Avis juridique important
ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΤΗΣ 31ΗΣ ΜΑΡΤΙΟΥ 1992. - ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΙΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ ΚΑΤΑ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ ΤΗΣ ΔΑΝΙΑΣ. - ΑΠΑΡΑΔΕΚΤΟ. - ΥΠΟΘΕΣΗ C-52/90.
Συλλογή της Νομολογίας του Δικαστηρίου 1992 σελίδα I-02187
Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
++++
1. Προσφυγή λόγω παραβάσεως - Εισαγωγικό της δίκης έγγραφο - Προβολή των αιτιάσεων και ισχυρισμών
(Συνθήκη ΕΟΚ, άρθρο 169)
2. Προσφυγή λόγω παραβάσεως - Αντικείμενο της διαφοράς - Καθορισμός κατά την πριν από την άσκηση της προσφυγής διαδικασία - Μεταγενέστερη διεύρυνση - Δεν επιτρέπεται
(Συνθήκη ΕΟΚ, άρθρο 169)
Περίληψη1. Η Επιτροπή οφείλει να αναφέρει, σε κάθε δικόγραφο προσφυγής που κατατίθεται βάσει του άρθρου 169 της Συνθήκης, τις συγκεκριμένες αιτιάσεις επί των οποίων καλείται να αποφανθεί το Δικαστήριο, καθώς και, τουλάχιστον συνοπτικώς, τα νομικά και πραγματικά στοιχεία στα οποία θεμελιώνονται οι αιτιάσεις αυτές.
2. Το αντικείμενο προσφυγής που ασκείται κατ' εφαρμογή του άρθρου 169 της Συνθήκης οριοθετείται με την πριν από την άσκηση της προσφυγής διαδικασία που προβλέπεται από τη διάταξη αυτή. Η αιτιολογημένη γνώμη της Επιτροπής και η προσφυγή πρέπει να στηρίζονται στους ίδιους λόγους και αιτιάσεις, ώστε μία αιτίαση που δεν έχει διατυπωθεί στην αιτιολογημένη γνώμη απαραδέκτως προβάλλεται κατά τη διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου.
ΔιάδικοιΣτην υπόθεση C-52/90,
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον J. F. Buhl, νομικό σύμβουλο, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον R. Hayder, εκπρόσωπο της Νομικής Υπηρεσίας, Centre Wagner, Kirchberg,
προσφεύγουσα,
κατά
Βασιλείου της Δανίας, εκπροσωπούμενου από τον J. Molde, νομικό σύμβουλο στο Υπουργείο Εξωτερικών, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο την Πρεσβεία της Δανίας, 11 B, boulevard Joseph II,
καθού,
που έχει ως αντικείμενο να αναγνωρισθεί ότι το Βασίλειο της Δανίας, μη εφαρμόζοντας τις διατάξεις της οδηγίας 83/182/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 28ης Μαρτίου 1983, για τις φορολογικές ατέλειες που εφαρμόζονται στο εσωτερικό της Κοινότητας στις προσωρινές εισαγωγές ορισμένων μεταφορικών μέσων (ΕΕ L 105, σ. 59), ιδίως δε το άρθρο 9, παράγραφος 3, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τη Συνθήκη ΕΟΚ,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ,
συγκείμενο από τους O. Due, Πρόεδρο, F. A. Schockweiler και P. J. G. Kapteyn, προέδρους τμήματος, G. F. Mancini, Κ. Ν. Κακούρη, G. C. Rodriguez Iglesias και M. Diez de Velasco, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: C. O. Lenz
γραμματέας: H. A. Ruehl, κύριος υπάλληλος διοικήσεως,
έχοντας υπόψη την έκθεση ακροατηρίου,
αφού άκουσε τους εκπροσώπους των διαδίκων που αγόρευσαν κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση της 3ης Δεκεμβρίου 1991,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 11ης Φεβρουαρίου 1992,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης1 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου, στις 6 Μαρτίου 1990, η Επιτροπή άσκησε, δυνάμει του άρθρου 169 της Συνθήκης ΕΟΚ, προσφυγή με την οποία ζητεί να αναγνωρισθεί ότι το Βασίλειο της Δανίας, μη εφαρμόζοντας τις διατάξεις της οδηγίας 83/182/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 28ης Μαρτίου 1983, για τις φορολογικές ατέλειες που εφαρμόζονται στο εσωτερικό της Κοινότητας στις προσωρινές εισαγωγές ορισμένων μεταφορικών μέσων (ΕΕ L 105, σ. 59, στο εξής: οδηγία), ιδίως δε το άρθρο 9, παράγραφος 3, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τη Συνθήκη ΕΟΚ.
