ΔΙΆΤΑΞΗ ΤΟΥ ΠΡΟΈΔΡΟΥ ΤΟΥ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΊΟΥ
της 15ης Δεκεμβρίου 1989 ( *1 )
Στην υπόθεση Τ-155/89 R,
Rita Buccarello, υπάλληλος, κάτοικος Λουξεμβούργου. 12, rue Léon-Thys,
Paula Ravacchioli, υπάλληλος, κάτοικος Λουξεμβούργου, 141, rue de la Tour Jacob,
Roberto Tiseni, υπάλληλος, κάτοικος Λουξεμβούργου, 306 A, route de Thionville,
Roberto Galtieri, υπάλληλος, κάτοικος Βρυξελλών, 27, rue Vergoth,
Gina Fortino, υπάλληλος, κάτοικος Βρυξελλών, 99, boulevard des Invalides,
και
Luisa Parlavecchio, υπάλληλος, κάτοικος Βρυξελλών, 27, rue Vergoth,
εκπροσωπούμενοι από τον Carlo Revoldini, δικηγόρο Λουξεμβούργου, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο το δικηγορικό γραφείο του, 21, rue Aldringen,
προσφεύγοντες,
κατά
Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, εκπροσωπούμενου από τους Francesco Pasetti Bombardella, νομικό σύμβουλο, και Manfred Peter, προϊστάμενο τμήματος της νομικής υπηρεσίας, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο τη γενική γραμματεία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, Kirchberg,
καθού,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση λήψεως προσωρινών μέτρων προκειμένου να ανασταλεί η διαδικασία του διαγωνισμού PE/104/C,
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΟΥ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟΥ
εκδίδει την ακόλουθη
Διάταξη
1
Με δικόγραφο που κατέθεσαν στη γραμματεία του Πρωτοδικείου στις 10 Νοεμβρίου 1989, οι προσφεύγοντες άσκησαν προσφυγή επιδιώκοντας την ακύρωση του γενικού διαγωνισμού PE/104/C, που διοργάνωσε το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο σύμφωνα με προκήρυξη διαγωνισμού που δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα C 226 της 1ης Σεπτεμβρίου 1988, σ. 13, για την κατάρτιση εφεδρικού πίνακα για μελλοντικές προσλήψεις δακτυλογράφων ιταλικής γλώσσας, των οποίων η σταδιοδρομία εκτείνεται στους βαθμούς 5 και 4 της κατηγορίας C.
2
Με χωριστό δικόγραφο, που κατέθεσαν στη γραμματεία του Πρωτοδικείου στις 14 Νοεμβρίου 1989, οι προσφεύγοντες ζήτησαν, κατ' εφαρμογή των άρθρων 186 της Συνθήκης ΕΟΚ και 83 του κανονισμού διαδικασίας του Δικαστηρίου, την αναστολή της διαδικασίας του διαγωνισμού PE/104/C.
3
Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο κατέθεσε τις παρατηρήσεις του στις 23 Νοεμβρίου 1989. Οι διάδικοι ανέπτυξαν προφορικά τις παρατηρήσεις τους στις 12 Δεκεμβρίου 1989.
4
Προτού να εξεταστεί το βάσιμο της παρούσας αίτησης για τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων, πρέπει να υπομνηστούν, συνοπτικώς, τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στηρίζεται η ασκηθείσα προσφυγή από άποψη ουσίας.
5
Από τη δικογραφία προκύπτει ότι η πρακτική και προφορική εξέταση του εν λόγω διαγωνισμού πραγματοποιήθηκαν στις 26 Οκτωβρίου 1989 ταυτόχρονα στο Λουξεμβούργο και στη Ρώμη. Η πρακτική εξέταση συνίστατο στην εξής άσκηση: « Σελιδοποίηση και δακτυλογράφηση σε ηλεκτρονική μηχανή ενός χειρογράφου κειμένου στην ιταλική γλώσσα. Το δακτυλογραφημένο κείμενο θα περιλαμβάνει περίπου 45 γραμμές. Διάρκεια της εξετάσεως: 30 λεπτά. Βαθμολογία: 0 έως 30 μονάδες. Κάθε βαθμός κατώτερος του 15 θα έχει ως αποτέλεσμα τον αποκλεισμό του διαγωνιζομένου. »
6
Η προκήρυξη του διαγωνισμού ανέφερε στον τίτλο της Ι ( « Φύση των καθηκόντων » ) ότι οι επιλεγέντες υποψήφιοι θα εκαλούντο ιδίως να εκτελέσουν δακτυλογραφήσεις στην ιταλική γλώσσα και ενδεχομένως σε μια άλλη επίσημη γλώσσα της Ευρωπαϊκής Κοινότητας σε διαφορετικούς τύπους γραφομηχανών. Μεταξύ των απαιτουμένων προϋποθέσεων για να γίνουν δεκτοί στο διαγωνισμό αναφερόταν η επαγγελματική πείρα επιπέδου ισοδύναμου με αυτό των καθηκόντων που αναφέρονται στον τίτλο Ι, διάρκειας δύο ετών τουλάχιστον.
