ΔΙΆΤΑΞΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΊΟΥ
της 30ής Μαρτίου 1990 ( *1 )
Στην υπόθεση C-371/89,
Maria-Theresia Emrich, δικηγόρος Wiesbaden ( Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας),
προσφεύγουσα,
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων,
καθής,
που έχει ως αντικείμενο να αναγνωριστεί, κατ' εφαρμογή του άρθρου 175 της Συνθήκης ΕΟΚ, ότι η Επιτροπή παρέλειψε να κινήσει κατά της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας τη διαδικασία που εφαρμόζεται επί παραβάσεως κράτους μέλους, κατ' εφαρμογή του άρθρου 169 της Συνθήκης ΕΟΚ,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ,
συγκείμενο από τους Ο. Due, πρόεδρο, Sir Gordon Slynn, Κ. Ν. Κακούρη και F. Α. Schockweiler, προέδρους τμήματος, G. F. Mancini, R. Joliét, T. F. O'Higgins, J. C. Moitinho de Almeida, G. C. Rodríguez Iglesias, F. Grévisse και Diez de Velasco, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: W. Van Gerven
γραμματέας: J.-G. Giraud
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα,
εκδίδει την ακόλουθη
Διάταξη
1
Με δικόγραφο που κατέθεσε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 27 Νοεμβρίου 1989, η Maria-Theresia Emrich, δικηγόρος Wiesbaden, άσκησε, δυνάμει του άρθρου 175, τρίτο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΟΚ, προσφυγή με την οποία ζητείται να αναγνωριστεί ότι η Επιτροπή παρέλειψε να κινήσει κατά της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας τη διαδικασία του άρθρου 169 της Συνθήκης ΕΟΚ.
2
Η προσφεύγουσα θεωρεί ότι η γερμανική νομοθεσία, που επιτρέπει στους γερμανούς δικηγόρους να παρέχουν υπηρεσίες μόνον ενώπιον των δικαστηρίων στα οποία έχουν διοριστεί, αντιβαίνει στα άρθρα 7, 8, 59, 60, 65 και 66 της Συνθήκης ΕΟΚ και στην οδηγία 77/249/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 22ας Μαρτίου 1977, περί διευκολύνσεως της πραγματικής ασκήσεως της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών από δικηγόρους (ABl. L 78, σ. 17). Υποστηρίζει, επίσης, ότι η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας παραβίασε τη Συνθήκη, καθόσον τα ανώτατα γερμανικά δικαστήρια παρέλειψαν να υποβάλουν στο Δικαστήριο προδικαστικό ερώτημα ως προς την ερμηνεία του κοινοτικού δικαίου, προκειμένου να κρίνουν αν η γερμανική νομοθεσία συμβιβάζεται προς το εν λόγω δίκαιο.
3
Κατά το άρθρο 92, παράγραφος 1, του κανονισμού διαδικασίας, « όταν το Δικαστήριο είναι προφανώς αναρμόδιο για να επιληφθεί μιας προσφυγής που του υποβάλλεται σύμφωνα με την παράγραφο 1 του άρθρου 38, μπορεί να απορρίψει την προσφυγή ως απαράδεκτη με αιτιολογημένη διάταξη. Η απόφαση αυτή μπορεί να εκδοθεί ακόμα και πριν από τη γνωστοποίηση της προσφυγής στον αντίδικο ».
4
Η προσφυγή που ασκήθηκε από την προσφεύγουσα, καθόσον στηρίζεται στο άρθρο 175, τρίτο εδάφιο, της Συνθήκης, έχει ως αντικείμενο να αναγνωριστεί ότι η Επιτροπή, παραλείποντας να κινήσει κατά της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας τη διαδικασία που εφαρμόζεται επί παραβάσεως κράτους, παρέλειψε, κατά παραβίαση της Συνθήκης, να αποφασίσει.
5
Πρέπει να σημειωθεί συναφώς ότι τα φυσικά και νομικά πρόσωπα μπορούν να προσφύγουν στο Δικαστήριο, κατά το άρθρο 175, τρίτο εδάφιο, της Συνθήκης, μόνο για να ζητήσουν να αναγνωριστεί η κατά παραβίαση της Συνθήκης παράλειψη της εκδόσεως πράξεων των οποίων είναι δυνητικοί αποδέκτες.
6
Στο πλαίσιο όμως της διαδικασίας που εφαρμόζεται επί παραβάσεως κράτους μέλους, κατά το άρθρο 169, οι μόνες πράξεις που μπορεί να εκδώσει η Επιτροπή απευθύνονται στα κράτη μέλη.
7
Υπό τις συνθήκες αυτές, χωρίς να απαιτείται η εξέταση ενδεχομένων πλημμελειών της προσφυγής, πρέπει, κατά το άρθρο 92, παράγραφος 1, του κανονισμού διαδικασίας, να απορριφθεί η προσφυγή ως απαράδεκτη, ακόμη και πριν από τη γνωστοποίηση της στον αντίδικο.
8
Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του κανονισμού διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα έξοδα. Επειδή η προσφεύγουσα ηττήθηκε, πρέπει να καταδικαστεί στα έξοδα.
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
διατάσσει:
1)
Απορρίπτει την προσφυγή ως απαράδεκτη.
2)
Καταδικάζει την προσφεύγουσα στα δικαστικά έξοδα.
Λουξεμβούργο, 30 Μαρτίου 1990.
Ο γραμματέας
J.-G Giraud
Ο πρόεδρος
Ο. Due
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η γερμανική.
Top