ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
W. VAN GERVEN
της 9ης Ιουνίου 1993 ( *1 )
Περιεχόμενα
Κανονιστικό πλαίσιο, πραγματικά και νομικά περιστατικά
Η φερόμενη παράβαση του άρθρου 4, παράγραφοι 1 και 2, της οδηγίας περί των πτηνών
Προβαλλόμενη παράβαση του άρθρου 4, παράγραφος 4, της οδηγίας περί των πτηνών
Η σχέση μεταξύ του άρθρου 4, παράγραφοι 1 και 2, και του άρθρου 4, παράγραφος 4
Η εκτίμηση των πράξεων κατά των οποίων βάλλει γενικώς η Επιτροπή
Πρώτη αιτίαση: οι βιομηχανικές περιοχές του Laredo και του Colindres
Δεύτερη αιτίαση: τα έργα επιχωματώσεως στο Escalante
Τρίτη αιτίαση: οι εναποθέσεις από το λατομείο του Montehano
Τέταρτη αιτίαση: η κατασκευή της νέας οδού Argoños-Santoña
Πέμπτη αιτίαση: τα σχέδια υδατοκαλλιέργειας
Έκτη αιτίαση: η εναπόθεση απορριμμάτων και η έκχυση αποβλήτων υδάτων
Η προβαλλόμενη παράβαση του άρθρου 3 της οδηγίας περί των πτηνών
Πρόταση
Κύριε Πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
1.
Η υπόθεση αυτή αφορά μια διαδικασία που κίνησε η Επιτροπή κατά του Βασιλείου της Ισπανίας βάσει του άρθρου 169 της Συνθήκης ΕΟΚ. Η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο να αναγνωρίσει ότι η Ισπανία παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τα άρθρα 5 και 189 της Συνθήκης ΕΟΚ, επειδή παρέλειψε, κατά παράβαση των άρθρων 3 και 4 της οδηγίας 79/409/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 2ας Απριλίου 1979, περί της διατηρήσεως των αγρίων πτηνών ( 1 ) (στο εξής: οδηγία περί των πτηνών ή οδηγία) να θεσπίσει μέτρα για τη συντήρηση και διευθέτηση σύμφωνα με τις οικολογικές απαιτήσεις των οικοτόπων και την αποκατάσταση των κατεστραμμένων βιοτόπων στις Marismas de Santoña (έλη της Santoña) και επειδή επίσης παρέλειψε να κατατάξει την περιοχή αυτή ζώνη ειδικής προστασίας και να λάβει τα κατάλληλα μέτρα προς αποφυγή της ρυπάνσεως ή της φθοράς των οικοτόπων στην περιοχή αυτή.
Κανονιστικό πλαίσιο, πραγματικά και νομικά περιστατικά
2.
Η οδηγία περί των πτηνών θεσπίστηκε από το Συμβούλιο το 1979 κατ' εφαρμογή του πρώτου προγράμματος δράσεως της Κοινότητας στον τομέα του περιβάλλοντος ( 2 ). Η οδηγία, όπως προκύπτει από τις αιτιολογικές σκέψεις και το άρθρο 1 αυτής, έχει ως σκοπό την εξασφάλιση της διατηρήσεως των πτηνών που ζουν εκ φύσεως σε άγρια κατάσταση στην Ευρώπη. Ενόψει της σημασίας τους με την παρούσα υπόθεση νομίζω ότι είναι χρήσιμο να παρατεθούν εν εκτάσει τα άρθρα 1, παράγραφοι 1 και 2, 2, 3 και 4, παράγραφοι 1, 2 και 4, της οδηγίας:
«Άρθρο 1
1. Η παρούσα οδηγία αφορά στη διατήρηση όλων των ειδών πτηνών που ζουν εκ φύσεως σε άγρια κατάσταση στο ευρωπαϊκό έδαφος των κρατών μελών στο οποίο εφαρμόζεται η Συνθήκη. 'Εχει αντικείμενο, την προστασία, τη διαχείριση και τη ρύθμιση των ειδών αυτών και κανονίζει την εκμετάλλευση τους.
2. Η παρούσα οδηγία εφαρμόζεται στα πτηνά, τα αυγά, τις φωλιές και τους οικοτόπους τους.
3. (...)
Άρθρο 2
Τα κράτη μέλη υιοθετούν όλα τα αναγκαία μέτρα με σκοπό να διατηρηθεί ή να προσαρμοστεί ο πληθυσμός όλων των ειδών των πτηνών που αναφέρονται στο άρθρο 1 σε ένα επίπεδο που να ανταποκρίνεται ιδιαίτερα στις οικολογικές, επιστημονικές και μορφωτικές απαιτήσεις, λαμβάνοντας, ωστόσο, υπόψη τις οικονομικές και ψυχαγωγικές απαιτήσεις.
Άρθρο 3
1. Λαμβάνοντας υπόψη τις αναφερόμενες στο άρθρο 2 απαιτήσεις, τα κράτη μέλη λαμβάνουν όλα τα αναγκαία μέτρα με σκοπό να διαφυλαχθεί, διατηρηθεί ή αποκατασταθεί για όλα τα αναφερόμενα στο άρθρο 1 είδη πτηνών μια επαρκής ποικιλία και επιφάνεια οικοτόπων.
2. Η διαφύλαξη, η συντήρηση και η αποκατάσταση των βιοτόπων και των οικοτόπων περιλαμβάνουν προ πάντων τα ακόλουθα μέτρα:
α)
δημιουργία ζωνών προστασίας·
β)
συντήρηση και διευθέτηση σύμφωνα με τις οικολογικές απαιτήσεις των οικοτόπων που βρίσκονται στο εσωτερικό και στο εξωτερικό των ζωνών προστασίας
γ)
αποκατάσταση των κατεστραμμένων βιοτόπων
δ)
δημιουργία βιοτόπων.
Άρθρο 4
1. Για τα είδη που αναφέρονται στο παράρτημα Ι προβλέπονται μέτρα ειδικής διατηρήσεως, που αφορούν τον οικότοπό τους, για να εξασφαλιστεί η επιβίωση και η αναπαραγωγή των ειδών αυτών στη ζώνη εξαπλώσεως τους.
Για το σκοπό αυτό λαμβάνονται υπόψη:
α)
τα είδη που απειλούνται με εξαφάνιση
β)
τα είδη που είναι ευπαθή σε ορισμένες μεταβολές των οικοτόπων τους-
γ)
τα είδη που θεωρούνται σπάνια διότι οι πληθυσμοί τους είναι μικροί ή η τοπική τους εξάπλωση περιορισμένη
δ)
άλλα είδη που έχουν ανάγκη ιδιαίτερης προσοχής, λόγω ιδιοτυπίας του οικοτόπου τους.
Για να πραγματοποιηθούν οι εκτιμήσεις θα ληφθούν υπόψη οι τάσεις και οι μεταβολές των επιπέδων του πληθυσμού.
Τα κράτη μέλη κατατάσσουν κυρίως σε ζώνες ειδικής προστασίας τα εδάφη τα πιο κατάλληλα, σε αριθμό και επιφάνεια, για τη διατήρηση των ειδών αυτών στη γεωγραφική θαλάσσια και χερσαία ζώνη στην οποία έχει εφαρμογή η παρούσα οδηγία.
2. Ανάλογα μέτρα υιοθετούνται από τα κράτη μέλη για τα αποδημητικά είδη που δεν μνημονεύονται στο παράρτημα Ι, των οποίων η έλευση είναι τακτική, λαμβάνοντας υπόψη τις ανάγκες προστασίας στη γεωγραφική θαλάσσια και χερσαία ζώνη στην οποία εφαρμόζεται η παρούσα οδηγία, όσον αφορά τις περιοχές αναπαραγωγής, αλλαγής φτερώματος και διαχειμάνσεως, και τις ζώνες όπου βρίσκονται οι σταθμοί κατά μήκος των οδών αποδημίας. Για το σκοπό αυτό τα κράτη μέλη αποδίδουν ιδιαίτερη σημασία στην προστασία των υγροτό-πων, παι ιδίως όσων έχουν διεθνή σπουδαιότητα.
3. (...)
4. Τα κράτη μέλη υιοθετούν κατάλληλα μέτρα για να αποφύγουν στις ζώνες προστασίας που προβλέπονται στις παραγράφους 1 παι 2 τη ρύπανση ή τη φθορά των οιποτόπων, καθώς παι τις επιζήμιες για τα πτηνά διαταράξεις, όταν αυτές έχουν σημαντικές συνέπειες σε σχέση με τους αντιπειμε-νικούς στόχους του παρόντος άρθρου. Τα πράτη μέλη θα προσπαθήσουν επίσης να αποφύγουν τη ρύπανση ή τη φθορά των οιποτόπων παι έξω από τις ζώνες προστασίας.»
3.
Οι Marismas de Santoña βρίσκονται στην κανταβρική ακτή στα βόρεια της Ισπανίας, στην περιοχή των Δήμων Santoña, Argoños, Escalante, Barcena de Cícero, Laredo και Colindres. Συνίστανται σε μια περιοχή σχήματος κώνου στην οποία επβάλουν πέντε ποταμοί ( 3 ) οι οποίοι σχηματίζουν έναν πόλπο που βρίσκεται προ της ανοικτής θάλασσας. Στον προστατευόμενο αυτόν κόλπο αναμιγνύονται τα γλυκά ύδατα των ποταμών με τα αλμυρά ύδατα της θάλασσας. Κατά την άμπωτη αποκαλύπτονται εδάφη παλυμμένα με ιλύ ή αλατούχοι λειμώνες πλέον των 3500 εκταρίων. Όπως παι σε άλλες επβολές πωνιπού σχήματος όλα αυτά τα δεδομένα είναι ευνοϊπά για τον σχηματισμό πανίδας ασπόνδυλων τα οποία αποτελούν την βασική τροφή για μεγάλο αριθμό υδρόβιων πτηνών.
Οι Marismas de Santoña χαρακτηρίζονται από την ύπαρξη σημαντικών αποικιών πτηνών. Ένα μέρος από αυτά τα πτηνά ζει συνήθως στις εκβολές, ενώ άλλα είδη έρχονται ανάλογα με την εποχή από διάφορα μέρη της Ευρώπης. Κατά την εποχή της ελεύσεως ο πληθυσμός των πτηνών περιλαμβάνει μεταξύ 15000 έως 20000 πτηνά που αποτελούνται από περίπου επατό διαφορετιπά είδη.
Μεταξύ των πτηνών αυτών παρατηρήθηκαν 19 είδη τα οποία περιλαμβάνονται στο παράρτημα Ι της οδηγίας περί των πτηνών παι τα οποία επομένως έχουν σημασία σε σχέση με το προαναφερθέν άρθρο 4, παράγραφοι 1 παι 4, της οδηγίας ( 4 ). Όπως θα φανεί πατωτέρω, η παρούσα υπόθεση αφορά πρωτίστως (αλλά όχι αποπλειστικά) ένα από τα 19 αυτά είδη πτηνών, δηλαδή την χουλιαρομύτα (platalea leucorodia). Επιπλέον, οι Marismas de Santoña δέχονται τακτικά τουλάχιστον 14 είδη αποδημητικών πτηνών τα οποία έχουν σημασία σε σχέση με το άρθρο 4, παράγραφοι 2 και 4 της οδηγίας περί των πτηνών ( 5 ).
4.
Κατόπιν διαφόρων καταγγελιών η Επιτροπή έλαβε γνώση ορισμένων μέτρων και πράξεων που, πατά τη γνώμη της, προπα-λούν ρύπανση ή φθορά των Marismas de Santoña και, ενδεχομένως, απειλούν τη διαφύλαξη διαφόρων ειδών πτηνών. Πρόκειται για τα εξής έξι περιστατιπά:
—
τη δημιουργία σε εδάφη που αποτελούν τμήμα των Marismas de Santoña βιομηχανικών ζωνών στο Laredo και το Colindres-το σχέδιο του δημοτικού συμβουλίου του Colindres για την επιχωμάτωση των εδαφών που βρίσκονται στα όρια αυτής της βιομηχανικής ζώνης τις εργασίες κατασκευής και αναχωματώσεως ενός φράγματος που περιβάλλει την βιομηχανική ζώνη και τα όμορα εδάφη
—
την επιχωμάτωση ελωδών εδαφών του Δήμου Escalante για τη δημιουργία σ' αυτά ενός πάρκου και αθλητικών εγκαταστάσεων
—
την απόθεση, στα πέριξ του Montehano, εντός της ελώδους ζώνης, μη χρησιμοποιηθέντων κατασκευαστικών υλικών που προέρχονται από το λατομείο του Montehano
—
την κατασκευή, μεταξύ Argoños και Santoña, μιας νέας οδού διαμέσου των ελωδών εδαφών
—
την παραχώρηση σε ενώσεις αλιέων της Santoña ενός ελώδους τομέα για την καλλιέργεια αχιβάδων και την εφαρμογή άλλων σχεδίων υδροκαλλιέργειας σε ελώδη εδάφη κοντά στη Santoña και τη Bárcena de Cicero
—
την εναπόθεση οικιακών αποριμάτων καθώς και την παροχευτεση ακατέργαστων λυμάτων από τους δήμους Santoña, Cicero, Laredo, Colindres, Escalande και Argoños στις Marismas de Santoña.
5.
Με βάση όλα αυτά τα δεδομένα, η Επιτροπή απηύθυνε, στις 18 Ιουνίου 1988, έγγραφο οχλήσεως στην Ισπανική Κυβέρνηση προκειμένου να κινηθεί βάσει του άρθρου 169 της Συνθήκης ΕΟΚ η διαδικασία λόγω παραβάσεως των άρθρων 3 και 4 της οδηγίας ( 6 ). Αφού η Ισπανική Κυβέρνηση διατύπωσε τις παρατηρήσεις της, η Επιτροπή, στις 27 Ιουνίου 1989, εξέδωσε αιτιολογημένη γνώμη με την οποία ζητεί από την Ισπανία να θέσει τέλος, εντός προθεσμίας ενός μηνός, στις εν λόγω παραβάσεις. Δεδομένου ότι η Ισπανική Κυβέρνηση εξακολουθούσε να αμφισβητεί την ύπαρξη των εν λόγω παραβάσεων της οδηγίας περί των πτηνών, η Επιτροπή, με δικόγραφο προσφυγής της 30ής Νοεμβρίου 1990, έφερε τελικά τη διαφορά ενώπιον του Δικαστηρίου ( 7 ).
6.
Κατά την Επιτροπή, η Ισπανία παρέλειψε από τρεις απόψεις να συμμορφωθεί προς τις υποχρεώσεις που υπέχει από την οδηγία περί των πτηνών:
—
τα έξι προσαπτόμενα γεγονότα (βλ. ανωτέρω σημείο 4) συνιστούν παράβαση του άρθρου 3 της οδηγίας περί των πτηνών, ειδικότερα δε των διατάξεων της παραγράφου 2, στοιχεία β' και γ', του άρθρου αυτού
—
δεύτερον, η Ισπανία παρέβη το άρθρο 4, παράγραφοι 1 και 2, της οδηγίας, επειδή δεν κατέταξε τις Marismas de Santoña σε ζώνη ειδικής προστασίας
—
τέλος, τα έξι προσαπτόμενα γεγονότα συνιστούν επίσης παράβαση του άρθρου 4, παράγραφος 4, της οδηγίας.
Η Ισπανική Κυβέρνηση αμφισβητεί το βάσιμο πάθε μιας από τις τρεις αυτές αιτιάσεις. Θα εξετάσω στη συνέχεια πρώτα την παράβαση του άρθρου 4, παράγραφοι 1 και 2 (σημεία 7-17) και του άρθρου 4, παράγραφος 4 (σημεία 18-54), στη συνέχεια δε την παράβαση του άρθρου 3 (σημεία 55-59). Ένα από τα αμφισβητούμενα σημεία μεταξύ της Επιτροπής και της Ισπανικής Κυβερνήσεως αφορά πράγματι το ζήτημα αν το άρθρο 3 εφαρμόζεται σε καταστάσεις οι οποίες εμπίπτουν στις ειδικές διατάξεις του άρθρου 4. Επομένως, θα πρέπει πρώτα να εξετάσω αν υφίσταται πράγματι παράβαση του άρθρου 4.
Η φερόμενη παράβαση του άρθρου 4, παράγραφοι 1 και 2, της οδηγίας περί των πτηνών
7.
Το άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας περί των πτηνών (το οποίο παρέθεσα πλήρως στο σημείο 2 ανωτέρω) αφορά τα είδη πτηνών που αναφέρονται στο παράρτημα Ι της οδηγίας. Πρόκειται για είδη που απειλούνται με εξαφάνιση ή τα οποία για άλλους λόγους, κατά την εκτίμηση του κοινοτικού νομοθέτη αξίζουν ιδιαίτερης προσοχής. Κατά το πρώτο εδάφιο του άρθρου 4, παράγραφος 1, λαμβάνονται ειδικά μέτρα προστασίας για τους οικοτόπους αυτών των ειδών πτηνών. Το δεύτερο εδάφιο ορίζει ότι τα κράτη μέλη κατατάσσουν «κυρίως σε ζώνες ειδικής προστασίας τα εδάφη τα πιο κατάλληλα σε αριθμό και επιφάνεια, για τη διατήρηση των ειδών αυτών».
Το άρθρο 4, παράγραφος 2 (βλ. και πάλι το σημείο 2 ανωτέρω), δεν αφορά τα αναφερόμενα στο παράρτημα Ι πτηνά αλλά τα αποδημητικά πτηνά των οποίων η έλευση είναι τακτική. Ως προς αυτά τα είδη πτηνών, τα κράτη μέλη οφείλουν να λάβουν «ανάλογα μέτρα». Αυτό σημαίνει ότι τα εδάφη τα πιο κατάλληλα για τη διατήρηση των ειδών αυτών πρέπει επίσης να καταταγούν σε ζώνες ειδικής προστασίας ( 8 ).
Στην υπόθεση για την οποία πρόκειται σήμερα, η Επιτροπή προσάπτει στην Ισπανία ότι δεν κατέταξε τις Marismas de Santoña σε ειδική ζώνη προστασίας και, επομένως, δεν τήρησε ούτε το άρθρο 4, παράγραφος 1 ούτε το άρθρο 4, παράγραφος 2.
8.
Η Επιτροπή παραθέτει μια ολόκληρη σειρά στοιχείων από τα οποία προκύπτει η σημασία που έχουν οι Marismas de Santoña για ορισμένο αριθμό πτηνών που περιλαμβάνονται στο παράρτημα Ι της οδηγίας και για ορισμένο αριθμό άλλων αποδημητικών πτηνών και από τα οποία πρέπει να συναχθεί ότι οι Marismas de Santoña αποτελούν το «πιο κατάλληλο έδαφος» κατά την έννοια του άρθρου 4, παράγραφοι 1 και 2. Οι ελώδεις περιοχές δέχονται συνολικώς δεκαεννέα είδη πτηνών που αναφέρονται στο παράρτημα Ι της οδηγίας. Από την εφαρμογή διεθνώς αναγνωρισμένων αριθμητικών κριτηρίων προκύπτει ότι οι Marismas de Santoña έχουν διεθνή σημασία για τη διατήρηση και την επιβίωση ενός είδους, ήτοι της χουλιαρομύτας (Platelea Leucorodia) και έχουν εθνική σημασία για δύο άλλα είδη δηλαδή τον κορμοράνο (Phalacrocorax carbo sinensis) και τον ερωδιό (Egretta garzetta). Επιπλέον, οι ελώδεις περιοχές δέχονται τουλάχιστον δεκατέσσερα άλλα είδη αποδημητικών πτηνών. Από την εφαρμογή των ίδιων επιστημονικών κριτηρίων καθίσταται σαφές ότι οι Marismas de Santoña έχουν διεθνή σημασία για τρία από αυτά τα είδη. Επιπλέον, έχουν και εθνική επίσης σημασία για πλέον των δέκα ειδών.
