ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
MARCO DARMON
της 16ης Δεκεμβρίου 1992 ( *1 )
Κύριε Πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
1.
Το Βασίλειο του Βελγίου ζητεί την ακύρωση δύο αποφάσεων της Επιτροπής, με την οποία κηρύχθηκαν ασυμβίβαστες προς την ποινή αγορά ορισμένες ενισχύσεις οι οποίες χορηγήθηκαν σε ναυπηγεία του εν λόγω κράτους μέλους ( 1 ).
2.
Όταν άρχισαν να εμφανίζονται, από την αρχή της δεκαετίας του 1970, οικονομικές δυσκολίες, που ήταν μερικές φορές πολύ σοβαρές, τα κράτη μέλη θέλησαν να υποστηρίξουν τους απειλούμενους οικονομικούς τομείς και, ειδικότερα, τις ναυπηγικές εργασίες, με σκοπό την αποφυγή της εξαφανίσεως των παραδοσιακών ή στρατηγικής σημασίας δραστηριοτήτων.
3.
Μερικές ενισχύσεις μπορούν να έχουν μερικές φορές δυσμενή επίδραση επί του ανταγωνισμού, λόγω της στεγανοποιήσεως της αγοράς άλλες όμως μπορούν να είναι, αντίθετα, απαραίτητες για τον προσανατολισμό της οικονομικής δραστηριότητας, για την υποστήριξη της αναδιαρθρώσεως των επιχειρήσεων ή για την ενθάρρυνση της αναπτύξεως των μειονεκτουσών περιοχών.
4.
Αυτή η σκέψη εξάλλου περιλαμβάνεται και στην ίδια τη Συνθήκη, η οποία καθορίζει το πλαίσιο εντός του οποίου μπορούν να χορηγούνται κρατικές ενισχύσεις, με σκοπό την εξασφάλιση της μεγαλύτερης δυνατής διαφάνειας και την αποφυγή, με τον τρόπο αυτό, ορισμένων στρεβλώσεων του ανταγωνισμού.
5.
Το άρθρο 92, παράγραφος 1, της Συνθήκης θεσπίζει την αρχή του ασυμβιβάστου προς την κοινή αγορά των κρατικών ενισχύσεων, στο βαθμό που αυτές επηρεάζουν το ενδοκοινοτικό εμπόριο ή νοθεύουν ή απειλούν να νοθεύσουν τον ανταγωνισμό.
6.
Ωστόσο, αυτό το καταρχήν ασυμβίβαστο μετριάζεται από τις παρεκκλίσεις «per se» της παραγράφου 2 και της παραγράφου 3, στο πλαίσιο των οποίων παρέχεται η δυνατότητα στην Κοινότητα να επιτρέπει ορισμένες «κατηγορίες ενισχύσεων που καθορίζονται από το Συμβούλιο» ( 2 ). Αυτή η τελευταία διάταξη βρίσκεται στο επίκεντρο της υπό κρίση υποθέσεως.
7.
Πολύ γρήγορα το Συμβούλιο θέσπισε, βάσει των άρθρων 92, παράγραφος 3, στοιχείο δ', και 113, κανονιστικές διατάξεις περί των κρατικών ενισχύσεων στον τομέα των ναυπηγικών εργασιών έτσι, ύστερα από την έκδοση πέντε οδηγιών, εξέδωσε στις 26 Ιανουαρίου 1987 την οδηγία 87/167/ΕΟΚ ( 3 ) (στο εξής: οδηγία), η οποία, δεχόμενη καταρχήν τη χορήγηση ενισχύσεων για την αποτελεσματική αντιμετώπιση του ανταγωνισμού από τρίτες χώρες, αποσκοπεί στη διασφάλιση της διαφάνειάς τους, ώστε να αποφεύγεται, ιδίως, η νόθευση του ανταγωνισμού μεταξύ των ναυπηγείων της Κοινότητας.
8.
Η οδηγία αυτή, την οποία θα εξετάσω πιο εμπεριστατωμένα, προβλέπει:
—
ένα ανώτατο όριο, το οποίο αφορά όχι μόνο όλες τις μορφές ενισχύσεων στην παραγωγή οι οποίες χορηγούνται απευθείας στα ναυπηγεία ( 4 ), αλλά και τις ενισχύσεις στους εφοπλιστές ή σε τρίτους που είναι διαθέσιμες ως ενίσχυση για τη ναυπήγηση ( 5 ), εφόσον οι ενισχύσεις αυτές χρησιμοποιούνται πράγματι για τη ναυπήγηση πλοίων σε ναυπηγεία της Κοινότητας
—
μια διαδικασία προηγουμένης κοινοποιήσεως και παροχής αδείας 1) για τα συστήματα ενισχύσεων που πρόκειται να θεσπιστούν ( 6 ), 2) για τη χορήγηση ενισχύσεων, σε κατ' ιδίαν περιπτώσεις, εφόσον υφίσταται ανταγωνισμός για την ίδια σύμβαση μεταξύ διαφόρων επιχειρήσεων των κρατών μελών ( 7 ).
9.
Η οδηγία αυτή συμπληρώθηκε με ανακοίνωση της Επιτροπής, με την οποία καθορίστηκε από 1ης Ιανουαρίου 1989 το σχετικό ανώτατο όριο σε 26 % της αξίας για τα σκάφη με αξία άνω των 6000000 ECU και σε 16 % για τα υπόλοιπα ( 8 ).
10.
Ήδη από το 1948 ισχύει στο Βασίλειο του Βελγίου νόμος ( 9 ) που αποσκοπεί στη διασφάλιση της διατηρήσεως και της εξελίξεως του τομέα των ναυπηγικών εργασιών, προβλέπων τη χορήγηση, όχι στα ναυπηγεία αλλά στις εφοπλιστικές επιχειρήσεις, ενισχύσεων με διάφορες μορφές (προκαταβολές, δάνεια με ευνοϊκούς όρους, κ.λπ.). Το σύστημα αυτό κοινοποιήθηκε στην Επιτροπή.
11.
Εντούτοις, επ' ευκαιρία ατομικών ενισχύσεων που χορηγήθηκαν κατά την παραγγελία διαφόρων πλοίων σε βελγικά ναυπηγεία, η Επιτροπή κίνησε διαδικασία του άρθρου 93, παράγραφος 2, θεωρώντας ότι οι εν λόγω ενισχύσεις ενδέχετο να υπερβαίνουν το προβλεπόμενο στην ανακοίνωση της ανώτατο όριο.
12.
Μετά τη διεξαγωγή της προβλεπομένης από τη διάταξη αυτή έρευνας διαπίστωσε υπέρβαση του εν λόγω ανωτάτου ορίου, κήρυξε δε τις εν λόγω ενισχύσεις ασυμβίβαστες προς την ποινή αγορά με αποφάσεις της 4ης Ιουλίου 1990 και της 13ης Μαρτίου 1991 ( 10 ), καλώντας παράλληλα τη Βελγική Κυβέρνηση να τις μειώσει μέχρι το όριο αυτό.
13.
Το Δικαστήριο καλείται να αποφανθεί επί της νομιμότητας αυτών των δύο αποφάσεων ( 11 ).
14.
Το προσφεύγον κράτος υποστηρίζει, πρώτον, ότι η Επιτροπή όφειλε να διακρίνει μεταξύ των χορηγηθεισών ενισχύσεων σε συνάρτηση με τη φύση τους (ενισχύσεις στην παραγωγή, ενισχύσεις στην εκμετάλλευση) και να λάβει υπόψη, για τον προσδιορισμό του ανωτάτου ορίου, μόνον τις ενισχύσεις που είναι πράγματι διαθέσιμες ως ενισχύσεις στην παραγωγή. Στην περίπτωση αυτή, όχι μόνον δεν θα υπήρχε υπέρβαση του ανωτάτου ορίου, αλλά μάλιστα αυτή η άρνηση της Επιτροπής να εξετάσει ατομικά τις εν λόγω ενισχύσεις θα ήταν αντίθετη προς την οδηγία. Επιπλέον, θα ήταν αντίθετη και προς το άρθρο 169, καθόσον η Επιτροπή, απαγορεύοντας τις ενισχύσεις στην εκμετάλλευση, θα έθετε υπό αμφισβήτηση τη βελγική νομοθεσία και όχι τις ενισχύσεις αυτές καθαυτές.
