ΈΚΘΕΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠ' ΑΚΡΟΑΤΗΡΊΟΥ ΣΥΖΉΤΗΣΗ
στην υπόθεση C-361/89 ( *1 )
Ι — Πραγματικά περιστατικά και διαδικασία
Ο Di Pinto είναι διαχειριστής της SARL « Groupement de l'immobilier et du fonds de commerce» (στο εξής: GNDIIC), που διανέμει περιοδική επιθεώρηση στην οποία καταχωρούνται αγγελίες πωλήσεως επιχειρήσεων. Κατά τον Ιούλιο 1985 και κατά τη διάρκεια των ετών 1986 και 1987, ο Di Pinto έστειλε αντιπροσώπους του που επισκέφθηκαν εμπόρους, που επιθυμούσαν να πωλήσουν τις επιχειρήσεις τους, στην κατοικία τους ή στον τόπο εργασίας τους για να τους πείσουν να καταχωρήσουν αγγελίες στην περιοδική επιθεώρηση που εκδίδει. Οι συμβάσεις που συνήφθησαν δεν ανέφεραν τη δυνατότητα υπαναχωρήσεως εντός επταημέρου προθεσμίας ωρίμου σκέψεως, όπως προβλέπει το άρθρο 2 του γαλλικού νόμου 72-1137, της 22ας Δεκεμβρίου 1972, περί προστασίας των καταναλωτών επί πωλήσεων κατ' οίκον [JORF ( Επίσημη Εφημερίδα της Γαλλικής Δημοκρατίας) της 23.12.1972, σ. 13348, στο εξής: γαλλικός νόμος περί των πωλήσεων κατ' οίκον ].
Το άρθρο 1, πρώτο εδάφιο, του νόμου καθορίζει το πεδίο εφαρμογής του:
« Οποιοσδήποτε επισκέπτεται ή στέλνει αντιπροσώπους του στην κατοικία ή στον τόπο εργασίας φυσικού προσώπου για να προτείνει την πώληση, τη μίσθωση ή τη μίσθωσηπώληση εμπορευμάτων ή οποιωνδήποτε αντικειμένων ή για να προτείνει την παροχή υπηρεσιών υποβάλλεται στις διατάξεις του παρόντος νόμου. »
Τα άρθρα 2 έως 4 του νόμου θεσπίζουν τις υποχρεώσεις που υπέχει οποιοσδήποτε ασκεί τη δραστηριότητα των κατ' οίκον πωλήσεων. Το άρθρο 2 επιβάλλει να παραδίδουν οι κατ' οίκον πωλητές στον πελάτη σύμβαση περιέχουσα ορισμένες υποχρεωτικές ρήτρες. Το άρθρο 3 επιβάλλει στον κατ' οίκον πωλητή να παραχωρεί στον πελάτη προθεσμία 7ημερών για να υπαναχωρεί από την παραγγελία ή την υποχρέωση αγοράς. Τέλος, το άρθρο 4 απαγορεύει στον κατ' οίκον πωλητή να εισπράττει άμεσα ή έμμεσα οποιοδήποτε αντίτιμο προ της παρόδου της προθεσμίας ωρίμου σκέψεως που προβλέπεται στο άρθρο 3. Το άρθρο 5 προβλέπει ποινικές κυρώσεις κατά των παραβατών.
Εντούτοις, το άρθρο 8,1, στοιχείο e, του νόμου ορίζει ότι δεν υπάγονται στις διατάξεις των άρθρων 1 έως 5:
« e)
οι πωλήσεις, μισθώσεις ή μισθώσειςπωλήσεις εμπορευμάτων ή αντικειμένων ή παροχές υπηρεσιών που προτείνονται για τις ανάγκες γεωργικής, βιομηχανικής ή εμπορικής εκμεταλλεύσεως ή επαγγελματικής δραστηριότητας ».
Στις 28 Μαρτίου 1989 το tribunal de grande instance de Paris καταδίκασε τον Di Pinto σε ποινή φυλακίσεως ενός έτους και σε χρηματική ποινή 15000 γαλλικών φράγκων (FF) λόγω παραβάσεως του γαλλικού νόμου περί κατ' οίκον πωλήσεων.