9.
Όλα περίπου τα αποδεικτικά στοιχεία που προσκόμισε η Επιτροπή αφορούν ειδικά την χουλιαρομύτά. Οι Marismas de Santoña έχουν ζωτική σημασία για την επιβίωση αυτού του είδους πτηνών, επειδή αποτελούν απαραίτητο σταθμό (αναπαύσεως και εξευρέσεως τροφής) στην πορεία που ακολουθούν τα πτηνά αυτά κατά την αποδημία τους μεταξύ Κάτω Χωρών και Βόρειας Αφρικής. Προς στήριξη του ισχυρισμού της, η Επιτροπή αναφέρεται σε ειδικά συγγράμματα περί ορνιθολογίας καθώς και σε μια μελέτη με παρατηρήσεις που πραγματοποιήθηκαν το 1990 στις Marismas de Santo-ña. Από την μελέτη αυτή προκύπτει ότι ο πληθυσμός των χουλιαρομυτών στην βόρεια Ευρώπη αποτελείται από 1100 ζεύγη, το μεγαλύτερο μέρος των οποίων αναπαράγεται στις Κάτω Χώρες. Σύμφωνα με αυτή τη μελέτη, 600 περίπου από τα 1100 πτηνά που ζουν στις Κάτω Χώρες διήλθαν κατά την ηλικία της αναπαραγωγής από τα βόρεια της Ισπανίας με κατεύθυνση προς τη Βόρεια Αφρική. Οι Marismas de Santoña βρίσκονται στην πορεία που ακολουθούν οι χουλιαρομύτες των Κάτω Χωρών και αποτελούν απαραίτητο τόπο ενόψει της προοδευτικής εξαφανίσεως άλλων περιοχών με παρόμοια χαρακτηριστικά στην κανταβρική ακτή.
Εξάλλου, η Ισπανική Κυβέρνηση παραδέχθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου ότι οι Marismas de Santoña πρέπει να καταταγούν σε ζώνη ειδικής προστασίας για την προστασία της χουλιαρομύτας ( 9 ). Η παραδοχή αυτή δεν αφορά εντούτοις τα άλλα προαναφερθέντα είδη πτηνών, ιδίως τα άλλα αποδημητικά πτηνά τα οποία αφορά το άρθρο 4, παράγραφος 2.
10.
Από την οδηγία περί των πτηνών προκύπτει σαφώς ότι τα κράτη μέλη, κατά τη διατύπωση μιας προηγούμενης αποφάσεως του Δικαστηρίου, απολαύουν «ορισμένου πεδίου εκτιμήσεως ως προς την επιλογή των καταλληλότέρων περιοχών για την κατάταξη στις ζώνες ειδικής προστασίας» ( 10 ) σύμφωνα με το άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας.
Όπως ορθώς παρατηρεί η Επιτροπή, η ευχέρεια αυτή εκτιμήσεως δεν είναι πάντως απόλυτη. Η οδηγία ορίζει πράγματι ότι «τα εδάφη τα πιο κατάλληλα, σε αριθμό και επιφάνεια» για τη διατήρηση των ειδών αυτών «στη γεωγραφική θαλάσσια και χερσαία ζώνη στην οποία έχει εφαρμογή η παρούσα οδηγία» πρέπει να κατατάσσονται σε ζώνες ειδικής προστασίας (άρθρο 4, παράγραφος 1, στο τέλος του τετάρτου εδαφίου). Κατά τη γνώμη μου, αυτό σημαίνει ότι κράτος μέλος, το οποίο βρίσκεται προ επιστημονικώς θεμελιωμένων αποδεικτικών στοιχείων από τα οποία προκύπτει πειστιπώς η αποκλειστική ή τελείως ειδική σημασία ενός οικο-τόπου για τη διατήρηση ενός είδους πτηνών που έχει περιληφθεί στο παράρτημα Ι της οδηγίας ή ενός αποδημητικού πτηνού του οποίου η έλευση είναι τακτική, δεν τηρεί τις υποχρεώσεις του, αν δεν έχει κατατάξει τον οικότοπο αυτόν σε ειδική ζώνη προστασίας.
11.
Εν προκειμένω, νομίζω ότι η Επιτροπή υποστήριξε με επαρκή πειστικότητα βάσει επιστημονικών αποδεικτικών στοιχείων ότι οι Marismas de Santoña έχουν αποκλειστική ή τουλάχιστον τελείως ειδική σημασία για τη διατήρηση της χουλιαρομύτας, η οποία αναφέρεται στο παράρτημα Ι της οδηγίας περί των πτηνών. Όπως ήδη είπα, η ίδια η Ισπανική Κυβέρνηση το παραδέχθηκε αυτό κατά τη διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου. Ως προς τα άλλα είδη πτηνών που αναφέρει η Επιτροπή, ειδικότερα ως προς τα αποδημητικά πτηνά στα οποία αναφέρεται το άρθρο 4, παράγραφος 2, η κατάσταση είναι διαφορετική. Η Επιτροπή περιορίστηκε ως προς τα πτηνά αυτά σε ένα αριθμητικό κριτήριο (ή σε μια αναφορά σ' αυτό), χωρίς καν να εκθέσει γιατί οι ελώδεις περιοχές έχουν αποκλειστική ή τελείως ειδική σημασία για τα πτηνά αυτά ( 11 ). Για τους λόγους αυτούς θεωρώ ότι το αίτημα της Επιτροπής περί αναγνωρίσεως της παραβάσεως του άρθρου 4, παράγραφος 2, εκ μέρους της Ισπανίας πρέπει να απορριφθεί ( 12 ).
12.
Καίτοι η Ισπανία παραδέχεται ότι οι Marismas de Santoña πρέπει κατ' αρχήν να καταταγούν σε ζώνη ειδικής προστασίας λόγω της σημασίας τους για τη χουλιαρο-μύτα, εντούτοις αρνείται ότι δεν εκπλήρωσε τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας περί των πτηνών. Κατά την Ισπανία, η διάταξη αυτή της οδηγίας μπορεί να τηρηθεί μέσω τμηματικής, προοδευτικής και εντός ευλόγων προθεσμιών εφαρμογής της. Εν προκειμένω η υποχρέωση αυτή έχει τηρηθεί λόγω του ότι οι Marismas de Santoña χαρακτηρίστηκαν το 1992 ως προστατευόμενη περιοχή θήρας, το 1991 προστατεύθηκαν προσωρινώς στο πλαίσιο μιας διαδικασίας για τον χαρακτηρισμό τους ως εθνικού δρυμού και, τέλος, το 1992 χαρακτηρίστηκαν με νόμο ως εθνικός δρυμός. Η Επιτροπή, αντιθέτως, ισχυρίζεται ότι η κρίσιμη ημερομηνία, προκειμένου να κριθεί αν η Ισπανία εκπλήρωσε τις υποχρεώσεις της είναι η 1η Ιανουαρίου 1986, δηλαδή η ημερομηνία κατά την οποία η χώρα αυτή προσχώρησε στην Κοινότητα και ότι, εξάλλου, τα μέτρα προστασίας που έλαβε μεταγενεστέρως η Ισπανία είναι αποσπασματικά μόνο και επομένως ανεπαρκή.
13.
Η οδηγία περί των πτηνών χρονολογείται από το 1979, επομένως πριν από την προσχώρηση της Ισπανίας στην Κοινότητα την 1η Ιανουαρίου 1986. Το άρθρο 2 της Πράξεως περί των όρων προσχωρήσεως του Βασιλείου της Ισπανίας και της Πορτογαλικής Δημοκρατίας ( 13 ) ορίζει:
«Από την προσχώρηση, οι διατάξεις των αρχικών συνθηκών και οι πράξεις των οργάνων των Κοινοτήτων πριν από την προσχώρηση δεσμεύουν τα νέα κράτη μέλη και εφαρμόζονται σε αυτά με τους όρους που προβλέπονται στις συνθήκες αυτές και την παρούσα Πράξη.»
Το άρθρο 395 της ίδιας Πράξεως έχει ως εξής:
«Τα νέα κράτη μέλη θέτουν σε ισχύ τα μέτρα που τους είναι αναγκαία για να συμμορφωθούν από την προσχώρηση τους προς τις διατάξεις των οδηγιών και αποφάσεων πατά την έννοια του άρθρου 189 της Συνθήκης ΕΟΚ (...), εκτός αν προβλέπεται προθεσμία στον πίνακα του παραρτήματος XXXVI ή σε άλλες διατάξεις της παρούσας Πράξεως.»
Δεδομένου ότι ούτε η Πράξη Προσχωρήσεως ούτε το εν λόγω παράρτημα περιέχουν οποιαδήποτε ειδική διάταξη σχετικά με την οδηγία περί των πτηνών, πρέπει να θεωρηθεί ότι η Ισπανία έπρεπε μέχρι την 1η Ιανουαρίου 1986 να είχε θέσει σε εφαρμογή τα μέτρα που απαιτούνται για την μεταφορά στο εσωτερικό δίκαιο, από την ημερομηνία αυτή, της οδηγίας και, επομένως, του άρθρου 4, παράγραφος 1, αυτής. Με άλλα λόγια: η Ισπανία ανέλαβε εν προκειμένω υποχρέωση αμέσου επιτεύξεως ενός αποτελέσματος ( 14 ).
14.
Η Ισπανική Κυβέρνηση, αντιθέτως, εκθέτει προς άμυνά της ότι η υποχρέωση που διατυπώνεται στο άρθρο 4, παράγραφος 1, είναι τέτοιας φύσεως ώστε δεν επιβάλλει δεσμευτικά παρά μόνο μια τμηματική, προοδευτική διοικητική δράση με την οποία θα πρέπει να επιτευχθεί εντός εύλογης προθεσμίας το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα, δηλαδή εν προκειμένω η διατήρηση των προστατευομένων ειδών πτηνών. Όμως, είναι προφανές ότι η Ισπανία κατέβαλε μια τέτοια συνεχή διοικητική προσπάθεια: αφενός, έχει ήδη δημιουργήσει στο έδαφός της 114 ειδικές ζώνες προστασίας συνολικής εκτάσεως μεγαλύτερης από οποιουδήποτε άλλου κράτους μέλους αφετέρου, το 1987, θεσπίστηκαν, όσον αφορά τις Marismas de Santoña, μέτρα προστασίας διαδοχικά το 1987 (προστατευόμενη περιοχή θήρας), το 1991 (προσωρινή προστασία) και το 1992 (οριστική προστασία ως εθνικός δρυμός). Το τελευταίο αυτό μέτρο συνιστά πλήρη τήρηση του άρθρου 4, παράγραφος 1, με μόνη διαφορά από τυπικής απόψεως την ονομασία «ζώνη ειδικής προστασίας των πτηνών». Εν πάση περιπτώσει, το επιδιωκόμενο με το άρθρο αυτό αποτέλεσμα δεν διακυβεύτηκε, δεδομένου ότι από τα σχετικά αριθμητικά στοιχεία προκύπτει ότι ο αριθμός των χουλιαρομυτών στα ελώδη εδάφη δεν έχει μειωθεί κατά τα τελευταία έτη για τα οποία υφίστανται στοιχεία από καταγραφές (δηλαδή μέχρι το 1989).
15.
Δεν μπορώ να υιοθετήσω αυτή την επιχειρηματολογία. Όλως εξαρχής, η Ισπανική Κυβέρνηση στηρίζεται σε μια πολύ περιορισμένη αντίληψη ως προς τις υποχρεώσεις που επιβάλλει η οδηγία περί των πτηνών στα κράτη μέλη. Είναι αληθές ότι ο κύριος σκοπός της οδηγίας περί των πτηνών, όπως διατυπώνεται στο άρθρο 1, συνίσταται «στη διατήρηση όλων των ειδών πτηνών που ζουν εκ φύσεως σε άγρια κατάσταση» και ότι ο βασικός κατ' ουσίαν λόγος ανησυχίας είναι ο φόβος εξαφανίσεως των προστατευομένων ειδών πτηνών. Επίσης, είναι αληθές ότι, κατά το άρθρο 189 της Συνθήκης ΕΟΚ, η οδηγία είναι δεσμευτική «όσον αφορά το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα», αλλά αφήνει «την επιλογή του τύπου και των μέσων» στην αρμοδιότητα των κρατών μελών. Το ζήτημα είναι πάντως ότι η οδηγία περί των πτηνών, ειδικότερα δε το άρθρο 4, παράγραφος 1, περιέχει ως «επιδιωκόμενο αποτέλεσμα» υποχρεώσεις πλέον λεπτομερείς από τον απλό γενικώς σκοπό της διατηρήσεως των απειλουμένων ειδών.
Όπως εκτέθηκε ανωτέρω (σημείο 10), το άρθρο 4, παράγραφος 1, τέταρτο εδάφιο, προβλέπει πράγματι υποχρέωση κατατάξεως σε ζώνες ειδικής προστασίας των οικο-τόπων που είναι οι πλέον κατάλληλοι για τα αναφερόμενα στο παράρτημα Ι είδη πτηνών. Στη διατύπωση του άρθρου 4 δεν περιέχεται καν ένα στοιχείο σχετικά με προθεσμία αναστολής, όταν είναι βέβαιο ότι ορισμένη περιοχή έχει αποκλειστική ή τελείως ειδική σημασία για ένα πτηνό που περιλαμβάνεται στο παράρτημα Ι, λαμβανομένης υπόψη της ανάγκης προστασίας.
Εξάλλου, σε σχέση με την κατάταξη σε μια τέτοια ζώνη προστασίας δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι συνιστά δικαιολογία το γεγονός ότι η Ισπανία έχει ήδη δημιουργήσει 114 άλλες ζώνες ειδικής προστασίας ( 15 ). Οι υποχρεώσεις που διατυπώνονται στο άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας περί των πτηνών ισχύουν χωριστά για καθένα από τα αναφερόμενα στο παράρτημα Ι πτηνά και, επομένως, η ύπαρξη ζωνών ειδικής προστασίας για άλλα πτηνά και άλλες περιοχές δεν απαλλάσσει από την υποχρέωση που υφίσταται εν προκειμένω όσον αφορά τις χου-λιαρομύτες της Marismas de Santoña.
16.
Οι προηγούμενες παρατηρήσεις δεν σημαίνουν ότι η Επιτροπή δεν πρέπει, κατά την εφαρμογή του άρθρου 169 της Συνθήκης ΕΟΚ, να μην επιδεικνύει κατανόηση για τις ειδικές συνθήκες που αντιμετωπίζει ενδεχομένως κράτος μέλος κατά την εκπλήρωση υποχρεώσεως που υπέχει από το κοινοτικό δίκαιο. Η δυνατότητα αυτή περιλαμβάνεται πράγματι στην διακριτική εξουσία που έχει η Επιτροπή προκειμένου να κινήσει ή μη τη διαδικασία λόγω παραβάσεως που προβλέπεται στο άρθρο 169 της Συνθήκης ΕΟΚ και να επιλέξει το χρονικό σημείο κινήσεως της διαδικασίας ( 16 ).
Εν προκειμένω, η Επιτροπή όχλησε την Ισπανία στις 18 Ιουνίου 1988, διατύπωσε αιτιολογημένη γνώμη στις 27 Ιουνίου 1989, με την οποία έταξε στην Ισπανία μια ακόμη προθεσμία ενός μηνός, και άσκησε ενώπιον του Δικαστηρίου προσφυγή στις 30 Νοεμβρίου 1990 (βλ. ανωτέρω, σημείο 5). Από αυτό προκύπτει ότι η Επιτροπή παρέσχε στην Ισπανία — προκειμένου να εφαρμοστεί η εν λόγω οδηγία, ειδικότερα δε όσον αφορά την κατάταξη των Marismas de Santoña σε ζώνη ειδικής προστασίας σύμφωνα με το άρθρο 4, παράγραφος 1, αυτής — επαρκή προθεσμία. Το μόνο μέτρο που έλαβε η Ισπανία, σύμφωνα με την απάντηση της της 28ης Ιουλίου 1989 επί της αιτιολογημένης γνώμης, κατά το χρονικό αυτό σημείο ( 17 ), συνίστατο στην κατάταξη των Marismas de Santoña ως προστατευόμενης περιοχής θήρας με το διάταγμα 30/1987 της Diputación Regional de Cantabria της 8ης Μαΐου 1987 ( 18 ). Όμως, δύσκολα μπορεί να αμφισβητηθεί ότι το μέτρο αυτό το οποίο συνιστά αποκλειστικώς απαγόρευση θήρας δεν ανταποκρίνεται προς τις προϋποθέσεις του άρθρου 4, παράγραφος 1, της οδηγίας περί των πτηνών. Αναμφιβόλως είναι χρήσιμο και μάλιστα ουσιώδες, αλλά δεν μπορεί ασφαλώς να θεωρηθεί ότι αντιστοιχεί προς τη δημιουργία μιας ζώνης ειδικής προστασίας για τα πτηνά. Η Ισπανική Κυβέρνηση δεν ισχυρίζεται εξάλλου ότι η εν λόγω απαγόρευση της θήρας αποτελεί, καθεαυτή, τήρηση του άρθρου 4, παράγραφος 1, τέταρτο εδάφιο, αλλά λέει απλώς ότι το μέτρο αυτό αποτελεί μέρος μιας τμηματικής και προοδευτικής υλοποιήσεως αυτής της διατάξεως.
17.
Τα άλλα προστατευτικά μέτρα στα οποία αναφέρεται η Ισπανία είναι η προσωρινή προστασία των Marismas de Santoña με το διάταγμα 43/1991 της 12ης Απριλίου 1991 ( 19 ) και η οριστική προστασία της περιοχής αυτής με τον νόμο 6/1992 της 27ης Μαρτίου 1992 ( 20 ). Στην αλληλουχία αυτή, πρέπει να υπομνησθεί ότι το Δικαστήριο, κατά την κρίση, στο πλαίσιο μιας προσφυγής λόγω παραβάσεως, της τηρήσεως των υποχρεώσεων που υπέχει κράτος μέλος — δεν μπορεί να λάβει υπόψη του μέτρα τα οποία έλαβε το οικείο κράτος μέλος μετά την άσκηση της προσφυγής ( 21 ). Επομένως, καταλήγω στο συμπέρασμα ότι η Ισπανία παρέλειψε κατά παράβαση του άρθρου 4, παράγραφος 1, της οδηγίας περί των πτηνών να κατατάξει τις Marismas de Santoña σε ζώνη ειδικής προστασίας.