15.
Δεύτερον, το Βασίλειο του Βελγίου, διατείνεται ότι η υπέρβαση του διαλαμβανομένου στην οδηγία ανωτάτου ορίου αποτελεί απλώς μαχητό τεκμήριο του ασυμβιβάστου της χορηγηθείσας ενισχύσεως προς την κοινή αγορά, το οποίο μπορεί να ανατραπεί αν προσκομισθεί απόδειξη ότι η εν λόγω ενίσχυση δεν οδήγησε σε αύξηση της παραγωγικής ικανότητας. Εν πάση περιπτώσει, εφόσον η οδηγία δεν μπορεί να παρεκκλίνει από τους κανόνες της Συνθήκης, η Επιτροπή όφειλε να εξετάσει αν πληρούνται τα κριτήρια του άρθρου 92, παράγραφος 1, περί ασυμβιβάστου.
16.
Τέλος, φέρεται να υπάρχει παράβαση των άρθρων 93, παράγραφος 2, και 190 της Συνθήκης, καθόσον οι αποφάσεις της Επιτροπής δεν είναι αιτιολογημένες.
17.
Θα διαιρέσω σε δύο μέρη την εξέταση του πρώτου λόγου ακυρώσεως, διότι εξ αυτού ανακύπτει, αφενός, ζήτημα δικονομικού δικαίου και, αφετέρου, πρόβλημα ερμηνείας της οδηγίας.
18.
Κατά το Βασίλειο του Βελγίου, αν οι επίδικες ενισχύσεις αντιβαίνουν προς το άρθρο 3, παράγραφοι 1 και 2 της οδηγίας, το σχετικό ασυμβίβαστο οφείλεται στο ότι ο βελγικός νόμος είναι αντίθετος προς κοινοτικό κανόνα, οπότε η Επιτροπή όφειλε να κινήσει διαδικασία του άρθρου 169 της Συνθήκης.
19.
Το Δικαστήριο έχει κληθεί και στο παρελθόν να εξετάσει τις σχέσεις μεταξύ των άρθρων 92 επ. και των άλλων διατάξεων του κοινοτικού δικαίου, τόσο της Συνθήκης όσο και του παραγώγου δικαίου.
20.
Έτσι, με την απόφαση Iannelli κατά Meroni ( 12 ) έκρινε ότι:
«(...) οι λεπτομέρειες χορηγήσεως μιας ενίσχυσης που αντιβαίνουν ενδεχομένως σε ειδικές διατάξεις της Συνθήκης, εκτός των άρθρων 92 και 93, είναι δυνατό να συνδέονται τόσο άρρηκτα με το αντικείμενο της ενίσχυσης ώστε να μη μπορούν να εκτιμηθούν χωριστά, οπότε το ζήτημα κατά πόσον επηρεάζονται το συμβιβαστό ή το ασυμβίβαστο της καθ' όλου ενίσχυσης πρέπει κατ' ανάγκη να εκτιμάται μέσω της διαδικασίας του άρθρου 93.
Το ζήτημα πάντως διαφέρει στην περίπτωση που είναι δυνατό, κατά την ανάλυση ενός συστήματος ενισχύσεων, να απομονωθούν ορισμένοι όροι ή στοιχεία τα οποία καίτοι αποτελούν μέρος του εν λόγω συστήματος μπορούν να θεωρηθούν ως μη αναγκαία για την πραγματοποίηση του αντικειμένου του ή τη λειτουργία του» ( 13 ).
21.
Η ύπαρξη της διαδικασίας του άρθρου 93, παράγραφος 2, επομένως, δεν μπορεί να εμποδίσει τη δυνατότητα να εκτιμάται κατά τη διαδικασία του άρθρου 169 το συμβιβαστό ενός συστήματος ενισχύσεων έναντι κοινοτικών κανόνων εκτός εκείνων που αφορούν τις κρατικές ενισχύσεις ( 14 ).
22.
Έτσι, από την απόφαση του Δικαστηρίου Επιτροπή κατά Ιταλίας ( 15 ) προκύπτει ότι ένα σύστημα ενισχύσεων μπορεί ν' αποτελέσει το αντικείμενο προσφυγής βάσει του άρθρου 169 λόγω παραβάσεως του άρθρου 95 της Συνθήκης, έστω και αν έχει κινηθεί η διαδικασία του άρθρου 93 για το εν λόγω σύστημα.
23.
Αντίθετα, η κατά την έννοια του άρθρου 92 ενίσχυση πρέπει υποχρεωτικά να εξετάζεται κατά τη διαδικασία του άρθρου 93, πράγμα που απαγορεύει στην Επιτροπή τη χρησιμοποίηση της διαδικασίας του άρθρου 169 ( 16 ).
24.
Επομένως, ο χαρακτηρισμός του σχετικού «μέτρου» καθορίζει το αν πρέπει είτε να ασκηθεί προσφυγή λόγω παραβάσεως κατά την έννοια του άρθρου 169 είτε να κινηθεί η διαδικασία του άρθρου 93.
25.
Έτσι, με την προαναφερθείσα απόφαση Επιτροπή κατά Γαλλίας, το Δικαστήριο καθόρισε επακριβώς το πεδίο εφαρμογής αυτού του τελευταίου άρθρου ως ακολούθως:
«(...) Παρ' όλον ότι η εν λόγω ειδική διαδικασία (του άρθρου 93, παράγραφος 2) δεν συνιστά εμπόδιο προκειμένου να εκτιμηθεί, σύμφωνα με την προβλεπόμενη από το άρθρο 169 διαδικασία, κατά πόσο συμβιβάζεται προς τους κοινοτικούς κανόνες, εκτός εκείνων που περιέχει το άρθρο 92, ένα καθεστώς ενισχύσεων, είναι πάντως απαραίτητο η Επιτροπή να ακολουθήσει τη διαδικασία του άρθρου 93, παράγραφος 2, εφόσον επιδιώκει να αναγνωριστεί το ασυμβίβαστο λόγω καθεστώτος, ως ενισχύσεως, προς την κοινή αγορά» ( 17 ).
26.
Εν προκειμένω, η ορθότητα του χαρακτηρισμού της ενισχύσεως είναι αναμφισβήτητη, ενώ εξάλλου ούτε το προσφεύγον κράτος την αμφισβητεί. Εφόσον ο τρόπος χορηγήσεως της μελετωμένης ενισχύσεως είναι άρρηκτα συνδεδεμένος με την ίδια την ενίσχυση, ορθά η Επιτροπή κίνησε τη διαδικασία του άρθρου 93.
27.
Δεδομένου ότι τα χορηγηθέντα πλεονεκτήματα συνιστούν, για να χρησιμοποιήσω την έκφραση του γενικού εισαγγελέα Mancini στις προτάσεις του στην υπόθεση Επιτροπή κατά Γαλλίας, «ενίσχυση και τίποτε άλλο» ( 18 ), το συμβιβαστό προς την κοινή αγορά της εκ μέρους του Βελγίου χορηγηθείσας ενισχύσεως στους εφοπλιστές έπρεπε πράγματι να εκτιμηθεί κατά τη μόνη στο άρθρο 93 προβλεπόμενη διαδικασία.
28.
Επομένως, ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί.
29.
Επιπλέον, το Βασίλειο του Βελγίου υποστηρίζει ότι η Επιτροπή κακώς «μετέτρεψε» τις χορηγηθείσες στους εφοπλιστές ενισχύσεις σε ισοδύναμο επιχορηγήσεως στο πλαίσιο των συναφθεισών με τα ναυπηγεία συμβάσεων, ενώ οι ενισχύσεις αυτές είχαν εντελώς διαφορετικό αντικείμενο και δεν συνδέονταν άμεσα με τις εν λόγω συμβάσεις, αλλά προορίζονταν μόνο να ωθήσουν τους εφοπλιστές να υψώσουν βελγική σημαία στα πλοία τους. Έτσι, κατά το προσφεύγον κράτος, καθόσον η ενίσχυση αυτή, η οποία χαρακτηρίζεται ως ενίσχυση στην εκμετάλλευση, μπορούσε να χορηγηθεί σε οποιονδήποτε εφοπλιστή, ακόμα και σε περίπτωση κατά την οποία το πλοίο ναυπηγείται σε άλλο κράτος, έπρεπε να αφαιρεθεί από το ολικό ποσό της χορηγηθείσας ενισχύσεως ( 19 ).