Στις 4 Απριλίου 1989 ο Di Pinto και ο εισαγγελέας του tribunal de grande instance de Paris άσκησαν έφεση κατά της αποφάσεως αυτής. Στις 7 Ιουλίου 1989, το cour d' appel de Paris, δικάζοντας ερήμην, επικύρωσε την απόφαση του tribunal de grande instance περί ενοχής και καταδίκασε τον Di Pinto σε ποινή φυλακίσεως χωρίς αναστολή και σε χρηματική ποινή 15000 FF.
Στις 11 Ιουλίου 1989, ο Di Pinto προσέβαλε την απόφαση αυτή, ζητώντας να μην εκτελεστεί.
Το κύριο αίτημα που υπέβαλε στο cour ď appel o Di Pinto εγγράφως στο πλαίσιο της διαδικασίας αυτής ήταν η αποφυλάκιση του. Υποστήριξε ότι οι συμβάσεις διαφημίσεως που υπέγραψαν οι έμποροι με σκοπό την πώληση των επιχειρήσεων τους καλύπτονταν από την εξαίρεση που προβλέπεται στο άρθρο 8, Ι, στοιχείο e, του γαλλικού νόμου περί κατ' οίκον πωλήσεων. Κατά συνέπεια, οι έμποροι αυτοί δεν απολαύουν της προστασίας που προβλέπουν τα άρθρα 2 έως 4.
Το cour d'appel έκρινε ότι το άρθρο 8,1, στοιχείο e, του γαλλικού νόμου περί κατ' οίκον πωλήσεων δεν αφορούσε τη σύναψη τέτοιων συμβάσεων. Πράγματι, η πώληση επιχειρήσεως αποτελεί ενέργεια εκ φύσεως ξένη προς τις ανάγκες εμπορικής εκμεταλλεύσεως, εφόσον η σύμβαση διαφημίσεως είχε σκοπό να θέσει ακριβώς τέρμα στην εκμετάλλευση αυτή. Οι ενέργειες του Di Pinto εμπίπτουν επομένως στα άρθρα 1 έως 5 του γαλλικού νόμου περί κατ' οίκον πωλήσεων.
Επικουρικώς, ο Di Pinto επικαλέστηκε την οδηγία 85/577/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 20ής Δεκεμβρίου 1985, για την προστασία των καταναλωτών κατά τη σύναψη συμβάσεων εκτός εμπορικού καταστήματος (ΕΕ L 372, σ. 31, στο εξής: οδηγία). Πράγματι, από την οδηγία αυτή προκύπτει ότι, όταν τα πρόσωπα τα οποία δέχονται κατ' οίκον επίσκεψη του πωλητού ενεργούν στο πλαίσιο της εμπορικής επαγγελματικής τους δραστηριότητας, δεν απολαύουν ιδιαίτερης προστασίας.
Κατά το άρθρο 1, παράγραφος 1, της οδηγίας, η οδηγία:
«εφαρμόζεται στις συμβάσεις παροχής αγαθών ή υπηρεσιών από έναν έμπορο προς έναν καταναλωτή, οι οποίες συνάπτονται:
—
κατά τη διάρκεια εκδρομής που οργανώνεται από τον έμπορο εκτός του εμπορικού του καταστήματος,
ή
—
κατά τη διάρκεια επίσκεψης του εμπόρου:
i)
στο σπίτι του ίδιου ή άλλου καταναλωτή,
ii)
στον τόπο εργασίας του καταναλωτή,
όταν η επίσκεψη δεν γίνεται μετά από ρητή αίτηση του καταναλωτή ».
Κατά το άρθρο 2 της οδηγίας:
« —
“ καταναλωτής ” είναι το φυσικό πρόσωπο το οποίο, με τις συναλλαγές που καλύπτει η παρούσα οδηγία, επιδιώκει σκοπούς που μπορεί να θεωρηθούν άσχετοι με την επαγγελματική του δραστηριότητα˙
—
“ έμπορος ” είναι το φυσικό ή νομικό πρόσωπο το οποίο, κατά τις ανωτέρω συναλλαγές, ενεργεί με την εμπορική ή επαγγελματική του ιδιότητα καθώς και κάθε πρόσωπο που ενεργεί εξ ονόματος ή για λογαριασμό ενός εμπόρου ».
Κατ' ουσίαν τα άρθρα 4 και 5 της οδηγίας προβλέπουν ότι ο έμπορος υποχρεούται να πληροφορεί εγγράφως τον καταναλωτή για το δικαίωμα του να υπαναχωρήσει από τη σύμβαση εντός προθεσμίας τουλάχιστον 7ημερών.
