ΈΚΘΕΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠ' ΑΚΡΟΑΤΗΡΊΟΥ ΣΥΖΉΤΗΣΗ
στην υπόθεση C-334/89 ( *1 )
Ι — Νομικό πλαίσιο
Η οδηγία 79/409/ΕΟΚ αφορά τη διατήρηση όλων των ειδών πτηνών που ζουν εκ φύσεως σε άγρια κατάσταση στο ευρωπαϊκό έδαφος των κρατών μελών. 'Εχει ως αντικείμενο την προστασία, διαχείριση και ρύθμιση των ειδών αυτών, των οποίων και κανονίζει την εκμετάλλευση. Τα απαριθμούμενα στο παράρτημα Ι της οδηγίας είδη αποτελούν αντικείμενο μέτρων ειδικής διατηρήσεως σχετικά με τον οικότοπό τους, ώστε να εξασφαλίζεται η επιβίωση και αναπαραγωγή τους στην περιοχή εξαπλώσεως τους, σύμφωνα με το άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας. Τα άρθρα 15 και 17 παρέχουν στην Επιτροπή, η οποία επικουρείται από ειδική επιτροπή, την εξουσιοδότηση να τροποποιεί το παράρτημα Ι, ώστε να το αναπροσαρμόζει σύμφωνα με την επιστημονική και τεχνική πρόοδο. Με την οδηγία 85/411/ΕΟΚ, το παράρτημα της οποίας αντικαθιστά το παράρτημα Ι της οδηγίας 79/409/ΕΟΚ, έγινε παρόμοια αναπροσαρμογή.
Το νέο παράρτημα Ι απαριθμεί 144 είδη έναντι 74 του αρχικού. Το άρθρο 2 της οδηγίας 85/411/ΕΟΚ προβλέπει ότι τα κράτη μέλη θέτουν σε εφαρμογή τις εκτελεστικές διατάξεις πριν από τις 31 Ιουλίου 1986 και ενημερώνουν πάραυτα την Επιτροπή.
II — Προηγηθείσα της προσφυγής διαδικασία
Επειδή δεν της κοινοποιήθηκε κανένα πληροφοριακό στοιχείο ως προς τις διατάξεις εφαρμογής στην Ιταλία της οδηγίας 85/411/ΕΟΚ, η Επιτροπή κίνησε, με έγγραφο της 26ης Μαρτίου 1987, τη διαδικασία του άρθρου 169 της Συνθήκης ΕΟΚ. Επειδή το έγγραφο αυτό έμεινε αναπάντητο, η Επιτροπή διατύπωσε στις 12 Σεπτεμβρίου 1988 αιτιολογημένη γνώμη. Ούτε στην αιτιολογημένη αυτή γνώμη δόθηκε συνέχεια.
III — Έγγραφη διαδικασία
Με δικόγραφο που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 30 Οκτωβρίου 1989, η Επιτροπή άσκησε ενώπιον του Δικαστηρίου, κατ' εφαρμογή του άρθρου 169 της Συνθήκης ΕΟΚ, προσφυγή κατά της Ιταλικής Δημοκρατίας λόγω παραβάσεως στον τομέα της διατηρήσεως των αγρίων πτηνών.
Κατόπιν εκθέσεως του εισηγητή δικαστή και μετά από ακρόαση του γενικού εισαγγελέα, το Δικαστήριο αποφάσισε να προχωρήσει στην προφορική διαδικασία χωρίς προηγούμενη διεξαγωγή αποδείξεων.
IV — Αιτήματα των διαδίκων
Η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο:
—
να αναγνωρίσει ότι, μη θεσπίζοντας πριν από τις 31 Ιουλίου 1986 τα μέτρα εφαρμογής της οδηγίας 85/411/ΕΟΚ της Επιτροπής, της 25ης Ιουλίου 1985, για την τροποποίηση της οδηγίας 79/409/ΕΟΚ περί της διατηρήσεως των αγρίων πτηνών, ή μη ενημερώνοντας, τουλάχιστον, την Επιτροπή για τη λήψη παρομοίων μέτρων, η Ιταλική Δημοκρατία παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τις διατάξεις της Συνθήκης ΕΟΚ,
—
να καταδικάσει την Ιταλική Δημοκρατία στα δικαστικά έξοδα.
Η Ιταλική Κυβέρνηση ζητεί από το Δικαστήριο:
—
να κηρύξει την προσφυγή απαράδεκτη ή να την απορρίψει,
—
να καταδικάσει την προσφεύγουσα στα δικαστικά έξοδα.
V — Ισχυρισμοί και επιχειρήματα των διαδίκων
1.