30.
Εάν, όπως υποστηρίζει το προσφεύγον, οι εν λόγω ενισχύσεις δεν συνιστούν επιχορήγηση στις ναυπηγικές εργασίες, κατά την έννοια της οδηγίας, δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της αλλά καλύπτονται από το γενικό σύστημα του άρθρου 92, για τον λόγο δε αυτό έπρεπε να κοινοποιηθούν ειδικά στην Επιτροπή προς έγκριση.
31.
Ελλείψει κοινοποιήσεως, επομένως, το σύνολο των ενισχύσεων έπρεπε κανονικά να θεωρηθεί ότι χορηγείται για τη ναυπήγηση πλοίων, οπότε εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας, ενώ η Βελγική Κυβέρνηση έχει το βάρος αποδείξεως ότι δεν υφίσταται κανένας σύνδεσμος μεταξύ κάποιου μέρους της χορηγηθείσας ενισχύσεως και των ναυπηγικών εργασιών.
32.
Υπό τις συνθήκες αυτές πρέπει να εξεταστούν τόσο οι σκοποί όσο και το περιεχόμενο της οδηγίας, ώστε να εκτιμηθεί το βάσιμο της απόψεως του Βασιλείου του Βελγίου.
33.
Πράγματι, η οδηγία αποσκοπεί στη θέσπιση ενός ενιαίου συστήματος, στο πλαίσιο του οποίου λαμβάνονται υπόψη για τον καθορισμό του ποσού μιας ενισχύσεως, η οποία χορηγείται κατά τη ναυπήγηση ενός σκάφους, όχι μόνο οι άμεσες ενισχύσεις, αλλά και οι έμμεσες που μπορούν να χορηγούν τα κράτη υπέρ της ναυπηγικής βιομηχανίας τους. Η ratio legis της οδηγίας αυτής δεν συνδέεται με τον δικαιούχο της χορηγηθείσας ενισχύσεως, αλλά με τον αντικειμενικό σκοπό της εν λόγω ενισχύσεως.
34.
Έτσι το άρθρο 4 ορίζει ότι:
«1.
Οι ενισχύσεις στην παραγωγή για τη ναυπήγηση και τη μετατροπή πλοίων μπορούν να θεωρούνται ότι συμβιβάζονται με την κοινή αγορά εάν το συνολικό ποσό της ενίσχυσης που χορηγείται για κάποια σύμβαση δεν υπερβαίνει σε ισοδύναμο επιδότησης ένα κοινό ανώτατο όριο, το οποίο στο εξής καλείται “όριο”.
(...)
4.
Το όριο αφορά όχι μόνο όλες τις μορφές ενισχύσεων στην παραγωγή (...) που χορηγούνται απευθείας στα ναυπηγεία, αλλά επίσης και τις ενισχύσεις που αναφέρονται στο άρθρο 3, παράγραφος 2.
5.
Το σύνολο των ενισχύσεων που χορηγούνται βάσει διαφόρων καθεστώτων ενισχύσεων δεν δύναται να υπερβαίνει το όριο που καθορίζεται βάσει της παραγράφου 2».
35.
Το άρθρο 3, παράγραφος 2, στο οποίο παραπέμπει το άρθρο 4, παράγραφος 4, κάνει μνεία όλων των μορφών ενισχύσεων που χορηγούνται στους εφοπλιστές ή σε τρίτους «εφόσον οι ενισχύσεις αυτές χρησιμοποιούνται πράγματι για τη ναυπήγηση ή τη μετατροπή πλοίων στα ναυπηγεία της Κοινότητας».
36.
Επομένως, από τα άρθρα αυτά προκύπτει ότι το ανώτατο όριο, μέχρι το οποίο μια κρατική ενίσχυση μπορεί να είναι σύμφωνη προς την κοινή αγορά, περιλαμβάνει όχι μόνον τις ενισχύσεις που χορηγούνται απευθείας σε ναυπηγική επιχείρηση για τη ναυπήγηση πλοίου, αλλά και εκείνες οι οποίες, αν και χορηγούνται έμμεσα σε άλλους επιχειρηματίες, συνιστούν ενίσχυση για τον ίδιο σκοπό.
37.
Η ερμηνεία αυτή δικαιολογείται όχι μόνον από τη χρησιμοποιούμενη φρασεολογία, αλλά από την πρακτική αποτελεσματικότητα την οποία πρέπει να έχει η οδηγία αυτή.
38.
Έτσι, στην έβδομη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας αναφέρεται ότι «προκειμένου να αποφευχθούν διακρίσεις είναι αναγκαίο να εφαρμοστεί κοινό ανώτατο όριο σε όλες τις μορφές ενισχύσεων στην παραγωγή, συμπεριλαμβανομένης της αντιστάθμισης [κάλυψης] ζημιών, καθώς και των ενισχύσεων που χορηγούνται έμμεσα μέσω τρίτων(...)».
39.
Όμως, αν ληφθεί υπόψη το σύνολο των ενισχύσεων (αμέσων και έμμεσων), τις οποίες χορήγησε το Βέλγιο στις οικείες επιχειρήσεις ναυπηγικών εργασιών, τότε διαπιστώνεται υπέρβαση του καθορισθέντος με την ανακοίνωση της Επιτροπής ανωτάτου ορίου. Εξάλλου, το προσφεύγον κράτος δεν αρνείται την ύπαρξη της υπερβάσεως στο πλαίσιο αυτού του τρόπου υπολογισμού.
40.
Σημειώνω, επιπλέον, ότι το Βασίλειο του Βελγίου ερμηνεύει εσφαλμένα το άρθρο 3, παράγραφος 2, όταν υποστηρίζει ότι «η ενίσχυση στην εκμετάλλευση στο μέτρο που δεν συνδέεται άμεσα με συμβάσεις και, επομένως, δεν χρησιμοποιείται πραγματικά για παραγγελίες προς εκτέλεση ναυπηγικών εργασιών δεν πρέπει να περιλαμβάνεται στο ποσό της ενισχύσεως, έστω και αν το ποσό που χορηγείται (εν προκειμένω, στον εφοπλιστή), δανείζεται ή για το οποίο παρέχεται εγγύηση αφορά επίσης την ανάπτυξη του εμπορικού του στόλου» ( 20 ).
41.
Διαπιστώνω, πρώτον, ότι ενίσχυση που αποσκοπεί στην ανάπτυξη ενός εμπορικού στόλου, εφόσον συνδέεται με ναυπήγηση πλοίου, πρέπει, δυνάμει της οδηγίας, να εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της.
42.
Παρατηρώ όμως, δεύτερον, ότι η άποψη του προσφεύγοντος κράτους είναι ότι ο όρος «πραγματικά» έχει την έννοια του «απευθείας» έτσι, το προσφεύγον κράτος διατείνεται ότι, επειδή πρόκειται για ενισχύσεις στην εκμετάλλευση, για τον υπολογισμό του ανωτάτου ορίου πρέπει να λαμβάνονται υπόψη μόνον εκείνες οι ενισχύσεις οι οποίες προορίζονται αποκλειστικά για την «προώθηση των παραγγελιών εκτελέσεως ναυπηγικών εργασιών».
43.
Αυτή η ερμηνεία έχει ως αποτέλεσμα την επιβάρυνση της Επιτροπής με την υποχρέωση να αναζητεί τον πραγματικό λόγο ο οποίος ωθεί το κράτος να προβεί στη χορήγηση ενισχύσεως σε εφοπλιστική εταιρία.
44.
Όμως, η ερμηνεία αυτή όχι μόνον ουδόλως προκύπτει από το γαλλικό κείμενο της οδηγίας, αλλά και αντιβαίνει προς το αγγλικό της κείμενο, στο οποίο ο όρος «πραγματικά» αποδίδεται με τελείως ουδέτερη έκφραση: «The grant equivalent of these aids shall be subject in full to the rules set forth in article 4 and the monitoring procedures laid down in article 11, where these aids are actually used for the building or conversion of ships in community ship yards» ( 21 ).
45.
Επιπλέον, η ratio legis της οδηγίας αυτής δεν εξαρτάται από την υποκειμενική βούληση του χορηγούντος την ενίσχυση κράτους, αλλά, το υπενθυμίζω, στηρίζεται στον αντικειμενικό σκοπό της χορηγούμένης ενισχύσεως.