Εντούτοις το άρθρο 8 της οδηγίας ορίζει ότι η οδηγία
« δεν εμποδίζει τα κράτη μέλη να θεσπίζουν ή να διατηρούν σε ισχύ ευνοϊκότερες διατάξεις για την προστασία των καταναλωτών στο πεδίο που καλύπτει η παρούσα οδηγία ».
Θεωρώντας ότι η διαφορά συνεπαγόταν ερμηνεία του κοινοτικού δικαίου, το cour d'appel de Paris, με απόφαση της 17ης Νοεμβρίου 1989, αποφάσισε, κατ' εφαρμογή του άρθρου 177 της Συνθήκης, να αναστείλει τη διαδικασία μέχρις ότου το Δικαστήριο εκδώσει προδικαστική απόφαση επί των ακολούθων ερωτημάτων:
« 1)
Τυγχάνει της προστασίας του καταναλωτή, που προβλέπει η οδηγία του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων της 20ής Δεκεμβρίου 1985, ο έμπορος ο οποίος, προκειμένου να πωλήσει την επιχείρηση του, δέχεται στην κατοικία του την επίσκεψη άλλου εμπόρου;
2)
Συμβιβάζεται το άρθρο 8, Ι, στοιχείο e, του νόμου της 22ας Δεκεμβρίου 1972 με την προαναφερθείσα οδηγία και τις λοιπές διατάξεις του κοινοτικού δικαίου περί της προστασίας των καταναλωτών που δέχονται την κατ' οίκον επίσκεψη εμπόρων; »
Η απόφαση του cour d'appel de Paris πρωτοκολλήθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 29 Νοεμβρίου 1989.
Κατά το άρθρο 20 του Πρωτοκόλλου περί του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητος, γραπτές παρατηρήσεις κατέθεσαν στις 5 Μαρτίου 1990 η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τη Μ. Κοντού Durande, μέλος της Νομικής της Υπηρεσίας, και την G. Pons, γαλλίδα δημόσιο υπάλληλο, που έχει τεθεί, δυνάμει προγράμματος ανταλλαγών, στη διάθεση της Νομικής Υπηρεσίας της Επιτροπής˙στις 6 Μαρτίου 1989, ο Di Pinto, κατηγορούμενος της κυρίας δίκης, εκπροσωπούμενος από τον Μ. Hayat, δικηγόρο Παρισιού˙ στις 8 Μαρτίου 1990, η Κυβέρνηση της Γαλλικής Δημοκρατίας, εκπροσωπούμενη από την Ε. Belliard και τον C. Chavance˙ και στις 8 Μαρτίου 1990, η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, εκπροσωπούμενη από τον R. Μ. Caudwell, του Treasury Solicitor's Department.
To Δικαστήριο, κατόπιν εκθέσεως του εισηγητή δικαστή, αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα, αποφάσισε να προχωρήσει στην προφορική διαδικασία χωρίς προηγούμενη διεξαγωγή αποδείξεων.
Το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογή του άρθρου 95, παράγραφοι 1 και 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, αποφάσισε, στις 20 Σεπτεμβρίου 1990, να αναθέσει την εκδίκαση της υποθέσεως στο πρώτο τμήμα.
II — Γραπτές παρατηρήσεις που κατατέθηκαν στο Δικαστήριο
Επί του πρώτου ερωτήματος (δυνατότητα εφαρμογής της οδηγίας)
Ο Di Pinto και η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου θεωρούν ότι ένας έμπορος που δέχεται επισκέψεις με σκοπό τις κατ' οίκον πωλήσεις υπό τις συνθήκες της προκειμένης υποθέσεως δεν απολαύει της προστασίας του καταναλωτή που καθιερώνει η οδηγία. Η Επιτροπή και η Γαλλική Κυβέρνηση υποστηρίζουν το αντίθετο.
Ο Di Pinto υποστηρίζει ότι το ερώτημα αφορά αποκλειστικά τις πωλήσεις στην επαγγελματική κατοικία του εμπόρου, εφόσον οι αντιπρόσωποι της GNDIIC πηγαίνουν στην έδρα της επιχειρήσεως για να προτείνουν τις υπηρεσίες που προσφέρει το περιοδικό. Θεωρεί ότι ένας έμπορος που δέχεται επισκέψεις υπό τις συνθήκες αυτές δεν απολαύει της προστασίας του καταναλωτή που καθιερώνει η οδηγία.