Προβαλλόμενη παράβαση του άρθρου 4, παράγραφος 4, της οδηγίας περί των πτηνών
18.
Το άρθρο 4, παράγραφος 4, της οδηγίας περί των πτηνών (βλ. το σχετικό κείμενο ανωτέρω στο σημείο 2) υποχρεώνει τα κράτη μέλη να λάβουν τα κατάλληλα μέτρα για να αποφύγουν στις ζώνες προστασίας που προβλέπονται στο άρθρο 4, παράγραφοι 1 και 2, τη ρύπανση ή τη φθορά των οικοτόπων καθώς και τις επιζήμιες για τα πτηνά διαταράξεις. Τα κράτη μέλη πρέπει επίσης να προσπαθήσουν να αποφύγουν τη ρύπανση ή τη φθορά των οικοτόπων και έξω από τις ζώνες προστασίας.
19.
Κατά την Επιτροπή, η Ισπανία δεν εκπλήρωσε την υποχρέωση της τηρήσεως της διατάξεως αυτής. Η αιτίαση της Επιτροπής στηρίζεται σε έξι (αναφερόμενα ανωτέρω στο σημείο 4) περιστατικά: τα έργα για τις βιομηχανικές περιοχές του Laredo και Colindres, την επιχωμάτωση των ελωδών εδαφών στο Escalante, την εναπόθεση υλικών που προέρχονται από το λατομείο του Montehano, την κατασκευή της οδού μεταξύ Argoños και Santoña, τα σχέδια υδατοκαλλιέργειας και, τέλος, την εναπόθεση στερεών απορριμμάτων και την έκχυση αποβλήτων υδάτων. Τα μέτρα αυτά και οι ενέργειες αυτές προκαλούν ρύπανση και φθορά στις Marismas de Santoña και επιφέρουν μείωση της επιφάνειας της περιοχής. Επιπλέον, η Επιτροπή θεωρεί ότι τα ληφθέντα και αναγγελθέντα από τις ισπανικές αρχές μέτρα αποκαταστάσεως είναι ανεπαρκή για την αντιμετώπιση της καταστάσεως αυτής.
20.
Η Ισπανία αντικρούει την αιτίαση αυτή με διάφορα επιχειρήματα τόσο νομικά όσο και πραγματικά. Κατά την Ισπανική Κυβέρνηση, δεν είναι δυνατόν να προσαφθεί από νομικής απόψεως, όπως πράττει εν προκειμένω η Επιτροπή, σε κράτος μέλος ότι παρέβη συγχρόνως το άρθρο 4, παράγραφος 1, και το άρθρο 4, παράγραφος 4. Περαιτέρω, η Ισπανία υποστηρίζει ότι η Επιτροπή στηρίζεται είτε σε ουδέποτε πραγματοποιηθέντα σχέδια είτε σε περιστατικά που ανάγονται σε χρόνο προγενέστερο της προσχωρήσεως της Ισπανίας το 1986. Εν πάση περιπτώσει, οι ισπανικές αρχές έχουν λάβει έκτοτε τα αναγκαία μέτρα αποκαταστάσεως. Τέλος, τα προβαλλόμενα σε βάρος της περιστατικά είναι μεμονωμένα και περιορισμένης σημασίας. Το ότι δεν υφίσταται παράβαση του άρθρου 4, παράγραφος 4 προκύπτει επίσης από το γεγονός ότι ο αριθμός των προστατευομένων πτηνών δεν μειώθηκε κατά τα τελευταία έτη για τα οποία υφίστανται αριθμητικά στοιχεία.
Η σχέση μεταξύ του άρθρου 4, παράγραφοι 1 και 2, και του άρθρου 4, παράγραφος 4
21.
Αρχίζω την εξέτασή μου με το ζήτημα της σχέσεως μεταξύ, αφενός, του άρθρου 4, παράγραφοι 1 και 2, και, αφετέρου, του άρθρου 4, παράγραφος 4. Κατά την Ισπανική Κυβέρνηση, δεν μπορεί να υπάρξει παράβαση ταυτοχρόνως και των δύο αυτών διατάξεων. Το άρθρο 4, παράγραφος 4 αφορά πράγματι υποχρεώσεις σχετικά με την κατάταξη σε ζώνες ειδικής προστασίας στο πλαίσιο της παραγράφου 1 ή της παραγράφου 2. Επομένως, μπορεί να θεωρηθεί ότι υφίσταται παράβαση της παραγράφου 4 μόνον εφόσον έχει υπάρξει κατάταξη σε μια τέτοια ζώνη. Αυτό σημαίνει εν προκειμένω ότι το αίτημα της Επιτροπής βάσει του άρθρου 4, παράγραφος 4, πρέπει να απορριφθεί, επειδή τα περιστατικά στα οποία στηρίζεται η Επιτροπή ανάγονται σε χρόνο προγενέστερο του νόμου του 1992 ο οποίος (τουλάχιστον κατά την Ισπανική Κυβέρνηση) χαρακτήρισε τις Marismas de Santoña ως ζώνη ειδικής προστασίας κατά την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 1.
22.
Δεν μπορώ να συμφωνήσω με το επιχειρήματα αυτά της Ισπανικής Κυβερνήσεως. Κατ' αρχάς, πρέπει να τονιστεί ότι τα κατάλληλα μέτρα που αναφέρονται στο άρθρο 4, παράγραφος 4, πρώτη φράση, για να αποφευχθεί η ρύπανση και η φθορά των οικοτόπων δεν ισχύουν αποκλειστικώς, αλλά μόνον ειδικώς, για τους οικοτόπους που αναφέρονται στο άρθρο 4, παράγραφοι 1 και 2. Επίσης, όσον αφορά τους οικοτό-πους που βρίσκονται έξω από τις αναφερόμενες στη διάταξη αυτή ζώνες προστασίας τα κράτη μέλη «θα προσπαθήσουν», κατά τη δεύτερη φράση της παραγράφου 4, να αποφύγουν τη ρύπανση ή της φθορά των οικοτόπων αυτών. Στη συνέχεια, από το άρθρο 4, παράγραφος 1 — αυτό δε ισχύει επίσης και για τα αναφερόμενα στην παράγραφο 2 «ανάλογα μέτρα» — προκύπτει ότι απαιτείται γενικώς από τα κράτη μέλη να λάβουν μέτρα προστασίας και κυρίως (επομένως όχι αποκλειστικώς) να κατατάξουν σε ζώνες ειδικής προστασίας τους οικοτόπους στους οποίους απαντούν τα αναφερόμενα στο παράρτημα Ι είδη πτηνών. Από όλα αυτά τα στοιχεία μπορεί να συναχθεί ότι το προβλεπόμενο στο άρθρο 4 σύστημα προστασίας δεν συνίσταται αποκλειστικώς στην κατάταξη σε ζώνες ειδικής προστασίας και/ή στην προστασία των οικοτόπων εντός των ζωνών ειδικής προστασίας.
Τέλος και κυρίως: αν θεωρηθεί ότι μπορεί να υπάρξει παράβαση της παραγράφου 4 μόνον εφόσον προηγουμένως έχει τύχει εφαρμογής η παράγραφος 1 ή η παράγραφος 2, συνιστάμενης στην κατάταξη σε ζώνες ειδικής προστασίας, θα είναι εξαιρετικά εύκολη η αποφυγή συμμορφώσεως προς το συγκεκριμένο περιεχόμενο των υποχρεώσεων που προβλέπει το άρθρο 4. Δεδομένου ότι η παράγραφος 4 επιβάλλει υποχρεώσεις στο πλαίσιο μιας ζώνης ειδικής προστασίας, οι υποχρεώσεις αυτές πρέπει κατά συνέπεια να τηρούνται ομοίως στις περιπτώσεις κατά τις οποίες δεν έχει (ακόμη) δημιουργηθεί μια τέτοια ζώνη κατά παράβαση της παραγράφου 1 ή της παραγράφου 2. Εδώ πρόκειται, κατά την πρώτη φράση της παραγράφου 4, για την υποχρέωση λήψεως κατάλληλων μέτρων προς αποφυγή της ρυπάνσεως ή της φθοράς των οικοτόπων και των επιζημίων για τα πτηνά διαταράξεων όταν αυτές έχουν σημαντικές συνέπειες ( 22 ).
Η εκτίμηση των πράξεων κατά των οποίων βάλλει γενικώς η Επιτροπή
23.
Από τις ανωτέρω παρατηρήσεις επί της σχέσεως που υφίσταται μεταξύ του άρθρου 4, παράγραφοι 1 και 2, παι του άρθρου 4, παράγραφος 4, και από την προηγουμένη διαπίστωση ότι η Ισπανία, κατά παράβαση του άρθρου 4, παράγραφος 1, παρέλειψε να κατατάξει τις Marismas de Santoña σε ζώνη ειδικής προστασίας προκύπτει ότι τα έξι μέτρα και πράξεις κατά των οποίων βάλλει η Επιτροπή πρέπει να εκτιμηθούν με γνώμονα το σταθερό κριτήριο του άρθρου 4, παράγραφος 4, πρώτη φράση. Βάσει αυτής της διατάξεως, όπως ελέχθη, τα κράτη μέλη πρέπει να υιοθετήσουν κατάλληλα μέτρα για να αποφύγουν τη ρύπανση ή τη φθορά των οικοτόπων, καθώς και τις επιζήμιες για τα πτηνά διαταράξεις, «όταν αυτές έχουν σημαντικές συνέπειες σε σχέση με τους αντικειμενικούς στόχους του παρόντος άρθρου».
24.
Στις προτάσεις μου επί της προηγούμενης υποθέσεως C-57/89, Επιτροπή κατά Γερμανίας ( 23 ), ανέπτυξα τις απόψεις μου επί της ερμηνείας αυτής της διατάξεως. Αφενός, απέρριψα τη στενή θεώρηση κατά την οποία μόνον οι πράξεις ή τα γεγονότα που έχουν σημαντικές συνέπειες μπορούν πράγματι να διακυβεύσουν τη δυνατότητα επιβιώσεως και αναπαραγωγής των προστατευομένων ειδών πτηνών στη ζώνη. Αφετέρου, απέρριψα επίσης και την ευρεία θεώρηση η οποία συνίσταται στην απαγόρευση κάθε δραστηριότητας στην προστατευόμενη ζώνη η οποία έχει ως αποτέλεσμα ρύπανση, υποβάθμιση ή παρενόχληση στη ζώνη προστασίας. Η ορθή ερμηνεία, σε συνάρτηση προς τον σκοπό του άρθρου 4, νομίζω ότι βρίσκεται στη μέση:
«Κατά τη γνώμη μου, το Συμβούλιο θέλησε με τη διάταξη αυτή να τονίσει ότι δεν πρέπει να επέρχεται κανενός είδους ρύπανση, υποβάθμιση ή παρενόχληση στη ζώνη προστασίας που να θίγει σοβαρά την ποιότητα των συνθηκών διαβιώσεως των πτηνών. Εδώ περιλαμβάνονται, επομένως, και αρνητικοί παράγοντες οι οποίοι, παρόλο που δεν θέτουν σε κίνδυνο την επιβίωση και την απαπαραγωγή των πτηνών, μπορούν πάντως να θίξουν σοβαρά την επιβίωση και την αναπαραγωγή υπό τις πλέον κατάλληλες συνθήκες» ( 24 ).
Από την ερμηνεία αυτή προκύπτει, κατά τη γνώμη μου, ότι δεν μπορεί να αποδοθεί αποφασιστική σημασία στα προσκομισθέντα στο πλαίσιο της παρούσας υποθέσεως αριθμητικά στοιχεία από τα οποία, κατά την Ισπανική Κυβέρνηση, προκύπτει ότι ο αριθμός των προστατευομένων πτηνών, ειδικότερα δε ο αριθμός των χουλιαρομυτών, δεν μειώθηκε στις Marismas de Santoña μεταξύ του 1986 και του 1989, δηλαδή κατά την περίοδο που αφορά η προσφυγή της Επιτροπής κατά της Ισπανίας ( 25 ). Εφόσον το άρθρο 4, παράγραφος 4, αφορά επίσης ουσιώδεις αρνητικές επιπτώσεις στις συνθήκες διαβιώσεως των πτηνών, δεν μπορεί να συναχθεί από τη μη μείωση του αριθμού τους ότι δεν υφίσταται κανένα πρόβλημα. Εξάλλου, και δραστηριότητες οι οποίες έχουν αρνητικές ουσιώδεις επιπτώσεις επί της ίδιας της επιβιώσεως και της αναπαραγωγής των πτηνών δεν αντικατοπτρίζονται κατ' ανάγκη άμεσα στα αποτελέσματα των καταγραφών των πτηνών, επειδή οι επιπτώσεις αυτές μπορούν να έχουν επενέργειες επί μακρότερο χρόνο ή σωρευτικώς.
25.
Ως προς την εκτίμηση των βαλλομένων από την Επιτροπή πράξεων βάσει του προαναφερθέντος βασικού κριτηρίου ανακύπτει επίσης το ζήτημα αν μια απαγορευό-μενη, με γνώμονα το βασικό αυτό κριτήριο, δραστηριότητα μπορεί εντούτοις να δικαιολογηθεί μέσω επικλήσεως ενός άλλου μεγαλύτερου συμφέροντος. Στην παρούσα υπόθεση, η Ισπανική Κυβέρνηση υποστηρίζει πράγματι την ορθότητα ορισμένων από τα επίμαχα δεδομένα τόσο χωριστά όσο και στο σύνολό τους, αναφερόμενη στην κοινωνική και οικονομική τους σημασία.
Το Δικαστήριο εξέτασε την προβληματική αυτή στο πλαίσιο της προαναφερθείσας υποθέσεως C-57/89, Επιτροπή κατά Γερμανίας ( 26 ). Η υπόθεση αυτή αφορούσε έργα αναχωματώσεως στο Leybucht, ενός εθνικού δρυμού στη Γερμανία. Το αποτέλεσμα αυτών των έργων ήταν μείωση της επιφάνειας μιας ζώνης ειδικής προστασίας. Η προβληθείσα εν προκειμένω δικαιολογία συνίστατο σε εκτιμήσεις προστασίας από πλημμύρες του πληθυσμού που κατοικούσε πίσω από το φράγμα και στη μέριμνα να διασφαλιστεί η πρόσβαση στο λιμάνι του Greetsiel για τα αλιευτικά σκάφη αυτής της περιοχής. Το Δικαστήριο έκρινε με την απόφαση του ότι η μείωση αυτή της επιφάνειας συνιστά παράβαση του άρθρου 4, παράγραφος 4 ( 27 ) και επίσης, όσον αφορά τη δυνατότητα δικαιολογήσεως:
«Καίτοι τα κράτη μέλη απολαύουν ορισμένου πεδίου εκτιμήσεως ως προς την επιλογή των καταλληλοτέρων περιοχών για την κατάταξη σε ζώνες ειδικής προστασίας, σύμφωνα με το άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας, δεν είναι, αντιθέτως, δυνατό να διαθέτουν το ίδιο πεδίο εκτιμήσεως στο πλαίσιο του άρθρου 4, παράγραφος 4, της οδηγίας όταν τροποποιούν ή μειώνουν την έκταση των ζωνών αυτών, εφόσον τα ίδια έχουν αναγνωρίσει με τις δηλώσεις τους ότι στις ζώνες αυτές υφίστανται οι πλέον κατάλληλες συνθήκες διαβιώσεως για τα είδη που απαριθμούνται στο παράρτημα Ι της οδηγίας. Σε αντίθετη περίπτωση, τα κράτη μέλη θα μπορούσαν μονομερώς να απαλλάσσονται από τις υποχρεώσεις που υπέχουν από το άρθρο 4, παράγραφος 4, της οδηγίας, όσον αφορά τις ζώνες ειδικής προστασίας.
Η κατ' αυτόν τον τρόπο ερμηνεία της τελευταίας αυτής διατάξεως επιβεβαιώνεται, εξάλλου, από την ένατη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας, στην οποία τονίζεται η ιδιαίτερη σημασία που αποδίδεται στα μέτρα ειδικής διατηρήσεως σχετικά με τους οικο-τόπους των πτηνών που απαριθμούνται στο παράρτημα Ι, ώστε να εξασφαλίζεται η επιβίωση και αναπαραγωγή τους στη ζώνη εξαπλώσεώς τους. Επομένως, η ευχέρεια των κρατών μελών να μειώνουν την έκταση της ζώνης ειδικής προστασίας μπορεί να δικαιολογείται μόνον από εξαιρετικούς λόγους.
Οι λόγοι αυτοί πρέπει να ανάγονται σε ένα γενικό συμφέρον που να υπερτερεί του συμφέροντος στο οποίο εδράζεται ο επιδιωκόμενος με την οδηγία οικολογικός στόχος. Εν προκειμένω, τα συμφέροντα που αναφέρονται στο άρθρο 2 της οδηγίας, δηλαδή οι οικονομικές και ψυχαγωγικές απαιτήσεις, δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη. Πράγματι, όπως τόνισε το Δικαστήριο στις αποφάσεις της 8ης Ιουλίου 1987 στις υποθέσεις 247/85, Επιτροπή κατά Βελγίου (Συλλογή 1986, σ. 3029) και 262/85, Επιτροπή κατά Ιταλίας (Συλλογή 1987, σ. 3073), η διάταξη αυτή δεν αποτελεί αυτοτελή εξαίρεση από το σύστημα προστασίας που θεσπίζεται με την οδηγία» ( 28 ).
26.
Στην υπόθεση C-57/89, αυτό σήμαινε συγκεκριμένα ότι οι εκτιμήσεις που αναφέρονταν στην ασφάλεια των ακτών μπορούσαν μεν να γίνουν δεκτές, όχι όμως κατ' αρχήν η κοινωνικοοικονομικού χαρακτήρα μέριμνα για την επιβίωση του λιμένα αλιευτικών του Greetsiel ( 29 ). Πάντως, το μέρος του σχεδίου που αφορούσε το λιμάνι συνεπή-γετο συγχρόνως συγκεκριμένα θετικά αποτελέσματα για τους οικοτόπους των πτηνών. «Εφόσον υφίστανται οι προαναφερθείσες οικολογικές αντισταθμίσεις και μόνο για αυτόν τον λόγο», το δεύτερο σκέλος της αιτιολογίας μπορούσε να ληφθεί υπόψη ( 30 ).
Έχω τη γνώμη ότι η άποψη που υιοθέτησε το Δικαστήριο δεν ισχύει μόνο ως προς την μείωση της επιφάνειας μιας ζώνης ειδικής προστασίας συνεπεία εκτελουμένων έργων, πράγμα που — όπως αντιλαμβάνομαι την απόφαση αυτή — πρέπει να θεωρηθεί ως «φθορά» κατά την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 4, αλλά και για κάθε μορφή κατά την έννοια της παραγράφου αυτής ρυπάνσεως, φθοράς ή διαταράξεων.
27.