46.
Υπό τις συνθήκες αυτές, η ανάλυση της οδηγίας προϋποθέτει ότι η ενίσχυση που χορηγείται σε εφοπλιστή πρέπει να λαμβάνεται υπόψη για τον καθορισμό του ποσού της ενισχύσεως εφόσον έχει σχέση με την παραγγελία ενός πλοίου.
47.
Δε νομίζω ότι υπάρχει στο κείμενο της οδηγίας ένδειξη περί αντιστροφής του βάρους αποδείξεως, ώστε να υποχρεούται η Επιτροπή να προσκομίζει αποδείξεις ότι μια ενίσχυση σχετική με παραγγελία πλοίου δεν έχει καμία αιτιώδη συνάφεια με τη σκοπούμενη πράξη.
48.
Όμως, κατά γενική δικονομική αρχή, εναπόκειται στον προσφεύγοντα να αποδείξει ότι πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις για να συντρέχει παρέκκλιση.
49.
Τούτο προκύπτει σαφώς από την απόφαση του Δικαστηρίου Philip Morris κατά Επιτροπής ( 22 ):
«Πρέπει σχετικά να παρατηρηθεί ότι η προσβαλλόμενη απόφαση αναφέρει ρητά ότι η Ολλανδική Κυβέρνηση δεν μπόρεσε να παράσχει και η Επιτροπή δεν ανεύρε κανένα λόγο που να επιτρέπει να γίνει δεκτό ότι η εν λόγω ενίσχυση συγκεντρώνει τις προϋποθέσεις εφαρμογής μιας από τις εξαιρέσεις που προβλέπει το άρθρο 92, παράγραφος 3, της Συνθήκης» ( 23 ).
50.
Επιπλέον, διαπιστώνω ότι το Βασίλειο του Βελγίου δεν προσκόμισε ούτε παν επιχείρησε να προσκομίσει, κατά τη διοικητική διαδικασία ή ενώπιον του Δικαστηρίου, αποδεικτικά στοιχεία ότι ένα μέρος των χορηγηθεισών στους εφοπλιστές ενισχύσεων δεν είχε καμία σχέση με τη ναυπήγηση πλοίων. Η απλή διαπίστωση εκ μέρους της Επιτροπής της χορηγήσεως ενός συνολικού ποσού πιστώσεων υπερβαίνοντος το προβλεπόμενο ανώτατο όριο για τη ναυπήγηση ενός πλοίου, χωρίς να προσκομίζονται στοιχεία ότι δεν υπάρχει σχέση μεταξύ ενός μέρους της ενισχύσεως και της σκοπούμενης ναυπηγήσεως, αρκεί για να θεωρηθεί ότι η ενίσχυση προοριζόταν πράγματι για τη ναυπήγηση πλοίου.
51.
Κατά τα λοιπά, σημειώνω ότι ο εκπρόσωπος του προσφεύγοντος κράτους αναγνώρισε ρητά ενώπιον του Δικαστηρίου ότι, έστω και αν γινόταν διάκριση μεταξύ των δύο ειδών ενισχύσεων, θα υπήρχε εν πάση περιπτώσει υπέρβαση του ανωτάτου ορίου.
52.
Μια τελευταία παρατήρηση επί του σημείου αυτού. Όπως υπογραμμίστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου από τον εκπρόσωπο του προσφεύγοντος κράτους κατά τη προφορική διαδικασία, εφόσον οι ενισχύσεις προορίζονται για τον εκσυγχρονισμό του βελγικού εμπορικού στόλου, όπως συμβαίνει στην προκειμένη υπόθεση, πώς είναι δυνατό να μην υπάρχει, όπως ορθά διαπίστωσε η Επιτροπή, πλεονέκτημα χορηγούμενο για τη ναυπήγηση πλοίου; Μια τέτοια ενίσχυση συνιστά σε μεγάλο βαθμό επιχορήγηση για την παραγγελία πλοίων σε βελγικά ναυπηγεία και, κατά συνέπεια, πρέπει να ληφθεί υπόψη για τον καθορισμό του ανωτάτου ορίου.
53.
Όπως δέχθηκε η Επιτροπή με την απόφαση της της 13ης Μαρτίου 1991:
«(...) Το γεγονός της χορήγησης ενισχύσεων στους εφοπλιστές για πλοία που δεν κατασκευάζονται σε τρίτες χώρες, υπό οποιοδήποτε πρόσχημα, δεν δικαιολογεί σε καμία περίπτωση την αφαίρεση του ισοδυνάμου των ενισχύσεων αυτών, όταν χορηγούνται ενισχύσεις για πλοία που κατασκευάζονται στο Βέλγιο» ( 24 ).
54.
Επομένως, το Δικαστήριο πρέπει να απορρίψει τον λόγο αυτό.
55.
Στη συνέχεια το προσφεύγον κράτος διατείνεται ότι η υπέρβαση του ορίου συνιστά μαχητό τεκμήριο περί της ασυμφωνίας της ενισχύσεως προς την κοινή αγορά, το οποίο μπορεί να καταρριφθεί με την προσκόμιση αποδείξεων ότι το μέρος εκείνο της ενισχύσεως που υπερβαίνει το ανώτατο όριο δεν οδήγησε σε ενίσχυση της παραγωγικής ικανότητας στον οικείο τομέα.
56.
Αυτή η ερμηνεία είναι προφανώς ανακριβής, καθόσον εξομοιώνει τις ενισχύσεις στην παραγωγή προς τους άλλους τρόπους υποστηρίξεως των ναυπηγείων, όπως οι ενισχύσεις για την πραγματοποίηση επενδύσεων ή για το κλείσιμο των εγκαταστάσεων ( 25 ).
57.
Για τις τελευταίες αυτές κατηγορίες ενισχύσεων δεν προβλέπεται κανένα ανώτατο όριο ώστε να μπορεί να εκδοθεί θετική απόφαση της Επιτροπής, καθόσον η οδηγία προβλέπει ως μόνη προϋπόθεση, για να μπορεί μια ενίσχυση να θεωρηθεί ως σύμφωνη προς την κοινή αγορά, η εν λόγω ενίσχυση να μην μπορεί να «αυξήσει τη ναυπηγική ικανότητα» ( 26 ).
58.
Όσον αφορά, αντίθετα, τις ενισχύσεις στην παραγωγή, αυτή η έννοια της αυξήσεως της ναυπηγικής ικανότητας δεν επαναλαμβάνεται στην οδηγία, τόσο στο προοίμιό της όσο και στο κείμενό της.
59.
Χωρίς να επαναλάβω στο σύνολό του το κείμενο του προοιμίου, υπενθυμίζω ότι η έβδομη αιτιολογική σκέψη αφορά, καταρχάς, όπως είδαμε, τις ενισχύσεις στην παραγωγή, για τις οποίες είναι απαραίτητος ο καθορισμός «ενός κοινού ανωτάτου ορίου» και, στη συνέχεια, τις ενισχύσεις για την αναδιάρθρωση, των οποίων η χορήγηση «είναι ίσως απαραίτητο να επιτραπεί (...) ώστε να καταστεί δυνατό να ολοκληρωθούν οι επιθυμητές διαρθρωτικές μεταβολές, υπό την προϋπόθεση ότι δεν οδηγούν σε αύξηση της ικανότητας παραγωγής».
60.
Επομένως, δεν είναι δυνατόν να εξομοιωθούν μεταξύ τους οι διαφορετικές κατηγορίες ενισχύσεων, γιατί διαφορετικά αλλοιώνεται το θεσπιζόμενο με την οδηγία σύστημα.
61.
Αυτό επιβεβαιώνεται από το κείμενο της εν λόγω οδηγίας. Στις διατάξεις της σχετικά με τις ενισχύσεις στην παραγωγή δεν διαπίστωσα την ύπαρξη κανενός άλλου κριτηρίου εκτιμήσεως της συμφωνίας των ενισχύσεων προς την κοινή αγορά πέραν του ανωτάτου ορίου ιδίως δε δεν γίνεται λόγος περί της ελλείψεως επιπτώσεων επί της παραγωγικής ικανότητας.
62.