Κατά την άποψη του, πρέπει να πληρούνται δύο προϋποθέσεις ώστε να μπορεί να εφαρμοστεί η οδηγία, δηλαδή μία προϋπόθεση που αφορά τον τόπο και θεσπίζεται στο άρθρο 1, παράγραφος 1, και μία προϋπόθεση που αφορά την ιδιότητα του προσώπου που δέχεται τις επισκέψεις ως καταναλωτή και θεσπίζεται στο άρθρο 2, πρώτο εδάφιο.
Η πρώτη προϋπόθεση πληρούται εφόσον οι διαπραγματεύσεις για τις συμβάσεις γίνονται στον τόπο εργασίας του προσώπου που δέχεται τις επισκέψεις.
Αντίθετα, η δεύτερη προϋπόθεση δεν πληρούται, διότι ο έμπορος που δέχεται τις κατ' οίκον επισκέψεις « επιδιώκει σκοπούς που μπορούν να θεωρηθούν άσχετοι με την επαγγελματική του δρατηριότητα ». Πράγματι, η επαγγελματική δραστηριότητα ενός εμπόρου πρέπει να θεωρείται ως ένα σύνολο, οπότε δεν επιτρέπεται να γίνονται διακρίσεις αναλόγως του τρόπου ασκήσεως της. Επομένως, θα ήταν παράλογο να θεωρηθεί ότι ένας έμπορος προστατεύεται όταν διαφημίζει την πώληση της επιχειρήσεως του, αλλά δεν προστατεύεται όταν συμφωνεί τη διαφήμιση με σκοπό την εμπορία των προϊόντων του.
Το ίδιο συμπέρασμα προκύπτει από μία a contrario ερμηνεία του άρθρου 2, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας, που ορίζει ποιος θεωρείται έμπορος. Ο Di Pinto συνάγει από τον ορισμό αυτό ότι κάθε φυσικό πρόσωπο που δεν ενεργεί στο πλαίσιο της εμπορικής ή επαγγελματικής του δραστηριότητας έχει την ιδιότητα του καταναλωτή. Δεδομένου ότι ο έμπορος που επιθυμεί να δημοσιεύσει αγγελία με σκοπό την πώληση της επιχειρήσεως του ενεργεί στο πλαίσιο της επαγγελματικής του δραστηριότητας, και όχι για ιδιωτικούς σκοπούς, δεν απολαύει της προστασίας που προβλέπει η οδηγία.
Η ερμηνεία αυτή επιβεβαιώνεται από τις αιτιολογικές σκέψεις της οδηγίας, σύμφωνα με τις οποίες επιδιώκεται να αποφεύγεται να συμβάλλεται ένα πρόσωπο, απροετοίμαστο για τις διαπραγματεύσεις, καταλαμβανόμενο εξ απίνης. Στην προκειμένη όμως περίπτωση οι αντιπρόσωποι του Di Pinto μετέβαιναν στην επαγγελματική κατοικία μόνον των εμπόρων που τηλεφωνικώς τους είχαν ζητήσει ρητώς να τους επισκεφθούν. Επομένως, οι τελευταίοι δεν καταλαμβάνονται εξ απίνης εφόσον οι διαπραγματεύσεις για τη σύναψη των συμβάσεων έγιναν ενόσω βρίσκονται σε εγρήγορση.
Η Γαλλική Κυβέρνηση θεωρεί ότι το γεγονός και μόνον ότι ο έμπορος δέχεται κατ' οίκον επισκέψεις με σκοπό την πώληση της επιχειρήσεως του δεν σημαίνει ότι αποκτά συστηματικά την ιδιότητα του καταναλωτή κατά την έννοια του άρθρου 2 της οδηγίας.
Κατά την άποψη της κυβερνήσεως αυτής, ο χαρακτηρισμός των συμβαλλομένων είναι καθοριστικός για την εφαρμογή της οδηγίας. Ο χαρακτηρισμός αυτός καθορίζεται βάσει τριών βασικών κριτηρίων: της συνήθους επαγγελματικής δραστηριότητας των συμβαλλομένων, της σχέσεως μεταξύ της διενεργούμενης συναλλαγής και της σφαίρας δραστηριότητας τους και, τέλος, του σκοπού της συναλλαγής.