Η Επιτροπή διευκρινίζει ότι το άρθρο 2 της οδηγίας 85/411/ΕΟΚ υποχρεώνει τα κράτη μέλη να ενημερώνουν αμέσως την ίδια για τα μέτρα που θέσπισαν για την εφαρμογή της εν λόγω οδηγίας. Οι ιταλικές αρχές δεν κοινοποίησαν κανένα πληροφοριακό στοιχείο συναφώς στην Επιτροπή. Κατόπιν αυτού, η Επιτροπή εκτιμά ότι πρέπει να θεωρηθεί ότι η Ιταλική Δημοκρατία δεν έλαβε τα αναγκαία μέτρα προκειμένου να συμμορφωθεί προς την οδηγία 85/411/ΕΟΚ, μολονότι η ταχθείσα στο άρθρο 2 της οδηγίας προθεσμία εξέπνευσε στις 31 Ιουλίου 1986.
Η Επιτροπή υπογραμμίζει ότι, ανεξάρτητα από το πότε περιέρχεται σε γνώση της ότι μια οδηγία παρέμεινε ανεφάρμοστη, έχει την ευχέρεια να κινεί τη διαδικασία παραβάσεως, έστω και αν έχει ήδη κινήσει άλλη διαδικασία παραβάσεως αφορώσα άλλα σημεία της αυτής οδηγίας. Στην προκειμένη περίπτωση, το άρθρο 4 της οδηγίας 79/409/ΕΟΚ προβλέπει ότι, για κάθε ένα από τα απαριθμούμενα στο παράρτημα Ι είδη, τα κράτη μέλη καθορίζουν ζώνες ειδικής προστασίας και θεσπίζουν ειδικά μέτρα διατηρήσεως. Η Επιτροπή διευκρινίζει ότι με την οδηγία 85/411/ΕΟΚ το παράρτημα Ι επαναδιατυπώθηκε εξ ολοκλήρου και συμπληρώθηκε.
Η Επιτροπή διευκρινίζει ότι η οδηγία δεσμεύει δυνάμει στο σύνολό της. Αν ένα κράτος μέλος τη θεωρεί ως μη δυνάμενη να εφαρμοστεί επειδή δεν πληρούνται ορισμένες πραγματικές προϋποθέσεις, όπως για παράδειγμα επειδή ορισμένα είδη πτηνών δεν ανευρίσκονται στο έδαφός του, στο εν λόγω κράτος εναπόκειται να αιτιολογήσει ότι δεν έλαβε μέτρα αφορώντα τα εν λόγω είδη.
Η Επιτροπή ισχυρίζεται περαιτέρω ότι ο έλεγχος της θεσπίσεως και καταλληλότητας των μέτρων ειδικής προστασίας του άρθρου 4 της οδηγίας δεν υπεισέρχεται παρά μόνο σε συνάρτηση με τα παρόντα στο ιταλικό έδαφος είδη πτηνών. Με άλλους λόγους, η εφαρμογή της οδηγίας πρέπει να υλοποιηθεί στο θέμα αυτό με τον ακριβή προσδιορισμό για κάθε είδος των ζωνών ειδικής προστασίας και τη θέσπιση ιδιαιτέρων μέτρων.
2.
Η Ιταλική Κυβέρνηση διευκρινίζει ότι με το εισαγωγικό της υποθέσεως 262/85 ( Επιτροπή κατά Ιταλίας) δικόγραφο, το οποίο οδήγησε στην έκδοση της αποφάσεως του Δικαστηρίου της 8ης Ιουλίου 1987 ( Συλλογή 1987, σ. 3073 ), η Επιτροπή δεν επανέλαβε την αιτίαση της περί μη εφαρμογής του άρθρου 4 της οδηγίας σε σχέση με το παράρτημα Ι που ίσχυε τότε. Κατά την Ιταλική Κυβέρνηση, το γεγονός αυτό αφήνει να εννοηθεί ότι η Επιτροπή έκρινε ότι η κατάσταση στην Ιταλία ήταν σύμφωνη προς την εν λόγω διάταξη της οδηγίας σε σχέση με το αρχικό παράρτημα Ι.
Η Ιταλική Κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι το νέο παράρτημα Ι της οδηγίας 85/411/ΕΟΚ ( με το οποίο αντί των 74, 144 είδη αποτελούν αντικείμενο μέτρων ειδικής διατηρήσεως) απαριθμεί μεγάλο αριθμό ειδών πτηνών που δεν ανευρίσκονται στο ιταλικό έδαφος. Κατ' αυτήν, είναι εύλογο να αναμένεται η Επιτροπή να αναφέρει, τόσο όσον αφορά το αρχικό παράρτημα Ι όσο και το συμπληρωμένο, ποια είναι τα είδη που θα έπρεπε να αποτελέσουν αντικείμενο μέτρων ειδικής διατηρήσεως, λαμβάνοντας υπόψη την κατάσταση των προστατευομένων ειδών που ανευρίσκονται στο ιταλικό έδαφος. Πλην όμως, παρόμοια διευκρίνιση δεν δόθηκε ούτε κατά τη διάρκεια της πριν από την άσκηση της προσφυγής διαδικασίας ούτε στο πλαίσιο της προσφυγής.