2 Κατά τα άρθρα 3, 4 και 5 της οδηγίας, οι ιδιώτες μπορούν να τυγχάνουν φορολογικής ατέλειας λόγω προσωρινής εισαγωγής οχήματος σε κράτος μέλος υπό την προϋπόθεση ότι έχουν τη συνήθη κατοικία τους σε άλλο κράτος μέλος. Το άρθρο 7 περιέχει τους γενικούς κανόνες βάσει των οποίων προσδιορίζεται ο τόπος της συνήθους κατοικίας.
3 Το άρθρο 9 της οδηγίας περιέχει ορισμένους ειδικούς κανόνες. Ένας από τους κανόνες αυτούς, που περιέχεται στην παράγραφο 3, αφορά τη Δανία:
"Το Βασίλειο της Δανίας μπορεί να διατηρήσει τους ισχύοντες στη χώρα αυτή κανόνες σχετικά με τη συνήθη κατοικία, σύμφωνα με τους οποίους κάθε άτομο, συμπεριλαμβανομένων των φοιτητών στην περίπτωση του άρθρου 5, παράγραφος 1, σημείο β, της παρούσας οδηγίας, θεωρείται ότι έχει τη συνήθη κατοικία του στη Δανία αν διαμένει στη χώρα αυτή επί ένα έτος ή 365 ημέρες σε χρονική περίοδο 24 μηνών.
Εντούτοις, για να αποφευχθεί κάθε διπλή επιβολή φόρου:
- όταν η εφαρμογή των κανόνων αυτών οδηγεί στο συμπέρασμα ότι ένα άτομο έχει δύο κατοικίες, η συνήθης κατοικία του ατόμου αυτού βρίσκεται στον τόπο στον οποίο διαμένουν ο/η σύζυγός του και τα τέκνα του,
- στις παρόμοιες περιπτώσεις το Βασίλειο της Δανίας συνεννοείται με το άλλο ενδιαφερόμενο κράτος μέλος ώστε να καθοριστεί ποια από τις δύο κατοικίες πρέπει να ληφθεί υπόψη για την επιβολή του φόρου.
Πριν από την παρέλευση τριών ετών, το Συμβούλιο θα επανεξετάσει με βάση έκθεση της Επιτροπής την παρέκκλιση που αναφέρεται στην παρούσα παράγραφο και θα θεσπίσει, ενδεχομένως, μετά από πρόταση της Επιτροπής και βάσει του άρθρου 99 της Συνθήκης, τα αναγκαία μέτρα που θα εξασφαλίσουν την κατάργησή της."
4 Το άρθρο 10 περιέχει τις τελικές διατάξεις της οδηγίας. Στην παράγραφο 2 προβλέπεται ότι:
"'Οταν η εφαρμογή της παρούσας οδηγίας παρουσιάζει στην πράξη δυσκολίες, οι αρμόδιες αρχές των ενδιαφερομένων κρατών μελών λαμβάνουν με κοινή συμφωνία τις αναγκαίες αποφάσεις λαμβάνοντας ιδίως υπόψη τις συμβάσεις και τις κοινοτικές οδηγίες για αμοιβαία συνδρομή."
5 Στις 14 Μαΐου 1986, η Επιτροπή απηύθυνε στη Δανική Κυβέρνηση έγγραφο οχλήσεως σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 169 της Συνθήκης ΕΟΚ. Κατά το εν λόγω έγγραφο, η Επιτροπή διαπίστωσε, στο πλαίσιο της εξετάσεως των καταγγελιών που είχαν υποβάλει ιδιώτες στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, ότι οι δανικές αρχές είχαν ερμηνεύσει κατά απαράδεκτο τρόπο τις διατάξεις της οδηγίας, ιδίως δε το άρθρο 9, παράγραφος 3.
6 Με έγγραφο της 16ης Ιουλίου 1986, η Δανική Κυβέρνηση αμφισβήτησε ότι οι αρχές της είχαν ερμηνεύσει εσφαλμένως την οδηγία και υποστήριξε ότι η Επιτροπή δεν της είχε παράσχει τα πραγματικά στοιχεία βάσει των οποίων κινήθηκε η διαδικασία αναγνωρίσεως παραβάσεως και ότι, κατά συνέπεια, η ενέργειά της είχε ανεπαρκές έρεισμα.