Αντίθετα, από το άρθρο 4, παράγραφος 1, προκύπτει αδιαμφισβήτητα ότι οι ενισχύσεις αυτές «μπορούν» να θεωρούνται ότι συμβιβάζονται με την κοινή αγορά «εάν» δεν υπάρχει υπέρβαση του καθοριζόμενου από την οδηγία ανωτάτου ορίου.
63.
Ομοίως, το άρθρο 1, στοιχείο δ', δεύτερο εδάφιο, ορίζει ότι:
«Οι ενισχύσεις αυτές μπορούν να θεωρούνται ότι συμβιβάζονται με την κοινή αγορά αν πληρούν τα κριτήρια παρέκκλισης της παρούσας οδηγίας».
64.
Εξάλλου, αυτή η έννοια της «προϋποθέσεως» υφίσταται και στο αγγλικό κείμενο, το οποίο έχει ως ακολούθως:
«Production aid in favour of shipbuilding and ship conversion may be considered compatible with the common market provided that the total amount of aid granted in support of any individual contract does not exceed, in grant equivalent, a common maximum ceiling (...)» ( 27 ).
65.
Επομένως, η χρησιμοποίηση της λέξεως «εάν» αποδεικνύει ότι μόνον οι μη υπερβαίνουσες το ανώτατο όριο ενισχύσεις στην παραγωγή μπορούν να θεωρηθούν σύμφωνες προς την κοινή αγορά, με την παρατήρηση ότι η Επιτροπή μπορεί, στο πλαίσιο της εν λόγω οδηγίας, να θεωρήσει ασυμβίβαστη προς τη Συνθήκη μια ενίσχυση, έστω και πολύ μικρή, ιδίως όταν υφίσταται ανταγωνισμός, για την ίδια σύμβαση, μεταξύ διαφόρων ναυπηγείων των κρατών μελών ( 28 ).
66.
Ομοίως, θεωρώ δικαιολογημένο το ότι η Επιτροπή, στο πλαίσιο της εξουσίας εκτιμήσεώς της, μπορεί να θεωρεί ως ασυμβίβαστη προς την κοινή αγορά μια ενίσχυση που δεν υπερβαίνει το όριο όταν η ενίσχυση αυτή μπορεί να έχει αποτελέσματα, για τις ενδοκοινοτικές συναλλαγές, η έκταση των οποίων δεν δικαιολογείται από τους επιδιωκόμενους σκοπούς.
67.
Πιστεύω ότι αυτό προκύπτει όχι μόνον από μια καθαρά γραμματική εξέταση του σχετικού κειμένου, αλλά και από την τελολογική εξέταση της εν λόγω οδηγίας.
68.
Πράγματι, υπενθυμίζω ότι η οδηγία εκδόθηκε βάσει του άρθρου 92, παράγραφος 3, στοιχείο δ', διατάξεως η οποία παρέχει τη δυνατότητα στο Συμβούλιο να καθορίζει ορισμένες κατηγορίες ενισχύσεων που μπορούν να θεωρούνται σύμφωνες με την κοινή αγορά, δεν εξουσιοδοτεί όμως το κοινοτικό αυτό όργανο να επεκτείνει τον κατάλογο των συμφώνων «per se» προς την κοινή αγορά ενισχύσεων του άρθρου 92, παράγραφος 2.
69.
Δεδομένου ότι πρόκειται για παρέκκλιση από τη θεσπιζόμενη στο άρθρο 92, παράγραφος 1, αρχή, το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας πρέπει, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, να ερμηνεύεται περιοριστικά ( 29 ).
70.
Επομένως, η μη υπέρβαση του ανωτάτου ορίου αποτελεί «conditio sine qua non» της συμφωνίας μιας ενισχύσεως στην παραγωγή προς τις διατάξεις της οδηγίας, πρέπει δε να γίνει δεκτό ότι, ναι μεν η κήρυξη μιας ενισχύσεως ως ασυμβίβαστης προς την κοινή αγορά μπορεί να γίνει μόνον εφόσον πληρούνται ορισμένες προϋποθέσεις, η προϋπόθεση όμως του ανωτάτου ορίου πρέπει να τηρείται πάντοτε. Τούτο επιβεβαιώνεται και από τη σύγκριση της εν λόγω οδηγίας προς την πέμπτη οδηγία (81/363/ΕΟΚ) ( 30 ), που καταργήθηκε με εκείνη του 1987, η οποία δεν προέβλεπε κανένα ανώτατο όριο, παρείχε όμως στην Επιτροπή ευρεία εξουσία εκτιμήσεως.
71.
Πράγματι, η οδηγία εκείνη όριζε στο άρθρο 6: «Η Επιτροπή εκτιμά το ανώτατο όριο ενισχύσεως που [είναι] δυνατό να χορηγηθεί στις περιπτώσεις εφαρμογής των διαφόρων καθεστώτων ενισχύσεως. Υπέρβαση του ορίου αυτού είναι δυνατή κατ' εξαίρεση, μετά από κοινοποίηση στην Επιτροπή».
72.
Από την εξέταση αυτών των οδηγιών προκύπτει ότι ο επιδιωκόμενος σκοπός στον τομέα των ναυπηγικών εργασιών είναι να επιτευχθεί, μεσοπρόθεσμα, αν όχι η ολική απαγόρευση των ενισχύσεων, τουλάχιστον ο προοδευτικός περιορισμός κάθε εθνικής πολιτικής επιχορηγήσεων ( 31 ).
73.
Τούτο προκύπτει ιδίως από την έβδομη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας, κατά την οποία
«οι ενισχύσεις στην παραγωγή πρέπει να είναι μεταβατικές και προοδευτικά μειούμενες, έτσι ώστε να παροτρυνθούν οι επιχειρήσεις να καταβάλουν τις αναγκαίες προσπάθειες για να γίνουν ανταγωνιστικές, τουλάχιστον μακροπρόθεσμα».
74.
Μπορώ επομένως να συμπεράνω από αυτά ότι μια ενίσχυση μπορεί να είναι σύμφωνη προς τους κανόνες της οδηγίας, υπό την προϋπόθεση ότι το συνολικό ποσό της χορηγούμενης επιχορηγήσεως δεν υπερβαίνει το ανώτατο όριο που καθορίζεται με την ανακοίνωση της Επιτροπής.
75.
Από την ανωτέρω ανάπτυξη προκύπτει ότι το μέρος εκείνο της ενισχύσεως που υπερβαίνει το ανώτατο όριο, εφόσον δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας, πρέπει να κοινοποιηθεί στην Επιτροπή για να μπορέσει να επιτραπεί η χορήγηση του.
76.
Ωστόσο, στο πλαίσιο αυτής της παραβάσεως των κανόνων του άρθρου 93, παράγραφος 3, είναι εσφαλμένο να συναχθεί, ενόψει της νομολογίας του Δικαστηρίου, ότι η Επιτροπή μπορεί να θεωρεί παράνομες ορισμένες ενισχύσεις χωρίς να είναι υποχρεωμένη να προβαίνει σε σχετική έρευνα επί της ουσίας προς διαπίστωση του βασίμου της χορηγήσεως των ενισχύσεων.
77.
Αυτό με οδηγεί στην εξέταση του τελευταίου λόγου τον οποίο προβάλλει το Βασίλειο του Βελγίου.
78.
Στην υπόθεση Γαλλία κατά Επιτροπής ( 32 ), η Γαλλική Κυβέρνηση είχε χορηγήσει ενισχύσεις στην εταιρία Boussac χωρίς προηγούμενη κοινοποίηση στην Επιτροπή. Από αυτήν την παράβαση των διαδικαστικών κανόνων του άρθρου 93η Επιτροπή συνήγαγε αυτόματα ότι οι ενισχύσεις ήταν παράνομες και θεώρησε ότι δεν ήταν υποχρεωμένη να προβεί σε έλεγχο της συμφωνίας των ενισχύσεων προς την κοινή αγορά, ενώ το προσφεύγον κράτος υποστήριξε ότι, παρά την ύπαρξη της παραβάσεως αυτής, οι ενισχύσεις έπρεπε να αποτελέσουν το αντικείμενο μιας τέτοιας εξετάσεως επί της ουσίας.
79.
Το Δικαστήριο δέχθηκε μια λύση που συμβιβάζει αυτές τις δύο αντίθετες ερμηνείες.
80.
