πριν από την πραγματοποίηση των σπουδών μαίας, να επιτύχουν σε εισαγωγικές εξετάσεις ή να παρακολουθήσουν προπαρασκευαστικό τμήμα έξι μηνών επί της ύλης της ειδικότητας την οποία κάλυπτε το πρόγραμμα εκπαιδεύσεως των τεχνικών βοηθών του υγειονομικού κλάδου, δεν έχει καμία αξία, προκειμένου να εξακριβωθεί αν η ειδική εκπαίδευση των μαιών είναι σύμφωνη με τις διατάξεις της οδηγίας.
Το Βασίλειο της Ισπανίας, χωρίς να αμφισβητεί ότι δεν είχαν ληφθεί εθνικά μέτρα μεταφοράς της οδηγίας κατά την ημερομηνία της προσχωρήσεως, ισχυρίζεται εντούτοις ότι η εκπαίδευση των μαιών κατά τον χρόνο της προσχωρήσεως, μολονότι διέφερε από την εκπαίδευση που προέβλεπε η οδηγία, δεν ήταν εντούτοις ποιοτικά κατώτερη.
Κατά την ισχύουσα ρύθμιση, την οποία αποτελούσαν οι αποφάσεις της 18ης Ιανουαρίου 1957 και της 28ης Φεβρουαρίου 1963, πριν από την κατά κυριολεξία εκπαίδευση μαίας έπρεπε να πραγματοποιηθούν τριετείς πανεπιστημιακές σπουδές. Μετά το πέρας των σπουδών αυτών οι σπουδαστές ή οι σπουδάστριες έπρεπε, για να τους επιτραπεί να εκπαιδευθούν ως μαιευτήρες-νοσοκόμοι ή μαίες, να μετάσχουν σε εισαγωγικές εξετάσεις ειδικότητας ή να παρακολουθήσουν εξάμηνο προπαρασκευαστικό τμήμα.
2)
Όσον αφορά τις επιπτώσεις της παραβάσεως που συνίσταται, κατά την Επιτροπή, στην έκδοση του βασιλικού διατάγματος 992/1987, της 3ης Ιουλίου 1987
Επί του σημείου αυτού, η Επιτροπή προβάλλει τα εξής επιχειρήματα.
α)
Το βασιλικό διάταγμα 992/1987 δεν εξασφαλίζει τη μεταφορά της οδηγίας στο ισπανικό δίκαιο. Κατά το άρθρο 189 της Συνθήκης, η μεταφορά της οδηγίας επιβάλλει στο κράτος μέλος υποχρέωση ενέργειας. Μολονότι το κράτος μέλος είναι ελεύθερο να επιλέξει τη μορφή και τα μέσα της εκτελέσεως των διατάξεων της οδηγίας, οφείλει να λάβει εμπροθέσμως όλα τα μέτρα που συνεπάγεται η εκτέλεση της οδηγίας.
Στην προκειμένη περίπτωση το βασιλικό διάταγμα 992/1987 καταργεί τις εθνικές διατάξεις βάσει των οποίων χορηγούνταν προηγουμένως τα διπλώματα μαίας και απαγορεύει, με την τελευταία παράγραφο της τρίτης μεταβατικής διατάξεως, οποιαδήποτε νέα εγγραφή για μία από τις ειδικότητες που προβλέπει η καταργούμενη ρύθμιση.
Αντίθετα, το βασιλικό αυτό διάταγμα δεν προβλέπει τον τρόπο και τα προγράμματα της νέας εκπαιδεύσεως των μαιών, αλλά διευκρινίζει μόνο, με το άρθρο 3, ότι οι εκτελεστικές κανονιστικές αποφάσεις που θα εκδοθούν μεταγενέστερα βάσει του εν λόγω διατάγματος θα πρέπει να είναι σύμφωνες με τις διατάξεις της οδηγίας.