7
Κατ' εφαρμογή του άρθρου 83, παράγραφος 2, του κανονισμού διαδικασίας του Δικαστηρίου, εφαρμοστέου mutatis mutandis στην ενώπιον του Πρωτοδικείου διαδικασία δυνάμει του άρθρου 11, τρίτο εδάφιο, της αποφάσεως του Συμβουλίου της 24ης Οκτωβρίου 1988 (απόφαση 88/591/ΕΚΑΧ, ΕΟΚ, Ευρατόμ, περί ιδρύσεως Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, ΕΕ L 319, σ. 1, όπως διορθώθηκε με την ΕΕ L 241 της 17.8.1989, σ. 4), στους προσφεύγοντες εναπόκειται να προσδιορίζουν τα περιστατικά από τα οποία προκύπτει το επείγον της υποθέσεως καθώς και τους πραγματικούς και νομικούς ισχυρισμούς που δικαιολογούν, εκ πρώτης όψεως, τη λήψη του προσωρινού μέτρου το οποίο ζητείται.
8
Οι προσφεύγοντες προσάπτουν στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, πρώτον, ότι δεν τήρησε την ισότητα μεταξύ των υποψηφίων στο διαγωνισμό καθόσον οι γραφομηχανές που τέθησαν στη διάθεση τους ήταν διαφορετικού τύπου. Οι προσφεύγοντες αναφέρουν επίσης ό, τι, αντίθετα προς ό,τι συνέβη κατά τις εξετάσεις στη Ρώμη, όπου άτομα με ειδικές γνώσεις εξήγησαν τον τρόπο λειτουργίας και χρήσεως των μηχανών, στους υποψηφίους στο Λουξεμβούργο δεν δόθηκε καμία εξήγηση σχετικά με τη λειτουργία των γραφομηχανών και υποχρεώθηκαν να χρησιμοποιήσουν φυλλάδια με οδηγίες γραμμένα στα ολλανδικά και τα γερμανικά, γλώσσες άγνωστες σε ορισμένους από αυτούς. Φοβούμενοι ότι θα αποκλειστούν βάσει μιας εξετάσεως δακτυλογραφήσεως κατά την οποία δεν τηρήθηκε η αρχή της ισότητας και ότι θα υποστούν έτσι μία ανεπανόρθωτη ζημία, οι προσφεύγοντες θεωρούν ότι συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις για τη λήψη προσωρινών μέτρων.
9
Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ζητεί την απόρριψη της αιτήσεως για τη λήψη προσωρινών μέτρων. Εκθέτει ότι η θέση στη διάθεση των υποψηφίων γραφομηχανών διαφορετικής μάρκας συνηθίζεται σε όλα τα κοινοτικά όργανα και είναι αδύνατο, για λόγους διαχειρίσεως και ενόψει του αριθμού των υποψηφίων, να διαθέτουν ένα συνολικό αριθμό ταυτόσημων γραφομηχανών κατά την πρακτική εξέταση. Εξάλλου, θεωρεί ότι δεν είναι η μάρκα της μηχανής αλλά το πληκτρολόγιο που έχει σημασία, και υπογραμμίζει ότι, για τον λόγο αυτό, η εξεταστική επιτροπή μερίμνησε ώστε όλοι οι υποψήφιοι να έχουν μία μηχανή με πληκτρολόγιο που να ανταποκρίνεται στα αιτήματα που διατυπώθηκαν στην αίτηση υποψηφιότητας. Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο αναφέρει επίσης ότι στο Λουξεμβούργο όλες οι αναγκαίες πρακτικές εξηγήσεις δόθηκαν στους υποψηφίους από ένα μέλος της εξεταστικής επιτροπής και από μία βοηθό της « μονάδας διαγωνισμών » πριν από την έναρξη της εξετάσεως. Από αυτό συνάγεται ότι οι πραγματικοί και νομικοί ισχυρισμοί των προσφευγόντων δεν δικαιολογούν, εκ πρώτης όψεως, τη λήψη των προσωρινών μέτρων που ζητούνται.