Συγκεκριμένα, το Δικαστήριο έκρινε ότι η Επιτροπή, όταν διαπιστώνει ότι δεν κοινοποιήθηκε μια ενίσχυση ή ότι η ενίσχυση χορηγείται χωρίς το οικείο κράτος να περιμένει την άδεια της Επιτροπής, η τελευταία μπορεί να υποχρεώσει το κράτος αυτό να αναστείλει τη χορήγηση της ενισχύσεως και να της παράσχει όλα τα στοιχεία που είναι απαραίτητα για να εκτιμηθεί αν η ενίσχυση συμβιβάζεται προς την κοινή αγορά ( 33 ).
81.
Το Δικαστήριο εξέτασε διάφορα ενδεχόμενα:
—
είτε το κράτος συμμορφώνεται προς τις σχετικές εντολές και η Επιτροπή υποχρεούται να συνεχίσει την εξέταση της ενδεχόμενης ασυμφωνίας της ενισχύσεως προς την κοινή αγορά ( 34 )
—
είτε το κράτος «παραλείπει» να παράσχει τα ζητούμενα στοιχεία, οπότε η Επιτροπή μπορεί να τερματίσει αμέσως τη διαδικασία και να διαπιστώσει τη συμφωνία ή την ασυμφωνία της ενισχύσεως προς την κοινή αγορά ( 35 )
—
είτε το κράτος δεν αναστέλλει τη χορήγηση της ενισχύσεως, οπότε η Επιτροπή μπορεί, «ενώ προχωρεί σε εξέταση επί της ουσίας», να προσφύγει στο Δικαστήριο «ζητώντας να αναγνωριστεί η παραβίαση αυτή της Συνθήκης» ( 36 ).
82.
Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι η εκ μέρους κράτους μέλους παράβαση του άρθρου 93 (έλλειψη κοινοποιήσεως) δεν συνεπάγεται αυτόματα ασυμφωνία της οικείας ενισχύσεως προς την κοινή αγορά κατά την έννοια του άρθρου 92 (επηρεασμός των ενδοκοινοτικών συναλλαγών — νόθευση του ανταγωνισμού), η απόδειξη της οποίας εναπόκειται στην Επιτροπή, χωρίς ωστόσο να αποκλείεται η δυνατότητα της Επιτροπής να ασκήσει προσφυγή λόγω παραβάσεως του άρθρου 93 βάσει του άρθρου 169.
83.
Υπενθυμίζω ότι
«(...) η Επιτροπή μπορεί να προσφύγει στη διαδικασία του άρθρου 169 της Συνθήκης όταν προτίθεται να ζητήσει από το Δικαστήριο να αναγνωρίσει την παράβαση των διατάξεων του άρθρου 93, παράγραφος 3 της Συνθήκης» ( 37 ).
84.
Συνεπώς, μόνον όταν ένα κράτος αρνείται να προσκομίσει έγγραφα τα οποία ζητεί η Επιτροπή είναι δυνατή η εκ μέρους της τελευταίας περάτωση της εξετάσεως της ενισχύσεως επί της ουσίας και η εξαγωγή συμπεράσματος με βάση τα αποσπασματικά στοιχεία τα οποία αυτή διαθέτει.
85.
Στην προκειμένη περίπτωση η Επιτροπή κίνησε τη διαδικασία του άρθρου 93, παράγραφος 2, μόλις έλαβε γνώση του ύψους των χορηγηθεισών ενισχύσεων. Η Επιτροπή ενήργησε με τον τρόπο αυτό χωρίς να απευθύνει στο οικείο κράτος μέλος εντολή να της παράσχει στοιχεία ώστε να μπορέσει να εξετάσει, βάσει αυτών, τη συμφωνία της χορηγηθείσας ενισχύσεως προς την κοινή αγορά.
86.
'Ετσι διαπιστώνω ότι, ναι μεν η Επιτροπή εκθέτει με σαφήνεια, στις αιτιολογικές σκέψεις αυτών των δύο αποφάσεων, την εξέλιξη της προκαταρκτικής έρευνας και τον τρόπο καθορισμού του ύψους των χορηγηθεισών ενισχύσεων, δεν εξετάζει όμως ποια επίπτωση είχε το γεγονός ότι οι εν λόγω ενισχύσεις υπερέβαιναν το σχετικό ανώτατο όριο επί του ενδοκοινοτικού εμπορίου ούτε το αν προκλήθηκε νόθευση του ανταγωνισμού.
87.
Πράγματι, το άρθρο 1 της αποφάσεως της 4ης Ιουλίου 1990 ορίζει ότι «οι πιστώσεις (...) δεν συμβιβάζονται με την κοινή αγορά», το δε άρθρο 1 της αποφάσεως της 13ης Μαρτίου 1991 ότι «οι πιστώσεις (...) είναι ασυμβίβαστες με την κοινή αγορά, καθόσον αποτελούν παράβαση των διατάξεων του άρθρου 3, παράγραφος 2, και του άρθρου 4, παράγραφοι 1, 2, 3 και 4 της οδηγίας 87/167/ΕΟΚ».
88.
Αυτή η εξαιρετικά λακωνική «αιτιολογία» περί της ασυμφωνίας των ενισχύσεων προς τη Συνθήκη εξηγείται πιθανότατα από το γεγονός ότι η Επιτροπή θεωρεί ως σημείο αφετηρίας του συλλογισμού της ότι η ενίσχυση, το ισοδύναμο επιδοτήσεως της οποίας υπερβαίνει το ανώτατο όριο, εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της γενικής απαγορεύσεως του άρθρου 92, παράγραφος 1, και έχει «όλα τα χαρακτηριστικά μιας απαγορευμένης ενισχύσεως, περιλαμβανομένης της προϋποθέσεως σχετικά με την επίδραση επί των συναλλαγών μεταξύ των κρατών μελών» ( 38 ).
89.
Επομένως, πρέπει να εξεταστεί το ζήτημα της σχέσεως μεταξύ της οδηγίας και των διατάξεων των άρθρων 92 επ. της Συνθήκης.
90.
Το γεγονός ότι μια ενίσχυση δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας δεν συνεπάγεται αυτόματα το ασυμβίβαστο της έναντι των προαναφερθέντων άρθρων της Συνθήκης.
91.
Η ερμηνεία αυτή επιβεβαιώνεται από την απόφαση Ιταλία κατά Επιτροπής, της 6ης Νοεμβρίου 1990 ( 39 ), τα πραγματικά περιστατικά της οποίας θα επαναλάβω εν συντομία.
92.
Με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 822/87, το Συμβούλιο θέσπισε ένα σύστημα ενισχύσεων για τα συμπυκνωμένα γλεύκη σταφυλιών στο πλαίσιο της κοινής οργανώσεως της αμπελοοινικής αγοράς. Η Επιτροπή καθόρισε, επίσης με κανονισμό, το ποσό της κοινοτικής ενισχύσεως που μπορούσε να χορηγηθεί. Εκτιμώντας ότι το ποσό αυτό ήταν ανεπαρκές, η Ιταλία προέβλεψε, με νομοθετικό διάταγμα, τη χορήγηση συμπληρωματικής εθνικής ενισχύσεως.
93.
Στην υπόθεση αυτή η Επιτροπή είχε εξετάσει την επίδραση της συμπληρωματικής εθνικής ενισχύσεως επί της αγοράς, ενώ θεώρησε ότι
«η ενίσχυση για τους παραγωγούς γλεύκους, καθώς και ο καθορισμός ανωτάτης τιμής πωλήσεως γλεύκους, συνιστούν μέτρα αντίθετα προς τον κανονισμό 822/87. Ο κανονισμός αυτός, που συνιστά ένα σύστημα πλήρους και εξαντλητικής ρυθμίσεως, αποκλείει κάθε εξουσία των κρατών μελών να θεσπίζουν συμπληρωματικά μέτρα» ( 40 ).
94.
Παραθέτω εδώ ορισμένες σκέψεις από την απόφαση του Δικαστηρίου.
«Στο σημείο αυτό πρέπει να παρατηρηθεί, καταρχάς, ότι, κατά τα εκτιθέμενα στην προσβαλλόμενη απόφαση, η υπό κρίση ενίσχυση παρέχει ιδιαίτερο πλεονέκτημα ιδίως στους Ιταλούς παραγωγούς γλευκών σταφυλιών (...). Το μέτρο αυτό είναι, επομένως, ικανό να νοθεύσει τον ανταγωνισμό (...) ( 41 ).