7 Ενόψει αυτής της απαντήσεως, η Επιτροπή εξέδωσε στις 21 Σεπτεμβρίου 1987 αιτιολογημένη γνώμη. Στη γνώμη αυτή η Επιτροπή διευκρινίζει το περιεχόμενο των δύο υποθέσεων, ήτοι δύο αποφάσεων που είχαν εκδώσει δανικά δικαστήρια, συνεπεία των οποίων κατέληξε στη διαπίστωση ότι οι δανικές αρχές ερμηνεύουν κατά τρόπο απαράδεκτο τις διατάξεις της οδηγίας, ιδίως δε το άρθρο 9, παράγραφος 3. Διευκρινίζει πάντως ότι δεν βάλλει κατά των αποφάσεων που εκδόθηκαν στις δύο αυτές συγκεκριμένες περιπτώσεις, τις οποίες απλώς επικαλείται για να καταστεί σαφέστερο το εν λόγω ερμηνευτικό πρόβλημα.
8 Στην αιτιολογημένη γνώμη της η Επιτροπή υπογραμμίζει επίσης ότι, κατά την απόφαση της 11ης Δεκεμβρίου 1984, 134/83, Abbink (Συλλογή 1984, σ. 4097), οι εθνικές διατάξεις που αφορούν την καταβολή του φόρου προστιθεμένης αξίας επί οχήματος, που χρησιμοποιείται προσωρινώς σε άλλο κράτος μέλος από αυτό στο οποίο είναι ταξινομημένο, δεν πρέπει να καταλήγουν σε διπλή φορολογία.
9 Η Δανική Κυβέρνηση απάντησε στην αιτιολογημένη γνώμη στις 20 Νοεμβρίου 1987, διευκρινίζοντας ότι η σχετική διάταξη για τον καθορισμό της συνήθους κατοικίας στις δύο υποθέσεις που επικαλείται η Επιτροπή είναι το άρθρο 7 της οδηγίας και όχι το άρθρο 9, παράγραφος 3. Η Δανική Κυβέρνηση θεωρεί ότι και τα δύο δικαστήρια ερμήνευσαν ορθώς το άρθρο 7. Όσον αφορά το άρθρο 9, παράγραφος 3, η Δανική Κυβέρνηση δηλώνει ότι δεν χρειάζεται να διευκρινίσει περαιτέρω τη θέση της, επισημαίνει όμως, εντούτοις, ότι οι αρμόδιες αρχές της Δανίας και της Γερμανίας ήρθαν σε διαπραγματεύσεις το 1986 και 1987 για τον καθορισμό της διαδικασίας διαβουλεύσεων στην οποία αναφέρεται το άρθρο αυτό.
10 Δεδομένου ότι η Δανική Κυβέρνηση δεν δέχθηκε τις αντιρρήσεις που διατύπωσε, η Επιτροπή αποφάσισε να ασκήσει την παρούσα προσφυγή.
11 Το δικόγραφο της προσφυγής της Επιτροπής περιλαμβάνει δύο μέρη. Στο πρώτο μέρος, που επιγράφεται "περιστατικά και διαδικασία", η Επιτροπή αναφέρει τους σκοπούς και τους κανόνες της οδηγίας, καθώς και τα όσα συνέβησαν στην πριν από την άσκηση της προσφυγής διαδικασία. Η Επιτροπή αναφέρεται επίσης σε μία αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως η οποία, υποβληθείσα από το Hoejesteret και πρωτοκολληθείσα στη Γραμματεία του Δικαστηρίου με τον αριθμό C-297/89, υπογράμμιζε ιδιαιτέρως τα σημαντικά από απόψεως συνεπειών φορολογικά ζητήματα για τα οποία πρόκειται στην παρούσα περίπτωση, καθώς και τον σκοπό της
οδηγίας που συνίσταται στη διασφάλιση της ελεύθερης κυκλοφορίας των κατοίκων της Κοινότητας.
12 Το δεύτερο μέρος του δικογράφου της προσφυγής, που επιγράφεται "νομική βάση" περιλαμβάνει δύο τμήματα. Το πρώτο αφορά την υποχρέωση αποφυγής της διπλής φορολογίας. Η Επιτροπή υπογραμμίζει καταρχάς τη σημασία της οδηγίας και παραθέτει εν μέρει το άρθρο 9, παράγραφος 3, αυτής. Στη συνέχεια, αναφέρεται σε διάφορες αποφάσεις του Δικαστηρίου σχετικά με την φορολογία οχημάτων που είναι ταξινομημένα σε άλλο κράτος μέλος, ιδίως δε στην προαναφερθείσα απόφαση Abbink της 11ης Δεκεμβρίου 1984. Παρατηρεί τέλος ότι η διπλή φορολογία, στην περίπτωση προσωρινής εισαγωγής αυτοκινήτου οχήματος, αντιβαίνει προς το άρθρο 8 Α και 95 της Συνθήκης ΕΟΚ.