Θα εξετάσω τώρα τον θεμιτό ή μη χαρακτήρα των έξι επιδίκων πράξεων. Εν προκειμένω, θα ήθελα να υπενθυμίσω ότι αντικείμενο των διαδικασιών λόγω παραβάσεως υπό την έννοια του άρθρου 169 της Συνθήκης, αποτελούν είτε γεγονότα που έχουν ήδη καταγγελθεί με τις αιτιολογημένες γνώμες που έχουν απευθυνθεί στο οικείο κράτος μέλος και τα οποία συνεχίστηκαν αργότερα είτε για γεγονότα που είναι μεν μεταγενέστερα των γνωμών αυτών, είναι όμως της ίδιας φύσεως με εκείνα τα οποία αφορούσαν οι γνώμες αυτές και συνιστούν την (δια συμπεριφορά ( 31 ). Επιπλέον πρέπει, όσον αφορά την Ισπανία, να πρόκειται για γεγονότα τα οποία ανάγονται στον μετά την 1η Ιανουαρίου 1986 χρόνο, δηλαδή μετά την ημερομηνία προσχωρήσεως της Ισπανίας στην Κοινότητα (βλ. ανωτέρω σημείο 13). Λαμβανομένων υπόψη των ανωτέρω, θα εξετάσω τώρα αν καθεμία από τις επίδικες πράξεις μπορούν να χαρακτηρισθούν ως ρύπανση, φθορά ή διατάραξη κατά την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 4, και αν μπορούν να έχουν ουσιώδεις δυσμενείς συνέπειες για την ποιότητα των συνθηκών διαβιώσεως των πτηνών, ειδικότερα της χουλιαρομύτας ( 32 ) στις Marismas de Santoña. Καθόσον είναι αναγκαίο θα εξετάσω επίσης αν μπορούν να δικαιολογηθούν από υπέρτερο γενικό συμφέρον κατά την έννοια της αποφάσεως στην υπόθεση C-57/89.
28.
Πριν από την εξέταση αυτή θα ήθελα πάντως να επισημάνω τις συνέπειες που απορρέουν από την απόφαση του Δικαστηρίου, αν το Δικαστήριο αποφασίσει ότι τα επίδικα περιστατικά συνιστούν παράβαση των υποχρεώσεων που υπέχει η Ισπανία. Στα πλαίσια της διαδικασίας κατά τα άρθρα 169 έως 171 της Συνθήκης ΕΟΚ το έργο του Δικαστηρίου περιορίζεται στη διαπίστωση του αν κράτος μέλος δεν εκπλήρωσε τις υποχρεώσεις που υπέχει από τη Συνθήκη. Αυτό δεν εμποδίζει εντούτοις να απορρέουν από μια τέτοια διαπίστωση συγκεκριμένες υποχρεώσεις αποζημιώσεως για το κράτος μέλος. Εναπόκειται πάντως στην Επιτροπή να επαγρυπνεί σε πρώτη φάση ως προς το σημείο αυτό, όπως προκύπτει από τις ακόλουθες σκέψεις μιας διατάξεως του Δικαστηρίου της 28ης Μαρτίου 1980:
«Όπως αναφέρεται στο άρθρο 171 της Συνθήκης, αν το Δικαστήριο διαπιστώσει ότι κράτος μέλος έχει παραβεί υποχρέωσή του εκ της παρούσας συνθήκης “το κράτος αυτό οφείλει να λάβει τα μέτρα που συνεπάγεται η εκτέλεση της αποφάσεως του Δικαστηρίου”.
Σύμφωνα με το άρθρο 155, η Επιτροπή μεριμνά “για την εφαρμογή της παρούσας συνθήκης καθώς και των διατάξεων που θεσπίζονται δυνάμει αυτής από τα όργανα” εναπόκειται, συνεπώς, στην Επιτροπή να μεριμνά για την εκτέλεση από τα κράτη μέλη των εκδιδομένων από το Δικαστήριο αποφάσεων.
Κατά την άσκηση αυτής της εξουσίας, η Επιτροπή μπορεί να ασκεί προσφυγές δυνάμει του άρθρου 169 της Συνθήκης αν κρίνει ότι ένα κράτος μέλος δεν έλαβε τα αναγκαία για την εκτέλεση μιας αποφάσεως μέτρα ή ότι τα ενδεχομένως προς το σκοπό αυτό ληφθέντα μέτρα δεν είναι σύμφωνα προς τις υποχρεώσεις που απορρέουν από την απόφαση (...)» ( 33 ).
Η εκτίμηση καθεμιάς από τις πράξεις κατά των οποίων βάλλει συγκεκριμένα η Επιτροπή
Πρώτη αιτίαση: οι βιομηχανικές περιοχές του Laredo και του Colindres
29.
Το πρώτο επίμαχο γεγονός αφορά τη δημιουργία στο Laredo και το Colindres βιομηχανικών ζωνών σε χώρους που περιλαμβάνονται στις Marismas de Santoña, το σχέδιο του δημοτικού συμβουλίου του Colindres επιχωματώσεως των εδαφών που γειτνιάζουν με τη βιομηχανική αυτή ζώνη και τα έργα για την κατασκευή και αναχωμάτωση ενός φράγματος γύρω από τη βιομηχανική ζώνη και τα όμορα εδάφη.
30.
Κατά την Επιτροπή, η δημιουργία αυτών των βιομηχανικών ζωνών συνεπάγεται εξαφάνιση σημαντικού μέρους των ελωδών εδαφών (περίπου 80 εκταρίων). Η μεταβολή αυτή θίγει δύο σημαντικούς οικο-τόπους των ελών, δηλαδή τα καλυπτόμενα από την πλημμυρίδα εδάφη και την βλάστηση στις παρυφές των ελών. Συνεπεία της βαλλόμενης δημιουργίας των εν λόγω ζωνών αποκόπηκαν, απομονώθηκαν, ή αναχωματώθηκαν ορισμένα εδάφη της ελώδους ζώνης. Επομένως, η σχεδιαζόμενη βιομηχανία μπορεί να έχει δυσμενείς επιπτώσεις στο σύνολο της παλίρροιας εντός των ελών και πολύ αρνητικές συνέπειες για τις φυσιολογικές και βιολογικές διαδικασίες εντός των ελών στο σύνολό τους. Ενόψει του μεγέθους των σχεδίων αυτών και της εκτάσεως της πραγματοποιήσεως τους στο μέσο των εκβολών των ποταμών πρέπει να αναμένεται σημαντική μεταβολή των ρευμάτων στην περιοχή αυτή. Τα ρεύματα αυτά, τα οποία αποτελούν συνέπεια από την αλληλεπίδραση της παλίρροιας και των υδάτων των ποταμών, αποτελούν τον σημαντικότερο γεωμορφολογικό παράγοντα της περιοχής αυτής. Περαιτέρω, υφίσταται ο κίνδυνος να θιγούν, μειωθούν και μεταβληθούν από την εκτέλεση των έργων αυτών οι φυσιολογικοί και χημικοί παράγοντες που είναι καθοριστικοί για τη ζωή των ασπόνδυλων τα οποία αποτελούν τη μοναδική τροφή των διαφόρων αγρίων πτηνών.
31.
Έχω τη γνώμη ότι τα σχέδια δημιουργίας αυτών των βιομηχανικών ζωνών, κατά των οποίων βάλλει κατ' αυτόν τον τρόπο η Επιτροπή, εφόσον και στο μέτρο που έχουν πραγματοποιηθεί μετά την 1η Ιανουαρίου 1986, δηλαδή την ημερομηνία προσχωρήσεως της Ισπανίας στην Κοινότητα, μπορούν πράγματι δικαιολογημένα να θεωρηθούν ότι συνιστούν παράβαση του άρθρου 4, παράγραφος 4. Νομίζω ότι η Επιτροπή πράγματι κατέστησε επαρκώς σαφές ότι εδώ πρόκειται για υποβάθμιση των οικοτόπων η οποία έχει σημαντικές αρνητικές συνέπειες για την ποιότητα των συνθηκών διαβιώσεως των πτηνών, ειδικότερα δε της χουλιαρομύ-τας, στις Marismas de Santoña. Η Ισπανία αρνείται εντούτοις ότι δεν εκπλήρωσε τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 4, παράγραφος 4, επειδή τα γεγονότα που προσάπτει η Επιτροπή είτε αφορούν την πριν από το 1986 περίοδο είτε αφορούν μη πραγματοποιηθέντα σχέδια.
32.
Η Ισπανική Κυβέρνηση εκθέτει ότι στον Δήμο του Laredo, βάσει διοικητικής αποφάσεως που χρονολογείται από το 1973, έχει παραχωρηθεί επιφάνεια 40 εκταρίων για την κατασκευή ενός δρόμου κατά μήκος των ακτών και την χωροταξική διαμόρφωση του απομένοντος εδάφους. Το γενικό σχέδιο χωροταξίας του Laredo προβλέπει τη δημιουργία μιας βιομηχανικής ζώνης στα έλη ως προς τα οποία έχει δοθεί η παραχώρηση. 'Ετσι, στις αρχές της δεκαετίας του '80, κατασκευάστηκε γύρω από τη ζώνη αυτή ένα φράγμα. Βέβαια, ήδη το 1988, μεταβιβάστηκε στον Δήμο κρατική θαλάσσια και χερσαία έκταση 23,5 εκταρίων, ο δε Δήμος μεταβίβασε τον Μάιο του 1989 τα εδάφη αυτά στην δημοσίου δικαίου εταιρία SEPES, οπότε αυτή μπόρεσε να αρχίσει τις αναγκαίες εργασίες επιχωματώσεως και την κατασκευή των έργων για τη δημιουργία της βιομηχανικής ζώνης. Εντούτοις, πριν αρχίσουν τα έργα αυτά, οι αρμόδιες αρχές αποφάσισαν να παραιτηθούν από τη δημιουργία της βιομηχανικής ζώνης. Αυτό προκύπτει από μια συμφωνία που συνήφθη το 1991 μεταξύ του Υπουργού Δημοσίων 'Εργων και Χωροταξίας, της Diputación Regional της Cantabria και του Δήμου του Laredo. Τα συμβληθέντα μέρη συμφώνησαν να μην εκτελέσουν τα έργα για τη δημιουργία της βιομηχανικής ζώνης, να αναστείλουν την ισχύ της παραχωρήσεως που δόθηκε στο Δήμο του Laredo και να μετατοπίσουν τη θέση δημιουργίας της βιομηχανικής ζώνης προς το χερσαίο έδαφος. Η Ισπανική Κυβέρνηση προσκόμισε ενώπιον του Δικαστηρίου στοιχεία από τα οποία προκύπτει ότι επιλέχθηκε μια νέα τοποθεσία για τη βιομηχανική ζώνη πέραν των ορίων των Marismas de Santoña.
Στον Δήμο του Colondres έχει δοθεί παραχώρηση που είναι παρόμοια προς την προαναφερθείσα παραχώρηση του Δήμου του Laredo. Και στον Δήμο του Colindres επίσης κατασκευάστηκε στις αρχές της δεκαετίας του '80 ένα φράγμα γύρω από την περιοχή που προοριζόταν για τη βιομηχανική ζώνη. Τον Μάϊο του 1989, εντούτοις, οι αρμόδιες κεντρικές υπηρεσίες της Ισπανίας κίνησαν διαδικασία για την ακύρωση της παραχωρήσεως που είχε δοθεί στον Δήμο του Colindres. Ο Δήμος του Colindres είναι πρόθυμος να παραιτηθεί από την παραχώρηση με αντάλλαγμα παραχώρηση για την κατασκευή μιας οδού κατά μήκος των ακτών που θα συνδέει την περιφέρεια του Δήμου αυτού με την περιφέρεια του Δήμου του Laredo. Επομένως, δεν θα εκτελεσθεί το αρχικό σχέδιο βιομηχανικής ζώνης στο Colindres.
33.
Αν αληθεύουν τα περιστατικά, όπως τα εκθέτει η Ισπανία, τότε έχω τη γνώμη ότι δεν είναι δυνατόν ως προς το σημείο αυτό, να διαπιστωθεί σε βάρος της Ισπανίας παράβαση του άρθρου 4, παράγραφος 4, της οδηγίας περί των πτηνών. Όπως εκτέθηκε ανωτέρω (σημείο 13), η οδηγία περί των πτηνών είναι δεσμευτική για την Ισπανια από την 1η Ιανουαρίου 1986. Όμως, τα επίμαχα σχέδια για τη δημιουργία βιομηχανικών ζωνών καθώς και η κατασκευή ενός φράγματος γύρω από τα προοριζόμενα για τον σκοπό αυτόν εδάφη χρονολογούνται πριν από την ημερομηνία αυτή. Βεβαίως, η εκτέλεση των σχεδίων εξακολουθούσε να προετοιμάζεται μέχρι το 1989 με τη μεταβίβαση των σχετικών εδαφών στην SEPES. Η Ισπανική Κυβέρνηση διευκρίνησε εντούτοις, απαντώντας στην αιτιολογημένη γνώμη της Επιτροπής ( 34 ), ότι εγκαταλείφθηκε η ουσιαστική εφαρμογή αυτών των σχεδίων και ότι αναγγέλθηκαν, και εν τω μεταξύ εφαρμόστηκαν, μέτρα προκειμένου να δοθεί οριστικός χαρακτήρας στην απόφαση περί μη εφαρμογής των σχεδίων ( 35 ). Εν προκειμένω, η Ισπανική Κυβέρνηση δεσμεύτηκε ειδικότερα να εξαλείψει τις συνέπειες των ήδη εκτελεσθέντων έργων, ειδικότερα δε να κατεδαφίσει τα φράγματα που είχαν ήδη κατασκευασθεί πριν από την προσχώρηση της Ισπανίας και, κατ' αυτόν τον τρόπο, να ανακτηθούν οι απειλούμενες περιοχές. Εναπόκειται στην Επιτροπή να υποχρεώσει την Ισπανική Κυβέρνηση να τηρήσει την υπόσχεση αυτή.
Η Επιτροπή παρατηρεί εντούτοις ότι τα φράγματα για την κατεδάφιση των οποίων δόθηκε υπόσχεση αναχωματώθηκαν και πάλι την άνοιξη του 1986. Αυτό νομίζω ότι αντίκειται πράγματι προς την αναληφθείσα από την Ισπανία δέσμευση να μην προβεί από την ημερομηνία της προσχωρήσεως σε καμία ουσιώδη υποβάθμιση των οικοτόπων των προστατευομένων πτηνών. Η αναχωμάτωση των φραγμάτων νομίζω πράγματι ότι μπορεί να προκαλέσει την πλήρη αποκοπή των εν λόγω εδαφών και να εμποδίσει οριστικά την παλίρροια στο μέρος αυτό των ελών χωρίς να είναι δυνατή η προβολή κανενός λόγου που να δικαιολογεί κάτι τέτοιο.
34.
Η Επιτροπή εκθέτει επίσης ότι η παράβαση του άρθρου 4, παράγραφος 4, εξακολουθεί να υφίσταται, αυτό δε λόγω των βλαπτικών για το περιβάλλον αποτελεσμάτων που συνεπάγεται η νέα θέση της βιομηχανικής ζώνης. Το επιχείρημα αυτό δεν μπορεί να γίνει δεκτό. Πράγματι, «κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, το αντικείμενο της προσφυγής που ασκείται δυνάμει του άρθρου 169 της Συνθήκης οριοθετείται κατά την προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασία» ( 36 ). Όμως, η υπό κρίση προσφυγή λόγω παραβάσεως αφορά τις βιομηχανικές ζώνες η δημιουργία των οποίων προβλεπόταν αρχικά εντός των ελών. Αντιθέτως, η δημιουργία της νέας σχεδιαζόμενης βιομηχανικής ζώνης στο χερσαίο έδαφος δεν αποτελεί αντικείμενο της παρούσας υποθέσεως. Το γεγονός αυτό δεν μπορεί πράγματι να θεωρηθεί, κατά την έννοια της νομολογίας του Δικαστηρίου (βλ. ανωτέρω σ. 27) ως ένδειξη ότι εξακολουθούν να υφίστανται τα γεγονότα που αποτελούσαν το αντικείμενο αιτιολογημένης γνώμης ή ως μεταγενέστερο γεγονός της ίδιας φύσεως με αυτά που αφορά η αιτιολογημένη γνώμη: στο μέτρο που η βιομηχανική ζώνη, στη νέα θέση της, συνιστά ρύπανση, φθορά ή διατάραξη κατά την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 4, της οδηγίας περί των πτηνών πρόκειται εν πάση περιπτώσει για αποτελέσματα άλλου είδους από αυτά στα οποία στηρίχθηκε η Επιτροπή κατά την προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασία ( 37 ).
35.
Επομένως, καταλήγω στο συμπέρασμα ότι το αίτημα της Επιτροπής που αφορά τη δημιουργία βιομηχανικού χώρου εντός των ελών πρέπει να γίνει δεκτό, πάντως όμως μόνο το μέτρο που έχουν εκτελεσθεί τα επίμαχα σχέδια μετά την 1η Ιανουαρίου 1986, ειδικότερα δε καθόσον η Ισπανία αναχωμάτωσε μετά την ημερομηνία αυτή τα ανεγερθέντα προηγουμένως φράγματα γύρω από τον σχεδιασθέντα βιομηχανικό χώρο. Επιπλέον, κατά τη γνώμη μου, θα ήταν φρόνιμο, το Δικαστήριο να λάβει υπόψη την υπόσχεση της Ισπανίας να κατεδαφίσει τα ήδη προηγουμένως εκτελεσθέντα έργα, ειδικότερα δε τα κατασκευασθέντα φράγματα, ώστε κατ' αυτόν τον τρόπο να ανακτηθούν τα απειλούμενα εδάφη.
Δεύτερη αιτίαση: τα έργα επιχωματώσεως στο Escalante
36.
Η δεύτερη αιτίαση αφορά την επιχωμάτωση των ελωδών εδαφών από τον Δήμο του Escalante για τη δημιουργία, το 1985, ενός πάρκου και ενός ποδοσφαιρικού γηπέδου. Κατά την Επιτροπή, η επιφάνεια του πάρκου αυξήθηκε, το 1988, κατά το ήμισυ και δημιουργήθηκε και ένα δεύτερο ποδοσφαιρικό γήπεδο καθώς και αθλητικές εγκαταστάσεις για χαντμπολ, καλαθοσφαίρηση και αντισφαίρηση. Η Επιτροπή ενοχλείται από αυτά τα έργα επιχωματώσεως επειδή προκαλούν εξαφάνιση ή περιορισμό των τόπων που χρησιμοποιούν ως καταφύγιο τα υδρόβια πτηνά.
37.
Η Ισπανική Κυβέρνηση επιβεβαιώνει ότι ο Δήμος του Escalante πραγματοποίησε από το 1982 χωρίς έγκριση έργα επιχωματώσεως των ελών που ανήκουν την περιουσία του δημοσίου. Πάντως, το 1985, η ασκούσα την εποπτεία αρχή αρνήθηκε να βεβαιώσει ότι τα εκτελεσθέντα έργα επιχωματώσεως ήταν σύννομα. Η διοικητική προσφυγή που άσκησε ο Δήμος κατά της αρνήσεως αυτής εξακολουθεί να εκκρεμεί. Κατά την Ισπανική Κυβέρνηση, δεν πραγματοποιήθηκαν πλέον έργα επιχωματώσεως μετά τη δημιουργία των συμπληρωματικών αθλητικών εγκαταστάσεων το 1986. Η Ισπανική Κυβέρνηση δηλώνει επιπλέον ότι θα λάβει μέτρα εξαναγκασμού αν πραγματοποιηθούν εκ νέου παράνομα έργα επιχωματώσεως.