Κατά την Ιταλική Κυβέρνηση, ενόψει της συγκεκριμένης καταστάσεως, δεν κατέστη δυνατό να διαβιβαστεί στην Επιτροπή κάποια διευκρίνιση σχετικά με το θέμα. Κατά την Ιταλική Κυβέρνηση, είναι αδύνατη η κίνηση διαδικασίας παραβάσεως για να προσδιοριστεί αν και μέχρι ποια όρια νεότερα μέτρα ειδικής διατηρήσεως είναι αναγκαία στην Ιταλία, κατόπιν της αντικαταστάσεως του παραρτήματος Ι της οδηγίας. Η Ιταλική Κυβέρνηση θεωρεί, συνακόλουθα, ότι η προσφυγή πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη λόγω της γενικής φύσεως της.
Η Ιταλική Κυβέρνηση διευκρινίζει ότι εκείνο που θα έπρεπε να της κοινοποιήσει η Επιτροπή, διατυπώνοντας παράλληλα σχετική αιτίαση, είναι το αποτέλεσμα ελέγχου της με τον οποίο διαπιστώνεται η μη εφαρμογή του άρθρου 4, κατά τρόπο ώστε να καθίσταται εφικτή η κατ' αντιμωλίαν οικεία διαδικασία, που αφορά τη συγκεκριμένη κατάσταση του α ή β προστατευομένου είδους. Πλην όμως, καμιά διευκρίνιση παρόμοιας φύσεως δεν μεσολάβησε.
Η Ιταλική Κυβέρνηση θεωρεί ότι δεν εναπόκειται στην ίδια να κοινοποιήσει και να εξηγήσει όλα τα μέτρα ειδικής διατηρήσεως που θέσπισαν οι περιφέρειες στην Ιταλία για κάθε ένα από τα απαριθμούμενα στο παράρτημα Ι της οδηγίας είδη που ανευρίσκονται στην Ιταλία. Αν η Επιτροπή της είχε προσάψει ότι παρέλειψε να λάβει συγκεκριμένα μέτρα εκτελέσεως συναφώς, θα είχε καταστεί δυνατός ο έλεγχος της θεσπίσεως στην πράξη και της καταλληλότητας των εθνικών μέτρων ειδικής διατηρήσεως. Ελλείψει παρόμοιας αιτιάσεως, ο σχετικός έλεγχος είναι στην ουσία ανέφικτος.
Περαιτέρω, η Ιταλική Κυβέρνηση παρατηρεί ότι στην εθνική έννομη τάξη υφίστανται τα μέσα εφαρμογής των μέτρων του άρθρου 4, παράγραφος 1, της οδηγίας. Πράγματι, οι περιφέρειες έχουν τη δυνατότητα δημιουργίας πάρκων και αποκλειστικών φυσικών ζωνών για τη διατήρηση του οικοσυστήματος. Επιπλέον, σύμφωνα με τον νόμο 968, της 27ης Δεκεμβρίου 1977 [ GURI ( Επίσημη Ιταλική Εφημερίδα) αριθ. 3 της 4.1.1978], οι περιφέρειες οφείλουν να προβλέπουν σε περιφερειακό επίπεδο:
—
ζώνες προστασίας όπου βρίσκει καταφύγιο, αναπαράγεται και διαμένει η άγρια πανίδα ( άρθρο 6, πρώτο εδάφιο, περίπτωση α) ·
—
ζώνες πολλαπλασιασμού και συλλήψεως με σκοπό την αναπαραγωγή της άγριας πανίδας, τη διάδοση της στις περιβάλλουσες ζώνες και τη σύλληψη της με σκοπό τον πολλαπλασιασμό (περίπτωση β) ·
—
δημόσια κέντρα παραγωγής της άγριας πανίδας ακόμη και σε φυσική κατάσταση (περίπτωση γ) ·
—
κανόνες που προβλέπουν ή ρυθμίζουν κίνητρα υπέρ των ιδιοκτητών και μισθωτών ακινήτων, ιδιωτών ή ενώσεων, που αναλαμβάνουν τη δέσμευση να αποκαταστήσουν και διατηρήσουν το περιβάλλον και να διασφαλίσουν την παραγωγή της άγριας πανίδας (περίπτωση ξ).
Κατά την Ιταλική Κυβέρνηση, προφανώς ο έλεγχος της θεσπίσεως και καταλληλότητας των εθνικών μέτρων ειδικής διατηρήσεως, λαμβάνοντας μάλιστα υπόψη τα στοιχεία του άρθρου 4, παράγραφος 1, της οδηγίας, δεν
μπορεί να διενεργηθεί παρά για ορισμένα είδη πτηνών που ενδιαφέρουν το ιταλικό έδαφος. Κατά συνέπεια, γενικός έλεγχος, όπως ο απαιτούμενος από την Επιτροπή, καθίσταται αδύνατος.
Μ. Dίez de Velasco
εισηγητής δικαστής
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η ιταλική.
Top