13 Στο πλαίσιο του δεύτερου τμήματος σχετικά με την υποχρέωση συνεργασίας με τις φορολογικές αρχές των άλλων κρατών μελών, η Επιτροπή αναφέρεται στα άρθρα 9, παράγραφος 3, και 10, παράγραφος 2, της οδηγίας. Προβάλλει ότι η Δανία ουδέποτε παραδέχθηκε ότι εναπόκειται στις εθνικές αρχές να καθορίσουν, σε συνεργασία με το άλλο ενδιαφερόμενο κράτος μέλος, τις δυνατότητες αποφυγής διπλής φορολογίας, όταν καλούνται να αποφασίσουν επί παραπόνων που αφορούν την πρακτική εφαρμογή της οδηγίας.
14 Στην έκθεση ακροατηρίου εκτίθενται διεξοδικώς τα πραγματικά περιστατικά, η εξέλιξη της διαδικασίας, καθώς και οι ισχυρισμοί και τα επιχειρήματα των διαδίκων. Τα στοιχεία αυτά της δικογραφίας δεν επαναλαμβάνονται κατωτέρω παρά μόνον καθόσον απαιτείται για τη συλλογιστική του Δικαστηρίου.
15 Η Δανική Κυβέρνηση προβάλλει κυρίως ότι η προσφυγή είναι απαράδεκτη για διάφορους λόγους. Υποστηρίζει ότι το δικόγραφο της
προσφυγής δεν ανταποκρίνεται στις προϋποθέσεις του άρθρου 38, παράγραφος 1, στοιχείο γ, του Κανονισμού Διαδικασίας, κατά το οποίο το δικόγραφο πρέπει να περιέχει το αντικείμενο της διαφοράς και συνοπτική έκθεση των ισχυρισμών των οποίων γίνεται επίκληση. Η Δανική Κυβέρνηση διευκρινίζει συναφώς ότι στο δικόγραφο της προσφυγής δεν αναφέρεται καμία συγκεκριμένη παράβαση εκ μέρους των δανικών αρχών και ότι είναι, κατά συνέπεια, αδύνατο να προσδιορισθούν οι διατάξεις της οδηγίας που φέρονται παραβιασθείσες από τις εν λόγω αρχές.
16 Προκειμένου πάντως να αναπτύξει, επικουρικώς, τους αμυντικούς της ισχυρισμούς ως προς την ουσία της υποθέσεως, η Δανική Κυβέρνηση θεωρεί ότι, σύμφωνα με το περιεχόμενο του δικογράφου της προσφυγής και της αλληλογραφίας που διεξήχθη κατά τη διοικητική διαδικασία, οι αιτιάσεις στις οποίες ενδεχομένως κατέληξε η Επιτροπή αφορούν αντιστοίχως την ερμηνεία της έννοιας της συνήθους κατοικίας κατά την οδηγία, την υποχρέωση συνεργασίας μεταξύ των φορολογικών αρχών των κρατών μελών και την υποχρέωση αποφυγής διπλής φορολογίας.
17 Όσον αφορά το παραδεκτό του δικογράφου της προσφυγής, πρέπει να υπομνησθεί ότι η Επιτροπή οφείλει, δυνάμει του άρθρου 19 του Πρωτοκόλλου περί του Οργανισμού του Δικαστηρίου ΕΟΚ και του άρθρου 38, παράγραφος 1, στοιχείο γ, του Κανονισμού Διαδικασίας, να αναφέρει, σε κάθε δικόγραφο προσφυγής που κατατίθεται βάσει του άρθρου 169 της Συνθήκης, τις συγκεκριμένες αιτιάσεις επί των οποίων καλείται να αποφανθεί το Δικαστήριο, καθώς και, τουλάχιστον συνοπτικώς, τα νομικά και πραγματικά στοιχεία στα οποία θεμελιώνονται οι αιτιάσεις αυτές (βλ. απόφαση της 13ης Δεκεμβρίου 1990, C-347/88, Επιτροπή κατά Ελλάδος, Συλλογή 1990, σ. Ι-4747, σκέψη 28).
18 Εν προκειμένω διαπιστώνεται ότι το δικόγραφο της προσφυγής δεν ανταποκρίνεται στις προϋποθέσεις αυτές. Πράγματι, στη νομική βάση του δικογράφου της προσφυγής της η Επιτροπή περιορίζεται
να αναφέρει μία σειρά διατάξεων της οδηγίας, διάφορες αποφάσεις του Δικαστηρίου και τα άρθρα 5, 8 Α, 95 και 189 της Συνθήκης. Στο δικόγραφο της προσφυγής ουδόλως διευκρινίζονται τα περιστατικά και οι περιστάσεις που στοιχειοθετούν την παράβαση που προσάπτεται στις δανικές αρχές.