38.
Νομίζω ότι είναι σαφές ότι η δημιουργία αυτών των συμπληρωματικών αθλητικών εγκαταστάσεων το 1986, δηλαδή μετά την προσχώρηση της Ισπανίας στην Κοινότητα, αποτελεί «φθορά» κατά την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 4, της οδηγίας περί των πτηνών, επειδή περιορίζουν διαθέσιμο για τα υδρόβια πτηνά χώρο. Εντούτοις, δεν νομίζω ότι η Επιτροπή κατόρθωσε πειστι-κώς να αποδείξει ότι συνεπεία του γεγονότος αυτού επήλθε σημαντική ζημία στις συνθήκες διαβιώσεως των πτηνών, ιδίως της χουλιαρομύτας, στις Marismas de Santoña. Από τους προσκομισθέντες ενώπιον του Δικαστηρίου χάρτες ( 38 ) προκύπτει ότι οι αθλητικές εγκαταστάσεις καλύπτουν μια ασήμαντη μόνο επιφάνεια, στο άκρο της ελώδους περιοχής, η οποία δεν φαίνεται να έχει σημασία ούτε ως τόπος αναπαύσεως ούτε ως τόπος αναζητήσεως τροφής για τις χουλιαρομύτες και άλλα προστατευόμενα είδη. Επομένως, καταλήγω στο συμπέρασμα ότι το αίτημα της Επιτροπής ως προς την αιτίαση αυτή δεν μπορεί να γίνει δεκτό.
Τρίτη αιτίαση: οι εναποθέσεις από το λατομείο του Montehano
39.
Η τρίτη αιτίαση αφορά την εναπόθεση στην ελώδη περιοχή, κοντά στο Montehano μη χρησιμοποιηθέντων υλικών οικοδομών από το λατομείο του Montehano. Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η εκμετάλλευση του λατομείου και η εναπόθεση μη χρησιμοποιηθέντων υλικών στην ελώδη περιοχή συνεπάγονται άμεσα (τεμαχισμός απορριμμάτων) και έμμεσα (διάβρωση και ιζηματογένεση) επικάλυψη με ιλύ με καταστρεπτικές συνέπειες για την πανίδα που υφίσταται στο έδαφος των Marismas de Santoña.
40.
Η Ισπανική Κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι οι αιτιάσεις της Επιτροπής στηρίζονται σε γεγονότα που ανάγονται στον πριν από την προσχώρηση της Ισπανίας στην Κοινότητα χρόνο. Η επιχείρηση του λατομείου του Montehano λειτουργεί από τις αρχές αυτοΰ του αιώνα. Οι δραστηριότητές της ελέγχονται ήδη σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία περί ορυχείων, βάσει της οποίας η εναπόθεση μη χρησιμοποιηθέντων υλικών στα έλη έχει οριστικά απαγορευθεί. Υπήρξαν επαφές με την παραχωρησιούχο επιχείρηση προκειμένου αυτή να αποσύρει ένα μέρος των υλικών που είχε εναποθέσει μέχρι το 1976 στις εκβολές του Escalante. Από του έτους αυτού, η πλήρως επικαλυμμένη επιφάνεια δεν έχει ασφαλώς καταστεί μεγαλύτερη, μάλιστα δε έχουν αποκομισθεί από αυτήν υλικά απορρίψεως. Κατά τις ισπανικές αρχές, η επιχείρηση οφείλει, εν πάση περιπτώσει, να επαναφέρει την θιγείσα περιοχή στην κατάσταση στην οποία βρισκόταν το 1982.
41.
Ο φάκελος που προσκομίστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου περιέχει ορισμένες ασάφειες ως προς το πότε πραγματοποιήθηκαν εναποθέσεις. Με την απάντηση της, το 1989, στην αιτιολογημένη γνώμη της Επιτροπής, η Ισπανική Κυβέρνηση υποστήριξε ότι οι εναποθέσεις αυτές είχαν ήδη παύσει οριστικά πριν από πολλά χρόνια ( 39 ). Αντιθέτως, η Επιτροπή, στο εισαγωγικό της δίκης δικόγραφό της, υποστηρίζει ότι η εξορυκτικές εργασίες στο λατομείο, καθώς και οι συνακόλουθες εναποθέσεις μη χρησιμοποιηθέντων υλικών, εντατικοποιήθηκαν το 1982, με τη δημιουργία της οδού Argoños-Santoña (βλ. κατωτέρω, σημείο 43). Κατά την Επιτροπή, το γεγονός αυτό αναγνωρίστηκε σε έναν οικολογικό οδηγό που εκδόθηκε από το περιφερειακό συμβούλιο της Cantabria ( 40 ). Στο υπόμνημά της αντικρούσεως, η Ισπανική Κυβέρνηση επαναλαμβάνει απλώς τον ισχυρισμό της ότι οι εναποθέσεις είχαν οριστικά σταματήσει. Με το υπόμνημα απαντήσεως της, η Επιτροπή υποστηρίζει και πάλι ότι οι εναποθέσεις είχαν επαναρχίσει και προσκόμισε ως παράρτημα μια αεροφωτογραφία από την οποία υποστηρίζει ότι προκύπτει το γεγονός αυτό ( 41 ). Με το υπόμνημά της ανταπαντήσεως, η Ισπανική Κυβέρνηση δεν αναφέρθηκε πλέον στο ζήτημα αυτό. Κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, η Επιτροπή ενέμεινε στους ισχυρισμούς της. Οι εκπρόσωποι της Ισπανικής Κυβερνήσεως απάντησαν ότι οι εναποθέσεις έχουν οριστικώς απαγορευθεί και παύσει από τον Μάρτιο του 1983.
Ενόψει της στάσεως των διαδίκων και των ισχυρισμών που προέβαλαν κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, θεωρώ ότι μπορεί να θεωρηθεί αποδεδειγμένο ότι η εκμετάλλευση του λατομείου και οι εναποθέσεις καταλοίπων άρχισαν πράγματι εκ νέου ή συνεχίστηκαν κατά το μετά το 1989 διάστημα, δηλαδή σε χρονικό διάστημα όχι μόνο μετά την προσχώρηση της Ισπανίας στην Κοινότητα αλλά και μετά την αιτιολογημένη γνώμη της Επιτροπής, της 27ης Ιουνίου 1989 και την ταχθείσα με αυτήν προθεσμία ενός μήνα.
42.
Νομίζω ότι δεν υπάρχει κανένα πρόβλημα για να χαρακτηρισθούν οι εναποθέσεις αυτές, λόγω των άμεσων (τεμαχισμός απορριμμάτων) ή έμμεσων (διάβρωση και ιζηματογένεση) αποτελεσμάτων, ως «ρύπανση» και «φθορά» κατά την ένοια του άρθρου 4, παράγραφος 4, της οδηγίας περί των πτηνών. Εντούτοις, αμφιβάλλω πατά πόσον η Επιτροπή απέδειξε πειστικός ότι οι εναποθέσεις — και αναφέρομαι ειδικά στις εναποθέσεις μετά την προσχώρηση της Ισπανίας — είχαν δυσμενείς ουσιώδεις επιπτώσεις ως προς την ποιότητα των συνθηκών διαβιώσεως των πτηνών, ειδικότερα δε της χουλιαρομύτας, στις Marismas de Santo-ña. Η Επιτροπή περιορίστηκε εν προκειμένω στον ήδη προαναφερθέντα ισχυρισμό ότι άμεση και έμμεση επικάλυψη με ιλύ έχει συνεπεία των εναποθέσεων «καταστρεπτικές συνέπειες» για την πανίδα των ελών. Αυτό πάντως δεν διευκρινίζεται ούτε τεκμηριώνεται περαιτέρω. Ούτε από τα άλλα στοιχεία της δικογραφίας μπορώ να συναγάγω οποιαδήποτε συγκεκριμένη ένδειξη. Επιπλέον, δεν είναι επίσης σαφές ποια είναι η έκταση των πρόσφατων εναποθέσεων, δηλαδή αυτών που πραγματοποιήθηκαν μετά την προσχώρηση της Ισπανίας. Τέλος, από τους προσκομισθέντες ενώπιον του Δικαστηρίου χάρτες προκύπτει ότι το λατομείο και ο τόπος των εναποθέσεων βρίσκονται σε ένα ακραίο σημείο της ελώδους περιοχής που δεν φαίνεται να έχει σημασία για τη χουλιαρομύτα και άλλα πτηνά ούτε ως τόπος αναπαύσεως ούτε ως τόπος ανευρέσεως τροφής. Επομένως, καταλήγω στο συμπέρασμα ότι το αίτημα της Επιτροπής που αναφέρεται στην παράβαση του άρθρου 4, παράγραφος 4, της οδηγίας περί των πτηνών πρέπει να απορριφθεί ως προς το σημείο αυτό λόγω ελλείψεως αποδείξεων.
Τέταρτη αιτίαση: η κατασκευή της νέας οδού Argoños-Santoña
43.
Η τέταρτη αιτίαση αφορά την κατασκευή μιας νέας οδού μεταξύ Santoña και Argoños ( 42 ). Κατά την Επιτροπή, η κατασκευή της οδού αυτής, η οποία διασχίζει την ελώδη περιοχή έχει ως συνέπεια σημαντική μείωση της επιφάνειάς της, προϊούσα αποξήρανση και προοδευτική εξαφάνιση των ειδών πτηνών στην περιοχή αυτή. Η οδός διέρχεται από ένα σημαντικό από ποιοτικής απόψεως μέρος των Marismas de Santoña. Η κατασκευή της οδού συνεπάγεται κατατεμαχισμό, επειδή ένα όχι σημαντικό τμήμα των ελών απομονώνεται, Η απομόνωση αυτή επιφέρει, πάντοτε κατά την Επιτροπή, σοβαρή μεταβολή των οικολογικών χαρακτηριστικών της απομονωμένης περιοχής, επειδή η περιοχή αυτή θα εξελιχθεί στο μέλλον ανεξάρτητα από την απομένουσα περιοχή. Η εξέλιξη αυτή μπορεί να έχει ως συνέπεια απώλεια κατάλληλου για τα πτηνά οικοτόπου, λόγω του ότι εξαφανίζονται οι φυσιολογικές διαδικασίες που εξασφαλίζουν τη διατήρηση των τυπικών αυτών χαρακτηριστικών. Επί βιολογικού επιπέδου, η εξέλιξη αυτή σημαίνει απώλεια περιοχών που χρησιμεύουν ως καταφύγιο, τόπος αναπαύσεως και τόπος αναπαραγωγής, πράγμα που συνεπάγεται αναπόφευκτα μείωση του πληθυσμού των πτηνών που χρησιμοποιούν ανέκαθεν τις περιοχές αυτές.
Καίτοι η Επιτροπή δεν αρνείται την ανάγκη βελτιώσεως της οδικής συνδέσεως από και προς την Santoña, θεωρεί ότι οι ισπανικές αρχές, αντί να κατασκευάσουν τη νέα αυτή οδό διαμέσου των ελών, θα μπορούσαν να βελτιώσουν την υφιστάμενη οδό κατά μήκος των ακτών της Berria η οποία παρακάμπτει τα έλη.
44.
Η Ισπανική Κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι υφίστατο ανάγκη βελτιώσεως των δυνατοτήτων προσβάσεως προς και από την Santo-ña, η οποία είναι ένας δήμος με σταθερό πληθυσμό 30000 κατοίκων και πολύ περισσότερους κατοίκους κατά το καλοκαίρι. Ειδικότερα, ήταν απαραίτητη η κατασκευή μιας ασφαλούς οδού για φορτηγά οχήματα προς την βιομηχανική περιοχή της Santoña για την εξυπηρέτηση των αναγκών της εγκατεστημένης στην περιοχή αυτή βιομηχανίας κονσερβών. Η υφιστάμενη οδός κατά μήκος των ακτών της Bema, η οποία διασχίζει μια ζώνη πυκνής δομήσεως δεν ήταν απολύτως ασφαλής ( 43 ).
Κατά την απόφαση για την κατασκευή της νέας οδού, οι αρμόδιες αρχές, όπως ισχυρίζεται επιπλέον η Ισπανική Κυβέρνηση, εξέτασαν εμπεριστατωμένως τις ενδεχόμενες εναλλακτικές λύσεις. Η νέα οδός προκρίθηκε λόγω της οδικής ασφάλειας, της εξοικονομήσεως χρόνου και της καλής προσβάσεως σε βιομηχανική περιοχή. Η εναλλακτική λύση έργων αναμορφώσεως της οδού κατά μήκος της Berna απορρίφθηκε λόγω ελλείψεως διαθέσιμου χώρου, πράγμα που θα συνεπήγετο την κατεδάφιση πολλών κτισμάτων.
Επιπλέον, η Ισπανία, κατά την κατασκευή της νέας οδού, ισχυρίζεται ότι έλαβε πλήρως υπόψη τις οικολογικές παραμέτρους. Το αρχικό σχέδιο της οδού επανεξετάστηκε προκειμένου, ανεξάρτητα από άλλες βελτιώσεις, να κατασκευαστούν ανοίγματα και γεφυρώσεις στα αναχώματα για τη δίοδο υδάτων προς την χωριζόμενη από την οδό ελώδη περιοχή. Το αποτέλεσμα θα είναι ότι σε κάθε παλιρροϊκό ρεύμα η μετακινούμενη ποσότητα ύδατος θα μπορεί να εισρέει χωρίς εμπόδια και η κατασκευή της οδού δεν μπορεί να εκμηδενίσει τον βιότοπο στο αποκοπτόμενο από την οδό ελώδες τμήμα. Το ελώδες αυτό τμήμα έχει εξάλλου επιφάνεια μόνον περίπου 185 εκταρίων, δηλαδή μόλις 0,5 % της συνολικής επιφάνειας των εκβολών.
45.
Οι αμυντικοί ισχυρισμοί της Ισπανικής Κυβερνήσεως δεν με πείθουν. Η κατασκευή της νέας οδού, η οποία, όπως προκύπτει από τους χάρτες και τις φωτογραφίες που προσκομίστηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, διασχίζει πράγματι το έλος, πρέπει χωρίς αμφιβολία να θεωρηθεί ότι συνιστά «φθορά» κατά την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 4, της οδηγίας περί των πτηνών. Η φθορά συνίσταται στον κατατεμαχισμό και την απομόνωση που περιγράφει η Επιτροπή και στην απώλεια ενός τμήματος της επιφάνειας των ελών. Η απώλεια αυτή δεν αφορά μόνο την κατά κυριολεξία επιφάνεια που καταλαμβάνεται από την ίδια την οδό αλλά και την περιοχή που απομονώνεται λόγω της οδού. Κατά την ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασία προέκυψε πράγματι ότι παράλληλα με την κατασκευή της οδού και μετά από αυτήν ελήφθησαν άλλα μέτρα (επιχωματώσεις και έργα κατασκευής) που σημαίνουν απώλεια ενός τμήματος των ελών που βρίσκονται μεταξύ της νέας και της παλαιάς οδού. Ότι αυτό πράγματι συνέβη προκύπτει εξάλλου από τον νόμο του 1992 ο οποίος προστατεύει οριστικώς τις Marismas de Santoña ως εθνικό δρυμό ( 44 ): το επιχωματωμένο τμήμα μεταξύ της νέας και της παλαιάς οδού δεν περιλαμβάνεται πλέον στην προστατευόμενη περιοχή, ενώ αποτελούσε πράγματι τμήμα της περιοχής που ενέπιπτε στην απαγόρευση θήρας το 1987. Επιπλέον, νομίζω ότι μπορεί να μπορεί να θεωρηθεί ότι η οδός συνιστά επίσης «διατάραξη» των πτηνών κατά την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 4, λόγω της κυκλοφορίας επί της οδού, καθώς επίσης και, ενδεχομένως, λόγω περιπατητών οι οποίοι μέσω της χρησιμοποιήσεως της οδού θα μπορούσαν να εισέλθουν στα έλη.
Κατά τη γνώμη μου, μπορεί επίσης να θεωρηθεί ότι η εν λόγω φθορά και διατάραξη έχουν σημαντικές επιπτώσεις επί της ποιότητας των συνθηκών διαβιώσεως των πτηνών, ειδικότερα της χουλιαρομύτας, στις Marismas de Santoña. Το αντίθετο επιχείρημα της Ισπανίας, ότι δηλαδή το τμήμα των ελών που διασχίζει η νέα οδός έχει μικρότερη σημασία για την χουλιαρομύτα και τα άλλα πτηνά μεγάλης ορνιθολογικής σημασίας, επειδή τα πτηνά αυτά τρομάζουν εύκολα και επομένως δεν παραμένουν στα τμήματα των ελών που γειτνιάζουν σε κατοικημένες ζώνες, το θεωρώ τουλάχιστον διφορούμενο. Το γεγονός ότι η χουλιαρομυτα και άλλα πτηνά φοβούνται τον άνθρωπο νομίζω ότι αποτελεί μάλλον έναν παράγοντα που καθιστά σαφές ότι η κατασκευή μιας οδού που επιτρέπει σε μεγαλύτερο από πριν βάθος την πρόσβαση ανθρώπων και την κυκλοφορία εντός της ελώδους περιοχής αποτελεί σοβαρή διατάραξη των πτηνών και φθορά του οικοτόπου τους. Εξάλλου, αν γινόταν δεκτή η επιχειρηματολογία της Ισπανικής Κυβερνήσεως, θα μπορούσε η προστατευμένη περιοχή να μειώνεται διαδοχικά με βάση κάθε φορά το επιχείρημα ότι οι ζώνες που βρίσκονται στα όρια της περιοχής χρησιμοποιούνται λιγότερο από τα πτηνά, μέχρις ότου τελικά δεν απομείνει κανένας χώρος γι' αυτά.
46.
Τέλος, τίθεται το ζήτημα αν η κατασκευή της νέας οδού, αν θεωρηθεί ότι αποτελεί φθορά και διατάραξη με σημαντικές επιπτώσεις, μπορεί να δικαιολογηθεί για λόγους που αφορούν το γενικό συμφέρον το οποίο υπερτερεί του επιδιωκόμενου με την οδηγία συμφέροντος της προστασίας του περιβάλλοντος και το οποίο δεν αφορά τις κατά το άρθρο 2 της οδηγίας περί των πτηνών δικονομικές και ψυχαγωγικές απαιτήσεις. Κατά τη γνώμη μου, αυτό δεν συμβαίνει.