Όσον αφορά τη συνήθη επαγγελματική δρατηριότητα των συμβαλλομένων και τη σχέση μεταξύ συναλλαγής και σφαίρας δραστηριότητας τους, η Γαλλική Κυβέρνηση θεωρεί ότι οι προτεινόμενες από τον Di Pinto συναλλαγές δεν εμπίπτουν στις τρέχουσες επαγγελματικές πράξεις των προσώπων που δέχονται τις κατ' οίκον επισκέψεις, εκτός αν αποδεικνύεται ότι τα πρόσωπα αυτά προβαίνουν συνήθως σε πωλήσεις επιχειρήσεων.
Όσον αφορά το σκοπό της συναλλαγής, πρέπει να γίνει διάκριση αναλόγως του αντικειμένου της συμβάσεως: μια προσφορά συνήθους διαφημίσεως διαφέρει από μια προσφορά διαφημίσεως σχετικής με την πώληση επιχειρήσεως. Αν η διαφήμιση γενικά μπορεί να θεωρηθεί ότι αφορά την επαγγελματική δραστηριότητα του προσώπου που δέχεται τις κατ' οίκον επισκέψεις, δεν συμβαίνει το ίδιο με τις συμβάσεις διαφημίσεως σχετικά με την πώληση επιχειρήσεως, εφόσον οι συμβάσεις αυτές έχουν σαν αποτέλεσμα τη δημοσιότητα επικείμενης παύσεως της δραστηριότητας.
Τέλος η Γαλλική Κυβέρνηση επισημαίνει ότι το προδικαστικό ερώτημα αναφέρεται μόνο στις επισκέψεις κατ' οίκον με σκοπό την πώληση επιχειρήσεως, χωρίς να διευκρινίζει την ακριβή φύση του αντικειμένου της προτεινομένης συμβάσεως. Υπογραμμίζει σχετικά ότι μπορεί να πρόκειται για διάφορες συναλλαγές, ιδίως για προσφορές αγοράς, διαφημίσεως, προσφορές μεσιτικών γραφείων ή προσφορές συνδρομής σε ειδικά έντυπα.
Ελλείψει στοιχείων σχετικά με τη φύση των προτεινομένων συναλλαγών και τη συνήθη δραστηριότητα των εμπόρων που δέχονται τις κατ' οίκον επισκέψεις, το Δικαστήριο δεν είναι σε θέση να κρίνει αν πληρούνται στην προκειμένη περίπτωση οι προϋποθέσεις που επιτρέπουν να αποδοθεί στον έμπορο η ιδιότητα του καταναλωτή κατά την έννοια του άρθρου 2 της οδηγίας. Εναπόκειται επομένως στο εθνικό δικαστήριο να εκτιμήσει αν πληρούνται οι προϋποθέσεις αυτές.
Η Κυβέρνηαη τον Ηνωμένου Βασιλείου θεωρεί ότι ο έμπορος που δέχεται κατ' οίκον επισκέψεις με σκοπό την πώληση της επιχειρήσεως του δεν δικαιούται της προστασίας που παρέχει στον καταναλωτή η οδηγία.
Κατά την άποψη της κυβερνήσεως αυτής, σκοπός της οδηγίας είναι να προστατεύσει τον καταναλωτή από κάθε μειονέκτημα που μπορεί να οφείλεται στο γεγονός ότι κατελήφθη εξ απίνης. Το στοιχείο αυτό και το γεγονός ότι η σύμβαση συνήφθη εκτός του εμπορικού καταστήματος του δεχόμενου τις επισκέψεις προσώπου δεν είναι εντούτοις αρκετά για την εφαρμογή της οδηγίας. Το δεχόμενο τις επισκέψεις πρόσωπο πρέπει, επιπλέον, να είναι καταναλωτής κατά την έννοια του άρθρου 2 της οδηγίας, δηλαδή πρόσωπο που επιδιώκει σκοπούς που μπορούν να θεωρηθούν άσχετοι με την επαγγελματική του δραστηριότητα.