Πρέπει να παρατηρηθεί στη συνέχεια ότι, σύμφωνα με τα αριθμητικά δεδομένα που περιέχονται στην προσβαλλόμενη απόφαση σχετικά με την παραγωγή οίνου στην Ιταλία (...), η επίδικη ενίσχυση είναι ικανή να επηρεάσει το εμπόριο των γλευκών σταφυλιών και των οίνων μεταξύ των κρατών μελών» ( 42 ).
95.
'Ετσι, στην υπόθεση αυτή η Επιτροπή, παρά την ύπαρξη του κανονισμού του Συμβουλίου, εξέτασε τη συμφωνία της εθνικής ενισχύσεως έναντι του άρθρου 92, παράγραφοι 1 και 3, και αιτιολόγησε την απόφαση της.
96.
Υπό τις συνθήκες αυτές η Επιτροπή δεν μπορεί, στην προκειμένη υπόθεση, να ισχυρίζεται βασίμως ότι η ενίσχυση εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της απαγορεύσεως του άρθρου 92, παράγραφος 1, χωρίς να εξετάσει προηγουμένως αν πληρούνται οι θεσπιζόμενες με τη διάταξη αυτή προϋποθέσεις και αν υπάρχει λόγος παρεκκλίσεως κατά την έννοια της παραγράφου 3.
97.
Πράγματι, η οδηγία απλώς εφαρμόζει το άρθρο 92, παράγραφος 3, στοιχείο δ', κατά την εφαρμογή της δε πρέπει να τηρούνται και οι άλλες διατάξεις της Συνθήκης.
98.
Έτσι, με την απόφαση Deufll κατά Επιτροπής ( 43 ), εξετάζοντας μια περίπτωση «κώδικα ενισχύσεων», το Δικαστήριο υπενθύμισε την αρχή της ιεραρχίας των κανόνων. Ναι μεν η οδηγία έχει, αντίθετα προς τον κώδικα των ενισχύσεων, δεσμευτικό χαρακτήρα, δεν μπορεί όμως να δικαιολογήσει τον παραμερισμό του άρθρου 92, έτσι ώστε το άρθρο αυτό να παραμείνει, κατά ένα μέρος, ανεφάρμοστο.
99.
Υπενθυμίζω τη σκέψη 22 της αποφάσεως του Δικαστηρίου.
«Ο κώδικας των ενισχύσεων αποτελεί [περιλαμβάνει] ενδεικτικούς κανόνες που ορίζουν τις γραμμές που η Επιτροπή προτίθεται να ακολουθήσει και που ζητεί από τα κράτη μέλη να τηρήσουν ως προς τις ενισχύσεις στον τομέα των συνθετικών ινών και νημάτων. Δεν παρεξέκλινε των διατάξεων των άρθρων 92 και 93 της Συνθήκης και δεν μπορούσε να το πράξει».
100.
Στην υπό κρίση υπόθεση η Επιτροπή δεν προέβη στην εξέταση επί της ουσίας των ενισχύσεων και περιορίστηκε μόνο στο να τις κηρύξει ασυμβίβαστες προς την κοινή αγορά, με μόνη αιτιολογία ότι υπερέβαιναν το ανώτατο όριο επομένως, τις κήρυξε αντίθετες προς τη Συνθήκη για τον λόγο ότι αντέβαιναν προς την οδηγία.
101.
Επομένως, ελλείπει η αιτιολογία όσον αφορά την επήρεια των ενισχύσεων επί του ενδοκοινοτικού εμπορίου και τη νόθευση του ανταγωνισμού.
102.
Η Επιτροπή περιορίστηκε μόνο να αναφέρει, στην απόφαση της, ότι είτε οι ενισχύσεις «δεν συμβιβάζονται με την κοινή αγορά» ( 44 ), είτε ότι «είναι ασυμβίβαστες με την κοινή αγορά καθόσον αποτελούν παράβαση των διατάξεων (...) της οδηγίας 87/167/ΕΟΚ» ( 45 ), χωρίς να διευκρινίσει αν αυτό συμβαίνει απλώς και μόνο λόγω υπερβάσεως του ανωτάτου ορίου ή λόγω νοθεύσεως του ανταγωνισμού και επήρειας επί του ενδοκοινοτικού εμπορίου.
103.
Όμως, όπως έκρινε το Δικαστήριο στην απόφαση Κάτω Χώρες και Leeuwarder Papierwarenfabriek κατά Επιτροπής ( 46 ):
«Σε ορισμένες περιπτώσεις είναι μεν δυνατό να προκύπτει, από τις ίδιες τις συνθήκες υπό τις οποίες χορηγήθηκε η ενίσχυση, ότι είναι ικανή να επηρεάσει τις συναλλαγές μεταξύ κρατών μελών και να νοθεύσει ή να απειλήσει να νοθεύσει τον ανταγωνισμό, πλην όμως η Επιτροπή οφείλει τουλάχιστον να αναφέρει τις συνθήκες αυτές στις αιτιολογικές σκέψεις της αποφάσεώς της. Εν προκειμένω δεν το έπραξε, δεδομένου ότι η επίδικη απόφαση δεν περιέχει κανένα στοιχείο όσον αφορά την κατάσταση της συγκεκριμένης αγοράς, το μερίδιο που κατέχει η LPF σ' αυτή την αγορά, το εμπόριο των εν λόγω προϊόντων μεταξύ των κρατών μελών και τις εξαγωγές της επιχείρησης» ( 47 ).
104.
Ομοίως, οι προϋποθέσεις που τίθενται με το άρθρο 92, παράγραφος 1, δεν μπορούν να θεωρηθούν ότι πληρούνται απλώς και μόνον από το γεγονός ότι η αιτιολογική σκέψη III της προαναφερθείσας αποφάσεως της 13ης Μαρτίου 1991 κάνει μνεία της θέσεως των ολλανδικών αρχών, χωρίς η Επιτροπή να παραθέτει καμία δικαιολογία της δικής της αναλύσεως σε σχέση με το άρθρο 92.
105.
Δεν αμφισβητείται ότι η αιτιολογία μιας αποφάσεως έχει ως σκοπό να παράσχει στο Δικαστήριο τη δυνατότητα να ασκήσει τον έλεγχο του επί της νομιμότητας του μέτρου που θεσπίζεται με την οικεία απόφαση, όπως υπενθύμισε το Δικαστήριο με την απόφαση Κάτω Χώρες και Leeuwarder Papierwarenfabriek κατά Επιτροπής ( 48 ):
«Αντιθέτως, η απόφαση δεν περιέχει καμιά αιτιολογία ως προς την εκτίμηση των άλλων κριτηρίων του άρθρου 92, παράγραφος 1, της Συνθήκης, δηλαδή η [τη] διαπίστωση ότι η επίδικη ενίσχυση επηρεάζει τις συναλλαγές μεταξύ κρατών μελών και νοθεύει ή απειλεί να νοθεύσει τον ανταγωνισμό διά της ευνοϊκής μεταχειρίσεως ορισμένων επιχειρήσεων ή ορισμένων κλάδων της παραγωγής» ( 49 ).
Για τον λόγο αυτό το Δικαστήριο ακύρωσε την υποβληθείσα ενώπιον του προς έλεγχο απόφαση της Επιτροπής.
106.
Τέλος, ο ισχυρισμός της Επιτροπής ότι η ενίσχυση δεν θα μπορούσε ποτέ να απαγορευθεί αν έπρεπε να εξεταστεί η συμφωνία της προς το άρθρο 92, παράγραφος 1, δεν είναι πειστικός.
107.
Πράγματι, η νομολογία του Δικαστηρίου ερμηνεύει εξαιρετικά ευρέως τις δύο προϋποθέσεις που διαλαμβάνονται στο άρθρο 92, παράγραφος 1, και τις οποίες υπενθύμισα ανωτέρω. Συναφώς αρκεί να γίνει μνεία της αποφάσεως πατά Επιτροπής της 21ης Μαρτίου 1990, Βέλγιο κατά Επιτροπής ( 50 ):
«Πράγματι, πρέπει να υπομνηστεί ότι, σύμφωνα με τις αποφάσεις της 17ης Σεπτεμβρίου 1980, Philip Morris (...), και της 11ης Νοεμβρίου 1987, Γαλλία κατά Επιτροπής (...), το σχετικά χαμηλό ύψος μιας ενισχύσεως ή το σχετικά μέτριο μέγεθος της λαμβάνουσας την ενίσχυση επιχειρήσεως δεν αποκλείουν a priori τη δυνατότητα επηρεασμού των συναλλαγών μεταξύ κρατών μελών» ( 51 ).