Στο μέτρο που η κατασκευή της νέας οδού έχει ως σκοπό την προώθηση του τουρισμού στην περιοχή και των βιομηχανικών δραστηριοτήτων στη βιομηχανική περιοχή της Santoña, πρόκειται για τις κατά το άρθρο 2 της οδηγίας οικονομικές και ψυχαγωγικές απαιτήσεις οι οποίες δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη προκειμένου να δικαιολογηθεί παράβαση του άρθρου 4, παράγραφος 4. Κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, το άρθρο 2 δεν αποτελεί πράγματι αυτοτελή εξαίρεση από το σύστημα προστασίας που θεσπίζεται με την οδηγία ( 45 ). Το πλεονέκτημα που επιτυγχάνεται, δηλαδή κέρδος χρόνου 12 λεπτών για την κυκλοφορία δεν μπορεί εξάλλου να αντισταθμίσει το προστατευόμενο οικολογικό συμφέρον. Έτσι, απομένει μόνο η δικαιολογία που αφορά την οδική ασφάλεια. Ένας λόγος για την κατασκευή της νέας οδού ήταν πράγματι η έλλειψη ασφαλείας στην υφιστάμενη οδό μέσω της οικοδομημένης ζώνης της Berria. Το πρόβλημα αυτό ασφαλείας θα μπορούσε παρά ταύτα να αντιμετωπισθεί κάλλιστα με την προσαρμογή της υφισταμένης οδού ή την αναμόρφωση της κατά μήκος της οικοδομημένης ζώνης της Berria. Ο τελικός λόγος για τον οποίο απορρίφθηκε η επιλογή αυτή ήταν το γεγονός ότι θα έπρεπε τότε να κατεδαφιστούν πολλά κτίσματα ( 46 ). Στο μέτρο που δεν πρόκειται εδώ για οικονομικές ανάγκες οι οποίες, όπως ελέγχθη δεν μπορούν να αποτελέσουν αυτοτελή λόγο εξαιρέσεως, δεν πρόκειται ασφαλώς για συμφέρον υπέρτερο του συμφέροντος της προστασίας του περιβάλλοντος που επιδιώκεται με την οδηγία περί των πτηνών. Επομένως, καταλήγω στο συμπέρασμα ότι το αίτημα της Επιτροπής είναι ως προς το σημείο αυτό βάσιμο.
47.
Η Επιτροπή, με το υπόμνημα απαντήσεώς της, διατυπώνει τις αντιρρήσεις της και ως προς ένα άλλο γεγονός που αφορά την κατασκευή του αυτοκινητοδρόμου αυτού στην Κανταβρία κοντά στο Colindres. Είναι σαφές ότι το Δικαστήριο δεν μπορεί να αποφανθεί εν προκειμένω, δεδομένου ότι το σημείο αυτό δεν αποτέλεσε αντικείμενο της προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασίας, επιπλέον δε ούτε καν αναφέρεται από την Επιτροπή στο εισαγωγικό της δίκης δικόγραφό της ( 47 ).
Πέμπτη αιτίαση: τα σχέδια υδατοκαλλιέργειας
48.
Η πέμπτη αιτίαση αφορά χορήγηση άδειας σε μία ένωση αλιέων της Santoña για την καλλιέργεια αχιβάδων σε ένα τμήμα των ελών, καθώς και τον προγραμματισμό άλλων σχεδίων υδατοκαλλιέργειας εντός των ελών. Η Επιτροπή φρονεί ότι τα προγράμματα αυτά δεν συμβιβάζονται με την οδηγία για διάφορους λόγους. Η δημιουργία δομών υδατοκαλλιέργειας δεν συνεπάγεται μόνον αλλαγές που έχουν ως συνέπεια μεταβολές των διαδικασιών υδροδυναμικής και ιζηματογενέσεως αλλά καταστρέφει επίσης και την υφιστάμενη δομή του εδάφους, με αποτέλεσμα την εξαφάνιση της πανίδας στους οικείους τόπους. Οι εκμεταλλεύσεις θαλασσίων ειδών συνεπάγονται σημαντική μεταβολή της πανίδας ασπονδύλων, επειδή προκαλούν την εξαφάνιση σωληνωτών σκω-λήκων με τα οποία τρέφονται ορισμένα από τα αναφερόμενα στο παράρτημα Ι της οδηγίας πτηνά με μακρύ ράμφος μεταξύ των οποίων η χουλιαρομύτα. Επιπλέον οι εγκαταστάσεις είναι εφοδιασμένες με δοκούς και δίχτυα που βρίσκονται κατά το ήμισυ κάτω από το νερό και που, πάντοτε κατά την Επιτροπή, εμποδίζουν τις χουλιαρομύτες να μετατοπίζονται ελεύθερα ανάλογα με την κίνηση της παλίρροιας. Η κατασκευή των εγκαταστάσεων εμποδίζει επίσης τον σχηματισμό κατά την άμπωτη μικρών λιμνών ύδατος όπου οι χουλιαρομύτες αναζητούν την τροφή τους.
Επομένως, ανεξαρτήτως του γεγονότος ότι η εφαρμογή των σχεδίων υδατοκαλλιέργειας συνεπάγεται μείωση της επιφάνειας της ελώδους περιοχής που χρησιμεύει ως βιότοπος των υδροβίων πτηνών, τα προγράμματα αυτά μπορούν, κατά την Επιτροπή, να καταστρέψουν τη δομή του εδάφους των ελών, να εμποδίσουν σ' αυτό την επενέργεια της παλίρροιας και την ύπαρξη κανονικών συνθηκών ως προς την περιεκτικότητα σε αλάτι και την εξαφάνιση της πανίδας με την οποία τρέφονται τα πτηνά.
49.
Η Ισπανική Κυβέρνηση απαντά συναφώς ότι η υδατοκαλλιέργεια στις Marismas de Santoña ενθαρρύνεται από αρκετά έτη για την αντιμετώπιση των κοινωνικών και οικονομικών προβλημάτων που οφείλονται στη σχετική καθυστέρηση του βιομηχανικού και αλιευτικού τομέα. Από τα πολυάριθμα υποβληθέντα σχέδια εγκρίθηκαν μόνο αυτά που συνάδουν πλήρως προς τη διαφύλαξη της οικολογικής ποιότητας και συγχρόνως έχουν μεγάλη σημασία από κοινωνικής απόψεως, επειδή η ζήτηση προέρχεται από συνεταιρισμούς ή ακόμη και από οργανισμούς δημοσίου δικαίου. Εν πάση περιπτώσει, ουδέποτε αποτέλεσαν πράγματι αντικείμενο εκμεταλλεύσεως περισσότερες από δύο παραχωρήσεις, οι οποίες καλύπτουν μόνο 3,3 % της συνολικής επιφάνειας του έλους. Πρόκειται για ένα σχέδιο μιας ενώσεως αλιέων της Santoña το οποίο εξάλλου συγχρηματοδοτήθηκε από κοινοτικούς πόρους καθώς και για ένα δεύτερο σχέδιο κοντά στη Barcena de Cicero. Κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, ο εκπρόσωπος της Ισπανίας ανέφερε ότι η εφαρμογή του πρώτου από τα σχέδια έχει στο μεταξύ σταματήσει, προφανώς επειδή δεν ήταν αποδοτικό.
50.
Θεωρώ αναντίρρητο ότι τέτοιου είδους σχέδια υδατοκαλλιέργειας εντός των ελών λόγω των εκτιθέμενων από την Επιτροπή αποτελεσμάτων τους (ανωτέρω, σημείο 48) — πράγμα που, εξάλλου, ουδόλως αντικρούστηκε από την Ισπανική Κυβέρνηση — πρέπει κατ' αρχήν να θεωρηθούν ως παράγων φθοράς των οικοτόπων και διαταράξεως των πτηνών πατά την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 4, της οδηγίας περί των πτηνών. Νομίζω επίσης ότι η Επιτροπή απέδειξε πλήρως ότι η εν λόγω φθορά και διατάραξη μπορούν να έχουν σημαντικές αρνητικές συνέπειες για την ποιότητα των συνθηκών διαβιώσεως των πτηνών, ειδικότερα δε της χουλιαρομύτας στις Marismas de Santoña. Ο μόνος αμυντικός ισχυρισμός που προέβαλε η Ισπανική Κυβέρνηση ως προς το σημείο αυτό συνίσταται στην αναφορά της στην περιορισμένη έκταση των πράγματι εφαρμοσθέντων σχεδίων.
Είναι σαφές ότι σχέδια τα οποία ουδέποτε εκτελέστηκαν, ειδικότερα δε απορριφθείσες αιτήσεις χορηγήσεως άδειας, δεν μπορούν να αποτελέσουν έρεισμα για τη διατύπωση μομφής κατά της Ισπανίας. Εντούτοις, διαφορετική είναι η κατάσταση ως προς τα δύο σχέδια τα οποία πράγματι εκτελέστηκαν και των οποίων η επιφάνεια (3,3 % της συνολικής εκτάσεως των ελών) κάθε άλλο, κατά τη γνώμη μου, παρά αμελητέα είναι, πολλώ μάλλον καθόσον βρίσκονται στο κέντρο της ελώδους περιοχής. Αυτό, εξάλλου, αποτελεί ουσιώδη διαφορά με τα εξετασθέντα ανωτέρω έργα επιχωματώσεως στο Escalante, τα οποία κατά την Ισπανία — η οποία εν προκειμένω δεν αντικρούστηκε από την Επιτροπή — αφορούν μόνον 0,005 % της συνολικής εκτάσεως των ελών και βρίσκονται σε ένα ακραίο σημείο των ελών με ελάχιστη σημασία για τα προστατευόμενα πτηνά (βλ. ανωτέρω σημείο 38). Παρόλο που ένα από τα δύο αυτά σχέδια υδατοκαλλιέργειας έχει έκτοτε εγκαταλειφθεί, εξακολουθεί να αποτελεί πρόβλημα, επειδή, όπως προκύπτει από τις φωτογραφίες που προσκομίστηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, το φράγμα και οι φράκτες που κατασκευάσθηκαν για το σχέδιο αυτό εξακολουθούν να βρίσκονται στο μέσον των ελών και, επομένως, εξακολουθούν να υφίστανται τα δυσμενή αποτελέσματα του σχεδίου αυτού για το περιβάλλον (βλ. ανωτέρω, σημείο 27).
Ως προς τα δύο αυτά σχέδια δεν μπορεί, εξάλλου, να γίνει δεκτή ούτε η αναφερόμενη σε κοινωνικοοικονομικούς σκοπούς δικαιολογία που προβάλλει η Ισπανική Κυβέρνηση. Όπως υπενθυμίστηκε ανωτέρω (σημείο 25), οι οικονομικές απαιτήσεις κατά την έννοια του άρθρου 2 της οδηγίας, σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου, δεν μπορούν να αποτελούν αυτοτελή εξαίρεση από το σύστημα προστασίας που θεσπίζεται βάσει του άρθρου 4 της οδηγίας περί των πτηνών. Διαφορετική μπορεί να είναι η κατάσταση μόνο αν τα μέτρα που υπαγορεύθηκαν από τις απαιτήσεις αυτές συνοδεύονται με αντισταθμίσεις και εγγυήσεις οικολογικού χαρακτήρα ( 48 ). Η Ισπανία, εντούτοις, δεν απέδειξε ότι υφίστανται τέτοιου είδους αντισταθμίσεις ή εγγυήσεις. Επομένως, καταλήγω στο συμπέρασμα ότι το αίτημα της Επιτροπής ως προς το σημείο αυτό πρέπει να γίνει δεκτό.
Έκτη αιτίαση: η εναπόθεση απορριμμάτων και η έκχυση αποβλήτων υδάτων
51.
Το έκτο και τελευταίο επίμαχο γεγονός αφορά την εναπόθεση απορριμμάτων και την έκχυση μη καθαρισμένων αποβλήτων υδάτων στις Marismas de Santoña από τους δήμους Santoña, Bάrcena de Cicero, Laredo, Colindres, Escalante παι Argoños.
Όσον αφορά την εναπόθεση απορριμμάτων, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η εναπόθεση
αυτή έχει αρνητικές επιπτώσεις στα ρεύματα που δημιουργούνται από την αλληλεπίδραση της παλίρροιας με τα ποτάμια ύδατα. Η κίνηση αυτών των ρευμάτων εξαρτάται από μια σειρά φυσικών παραμέτρων όπως τη θερμοκρασία, την περιεκτικότητα σε άλας, την έκλυση οξυγόνου και τον φωτισμό του ύδατος που από κοινού καθορίζουν τα φυσικά και χημικά χαρακτηριστικά του βιοτόπου. Όταν τα ρεύματα εμποδίζονται, μεταβάλλονται συνεπεία του γεγονότος αυτού οι τιμές των φυσικών και χημικών παραμέτρων του νερού με συνέπειες για τη δομή και τη σύνθεση των πλαγκτονικών και βενθονικών κοινωνιών.
Όσον αφορά την έκχυση μη καθαρισμένων αποβλήτων υδάτων, η Επιτροπή τονίζει τις βλαπτικές συνέπειές τους λόγω της παρουσίας δηλητηριωδών και επικινδύνων ουσιών στα απόβλητα, πράγμα που έχει σημαντικά αρνητικές συνέπειες στις οικολογικές συνθήκες των Marismas de Santoña. Οι ζωικές και φυτικές κοινωνίες του πρώτου επιπέδου παραγωγής και τροφής είναι αυτές που υφίστανται πρώτες τις συνέπειες αυτής της ρυπάνσεως. Οι αρνητικές συνέπειες για τα πτηνά που κατοικούν στα έλη γίνονται αντιληπτές σε όλη τους την έκταση αμέσως μόλις ολοκληρωθεί η αλλοίωση του πλα-γκτόν των φυκιών και των ασπόνδυλων που είναι αναγκαία για την ύπαρξη τους.
52.
Ο αμυντικός ισχυρισμός της Ισπανίας στηρίζεται στα ακόλουθα επιχειρήματα. Όσον αφορά τα στερεά απορρίμματα, η Ισπανική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι το πρόβλημα αυτό, του οποίου δεν αγνοεί τη σημασία που είχε στο παρελθόν, βρήκε τη λύση του με τα μέτρα που ελήφθησαν στο πλαίσιο του προγράμματος κατεργασίας των στερεών αστικών απορριμμάτων στην περιοχή του κόλπου της Santoña. Το 1988, τα απορρίμματα 37 δήμων της περιοχής αυτής υπέστησαν επεξεργασία στον χώρο ελεγχομένης εναποθέσεως στερεών αστικών απορριμμάτων του Merυelo. Η Ισπανική Κυβέρνηση δεν αγνοεί ότι το 1990 είχαν πραγματοποιηθεί μεμονωμένες εναποθέσεις, όπως κατέδειξε η Επιτροπή με τις φωτογραφίες που προσκομίστηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου. Οι εναποθέσεις αυτές, πάντως, είχαν ως αποτέλεσμα την κίνηση διαδικασιών επιβολής κυρώσεων και την υποχρέωση παύσεώς τους με αποφάσεις των αρχών της περιφέρειας ακτών της Cantabria. Όπως φαίνεται, δεν πραγματοποιήθηκαν έκτοτε νέες εναποθέσεις.
Κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, ο εκπρόσωπος της Ισπανικής Κυβερνήσεως επιβεβαίωσε εξάλλου, χωρίς να αντικρου-σθεί εν προκειμένω από την Επιτροπή, ότι όλοι οι δήμοι τους οποίους αφορούσαν οι προηγούμενες αιτιάσεις της Επιτροπής μεταφέρουν ήδη τα στερεά τους απορρίμματα στον ελεγχόμενο τόπο εναποθέσεως του Meruelo. Υπό το φως όλων αυτών των στοιχείων, νομίζω ότι είναι σαφές ότι δεν υπάρχει κανένας λόγος για να γίνει δεκτό ότι η Ισπανία δεν εκπλήρωσε εν προκειμένω τις υποχρεώσεις της. Οι ισπανικές αρχές έχουν πράγματι λάβει από το 1988, επομένως, ήδη πριν από την αιτιολογημένη γνώμη της Επιτροπής, τα αναγκαία μέτρα προκειμένου να παύσουν οι εναποθέσεις απορριμμάτων που αποτελούν το αντικείμενο της διαδικασίας. Βεβαίως, το 1990 πραγματοποιήθηκαν ακόμη μερικές παράνομες εναποθέσεις, αλλά αυτό, κατά τη γνώμη μου, δεν μπορεί να προσαφθεί στην Ισπανία. Πράγματι, οι αρμόδιες αρχές κίνησαν ως προς τις εναποθέσεις αυτές διαδικασίες επιβολής κυρώσεων και διέταξαν την παύση τους με αποφάσεις, των οποίων η σοβαρότητα και η αποτελεσματικότητα δεν μπορεί, ούτε από την Επιτροπή, να μην αναγνωρισθεί. Κατά συνέπεια, καταλήγω στο συμπέρασμα ότι τα επίμαχα γεγονότα δεν συνεχίστηκαν μετά την αιτιολογημένη γνώμη της Επιτροπής και της ταχθείσας με αυτήν προθεσμίας ( 49 ) και, επομένως, ότι η διαδικασία λόγω παραβάσεως έχει καταστεί ως προς το σημείο αυτό άνευ αντικειμένου.
53.
Όσον αφορά την έκχυση αποβλήτων υδάτων, η Ισπανική Κυβέρνηση δεν αρνείται ότι τα απόβλητα υδάτων από τους δήμους Santoña, Cicero, Laredo, Colindres, Escalante και Argoños εκχύθηκαν στα έλη χωρίς να έχουν καθαριστεί. Η άμυνα της στηρίζεται πάντως σε δυο επιχειρήματα. Πρώτον, η εν λόγω Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι η Επιτροπή δεν απέδειξε ότι υφίσταται παράβαση οποιουδήποτε κανόνα κοινοτικού δικαίου σχετικά με την ποιότητα του ύδατος και ότι καμία συγκεκριμένη διάταξη δεν υποχρεώνει τους δήμους να μεριμνούν για την ύπαρξη εγκαταστάσεων καθαρισμού. Δεύτερον, η Ισπανική Κυβέρνηση διευκρινίζει ότι κατόπιν πρωτοβουλίας της Comunidad de Cantabria, υποβλήθηκε στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα ένα πρόγραμμα για τον πλήρη καθαρισμό της κοίτης του Saya και του Besaya, του κόλπου του Santander και της κοίτης του ποταμού Ásón και των Marismas de Santoña. Το πλήρες πρόγραμμα ανέρχεται σε 27 δισεκατομμύρια πεσέτες (PTA). Από την Κοινότητα πάντως θα χορηγηθεί χρηματοδότηση μόνον 1,8 δισεκατομμυρίων PTA, οι δε αρχές της Cantabria έχουν αποφασίσει να δώσουν προτεραιότητα στον καθαρισμό της κοίτης του Saya και του Besaya, δηλαδή μιας βιομηχανικής ζώνης με οπισθοδρομούσα οικονομική δραστηριότητα (στόχος II του Ευρωπαϊκού Ταμείου Περιφερειακής Αναπτύξεως).
54.