Η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου θεωρεί σχετικά ότι θα αποτελούσε περιττή διεύρυνση του ορισμού του καταναλωτή το ν' αποδοθεί στις εμπορικές ή επαγγελματικές δραστηριότητες η έννοια ότι περιλαμβάνουν μόνον τις συνήθεις καθημερινές δραστηριότητες ή τις δραστηριότητες που είναι αναγκαίες στο εν λόγω επάγγελμα ή κλάδο του εμπορίου. Μολονότι η πώληση επιχειρήσεως δεν αποτελεί καθημερινή πράξη, δεν μπορεί να θεωρηθεί παρά μόνον ως πράξη επιχειρούμενη στο πλαίσιο εμπορικής ή επαγγελματικής δραστηριότητας. Μία τέτοια πράξη, ακόμα και αν δεν αποτελεί δρατηριότητα συνδεόμενη με ιδιαίτερο κλάδο του εμπορίου, δεν είναι οπωσδήποτε δραστηριότητα κοινή στο σύνολο των καταναλωτών.
Εξάλλου η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου θεωρεί ότι η διαφήμιση με σκοπό την πώληση επιχειρήσεως αποτελεί εμπορική δραστηριότητα, ακόμη και αν οδηγεί στην παύση της εμπορικής εκμεταλλεύσεως. Αφενός η διαφήμιση δεν προκαλεί πάντοτε το αναμενόμενο αποτέλεσμα. Αφετέρου το πρόσωπο που προβαίνει σε τέτοιου είδους διαφήμιση δεν παύει αναγκαστικά να είναι έμπορος.
Η Επιτροπή θεωρεί ότι ο έμπορος που δέχεται κατ' οίκον επισκέψεις με σκοπό την πώληση της επιχειρήσεως του απολαύει της προστασίας του καταναλωτή που καθιερώνει η οδηγία, όταν η πώληση αυτή είναι άσχετη προς τη συνήθη επαγγελματική του δραστηριότητα και πληρούνται οι υπόλοιπες προϋποθέσεις που θέτει η οδηγία.
Κατά την άποψη της Επιτροπής, η οδηγία θέλησε να διορθώσει τη μειονεκτική θέση στην οποία βρίσκεται το δεχόμενο τις επισκέψεις πρόσωπο έναντι του εμπόρου που το επισκέπτεται. Ο καταναλωτής είναι το πρόσωπο που ενεργεί εντός πλαισίου που μπορεί να θεωρηθεί άσχετο προς την επαγγελματική του δραστηριότητα. Ο έμπορος που δέχεται επισκέψεις είναι καταναλωτής, αν η συναλλαγή που του προτείνεται δεν ανήκει σ' αυτές που συνήθως διενεργεί. Αντίθετα, είναι έμπορος κατά την έννοια της οδηγίας, αν η συναλλαγή εμπίπτει κανονικά στο πλαίσιο της εμπορικής ή επαγγελματικής του δρατηριότητας. Στην περίπτωση αυτή έχει πράγματι την επαγγελματική του πείρα, οπότε δεν χρειάζεται προστασία.
Η Επιτροπή θεωρεί εντούτοις ότι οι έμποροι που δέχονται επισκέψεις απολαύουν της προστασίας που παρέχει η οδηγία μόνον αν πληρούνται δύο περαιτέρω προϋποθέσεις: αφενός, η πρωτοβουλία της συναλλαγής δεν πρέπει να προέρχεται από το πρόσωπο που προβαίνει στην πώληση της επιχειρήσεως του και, αφετέρου, ο πωλητής πρέπει να στερείται πείρας κατά τον χρόνο της πωλήσεως.
Η Επιτροπή επισημαίνει εντούτοις ότι δεν είναι δυνατόν να γίνει στην προκειμένη περίπτωση επίκληση των διατάξεων της οδηγίας, διότι τα πραγματικά περιστατικά που προσάπτονται στον Di Pinto έλαβαν χώρα τον Ιούλιο 1985 και κατά τη διάρκεια των ετών 1986 και 1987. Πράγματι, κατά το άρθρο 9 της οδηγίας, τα κράτη μέλη διέθεταν προθεσμία 24 μηνών από της κοινοποιήσεως της οδηγίας για να λάβουν τα αναγκαία μέτρα συμμορφώσεως προς την οδηγία. Δεδομένου ότι η οδηγία κοινοποιήθηκε στις 23 Δεκεμβρίου 1985, η προθεσμία αυτή εξέπνευσε στις 23 Δεκεμβρίου 1987, δηλαδή αφού έλαβαν χώρα τα πραγματικά περιστατικά που προσάπτονται στον Di Pinto.