Το βασιλικό διάταγμα περιορίζεται επομένως στην κατάργηση του προηγουμένου καθεστώτος και διευκρινίζει ότι το μελλοντικό σύστημα σπουδών θα πρέπει να είναι σύμφωνο με την οδηγία. Είναι προφανές ότι αυτού του είδους οι διατάξεις δεν επαρκούν για να εξα- σφαλίσουν την πλήρη μεταφορά της οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο.
Η Επιτροπή τονίζει επίσης ότι το διάταγμα δεν διευκρινίζει πώς οι ισπανικές αρχές θα εξασφαλίσουν ότι τα διπλώματα μαίας που εκδόθηκαν μετά την προσχώρηση της Ισπανίας θα είναι σύμφωνα με τις διατάξεις της οδηγίας.
β)
Επιπλέον, ορισμένες διατάξεις του βασιλικού διατάγματος είναι εξαρχής ασυμβίβαστες με τους σκοπούς της οδηγίας.
Η επιχειρηματολογία αυτή αναπτύσσεται επικουρικά και μόνο από την Επιτροπή, η οποία θεωρεί ότι η επιχειρηματολογία αυτή έχει παρακολουθηματικό χαρακτήρα σε σχέση με το αίτημα της προσφυγής, που συνίσταται στην αναγνώριση της ελλείψεως εμπροθέσμου μεταφοράς της οδηγίας στο ισπανικό δίκαιο.
Πρώτον, πρόκειται για την πρώτη και τη δεύτερη μεταβατική διάταξη, που προβλέπουν τη δυνατότητα αποκτήσεως του τίτλου του ειδικευμένου νοσοκόμου για ορισμένους νοσοκόμους, τεχνικούς βοηθούς του υγεινομικού κλάδου και καθηγητές πανεπιστημιακών σχολών. Κατά την Επιτροπή, οι διατάξεις αυτές μπορούν να εφαρμόζονται, μεταξύ άλλων, στην ειδικότητα της μαίας, η οποία δεν εξαιρείται ρητά από το πεδίο εφαρμογής τους. Οι διατάξεις αυτές δεν λαμβάνουν υπόψη την οδηγία, καθόσον δεν εξαρτούν τη χορήγηση του διπλώματος μαίας από μια ελάχιστη περίοδο εκπαιδεύσεως.
Δεύτερον, οι διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 της τρίτης μεταβατικής διατάξεως, σχετικά με τα δικαιώματα των σπουδαστών που έχουν ήδη αρχίσει σπουδές μαίας πριν από την έναρξη ισχύος του βασιλικού διατάγματος, είναι εν μέρει μόνο σύμφωνες με το άρθρο 1, παράγραφος 6, της οδηγίας 80/155, όπως τροποποιήθηκε με την προαναφερθείσα οδηγία 89/594.
Οι διατάξεις αυτές δεν προβλέπουν κανένα χρονικό περιορισμό. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι, αντίθετα από όσα επιτρέπει η οδηγία μετά την τροποποίηση της, οι σπουδαστές που άρχισαν τις σπουδές μαίας μετά την 31η Δεκεμβρίου 1985 υπό την ισχύουσα τότε εθνική νομοθεσία μπορούν να αποκτήσουν το δίπλωμα μαίας σύμφωνα με τα προβλεπόμενα από τη νομοθεσία αυτή.
Τέλος, κατά την Επιτροπή, το γεγονός που επικαλείται το καθού, ότι δηλαδή για την εφαρμογή των διατάξεων του βασιλικού διατάγματος πρέπει να εκδοθούν εκτελεστικές κανονιστικές αποφάσεις, δεν σημαίνει ότι απαγορεύεται τώρα να εξεταστεί κατά πόσον οι διατάξεις αυτές συμβιβάζονται με την οδηγία.