Τα δύο αυτά επιχειρήματα δεν με πείθουν. Το ότι η έκχυση αποβλήτων υδάτων δεν συνιστούν παράβαση των κοινοτικών κανόνων περί ποιότητας του ύδατος — η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι αυτό πράγματι συμβαίνει ( 50 ) — δεν αποτελεί επαρκή απόδειξη ως προς το ότι η έκχυση μη καθαρισμένων αποβλήτων υδάτων από αστικές και βιομηχανικές περιοχές (έστω και αν δεν περιέχουν επικίνδυνες ουσίες κατά την έννοια των σχετικών κοινοτικών κανόνων) δεν μπορεί να θεωρηθεί ως «ρύπανση οικοτό-πων» κατά την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 4, της οδηγίας περί των πτηνών και ότι η έκχυση αυτή δεν έχει σημαντικές αρνητικές επιπτώσεις επί της ποιότητας των συνθηκών διαβιώσεως των πτηνών, ειδικότερα δε της χουλιαρομύτας ( 51 ). Δεν είναι επίσης αναγκαίο να αναφερθεί οποιαδήποτε διάταξη που ορίζει ρητώς ότι οι δήμοι οφείλουν να μεριμνούν για την ύπαρξη εγκαταστάσεων καθαρισμού.
Απομένει έτσι μόνο το ζήτημα αν η Ισπανία, όπως ισχυρίζεται η Ισπανική Κυβέρνηση, έχει λάβει «κατάλληλα μέτρα» κατά την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 4, με την κατάρτιση προγράμματος καθαρισμού και την υποβολή του προς χρηματοδότηση στην Κοινότητα. Έχω τη γνώμη ότι αυτό δεν συμβαίνει. Το άρθρο 4, παράγραφος 4, της οδηγίας περί των πτηνών επιβάλλει ρητώς σε κάθε κράτος μέλος την υποχρέωση να λάβει τα προβλεπόμενα στη διάταξη αυτή μέτρα σε σχέση με τις ζώνες ειδικής προστασίας ή τις περιοχές που πρέπει να καταταγούν σε ζώνες ειδικής προστασίας (βλ. ανωτέρω σημείο 22). Το γεγονός ότι η Κοινότητα, στο πλαίσιο των διαφόρων προγραμμάτων και πρωτοβουλιών της, υπόσχεται ή αρνείται εν προκειμένω την χρηματοδότηση ουδόλως επιδρά επί των υποχρεώσεων που υπέχει κάθε κράτος μέλος. Η Ισπανία, λαμβάνοντας (ή επιθυμώντας να λάβει) μόνον μέτρα τα οποία χρηματοδοτούνται από την Κοινότητα — πράγμα που, όπως συνάγω από τους αμυντικούς ισχυρισμούς της Ισπανικής Κυβερνήσεως, αποτελεί εν προκειμένω την πολιτική της Ισπανίας — παρέβη τις υποχρεώσεις της που υπέχει από την οδηγία περί των πτηνών. Επομένως, καταλήγω στο συμπέρασμα ότι το αίτημα της Επιτροπής πρέπει ως προς το σημείο αυτό να γίνει δεκτό.
Η προβαλλόμενη παράβαση του άρθρου 3 της οδηγίας περί των πτηνών
55.
Η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο να αναγνωρίσει ότι η Ισπανία συνεπεία των ήδη εξετασθέντων επίμαχων περιστατικών παρέβη όχι μόνον το άρθρο 4, παράγραφος 4, αλλά συγχρόνως και το άρθρο 3 της οδηγίας περί των πτηνών. Το άρθρο 3, παράγραφος 2 (βλ. το κείμενο της διατάξεως αυτής ανωτέρω, στο σημείο 2), υποχρεώνει τα κράτη μέλη να λάβουν μέτρα για «τη διαφύλαξη, τη συντήρηση και την αποκατά-ταση των βιοτόπων και των οικοτόπων», μεταξύ άλλων, κατά τα στοιχεία β' και γ' της διατάξεως αυτής, για τη συντήρηση και διευθέτηση σύμφωνα με τις οικολογικές απαιτήσεις των οικοτόπων και την «αποκατάσταση των κατεστραμμένων βιοτόπων». Η Επιτροπή στηρίζεται εν προκειμένω στις διατυπωθείσες σχετικά με το άρθρο 4, παράγραφος 4 και ήδη εξετασθείσες αντιρρήσεις της αναφορικά με τις βιομηχανικές περιοχές του Laredo και του Colindres, τα έργα επιχωματώσεως του Escalante, τις διαταράξεις που προέρχονται από το λατομείο του Montehano, την κατασκευή της νέας οδού Argoños-Santoña, τα σχέδια υδατοκαλλιέργειας και τη διατάραξη από τα απορρίμματα και την έκχυση αποβλήτων υδάτων.
56.
Οι αμυντικοί ισχυρισμοί της Ισπανικής Κυβερνήσεως στηρίζονται τόσο σε νομικά όσο και σε πραγματικά επιχειρήματα. Τα πραγματικά επιχειρήματα είναι τα ίδια με αυτά που ήδη εξετάσθηκαν σε συνάρτηση με το άρθρο 4, παράγραφος 4. Τα νομικά επιχειρήματα που θα εξετασθούν κατωτέρω αφορούν ειδικά το άρθρο 3 της οδηγίας περί των πτηνών.
Πρώτον, η Ισπανική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι η Επιτροπή πλανάται όσον αφορά το είδος της απαριθμήσεως που περιέχεται στο άρθρο 3, παράγραφος 2. Προσάπτοντας στην Ισπανία ότι δεν έλαβε τα κατά τα ανωτέρω μέτρα που απαριθμούνται στα στοιχεία β και γ' της διατάξεως αυτής, η Επιτροπή εκλαμβάνει την απαρίθμηση αυτή ως ένα κατάλογο αυτοτελών υποχρεώσεων των κρατών μελών. Η Ισπανική Κυβέρνηση, αντιθέτως, θεωρεί ότι η απαρίθμηση αυτή είναι απλώς ενδεικτική για τη λήψη ενδεχομένων μέτρων στην οποία τα κράτη μέλη υποχρεούνται μόνον καθόσον αυτό είναι αναγκαίο για τη διασφάλιση του αποτελέσματος που επιδιώκεται με την οδηγία περί των πτηνών και αναφέρεται στο άρθρο 1, παράγραφος 1, της οδηγίας αυτής, δηλαδή τη διατήρηση όλων των ειδών πτηνών που ζουν εκ φύσεως σε άγρια κατάσταση.
Δεύτερον — και κατ' ακολουθία του πρώτου επιχειρήματος — η Ισπανική Κυβέρνηση θεωρεί ότι η Επιτροπή, για να είναι δυνατό να συναχθεί παράβαση του άρθρου 3 δεν μπορεί να αρκείται στην αναφορά ενός θεωρητικού αποτελέσματος που θα μπορούσε να προκύψει από τα επίμαχα γεγονότα. Αντιθέτως, ενόψει του σκοπού της οδηγίας ο οποίος, όπως προε-κτέθηκε, συνίσταται στη διατήρηση των πτηνών που ζουν εκ φύσεως σε άγρια κατάσταση και δεν συνίσταται στην καθεαυτή προστασία βιοτόπων και οικοτόπων — πράγμα που αποτελεί απλώς μέσο για την επίτευξη του προαναφερθέντος σκοπού —, η Επιτροπή φέρει τριπλό βάρος αποδείξεως. Η Επιτροπή θα πρέπει να αποδείξει ότι τα επίμαχα μέτρα και οι επίμαχες πράξεις είναι τόσο σημαντικές ώστε να είναι δυνατό να έχουν αρνητικές συνέπειες για τον οικότοπο των πτηνών που ζουν εκ φύσεως σε άγρια κατάσταση. Περαιτέρω, θα πρέπει να αποδειχθεί ότι ο εν λόγω οικότοπος έχει ουσιώδη σημασία για την επιβίωση των εν λόγω πτηνών. Τέλος, θα πρέπει να αποδειχθεί ότι τα αποτελέσματα από τα επίμαχα μέτρα και τις επίμαχες πράξεις επί των οικοτόπων είχαν πράγματι ως αποτέλεσμα σημαντική μείωση της παρουσίας των προστατευομένων πτηνών.
Το τρίτο επιχείρημα της Ισπανικής Κυβερνήσεως αφορά τη σχέση που υφίσταται μεταξύ του άρθρου 3 και του άρθρου 4 της οδηγίας. Τα άρθρα αυτά αλληλοαναιρούνται και, επομένως, η Επιτροπή δεν μπορεί να προβάλει συγχρόνως την παράβαση και των δύο.
57.
Αρχίζω με το τελευταίο επιχείρημα το οποίο κατά τη γνώμη μου δεν είναι ορθό. Στο κείμενο των άρθρων 3 και 4 δεν υφίσταται καμία ένδειξη ότι οι διατάξεις αυτές αφορούν ασυμβίβαστες μεταξύ τους περιπτώσεις ή ότι αλληλοαναιρούνται. Αντιθέτως — όπως προκύπτει από την ένατη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας — νομίζω ότι το άρθρο 3 προβλέπει υποχρεώσεις που ισχύουν για όλα τα πτηνά που ζουν εκ φύσεως σε άγρια κατάσταση, ενώ το άρθρο 4 προσθέτει ειδικές υποχρεώσεις ως προς τα πτηνά που αναφέρονται στο παράρτημα Ι και για τα αποδημητικά πτηνά που δεν αναφέρονται στο παράρτημα. Από το γεγονός ότι για τις δύο αυτές κατηγορίες πτηνών θεσπίστηκαν συμπληρωματικοί κανόνες ουδόλως προκύπτει ότι οι γενικότερες διατάξεις δεν εφαρμόζονται συνεπεία του λόγου αυτού.
58.
Μπορώ να δείξω μεγαλύτερη κατανόηση ως προς τα δύο άλλα επιχειρήματα της Ισπανικής Κυβερνήσεως. Τα επιχειρήματα αυτά σημαίνουν κατ' ουσίαν ότι η Επιτροπή, όταν προσάπτει σε κράτος μέλος ότι παρέβη το άρθρο 3 της οδηγίας περί των πτηνών, δεν μπορεί να αρκείται στην απόδειξη ότι το κράτος μέλος παρέλειψε να θεσπίσει ένα ή περισσότερα από τα απαριθμούμενα στην παράγραφο 2 του άρθρου αυτού μέτρα. Αντιθέτως, πρέπει να αποδείξει ότι το κράτος μέλος δεν έλαβε τα αναγκαία μέτρα για τη διατήρηση των ειδών πτηνών που ζουν εκ φύσεως σε άγρια κατάσταση.
Κατά τη γνώμη μου, είναι ορθό το ότι τα απαριθμούμενα στα άρθρα 3, παράγραφος 2, συγκεκριμένα μέτρα πρέπει να ερμηνεύονται υπό το φως του άρθρου 3, παράγραφος 1 της οδηγίας, κατά το οποίο τα κράτη μέλη λαμβάνουν όλα τα αναγκαία μέτρα με σκοπό «να διαφυλαχθεί, διατηρηθεί ή αποκατασταθεί (...) μία επαρκής ποικιλία και επιφάνεια οικοτόπων» για όλα τα είδη πτηνών που ζουν εκ φύσεως σε άγρια κατάσταση (βλ. το πλήρες κείμενο ανωτέρω στο σημείο 2). Στη διάταξη αυτή δεν αναφέρεται εντούτοις τι νοείται με τις λέξεις «επαρκής», ποικιλία και επιφάνεια οικοτόπων. Εντούτοις, είναι αυτονόητο ότι οι λέξεις αυτές αναφέρονται στον πρωταρχικό σκοπό που διατυπώνεται στο άρθρο 1 της οδηγίας, δηλαδή «επαρκής» για τη διατήρηση όλων των ειδών πτηνών που ζουν εκ φύσεως σε άγρια κατάσταση, ή πιο συγκεκριμένα, κατά το άρθρο 2 της οδηγίας, «επαρκής» προκειμένου ο πληθυσμός των ειδών αυτών «να διατηρηθεί ή να προσαρμοστεί σ' ένα επίπεδο που να ανταποκρίνεται ιδιαίτερα στις οικολογικές, επιστημονικές και μορφωτικές απαιτήσεις, λαμβάνοντας, ωστόσο, υπόψη τις οικονομικές και ψυχαγωγικές απαιτήσεις».
Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι η απαρίθμηση των μέτρων που αναφέρονται στην παράγραφο 2 του άρθρου 3 της οδηγίας, όπως ορθώς ισχυρίζεται η Ισπανική Κυβέρνηση, δεν συνιστά κατάλογο αυτοτελών υποχρεώσεων, αλλά υποδηλώνει τα μέτρα που τα κράτη μέλη πρέπει «προ πάντων» (δηλαδή «κατά προτίμηση») να χρησιμοποιήσουν για να διαφυλαχθεί επαρκής ποικιλία και επιφάνεια οικοτόπων, δηλαδή εφόσον αυτό είναι αναγκαίο για τη διατήρηση των ειδών πτηνών που ζουν εκ φύσεως σε άγρια κατάσταση, λαμβανομένων υπόψη των απαιτήσεων που αναφέρονται στο άρθρο 2 της οδηγίας.
Εντούτοις, δεν θέλω να προχωρήσω μέχρι του σημείου που φθάνει η Ισπανική Κυβέρνηση η οποία υποστηρίζει ότι η παράβαση του άρθρου 3 πρέπει να εξαρτάται από την απόδειξη πραγματικής μειώσεως του αριθμού των προστατευομένων πτηνών. Μια τέτοια προϋπόθεση θα στερούσε το άρθρο 3 από οποιοδήποτε αποτέλεσμα προληπτικής φύσεως. Παράβαση θα μπορούσε να διαπιστωθεί μόνο όταν θα ήταν πολύ αργά για να ληφθούν κατάλληλα μέτρα. Εντούτοις, είναι ορθό ότι δύσκολα μπορεί να αποδειχθεί παράβαση του άρθρου 3, όταν, όπως εν προκειμένω, από τα διαθέσιμα αριθμητικά στοιχεία δεν προκύπτει μείωση του αριθμού των πτηνών.
59.
Η εφαρμογή των ανωτέρω σκέψεων στην παρούσα διαφορά με ωθεί στο συμπέρασμα ότι η Επιτροπή δεν απέδειξε την ύπαρξη παραβάσεως του άρθρου 3 της οδηγίας. Μπορώ βεβαίως να υιοθετήσω την άποψη της Επιτροπής ότι (τουλάχιστον ορισμένα από) τα επίμαχα γεγονότα δεν αποδεικνύουν «συντήρηση και διευθέτηση σύμφωνα με τις οικολογικές απαιτήσεις των οικοτόπων», κατά την έννοια του άρθρου 3, παράγραφος 2, στοιχείο β'. Εν προκειμένω, έχω κατά νου κυρίως την κατασκευή της νέας οδού μεταξύ Argoños και Santoña, διαμέσου ενός μεγάλης αξίας τμήματος των ελών, αντί να το παρακάμπτει (βλ. ανωτέρω σημεία 43-47 και επ.). Αλλά, όπως προεκτέ-θηκε, η Επιτροπή πρέπει επιπλέον να αποδείξει ότι κράτος μέλος — προκειμένου να διατηρηθεί ή να προσαρμοστεί ο πληθυσμός των πτηνών που ζουν εκ φύσεως σε άγρια κατάσταση σε επίπεδο που να ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις που αναφέρονται στο άρθρο 2 της οδηγίας — δεν διασφάλισε επαρκή ποικιλία επιφάνειας οικοτόπων. Δε νομίζω ότι η Επιτροπή απέδειξε εν προκειμένω ότι τα διάφορα περιστατικά, ως προς τα οποία διατυπώνει αντιρρήσεις, θεωρούμενα ξεχωριστά ή από κοινού, είχαν ως αποτέλεσμα το ότι οι οικότοποι ορισμένων αγρίων πτηνών, από απόψεως ποικιλίας και επιφάνειας, περιορίστηκαν σε τέτοιο βαθμό ώστε δεν επαρκούν πλέον για τη διατήρηση του εν λόγω είδους πτηνών.
Εν προκειμένω μπορεί να τονισθεί επίσης ότι ένα όχι ασήμαντο μέρος των αιτιάσεων της Επιτροπής έτυχε της προσοχής των ισπανικών αρχών πράγμα που είχε ως αποτέλεσμα τη μη εφαρμογή ορισμένων επίμαχων προγραμμάτων ή τη λήψη μέτρων αποκαταστάσεως ή τουλάχιστον την παύση ορισμένων ζημιογόνων πράξεων ( 52 ). Όταν η Επιτροπή υποστήριξε ότι τα επίμαχα γεγονότα μπορούσαν, ειδικότερα ως προς τη χουλιαρομύτα, να απειλήσουν την επιβίωση του πτηνού αυτού, δεν έλαβε υπόψη της τον τρόπο με τον οποίο αντέδρασαν οι ισπανικές αρχές σε διάφορες από τις αιτιάσεις της. Επομένως, καταλήγω στο συμπέρασμα ότι το αίτημα της Επιτροπής που αφορά την παράβαση του άρθρου 3 της οδηγίας περί των πτηνών πρέπει να απορριφθεί ως αναπόδεικτο.
Πρόταση
60.
Βάσει όλων των προεκτεθέντων, προτείνω στο Δικαστήριο να αναγνωρίσει ότι το Βασίλειο της Ισπανίας παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει, επειδή
—
κατά παράβαση του άρθρου 4, παράγραφος 1, της οδηγίας 79/409/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 2ας Απριλίου 1979, περί της διατηρήσεως των αγρίων πτηνών παρέλειψε να κατατάξει τις Marismas de Santoña σε ζώνη ειδικής προστασίας και
—
κατά παράβαση του άρθρου 4, παράγραφος 4, της ίδιας οδηγίας παρέλειψε να λάβει τα κατάλληλα μέτρα για να αποφευχθεί ρύπανση ή φθορά των οικοτόπων καθώς και επιζήμιες για τα πτηνά διαταράξεις, ειδικότερα δε λόγω της αναχωματώσεως με την κατασκευή φραγμάτων γύρω από τις προγραμματισμένες βιομηχανικές ζώνες του Laredo και του Colindres (ως προς τις οποίες πρέπει να ληφθεί υπόψη η υπόσχεση του Βασιλείου της Ισπανίας για την κατεδάφιση των φραγμάτων), λόγω της κατασκευής μιας νέας οδού μεταξύ Argoños και Santoña, λόγω της εφαρμογής ορισμένων σχεδίων υδατοκαλλιέργειας εντός των ελωδών περιοχών και/ή λόγω της μη κατεδαφίσεως των κατασκευασθέντων γύρω από τις περιοχές αυτές φραγμάτων και φρακτών, καθώς και λόγω της εκχύσεως στα έλη μη καθορισθέντων αποβλήτων υδάτων των πέριξ δήμων
να απορρίψει την προσφυγή της Επιτροπής κατά τα λοιπά
να καταδικάσει το Βασίλειο της Ισπανίας στα δύο τρίτα και την Επιτροπή στο ένα τρίτο των δικαστικών εξόδων.
( *1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η ολλανδική.
( 1 ) ΕΕ ειδ. έκδ. 15/001, σ. 202.