Επί του δευτέρου ερωτήματος (ως προς το αν συμβιβάζεται μία εθνική οιάταξη, όπως το άρθρο 8,1, στοιχείο e, τονγαΜικού νόμου περί κατ' οίκον πωλήσεων με την οδηγία)
Η Γαλλική Κυβέρνηση και η Επιτροπή θεωρούν, αντίθετα προς ό,τι ο Di Pinto, ότι μία εθνική διάταξη, όπως το άρθρο 8,1, στοιχείο e, του γαλλικού νόμου περί κατ' οίκον πωλήσεων, συμβιβάζεται με την οδηγία.
Ο Di Pinto αναφέρει ότι το Cour de cassation της Γαλλίας έκρινε επανειλημμένως, και ιδίως με πρόσφατη απόφαση του ( απόφαση της 4ης Δεκεμβρίου 1989 ), ότι έμπορος που εκδήλωσε την επιθυμία να πωλήσει την επιχείρηση του δεν πρέπει να θεωρείται ότι ενεργεί για τις ανάγκες της επαγγελματικής του δραστηριότητας και, κατά συνέπεια, απολαύει της προστασίας που παρέχει στον απλό καταναλωτή ο γαλλικός νόμος περί κατ' οίκον πωλήσεων.
Ο Di Pinto θεωρεί ότι, ερμηνευόμενος κατ' αυτόν τον τρόπο, ο γαλλικός νόμος δεν συμβιβάζεται προς την οδηγία. Πράγματι, το άρθρο 8 της οδηγίας επιτρέπει στα κράτη μέλη να διατηρούν σε ισχύ τις διατάξεις που είναι ευνοϊκότερες για την προστασία των καταναλωτών από αυτές που προβλέπει η οδηγία, το άρθρο όμως αυτό δεν επιτρέπει στα κράτη μέλη να επεκτείνουν την έννοια του καταναλωτή κατά μη φυσιολογικό τρόπο, έτσι ώστε να απολαύουν οι έμποροι της προστασίας που προβλέπεται για τους καταναλωτές.
Ο Di Pinto θεωρεί ότι το ερώτημα πρέπει να τεθεί στην πραγματική του διάσταση, δηλαδή στο πεδίο του ανταγωνισμού και της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών. Η επέκταση της εννοίας του καταναλωτή θα κατέληγε στο να επιβάλει πιο περιοριστικές συνθήκες στις γαλλικές επιχειρήσεις που ασκούν δρατηριότητες σαν αυτές της GNDIIC και θα υπήρχε ο κίνδυνος να θιγούν οι ενδοκοινοτικές συναλλαγές. Οι δραστηριότητες αυτές θα επέτρεπαν στις αλλοδαπές εταιρίες να εγκαταστήσουν υποκαταστήματα στη Γαλλία λαμβάνοντας γνώση των αγγελιών. Οι συνθήκες αυτές θα είχαν εξάλλου ως αποτέλεσμα να ωθήσουν τις ειδικευμένες γαλλικές επιχειρήσεις να εγκατασταθούν στα άλλα κράτη της Κοινότητας, ενώ οι αλλοδαπές επιχειρήσεις θα αποθαρρύνονταν να εγκατασταθούν στη Γαλλία.
Η ΓαΑΑική Κυβέρνηση θεωρεί ότι μία εθνική διάταξη, όπως το άρθρο 8, Ι, στοιχείο e, του γαλλικού νόμου περί των κατ' οίκον πωλήσεων, συμβιβάζεται με την οδηγία.
Κατά την άποψη της Γαλλικής Κυβερνήσεως, μία σύμβαση συναφθείσα μεταξύ εμπόρου και ιδιώτη, που « επιδιώκει σκοπούς που μπορούν να θεωρηθούν άσχετοι με την επαγγελματική του δραστηριότητα» κατά την έννοια του άρθρου 2 της οδηγίας, ισοδυναμεί με σύμβαση που συνήφθη μεταξύ εμπόρου και ιδιώτη που ενεργεί για ανάγκες άλλες πλην αυτών της « γεωργικής, βιομηχανικής ή εμπορικής εκμεταλλεύσεως ή επαγγελματικής δραστηριότητας » κατά την έννοια του άρθρου 8,1, στοιχείο e, του γαλλικού νόμου περί κατ' οίκον πωλήσεων.