Το ΒααΊΑειο της Ισπανίας αμφισβητεί ότι σήμερα συντρέχει παράβαση λόγω ασυμβιβάστου των διατάξεων του βασιλικού διατάγματος 992/1987 προς την οδηγία και προβάλλει σχετικά τα ακόλουθα επιχειρήματα.
α)
Η τρίτη μεταβατική διάταξη του βασιλικού διατάγματος, η οποία στην τελευταία παράγραφο απαγορεύει κάθε νέα εγγραφή για την απόκτηση μιας από τις ειδικότητες που προβλέπει η καταργούμενη ρύθμιση, αποτελεί ένα τρόπο μερικής εκτελέσεως της οδηγίας. Με τη διάταξη αυτή δηλαδή καθίσταται δυνατό να αποφευχθούν ενδεχόμενες παραβάσεις της οδηγίας.
β)
Το βασιλικό διάταγμα 992/1987 αποτελεί διάταγμα-πλαίσιο, το οποίο αφορά επτά ειδικότητες νοσοκόμου, μεταξύ των οποίων η ειδικότητα της μαίας. Το διάταγμα δεν έχει απευθείας εφαρμογή και δεν παράγει έννομα αποτελέσματα για τους ιδιώτες. Όπως προβλέπουν ρητά τα άρθρα 3 και 14, καθώς και η πρώτη και η δεύτερη μεταβατική διάταξη, για την εφαρμογή του είναι αναγκαία η έκδοση εκτελεστικών κανονιστικών αποφάσεων.
Το διάταγμα εξουσιοδοτεί τον αρμόδιο υπουργό να θεσπίσει τα εκτελεστικά μέτρα. Η μεταβίβαση της κανονιστικής εξουσίας στον υπουργό δικαιολογείται από το γεγονός ότι κατ' αυτό τον τρόπο η διαδικασία καταρτίσεως των κειμένων καθίσταται λιγότερο περίπλοκη, περισσότερο εύκαμπτη και ταχύτερη.
Κατά το άρθρο 3 του βασιλικού διατάγματος, οι εκτελεστικές αποφάσεις του υπουργού θα πρέπει να είναι σύμφωνες προς την οδηγία. Επιπλέον, η υποχρέωση τηρήσεως της κοινοτικής νομοθεσίας μνημονεύεται, πράγμα ασυνήθιστο, στην αιτιολογική έκθεση του βασιλικού διατάγματος.
Αν εκδοθεί εκτελεστική κανονιστική απόφαση που θα παραβαίνει διατάξεις της οδηγίας, η απόφαση αυτή θα είναι αντίθετη προς την εξουσιοδότηση που προβλέπει το βασιλικό διάταγμα και επομένως θα πάσχει ακυρότητα εντός της εθνικής έννομης τάξης.
γ)
Αντίθετα απ' ό,τι υποστηρίζει η Επιτροπή, σκοπός της πρώτης και της δεύτερης μεταβατικής διάταξης του βασιλικού διατάγματος δεν είναι η δημιουργία νέων τρόπων αποκτήσεως του διπλώματος μαίας. Οι διατάξεις αυτές δεν έχουν εφαρμογή σε σχέση με την ειδικότητα αυτή και αφορούν μόνο τις άλλες ειδικότητες νοσοκόμου που προβλέπει το βασιλικό διάταγμα. Οποιαδήποτε άλλη ερμηνεία θα σήμαινε ότι δεν λαμβάνονται υπόψη οι διατάξεις του άρθρου 3 του βασιλικού διατάγματος, οι οποίες απαιτούν την τήρηση των διατάξεων της οδηγίας. Κατά συνέπεια, οι εκτελεστικές αποφάσεις που θα εκδοθούν βάσει των μεταβατικών αυτών διατάξεων θα πρέπει κατ' ανάγκη να εξαιρούν από το πεδίο εφαρμογής τους την ειδικότητα της μαίας.