10
Εξάλλου, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο θεωρεί ότι οι προσφεύγοντες δεν μπορούν να επικαλεστούν σοβαρή και ανεπανόρθωτη ζημία, δεδομένου ότι, ακόμη και αν η εξεταστική επιτροπή τελείωνε τις εργασίες της και οι υποψήφιοι που περιλαμβάνονται στον εφεδρικό πίνακα για μελλοντικές προσλήψεις είχαν διοριστεί, οι προσφεύγοντες θα μπορούσαν να αποκαταστηθούν στα δικαιώματα τους με ευνοϊκή απόφαση του Πρωτοδικείου επί της ουσίας της προσφυγής.
11
Κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου (βλέπε, ιδίως, Διάταξη της 13ης Ιουνίου 1989, Gonzalez Holguera κατά Κοινοβουλίου, 171/89 R, Συλλογή 1989, σ. 1705), για να μπορούν να διαταχθούν μέτρα αναστολής της εκτελέσεως πράξεων των οργάνων πρέπει να είναι επείγοντα, υπό την έννοια ότι είναι αναγκαίο τα μέτρα αυτά να διαταχθούν και να παραγάγουν τα αποτελέσματα τους πριν από την έκδοση της αποφάσεως του Δικαστηρίου επί της ουσίας, ώστε ο διάδικος που τα ζητεί να μην υποστεί σοβαρή και ανεπανόρθωτη ζημία.
12
Αν υποτεθεί ότι η διεξαγωγή της επίμαχης εξετάσεως επέφερε διάσπαση της ισότητας μεταξύ των υποψηφίων, πρέπει να αναγνωριστεί ότι οι προσφεύγοντες δεν κατέδειξαν ως προς τι η συνέχιση των εργασιών του διαγωνισμού θα τους προκαλούσε ανεπανόρθωτη ζημία. Πράγματι, ο διαγωνισμός του οποίου η ακύρωση ζητείται από τους προσφεύγοντες αποβλέπει στην κατάρτιση ενός εφεδρικού πίνακα για μελλοντικές προσλήψεις δακτυλογράφων ιταλικής γλώσσας. Η ισχύς του εφεδρικού αυτού πίνακα λήγει στις 31 Δεκεμβρίου 1991 και μπορεί να παραταθεί. Στην περίπτωση κατά την οποία οι εργασίες της εξεταστικής επιτροπής του διαγωνισμού τελειώσουν πριν από τη δημοσίευση της αποφάσεως του Πρωτοδικείου επί της ουσίας της προσφυγής και ορισμένοι υποψήφιοι περιληφθέντες στον εφεδρικό πίνακα διοριστούν εν τω μεταξύ, ενδεχόμενη ακύρωση της επίμαχης εξετάσεως θα καθιστούσε τις πράξεις αυτές ανίσχυρες. Σ' αυτή την περίπτωση, στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο εναπόκειται, δυνάμει του άρθρου 176 της Συνθήκης ΕΟΚ, να λάβει τα μέτρα που συνεπάγεται η εκτέλεση της αποφάσεως του Πρωτοδικείου.
13
Από αυτά συνάγεται ότι, αν η προσφυγή κριθεί βάσιμη, οι προσφεύγοντες θα αποκατασταθούν στα δικαιώματα τους και ότι, επομένως, δεν προέκυψε κανένα στοιχείο από το οποίο να αποδεικνύεται το επείγον της υποθέσεως.
14
Ενόψει των προηγουμένων σκέψεων, πρέπει να αναγνωριστεί ότι οι προϋποθέσεις που καθιστούν δυνατή τη λήψη του προσωρινού μέτρου που ζητείται δεν πληρούνται και, επομένως, η αίτηση πρέπει να απορριφθεί.
Για τους λόγους αυτούς,
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΟΥ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟΥ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ,
κρίνοντας επί προσωρινών μέτρων,
διατάσσει:
1)
Απορρίπτει την αίτηση λήψεως προσωρινών μέτρων.
2)
Επιφυλάσσεται ως προς τα δικαστικά έξοδα.
Αουξεμβούργο, 15 Δεκεμβρίου 1989.
Ο γραμματέας
Η.Jung
Ο πρόεδρος
J. L. Cruz Vilaça
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η γαλλική.
Top