( 2 ) Δήλωση του Συμβουλίου, της 22ας Νοεμβρίου 1973, σχετική με èva πρόγραμμα δράσεως των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων στον τομέα του περιβάλλοντος (PB 1973, C 112, σ.40).
( 3 ) Πρόκειται για τους ποταμούς Limpias, Rada, Escalante, Argoños και Asón.
( 4 ) Πρόκειται για τα ακόλουθα είδη: gavia artica, gavia immer, phalacrocorax carbo sinensis, egretta garzella, ciconia nigra, platalea leucorodia, pandion haliaetus, circus aeroginosus, porzana parva, himantopus himantopus, recurvirostra avosetta, pluvialis apricaria, philomachus pugnax, sterna caspia, sterna sandvicensis, stema albifrons, chelidonias niger, alcedo atthis, acrocephalus paludicola.
( 5 ) Τα εν λόγω 14 είδη πτηνών είναι: podiceps nigricollis, ardea cinerea, numerius phaeopus, numenius arquata, charadrius hiaticula, haematopus ostraiegus, calidris canutus, anas piatyrhynchos, anas penelope, pluvialis squatoroia, calidris alpina, tringa nebularia, limosa lapponica, melanita nigra.
( 6 ) Που παρατέθηκε ανωτέρω στην υποσημείωση 1.
( 7 ) Για περισσότερες λεπτομέρειες όσον αφορά την πριν από την άοκηοη -της προσφυγής διαδικασία παραπέ(ΐπω στην έκθεση ακροατηρίου, σημείο 2-8.
( 8 ) Βλ., ως προς την ερμηνεία των «ανάλογων μέτρων», τις προτάσεις μου στην υπόθεση C-57/89, Επιτροπή κατά Γερμανίας (Συλλογή 1991, ο. Ι-903, σημείο 27). Την ερμηνεία αυτή φαίνονται να συμμερίζονται στην παρούσα υπόθεση τόσο η Επί/τροπή όσο και η Ισπανική Κυβέρνηση.
( 9 ) Στην απάντησή της της 28ης Ιουλίου 1989 επί της αιτιολογημένης γνώμης της Επιτροπής (παράρτημα 11 του εισαγωγικού της δίκης δικογράφου της Επιτροπής) t) Ισπανία αμφισβητούσε ακόμη την αρχή αυτή. Εντούτοις, στο υπόμνημά της αντικρούσεως εκτίθεται ότι «η Ισπανία συμφωνεί ως προς τα κυριότερα σημεία με τους ισχυρισμούς της Επιτροπής» (σ. 17), στο δε υπόμνημά της ανταπαντήσεως αναφέρεται ρητώς: «δεδομένου ότι συμφωνεί με την Επιτροπή ότι οι Marismas de Santoña πρέπει να καταταγούν σε ζώνη ειδικής προστασίας προκειμένου να προστατευθούν κατά τον καλύτερο τρόπο οι χουλιαρομύτες που φθάνουν στην περιοχή αυτή από τις Κάτω Χώρες». Η παραδοχή αυτή επανελήφθη εξάλλου και κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση από τον εκπρόσωπο της Ισπανική; Κυβερνήσεως.
( 10 ) Απόφαση της 28ης Φεβρουαρίου 1991, C-57/89, Επιτροπή κατά Γερμανίας (Συλλογή 1991, α I-883, σκέψη 20). Το ίδιο ισχύει φυσικά για την ανάλογη διάταξη του άρθρου 4. παράγραφος 2.
( 11 ) Στην υποσημείωση 19 του εισαγωγικού της δίκης δικογράφου της η Επιτροπή αναφέρεται απλώς σε υπολογισμούς των Glimmet και Jones κατά τους οποίους οι Marismas de Santoña περιλαμβάνονται στις πέντε ζώνες της βορειοανατολικής περιοχής της Ισπανίας που επισκέπτονται περισσότερο τρία είδη πτηνών (Anas penelope, Numenius arquata, Numenius phaeopus). Το γεγονός πάντως ότι ένας πολύ μεγάλος αριθμός πτηνών επισκέπτεται μια περιοχή δεν σημαίνει κατ' ανάγκη ότι η περιοχή αυτή είναι αποκλειστικής ή τελείως ειδικής σημασίας. Πράγματι, μπορεί να υπάρχουν και άλλες περιοχές που μπορούν επίσης κάλλιστα να δεχθούν τα πτηνά αυτά όπως η ζώνη στην οποία παρατηρήθηκαν ήδη τα πτηνά.
( 12 ) Αποτελεί πάγια νομολογία ότι στις διαδικασίες που κινούνται βάσει του άρθρου 169 της Συνθήκης ΕΟΚ το βάρος της αποδείξεως φέρει η Επιτροπή: βλ., μεταξύ άλλων, την απόφαση της 25ης Απριλίου 1989, 141/87, Επιτροπή κατά Ιταλίας (Συλλογή 1989, σ. 943) απόφαση της 19ης Μαρτίου 1991, C-169/88, Επιτροπή κατά Βελγίου (Συλλογή 1991, σ. I-1275, σκέψη 6).
( 13 ) ΕΕ 1985, L 302, ο. 23.
( 14 ) H Ισπανία δεν θα μπορούσε — πράγμα που δεν συμβαίνει εδώ —ούτε να επικαλεστεί το γεγονό; ότι, όσον αφορά την εφαρμογή τη; οδηγίας περί των πτηνών, η προβλεπόμενη από το úqOqo 395 τη; Πράξεως Προσχωρήσεως προθεσμία δεν ήταν ούτε δίκαιη ούτε εύλογη- βλ. την απόφαση της 7η; Νοεμβρίου 1991, C-313/89, Επιτροπή κατά Ιοπανία; (Συλλογή 1991, σ. Ι-5231, σκέψεις 9-12).
( 15 ) Η δημιουργία αυτών των ζωνών στην Ισπανία δεν διαφέρει εξάλλου σημαντικά από τη δημιουργία ζωνών στα άλλα κράτη μέλη, όπως φαίνεται να υποστηρίζει η Ισπανική Κυβέρνηση. Από τα αριθμητικά στοιχεία που περιέχονται στο παράρτημα II του υπομνήματος αντικρούσεως της Ισπανικής Κυβερνήσεως προκύπτει ότι ορισμένα κράτη μέλη έχουν περισσότερες ζώνες προστασίας (Γερμανία) ή προστατεύουν ειδικά το έδαφός τους σε μεγαλύτερο ποσοστιαίο βαθμό (Γερμανία και Βέλγιο), ενώ — λαμβανομένου υπόψη του σχετικού τους μεγέθους —οι δημιουργηθείσες ζώνες στην Ισπανία δεν είναι σημαντικά μεγαλύτερες από τις ζώνες στην Πορτογαλία, το άλλο κράτος μέλος στο οποίο εφαρμόζεται η οδηγία περί των πτηνών από το 1986.
( 16 ) «Όπως έκρινε το Δικαστήριο με την απόφαση της 10ης Δεκεμβρίου 1968, Επιτροπή κατά Ιταλικής Δημοκρατίας (Συλλογή τόμος 1965-1968, σ. 805), η άσκηση προσφυγής λόγω παραβάσεως τη σκοπιμότητα της οποίας σταθμίζει μόνον η Επιτροπή, έχει αντικειμενικό χαρακτήρα» (απόφαση της 21ης Ιουνίου 1988, 415/85, Επιτροπή κατά Ιρλανδίας, Συλλογή 1988, σ. 3097, σκέψη 9)· «στο σύστημα που καθιερώνεται με το άρθρο 169 της Συνθήκης, η Επιτροπή διαθέτει διακριτική εξουσία να ασκεί προσφυγή λόγω παραβάσεως και δεν εναπόκειται στο Δικαστήριο να κρίνει τη σκοπιμότητα ασκήσεως της εξουσίας αυτής» (απόφαση της 27ης Νοεμβρίου 1990, C-209/88, Επιτροπή κατά Ιταλίας, Συλλογή 1990, σ. I-4313, σκέψη 16).
( 17 ) Από το ίδιο το γράμμα του άρθρου 169, παράγραφος 2, της Συνθήκης προκύπτει ότι το έσχατο χρονικό σημείο για να εκπληρώσει κράτος μέλος τις υποχρεώσεις του αποτελεί η λήξη της προθεσμίας που τάσσει η Επιτροπή, εν προκειμένω ενός μήνα από της κοινοποιήσεως της γνώμης της 27ης Ιουνίου 1989. Πρβλ. την απόφαση της 10ης Μαρτίου 1987, 199/85, Επιτροπή κατά Ιταλίας (Συλλογή 1987, σ. 1039, σκέψεις 7-9) και την απόφαση της 27ης Νοεμβρίου 1990, C-200/88, Επιτροπή κατά Ελλάδος (Συλλογή 1990, σ. I-4299, σκέψη 13).
( 18 ) Boletín Oficial de Cantabria της 22.5.1987, σ. 1449.
( 19 ) Bolelfn Oficial do Cantabria τη; 12.4.1991, σ. 1262.
( 20 ) DOE 77 της 30.3.1992, σ. 10681.
( 21 ) Βλ., μεταξύ άλλων, την απόφαση της 17η; Σεπτεμβρίου 1987, C-291/88, Επιτροπή κατά Κάτω Χωρών (Συλλογή 1987 περιλ. 1, σ. 3498) και την αποφαοη της 27η; Νοεμμίβρíου 1990, C-200/88, που προαναφέρθηκε στην υποσημείωση 15, σκέψη 13.
( 22 ) Η υποχρέωση που προβλέπεται στην τελευταία φράση του άρθρου' 4, παράγραφος 4, σχετικά με τις περιοχές που βρίσκονται εκτός των ζωνών ειδικής προστασίας είναι αντιθέτως μικρότερη από τις υποχρεώσεις που ισχύουν εντός των ζωνών αυτών. Ως προς τις περιοχές αυτές, τα κράτη μέλη «θα προσπαθήσουν» απλώς να αποφύγουν την «ρύπανση» ή την «φθορά» (και όχι τις «επιζήμιες για τα πτηνά διαταράξεις»).
( 23 ) Συλλογή 1991, σ. Ι-903.
( 24 ) Όπ.π., σημείο 33.
( 25 ) Η Επιτροπή, οτο εισαγωγικό της δίκης δικόγραφο, υποστήριξε ότι από τα εν λόγω αριθμητικά στοιχεία προκύπτει μείωση του αριθμού των πτηνών. II Ισπανική Κυβέρνηση απάντησε συναφώς, ότι κατά τη γνώμη της, από τα αριθμητικά στοιχεία προκύπτει μάλλον αύξηση. Με το υπόμνημα απαντήσεως της η Επιτροπή δεν επανέλαβε τον αρχικό της ισχυρισμό. Από μια πρόχειρη εξέταση αυτών των αριθμητικών στοιχείων προκύπτει ότι δεν αποδεικνύεται σαφώς ούτε αύξηση ούτε μείωση. Έτσι, την άνοιξη του 1989 καταγράφηκαν περισσότερες χουλιαρομύτες από το 1988, όχι όμως και περισσότερες απ' ό,τι το 1987. Το φθινόπωρο ήταν λιγότερες απ' ό,τι το 1988, αλλά όχι λιγότερες απ' ό,τι το 1987. Εξάλλου, τα αριθμητικά στοιχεία των τελευταίων ετών φαίνονται πλέον αξιόπιστα (στηριζόμενα ιδίως οε συχνότερες καταγραφές) από τα αριθμητικά στοιχεία των προηγουμένων ετών, οπότε είναι δύσκολη οποιαδήποτε σύγκριση.
( 26 ) Απόφαση της 28ης Φεβρουαρίου 1991, προαναφερθείσα στην υποσημείωση 10.
( 27 ) Όπ.π., σκέψεις 18 και 20- το Δικαστήριο υιοθέτησε επομένως την άποψη της Επιτροπής η οποία υποστήριξε ότι η μείωση συνιστά μορφή «φθοράς» με την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 4, και όχι την τότε άποψη μου ότι μια τέτοια μείωση πρέπει να κρίνεται βάσει του άρθρου 4, παράγραφοι 1 και 2: βλ. τις προτάσεις μου, που παρατίθενται ανωτέρω στην υποσημείωση 8, σημείο 25.
( 28 ) Απόφαση στην υπόθεση C-57/89, προαναφερθείσα, σκέψεις 20,21 Mil 22.
( 29 ) Όπ.π., οχέφεις 23 και 24.
( 30 ) Όπ.π., σκέψεις 25 και 26.
( 31 ) Απόφαση τη; 22ας Μαρτίου 1983, 42/82, Επιτροπή κατά Γαλλίας (Συλλογή 1983, α 1013, περιλ. 1 βλ. επίσης σ. 1040).
( 32 ) Πρέπει ιδίως να διαπιστωθεί η ύπαρξη δυσμενών επιπτώσεων επί αυτοΰ του είδους πτηνών, επειδή οι Marismas de Santoña έπρεπε να έχουν καταταγεί σε ζώνες ειδικής προστασίας για το είδος αυτό (βλ. ανωτέρω σημεία 10 και 11), πράγμα από το οποίο προκύπτει η δυνατότητα εφαρμογής του άρθρου 4, παράγραφος 4 (βλ. ανωτέρω σημείο 2).
( 33 ) Διάταξη της 28ης Μαρτίου 1980, 24/80 και 97/80 R, Επιτροπή κατά Γαλλία; (Συλλογή τόμος 1980/11, σ. 1, σκέψεις 10-12). Επιπλέον, πρέπει να υπομνησθεί ότι η απόφαση του Δικαστηρίου μπορεί να έχει σημασία «για τη θεμελίωση της ενδεχόμενης ευθύνης κράτους μέλους λόγω παραβάσεως του, έναντι άλλων κρατών μελών της Κοινότητας ή ιδιωτών», απόφαση της 7ης Φεβρουαρίου 1973, 39/72, Επιτροπή κατά Ιταλίας (Συλλογή τόμος 1972-1973, σ. 377, σκέψη 11).
( 34 ) Η απάντηση αυτή της 28ης Ιουλίου 1989 περιέχεται στο παράρτημα 11 του εισαγωγικού της δίκης δικογράφου της Επιτροπής. Τα χωρία που έχουν εν προκειμένω σημασία, περιέχονται στις σελίδες 5 και 6.
( 35 ) Όταν το κράτος μέλος με την απάντηση του στην αιτιολογημένη γνώμη υπόσχεται ότι θα θέσει τέλος στην προβαλλόμενη παράβαση, εναπόκειται στην Επιτροπή να αποδείξει ότι, παρά την υπόσχεση αυτή, εξακολουθεί να υφίσταται παράβαση: βλ. την παρατιθέμενη στην ακόλουθη υποσημείωση απόφαση, σκέψη 15, σ. 4367.
( 36 ) Απόφαση της 14ης Ιουλίου 1988, 298/86, Επιτροπή κατά Βελγίου (Συλλογή 1988, σ. 4343, σκέψη 10).
( 37 ) Η Επιτροπή στηρίχθηκε ιδίως στην απώλεια ενός μέρους των ελών και στην απομόνωση ορισμένων εδαφών. Εδώ πρόκειται ειδικά για την εγκατάσταση βιομηχανιών εντός της ελώδους περιοχής: βλ. σημείο 30.
( 38 ) Αναφέρομαι ειδικότερα στους χάρτες των παραρτημάτων 2 και 3 του υπομνήματος απαντήσεως, στους οποίους εμφαίνονται οι πορείες που ακολουθούν οι χουλιαρομύτες και οι τόποι αναπαύσεως και αναζητήσεως τροφής αυτών καθώς και άλλων πτηνών, και η τοποθεσία στην οποία επικεντρώνονται τα επίμαχα γεγονότα.
( 39 ) Έγγραφο της 28ης Ιουλίου 1989 που προαναφέρθηκε στην υποσημείωση 9, σ. 7, σημείο 5.
( 40 ) Εισαγωγικό της δίκης δικόγραφο της Επιτροπής, σ. 18.
( 41 ) Παράρτημα 4 του υπομνήματος απαντήσεως.
( 42 ) Στην δικογραφία δεν ανευρίσκονται συγκεκριμένα στοιχεία ως προς την έναρξη εκτελέσεως των έργων αυτής της οδού. Εν πάση περιπτώσει, η εκτέλεση των έργων άρχισε εκ νέου ή συνεχίστηκε τον Φεβρουάριο του 1989 μετά από μια διακοπή — η οποία, όπως υποθέτω, οφειλόταν στις παρατηρήσεις της Επιτροπής προς την Ισπανική Κυβέρνηση. O νέος δρόμος άρχισε να χρησιμοποιείται τον Ιούλιο του 1990.
( 43 ) Μια άλλη οδός που υφίσταται από τη Santoña προς το Cicero είχε ήδη κλείσει προηγουμένως, επειδή διέσχιζε τα έλη. Η Ισπανική Κυβέρνηση και η Επιτροπή συμφωνούν ως προς το ότι η εκ νέου παράδοση στην κυκλοφορία αυτής της οδού αποτελεί λύση η οποία εν πάση περιπτώσει αποκλείεται.
( 44 ) Βλ. ανωτέρω σημείο 14.
( 45 ) Απόφαση στην υπόθεση C-57/89, σκέψη 22, που παρατίθεται ανωτέρα) στο σημείο 25.
( 46 ) Κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση τονίστηκε — χωρίς να αντιχρουσΟεί από τον εκπρόσωπο τη; Ισπανικής Κυβερνήσεως — ότι τα κτίσματα αυτά ανεγερΟηκαν εν μέρει μόνο μετά την κατασκευή τη; επίμαχη; οδού.
( 47 ) Βλ. υποσημειώσεις 31 και36.
( 48 ) Βλ. την απόφαση στην υπόΟεση C-57/89, που παρατίθεται ανωτέρω στην υποσημείωση 30.
( 49 ) Βλ. την προαναφερθείσα στο σημείο 27 απόφαση στην υπόθεση 42/82, Επιτροπή κατά Γαλλίας.
( 50 ) Κατά την Επιτροπή, πρόκειται για την οδηγία 76/464/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 4η; Μαΐου 1976 περί ρυπάνσεως που προκαλείται από ορισμένες επικίνδυνες ουσίες που εκχέονται οτο υδάτινο περιβάλλον της Κοινότητος (ΕΕ ειδ. έκδ. 15/001, ο. 138).
( 51 ) Σχετικά με τα αποτελέσματα αυτών των εκχύσεων, είναι αληθές ότι οι αποδείξεις που προσκόμισε η Επιτροπή είναι λιγότερο λεπτομερείς σε σχέση με ορισμένα άλλα επίμαχα γεγονότα. Αντιθέτως, η Ισπανική Κυβέρνηση ουδόλως αρνήθηκε την ύπαρξη, την σοβαρότητα και τα αποτελέσματα των εκχύσεων αυτών.
( 52 ) Βλ. ανωτέρω το σημείο 32, σχετικά με τις βιομηχανικές περιοχές του Laredo και του Colindres, το σημείο 37 σχετικά με τα έργα επιχωματώσεως στο Escalante, το σημείο 40 σχετικά με το λατομείο του Montehano και. το σημείο 52 σχετικά με τη διατάραξη συνεπεία στερεών απορριμάτων.
Top