19 Το Δικαστήριο βρίσκεται, κατά συνέπεια, σε αδυναμία να αποφανθεί επί της διαφοράς, όπως αυτή έχει υποβληθεί στην κρίση του από την Επιτροπή.
20 Επιπλέον, πρέπει να παρατηρηθεί ότι η διαπίστωση αυτή δεν αποδυναμώνεται από τον προσδιορισμό των αιτιάσεων της Επιτροπής στον οποίο, όπως υπομνήσθηκε προηγουμένως (σκέψη 16), προέβη η Δανική Κυβέρνηση με το υπόμνημά της αντικρούσεως.
21 Συγκεκριμένα, δεδομένου ότι πρόκειται για την ερμηνεία της έννοιας της συνήθους κατοικίας κατά την οδηγία, πρέπει να υπομνησθεί ότι η οδηγία περιέχει στο άρθρο 7 γενικούς κανόνες, στο δε άρθρο 9, παράγραφος 3, ειδικούς κανόνες ως προς τη Δανία. Στο δικόγραφο της προσφυγής της και στα έγγραφα που αφορούν την πριν από την άσκηση της προσφυγής διαδικασία, η Επιτροπή προβάλλει ότι οι ισχύουσες διατάξεις στη Δανία που αφορούν την έννοια της συνήθους κατοικίας στηρίζονται αποκλειστικά στο άρθρο 9, παράγραφος 3. Πάντως, στο υπόμνημά της απαντήσεως υποστηρίζει ότι οι δανικές αρχές παρέβησαν επίσης και το άρθρο 7 της οδηγίας γιατί όφειλαν, δυνάμει του άρθρου 10, παράγραφος 1, της ίδιας αυτής οδηγίας, να την πληροφορήσουν ότι η εν λόγω εθνική νομοθεσία θεσπίστηκε επίσης βάσει του άρθρου 7.
22 Αρκεί συναφώς να παρατηρηθεί ότι η τελευταία αυτή αιτίαση δεν περιέχεται στο δικόγραφο της προσφυγής και, επομένως, δεν μπορεί να εξετασθεί.
23 Προκειμένου για την υποχρέωση συνεργασίας μεταξύ των φορολογικών αρχών των κρατών μελών, πρέπει να υπομνησθεί ότι, κατά πάγια νομολογία, το αντικείμενο προσφυγής που ασκείται κατ' εφαρμογή του άρθρου 169 της Συνθήκης οριοθετείται με την πριν από την άσκηση της προσφυγής διαδικασία που προβλέπεται από τη διάταξη αυτή και ότι η αιτιολογημένη γνώμη της Επιτροπής και η προσφυγή πρέπει να στηρίζονται στις ίδιες αιτιάσεις και λόγους.
24 Επιβάλλεται εν προκειμένω η διαπίστωση ότι η αιτιολογημένη γνώμη δεν περιέχει καμία αιτίαση ή λόγο σχετικά με την υποχρέωση συνεργασίας που επικαλείται η Επιτροπή στο δικόγραφο της προσφυγής της και ότι, επομένως, η αιτίαση που διατυπώνεται συναφώς δεν μπορεί να εξετασθεί από το Δικαστήριο.
25 Προκειμένου τέλος για την υποχρέωση αποφυγής διπλής φορολογίας, αρκεί να παρατηρηθεί ότι τα αιτήματα της προσφυγής αφορούν μόνο τις διατάξεις της οδηγίας, ενώ, κατά τους ισχυρισμούς της Επιτροπής, η υποχρέωση αυτή δεν απορρέει από την οδηγία αλλά από το άρθρο 95 της Συνθήκης. Η αιτίαση που αφορά την υποχρέωση αυτή δεν καλύπτεται επομένως από το αίτημα της προσφυγής.
26 Από το σύνολο των προηγουμένων σκέψεων προκύπτει ότι η προσφυγή της Επιτροπής είναι απαράδεκτη.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδαΕπί των δικαστικών εξόδων
27 Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα. Επειδή η προσφεύγουσα ηττήθηκε, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
ΔιατακτικόΓια τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
αποφασίζει:
1) Απορρίπτει την προσφυγή ως απαράδεκτη.
2) Καταδικάζει την προσφεύγουσα στα δικαστικά έξοδα.
Top