108.
Ομοίως, σχετικά με τις παρεκκλίσεις τις οποίες μπορούν να επικαλούνται τα κράτη μέλη, παρά το γεγονός ότι αυτές υπάγονται στην εξουσία εκτιμήσεως της Επιτροπής, οι προϋποθέσεις από τις οποίες εξαρτώνται ερμηνεύονται περιοριστικά, συναφώς δε παραθέτω χωρίο της προαναφερθείσας αποφάσεως Philip Morris:
«Πρέπει να υπενθυμιστεί ότι η Επιτροπή έχει διακριτική εξουσία, της οποίας η άσκηση προϋποθέτει εκτιμήσεις οικονομικής και κοινωνικής φύσεως που πρέπει να γίνονται σε κοινοτικό πλαίσιο» ( 52 ).
109.
Κατά συνέπεια, καταλήγω στο συμπέρασμα ότι πρέπει
1)
να ακυρωθούν οι δύο προσβαλλόμενες αποφάσεις
2)
να καταδικαστεί η Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα, περιλαμβανομένων και εκείνων της διαδικασίας ασφαλιστικών μέτρων.
( *1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.
( 1 ) Απόφαση 90/627/EOK της Επιτροπής, της 4ης Ιουλίου 1990, σχετικά με τις πιστώσεις που έχουν χορηγηθεί από τις βελγικές αρχές σε δύο εφοπλιστές για την αγορά πλοίου μεταφοράς υγροποιημένου αερίου (LPG) 34000 m ( 3 ) και δύο σκαφών ψυγείων (ΕΕ L 338, σ. 21) και απόφαση 91/375/EOK της Επιτροπής, της 13ης Μαρτίου 1991, σχετικά με τις πιστώσεις που χορήγησαν οι βελγικές αρχές σε διάφορους εφοπλιστές για την κατασκευή εννέα πλοίων —Ενίσχυση αριθ. C 32/90 (πρώην NN 61/90) (EE L 203, σ. 105).
( 2 ) Άρθρο 92, παράγραφος 3, στοιχείο δ'.
( 3 ) EE L 69, σ. 55.
( 4 ) Άρθρο 4, παράγραφος 4.
( 5 ) Άρθρο 3, παράγραφος 1.
( 6 ) Άρθρο 10, παράγραφος 2, στοιχείο α'.
( 7 ) ΛρΟρα 10, παράγραφος 2, στοιχείο γ', χαι 4, παράγραφος 5, δεύτερο εδάφιο.
( 8 ) Ανακοίνωση τη; Επιτροπή; σχετικά με τις ενισχύσεις στις ναυπηγικές εργασίες, S9/C32/06 (EE C 32, σ. 3).
( 9 ) Νόμο; της 23ης Αυγούστου 194S, Moniteur belge, 11 Σεπτεμβρίου 1948, σ. 728S.
( 10 ) Βλ. ανωτέρω, υποσημείωση 1.
( 11 ) Υπενθυμίζω, ότι, μετά τη διάταξη του Προέδρου του Δικαστηρίου
—
τη; 24η; Φεβρουαρίου 1992, αποφασίστηκε η ένωση και η συνεκδίκαση των υποθέσεων προ; διευκόλυνση τη; προφορική; διαδικασίας και προ; έκδοση κοινή; αποφάσεως,
—
τη; 8η; Μαΐου 1991 (διάταξη C-356/90 R, Συλλογή 1991, ο. I-2423), απορρίφθηκε η αίτηση λήψεως ασφαλιστικών μέτρων που υπέβαλε το Βασίλειο του Βελγίου, ζητώντας την αναστολή τη; εκτελέαεως της πρώτης αποφάσεως.
( 12 ) Απόφαση της 23ης Μαρτίου 1977, 74/76 (Συλλογή τόμος 1977, σ. 143).
( 13 ) Σκέψη 14.
( 14 ) Απόφαση της 12ης Ιουλίου 1990, C-35/88, Επιτροπή κατά Ελλάδας (Συλλογή 1990, σ. I-3125).
( 15 ) Απόφαση της 21ης Μαίου 1980, 73/79 (Συλλογή τόμος 1980, σ. 137).
( 16 ) Απόφααη της 30ης Ιανουαρίου 1985, 290/83, Επιτροπή κατά Γαλλίας (Συλλογή 1985, σ. 439).
( 17 ) Σκέφη 17.
( 18 ) Προτάθεις, σ. 444.
( 19 ) Δικόγραφο της προσφυγής C-356/90, σ. 7 της γαλλικής μετα-φραοεως.
( 20 ) Δικόγραφο της προσφυγή; C-356/90, ο. 10 της γαλλική; μεταφράσεως.
( 21 ) Η υπογράμμιση δική μου.
( 22 ) Απόφαση της 17ης Σεπτεμβρίου 1980, 730/79 (Συλλογή τόμος 1980/IIΙ, σ. 13).
( 23 ) Σκέψη 18.
( 24 ) Αιτιολογική σκέψη VII, τρίτο εδάφιο.
( 25 ) Κεφάλαιο III της οδηγίας 87/167/EOK: Ενισχυθείς στην αναδιάρθρωση.
( 26 ) Άρθρο 6, παράγραφος 1, της προαναφερθείσας οδηγίας 87/167/EOK.
( 27 ) Η υπογράμμιση διχή μου.
( 28 ) Άρθρο 4, παράγραφος 5, δεύτερο εδάφιο.
( 29 ) Σκέψη 18 της προαναφερθείσας αποφάσεως Philip Morris κατά Επιτροπής.
( 30 ) Οδηγία του Συμβουλίου, της 28ης Απριλίου 1981, περί των ενισχύσεων στις ναυπηγικές εργασίες (ΕΕ L 137, σ. 39).
( 31 ) Το άρθρο 4, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, της έκτης οδηγίας ορίζει ότι «η Επιτροπή φροντίζει (...) να παραμένουν στο χαμηλότερο δυνατό επίπεδο οι ενισχύσεις για τη ναυπήγηση μικρών ειδικευμένων σκαφών (...)». Το άρθρο 4, παράγραφος 3, ορίζει ότι «το όριο επανεξετάζεται κάθε 12 μήνες (...) με στόχο την προοδευτική μείωση του (...)».
( 32 ) Απόφαση της 14ης Φεβρουαρίου 1990, C-301/87 (Συλλογή 1990, σ. I-307).
( 33 ) Σκέψη 19.
( 34 ) Σκέψη 21.
( 35 ) Σκέψη 22.
( 36 ) Σκέψη 23.
( 37 ) Απόφαση της 7ης Απριλίου 1992, C-61/90, Επιτροπή κατά Ελλάδας (Συλλογή 1992, σ. I-2407).
( 38 ) Υπόμνημα ανταπαντήσεως της Επιτροπής στην υπόθεση C-180/91, σ. 3 της γαλλικής μεταφράσεως.
( 39 ) Απόφαση C-89/89, Συλλογή 1990, σ. I-3891.
( 40 ) Σημείο 5 της εκθέοεως ακροατηρίου, σ. Ι - 3894.
( 41 ) Σκέψη 14, η υπογράμμιση δική μου.
( 42 ) Σκέψη 15, η υπογράμμιση δική μου.
( 43 ) Απόφαση της 24η; Φεβρουαρίου 1987, 310/85 (Συλλογή 1987, σ. 901).
( 44 ) Προαναφερθείσα απόφαση της Επιτροπής της 4ης Ιουλίου 1990, άρθρο 1.
( 45 ) Προαναφερθείσα απόφαση της Επιτροπής της 13ης Μαρτίου 1991, άρθρο 1.
( 46 ) Απόφαση της 13ης Μαρτίου 1985, 296 και 318/82 (Συλλογή 1985, σ. 809).
( 47 ) Σκίψη 24.
( 48 ) Προαναφερθείσα απόφαση.
( 49 ) Σκέψη 22.
( 50 ) Απόφαση C-142/87, Συλλογή 1990, σ. I-959.
( 51 ) Σκέψη 43.
( 52 ) Σκέψη 24.
Top