δ)
Η τροποποίηση που επέφερε η οδηγία 89/594 στο άρθρο 1 της οδηγίας 80/155 αποδεικνύει την ορθότητα του περιεχομένου των παραγράφων 1 και 2 της τρίτης μεταβατικής διατάξεως σχετικά με την περίπτωση των σπουδαστών, που άρχισαν, πριν από την έναρξη ισχύος του βασιλικού διατάγματος, σπουδές για την απόκτηση μιας από τις ειδικότητες που προέβλεπε η προϊσχύσασα ρύθμιση.
ε)
Οι διατάξεις του βασιλικού διατάγματος 992/1987 δεν χρησιμοποιήθηκαν για την παρεμβολή προσκομμάτων στην ελευθερία εγκαταστάσεως των μαιών και στην ελεύθερη παροχή των σχετικών υπηρεσιών από υπηκόους των άλλων κρατών μελών, η διευκόλυνση των οποίων αποτελεί τον σκοπό των οδηγιών 80/154 και 80/155. Για τους υπηκόους αυτούς ισχύουν οι καλύτερες δυνατές συνθήκες, τόσο για την εγκατάσταση τους στην ισπανική επικράτεια, όσο και για την παροχή των υπηρεσιών της εν λόγω ειδικότητας με βάση τόπο εκτός της Ισπανίας. Η μη μεταφορά της οδηγίας στο ισπανικό δίκαιο έπληξε μόνο τους Ισπανούς υπηκόους, καθόσον οι σχολές μαιών στην Ισπανία έχουν κλείσει από τον Οκτώβριο 1987 και από τότε δεν χορηγούνται πλέον διπλώματα μαιών.
3)
Όσον αφορά τις εθνικές ρυθμίσεις που βρίσκονται στη φάση της καταρτίσεως
Το Βασίλειο της Ισπανίας ισχυρίζεται, τέλος, ότι ήταν και παραμένει αποφασισμένο να μεταφέρει τις διατάξεις της οδηγίας στην εσωτερική έννομη τάξη του. Προκειμένου να μην καθυστερήσει τη μεταφορά της οδηγίας, η κυβέρνηση χρησιμοποίησε τη διαδικασία που προβλέπει η τέταρτη μεταβατική διάταξη του διατάγματος. Βάσει της διατάξεως αυτής, ο Υπουργός Εθνικής Παιδείας κατάρτισε, κατόπιν διαβουλεύσεως με επιτροπή από εκπροσώπους των ακαδημαϊκών, επιστημονικών και επαγγελματικών τομέων και κατόπιν σύμφωνης γνώμης του Υπουργείου Υγείας και Καταναλώσεως, ένα σχέδιο αποφάσεως για την κατάρτιση των προγραμμάτων εκπαιδεύσεως για τις ειδικότητες νοσοκόμου τις οποίες αφορά το βασιλικό διάταγμα 992/1987 (το σχέδιο αυτό περιλαμβάνεται στη δικογραφία ).
Κατά το Βασίλειο της Ισπανίας, η δημοσίευση της υπουργικής αυτής αποφάσεως επίκειται. Όσον αφορά την ειδικότητα της μαίας, το σχέδιο της αποφάσεως προβλέπει διετή εκπαίδευση. Η οργάνωση και το περιεχόμενο της εκπαιδεύσεως αυτής καθορίστηκαν βάσει των διατάξεων της οδηγίας. Επιπλέον, το σχέδιο αυτό δεν προβλέπει κανένα τρόπο αποκτήσεως του διπλώματος της μαίας αντίθετο προς την οδηγία.
Η Επιτροπή εκφράζει την ικανοποίηση της για την ύπαρξη του σχεδίου αποφάσεως στο οποίο αναφέρεται το Βασίλειο της Ισπανίας, εξετάζει δε κατά πόσον το σχέδιο αυτό είναι σύμφωνο προς τις διατάξεις της οδηγίας.
F. Grévisse
εισηγητής δικαστής
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η ισπανική.
Top