Οι δύο προαναφερθείσες νομοθετικές διατάξεις στηρίζονται σε τρεις ισοδύναμες έννοιες. Η πρώτη αφορά την επαγγελματική δρατηριότητα, η δεύτερη αφορά τον σκοπό της συναλλαγής και η τρίτη αναφέρεται στη φύση της συναλλαγής και στη σχέση μεταξύ της επαγγελματικής δραστηριότητας του προσώπου που δέχεται τις κατ' οίκον επισκέψεις και της συναλλαγής.
Η Γαλλική Κυβέρνηση εκθέτει, καταρχάς, ότι η συναλλαγή πρέπει να εξεταστεί υπό το πρίσμα μιας επαγγελματικής δραστηριότητας. Το γεγονός ότι ο γαλλικός νόμος αποκλείει κατηγορίες επαγγελμάτων ουδόλως μεταβάλλει την αναφορά στην έννοια αυτή.
Ακόμη, οι δύο διατάξεις είναι επίσης ισοδύναμες όσον αφορά τον σκοπό της συναλλαγής. Πράγματι, αυτή πρέπει να εξετάζεται ανάλογα με τα αποτελέσματα που θα μπορούσε να προκαλέσει.
Τέλος, το πρόβλημα που τίθεται σχετικά με τη φύση της συναλλαγής και με τη σχέση που υπάρχει μεταξύ της επαγγελματικής δραστηριότητος του προσώπου που δέχεται τις κατ' οίκον επισκέψεις και της συναλλαγής αφορά την οριοθέτηση της σφαίρας δραστηριότητας του προσώπου που δέχεται τις κατ' οίκον επισκέψεις. Ως προς αυτό, στις δύο διατάξεις τίθεται η αρχή ότι η ανάγκη και ο σκοπός δεν εμπίπτουν στη σφαίρα της επαγγελματικής δραστηριότητας.
Ενώ η οδηγία ορίζει ότι ένα πρόσωπο, για να έχει την ιδιότητα του καταναλωτή, πρέπει να επιδιώκει σκοπούς που μπορούν να θεωρηθούν άσχετοι με την επαγγελματική του δραστηριότητα, το άρθρο 8, Ι, στοιχείο e, του γαλλικού νόμου περί των κατ' οίκον πωλήσεων αποκλείει ρητά τις συμβάσεις που συνάπτονται για επαγγελματικό σκοπό ή ανάγκη. Η οδηγία εισάγει επομένως ένα στοιχείο εκτιμήσεως που δεν συναντάται στον γαλλικό νόμο. Επομένως, η σχέση μεταξύ της δραστηριότητας του προσώπου που δέχεται τις κατ' οίκον επισκέψεις και του σκοπού της συναλλαγής διαφέρει στις δύο διατάξεις.
Εντούτοις, ο γαλλικός νόμος περί των κατ' οίκον πωλήσεων, όπως ερμηνεύεται από τη νομολογία, αποτελεί ευνοϊκότερο μέτρο για την προστασία των καταναλωτών που τα κράτη μέλη μπορούν να θεσπίζουν ή να διατηρούν σε ισχύ δυνάμει του άρθρου 8 της οδηγίας, οπότε οι δύο διατάξεις δεν είναι ασυμβίβαστες.
Στις παρατηρήσεις της, η Κυβέρνηση νου Ηνωμένου Βαοάείον δεν αναφέρθηκε στο δεύτερο ερώτημα.
Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι ο εθνικός νόμος που παρέχει στους εμπόρους, που δέχονται κατ' οίκον επισκέψεις με σκοπό την πώληση της επιχειρήσεως τους, την προτασία που παρέχεται στους καταναλωτές δεν μπορεί να θεωρηθεί ασυμβίβαστος προς την οδηγία. Πράγματι, η οδηγία εξουσιοδοτεί τα κράτη μέλη να θεσπίσουν νομοθετικά κείμενα που να οργανώνουν την προστασία των εμπόρων στην περίπτωση αυτή.
III — Απάντηση στην ερώτηση του Δικαστηρίου
Το Δικαστήριο ρώτησε τον Di Pinto σε ποια κριτήρια βασίζεται για να καθορίσει την τιμή των αγγελιών.
Ο Di Pinto απάντησε ότι η τιμή της καταχωρήσεως εξαρτάται ειδικότερα από την έκταση του καταχωριζομένου κειμένου στο περιοδικό που εκδίδει η εταιρία GNDIIC.
R. Joliét
εισηγητής δικαστής
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η γαλλική.
Top